Σελίδες

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

«Σκέψεις για την προστασία του ασύλου της κατοικίας στην ελληνική και ευρωπαϊκή έννομη τάξη ενόψει της επικείμενη συνταγματικής αναθεώρησης»

 

 

 

 

 

Γεώργιος Περ. Αναγνωστόπουλος

Πρωτοδίκης

 

Εισαγωγικά

Η αντίληψη της κατοικίας του ανθρώπου ως ενός χώρου ιερού και απαραβίαστου τον οποίο κανείς πρέπει να απολαμβάνει ακώλυτα με γαλήνη και ηρεμία υπήρχε  ήδη  από την αρχαιότητα με σχετικές γραπτές αναφορές να βρίσκονται σε κείμενα της αρχαίας Ελλάδας και Ρώμης καθώς και στον κώδικα του Χαμουραμπί. Το 1215 Ο Μεγάλος Χάρτης των Ελευθεριών (Magna Carta Libertatum) έθεσε τις βάσεις για την νομική αντίληψη του ασυλου ενώ το 1604 ο διάσημος Άγγλος Δικαστής Sir Edward Coke στην  υπόθεση «Semayne's Case» διατύπωσε την φράση το σπίτι μου είναι το κάστρο μου (My home is my castle) θεμελιώνοντας νομικά το απαραβίαστο της οικίας. Το πρώτο συνταγματικό κείμενο που κατοχύρωσε το άσυλο της κατοικίας ήταν το Σύνταγμα της Virginia των Η.Π.Α. το 1776 και στην Ευρώπη το Σύνταγμα του Βελγίου το 1831. Σε όλα τα σύγχρονα κράτη η κατοικία θεωρείται άσυλο και προστατεύεται, ενώ η είσοδος σε αυτήν από τα κρατικά όργανα μόνο κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται.

 

Η Υπερεθνική Προστασία του Άσυλου στην Ευρώπη

Στην Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο αναπτύχθηκε ένα υπερεθνικό σύστημα προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων, στο οποίο η κατοικία αντιμετωπίζεται ως βασικό στοιχείο της ιδιωτικής ζωής του ατόμου. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), στην νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.

Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ορίζει ότι κάθε πρόσωπο δικαιούται σεβασμού στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του, στην κατοικία του και στην αλληλογραφία του. Επέμβαση δημόσιας αρχής είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον: α) προβλέπεται από τον νόμο, β) επιδιώκει θεμιτό σκοπό, γ) είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Οι ανωτέρω τρεις προϋποθέσεις αποτελούν την λεγόμενη «τριμερή δοκιμασία» (three-part test), που εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σε κάθε υπόθεση επικαλούμενης αυθαιρεσίας σε  επέμβαση σε κατοικία.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά την εκδίκαση υποθέσεων παραβίασης ασύλου ερμηνεύει ευρέως την έννοια της κατοικίας περιλαμβάνοντας σε αυτήν χώρους όπως  εξοχικές κατοικίες, τροχόσπιτα κλπ χωρίς να επηρεάζεται από τους ορισμούς του εθνικού δικαίου ή την ύπαρξη εμπράγματων δικαιωμάτων καθώς το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ σκοπεύει στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και όχι στην προστασία συγκεκριμένων μορφών ιδιοκτησίας. Σε γενικές γραμμές το ΕΔΔΑ ερμηνεύει με ευρύτητα την έννοια της κατοικίας, ενώ κατά τον δικαστικό έλεγχο εστιάζει στον ουσιαστικό τρόπο που έλαβε χώρα η έρευνα, την ύπαρξη επαρκούς αιτιολογίας για την χορήγηση δικαστικής άδειας (η οποία επιβάλλεται από το σύνολο σχεδόν των εθνικών νομοθεσιών) που επέτρεψε την έρευνα, την σοβαρότητα της υπόθεσης και την τήρηση των αρχών της αναλογικότητας, της  αναγκαιότητας και της νομιμότητας. ενώ η δικαστική συμμετοχή περιορίζεται στην χορήγηση και αιτιολόγησης της  άδειας για την έρευνα, καθώς και στην εποπτεία αυτής ενώ σε καμία περίπτωση δεν απαιτείται φυσική παρουσία δικαστικού λειτουργού στον χώρο της έρευνας. Από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ προκύπτει ότι  δεν υπάρχει ειδική πρόβλεψη για τον τύπο χορήγησης της δικαστικής άδειας ο οποίος κατ’ αρχάς είναι αδιάφορος.

 

Η Εθνική Προστασία του Ασύλου στην Ευρώπη

Το άσυλο κατοικίας προστατεύεται από κάθε έννομη τάξη των χωρών της Ευρώπης και μάλιστα σε Συνταγματικό επίπεδο. Η Γερμανία θεωρείται ότι διαθέτει το πιο ανεπτυγμένο σύστημα προστασίας του ασύλου στην Ευρώπη. Η αναλυτική και εμπεριστατωμένη νομολογία του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της χώρας στο ζήτημα προστασίας του ασύλου έχει ασκήσει καταλυτική επιρροή στην νομολογία και στην νομική επιστήμη πολλών ευρωπαϊκών χωρών. Σύμφωνα με το άρθρο 13 του γερμανικού Συντάγματος οι έρευνες επιτρέπονται μόνο με διάταξη δικαστή ή σε περίπτωση επικείμενου κινδύνου «Gefahr im Verzuge», από τα όργανα που ορίζονται από τον νόμο. Ιδιαίτερη σημασία έχει δοθεί στον μηχανισμό προληπτικού δικαστικού ελέγχου κατά τον οποίο ο Δικαστής κατά την εξέταση τη αίτηση των διωκτικών αρχών για χορήγησης άδειας  εστιάζει στην ύπαρξη επαρκών ενδείξεων καθώς και αν ικανοποιούνται οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Το δικαστικό ένταλμα πρέπει να έχει ειδική αιτιολογία και να μην βασίζεται σε αόριστες πληροφορίες. Συμπερασματικά το γερμανικό νομικό σύστημα προστασίας του ασύλου θεμελιώνεται σε προηγούμενη δικαστική άδεια -πλην περιορισμένων εξαιρέσεων- με αυξημένες απαιτήσεις αιτιολογίας και τήρησης της αρχής της αναλογικότητας.

Η Ισπανία θεωρείται ότι είναι χώρα που έχει ανεπτυγμένο νομικό σύστημα προστασίας του ασύλου λόγω της προηγούμενης εμπειρίας του δικτατορικού καθεστώτος του Φράνκο. Σύμφωνα με το άρθρο 18 του ισπανικού Συντάγματος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί έρευνα σε κατοικία χωρίς την συγκατάθεση του ενοίκου ή δικαστική άδεια εκτός από τις περιπτώσεις του αυτόφωρου εγκλήματος. Το Ισπανικό Συνταγματικό Δικαστήριο απαιτεί η δικαστική άδεια που επιτρέπει την έρευνα  να μην  αποτελεί μια απλή τυπική επικύρωση του αιτήματος των διωκτικών αρχών, αλλά ο Δικαστής να εξετάζει την επάρκεια των ενδείξεων, την τήρηση των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας και να αιτιολογεί την χορήγηση της.

Η Πορτογαλία για τους ίδιους λόγους με την Ισπανία δηλαδή λόγω της δικτατορίας του Σαλαζάρ θεωρείται ότι είναι μια χώρα με ισχυρό σύστημα προστασίας του ασύλου της κατοικίας. Σύμφωνα με το άρθρο 34 του πορτογαλικού Συντάγματος η είσοδος στην κατοικία των πολιτών χωρίς την συγκατάθεση τους επιτρέπεται μόνο κατόπιν απόφασης της δικαστικής αρχής και στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος.  Κατά το  Πορτογαλικό Συνταγματικό Δικαστήριο η άδεια πρέπει να έχει ειδική αιτιολογία, να υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις και να τηρούνται οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.

Η μελέτη της προστασίας του ασύλου στην Ιταλία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς η χώρα αυτή βίωσε το δικτατορικό καθεστώς του Μουσολίνι συνεπώς είχε πρόδηλο ενδιαφέρον για την ανάγκη προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων ωστόσο το έντονο πρόβλημα από την εγκληματική δράση της Μαφίας απαιτούσε αποτελεσματική δράση των διωκτικών αρχών. Σύμφωνα με το άρθρο 14 του ιταλικού συντάγματος η κατοικία είναι απαραβίαστη, ωστόσο υπάρχει δυνατότητα άμεσης επέμβασης σε επείγουσες περιπτώσεις χωρίς προηγούμενη δικαστική άδεια. Εκτός των περιπτώσεων επείγοντος για την έρευνα απαιτείται αιτιολογημένο ένταλμα από εισαγγελική ή δικαστική αρχή. Το ιταλικό συνταγματικό δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι εξαιρέσεις για την έρευνα χωρίς ένταλμα πρέπει να ερμηνεύονται στενά, ότι το ένταλμα πρέπει να είναι αιτιολογημένο ενώ ιδιαίτερη έμφαση γίνεται στην τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.

Με παρόμοιο τρόπο προστατεύεται νομοθετικά το άσυλο της κατοικίας σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γενικά στην νομοθεσία των ευρωπαϊκών χωρών  μπορούμε να βρούμε τα εξής κοινά χαρακτηριστικά:

- Όπως σε κάθε σύγχρονη και δημοκρατική έννομη τάξη αναζητούνται οι κατάλληλες ρυθμίσεις ώστε και το άσυλο να προστατεύεται αποτελεσματικά χωρίς να ματαιώνεται η ανάγκη για αποτελεσματική δράση των διωκτικών αρχών με γνώμονα τις αρχές της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας.

- Δεν μπορεί να γίνει έρευνα σε κατοικία χωρίς προηγούμενη άδεια-ένταλμα από Δικαστική-Εισαγγελική αρχή.

- Η δικαστική άδεια πρέπει να είναι αιτιολογημένη με έμφαση στην επάρκεια των ενδείξεων και την τήρηση των αρχών της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας.

- Η εκάστοτε εθνική νομοθεσία προβλέπει εξαιρέσεις επείγοντος όπου οι διωκτικές αρχές μπορούν να εισέρχονται χωρίς προηγούμενη δικαστική άδεια. Οι εξαιρέσεις αυτές ερμηνεύονται στενά. Ωστόσο σε πολλές χώρες (πχ Βέλγιο) γίνεται συζήτηση για την διεύρυνση των εξαιρέσεων με την αιτιολογία ότι η προηγούμενη δικαστική άδεια δυσχεραίνει την αποτελεσματικότητα της δράσης των δικαστικών αρχών.

- Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην Ευρώπη και –μάλλον- παγκοσμίως όπου οι έρευνες σε κατοικία διεξάγονται παρουσία δικαστικού λειτουργού. Η ανωτέρω ρύθμιση όπως θα εκτεθεί κατωτέρω κρίνεται αναχρονιστική χωρίς μάλιστα να συμβάλει στην αποτελεσματική προστασία του ασύλου.

 

Η  Προστασία του Ασύλου στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα το άρθρο 9 του Συντάγματος ορίζει ότι καμία έρευνα δεν γίνεται σε κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος και πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας, ενώ ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας ρυθμίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να διενεργηθεί η κατ' οίκον έρευνα στα άρθρα 253-256. Ωστόσο το ανωτέρω πλέγμα διατάξεων δεν είναι επαρκές για την αποτελεσματική προστασία του ασύλου, ενώ παράλληλα δυσχεραίνει το έργο των Δικαστικών και Αστυνομικών Αρχών. Πιο συγκεκριμένα

Α) Από άποψη αποτελεσματικής προστασίας του ασύλου

Σε αντίθεση με τις λοιπές χώρες της Ευρώπης όπου για την διενέργεια κατ΄οίκον έρευνας απαιτείται αιτιολογημένο δικαστικό ένταλμα οι διωκτικές αρχές στην Ελλάδα προς πραγματοποίηση της έρευνας δεν ζητούν δικαστική άδεια, αλλά δικαστική νομιμοποίηση δηλαδή ζητούν να είναι παρών ένας Δικαστικός Λειτουργός  κατά την διενέργεια της έρευνας. Στην συνηθέστερη των περιπτώσεων το αστυνομικό όργανο επικοινωνεί με τον Δικαστικό Λειτουργό, που είναι υπηρεσία ερευνών την ημέρα, που είναι προγραμματισμένη ή προκύπτει η ανάγκη για την πραγματοποίηση της έρευνας και του ζητεί να είναι παρών σε αυτήν.

Δεν ζητείται δηλαδή από τις διωκτικές αρχές έγκριση της έρευνας, αλλά η συνδρομή του Δικαστικού λειτουργού μέσω της φυσικής του παρουσίας, ώστε να ικανοποιούνται οι προυποθέσεις νομιμότητας της έρευνας κατά το άρθρο 9Σ. Ωστόσο έτσι  είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν ο πολίτης προστατεύεται επαρκώς από αυθαίρετες παρεμβάσεις στην κατοικία του καθώς ελλείψει δικαστικού εντάλματος δεν αιτιολογείται ο λόγος για την πραγματοποίηση της έρευνας και δεν είναι ευχερής ο έλεγχος τόσο για την τήρηση των αρχών της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας όσο και για το αν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που να δικαιολογούν την έρευνα στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Προφανώς δικαιολογητικός λόγος της παραπάνω διάταξης ήταν η αποτροπή κρατικών αυθαιρεσιών και η προστασία του πολίτη από «φύτευση» στοιχείων και ενδεχόμενα άσκηση σωματικής βίας σε βάρος του από τις αστυνομικές αρχές. Ωστόσο ακόμα και ως προς τα ανωτέρω η σχετική διάταξη δεν φαίνεται να παρέχει αποτελεσματική προστασία. Ο Δικαστικός Λειτουργός δεν είναι δυνατόν να είναι ταυτόχρονα παρών σε όλα τα δωμάτια και τους χώρους της υπό έρευνα οικίας  συνεπώς αν κάποιος αστυνομικός θέλει να ενοχοποιήσει κάποιον θα το κάνει σε κάποιον χώρο που δεν θα είναι υπό την άμεση οπτική επαφή του δικαστικού λειτουργού. Εξάλλου η άσκηση της σωματικής βίας μπορεί να γίνει αργότερα κατά την μεταγωγή και όχι όταν ο Δικαστικός Λειτουργός είναι παρών. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατόν σέ ένα σύγχρονο κράτος δικαίου να αντιμετωπίζονται οι αστυνομικές αρχές με καχυποψία που ταιριάζει σε δυνάμεις καταστολής και δίωξης δικτατορικών καθεστώτων καθώς σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε σε κάθε επιχειρησιακή δράση της αστυνομίας να είναι παρών εκπρόσωπος της δικαστικής αρχής.

Αξίζει να σημειωθεί ότι διεθνώς επικρατεί η τάση για χρήση των σύγχρονων τεχνολογιών π.χ. στις ΗΠΑ οι αστυνομικοί που εισέρχονται στην ερευνώμενη  είναι υποχρεωμένοι να φέρουν ενεργοποιημένες κάμερες (body cams) ώστε να καταγράφεται η διαδικασία.

 Β) Από άποψη αποτελεσματικότητας της δράσης των αστυνομικών αρχών

Πολλές φορές είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθούν έρευνες σε περισσότερους χώρους ταυτόχρονα (πχ διότι μετά την έρευνα στον πρώτο χώρο υπάρχει κίνδυνος ειδοποίησης και απόκρυψης στοιχείων από τους επόμενους). Ωστόσο είναι δύσκολο να βρεθούν τόσοι Δικαστικοί Λειτουργοί όσοι και οι ερευνώμενοι χώροι, ενώ αντίθετα η ταυτόχρονη είσοδος θα ήταν εξαιρετικά ευχερής με ένα δικαστικό ένταλμα που να επιτρέπει την έρευνα στους περισσότερους ταυτόχρονα ερευνώμενους  χώρους.

 Άλλες φορές παρίσταται ανάγκη για έρευνα από διαφορετικές αστυνομικές υπηρεσίες σε διαφορετικούς τόπους ταυτόχρονα. Και σε αυτήν την περίπτωση θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν ταυτόχρονα οι έρευνες με την έκδοση των αντίστοιχων ενταλμάτων από την αρμόδια Δικαστική ή Εισαγγελική Αρχή κάτι που είναι αδύνατο με τα σημερινά δεδομένα. Δεν είναι καθόλου σπάνια η εικόνα ενός υπηρεσιακού οχήματος να αναμένει την ολοκλήρωση της έρευνας, που διεξάγεται από έτερη αστυνομική υπηρεσία, ώστε να «απελευθερωθεί» από αυτήν ο παριστάμενος Δικαστικός Λειτουργός και να επιβιβαστεί αμέσως στο υπηρεσιακό όχημα ώστε να παρασταθεί και στην επόμενη έρευνα.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με ιδιαίτερη γεωγραφία ορεινή και νησιωτική ταυτόχρονα. Ενίοτε παρίσταται ανάγκη για έρευνα σε κατοικίες που βρίσκονται σε νησιά ή ορεινές περιοχές. Για την μετάβαση Δικαστικού Λειτουργού στον τόπο προς νομιμοποίηση της έρευνας θα απαιτηθούν πολλές ώρες και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και ημέρες απώλεια χρόνου δηλαδή με αυτονόητη αρνητική επίδραση στο αστυνομικό έργο. Αυτή η απώλεια χρόνου δεν θα υπήρχε με το δικαστικό ένταλμα, το οποίο σε περίπτωση χορήγησης του θα μπορούσε να αποσταλεί και ηλεκτρονικά στην αρχή που το ζήτησε.

Γ) Από άποψη ποσοτικής και ποιοτικής απασχόλησης των Δικαστικών Αρχών

Η ενσωμάτωση του Δικαστικού Λειτουργού ως μέλους της επιχειρησιακής μονάδας της διωκτικής αρχής που πραγματοποιεί την έρευνα ουδόλως αποτελεί δικαιοδοτικό έργο. Επιπλέον πολλές έρευνες σε απομακρυσμένες περιοχές ή σε περισσότερους ερευνώμενους τόπους ενδέχεται να διαρκέσουν πολύ. Με αυτόν τον τρόπο επιβαρύνεται ουσιωδώς το αμιγώς δικαιοδοτικό έργο του Δικαστικού Λειτουργού που συμμετέχει σε αυτές.

Προ της ενοποιήσεως υπήρχαν μικρά Ειρηνοδικεία, στα οποία ο χρόνος απασχόλησης σε έρευνες ξεπερνούσε τον χρόνο απασχόλησης του καθαρά δικαιοδοτικού έργου του Δικαστικού Λειτουργού. Σε μονοεδρικά Ειρηνοδικεία ο υπηρετών Ειρηνοδίκης έπρεπε να διαθέσιμος για συνδρομή σε έρευνα 24 ώρες το 24ωρο όλες τις ημέρες του χρόνου. Δικαστικοί Λειτουργοί υπέβαλλαν αίτηση μετάθεσης με μοναδική αιτία τις δυσμενείς συνθήκες που δημιουργούσαν οι υπηρεσίες ερευνών στον οικογενειακό και επαγγελματικό τους προγραμματισμό, ενώ κατά τα λοιπά ήταν ικανοποιημένοι από την υπηρεσιακή τους κατάσταση. Μολονότι λιγότερο οξύ σε σχέση με το καθεστώς προ της  ενοποιήσεως το πρόβλημα παραμένει έντονο ειδικά σε Δικαστήρια με μικρό αριθμό υπηρετούντων, όπως και σε Δικαστήρια με εκτεταμένη γεωγραφική περιφέρεια. Μάλιστα αν στην περιφέρεια του Δικαστηρίου περιλαμβάνονται και νησιά εκτός της άσκοπης χρονοτριβής δυσχεραίνεται ακόμα και η δυνατότητα μετάβασης του Δικαστικού Λειτουργού  σε αυτά ειδικά κατά την χειμερινή περίοδο.

 

Συμπέρασμα-τελικές σκέψεις

Η ρύθμιση του άρθρου 9 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία η έρευνα στην κατοικία γίνεται πάντα με παρουσία εκπροσώπου της Δικαστικής Εξουσίας αποτελεί ρύθμιση που δεν απαντάται σε καμία άλλη έννομη τάξη αποτελώντας πλέον ένα φοβικό μεταδικτατορικό κατάλοιπο εκ προοιμίου δυσπιστίας απέναντι στις κρατικές διωκτικές αρχές.

Η διάταξη αυτή -η οποία δεν υπήρχε στο αρχικό κυβερνητικό σχέδιο- θεσπίστηκε στο Σύνταγμα του 1975 δηλαδή στο πρώτο μεταδικτατορικό Σύνταγμα προς αποτροπή αυθαιρεσιών και καταχρήσεων κρατικών οργάνων. Η ρύθμιση αυτή κατά την γνώμη του γράφοντος περιλήφθηκε μόνο προς δημιουργία εντυπώσεων γιατί όταν ένα καθεστώς είναι δικτατορικό κανείς δεν μπορεί να αποτρέψει την αυθαιρεσία.

 Σε κάθε περίπτωση από το 1975 μέχρι τώρα έχει περάσει μισός αιώνας και πλέον. Η δημοκρατία και οι θεσμοί της έχουν εμπεδωθεί και η δυσπιστία προς τα σώματα ασφαλείας και τα κρατικά όργανα καταστολής δεν δικαιολογείται. Εξάλλου είναι αδύνατον να ελεγχθούν τα αστυνομικά όργανα σε όλη τους την δράση ούτε είναι δυνατόν σε κάθε δραστηριότητα της αστυνομίας να είναι παρών και ένας Δικαστικός Λειτουργός.

Ανεξαρτήτως των ανωτέρω η σχετική πρόβλεψη αποδείχθηκε ατελέσφορη για τον σκοπό που θεσπίστηκε ήτοι την αποτελεσματική προστασία του ασυλου της κατοικίας. Κρίνεται επιβεβλημένος ο εκσυγχρονισμός του ελληνικού συστήματος προστασίας του ασύλου σύμφωνα με τα κριτήρια που έχει θέσει το ΕΔΔΑ και ακολουθούνται με παραλλαγές από όλα τα ευρωπαϊκά κράτη δηλαδή με Αιτιολογημένο Δικαστικό Ένταλμα, το οποίο να κρίνει τα αιτήματα των Διωκτικών Αρχών βάσει των αρχών της Αναλογικότητας και της Αναγκαιότητας. Προς τούτο όμως είναι απαραίτητη η έναρξη δημόσιου διαλόγου και ακολούθως η συνταγματική αναθεώρηση της διάταξης του άρθρου 9Σ.

22.6.2026

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: