Σάββατο, 13 Απριλίου 2019

Παρατηρησεις στα σχεδια του νεου ΠΚ και του νεου ΚΠΔ, Παν.Λυμπεροπουλου και Δημ. Φουκα

Παρατηρησεις στα σχεδια του νεου ΠΚ και του νεου ΚΠΔ, Παν.Λυμπεροπουλου και Δημ. Φουκα 

 

Παρατηρήσεις στα σχέδια του νέου Ποινικού Κώδικα και του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Εισαγωγική παρατήρηση

Η  Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή είχε δύο επιλογές για την πρόταση νομοθέτησης στον Ποινικό Κώδικα. Η πρώτη ήταν να γίνουν τροποποιήσεις σε συγκεκριμένα άρθρα με κύρια στόχευση το ειδικό μέρος του Ποινικού Κώδικα και με επιλεκτικές παρεμβάσεις στο γενικό μέρος. Η δεύτερη να αλλάξει το ειδικό και το γενικό μέρος με την δημιουργία μιας νέας ποινικής πραγματικότητας. Η διαμορφωμένη πρόταση αντιστοιχεί στην δεύτερη επιλογή. Δεν είναι γνωστό σε εμάς αν προηγήθηκε η εκπόνηση κάποιας μελέτης που να παρέχει επιχειρήματα υπέρ της επιλογής αυτής. Κάτι τέτοιο το θεωρούμε απαραίτητο δεδομένου ότι οι επιπτώσεις των ρυθμίσεων είναι εξαιρετικά σημαντικές και θα έπρεπε ο νομοθέτης να έχει στην διάθεσή του την επιστημονική εκτίμηση της αποτελεσματικότητας ή μη των υφιστάμενων διατάξεων προκειμένου να επιλέξει το είδος και το μέγεθος των τροποποιήσεων. Η εμπειρική διαχείριση της νομοθεσίας δεν αποτελεί ασφαλές κριτήριο στις ημέρες μας , όπου οι νέες τεχνολογίες και οι επιστημονικές μέθοδοι έρευνας μπορούν να δώσουν σε σύντομο χρόνο αποτελεσματικότερα συμπεράσματα. Συνεπώς, θεωρούμε ότι με αυτές τις συνθήκες η επέμβαση του νομοθέτη θα έπρεπε να στοχεύει στο ειδικό μέρος του Ποινικού Κώδικα και σε σημεία που έχει προκληθεί εκτεταμένος προβληματισμός στη νομολογία και στην θεωρία. Η ταυτόχρονη επέμβαση στο γενικό μέρος του κώδικα και μάλιστα με την έκταση που έχει λάβει καθορίζει ένα νέο δικαιοπολιτικό πλαίσιο σε ένα ομιχλώδες και μη χαρτογραφημένο συστηματικά περιβάλλον. Χαρακτηριστικά παραδείγματα που δικαιώνουν τον προβληματισμό για τα κριτήρια της πρότασης νέας νομοθέτησης είναι η μείωση του ανώτατου ορίου κάθειρξης από τα είκοσι στα δεκαπέντε έτη (γενικό μέρος)  και ο ορισμός πλαισίου ποινής για την ανθρωποκτονία με δόλο από ισόβια κάθειρξη έως πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών (ειδικό μέρος) . Αντίστοιχη επιφύλαξη διατυπώνουμε και για την επέμβαση στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όσον αφορά στην επιλογή της κατάργησης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων.
 Ακολουθούν σχόλια για ορισμένες από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις , δεδομένου ότι ο χρόνος διαβούλευσης παρέμεινε ελάχιστος για να καταστεί εφικτή περαιτέρω ανάλυση κατ’ άρθρο και συνδυαστικά των ρυθμίσεων.
   
            Ποινικός Κώδικας
Η υποβληθείσα πρόταση έχει στο σύνολο της ως κεντρική ιδέα την απομείωση των επιβαλλόμενων ποινών και την με τις λιγότερες επιπτώσεις έκτιση τους για τον καταδικασθέντα. Για το λόγο αυτό γίνονται παρεμβάσεις όχι μόνον στο ειδικό μέρος του Ποινικού Κώδικα αλλά και στο ειδικό. Η σκοπιμότητα αυτής της διπλής επέμβασης ελέγχεται ιδίως λόγω των πολλαπλών συνεπειών που προκαλεί σχετικοποιώντας την γενική και ειδική πρόληψη στην οποία αποβλέπει η ποινή. Ο αποχαρακτηρισμός κακουργημάτων σε πλημμελήματα και τα μικρότερα πλαίσια ποινής εμφανίζονται ως προσπάθεια οριζόντιου εξορθολογισμού και εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας στις ποινές  με αντίβαρο την κατάργηση της μετατροπής της ποινής σε χρηματική και της πραγματικής έκτισης της ποινής ακόμα και πλημμελημάτων . Πλην όμως αυτός ο μηχανισμός στην πράξη είναι αμφίβολο αν μπορεί να λειτουργήσει και κατά συνέπεια να αποδώσει, όπως θα επισημανθεί ακολούθως. Σύμφωνα με την ατομική παρατήρηση είναι αναγκαίο σε κάποιες περιπτώσεις να υπάρξει εξορθολογισμός των ποινών για κάποια αδικήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του ν.1608/1950 του οποίου αφ ενός μεν η αντικειμενική υπόσταση θα έπρεπε να διατηρηθεί κατά την ενσωμάτωση της στο σχέδιο του νέου Ποινικού Κώδικα ως επιβαρυντική περίσταση στον κύκλο αδικημάτων τα οποία προβλέπονται σήμερα με απαραίτητη όμως προϋπόθεση την πρόβλεψη ποινής εντός του πλαισίου της πρόσκαιρης κάθειρξης αντι των ισοβίων (όπως πράγματι έχει περιληφθεί στο εξεταζόμενο σχέδιο), την επιπλέον αναφορά και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου των οποίων μόνος ή κύριος μέτοχος είναι το Ελληνικό Δημόσιο και την ηπιότερη τιμώρηση των αδικημάτων που τελέστηκαν για την επίτευξη της σύναψης εργασιακής σχέσης ή λήψης σύνταξης.
Επιπλέον θα πρέπει να σημειώσουμε το ζήτημα που ανακύπτει με την επιλογή του νομοθέτη να επέμβει ταυτόχρονα στο γενικό και ειδικό μέρος . Η υποχρεωτική εφαρμογή του διαχρονικά επιεικέστερου ποινικού κανόνα για τα αδικήματα που θα τελεσθούν μέχρι την ημερομηνία που θα τεθεί σε ισχύ ο νέος κώδικας θα έχει ως συνέπεια την υποχρεωτική εφαρμογή της νεότερης διάταξης του ειδικού μέρους (με το μικρότερο πλαίσιο ποινής) και την  αντίστοιχα επιεικέστερη διάταξη (νέα ή καταργηθησομένη) του γενικότερου μέρους . Με το τρόπο αυτό η πρόθεση του νομοθέτη να υπάρξει πραγματική έκτιση της στερητικής της ελευθερίας ποινής με την κατάργηση της μετατροπής της για τις ποινές φυλάκισης άνω των τριών ετών καταστρατηγείται αφού το δικαστήριο αν δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις να εφαρμόσει ευνοϊκότερη διάταξη πχ αυτή περί αναστολής,  θα υποχρεωθεί να εφαρμόσει την καταργηθείσα πλην όμως επιεικέστερη περί μετατροπής. Η συνέπεια αυτής της αναπόφευκτα υποχρεωτικής επιλογής της ευμενέστερης διάταξης θα δημιουργήσει για όλα τα αδικήματα που θα τελεσθούν μέχρι την ισχύ των νέων κωδικων (εννοείται και γι αυτά που βρίσκονται υπό δικαστική διερεύνηση) μια ιδιότυπη ατιμωρησία αφού θα αποκλείει την εφαρμογή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε κάθε περίπτωση. Προφανώς αυτή η εξέλιξη δεν συνάδει με τον σκοπό του προτεινόμενου κανόνα δικαίου και δεν αποτελει δικαιοπολιτικό στοχο του νομοθέτη καθόσον για μακρό χρονικό διάστημα και με μεγάλη ένταση θα ματαιώνεται ο στόχος της γενικής και ειδικής πρόληψης.

Παρατηρήσεις στο Γενικό Μέρος του σχεδίου του νέου Ποινικού Κώδικα
  1. Νέο άρθρο 13 ε: Η κατάργηση της κατά συνήθεια τέλεσης αδικήματος και του χαρακτηρισμού του δράστη ως ιδιαίτερα επικίνδυνου εμποδίζει αδικαιολόγητα την αυστηροποίηση της τιμωρίας αδικημάτων για τα οποία απαιτείται ευρύτερη κλιμάκωση στο πλαίσιο της ποινής (πχ η κλιμάκωση της τιμώρησης κατά την ισχύουσα διάταξη του αδικήματος της απάτης).  
  2. Νέο Άρθρο 18: Η κατάργηση του πταίσματος είναι προς τη σωστή κατεύθυνση της  αποποινικοποίησης πράξεων που θα μπορούσαν να τιμωρηθούν με διοικητικά πρόστιμα αρκεί να έχουν διαδικασία ενδικοφανούς προσφυγής για να ελέγχεται η βασιμότητα της παράβασης. Θα ήταν χρήσιμο σε κάθε περίπτωση για την αξιοποίηση της εμπειρίας των Ειρηνοδικών στην ποινική διαδικασία και η ορθολογική αντιμετώπιση του όγκου των ποινικών υποθέσεων να υιοθετηθεί η διάκριση των πλημμελημάτων σε πρώτου βαθμού και δευτέρου βαθμού . Ως πλημμελήματα πρώτου βαθμού θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αυτά για τα οποία προβλέπεται ως ποινή κοινωφελής εργασία ή χρηματική ποινή τα οποία θα δικάζονται στο ειρηνοδικείο. Όλα τα άλλα πλημμελήματα δεύτερου βαθμού θα είναι αρμοδιότητας πρωτοδικείου.
  3. Νέο άρθρο 42  παρ.1 : Διατυπώνεται αυστηρότερα ο ορισμός της έννοιας της απόπειρας με πιθανότητα να προκληθούν ερμηνευτικά προβλήματα. Πχ στην ανθρωποκτονία με δόλο η αντικειμενική υπόσταση περιγράφεται με την λέξη “σκότωσε”. Σε αυτήν την περίπτωση η περιγραφή στη νέα διάταξη της απόπειρας με τη φράση  “αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο πράξη” μεταφέρει υλικές ενέργειες στο στάδιο των προπαρασκευαστικών μη τιμωρητών πράξεων. Η υφιστάμενη διατύπωση της απόπειρας περιλαμβάνει ευκρινώς το προπαρασκευαστικό στάδιο γιατί αναφέρεται σε “πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης”.
  4. Νέο άρθρο 42 παρ.3 : επεκτείνεται η εφαρμογή του άρθρου 29 ΠΚ και στα αδικήματα εκ δόλου που τελέστηκαν σε απόπειρα ενώ προκλήθηκε το αποτέλεσμα του αδικήματος για το οποίο τιμωρούνται βαρύτερα  . Η συνέπεια της ρύθμισης αν ο κατηγορούμενος τέλεσε α) απόπειρα ανθρωποκτονίας και β) ανθρωποκτονία και επικαλεστεί δόλο για την απόπειρα και αμέλεια για την τετελεσμένη ανθρωποκτονία να τιμωρηθεί και για τις δύο με την ελαττωμένη ποινή του άρθρου 83 ΠΚ. Με το τρόπο αυτό υιοθετείται η επιεικέστερη τιμώρηση αδικημάτων  τα οποία ο δράστης τελεί με ενδεχόμενο δόλο και συμβαίνουν παράπλευρες απώλειες . Χαρακτηριστικό παράδειγμα από τη νομολογία αφορά στην δράση εγκληματικής οργάνωσης (πριν την ισχύ του άρθρου 187Α του ΠΚ όπως ισχύει σήμερα) , κατά την οποία τελέστηκε απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά πολιτικού προσώπου και  ανθρωποκτονία πολίτη τυχαία ευρισκόμενου στον ίδιο τόπο και χρόνο, αμφότερες με το σχέδιο του νέου ΠΚ θα έπρεπε να τιμωρηθούν ως απόπειρες.  
  5. Νέο άρθρο 44 παρ.2 : Τιμωρείται με την ποινή της απόπειρας μειωμένη στο μισό της ο δράστης που δεν ολοκλήρωσε το έγκλημα όχι με δική του βούληση και δεν επιχείρησε ξανά. Είναι αντιφατικό η απόπειρα η οποία στηρίζεται στην μη ολοκλήρωση της πράξης για λόγους ανεξάρτητους της βούλησης του δράστη να υποβιβάζεται τιμωρητικά αν ο τελευταίος απλώς παραλείπει την εκ νέου τέλεση της και καθίσταται προβληματικός ο έλεγχος και η αιτιολογημένη απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού του δράστη υπό το καθεστώς του υφιστάμενου άρθρου 177Α του ΚΠΔ (178 στο σχέδιο του νέου ΚΠΔ) σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται υπέρ του, οι δε δικαστές και εισαγγελείς είναι υποχρεωμένοι να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπερ αυτού ο κατηγορούμενος. Δηλαδή ο δράστης απόπειρας ανθρωποκτονίας που δεν ολοκληρώθηκε όχι με δική του βούληση γιατί τελικά το θύμα δεν υπέκυψε στα τραύματα του, τιμωρείται στο μισό της απόπειρας αν δεν επιχειρήσει να δώσει χαριστική βολή, το δε δικαστήριο θα πρέπει να ερευνήσει τον ισχυρισμό χωρίς την συνδρομή αποδεικτικών στοιχείων.  
  6. Νέα άρθρα 46,47 : η κατάργηση της διαφοροποίησης του βαθμού συνέργειας άμεσος συνεργός /απλός συνεργός οδηγεί σε ευμενέστερη αντιμετώπιση του πρώτου έναντι του αυτουργού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι στο αδίκημα του βιασμού όπου ο ασκών τη βία (που μπορεί να είναι και γυναίκα) αν θέλει την πράξη του βιασμού σαν ξένη πράξη είναι συνεργός και με την νεα διάταξη θα τιμωρείται με μειωμένη ποινή.
  7. Νέο άρθρο 57 : Η χρηματική ποινή προσδιορίζεται σε ημερήσιες μονάδες με όρια τα οποία κυμαίνονται για την περίπτωση που αποτελεί : α) κύρια ποινή από 1 € (=1 ημερήσια μονάδα * 1€) έως 9.000€ (=90 ημερήσιες μονάδες * 100€) β) διαζευκτικά με στερητική από 1 € έως 18.000 € (=180 ημερήσιες μονάδες * 100€) και γ) αθροιστικά με στερητική από 1 € έως 36000€ (=360 ημερήσιες μονάδες * 100€).  Θα ήταν χρήσιμο , προκειμένου στην πράξη να λειτουργήσει η αρχή της αναλογικότητας να αποφευχθεί ο διπλός υπολογισμός (καθορισμός αριθμού ημερήσιων μονάδων και καθορισμός αξίας) ή να περιοριστεί το εύρος των ημερήσιων μονάδων με την δημιουργία κλιμακας για την πρώτη περίπτωση μέχρι 90 ημερήσιες μονάδες , για την δεύτερη από 91 έως 180 και για την τρίτη από 181 έως 360.
  8. Νέο Άρθρο 59 : η κατάργηση της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων για κάποιο χρονικό διάστημα ως παρεπόμενη ποινή εντείνει την αίσθηση ατιμωρησίας πχ σε αιρετά πρόσωπα όταν δεν εμποδίζεται η επανεκλογή τους , ή ερωτηματικών για τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων ενόρκων και πραγματογνωμόνων που έχουν καταδικαστεί.
  9. Νέο άρθρο 79 : η έννοια της δίκαιης τιμωρίας είναι απροσδιόριστη νομικά έννοια. Περαιτέρω η ρύθμιση περί εκτενούς αναφοράς αιτιολογίας για την επιμέτρηση της ποινής θα προκαλέσει άσκοπη επανάληψη του σκεπτικού περί ενοχής στην απόφαση περί την ποινή. Η  αιτιολογία της επιμέτρησης της ποινής συνδέεται με την αιτιολογία περί ενοχής ,δεδομένου ότι τα στοιχεία βάσει των οποίων καθορίζεται ενυπάρχουν στην αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στις οποίες εμπεριέχονται και τα ενδεικτικώς αναφερόμενα στοιχεία της νέας διάταξης. Η δικαστική απόφαση πρέπει να εκτιμάται σαν ενιαίο σύνολο, γιατί διαφορετικά για κάθε διάταξη της θα πρέπει να επαναλαμβάνεται το ίδιο σκεπτικό.
  10. Νέο άρθρο 94 παρ.1 : Μείωση της συνολικής ποινής κάθειρξης σε 20 έτη αντί για 25 και της φυλάκισης σε 8 έτη αντί για 10. Η μείωση αυτή έχει ως συνέπεια να παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας στην τιμώρηση ενός άπαξ παραβάτη σε σχέση με ένα κατά συρροή παραβάτη. Το αυτό πρόβλημα εμφανίζεται και στην παρ.2 του ίδιου άρθρου, όπου το ανώτατο όριο του πλαισίου της ποινής για τον άπαξ παραβάτη ταυτίζεται με το ανώτατο όριο ποινής των περισσοτέρων εγκλημάτων που τελέστηκαν με μια πράξη. Πχ, ο υπαίτιος ανθρωποκτονίας από αμέλεια με ένα θύμα θα τιμωρείται με το ίδιο ανώτατο όριο ποινής με αυτόν που προκάλεσε με αμέλεια το θάνατο  100 ανθρώπων, ήτοι πέντε έτη σε κάθε περίπτωση.
  11. Νέο άρθρο 99 : Η αναστολή εφαρμόζεται για φυλάκιση μέχρι 3 έτη ακόμα και με αμετάκλητες καταδίκες συνολικού ύψους έως 3 έτη. Η διεύρυνση του ορίου, δικαιολογείται από την κατάργηση της μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική. Πρέπει όμως να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις του συνδυαστικά με τις νέες διατάξεις του γενικού μέρους που περιορίζουν εξαιρετικά το ενδεχόμενο έκτισης της στερητικής της ελευθερίας ποινής.
  12. Νέο άρθρο 104β : Η επιτυχής ολοκλήρωση διαδικασίας αποκαταστατικής δικαιοσύνης ως λόγος μη επιβολής ποινής θα πρέπει να προσδιοριστεί σε συγκεκριμένα πλημμελήματα , αποκλείοντας ρητά κάποια άλλα για τα οποία η ποινή εξακολουθεί να έχει σημασία για λόγους γενικής πρόληψης.




Παρατηρήσεις στο Ειδικό Μέρος του σχεδίου του νέου Ποινικού Κώδικα

1) Με το Σχέδιο Ποινικού Κώδικα καταργούνται τα αδικήματα της νόθευσης αποδεικτικών και της κατάχρησης πληρεξουσιότητας (άρθρα 150, 151 ΠΚ). Με την κατάργηση των διατάξεων αυτών, πρόσωπα που κατέχουν αποδεικτικά δικαιωμάτων του ελληνικού κράτους και πληρεξούσιοι αυτού, δεν τελούν αδίκημα στις περιπτώσεις της καταστροφής των αποδεικτικών ή της με πρόθεση διεξαγωγής υποθέσεως προς βλάβη του εντολέα. Οι πράξεις αυτές καθίστανται ανέγκλητες, μη δυνάμενες να υπαχθούν σε άλλη διάταξη.

2) Με την προτεινόμενη μορφή των άρθρων 155 και 191Α του Σχεδίου που αφορούν την προσβολή συμβόλων ξένου και του ελληνικού κράτους, αντιστοίχως, η προσβολή των συμβόλων του ελληνικού κράτους καθίσταται αξιόποινη εφόσον η πράξη που συνιστά την προσβολή εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη, σε αντίθεση με την προσβολή συμβόλων άλλου κράτους, η οποία είναι αξιόποινη χωρίς την συνδρομή αυτής της προϋπόθεσης. Συνεπώς, παρίσταται ανέγκλητη η προσβολή των συμβόλων του ελληνικού κράτους, εφόσον διαπράττεται με τρόπο που δεν εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη, ενώ η προσβολή συμβόλων άλλου κράτους είναι σε κάθε περίπτωση αξιόποινη.

3) Με την προτεινόμενη μορφή των άρθρων 187 και 187Α του Σχεδίου, με τις οποίες καταργείται η αυστηρότερη ποινική μεταχείριση της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης και πλέον συνιστά επιβαρυντική περίσταση, δεν αντιμετωπίζεται η απαξία της πράξεως αυτής. Είναι προφανές ότι η εγκληματική συμπεριφορά του διευθύνοντος την οργάνωση, ο οποίος οργανώνει και ελέγχει την δράση της, δεν είναι της ίδιας μορφής και έντασης με αυτήν του απλού μέλους, ώστε και η ποινική αντιμετώπιση εκάστου πρέπει να είναι διαφορετική.

4) Στο άρθρο 216 απαλείφεται η διακεκριμένη περίπτωση της κατ’ επάγγελμα τέλεσης πράξεων πλαστογραφίας. Με την νέα διάταξη καθίστανται πλημμεληματικές, πράξεις από τις οποίες έχει προκληθεί μεγάλη ζημία και πολλές θα οδηγηθούν σε παραγραφή του αξιοποίνου τους εξ αυτού του λόγου.

5) Η προτεινόμενη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 224 είναι ακατανόητη. Το καθήκον αληθείας του μάρτυρα δεν μπορεί να κάμπτεται λόγω της σχέσεώς του με τον αυτουργό της πράξης. Περαιτέρω, θα πρέπει να καταργηθεί το αξιόποινο της ψευδορκίας στην πολιτική δίκη, καθώς σε αυτήν τα διάδικα μέρη βαρύνονται με το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών τους.

6) Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις των άρθρων 270 έως 272 του Σχεδίου, δεν είναι αντίστοιχες της σοβαρότητας των πράξεων της έκρηξης και της κατοχής εκρηκτικών. Με αυτές δεν αντιμετωπίζεται η αυξημένη επικινδυνότητα και δεν ανακόπτεται η διάδοση του φαινομένου της κατασκευής εκρηκτικών και της χρήσης τους. Ο δε προσωπικός λόγος απαλλαγής από την ποινή που εισάγεται με την παράγραφο 2 του άρθρου 272, δεν είναι σαφές ποιον σκοπό εξυπηρετεί.

7) Στο άρθρο 299, υπό την προτεινόμενη μορφή, προκύπτει απόκλιση από την αρχή της απόλυτης προστασίας του έννομου αγαθού της ανθρώπινης ζωής. Είναι απολύτως κρατούσα η άποψη ότι η ανθρώπινη ζωή δεν επιδέχεται εκτίμησης και για τον λόγο αυτό η προστασία της είναι απόλυτη, προβλεπομένης της βαρύτερης τιμωρίας για την περίπτωση της αφαίρεσής της. Η νέα πρόβλεψη πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, έρχεται σε αντίθεση με όσα γίνονται δεκτά.

8) Με τις προτεινόμενες διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1 εδ. β’ και 314 παρ. 1 εδ. β’ του Σχεδίου, η εξ αμελείας όλως ελαφρά σωματική βλάβη τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή, ενώ η όλως ελαφρά σωματική βλάβη τελεσθείσα εκ προθέσεως τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας, ήτοι για τον εκ προθέσεως δράστη επιφυλάσσεται επιεικέστερη μεταχείριση.    

9) Η κατάργηση του αδικήματος της απρόκλητης σωματικής βλάβης και του άρθρου 308Α του ΠΚ, αφήνει εκτός ποινικής αξιολόγησης το στοιχείο που διακρίνει την περίπτωση αυτή από τις λοιπές ομοειδείς πράξεις, δηλαδή το τυχαίο της επιλογής του θύματος.

10) Με το άρθρο 315 του Σχεδίου καθίσταται ατιμώρητη η πράξη της πρόκλησης ή παρότρυνσης γυναίκας, ή δημόσιας πρόκλησης  ή διέγερσης στην πράξη του ακρωτηριασμού γεννητικών οργάνων γυναίκας. 

11) Η κατάργηση της διακεκριμένης περίπτωσης της κατ’ επάγγελμα τέλεσης των «περιουσιακών» αδικημάτων παραβλέπει την κυριότερη πηγή κινδύνων για τα προστατευόμενα έννομα αγαθά και την ίδια την εγκληματική πραγματικότητα ήτοι την ύπαρξη μεγάλων ομάδων που βιοπορίζονται και αποκομίζουν τεράστια οικονομικά οφέλη από την τέλεση τέτοιων πράξεων. Χαρακτηριστικά καταργείται στο αδίκημα της κλοπής η διακεκριμένη περίπτωση της της κατ επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης του και το αυτεπάγγελτο της δίωξης .

12) Το αδίκημα του άρθρου 401 ΠΚ της παράνομης αλιείας αλλοδαπού στα ελληνικά χωρικά ύδατα πρέπει να διατηρηθεί.



Τελικό σχόλιο
Η λογική του σχεδίου του νέου Ποινικού Κώδικα καταλήγει  στο αποτέλεσμα της μειωμένης τιμώρησης. Αυτό επιτυγχάνεται : α) στο ειδικό μέρος ι)  με τον αποχαρακτηρισμό μερίδας αδικημάτων από κακουργήματα σε πλημμελήματα , ιι) με την μείωση του πλαισίου ποινής, ιιι) με την αφαίρεση από το δικαστήριο της δυνατότητας και την υιοθέτηση της υποχρέωσης να εφαρμόσει μια διάταξη β) στο γενικό μέρος με την αντιμετώπιση όχι μόνον των πλημμελημάτων αλλά και κακουργημάτων υπό το καθεστώς των νέων ορίων και όρων στην επιμέτρηση της ποινής, με την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, με τη συρροή λόγων μείωσης της ποινής , με τον καθορισμό συνολικής ποινής, με την αναστολή εκτέλεσης  της ποινής, με την αντικατάσταση της στερητικής της ελευθερίας ποινής, με την έκτιση στην κατοικία,  με την καθιέρωση της κοινωφελούς εργασίας ως αυτοτελούς ποινής ,με την υπό όρο απόλυση και με την κατ΄οίκον έκτιση της ποινής με ηλεκτρονική επιτήρηση. Η εμφανιζόμενη δηλαδή ως βούληση του νομοθέτη να καθιερώσει την έκτιση της στερητικής της ελευθερίας ποινής και στα πλημμελήματα (και στα κακουργήματα που έχουν τιμωρηθεί σε απόπειρα ή με ελαφρυντικό) ματαιώνεται συστηματικά από τις νέες διατάξεις του γενικού μέρους.  Η συνέπεια της εφαρμογής αυτού του μοντέλου θα είναι η αύξηση της εγκληματικότητας αφού η γενική και ειδική πρόληψη που επιτυγχάνεται μέσω της ποινής θα ματαιώνεται από το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο που την προβλέπει.




Κώδικας ποινικής δικονομίας

Η θέσπιση της ποινικής συνδιαλλαγής εκτιμάται ως θετικό βήμα που θα συμβάλει στην επιτάχυνση του χρόνου απονομής της ποινικής δικαιοσύνης υπό προϋποθέσεις.
Αντίθετα η κατάργηση  της αρμοδιότητας του Μονοφελούς Εφετείου Κακουργημάτων στην κατ’ ουσίαν εκδίκαση των οριζομένων στην ισχύουσα διάταξη του άρθρου 110 ΚΠΔ θα προκαλέσει αύξηση του χρόνου διεκπεραίωσης δεδομένου ότι ο αριθμός των υπηρετούντων εφετών θα πρέπει να εξυπηρετήσει πολλαπλάσιο αριθμό συνεδριάσεων των Τριμελών εφετείων Κακουργημάτων για την εκδίκαση του συνόλου των κακουργηματικών πράξεων σε πρώτο βαθμό. Το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων έχει αρμοδιότητα σε αδικήματα τα οποία δεν έχουν υψηλό βαθμό δυσκολίας στο νομικό ή στο πραγματικό μέρος. Τα νομικά θέματα ουσιαστικού δικαίου που ανακύπτουν έχουν περιορισμένη δυσκολία ώστε να μην απαιτείται για την αντιμετώπιση τους πολυμελή σύνθεση και διάσκεψη. Τα δικονομικά ζητήματα είναι τα συνήθη. Δεν είναι γνωστό εάν έχει εκπονηθεί μελέτη για την ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του Μονομελούς Εφετείου, ώστε να δικαιολογηθεί η κατάργηση του Δικαστηρίου αυτού.  Ως εκ τούτου δεν θεωρούμε σκόπιμη την κατάργησή του.
Ως ατελέσφορο κρίνεται το μέτρο της χρέωσης εισηγητή δικαστή στις συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καθώς κρίνεται ασύμβατο με τον ρόλο που επιφυλάσσεται στον προεδρεύοντα, ο οποίος φέρει το βάρος της διεύθυνσης της διαδικασίας και της διάσκεψης.

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος , Εφέτης , Α΄ Αντιπρόεδρος της ΕΔΕ
Δημήτριος Φούκας, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Αν. Γεν. Γραμ. της ΕΔΕ




 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε, αναφορικά με τα σχόλια που δημοσιεύονται ότι:
1) Δε θα δημοσιεύονται δυσφημιστικά και εξυβριστικά σχόλια
2) Δε θα δημοσιεύονται ΑΣΧΕΤΑ σχόλια σε ΑΣΧΕΤΕΣ αναρτήσεις
3) Δε θα δημοσιεύονται επαναλαμβανόμενα σχόλια στην ίδια ανάρτηση
4) Δε θα δημοσιεύονται σχόλια σε Greeklish


5) Σχόλια σε ενυπόγραφα άρθρα θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.
6) Σχόλια σε ενυπόγραφο σχόλιο θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.

7) ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ "ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ"