Σάββατο, 13 Απριλίου 2019

Παρατηρησεις και σχολια στο σχεδιο νομου του ΠΚ και ΚΠΔ Ν.Σαλατα, Ευστ. Βεργωνη, Α.Ερμιδου, Β.Παπαρη



Των
Νικολάου Σαλάτα,Εφέτη, Γενικού Γραμματέα της ΕΔΕ
Ευστάθιου Βεργώνη, Αντεισαγγελέα Εφετών, Β’ Αντιπροέδρου ΕΔΕ
Ακριβής Ερμίδου, Ειρηνοδίκη,Υπεύθυνης Διαχείρισης Οικονομικών της ΕΔΕ
Βαρβάρας Πάπαρη, Εφέτη, Μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ


Με αφορμή τη δημόσια διαβούλευση των σχεδίων των Κωδίκων Ποινικού Κώδικα και Ποινικής Δικονομίας, η ολοκλήρωση των οποίων αποτελεί προσπάθεια δεκαετούς συστηματικής εργασίας νομοπαρασκευαστικών επιτροπών, εκθέτουμε συνοπτικά,(ελλείψει επαρκούς χρόνου  προς διεξοδική αποτίμηση και επιστημονικού σχολιασμού κάθε άρθρου των σχεδίων των δύο Κωδίκων), ορισμένες παρατηρήσεις ως προς τα παρακάτω σημεία των μεταρρυθμίσεων:
 Αναφορικά με το σχέδιο του Ποινικού Κώδικα επισημαίνονται τα εξής:

 Βασικός στόχος του σχεδίου ΠΚ είναι η ριζική αναμόρφωση – αναδιάρθρωση του συστήματος των ποινών. Πολλές από τις νέες διατάξεις του σχεδίου έχουν αναμφίβολα θετικό πρόσημο και κινούνται σε σωστή κατεύθυνση. Γενικά ο "εξορθολογισμός των ποινών" στο νέο σχέδιο και οτιδήποτε συμβάλλει στην αποσυμφόρηση των φυλακών και σε μια νέα σωφρονιστική αντίληψη η οποία αποσυνδέει τη στέρηση της ελευθερίας ως αποκλειστική ή κύρια ποινή για τα ποινικά αδικήματα, πρέπει να αναγνωρισθεί ως θετικό μέγεθος.Ειδικότερα, στο σχέδιο καταργείται η μετατροπή της φυλάκισης (έως πέντε ετών) σε χρήμα και αντικαθίσταται από τη χρηματική ποινή. Αντίθετα, η προσφορά κοινωφελούς εργασίας αποτελεί πλέον την κύρια ποινή, προκειμένου τα δικαστήρια να επιβάλλουν για κάθε κατηγορούμενο αναλογική και αποτελεσματική ποινή. Έτσι για ποινή μέχρι τρία χρόνια προβλέπεται ως ποινή η προσφορά κοινωφελούς εργασίας, ενώ από τα 3 έως 5 έτη προβλέπεται, πέραν της προσφοράς κοινωφελούς εργασίας και σύντομη φυλάκιση. Ωστόσο, για την αποτελεσματικότητα της παροχής κοινωφελούς εργασίας ως κύριας ποινής απαιτούνται, όπως είναι φανερό,υποδομές και  μεγάλος αριθμός κοινωνικών λειτουργών. Στον αντίποδα, η κατάργηση της δυνατότητας μετατροπής ποινών 3-5 ετών (για την οποία δικαιολογητικός λόγος μπορεί να είναι και το γεγονός ότι με το νέο σχέδιο πολλές κακουργηματικές πράξεις, για τις οποίες προβλέπονταν κάθειρξη μέχρι 10 ετών, γίνονται πλημμελήματα) και η υποχρεωτική έκτιση μέρους ποινής φυλάκισης αυτών, αντιστρατεύονται τη μεταρρύθμιση αυτή και γεννούν σοβαρά προβλήματα ανομοιομορφίας στην αντιμετώπιση των διαφόρων μορφών εγκλημάτων, οπισθοδρομώντας μια συνεχή τριακονταετή  τουλάχιστον νομοθετική εξελικτική πορεία, που έχει συμβάλει στο να μην υπάρχει φυλάκιση για πλημμελήματα. Αρνητικό είναι επίσης ότι δυσχεραίνεται η παροχή αναστολής σε όσους καταδικάζονται σε ποινή φυλάκισης έως τριών ετών, σε σχέση με όσα ισχύουν σήμερα. Τέλος,αρνητικό είναι και το γεγονός ότι παράλληλα με την μείωση των ποινών, δεν αναπροσαρμόζονται αναλόγως τα όρια της υφ’ όρων απόλυσης, ώστε να εξασφαλίζονται οι σκοποί γενικής και ειδικής πρόληψης των εγκλημάτων και η ποινή που επιβάλλεται να εκτίεται ουσιαστικά.
Ειδικότερες παρατηρήσεις:
Με το ν.σχΠ.Κ. στο άρθρο 13 (ε) παραμένει η κατ΄επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος και καταργείται η κατά συνήθεια τέλεση της πράξης, ως είχε στον Π.Κ. μέχρι σήμερα, μεταβολή η οποία είναι εσφαλμένη,διότι η ισχύουσα διάταξη δεν εμφορείται από φρονηματικά στοιχεία,αλλά περιγράφει επακριβώς ένα στοιχείο εγκληματικής προδιάθεσης υπό την έννοια της σταθερής ροπής προς τη διάπραξη συγκεκριμένου εγκλήματος.
Στο άρθρο 15 ν.σχ.ΠΚ (έγκλημα που τελείται με παράλειψη) με το δεύτερο εδάφιο διευκρινίζονται οι πηγές της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης, αλλά κατά τρόπο ασαφή όσον αφορά τον νόμο, αν δεν προστεθεί η διατύπωση «από ειδικό και επιτακτικό νόμο».Διαφορετικά η διεύρυνση των δια παραλείψεως τελουμένων αδικημάτων θα εξακολουθήσει να γίνεται με επίκληση διαφόρων γενικών ερμηνευτικών ή ενδοτικού δικαίου γενικής φύσης διατάξεων του Αστικού Κώδικα και ουσιαστικά κάθε γενικά αντισυμβατική συμπεριφορά θα χαρακτηρίζεται αξιόποινη εκ του αποτελέσματος.
Με το άρθρο 18 ν.σχ.ΠΚ: Καταργούνται τα πταίσματα και δεν προβλέπονται πλέον ως αξιόποινες πράξεις. Η αποποινικοποίηση μικροπαραβάσεων κατ’ ουσίαν διοικητικών είναι αναμφίβολα θετική εξέλιξη. Αποκτά όμως εισπρακτικό χαρακτήρα και συνοδεύεται με κατάργηση της έννομης και δικαστικής προστασίας των πολιτών, οι οποίοι μετά την μετατροπή του νομικού χαρακτήρα της παράβασής τους σε διοικητική παράβαση στερούνται της δυνατότητας αυτοπρόσωπης και ανέξοδης εμφάνισης ενώπιον του φυσικού τους δικαστή, προκειμένου να υπερασπίσουν τον εαυτό τους από την παράβαση που τους αποδίδεται.Πρέπει να υπάρξει πρόβλεψη για δυνατότητα προσφυγής στη δικαστική προστασία ενώπιον Πταισματοδικείου και όχι Διοικητικού Δικαστηρίου.Το θέμα της δικαιοδοσίας,έχουμε τη γνώμη ότι, μπορεί να ρυθμιστεί νομοθετικά. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελούν οι διαφορές που αφορούν ευθύνη του κράτους από αυτοκινητιστικό ατύχημα προκαλούμενο από κρατικά όργανα, οι οποίες δικάζονταν από τα διοικητικά δικαστήρια και το άρθρο 48 παρ. 1 του Ν. 3900/2010 υπήγαγε τις σχετικές διαφορές στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων από τις 17 Μαρτίου 2011: βλ.άρθρο 1 παρ. 2 στοιχείο η΄ του Ν. 1406/1983.Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση ο χαρακτηρισμός ορισμένης διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοικητικής εξαρτάται από τον αντίστοιχο χαρακτηρισμό των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που ρυθμίζουν την επίδικη έννομη σχέση, ως κανόνων ιδιωτικού ή διοικητικού δικαίου (βλ.πχ.πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής,πρωτόκολλα αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος,διαφορές κατά τη διοικητική εκτέλεση,διαφορές από την πρόσληψη και υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του Δημοσίου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου,διαφορές από την επιβολή κυρώσεων στο πλαίσιο του αθλητισμού, έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του Δημοσίου). Οι εκτελούντες μέχρι την ψήφιση των Κωδίκων, χρέη Πταισματοδίκη,θεωρούμε ότι δεν πρέπει να μετακινηθούν , αλλά να παραμείνουν στις θέσεις τους και, εν όψει της νομικής τους κατάρτισης και της πολύχρονης εμπειρίας τους στο εν λόγω αντικείμενο, να διενεργούν, ως πταισματοδίκες- προανακριτές, προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση ύστερα από παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Προς το σκοπό αυτό  προτείνουμε  όπως   το υπάρχον δυναμικό των πταισματοδικών  αξιοποιηθεί κατ΄αρχήν για την   καλύτερη και ταχύτερη διενέργεια των προανακριτικών πράξεων ,εν όψει της νομικής τους κατάρτισης και της πολύχρονης εμπειρίας τους στο εν λόγω αντικείμενο, πλην όμως  φρονούμε ότι πρέπει να προσδιορίζονται ως  « πταισματοδίκες-προανακριτές» και όχι ως « ανακριτικοί υπάλληλοι», ώστε  να οριοθετηθεί με σαφήνεια   η διάκρισή τους από τους λοιπούς  ανακριτικούς υπαλλήλους.   
Με το άρθρο 31 ν.σχ.ΠΚ (νομική πλάνη),προστίθεται για τη στοιχειοθέτησή της η αξίωση «καταβολής κάθε δυνατής για αυτόν και οφειλόμενης από τις περιστάσεις επιμέλειας (συγγνωστή νομική πλάνη)», προκειμένου να καταγνωστεί συγγνωστή ηθική πλάνη στο πρόσωπο του δράστη ως λόγος άρσης του καταλογισμού.Πρόκειται για μια αόριστη διάταξη, η οποία ουσιαστικά δυσχεραίνει την προβολή του ισχυρισμού.
Με το ν.σχ.ΠΚ προτείνεται η ολοσχερής κατάργηση της απρόσφορης απόπειρας,ήτοι του άρθρου 43 ΠΚ. Η κατάργηση του άρθρου 43 ΠΚ,είναι εσφαλμένη διότι οι ποινικοί κανόνες δεν προστατεύουν μόνο αυτά καθ’ εαυτά τα έννομα αγαθά, αλλά η έκταση της προστασίας που παρέχεται από αυτούς περιλαμβάνει και έναν «ζωτικό χώρο» που τα περιβάλλει ,ο οποίος είναι μια ζώνη ασφάλειας, μέσα στην οποία το έννομο αγαθό διατελεί σε μια ειρηνευμένη κατάσταση και έτσι μπορεί να διαφυλάσσει την ύπαρξη και την κίνησή του μέσα στον κοινωνικό χώρο. Η απόπειρα προσβάλει αυτήν ακριβώς την ειρηνική κατάσταση του εννόμου αγαθού, καθώς με την εντύπωση που παρέχει η πράξη του δράστη της απόπειρας, «τιτρώσκεται» η ασφάλεια ενός συγκεκριμένου εννόμου αγαθού και δημιουργείται  εγκληματική εντύπωση στο κοινωνικό σύνολο.

Με το άρθρο 46 παρ. 2 ν.σχ.ΠΚ  μειώνεται στο μισό η ποινή του προβοκάτορα ηθικού αυτουργού αντί ολόκληρης που προβλέπεται,ενώ με το άρθρο 47 νΠΚ υποβιβάζεται και η ποινική ευθύνη του άμεσου συνεργού, η οποία προβλέπεται κατ’ αρχήν μειωμένη (όπως του απλού συνεργού) και δυνητικά μπορεί να επιβληθεί στο ύψος της ποινής του αυτουργού.Και οι δύο τροποποιήσεις ανατρέπουν την μέχρι τώρα φιλοσοφία της αντιμετώπισης πολυπρόσωπων αδικημάτων και γεννούν σοβαρά ερωτηματικά.
Με το ν.σχ.ΠΚ καταργείται ολικά ο θεσμός της δικαστικής απέλασης (άρθρο 74 ΠΚ). Η δικαστική απέλαση υπήρξε τεράστιας σημασίας διάταξη για την τήρηση της έννομης τάξης εντός της Ελληνικής επικράτειας. Η κατάργησή της εγείρει ερωτήματα.
Με το άρθρο 79 παρ. 7  του ν.σχ.ΠΚ προβλέπεται ότι  «η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία». Η πρόβλεψη αυτή είναι προβληματική ,καθόσον μπορεί να οδηγήσει σε αναίρεση πολλών αποφάσεων χωρίς σοβαρό λόγο.Πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να απαιτείται ειδική αιτιολογία μόνο όταν τα στοιχεία που πρέπει να εκτιμηθούν είναι διαφορετικά από εκείνα που μνημονεύονται στο σκεπτικό της απόφασης για την κήρυξη της ενοχής ή εισφέρονται το πρώτον μετά την κήρυξη της ενοχής.

 Με το ν.σχ.ΠΚ εξαλείφεται το άρθρο 81Α ΠΚ που είχε εισαχθεί με τον νόμο 4285/2014 και αφορούσε στα εγκλήματα μίσους, δηλαδή το ρατσιστικό έγκλημα.Η εξάλειψή του είναι εσφαλμένη.Σύμφωνα με το ισχύον άρθρο 81Α ΠΚ, το ρατσιστικό κίνητρο (δηλαδή αν αποδειχθεί ότι το έγκλημα έγινε βάσει των χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου) επιβαρύνει τις ποινές.  Η μόνη φάση όπου προβλέπεται ο συνυπολογισμός της ρατσιστικής φύσης του εγκλήματος είναι στην επιμέτρηση ποινής, δηλαδή στο άρθρο 79 παρ. 5 του νέου σχ.ΠΚ, το οποίο αφορά στο τέλος της δίκης, όπου το ρατσιστικό κίνητρο είναι απλά επιβαρυντικό για την ποινή. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι τα θύματα ρατσιστικών εγκλημάτων, οι ανακριτικές και εισαγγελικές αρχές, δεν θα μπορούν να διεκδικήσουν την ειδική διερεύνηση ρατσιστικού κινήτρου πριν και κατά τη διάρκεια της δίκης.
Στο άρθρο 82 του ν.σχ.ΠΚ θα πρέπει να προβλεφθεί και συνυπολογισμός του χρόνου κράτησης στα πλαίσια εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και στα πλαίσια διαδικασίας έκδοσης,όπως έχει νομολογηθεί.

Με το  άρθρο 84 παρ. 3 του ν.σχ.ΠΚ προβλέπεται ως ελαφρυντική περίπτωση και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου.Η αναγνώριση ελαφρυντικών για στοιχεία που δεν έχουν σχέση με την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, αλλά είναι της αποκλειστικής ευθύνης της Πολιτείας(υπέρβαση εύλογων χρονικών ορίων δίκης),είναι εσφαλμένη.

Με το ν.σχ.ΠΚ αδικαιολόγητα προτείνεται η κατάργηση του άρθρου 88 του ΠΚ(υποτροπή).
Με το άρθρο 94 ν.σχ.Π.Κ. (συνολική ποινή σε περίπτωση στερητικών της ελευθερίας ποινών),η ποινή για τις πολλαπλές ανθρωποκτονίες εξ αμελείας μειώνεται από τα 10 χρόνια στα 5 χρόνια.Ειδικότερα στην παρ.2 ορίζεται ότι αν τα εγκλήματα που συρρέουν τελέστηκαν με μία πράξη, το δικαστήριο επαυξάνει ελεύθερα τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, αλλά όχι πέρα από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής.Απαλείφεται δηλαδή το εδ.β της παρ.2,όπως είχε προστεθεί με το άρθρο 23 του Ν.3346/2005.Η απάλειψη αυτή είναι εσφαλμένη,διότι δεν εξέλιπαν οι λόγοι για την πρόσθεση του εδ.β στην παρ.2.
Στο άρθρο 105Β του ν.σχ.ΠΚ,σε περίπτωση που ψηφιστούν οι διατάξεις περί μείωσης των ποινών, πρέπει το ελάχιστο όριο της εκτιθείσας ποινής για την υφ’ όρον απόλυση (περ. α’ και β’) να αυξηθεί.

Με το άρθρο 106 παρ.3 του ν.σχ.ΠΚ εισάγεται ως θεσμοθετημένη πια, στον πυρήνα της νομοθεσίας,η ανάθεση της επιτήρησης των αποφυλακιζόμενων και σε ιδιωτικές εταιρίες.Εγείρονται ερωτήματα.
Στο άρθρο 187 ν.σχ.ΠΚ , προβλέπεται ο υποβιβασμός της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης σε επιβαρυντική περίσταση της ένταξης σε αυτήν. Το γεγονός ότι η διευθυντική δράση αποτελεί, σύμφωνα με το Σχέδιο, επιβαρυντική περίσταση, στα ίδια, όμως, πλαίσια ποινής, δεν ανταποκρίνεται στην διαφορά απαξίας της συμπεριφοράς και είναι εσφαλμένη, έρχεται δε σε αντίθεση με τα ΠΚ 170,174 και 189,στα οποία διατηρείται η έννοια του υποκινητή,μάλιστα στην περίπτωση του 189 αξιώνεται ουσιαστικά από τις δικαστικές και ανακριτικές αρχές να αναζητήσουν εκείνους που έχουν καθοδηγητικό ρόλο για να τους επιβάλουν μεγαλύτερες ποινές.Επίσης στον ισχύοντα ΠΚ παρ. 1: […] με τρόπο ή σε έκταση ή υπό συνθήκες που είναι δυνατό να βλάψουν σοβαρά μια χώρα ή έναν διεθνή οργανισμό και με σκοπό να εκφοβίσει σοβαρά έναν πληθυσμό ή να εξαναγκάσει παρανόμως δημόσια αρχή ή διεθνή οργανισμό να εκτελέσει οποιαδήποτε πράξη ή να απόσχει από αυτήν ή να βλάψει σοβαρά ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές, οικονομικές δομές μιας χώρας ή ενός διεθνούς οργανισμού […].Ενώ στον ν.σχ. ΠΚ παρ. 1: […] υπό συνθήκες ή με τέτοιο τρόπο ή σε τέτοια έκταση που να προκαλεί σοβαρό κίνδυνο για τη χώρα ή για διεθνή οργανισμό και με σκοπό να εκφοβίσει σοβαρά τις νόμιμες αρχές τους ή ένα πληθυσμό ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις πολιτικές ή οικονομικές δομές της χώρας, άλλης χώρας ή διεθνούς οργανισμού […].Η διατύπωση «εκφοβισμού των νόμιμων αρχών»,είναι, κατά την άποψή μας, ασαφής.
Με το άρθρο 187Α παρ. 6 του ν.σχ.ΠΚ: Όποιος δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου απειλεί με τέλεση τρομοκρατικής πράξης ή προκαλεί ή διεγείρει σε διάπραξή της και έτσι εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη. Η παράγραφος 6 του 187Α στον  ν.σχ.ΠΚ,είναι προβληματική,καθόσον περιλαμβάνει μια γενικόλογη διάταξη που ποινικοποιεί το φρόνημα και τον δημόσιο λόγο,κυρίως μέσω του του διαδικτύου.Μάλιστα το 2017 είχε γίνει απόπειρα να εισαχθεί  τροποποίηση του 187Α με παρόμοια διατύπωση, ως τροπολογία σε άσχετο με το αντικείμενο νομοσχέδιο και αποσύρθηκε λόγω των έντονων αντιδράσεων.
Με τo άρθρο 187Β του ν.σχ.ΠΚ, έχουμε εισαγωγή νέων αδικημάτων, όπως αυτά της «στρατολόγησης μελών και της δημόσιας ή μέσω διαδικτύου απειλής τέλεσης τρομοκρατικών πράξεων ή διέγερσης διάπραξης αυτών», την αυστηροποίηση της ποινής - παρά τη γενική φιλοσοφία του νέου Κώδικα για μείωση των ποινών - για το αδίκημα της διατάραξης της κοινής ειρήνης, από 2 σε 3 έτη φυλάκισης και την εισαγωγή νέου σχετικού αδικήματος για όποιον «εμποδίζει αυθαίρετα ή διαταράσσει σοβαρά μια νόμιμη συλλογική εκδήλωση με σκοπό τη ματαίωσή της». Από την άλλη προβληματίζει για ποιο λόγο η συγκρότηση συμμορίας με σκοπό την τέλεση εκρήξεων χωρίς κίνδυνο ανθρώπου (π.χ. για τοποθέτηση βομβών σε κτήρια) δεν συνιστά εγκληματική οργάνωση.Εγείρονται ερωτήματα.
Στο άρθρο 189 ν.σχ.ΠΚ προστίθεται  παράγραφος 4 «όποιος, χωρίς να διαταράσσει την κοινή ειρήνη, εμποδίζει αυθαίρετα ή διαταράσσει σοβαρά μια νόμιμη συλλογική εκδήλωση με σκοπό τη ματαίωσή της, τιμωρείται με φυλάκιση  έως δύο έτη ή χρηματική ποινή»,στην οποία ουσιαστικά ποινικοποιείται η συγκέντρωση διαμαρτυρίας και η διοργάνωση αντισυγκεντρώσεων. Εγείρονται ερωτήματα.
Με το ν.σχ.ΠΚ τροποποιείται το άρθρο 191 ΠΚ (διασπορά ψευδών ειδήσεων) και όποιος διασπείρει ψευδείς ειδήσεις που μπορεί να ταράξουν τη δημόσια πίστη δεν τιμωρείται. Έτσι υπάρχει κίνδυνος να διασπείρονται ψευδείς ειδήσεις λ.χ. για τα πολιτειακά όργανα, τους αρχηγούς των κομμάτων, το κοινοβούλιο, τη δικαιοσύνη, την αστυνομία, το εθνικό σύστημα υγείας  χωρίς να υπάρχει πρόβλεψη τιμωρίας.Η απουσία διάταξης για την τιμωρία της ενσυνείδητης παραπληροφόρησης μπορεί να συμβάλει στην ανεξέλεγκτη επέλαση όσων από την Ελλάδα ή το εξωτερικό παράγουν ψευδείς ειδήσεις. Όταν μάλιστα η συγκροτημένη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ομάδα Ειδικών Υψηλού Επιπέδου στην από Μαρτίου 2018 αναφορά της για τη διαδικτυακή παραπληροφόρηση, δίνει έμφαση στην προστασία των δημοκρατικών θεσμών και την αποφυγή της δημόσιας βλάβης (public harm), οποιαδήποτε αντίθετη κατεύθυνση του Έλληνα νομοθέτη μπορεί να αποβεί αφενός ευρωπαϊκά ανακόλουθη, αφετέρου εθνικά  υπονομευτική των δημόσιων λειτουργιών. Εγείρονται ερωτήματα.
Με το άρθρο 263 Α ν.σχ.ΠΚ ως Δημόσιο νοείται πλέον ο στενός δημόσιος τομέας, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης και οι Περιφέρειες. Αυτό σημαίνει ότι βγαίνουν εκτός των επιβαρυντικών διατάξεων που προέβλεπαν ποινές έως και ισόβιας κάθειρξης  οι Τράπεζες και τα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (ανεξάρτητα αν λαμβάνουν επιχορήγηση από το Κράτος). Επαναφέρεται «από την πίσω πόρτα» η κατάργηση του εδαφίου Δ του άρθρου 263 Α ΠΚ , το οποίο προβλέπει επιβαρυντικές ποινές και για τα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου που χρηματοδοτούνται με δημόσιο χρήμα  όταν οι πράξεις τους στρέφονται κατά του Δημοσίου.Όταν  επιχειρήθηκε να καταργηθεί με το Νόμο 4254/2014 είχε προκληθεί πλήθος αντιδράσεων, με αποτέλεσμα να επανέλθει το επίμαχο εδάφιο  με άλλο νόμο λίγες ημέρες αργότερα. Πρέπει να συμπεριληφθούν και τα ΝΠΙΔ που επιχορηγούνται από το Κράτος.
Με το άρθρο 265 ν.σχ.ΠΚ(εμπρησμός),τόσο ο εμπρησμός όσο και ο εμπρησμός σε δάση με το ν.σχ.ΠΚ τιμωρούνται ηπιότερα σε σχέση με τις ισχύουσες ρυθμίσεις, ενώ αλλάζει και η νομική φύση των βασικών πράξεων επί το αυστηρότερο, δηλαδή για τη στοιχειοθέτησή τους τίθενται αυστηρότερα κριτήρια και προϋποθέσεις.Η τροποποίηση αυτή είναι εσφαλμένη,λόγω του συχνού φαινομένου του εμπρησμού δασών και της καταπάτησης δασικών εκτάσεων.
Με το άρθρο 272 ν.σχ.ΠΚ(εκρηκτικά),προβλέπεται η μετατροπή της κατασκευής και κατοχής εκρηκτικών (και μολότοφ) από κακούργημα με ποινή έως 20 χρόνια σε πλημμέλημα με ποινή τουλάχιστον 3 χρόνια.Η πρόβλεψη αυτή είναι εσφαλμένη,λόγω της σοβαρής απαξίας του ανωτέρω εγκλήματος.
Με το ν.σχ.ΠΚ τροποποιείται το άρθρο 336 ΠΚ(βιασμός) και αφαιρείται από την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος η απειλή σπουδαίου η άμεσου κινδύνου και αντικαθίσταται από την απειλή σοβαρού ή άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας. Η τροποποίηση αυτή είναι εσφαλμένη,καθόσον καθιστά μη αξιόποινη τη συμπεριφορά κάποιου, που π.χ. απειλεί μια γυναίκα με δημοσίευση ιδιωτικών φωτογραφικών στιγμιοτύπων, εάν δεν ενδώσει στην ανοχή γενετήσιας πράξεως μαζί της, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Οι αλλαγές φαίνεται να βαίνουν προς το αναχρονιστικότερο και έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 13(δ) του ΠΚ,όπου σωματική βία συνιστά και η περιαγωγή κάποιου σε κατάσταση αναισθησίας ή ανικανότητας για αντίσταση με υπνωτικά ή ναρκωτικά ή άλλα ανάλογα μέσα. Ένα εξίσου τρωτό σημείο της διατάξεως περί βιασμού είναι και η έλλειψη του όρου «συναίνεση». Η έλλειψη της συναίνεσης συνιστά στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος.Ο βιασμός δεν πραγματώνεται μόνον με «σωματική βία, απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας», όπως επαναλαμβάνεται τόσο στην παλαιά όσο και την νέα διάταξη του άρθρου 336 Π.Κ., αλλά, σε κάθε περίπτωση, όταν ελλείπει η συναίνεση του θύματος. Αυτό άλλωστε προβλέπει και το άρθρο 36 της Σύμβασης της Κων/πολης, την οποία έχει κυρώσει το ελληνικό κράτος. 
Στο άρθρο 366 του ΠΚ πρέπει να περιληφθεί διάταξη αντίστοιχη με αυτήν που σήμερα προβλέπεται στο άρθρο 366 παρ. 2 ΠΚ, μετά την τροποποίησή του με το ν. 4596/2019 για ανταπόδειξη.
Με το ν.σχ.ΠΚ,τροποποιείται το άρθρο  370Α ΠΚ (παραβίαση του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας και της προφορικής συνομιλίας) και χαλαρώνουν οι ποινές του ως άνω εγκλήματος.Η τροποποίηση αυτή είναι εσφαλμένη σε μία περίοδο ραγδαίας τεχνολογικής εξέλιξης και έντονης επιρροής των μέσων κοινωνικών δικτύωσης, ιδίως μεταξύ των εφήβων, και με αυξανόμενα τα κρούσματα απειλών και εκβιασμών διακίνησης προσωπικών δεδομένων.
Με το ν.σχ.ΠΚ εσφαλμένα προβλέπεται  η μετατροπή της κλοπής και της υπεξαίρεσης (στη βασική τους μορφή, άρθρα 372 και 375 παρ.1 νέου ΠΚ) ως κατ΄ έγκληση διωκόμενων εγκλημάτων (νέο άρθρο 381 παρ.1 ΠΚ). Eπίσης, εσφαλμένη είναι η μετατροπή (στο νέο ΠΚ) ως κατ΄ έγκληση διωκόμενων εγκλημάτων  της απιστίας (σε όλες τις μορφές και τις κακουργηματικές, άρθρα 390§1,2 ΠΚ), της απάτης (στα άρθρα 386 §1 και 386 Α ΠΚ και στην κακουργηματική μορφή της κατά ιδιώτη, αυτεπαγγέλτως πλέον μόνο η κακουργηματική μορφή της απάτης εις βάρος του Δημοσίου στο άρθρο 386 παρ.2 ΠΚ) και της κλεπταποδοχής (άρθρο 394 ΠΚ),  με το νέο άρθρο 405 §1 ΠΚ. Επίσης εσφαλμένα με το άρθρο 314 καταργείται η αυτεπάγγελτη δίωξη στα τροχαία.

Η κατάργηση με το ν.σχ.ΠΚ της κατ’ επάγγελμα τέλεσης της κλοπής(374), πλαστογραφίας(216), απάτης(386), τοκογλυφίας(404), δωροληψίας υπαλλήλου (235) και δωροδοκίας(236) και η μετατροπή τους σε πλημμελήματα,είναι εσφαλμένη,διότι  ανεξάρτητα από το ότι στις περιπτώσεις αυτές προβλέπεται η έκτιση των ποινών,θα οδηγήσει σε αθρόα παραγραφή εκκρεμών κακουργημάτων και θα  αυξήσει κατά πολύ την αρμοδιότητα του Πλημμελειοδικείου σε ένα αντικείμενο που ανήκε παραδοσιακά στην ύλη του Εφετείου.Να σημειωθεί ότι ναι μεν στην πλειονότητα των περιπτώσεων το  αδίκημα της  δωροδοκίας συνοδεύεται και από αυτό του ξεπλύματος και άρα η τιμωρία είναι δεδομένη,πλην όμως και η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα αντιμετωπίζεται πλέον επιεικέστερα.

Με το ν.σχ.ΠΚ καταργείται αδικαιολόγητα η κατάχρηση πληρεξουσιότητας(άρθρο 151 ισχύοντος ΠΚ),η φθορά ψηφιακών δεδομένων (άρθρο 381Α ισχύοντος ΠΚ),η χρεοκοπία (άρθρο 398 ισχύοντος Π.Κ.),η παρακώλυση της άσκησης δικαιώματος (άρθρο 399 ισχύοντος Π.Κ.),η παράνομη αλιεία σε χωρικά ύδατα από αλλοδαπό(άρθρο 401 ισχύοντος Π.Κ.)

Η τροποποίηση των προβλεπόμενων ποινών σε ειδικούς ποινικούς νόμους (ν.σχ.ΠΚ 463), π.χ. όπου απειλείται κάθειρξη έως δέκα ετών, αυτή μετατρέπεται σε φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή, δίχως να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, η βαρύτητα κλπ. κάθε εγκλήματος,είναι αδικαιολόγητη,   απαιτείται δε ειδική αντιμετώπιση για καθένα εξ αυτών(υποκλοπές,χειραγώγηση μετόχων,φοροδιαφυγή,πλαστά/εικονικά τιμολόγια,τυχερά παίγνια,ρύπανση περιβάλλοντος,αρχαιότητες).

Τέλος, η κατάργηση του Ν.1608/50 για τους καταχραστές του Δημοσίου αξιολογείται θετικά, δεδομένου ότι ο ανωτέρω νόμος επέβαλε υπερβολικά αυστηρές ποινές και προκαλούσε συχνά αδικίες. Επίσης ορθά ενσωματώθηκε σε διάφορα περιουσιακά εγκλήματα (διακεκριμένη κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη και απιστία) πρόσθετη παράγραφος σύμφωνα με την οποία αν το έγκλημα στρέφεται κατά του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η αξία του αντικειμένου υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες.Θα πρέπει,όμως,να συνδυασθεί με την τροποποίηση του άρθρο 105Β του ν.σχ.ΠΚ,ώστε το ελάχιστο όριο της εκτιθείσας ποινής για την υφ’ όρον απόλυση (περ. α’ και β’) να αυξηθεί.Επίσης θα πρέπει να συμπεριληφθούν και τα ΝΠΙΔ που επιχορηγούνται από το Κράτος(άρθρο 263Α του ν.σχ.ΠΚ).
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Αναφορικά με το νέο σχέδιο του  Κώδικα Ποινικής Δικονομίας επισημαίνονται τα εξής:
Υπό τις υφιστάμενες συνθήκες, καθίσταται αδύνατη η  αποτελεσματική εφαρμογή των νέων, θετικών, θεσμών εξωδικαστικής διευθέτησης των ποινικών διαφορών, αλλά και η προσήκουσα εποπτεία εκτέλεσης της νεοσύστατης (ως κύριας ποινής) παροχής κοινωφελούς εργασίας,  χωρίς την παράλληλη ενίσχυση των υλικών υποδομών, αλλά και του ανθρωπίνου δυναμικού της Εισαγγελίας. Επιπλέον είναι αμφίβολο εάν οι καταχραστές, φοροφυγάδες, λαθρέμποροι, κλπ., μέσα από την πίεση των διαδικασιών συνδιαλλαγής διαπραγμάτευσης, αποχής, κλπ θα βρουν χρήματα και θα πληρώσουν ώστε να αποφύγουν την φυλάκιση,ενόψει της οικονομικής κρίσης.Επίσης, η υποβάθμιση των μονομελών συνθέσεων αναγνωρίζεται ως αρνητικό μέγεθος. Και στην προηγούμενη νομοπαρασκευαστική Επιτροπή του ΚΠΔ υπήρχαν επιφυλάξεις γενικότερα για τον τρόπο λειτουργίας των μονομελών συνθέσεων, όχι μόνο επί κακουργημάτων, αλλά και επί σοβαρών πλημμελημάτων. Είχε παρατηρηθεί ότι η ανωτέρω τολμηρή και παρακινδυνευμένη ρύθμιση, θα φαινόταν, με την πάροδο του χρόνου, αν εξυπηρετεί πραγματικά την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.Σήμερα φαίνεται ότι τελικά ο θεσμός του Μονομελούς Εφετείου πέτυχε και ως εκ τούτου, εσφαλμένως υποβαθμίζεται με το προτεινόμενο σχέδιο του νέου ΚΠΔ.
Ειδικότερες παρατηρήσεις:
Άρθρο 15 ν.σχ.ΚΠΔ: Η απαλοιφή της φράσης «ο τρόπος γενικά που διευθύνεται η διαδικασία ή υποβάλλονται ερωτήσεις στους μάρτυρες και τους κατηγορουμένους δεν μπορεί μόνος του να θεμελιώσει αυτό το λόγο για εξαίρεση» (άρθρο 15 παρ. 2 του ισχύοντος) είναι εσφαλμένη.Υπάρχει κίνδυνος κατάχρησης της διάταξης για λόγους στρεψοδικίας.
Άρθρο 31 ΚΠΔ:Διατηρείται η αρμοδιότητα των πταισματοδικών ως γενικών ανακριτικών υπαλλήλων, αλλά οι πταισματοδίκες πρέπει να προσδιορίζονται ως  « πταισματοδίκες-προανακριτές» και όχι ως « ανακριτικοί υπάλληλοι», ώστε  να οριοθετηθεί με σαφήνεια   η διάκρισή τους από τους λοιπούς  ανακριτικούς υπαλλήλους.   
Άρθρο 51 ν.σχ.ΚΠΔ:Καταργείται εσφαλμένα το παράβολο για υποβολή έγκλησης,που αποτρέπει σε μεγάλο βαθμό την υποβολή προφανώς αβάσιμων εγκλήσεων.Πρέπει να υπάρξει  δυνατότητα απαλλαγής στους άπορους. Πρέπει,επίσης να διευκρινισθεί  ότι επί μηνύσεως (αυτεπαγγέλτως διωκόμενου εγκλήματος) δεν απαιτείται παράβολο.
Άρθρο 70 ν.σχ.ΚΠΔ: Καταργείται εσφαλμένα η εκ μέρους του Εισαγγελέα υποχρέωση άσκησης πολιτικής αγωγής για ψυχασθενείς και αδύναμους,διότι εκλείπει μία μορφή έννομης προστασίας αναξιοπαθούντων.
Άρθρα 109 – 126 ν.σχ.ΚΠΔ Αρμοδιότητες:.Συρρικνώνονται οι αρμοδιότητες των Μονομελών Εφετείων Κακουργημάτων, αφού περιορίζονται στα κακουργήματα για τα οποία έχει συνταχθεί πρακτικό συνδιαλλαγής ή διαπραγμάτευσης, δηλαδή σε τελειωμένες αποφάσεις. Επαναμεταβιβάζεται στα Τριμελή η λοιπή ύλη που είχε υπαχθεί στα Μονομελή από την θέσπισή τους.Προβληματικές (και αντιφατικές σε σχέση  με την πρόταση για  Εισηγητή Δικαστή) διατάξεις. Πρέπει να παραμείνει η υλική αρμοδιότητα του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων όπως είναι σήμερα, αν όχι να διευρυνθεί (λαμβανομένης υπόψη της πλημμεληματοποίησης πολλών κακουργημάτων της αρμοδιότητάς του).Η νέα διάταξη,όχι μόνο δεν θα προσφέρει τίποτε, αλλά αντίθετα θα δημιουργήσει υπερβολικά μεγάλο φόρτο στα Τριμελή Εφετεία Κακουργημάτων, με δυσμενέστατα αποτελέσματα σε σχέση με την ταχύτητα και αποτελεσματικότητα της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης.Ο θεσμός του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων είναι απολύτως επιτυχής.Επίσης η μεταφορά ήσσονος σημασίας πλημμελημάτων από τα Μονομελή στα Τριμελή Πλημμελειοδικεία,αντικειμενικά θα επιβαρύνει δυσανάλογα τα Τριμελή Εφετεία Πλημμελημάτων και τα Εφετεία θα επιβαρυνθούν υπερβολικά δικάζοντας κατ’έφεση χιλιάδες νέες υποθέσεις,την ώρα που είχε επιτευχθεί η σημαντική μείωση των πλημμελημάτων που κατ’έφεση δικάζονται από τα Εφετεία,ώστε το δικαστικό δυναμικό των Εφετείων να δικάζει τα βαρύτερα κακουργήματα. Πρέπει να παραμείνει η υλική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ως έχει.
Άρθρο 164 παρ.2 ν.σχ.ΚΠΔ:Θεσπίζεται αδικαιολόγητα η απειλή ποινικής κύρωσης για όποιον αρνείται να υπογράψει την παραλαβή επιδιδομένου εγγράφου.
Άρθρο 200Α  ΚΠΔ (Ανάλυση DNA) :Είναι αναγκαίο να τροποποιηθεί η διάταξη και να καθιερωθούν οι απαιτούμενες δικαστικές και υπερασπιστικές εγγυήσεις και να απαγορευθεί η λήψη D.N.A. στις διωκτικές αρχές ακόμα και στα αυτόφωρα αδικήματα, λαμβανομένης υπόψη της υπ’ αριθμ. 418/2018 γνωμοδότησης του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου.Επίσης είναι ανάγκη να διατυπωθεί αποδεικτική οριοθέτηση της ταυτοποίησης D.N.A., αφού η ανίχνευσή του στο πειστήριο αντικείμενο δεν αποδεικνύει τίποτε άλλο, παρά τη σχέση του με το φορέα του D.N.A., αλλά όχι το χρόνο και τις συνθήκες/ περιστάσεις εναπόθεσής του (δευτερογενής μεταφορά μέσω προσώπου ή άλλου πράγματος) ώστε να απαγορευθεί με ρητή διάταξη η ενοχοποίηση και καταδίκη κατηγορουμένου, με μόνο αποδεικτικό στοιχείο την ταυτοποίηση D.N.A. του σε πειστήριο αντικείμενο.Διότι μόνη  η ταυτοποίηση του γενετικού υλικού κατηγορουμένου σε πειστήριο αντικείμενο ή πρόσωπο,δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του.
Άρθρο 261 ν.σχ.ΚΠΔ(Δέσμευση περιουσιακών στοιχείων). Η διάταξη επιτρέπει ρητά την δυνατότητα κατάσχεσης ή δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων ακόμα και προσώπου που δεν είναι κατηγορούμενος («τρίτου»). Είναι αμφιλεγόμενη διάταξη που δεν αιτιολογείται επαρκώς και επεκτείνεται σε βάρος προσώπων που δεν είναι σε θέση να υπερασπισθούν τον εαυτό τους.Προβλέπεται μάλιστα η δυνατότητα στην παρ.1 να επιβάλλεται η δέσμευση χωρίς καν την προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου ή του τρίτου.Πρόκειται για διάταξη, η οποία δημιουργεί τετελεσμένα χωρίς το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης εκείνων των οποίων αφορά και παντελώς απαράδεκτη όταν γίνεται εναντίον τρίτου, έστω και με τις προϋποθέσεις των ενδείξεων καταδολιευτικής αποδοχής περιουσιακού στοιχείου, χωρίς αυτός να έχει κληθεί ούτε καν σε παροχή εγγράφων εξηγήσεων.Αντιφάσκει και στην πανηγυρική διατύπωση του τεκμηρίου αθωότητας.
Άρθρο 262 του ν.σχ.ΚΠΔ(προσφυγή κατά της δέσμευσης).Προβλέπεται διαδικασία προσφυγής εντός 20 ημερών εκ μέρους του καθ’ ου στο αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ή Εφετών, ενώ προβλέπεται επίσης ότι η δέσμευση αυτή αίρεται αυτοδικαίως αν δεν εκδοθεί οριστική απόφαση από Ποινικό Δικαστήριο σε α΄ βαθμό εντός 5 ετών από την έκδοση της σχετικής διάταξης.Μπορεί δηλαδή η περιουσία του «τρίτου» να παραμείνει δεσμευμένη για πέντε χρόνια τουλάχιστον,ενώ δεν προβλέπεται αποζημίωση σε περίπτωση έλλειψης υπαιτιότητας του καθ ού η δέσμευση (κατηγορούμενου η τρίτου).Προβληματική διάταξη.
Άρθρο 274 ΚΠΔ(Έρευνα των μέσων της υπεράσπισης).Παραμένει διατυπωμένο όπως ήταν πριν και πρέπει να συμπληρωθεί ,ώστε να περιλαμβάνει τη γνωστοποίηση του δικαιώματος σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης, τη γνωστοποίηση των υπολοίπων δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και το βάρος απόδειξης της κατηγορούσας αρχής.
Άρθρα 301 – 304 ν.σχ.ΚΠΔ : Ποινική συνδιαλλαγή και Ποινική διαπραγμάτευση
Καθιερώνονται οι θεσμοί της ποινικής συνδιαλλαγής και της ποινικής διαπραγμάτευσης. Ο περιορισμός της δυνατότητας διαπραγμάτευσης σε ένα μόνο από τα συρρέοντα εγκλήματα θα λειτουργήσει ως αντικίνητρο για την υπαγωγή στο νέο θεσμό.
Επίσης απαιτείται η παράλληλη ενίσχυση των υλικών υποδομών αλλά και του ανθρωπίνου δυναμικού της Εισαγγελίας.
Άρθρο 333  ν.σχ.ΚΠΔ:Προτείνεται εσφαλμένα ο θεσμός του συνέδρου Εισηγητή στα Πολυμελή Δικαστήρια που αφορούν εκδίκαση κακουργημάτων.Δεν μπορεί να λειτουργήσει πρακτικά, ιδίως στα δικαστήρια όπου δεν υπάρχουν ειδικά ποινικά τμήματα(και για συνέδρους) και θα έχει ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση της ποινικής δίκης.Επιπλέον θα προσθέσει ακόμη μεγαλύτερο φόρτο εργασίας στους επιβαρυμένους και με πολιτικές υποθέσεις συνέδρους δικαστές.Επίσης,θα υπάρχει κίνδυνος ανισομερούς κατανομής του αριθμού των υποθέσεων στους συνέδρους-εισηγητές,λόγω των αναβολών και της διάρκειας ορισμένων υποθέσεων. Εξάλλου,σε περίπτωση αναπλήρωσης μέλους της σύνθεσης λόγω εκτάκτου κωλύματος,ασθένειας,ανωτέρας βίας κλπ.,δεν θα υπάρχει εισηγητής του αναπληρούμενου στη συγκεκριμένη υπόθεση. Επιπλέον υποβαθμίζεται η θέση του προεδρεύοντος δικαστή.Τέλος,με το ισχύον καθεστώς, κάθε σύνεδρος έχει το δικαίωμα να υποβάλει ερωτήσεις για όλες τις υποθέσεις και να συμμετέχει στη διαδικασία.
Άρθρο 351 παρ. 2 ν.σχ.ΚΠΔ:Ορίζεται,( εσφαλμένα για τους παραπάνω λόγους) και στα Τριμελή Δικαστήρια Πλημμελημάτων ότι ο διευθύνων τη συζήτηση μπορεί να αναθέσει την εξέταση μαρτύρων σε έναν από  τους  δικαστές  που  συγκροτούν  το  δικαστήριο.   
Άρθρο 374 ΚΠΔ(Αριθμός, Σειρά και Κατανομή των Υποθέσεων στο Πλημμελειοδικείο):Προβλέπεται, όπως και τώρα, ότι σε κάθε δικάσιμο προσδιορίζονται για εκδίκαση μέχρι 30 υποθέσεις αν πρόκειται για Τριμελές Πλημμελειοδικείο και μέχρι 60 αν πρόκειται για Μονομελές.Οι αριθμοί αυτοί είναι εξωπραγματικοί, με δεδομένη την εκρηκτική αύξηση της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αλλά και τη σοβαρότητα των υποθέσεων που υπάγονται στο Τριμελές και πρέπει να μειωθούν στο ήμισυ.
Άρθρα 409-416 ν.σχ.ΚΠΔ(Ποινική Διαταγή): Πρόκειται για μια προβληματική ρύθμιση, η οποία παρέχει ανατροπή του τεκμηρίου αθωότητας, παραβίαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης και ασφυκτικές προθεσμίες.
Τέλος,στο άρθρο 340 παρ. 4 και στο άρθρο 432 ΚΠΔ θα πρέπει να περιληφθεί η αντίστοιχη με το ισχύον σήμερα καθεστώς (άρθρο 340 παρ. 3) σχετικά με το ότι η εκδίκαση της υπόθεσης χωρίς την παρουσία ή την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου προϋποθέτει και ενημέρωσή του για τις συνέπειες της ερημοδικίας του.
Νικόλαος Σαλάτας, Εφέτης, γενικός γραμματέας της ΕΔΕ
Ευστάθιου Βεργώνη, Αντεισαγγελέα Εφετών, Β’ Αντιπροέδρου ΕΔΕ
Ακριβή Ερμίδου, Ειρηνοδίκης, υπεύθυνη διαχείρισης οικονομικών της ΕΔΕ
Βαρβάρα Πάπαρη, Εφέτης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε, αναφορικά με τα σχόλια που δημοσιεύονται ότι:
1) Δε θα δημοσιεύονται δυσφημιστικά και εξυβριστικά σχόλια
2) Δε θα δημοσιεύονται ΑΣΧΕΤΑ σχόλια σε ΑΣΧΕΤΕΣ αναρτήσεις
3) Δε θα δημοσιεύονται επαναλαμβανόμενα σχόλια στην ίδια ανάρτηση
4) Δε θα δημοσιεύονται σχόλια σε Greeklish


5) Σχόλια σε ενυπόγραφα άρθρα θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.
6) Σχόλια σε ενυπόγραφο σχόλιο θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.

7) ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ "ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ"