Σελίδες

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Ορισμένες σκέψεις για τον επαναπροσδιορισμό των ανακοπών του άρθρου 130 ν.5221/2025.

 


 

Γεώργιος Πλαγάκος

Εφέτης

 

Το ζήτημα του επαναπροσδιορισμού και εκδίκασης των ανακοπών κατά των διαταγών πληρωμής και των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, σύμφωνα με τα άρθρα 130 επ. ΚΠολΔ, μάλλον δεν έχει επιστημονικό βάθος, διότι πρόκειται για συγκυριακή ρύθμιση, αλλά έχει μεγάλη πρακτική αξία για τους ανακόπτοντες, οι οποίοι καταλαμβάνονται από τις νέες ρυθμίσεις, και για τη δικαστηριακή πράξη.

Σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ.1 ν.5221/2025, ανακοπές κατά της εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένων των ανακοπών κατά πινάκων κατάταξης του άρθρου 979, των ανακοπών του άρθρου 986, των ανακοπών κατά της διαταγής πληρωμής του άρθρου 632 και της παρ.2 του άρθρου 633, εκτός των ανακοπών της παρ.4 του άρθρου 954 και της παρ. 6 του άρθρου 973 ΚΠολΔ, που εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό και των οποίων η συζήτηση έχει προσδιορισθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, εισάγονται προς συζήτηση υποχρεωτικά και αποκλειστικά σύμφωνα με τα άρθρα του παρόντος Μέρους. Κατά την παρ.2 του ιδίου άρθρου, για την εισαγωγή προς συζήτηση των εκκρεμών ανακοπών κατά της εκτέλεσης, απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου η υποβολή αίτησης επαναπροσδιορισμού από τον ανακόπτοντα.

1) Κατ’ αρχάς, από τη γραμματική διατύπωση της παρ.1 του άρθρου 130 ν.5221/2025 προκύπτει αβίαστα ότι στις προς επαναπροσδιορισμό ανακοπές δεν περιλαμβάνονται, τουλάχιστο ρητά, όσες στρέφονται με το ίδιο δικόγραφο κατά της διαταγής πληρωμής και κατά της επιταγής προς εκτέλεση. Ίσως για τους νομικούς η παράλειψη ιδιαίτερης μνείας σε αυτές τις ανακοπές να μην αποτελεί πρόβλημα, διότι όταν αναφέρονται σε ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής ή κατά των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, συμπεριλαμβάνουν ως αυτονόητη υποκατηγορία και τις ανακοπές που στρέφονται τόσο κατά της διαταγής πληρωμής όσο και κατά της επιταγής. Αυτή η αυτονόητη παραδοχή δεν ισχύει, όμως, οπωσδήποτε για την εταιρία ανάπτυξης λογισμικού, που κατασκευάζει την ηλεκτρονική πλατφόρμα, μέσω της οποίας θα γίνεται ο επαναπροσδιορισμός. Δηλαδή, το ότι οι ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής και αυτές κατά της εκτέλεσης νοηματικά περιλαμβάνουν και τις ανακοπές που στρέφονται τόσο κατά της διαταγής πληρωμής όσο και κατά της επιταγής, δεν αποτελεί κοινό τόπο ούτε καν υπάρχουσα γνώση για τους τεχνικούς που θα σχεδιάζουν την πλατφόρμα. Γι’ αυτό, δεν είναι αυτονόητο ότι θα προσφέρεται η σχετική επιλογή στην ηλεκτρονική πλατφόρμα. Όταν όμως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των ανακοπτόντων κληθούν να επαναπροσδιορίσουν τις ανακοπές που ήδη άσκησαν, θα πρέπει στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, μέσω της οποίας θα γίνει ο επαναπροσδιορισμός, να είναι διαθέσιμος ως επιλογή και ο επαναπροσδιορισμός και των ανακοπών που στρέφονται κατά της διαταγής πληρωμής και της επιταγής. Αν αυτή η επιλογή εκ παραδρομής δεν διατίθεται, τότε η ορθή ερμηνεία της παραπάνω διάταξης (άρθρο 130 παρ.1 ν.5221/2025) θα είναι αναποτελεσματική έναντι της πραγματικότητας, όπως αυτή θα ενσαρκώνεται από το ελλιπές περιεχόμενο της πλατφόρμας. Αν διευκρινισθεί το πρώτον με υπουργική απόφαση κατ’ άρθρο 141 παρ.1 και 2 ν.5221/2025 ότι θα μπορούν να επιλεγούν προς επαναπροσδιορισμό και οι ανακοπές που στρέφονται με το ίδιο δικόγραφο τόσο κατά της διαταγής πληρωμής όσο και κατά της επιταγής, πιθανόν να είναι αργά και θα απαιτηθούν διορθωτικές κινήσεις. Η διαθεσιμότητα αυτής της επιλογής πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ήδη κατά τον σχεδιασμό της ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Για την πληρότητα της σκέψης πρέπει να διευκρινισθεί ότι η δυνατότητα σώρευσης ανακοπών κατά της διαταγής πληρωμής και κατά της επιταγής στο ίδιο δικόγραφο καταργήθηκε μεν για τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που άρχισαν από 1.1.2026 αλλά εκκρεμούν ακόμη τέτοιες ανακοπές που ασκήθηκαν όχι μόνο εντός του έτους 2025 αλλά και εντός του 2026 σε διαδικασίες που είχαν ξεκινήσει ήδη εντός του προηγούμενου έτους, δηλαδή υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς. Αυτές οι ανακοπές προϊόντος του χρόνου θα μειώνονται αλλά δεν θα εξαλειφθούν τελείως, ώστε να μην ενδιαφέρουν καθόλου τη διαδικασία του επαναπροσδιορισμού.

2) Παρήλθε ήδη χρόνος άνω των έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του ν.5221/2025 (1.1.2026) και δεν εκδόθηκαν ακόμη οι υπουργικές αποφάσεις για τον καθορισμό του χρόνου έναρξης της λειτουργίας της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, μέσω της οποίας θα επαναπροσδιορίζονται οι ανακοπές, και για τη δημιουργία και τη λειτουργία αυτής της ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Η έκδοση αυτών των υπουργικών αποφάσεων προβλέπεται στο άρθρο 141 παρ.1 και 2 ν.5221/2025. Έτσι, μέχρι στιγμής ο επαναπροσδιορισμός των ανακοπών παραμένει κενό γράμμα και προϊόντος του χρόνου θα μειώνονται ολοένα και περισσότερο οι ανακοπές, οι οποίες προοριζόταν για επαναπροσδιορισμό, αφού θα εκδικάζονται και θα εκφεύγουν πλέον του ρυθμιστικού πεδίου των διατάξεων για τον επαναπροσδιορισμό. Βεβαίως, διαβάσαμε στο διαδίκτυο, ότι ο κύριος πρωθυπουργός στην ανάρτησή του την Κυριακή, 14.6.2026, ανακοίνωσε ότι η ηλεκτρονική πλατφόρμα θα είναι έτοιμη και δη σε πλήρη λειτουργία από 1.9.2026. Ο γράφων δεν διαθέτει αριθμητικά στοιχεία αλλά λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι οι ανακοπές κατά των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης προσδιορίζονται σύντομα προς εκδίκαση, δεν αποκλείεται τελικά, μέχρι την έναρξη λειτουργίας της πλατφόρμας, οπότε θα καταστεί δυνατός ο επαναπροσδιορισμός των ανακοπών, να έχει εκδικασθεί το μεγαλύτερο μέρος όσων εκκρεμούσαν την 1.1.2026 και έτσι ο επαναπροσδιορισμός τους να καταστεί σε μεγάλο βαθμό άνευ αντικειμένου. Ασφαλώς, το αντίθετο ισχύει για τις ανακοπές κατά διαταγών πληρωμής λόγω των μακρινών δικασίμων, στις οποίες προσδιορίζονται. Δεν θα ήταν υπερβολικό αλλά μάλλον σκόπιμο να υποστηριχθεί ότι ειδικά ως προς τις ανακοπές κατά της εκτέλεσης, για να αποκτήσει εκ νέου αξιόλογη σημασία ο επαναπροσδιορισμός, πρέπει να τροποποιηθεί το άρθρο 130 παρ.1 του ν.5221/2025, έτσι ώστε η υποχρέωση των ανακοπτόντων να επαναπροσδιορίσουν αυτές τις ανακοπές, να καταλαμβάνει όχι πλέον όσες είχαν ασκηθεί και εκκρεμούσαν μέχρι την 1.1.2026 αλλά όσες θα εκκρεμούν σε μία μελλοντική ημερομηνία, π.χ. την 1.9.2026 ή τη 16.9.2026, αν υποθέσουμε ότι τότε θα είναι δυνατός ο επαναπροσδιορισμός τους μέσω της οικείας ηλεκτρονικής πλατφόρμας.

3) Συναφής με τα παραπάνω είναι η επιφύλαξη κατά πόσο είναι εφικτή η εφαρμογή του άρθρου 142 του ν.5221/2025, σύμφωνα με το οποίο ανακοπές κατά της εκτέλεσης, οι οποίες έχουν προσδιορισθεί για συζήτηση σε δικασίμους μεταγενέστερες της 16.9.2026 λογίζονται αυτοδικαίως αποσυρθείσες. Σύμφωνα με την αρχική διατύπωση του άρθρου 142 ως αρχική ημερομηνία για την αυτοδίκαιη απόσυρση των ανακοπών οριζόταν η 1.1.2026 αλλά με το άρθρο 115 παρ.2 του ν.5264/2025 η ημερομηνία αυτή αντικαταστάθηκε από τη 16.9.2026. Μάλλον και αυτή η ημερομηνία πρέπει να αναθεωρηθεί, δεδομένου ότι όταν αρχίσει να λειτουργεί η πλατφόρμα, δηλαδή το μήνα Σεπτέμβριο του τρέχοντος έτους, πρακτικά δεν θα είναι εφικτό να λογίζονται αυτοδικαίως αποσυρθείσες οι ανακοπές που έχουν προσδιορισθεί για δικασίμους μετά τη 16.9.2026. Τούτο διότι η έναρξη λειτουργίας της πλατφόρμας, αν τελικά λειτουργήσει στις αρχές του Σεπτεμβρίου, θα είναι εξαιρετικά πλησιόχρονη ή ενδεχομένως και να συμπίπτει με το χρονικό όριο της αυτοδίκαιης απόσυρσης των ανακοπών. Από την άποψη της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος της δικαστικής ακρόασης ενδεχομένως να είναι προβληματικό να λογίζονται αυτοδικαίως αποσυρθείσες από τα πινάκια των δικασίμων υποθέσεις, για τις οποίες οι ανακόπτοντες δεν θα έχουν επαρκή χρόνο να αιτηθούν τον επαναπροσδιορισμό σε άλλες δικασίμους. Η αυτοδίκαιη απόσυρση χωρίς την παροχή εύλογου χρονικού διαστήματος στους ανακόπτοντες για τον επαναπροσδιορισμό των ανακοπών τους ενδεχομένως θα ήταν νοητή μόνον εάν ο επαναπροσδιορισμός και η κλήση των διαδίκων για τη νέα δικάσιμο γινόταν οίκοθεν μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Αυτό μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να περιλαμβάνεται στις προθέσεις του νομοθέτη. Δεν αναφερόμαστε στον ορισμό δικασίμου που θα επέτρεπε στους διαδίκους να προετοιμαστούν για την εκδίκαση της υπόθεσης, διότι η διαδικασία εκδίκασης είναι έτσι διαρθρωμένη, ώστε να το εξασφαλίζει. Σε κάθε περίπτωση, η νομοθετική και τεχνική υλοποίηση του επαναπροσδιορισμού δεν πρέπει να δίνει την εντύπωση ότι μεταξύ των σκοπών αυτής της νέας και προσωρινής διαδικασίας συγκαταλέγεται σιωπηρά η ανορθόδοξη εκκαθάριση των εκκρεμών ανακοπών με τη μείωση του αριθμού τους, επειδή κάποιοι ανακόπτοντες δεν θα κατορθώσουν να επαναπροσδιορίσουν ηλεκτρονικά τις ανακοπές τους. Πάντως, αν με τη λειτουργία της πλατφόρμας (εξαγγελθείσα και επομένως πιθανή ημερομηνία λειτουργίας η 1.9.2026) αποσυρθούν αυτοδικαίως οι ανακοπές που είχαν προσδιορισθεί προς εκδίκαση σε δικασίμους εντός των έξι επόμενων μηνών μετά τη 16.9.2026, όπως τώρα ορίζει ο νόμος, θα πρέπει εκ των πραγμάτων να προσδιοριστούν για μεταγενέστερη δικάσιμο από την αρχική, ώστε να είναι δυνατή η τήρηση των προθεσμιών των άρθρων 133, 138 και 138 ν.5221/2025, οπότε η αυτοδίκαιη απόσυρσή τους θα είναι άνευ νοήματος, αφού θα καθυστερήσει έστω και λίγο την εκδίκαση και την έκδοση απόφασης επ’ αυτών. Ειδικότερα, αν στις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου που πιθανόν να αρχίσει να λειτουργεί η πλατφόρμα, αποσυρθούν αυτοδικαίως κατ’ εφαρμογή του άρθρου 142, όπως ισχύει σήμερα, οι ανακοπές που έχουν ήδη προσδιοριστεί για τις δικασίμους των επόμενων μηνών, π.χ. του Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου και Ιανουαρίου, εκ του νόμου αυτές οι ανακοπές θα προσδιορισθούν ηλεκτρονικά σε μεταγενέστερες δικασίμους από τις αρχικές, προκειμένου να είναι χρονικά εφικτή η τήρηση των επιμέρους προθεσμιών που ορίζονται στα άρθρα 130 επ. ν.5221/2025. Καθίσταται, επομένως, κατανοητό ότι το άρθρο 142 του ως άνω νόμου δεν μπορεί να ισχύσει υπό το σημερινό περιεχόμενό του.

4) Κατ’ άρθρο 933 παρ.1β΄ ΚΠολΔ, αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές με χωριστά δικόγραφα, με επιμέλεια της γραμματείας προσδιορίζονται και εκδικάζονται όλες υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Αυτή η νομοθετική επιταγή πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν κατά τον επαναπροσδιορισμό των ανακοπών σε νέες, συντομότερες των αρχικών δικασίμους. Η ηλεκτρονική πλατφόρμα του επαναπροσδιορισμού θα πρέπει να λειτουργεί έτσι, ώστε να προσφέρει την ίδια δικάσιμο στον ανακόπτοντα, του οποίου εκκρεμούν περισσότερες ανακοπές προς εκδίκαση. Αν εκκρεμεί π.χ. μια ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση και μια κατά της κατασχετήριας έκθεσης, θα πρέπει να επαναπροσδιορίζονται μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Το ίδιο θα πρέπει να συμβαίνει και όταν εκκρεμούν ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής και κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, εφ’ όσον βεβαίως εκκρεμούν ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου. Για την τελευταία περίπτωση δεν υφίσταται νομοθετική πρόβλεψη ανάλογη του άρθρου 933 παρ.1β΄ ΚΠολΔ και ασφαλώς η ισχύουσα δικαστηριακή πρακτική ευνοεί το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή το να δικάζονται σύντομα οι ανακοπές κατά των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης και να χρονίζει η εκδίκαση των ανακοπών κατά των διαταγών πληρωμής ελλείψει υποχρέωσης προσδιορισμού τους σε σύντομη δικάσιμο. Εφ’ όσον όμως θεσπίζεται ένα τόσο ριζοσπαστικό μέτρο ταχείας εκδίκασης των ανακοπών αμφοτέρων των κατηγοριών, δηλαδή θα καταργούνται οι αρχικές δικάσιμοι και οι ανακοπές θα προσδιορίζονται εκ νέου σε συντομότερες δικασίμους, δεν υφίσταται κανένα ουσιαστικό εμπόδιο, το οποίο θα κωλύει την εκδίκαση της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής και αυτής κατά των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης στην ίδια δικάσιμο ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, όπου αυτό είναι δικονομικά επιτρεπτό λόγω της καθ’ ύλην αρμοδιότητας. Αυτή η πρόβλεψη θα συμβάλει στην υλοποίηση του σκοπού του καινοφανούς μέτρου του επαναπροδιορισμού των ανακοπών, ο οποίος είναι η σύντομη εκδίκασή τους. Ο σκοπός αυτός θα υπηρετείται αποτελεσματικότερα, όταν και οι ανακοπές κατά των διαταγών πληρωμής δικάζονται εξ ίσου σύντομα με τις ανακοπές κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, έτσι ώστε οι αιτιάσεις του οφειλέτη κατά της διαταγής πληρωμής να αντιμετωπίζονται σε χρόνο, ο οποίος δεν θα επιτρέπει τη διατήρηση εκκρεμοτήτων ακόμη και μετά τη συντομότερη εκδίκαση των ανακοπών κατά της εκτέλεσης, όπως συχνά συμβαίνει σήμερα. Από την άλλη πλευρά ο σκοπός του επαναπροσδιορισμού θα ματαιώνεται, αν δικάζονται οι ανακοπές κατά της εκτέλεσης και εκδίδονται αποφάσεις επ’ αυτών αλλά εκκρεμεί ακόμη η εκδίκαση ή η έκδοση αποφάσεων επί των ανακοπών κατά των διαταγών πληρωμής, αφού τότε παρά την εκδίκαση των ανακοπών κατά της εκτέλεσης, θα είναι αβέβαιο ποια θα είναι η δικαστική κρίση επί του ουσιαστικού και τυπικού κύρους της διαταγής πληρωμής. Μάλιστα, δεν θα ήταν υπερβολικό αλλά αντίθετα θα ήταν σύμφωνο με τον σκοπό του νόμου να υποστηριχθεί ότι ακόμη και όταν λόγω διαφορετικής καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητας η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής εκκρεμεί ενώπιον διαφορετικού δικαστηρίου από την ανακοπή κατά της εκτέλεσης, θα πρέπει μέσω του επαναπροσδιορισμού να ορίζονται πλησιόχρονες μεταξύ τους δικάσιμοι για αμφότερες τις ανακοπές. Έτσι, μόνο μπορεί να επιτευχθεί στο μέτρο του δυνατού η άρση της αβεβαιότητας περί την ύπαρξη της απαίτησης, το μέγεθός της και την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου και να αποσαφηνισθεί στο τοπίο των δευτερογενών ακυροτήτων εν όψει του πλειστηριασμού.

5) Μια περαιτέρω σκέψη, όχι όμως de lege lata, είναι η ακόλουθη. Ο ανακόπτων έπραξε αυτά που ήταν υποχρεωμένος κατά νόμο, δηλαδή κατέθεσε και επέδωσε το δικόγραφο της ανακοπής. Δεν είναι σαφές για ποιο λόγο έπρεπε να επιφορτιστεί με την τήρηση μιας επιπλέον διαδικαστικής διατύπωσης, δηλαδή με την υποβολή αίτησης επαναπροσδιορισμού της ανακοπής του.  Αν, είναι ρεαλιστικά και όχι απλώς θεωρητικά εφικτή η μείωση του χρόνου εκδίκασης των ανακοπών, κατά την άποψη του γράφοντος, θα έπρεπε να ορισθεί ότι αυτές επαναπροσδιορίζονται οίκοθεν από τη διοίκηση κάθε πρωτοδικείου σε νέες δικασίμους και να ειδοποιηθούν-κληθούν υπηρεσιακά τα διάδικα μέρη. Πρότυπο της διαδικασίας αυτής θα μπορούσε να είναι τα οριζόμενα στο άρθρο 260 παρ.4 ΚΠολΔ, το οποίο αναφέρεται στις περιπτώσεις, στις οποίες οι υποθέσεις του πινακίου δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας. Τότε, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Επίσης, στο ίδιο άρθρο ορίζεται ότι ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί τη νέα δικάσιμο με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων. Η ίδια διαδικασία, προσαρμοσμένη στο σκοπό της ταχύτερης εκδίκασης των ανακοπών, θα μπορούσε να υιοθετηθεί από τον νομοθέτη στο άρθρο 130 ν.5221/2025 με τη χρήση ηλεκτρονικής πλατφόρμας.

Πέραν τούτων, υφίσταται ήδη το δικαίωμα κάθε διαδίκου να υποβάλει αίτημα προτίμησης εκδίκασης της υπόθεσής του σε συντομότερη δικάσιμο (άρθρο 226 παρ.5 ΚΠολΔ). Θα μπορούσε να επιχειρηθεί ο επαναπροσδιορισμός των ανακοπών σε συντομότερες δικασίμους με βάση το άρθρο αυτό. Η αξιοποίηση αυτής της νομικής βάσης δεν είναι ασύμβατη με τον μαζικό επαναπροσδιορισμό που επιχειρείται μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Απλώς θα άλλαζε το πρόσωπο του διαδίκου, που ζητεί τον επαναπροσδιορισμό. Υπό τη ρύθμιση που επιλέχθηκε με το άρθρο 130 ν.5221/2025, τον επαναπροσδιορισμό υποχρεούται να ζητήσει ο ανακόπτων, αν και έπραξε ό,τι ήταν δικονομικά αναγκαίο. Εάν, αντίθετα, ο επαναπροσδιορισμός επιχειρούνταν επί τη βάσει του άρθρου 226 παρ.5 ΚΠολΔ, ο καθ’ ου η ανακοπή θα έπρεπε να ζητήσει τον ορισμό συντομότερης δικασίμου, αν βεβαίως το επιθυμούσε.  

6)   Δεν γνωρίζουμε πως θα εξελιχθεί η πρωτοβουλία του νομοθέτη για τον επαναπροσδιορισμό των ανακοπών μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Με την υλοποίηση της πρόσφατης εξαγγελίας ότι ο επαναπροσδιορισμός θα καταστεί εφικτός από 1.9.2026, η πρωτοβουλία αυτή θα βγει από το τέλμα, στο οποίο φαίνεται ότι έχει περιέλθει. Η καθιερούμενη διαδικασία εκδίκασης αυτών των υποθέσεων με τα άρθρα 130 επ. ν.5221/2025 είναι έτσι διαρθρωμένη, ώστε να μην αναβάλλεται η εκδίκαση της ανακοπής. Αυτό σημαίνει ότι η εκδίκαση αυτών των υποθέσεων θα είναι σύντομη ή σχετικά σύντομη και θα αποτελέσει επίτευγμα, διότι θα δώσει σημαντική ώθηση στην αντιμετώπιση πολλών περιουσιακών και δικαστικών εκκρεμοτήτων. Ασφαλώς θα δημιουργηθεί σημαντικός φόρτος εργασίας για τα δικαστήρια του πρώτου βαθμού, αφού θα συρρικνωθεί ο χρόνος, εντός του οποίου πρέπει να εκδικασθούν χιλιάδες ανακοπές. Ας αναλογισθούμε το ενδεχόμενο, οι ανακοπές που θα δικάζονταν σε βάθος τριετίας, να δικασθούν εντός ενός δικαστικού έτους. Αυτό σημαίνει τριπλασιασμό του δικαστικού έργου που πρέπει να παραχθεί. Η εντός του νόμιμου χρόνου έκδοση αποφάσεων επί των ανακοπών, που θα εκδικάζονται κατόπιν επαναπροσδιορισμού, μάλλον θα είναι σε κάποιο βαθμό δυσχερής. Η δομή των ανακοπών και των αποφάσεων που εκδίδονται επ’ αυτών, δηλαδή η ύπαρξη λόγων αποκομμένων συνήθως μεταξύ τους, χωρίς ενιαία ιστορική βάση, είναι πιθανό να οδηγήσει στη σύνταξη πιο σύντομων και τυποποιημένων αποφάσεων, προκειμένου να αντιμετωπισθεί ο αυξημένος αριθμός των προς εκδίκαση ανακοπών. Αυτό με τη σειρά του ενδέχεται να οδηγήσει σε μεγαλύτερο αριθμό εφέσεων. Η διαχείριση αυτού του αυξημένου φόρτου εργασίας θα είναι μια πρόκληση αρχικά για τα δικαστήρια του πρώτου βαθμού και σε δεύτερο χρόνο για τα δευτεροβάθμια δικαστήρια. Ας ελπίσουμε ότι βοηθούντος και του μεγαλύτερου αριθμού των διαθέσιμων δικαστών που υπάρχει ακόμη λόγω των πρόσφατων διαρθρωτικών αλλαγών στην οργάνωση της δικαιοσύνης (απορρόφηση των ειρηνοδικείων από τα πρωτοδικεία, αύξηση θέσεων των δικαστών στα εφετεία), η πρόκληση αυτή θα αντιμετωπιστεί όσο το δυνατόν επαρκέστερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: