Σελίδες

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΩΝ ΕΞ

 

 

  

 

 

 

 Ηλίας Δαγκλής

                                                                             Εισαγγελέας Πρωτοδικών

 

  

 

 

 

 

 

 ‘Ένα ανοιξιάτικο δειλινό παρέα με ένα καλό φίλο σε μία από τα ωραιότερες συνοικίες της Αθήνας, το Παπάγου- τη συνοικία των στρατιωτικών- παραμονεύει μια αναπάντεχη έκπληξη. Τη συνήθη συζήτηση για τη δικαιοσύνη, το δίκαιο και την ιστορία του τόπου διακόπτει μια αδιόρατη αίσθηση:

-« Γιάννη , κάτι κακό συνέβη σε αυτό τον τόπο »

-«έχεις κάποια προαίσθηση;» ·  τον πρώτο συναισθηματικό  αιφνιδιασμό διακόπτει η παγωμάρα από το μακάβριο θέαμα: μέσα στο όμορφο αλσύλλιο της οδού Αναστάσεως έξι μνήματα στέκουν σιωπηλά στο βουβό τοπίο · κάτι θέλουν να ψελίσσουν επιβεβαιώνοντας την άχαρη διαίσθηση.

 

 + 15 Νοεμβρίου 1922  

36 πυροβολισμοί από στρατιωτικά όπλα-τυφέκια της εποχής  σχίζουν το σιωπηλό ορίζοντα του αλσυλλίου. Έξι κορμιά σωριάζονται στο έδαφος και κείτονται άψυχα . Πρόκειται για  τους :

  Δημήτριο Γούναρη (59 ετών, πρώην Πρωθυπουργό)

Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη (68 ετών, πρώην Πρωθυπουργό)

Νικόλαο Στράτο (50 ετών, πρώην Πρωθυπουργό)

Νικόλαο Θεοτόκη (44 ετών, Υπουργό Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη)

Γεώργιο Μπαλτατζή (56 ετών, Υπουργό Εξωτερικών στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη)

Γεώργιο Χατζανέστη, αντιστράτηγο (59 ετών, Αρχιστράτηγο Μικράς Ασίας και Θράκης)

Μόλις έχει γραφεί η πιο μαύρη σελίδα στα δικαστικά χρονικά του νεότερου ελληνικού έθνους. Μια δίκη παρωδία οδηγεί στο εκτελεστικό απόσπασμα 3 πρώην Πρωθυπουργούς της Ελλάδας, 2 Υπουργούς  και ένα Αρχιστράτηγο. Η ηθική κατακραυγή διαπερνά το εθνικό συναίσθημα και η ντροπή που το συνοδεύει διαχέεται σε όλον τον ευρωπαϊκό κόσμο της εποχής. Μαζί με τη καταδίκη του Κολοκοτρώνη, του εμβληματικού Στρατηγού της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821[1] αποτελεί μία από τις χειρότερες στιγμές της νεότερης πολιτικής και δικαστικής ιστορίας που σημάδεψε τη πορεία του τόπου αυτού στο κατοπινό του διάβα.

 

 

 

 

 

 

 

Κεφάλαιο Α.

Ι. Το ιστορικό πλαίσιο

Μέσα στον γεωπολιτικό ορυμαγδό των απαρχών του 20ου αιώνα οι νεοανεδυόμενες εθνικές οντότητες του βαλκανικού χώρου διεκδικούν το ζωτικό χώρο της επιρροής τους. Τέσσερα χριστιανικά βαλκανικά κράτη κατατρόπωσαν την παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία και επανακαθόρισαν την πολιτική γεωγραφία στο ανατολικότερο άκρο της ευρωπαϊκής ηπείρου. Βουλγαρία, Σερβία, Μαυροβούνιο και Ελλάδα επιχειρώντας ξέχωρα και έχοντας εν πολλοίς αντικρουόμενα συμφέροντα κατόρθωσαν να επιτύχουν την οριστική απομάκρυνση του Οθωμανού δυνάστη από την γειτονιά της χερσονήσου του Άιμου. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι υπήρξαν το μεγαλύτερο πολεμικό επίτευγμα  του νεοελληνικού κράτους από τη σύσταση του. Σε διάστημα μικρότερο του ενός έτους[2] κατόρθωσε με σχετικά μικρό ανθρώπινο και υλικό κόστος να διπλασιάσει το έδαφος και τον πληθυσμό του. Ο πρωταρχικός στόχος επιτεύχθηκε μετά από μόλις τρεις εβδομάδες εχθροπραξιών με την κατάληψη της Θεσσαλονίκης στις 26 Οκτωβρίου 1912.

Ωστόσο ένα απρόσμενο γεγονός έμελλε να αποτελέσει το ελλύχνιο μοιραίων και μακροχρόνιων συνεπειών για το ελληνικό έθνος. Στις 5 Μαρτίου 1913 δολοφονείται στη Θεσσαλονίκη ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄ κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες και αιτίες.[3] Οι αιτίες της αποτρόπαιας πράξης δεν μπόρεσαν ποτέ να διελευκανθούν, αλλά τούτο αποτέλεσε την αφορμή για να φουντώσουν διάφορες συνωμοσιολογικές θεωρίες γύρω από την αληθινή σκοπιμότητα πίσω από αυτήν[4]. Το αποτέλεσμα ήταν να ανέλθει στο βασιλικό θρόνο ο διάδοχος Κωνσταντίνος Ά, ο οποίος ορκίστηκε βασιλιάς στις 8 Μαρτίου 1913, το πρόσωπο δηλαδή που αποτέλεσε το βασικό καταλύτη και το κεντρικό πρόσωπο του  Εθνικού Διχασμού.

 

 

ΙΙ. Ο Εθνικός Διχασμός

 Κατάρα ή  Σωτηρία όπως αποκλήθηκε ο Εθνικός Διχασμός[5] αποτέλεσε αναντίλεκτα μία ξεχωριστή στιγμή στην νεοελληνική ιστορία και σίγουρα τη θρυαλλίδα που απασφάλισε τον ΄΄ασκό ΄του αιόλου΄΄ στην πιο ταραγμένη γεωπολιτικά γειτονιά της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Εκκινώντας από την εμφάνιση του κινήματος του Στρατιωτικού Συνδέσμου στο Γουδί το έτος 1909 ο Εθνικός Διχασμός υπήρξε μία αλυσιδωτή σειρά ιστορικών γεγονότων που κορυφώνονται με τη δημιουργία του Κράτους της Θεσσαλονίκης και εκτείνονται έως τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη δίκη των έξι[6]. Ο Διχασμός δεν υπήρξε μονάχα μία τυχαία αλληλουχία γεγονότων και καταστάσεων. Υπήρξε προπαντός μία σύγκρουση αντιτιθέμενων συμφερόντων και ατομικών και συλλογικών επιδιώξεων· μία βίαιη συνάντηση δύο διαφορετικών κόσμων.

 Οι κόσμοι αυτοί συμπυκνώνονται και αποτυπώνονται σε δύο πρόσωπα. Από τη μία πλευρά τον πολιτικό Ελευθέριο Βενιζέλο και το κόμμα των Φιλελευθέρων· και από την άλλη τον Βασιλέα Κωνσταντίνο και το αντιβενιζελικό κίνημα. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο ηγετών πέρασαν μέσα από τις ΄΄συμπληγάδες πέτρες΄΄ και κατέληξαν να γίνουν τόσο κακόβουλες και εχθρικές [7] ώστε η μεταξύ τους διαφωνία έλαβε τη μορφή της προσωπικής σύγκρουσης και αντιπαράθεσης, δίχασε την κοινωνία και τους πολίτες  και έφθασε έως και την εκδήλωση βίαιων εξεγέρσεων, αφορισμών και ένοπλης σύρραξης.

 

i. Η εκδήλωση του εθνικού διχασμού

Η σύμπηξη του ενιαίου βαλκανικού μετώπου εξασφάλιζε τις βασικές προϋποθέσεις για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού από τη χερσόνησο του Αίμου. Το σύνολο όμως των διμερών συμφωνιών του Ά Βαλκανικού Πολέμου στην πράξη στάθηκε ανίκανο να  διασφαλίσει την εφαρμογή των συμφωνηθέντων όρων. Ο διαγκωνισμός από την άλλη πλευρά των μεγάλων Δυνάμεων στη περιοχή δημιουργούσε εύφορο έδαφος για την δημιουργία και ανάπτυξη συμμαχιών μεταξύ αυτών και των δυνάμεων της Βαλκανικής χερσονήσου με απώτερο σκοπό την προώθηση των οικονομικών και πολεμικών βλέψεων  των πρώτων και την ανάγκη για τη διατήρηση και επέκταση των εδαφικών κτήσεων των δεύτερων. Στα πλαίσια αυτά είχαν σχηματισθεί εξ αρχής δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Το πρώτο από αυτά είχε ως κεντρικό άξονα και υποκινητή τη Γερμανία και τους συνασπισμούς χωρών που κατόρθωνε να αναπτύξει. Οι Κεντρικές Δυνάμεις αποτελούμενες αρχικά από τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, υποστήριζαν την εδαφική ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από την άλλη πλευρά βρισκόταν η θαλασσοκράτειρα Αγγλία και η Γαλλία, που ως μεγάλες αποικιακές δυνάμεις επιδίωκαν και μπορούσαν να προωθήσουν τα δικά τους στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα στην ανατολική πλευρά της Μεσογείου. Το ερώτημα λοιπόν  που ετίθετο ήταν με ποιους από τους δύο συνασπισμούς θα έπρεπε να συμμαχήσει η Ελλάδα και πως τα συμφέροντα της θα εξυπηρετούνταν καλύτερα.

 

ii. Η ελληνική πολιτική σκηνή

Η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα εξαρτάτο από τις βλέψεις της κάθε μίας παράταξης. Η συμπαράταξη με τη μία ή την άλλη συμμαχία είχε αντίκτυπο τόσο στην εσωτερική πολιτική σκηνή όσο και στο διεθνές παιχνίδι. Τα συμφέροντα που καλείτο να προασπίσει η χώρα δεν αφορούσαν μόνο στη θέση της Ελλάδας ως προς τους διεθνείς συσχετισμούς, αλλά και ως προς διαμόρφωση των κοινωνικών και πολιτικών ισορροπιών στο εσωτερικό της. Η παράταξη του βασιλιά Κωνσταντίνου που εκπροσωπούσε ένα μεγάλο τμήμα της κρατικοδιαίτης αστικής τάξης και των μικροαστών εμφορούνταν από έναν εσωστρεφή πατριωτισμό, ξενοφοβία, και μία συντηρητική διάθεση που στρεφόταν εναντίον των αλυτρωτικών βλέψεων της βενιζελικής παράταξης. Ένα τμήμα εξάλλου του πληθυσμού εξακολουθούσε να βλέπει αδιάφορα ή και εχθρικά το μεγάλωμα της χώρας. Το όραμα της Ελλάδας ΄΄των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών΄΄αφήνει ασυγκίνητους τους Μεσσήνιους ψηφοφόρους του αντιβενιζελικού βουλευτή Κ.Κουμουνδούρου ο οποίος σχίζει το χάρτη και προκαλεί τον ενθουσιασμό τους ,ενώ  όπως σημειώνει η Πηνελόπη Δέλτα στο ημερολόγιο της (11 Δεκεμβρίου 1920 ) το αντιβενιζελικό πλήθος κραύγαζε ρυθμικά στη Αθήνα για τη Θράκη και τη Σμύρνη΄΄ Δεν- τα- θέλομε!΄΄[8]

Τη στάση αυτή της πλειοψηφίας σχεδόν του λαού της Παλαιάς Ελλάδας επισημειώνει και ο ίδιος ο Βενιζέλος διαπιστώνοντας με πικρία ότι ΄΄ ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται…σήμερα πια την παράτησε τη Μεγάλη Ιδέα΄΄[9]. Η στάση αυτή είτε αποτέλεσε προϊόν εξαπάτησης, όπως δέχεται ο Γεώργιος Βεντήρης[10], είτε εκκινεί από μία κοντόφθαλμή προσέγγιση του εθνικού συμφέροντος έθεσε εκ των πραγμάτων στην αντίπερα όχθη  το  σύνολο του αλύτρωτου Ελληνισμού, που συμπαρατάχθηκε με το κίνημα του Βενιζέλου αλλά και το σύνολο της αστικής τάξης που έβλεπε στο πρόσωπο του τον κοινωνικό αναμορφωτή της χώρας, τον φιλελεύθερο πολιτικό που επιδιώκει το μεγάλωμα της Ελλάδας, τον ηγέτη που υπόσχεται νέα εδάφη και νέους εμπορικούς δρόμους για το έθνος. Ανεξαρτήτως πάντως των ιδιαίτερων συμφερόντων ή σκοπών που εξυπηρετούν οι αντίπαλες παρατάξεις, το αγεφύρωτο χάσμα που χωρίζει τον ιδεολογικό τους προσανατολισμό καθιστούν τον εθνικό διχασμό και την εμφύλια σύρραξη αναπότρεπτη.

 

ΙΙΙ. Τα ιστορικά γεγονότα της εποχής

Οι απαρχές του Ά Παγκοσμίου Πολέμου βρίσκουν την Ελλάδα σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι.  Η τύχη των κατακτημένων με τους Βαλκανικούς Πολέμους εδαφών κινδυνεύουν από τη Βουλγαρία και την Τουρκία, ενώ ακόμη εκκρεμεί η αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας στα νησιά του ανατολικού αιγαίου και η τύχη της Βορείου Ηπείρου. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχοντας συνομιλήσει στις αρχές του 1913 με τον Υπουργό Οικονομικών της Αγγλίας Λουντ Τζωρτζ και τον Υπουργό Ναυτικών Ουίνστον Τσώρτσιλ θεωρεί ότι η συμμαχία με την Αγγλία και την Γαλλία είναι αυτή που θα διασφαλίσει για την Ελλάδα τις μεγαλύτερες δυνατές εδαφικές κατακτήσεις. Για αυτό με το ξέσπασμα του πολέμου, τον Αύγουστο 1914, ο Βενιζέλος σπεύδει να συμπαραταχθεί με την Αντάντ.[11] Η τελευταία ωστόσο αρνείται σε αυτό το στάδιο την συνεργασία για να μην προκαλέσει την Τουρκία και την Βουλγαρία που ήταν ουδέτερες,

Από την άλλη πλευρά ο βασιλιάς Κωνσταντίνος δεν φαίνεται να συμμερίζεται την ίδια άποψη. Κατ αυτόν ο γερμανικός μιλιταρισμός αποτελεί το πρότυπο κρατικής κυριαρχίας. Προσμένει και επιθυμεί μία γερμανική νίκη προκειμένου να εδραιώσει και ο ίδιος την κυριαρχία του στο εσωτερικό της χώρας. Ωστόσο οι συνθήκες δεν του επιτρέπουν να εκδηλώσει τα φιλογερμανικά του συναισθήματα. Τα συμφέροντα της Ελλάδας δεν συμπλέουν με τα συμφέροντα της Γερμανίας και των συμμάχων της (Τουρκίας και αργότερα Βουλγαρίας). Έτσι προτιμά να επιλέξει μία στάση αποστασιοποίησης και ουδετερότητας που έμμεσα ευνοεί και ικανοποιεί την γερμανική φιλοδοξία[12].

 

i..Τα υπομνήματα του Βενιζέλου

Οι στιγμές της συγκυρίας όμως δεν περιμένουν. Η Ελλάδα πρέπει να αποφασίσει τι θα πράξει μεσούσης της παγκόσμιας πολεμικής κρίσης. Πρέπει να αποφασίσει με ποιον θα συμπαραταχθεί, δεδομένου ότι ακόμα και μία στάση απομονωτισμού που φαινομενικά τηρεί ίσες αποστάσεις μεταξύ των εμπλεκομένων μερών, στην πραγματικότητα πριμοδοτεί το ένα ή το άλλο. Ο ιδιοφυής πολιτικός των φιλελευθέρων αντιλαμβάνεται τη κρισιμότητα των στιγμών και το ουσιαστικό διακύβευμα που απειλείται και λαμβάνει μία τολμηρή απόφαση. Η Ελλάδα θα πρέπει να εμπλακεί στο πόλεμο καθώς οποιαδήποτε καθυστέρηση στη λήψη απόφασης ή ακόμα χειρότερα η τήρηση μία στάσης αναμονής και φαινομενικής ουδετερότητας θα ισοδυναμεί με παραίτηση από το όραμα ενός δυνατού και ανεξάρτητου κράτους. Ισοδυναμεί με εγκλωβισμό στα στενά εδαφικά όρια μίας εξαρτημένης, φτωχής και ανέλπιδης χώρας.

Για το λόγο αυτό αποφασίζει να καταστήσει τη θέση του ξεκάθαρη απέναντι στον Κωνσταντίνο θέτοντας τον προ των ευθυνών του. Μάταια είχε προσπαθήσει προηγουμένως να τον μεταπείσει προκειμένου να συμπαραταχθεί με την πλευρά των θαλασσοκράτειρων χωρών. Στις 11 Ιανουαρίου 1915 ο Βενιζέλος αποστέλλει στον βασιλιά την πρώτη από τις τρεις επιστολές που έμειναν γνωστές ως ΄΄ υπομνήματα΄΄ και οι οποίες τρόπον τινά ΄΄επισημοποιούν΄΄ την ήδη υποβόσκουσα διαφωνία μεταξύ των δυο πολιτικών αντρών[13]. Με την πρώτη επιστολή ο Βενιζέλος εκθέτει την άποψη του ότι η Ελλάδα θα πρέπει να υπερασπισθεί τις εδαφικές της βλέψεις στη Μικρά Ασία, με τη σύμπραξη της Ρουμανίας, και με το ενδεχόμενο συμμαχίας με την Βουλγαρία, ασφαλώς και με την συμπαράταξη με την Αγγλία που του είχε προτείνει ΄΄σοβαρά ανταλλάγματα΄΄ στη Μικρά Ασία εάν βοηθούσε τους Σέρβους. Ωστόσο ο πρωθυπουργός της Ρουμανίας, Ion Bratianu, ο οποίος χαρακτηρίστηκε και ως «πολιτικός μεσίτης», καθώς επιδίωκε να συμμαχήσει με τη χώρα που θα του προσέφερε τα περισσότερα ανταλλάγματα, δήλωσε πως δεν ήθελε να συμμετάσχει η χώρα του στον πόλεμο.  

Έτσι ο Βενιζέλος αναγκάζεται να αποστείλει στις 17 Ιανουαρίου δεύτερη επιστολή στον Κωνσταντίνο προτείνοντας του συμμαχία με τη Βουλγαρία και τη Σερβία. Με αυτή τη λύση διαγράφεται  η προοπτική η Ελλάδα να ενσωματώσει έναν πολύ μεγάλο αριθμό Ελλήνων της Μικράς Ασίας και έναν πολύ μεγάλο εδαφικό χώρο με αντάλλαγμα την απώλεια εδαφικών περιοχών στο τμήμα Καβάλας-Δράμας-Χρυσούπολης[14]. Ο βασιλιάς σε μία πρώτη φάση φαίνεται να συμφωνεί καθώς η προοπτική της δημιουργίας μίας μεγάλης Ελλάδας ικανοποιεί τη φιλαρέσκεια του. Τα δεδομένα όμως άλλαξαν όταν έγινε γνωστό ότι η Βουλγαρία έλαβε δάνειο από τη Γερμανία και την Αυστρία, συμμαχώντας οριστικά με τις Κεντρικές Δυνάμεις ενώ προέβη και σε συμφωνία με την Οθωμανική Αυτοκρατορία για χρήση του εδάφους της με σκοπό τη μεταφορά υλικού πολέμου[15]. Εξαιτίας της βουλγαρικής απειλής- η αντιμετώπιση της οποίας αποτελούσε από το 1913 το βασικό αμυντικό δόγμα του Επιτελείου- ο Βενιζέλος απαντά αρνητικά στην Αντάντ προκαλώντας όπως ήταν αναμενόμενο δυσαρέσκεια και απογοήτευση. Η ανάπτυξη όμως αγγλογαλλικών ναυτικών επιχειρήσεων για την εκπόρθηση των  Δαρδανελλίων και την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης δημιουργούν κατά την άποψη του Πρωθυπουργού, μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για την Ελλάδα προκειμένου να καταστεί συρρυθμιστής του ζητήματος των Στενών. Στις 17 Φεβρουαρίου διαβάζει ο ίδιος ο Βενιζέλος στον Κωνσταντίνο το τρίτο υπόμνημα με το οποίο προτείνει τη συμμετοχή της Ελλάδας στις στρατιωτικές επιχειρήσεις για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και όπως ήταν αναμενόμενο κερδίζει την ενθουσιώδη αποδοχή του τελευταίου, ο οποίος οραματίζεται τον εαυτό του ως τον ύστατο εκπορθητή της Πόλης[16].

ii. Η οριστική ρήξη

Ενώ όμως διαφαινόταν ότι τελικά οι απόψεις των δύο πρωταγωνιστών του Εθνικού Διχασμού θα συνέκλιναν προς την ίδια γραμμή, εμφανίζεται ένα νέο πρόσωπο που θα ταράξει τα νερά. Ο αντισυνταγματάρχης Ι.Μεταξάς, επικεφαλής του Επιτελείου μετά την απομάκρυνση του Δουσμάνη[17], εκφράζει την έντονη διαφωνία του με το ενδεχόμενο της συμμετοχής της Ελλάδας στην επιχείρηση των Δαρδανελίων και υποβάλλει την παραίτηση του. Τούτο προκαλεί με τη σειρά του αλυσιδωτές αντιδράσεις[18]. Ο Βενιζέλος παραπέμπει το ζήτημα στον βασιλιά και ο τελευταίος συγκαλεί στις 18 Φεβρουαρίου Συμβούλιο του Στέμματος, το οποίο αποτελείται από τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων Γεώργιο Θεοτόκη, Στέφανο Δραγούμη, Δημήτριο Ράλλη και Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Από αυτούς μόνο ο Θεοτόκης αντιτάχθηκε στο σχέδιο του Βενιζέλου. Μετά το Συμβούλιο η θέση του βασιλιά αρχίζει να κλονίζεται. Η εμμονή του στη  τήρηση της γερμανόφιλης ουδετερότητας φαίνεται ότι δεν έχει πλέον ερείσματα στην εσωτερική πολιτική σκήνη. Για αυτό το λόγο συγκαλεί δεύτερη φορά το Συμβούλιο του Στέμματος, το οποίο όμως μετά από μία τεταμένη συνεδρίαση επαναλαμβάνει την εμπιστοσύνη του στο σχέδιο του Βενιζέλου για την αποστολή ελληνικών δυνάμεων στις επιχειρήσεις της Καλλίπολης.

Ο βασιλιάς όμως και πάλι αρνείται να αποδεχθεί το σχέδιο Βενιζέλου. Έχοντας μόνο τη στήριξη του Υπουργού Εξωτερικών Γεωργίου Στρειτ και του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Ιωάννη Μεταξά αντιτάσσεται στην απόφαση του συνόλου σχεδόν του πολιτικού κόσμου της χώρας και θέτει σε εφαρμογή τα δικά του προσωπικά σχέδια. Η στάση του αυτή αποτελεί μία μελανή στιγμή στην ιστορία του Στέμματος και επιβεβαιώνει την  εν πολλοίς εγωιστική, εμπαθή και ανάλγητη άσκηση της εξωτερικής πολιτικής την οποία θεωρεί αποκλειστικό προνόμιο της βασιλείας. Τα σύννεφα του εμφυλίου πυκνώνουν. Η ρήξη πλέον είναι αναπόφευκτη.

iii. H πρωθυπουργοποίηση του Γούναρη.

Ο Βενιζέλος παραιτείται από τη θέση του Πρωθυπουργού και προτείνει το σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον Αλέξανδρο Ζαίμη. Ο τελευταίος δεν δέχθηκε να κυβερνήσει με διατάγματα και ζήτησε μέσω του βασιλέα την υποστήριξη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Η απάντηση του Βενιζέλου ήταν αρνητική και θυμωμένη, θεωρώντας τη στάση αυτή του Στέμματος εμπαιγμό σε μία νόμιμα εκλεγμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ο Κωνσταντίνος όμως δεν κάνει πίσω βαθαίνοντας έτι περαιτέρω το σχίσμα. Ο τυφλός εγωισμός του θα τον οδηγήσει σε μία πράξη που θα καταστήσει τον Εθνικό Διχασμό ένα αμετάκλητο ιστορικό γεγονός. Αντί να προκηρύξει εκλογές, επιλέγει τον Δημήτριο Γούναρη, έναν ανεξάρτητο φιλόδοξο βουλευτή, για να σχηματίσει κυβέρνηση. Οι απόψεις τους πάνω στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής είναι απολύτως ταυτισμένες[19]. Ο Γούναρης με το που σχηματίζει κυβέρνηση στρέφεται εναντίον του Βενιζέλου εξαναγκάζοντας τον να παραιτηθεί από την πολιτική σκηνή. Μέσα σε ένα τέτοιο εμφυλιοπολεμικό κλίμα η μόνη αναμενόμενη αντίδραση του Πρωθυπουργού ήταν η υποβολή παραίτησης. Το πολιτικό κλίμα στο εσωτερικό της χώρας είναι έκρυθμο.

 

iv. Οι εκλογές της 31 Μαΐου 1915

Σε αυτό το φορτισμένο πολιτικά κλίμα η μόνη διέξοδος διαφυγής ήταν η προκήρυξη γενικών εκλογών. Στις 31 Μαΐου 1915 προκηρύσσονται εκλογές που καταλήγουν σε μία ξεκάθαρη επικράτηση του κόμματος των Φιλελευθέρων[20]. Ο εκλογικός θρίαμβος του Βενιζέλου αποτέλεσε μία σαφή απάντηση της πλειοψηφίας των πολιτών στη διαμάχη του με τον βασιλιά. Το μήνυμα που στέλνει στον Θρόνο είναι ηχηρό και δεν χωρεί παρανοήσεις. Επικυρώνοντάς την εμπιστοσύνη του στον Πρωθυπουργό η κοινοβουλευτική πλειοψηφία επικροτεί της πολιτικές επιλογές του στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Η νέα κυβέρνηση σχηματίστηκε τελικά την 17η/30η Αυγούστου 1915 με σχεδόν την ίδια σύνθεση με αυτή που διαλύθηκε από την παραίτηση του Βενιζέλου. Η σπουδαιότερη αλλαγή ήταν η ανάληψη του υπουργείου Στρατιωτικών από τον αντιστράτηγο Παναγιώτη Δαγκλή, νικητή των Βαλκανικών Πολέμων, στη θέση του Βενιζέλου.[21] Ο Πρωθυπουργός, έχοντας νωπή και ισχυρή λαϊκή εντολή, δεν ήταν διατεθειμένος να επιτρέψει βασιλικές παρεμβάσεις στην ενάσκηση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Προκειμένου να εφαρμόσει την ελληνοσερβική συνθήκη ο Βενιζέλος προτείνει στην Ανταντ  την αποστολή στρατευμάτων για την ενίσχυση της Σερβίας, ενώ αγγλογαλλικά στρατεύματα αποβιβάζονται στην Θεσσαλονίκη. Η αντίδραση του βασιλιά μπροστά στην εξέλιξη αυτή είναι έντονη και οδηγεί τον Βενιζέλο σε δεύτερη παραίτηση προκειμένου να αποφύγει τα χειρότερα και την ενδεχόμενο ξέσπασμα εμφυλίου. Η διαφωνία μεταξύ των δύο αντρών έχει καταστεί πλέον ασυμβίβαστη[22].

 

v. Οι ιστορικές εξελίξεις επιταχύνουν το χάσμα

Ο Κωνσταντίνος θριαμβολογόντας ότι ΄΄ξεφορτώθηκε΄΄ τον Βενιζέλο, τηλεγράφησε αμέσως στον γυναικαδελφό του Γερμανό Κάιζερ, όπως είχε συμφωνηθεί,[23] ενώ προχώρησε στο σχηματισμό Κυβέρνησης με τη σύμπραξη του Στρέιτ και του Γούναρη και Πρωθυπουργό τον Ζαίμη. O Κωνσταντίνος δεν αντιτάχθηκε φανερά στην αγγλογαλλική απόβαση στην Θεσσαλονίκη από το φόβο εξαναγκαστικών μέτρων εκ μέρους των Μεγάλων Δυνάμεων. Οι Σύμμαχοι ωστόσο γρήγορα κατάλαβαν ότι η στάση αυτή του βασιλιά ήταν προσχηματική και ότι στην πραγματικότητα δεν είχαν πολλά να περιμένουν από το Στέμμα, που παρέμενε στη γραμμή της γερμανόφιλης ουδετερότητας. Έτσι η Αντάντ προχωρούσε σε επανειλημμένες παραβιάσεις της ελληνικής ουδετερότητας με σκοπό να πιέσει την Ελλάδα να εξέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της αλλά και να ανέβει ο Βενιζέλος στην εξουσία εκ νέου.  Η ιστορική συγκυρία πλέον είχε φθάσει σε οριακό σημείο. Στις 13 Μαΐου παραδόθηκε το οχυρό του Ρούπελ στους Βουλγάρους κατόπιν προσυμφωνημένης συννενόησης με την βασιλική Κυβέρνηση Σκουλούδη, η οποία προέκυψε από τις εκλογές της 6ης Δεκεμβρίου 1915, στις οποίες δεν συμμετείχε το κόμμα των  Φιλελευθέρων σε ένδειξη αντίθεσης της στην αντισυνταγματική δεύτερη διάλυση της Βουλής για τον ίδιο στην ουσία λόγο δηλαδή τη διαφωνία του Στέμματος με την εξωτερική πολιτική που αποφάσισε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Άμεση ήταν η αντίδραση της Αντάντ με την κατάληψη της Θάσου, την κήρυξη στρατιωτικού νόμου στη Θεσσαλονίκη και την επιβολή μερικού ναυτικού αποκλεισμού στην Παλαιά Ελλάδα[24] Μετά από πρόσκληση του Βενιζέλου, τον  Μάιο του 1916, γαλλικές δυνάμεις υπό τον στρατηγό Sarrail, κατέλαβαν οχυρές θέσεις βόρεια της Θεσσαλονίκης. Οι στιγμές αναγκάζουν τον Βενιζέλο να αναλάβει άμεσα και καίρια πρωτοβουλία. Παρουσιάζει στους πρεσβευτές της Αγγλίας και της Γαλλίας το σχέδιο του για τη δημιουργία προσωρινής κυβέρνησης στη Θεσσαλονίκη με επικράτεια τις Νέες Χώρες(Μακεδονία, Ήπειρο και νησιά του Αιγαίου) και στόχο τη συγκρότηση στρατού για να πολεμήσει στο πλευρό της Αντάντ[25]. Ο Εθνικός Διχασμός έχει φθάσει στο αποκορύφωμα του.

 

vi.Η προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης

Στις 17 Αυγούστου 1916 εκδηλώνεται στη  Θεσσαλονίκη το κίνημα της ΄΄Εθνικής Άμυνας΄΄, μίας οργάνωσης που είχαν συγκροτήσει τον Δεκέμβριο 1915 στελέχη των Φιλελευθέρων στη Μακεδονία, με αφορμή τις επιθέσεις Γερμανών και Βουλγάρων στη Μακεδονία, που ήρθε ως αποτέλεσμα της πρόθεσης του βασιλιά και της κυβέρνησης Σκουλούδη να απωθήσουν τα στρατεύματα της Αντάντ. Ο Βενιζέλος περιμένοντας την προκήρυξη εκλογών είχε θεωρήσει αρχικά το κίνημα ΄΄πρόωρο΄΄. Ωστόσο μετά τη ματαίωση των εκλογών η πιθανότητα επανόδου στη συνταγματική τάξη είχε εκλείψει παντελώς.  Ξεπερνώντας και τους τελευταίους δισταγμούς του ο κρητικός πολιτικός επιβιβάζεται από την Αθήνα στο πλοίο που έφερε το συμβολικό όνομα Esperia, με προορισμό τη Θεσσαλονίκη, που αποτελούσε το γεωγραφικό επίκεντρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Καταφθάνει στις 26 Σεπτεμβρίου 1916.

Εκεί θα συμβεί ένα γεγονός που θα επισφραγίσει με τον πιο επίσημο τρόπο τον Εθνικό Διχασμό. Η αδυναμία εξεύρεσης οποιουδήποτε διαύλου επικοινωνίας και συνεννόησης με το κωνσταντινικό καθεστώς στην Αθήνα θα οδηγήσει αναπότρεπτα στην δημιουργία μίας άλλης κυβέρνησης, μίας άλλης διοίκησης με σκοπό την προώθηση των εθνικών συμφερόντων που πλήττονταν σφόδρα στο πεδίο των μαχών.

Με συνεργάτες τον στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή και τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη θα σχηματισθεί η επονομαζόμενη ΄΄Τριανδρία΄΄ που θα αναλάβει το ιστορικό καθήκον να φέρει εις πέρας την εθνική αποστολή και να αναλάβει την ηγεσία της Εθνικής Άμυνας στις 9 Οκτωβρίου 1916. Στο πρώτο φύλλο της, η Εφημερίς της Προσωρινής Κυβέρνησης του Βασιλείου της Ελλάδας[26] έγραφε στην προκήρυξή της πως «το ποτήριον των πικριών, των εξευτελισμών και των ταπεινώσεων υπερεπληρώθη». Και συνεχίζει ΄΄ αφού το Κράτος προέδωκε τα καθήκοντα του, υπολείπεται εις το Έθνος να επιχειρήση όπως επιτύχη το έργον, όπερ επεβάλλετο εις το Κράτος΄΄. O στρατηγός Παναγιώτης Δαγκλής παρουσιάζει γλαφυρά στο προσωπικό του αρχείο το αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί εξαιτίας της αμεταχώρητης εμμονής του βασιλιά στις προσωπικές του φιλοδοξίες. Γράφει :΄Δυστυχώς δε τα πράγματα  χειροτερεύουσιν ένεκα της αλλοκότου επιμονής του Βασιλεώς και φοβούμαι ότι δεν θα είναι δυνατή η παραμονή αυτού εν Ελλάδι μετά την προς τας προστάτιδας δυνάμεις απονενοημένην στάσιν του, και την οσημέραι αυξανόμενην αγανάκτησιν μεγάλου μέρους του Ελληνικού λαού΄΄[27]. Η σκέψη του Δαγκλή υπήρξε προφητική.

Η αντιπαράθεση μεταξύ του Βενιζέλου και του  Κωνσταντίνου είχε εκφύγει από τα πλαίσια της πολιτικής διαφωνίας – η οποία δεν ήταν ασυνήθης μεταξύ τους την ιστορική περίοδο που μελετούμε-και είχε εξελιχθεί σε ανοιχτή σύγκρουση. Το διακύβευμα πλέον δεν ήταν η επικράτηση της άποψης του ενός ή του άλλου πολιτικού ανδρός. Ήταν η ενσωμάτωση και διατήρηση του μεγαλύτερου μέρους του αλύτρωτου ελληνισμού που βρίσκονταν στις επονομαζόμενες Νέες χώρες και τη Μικρά Ασία. Και η σύγκρουση δεν ήταν μεταξύ του Βενιζέλου και του Κωνσταντίνου. Ήταν μεταξύ της πλειοψηφίας της Παλαιάς Ελλάδας που εκπροσωπούσε  το ελληνικό κράτος της εποχής και αντιπροσωπευόταν από το βασιλιά, και την πλειοψηφία του υπόλοιπου ελληνισμού: των αλύτρωτων, των Ελλήνων των Νέων χωρών και εκείνων των παροικιών. Από τη μία πλευρά λοιπόν υπήρχε το επίσημο Κράτος, η θεσμική υπόσταση του οποίου- ή τουλάχιστον ενός τμήματος αυτής- εκφραζόταν από το  Θρόνο, και από την άλλη υπήρχε το σύνολο του αλύτρωτου ελληνικού έθνους, του οποίου ο μακρόχρονος διακαής πόθος ήταν η θεσμική ενσωμάτωση του με τη μητέρα πατρίδα.

Γεωγραφικά ο Εθνικός Διχασμός αποτυπώθηκε με την κρατική διάσπαση στο ΄΄΄κράτος των Αθηνών΄΄, όπου έδρευε  το θεσμικό οικοδόμημα της Παλαιάς Ελλάδας και το ΄΄ κράτος της Θεσσαλονίκης΄΄, της μεγαλύτερης και ιστορικότερης πόλης της Μακεδονίας, που αντιπροσώπευε τις φιλοδοξίες, τα όνειρα και τις επιθυμίες του αλύτρωτου ελληνισμού. Η Κρήτη και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου( Σάμος, Ικαρία, Χίος, Λέσβος, Λήμνος) προσχώρησαν αμέσως στην Προσωρινή Κυβέρνηση, ενώ η  Κεντρική και Δυτική Μακεδονία ελέχθησαν σταδιακά[28].

vii. Οι προτεραιότητες της Προσωρινής Κυβερνήσεως

Η Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης ήταν, όπως μαρτυρεί και το όνομα της, μία Κυβέρνηση ειδικού σκοπού. Στόχος της δεν ήταν να υποκαταστήσει τις δημοκρατικές λειτουργίες ενός θεσμικού κράτους αλλά να αποσοβήσει την επερχόμενη- και πιθανότατα αναπότρεπτη-εθνική ταπείνωση. Η καθυστέρηση στην ανάληψη πολιτικών πρωτοβουλιών στο αμφικλινές και επικίνδυνο πεδίο του διπλωματικού και στρατιωτικού παιγνίου που διεξαγόταν στα Βαλκάνια στις αρχές του 20ου αιώνα θα καθόριζε τη τύχη και την ιστορία ενός ολόκληρου έθνους. Αυτό ακριβώς προσπαθεί να αποσοβήσει η πολιτική κίνηση της Τριανδρίας  και για αυτό το λόγο η άμεση προτεραιότητα της ήταν η συγκρότηση στρατού που θα πολεμούσε στο πλευρό των Συμμάχων, στο Μακεδονικό μέτωπο. Το καθήκον αυτό επωμίστηκε ο έμπειρος στρατηγός των Βαλκανικών Πολέμων, Παναγιώτης Δαγκλής ο οποίος αναλαμβάνει τη συγκρότηση του στρατού και εξασφαλίζοντας την ομαλή συνεργασία με το Συμμαχικό Στρατηγείο Ανατολής[29]. Ο αρχικός πυρήνας του νέου στρατού σχηματίσθηκε από εθελοντές ενώ στην πορεία συμπληρώθηκε με υποχρεωτική στρατολογία από τις περιοχές που έλεγχε η Προσωρινή Κυβέρνηση[30]. Ωστόσο εξαιτίας του γεγονότος ότι οι Σύμμαχοι δεν κατόρθωσαν να παράσχουν επαρκή οικονομική και υλική βοήθεια στάθηκε αδύνατο να οργανωθεί γρήγορα μία μάχιμη στρατιωτική δύναμη. Οπωσδήποτε όμως ο βασικός σκοπός της επαναστάσεως, που ήταν πολιτικός και όχι στρατιωτικός επιτεύχθηκε.

Η Προσωρινή Κυβέρνηση ζήτησε αμέσως τη διπλωματική της αναγνώριση. Οι αρχικές αντιδράσεις της Αντάντ ήταν ποικίλες. Η Ρωσία ήταν αντίθετη σε μία de jure αναγνώριση. Οι δυτικοί Σύμμαχοι επίσης κατανοούσαν ότι θα ήταν δύσκολο να αναγνωρίσουν δύο ξεχωριστές κυβερνήσεις στην Ελλάδα, αν και τούτο θα ήταν προς το συμφέρον τους. Έτσι συμφώνησαν να αναγνωρίσουν de facto την Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης χορηγώντας περιορισμένη οικονομική ενίσχυση[31]. Η Ιταλία πήρε αμέσως αρνητική στάση καθώς ο Βενιζέλος στεκόταν εμπόδιο στις δικές της επεκτατικές βλέψεις εις βάρος της  Ελλάδας. Στην πραγματικότητα η  νέα κυβέρνηση Βενιζέλου, Δαγκλή, Κουντουριώτη παρότι εγκαταστάθηκε «στο όνομα του ελληνικού λαού» με τις ευλογίες της Αντάντ και υπό την προστασία του Sarrail, κατέλαβε εξαπίνης τους εγχώριους και διεθνείς πολιτικούς και στρατιωτικούς παράγοντες και προξένησε τεράστια εντύπωση τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.  Το σίγουρο είναι ότι δημιούργησε μία νέα προοπτική στο διεθνές παζάρι εδαφών στα Βαλκάνια και μία νέα δυναμική ισορροπιών

 

 viii. Τα Νοεμβριανά

Ο διχασμός που προκλήθηκε από τη δημιουργία και ύπαρξη δύο κυβερνήσεων  εντός του ελλαδικού χώρου δεν ήταν δυνατόν να μείνει αναπάντητος από το Κωνσταντινικό καθεστώς. Η πρώτη σύγκρουση συνέβη όταν στρατιώτες της Εθνικής Άμυνας επιχείρησαν να καταλάβουν την Κατερίνη και συγκρούστηκαν με τον τακτικό στρατό που παρέμενε πιστός στον βασιλιά. Η ευτυχής συγκυρία ήταν ότι η συνέχιση των ένοπλων συρράξεων αποσοβήθηκε όταν η Γαλλία έσπευσε να χωρίσει τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα δημιουργώντας μία ΄΄ ουδέτερη ΄΄ ζώνη. Χωρίς την παρέμβαση αυτή ήταν σίγουρο ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα κλιμακώνονταν και ο εμφύλιος πόλεμος θα γενικευόταν[32].

Στην Αθήνα όμως τα πράγματα έλαβαν ανεξέλεγκτη τροπή. Οι Γαλλο-βρετανικές δυνάμεις των Συμμάχων της Αντάντ (3.000 άνδρες) στις 18 Νοεμβρίου 1916 εισέβαλαν στην Αθήνα με σκοπό να επιτάξουν οπλισμό ως αντάλλαγμα για την αμαχητί παράδοση της οχυρωματικής γραμμής του Ρούπελ και την παράδοση της Ανατολικής Μακεδονίας στη Βουλγαρία από τον Βασιλιά Κωνσταντίνο και τον Ιωάννη Μεταξά, τον Μάη και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου(1916).  Ο «Συνδέσμος των Επίστρατων», που αποτελούνταν από απολυθέντες φιλοβασιλικούς αξιωματικούς από το Κράτος της Θεσσαλονίκης,  οργανωτής των οποίων ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς, αντιστάθηκε σθεναρά και εξελίχθηκε αιματηρή σύγκρουση με αποτέλεσμα 194 νεκρούς και τραυματίες από τους Συμμάχους και 82 Έλληνες. Τελικά ο Κωνσταντίνος υποχώρησε και συμφώνησε να παραδώσει μέρος του πολεμικού υλικού που είχε ζητηθεί. Μετά την απομάκρυνση των συμμαχικών δυνάμεων, το πρωί της 19 Νοεμβρίου, οι υποστηρικτές του Κωνσταντινικού καθεστώτος προέβησαν σε επαίσχυντες πράξεις βίας και τρομοκρατίας με θύματα τους Φιλελευθέρους της πρωτεύουσας. Σημειώθηκαν  δεκάδες θάνατοι από λιντσάρισμα και εκτεταμένες καταστροφές της περιουσίας τους ενώ κακοποιήθηκε και φυλακίσθηκε και ο Δήμαρχος Εμμανουήλ Μπενάκης[33]. Έκλεισαν 31 εφημερίδες που ήταν φιλικές προς τον Βενιζέλο και λεηλατήθηκαν σχεδόν 500 σπίτια και μαγαζιά όσων βενιζελικών είχαν παραμείνει στην Αθήνα. Στις 12 Δεκεμβρίου ο Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος Α΄ θα αφορίσει τον Βενιζέλο για τον διχασμό σε μια λαϊκή τελετή στο Πεδίο του Άρεως όπου πλήθος κόσμου θα πετάει συμβολικά πέτρες καταριώντας τον, φωνάζοντας «Κατά Ελευθερίου Βενιζέλου φυλακίσαντος αρχιερείς και επιβουλευθέντος την βασιλείαν και την πατρίδα ανάθεμα έστω. Ανάθεμα και αιωνία κατάρα στον προδότη Βενιζέλο»

 Οι Αγγλογάλλοι θεωρούσαν ως αποκλειστικό υπεύθυνο για τα Νοεμβριανά τον Κωνσταντίνο και προχώρησαν σε ολοκληρωτικό θαλάσσιο αποκλεισμό της Νότιας Ελλάδας. Απόρροια του αποκλεισμού των ελληνικών ακτών και της απαγόρευσης της ακτοπλοΐας από τους Συμμάχους ήταν η παντελής έλλειψη τροφής, η οποία οδήγησε σε αρκετούς θανάτους από ασιτία[34]. Για τους Συμμάχους ο Κωνσταντίνος είναι πλέον ο πιο μισητός μετά τον Κάιζερ εχθρός τους.

ix. Η εκδίωξη του Κωνσταντίνου και η άφιξη του Βενιζέλου στην Αθήνα

Οι συμμαχικές δυνάμεις επιβάλλουν αυστηρό αποκλεισμό στην Παλαιά Ελλάδα και αναγκάσαν την Αθήνα να υποκύψει στις απαιτήσεις της Αντάντ. Ήταν πλέον φανερό ότι με τον Κωνσταντίνο ως ρυθμιστή των πραγμάτων στην πρωτεύουσα δεν θα μπορούσε να υπάρξει ούτε ειρήνευση στο εσωτερικό ούτε συνεργασία με τους Συμμάχους. Οι Γάλλοι, συνεπικουρούμενοι από το νέο Βρετανό Πρωθυπουργό Λόιντ Τζορτζ, απαίτησαν από τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει το θρόνο, προκειμένου να άρουν τον αποκλεισμό. Επικαλέστηκαν μάλιστα το καθεστώς των "Προστάτιδων Δυνάμεων", το οποίο κατά την άποψή τους είχαν από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους.  Ο βασιλιάς παρά τις αντιδράσεις μεγάλης μερίδας του λαού εξαναγκάζεται να παραχωρήσει τον θρόνο στον δευτερότοκο υιό του Αλέξανδρο, και να διοριστεί Αρμοστής της Ελλάδος ο Γάλλος ναύαρχος Ζόνναρ. Τον Ιούνιο ο βασιλιάς θα αυτοεξοριστεί με την υπόλοιπη οικογένειά του στην Ελβετία, φεύγοντας κρυφά από τον Ωρωπό λίγες μέρες προτού κατέβει ο Βενιζέλος δια του γαλλικού θωρηκτού «Προβάνς» στην Αθήνα, για να αναλάβει πρωθυπουργός του, ενωμένου πλέον, αλλά και υπό Επιτροπεία, Ελληνικού Κράτους.

 Στις 13 Ιουνίου 1917 διορίστηκε η τρίτη υπό την προεδρία του Ελευθερίου Βενιζέλου κυβέρνηση ενώ ισχυρά γαλλικά στρατιωτικά τμήματα είχαν καταλάβει επίκαιρες θέσεις σε διάφορα σημεία της Αθήνας για τη διατήρηση της τάξης και την αποτροπή επεισοδίων από τους Κωνσταντινικούς.  Στις 14 Ιουνίου καταφθάνει η νέα κυβέρνηση Βενιζέλου  στην Αθήνα από τον Πειραιά και ορκίστηκε στα Ανάκτορα. Το ίδιο βράδυ ο Βενιζέλος μίλησε στους συγκεντρωμένους οπαδούς του από τον εξώστη του ξενοδοχείου΄΄ Μεγάλη Βρετανία΄΄ και κάνοντας ένα σύντομο απολογισμό, επέμεινε στην ανάγκη συγκρότησης στρατού της Άμυνας,  χωρίς να παραλείψει να τονίσει την ευγνωμοσύνη του στις ΄΄Προστάτιδες Δυνάμεις΄΄[35]

 Η πρώτη πράξη της νέας κυβέρνησης ήταν η κήρυξη πολέμου εναντίον των Κεντρικών Δυνάμεων, στις 15 Ιούνη του 1917[36]. Στις 29 Ιουνίου με Βασιλικό διάταγμα του νέου βασιλιά, ο Βενιζέλος πετυχαίνει την επανασύσταση της Βουλής του 1915 που την είχε διαλύσει ο Κωνσταντίνος 2 χρόνια νωρίτερα (Οκτώβρης του 1915), και που ο τύπος της εποχής αποκάλεσε ως «Βουλή των Λαζάρων»[37]. Ακολούθως ξεκίνησε ένα κύμα εκδίωξης  των αντιβενιζελικών στελεχών που αντιμάχονταν τη νέα κυβέρνηση και με νόμο ήρε την ισοβιότητα των δικαστών και την μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Κηρύχθηκαν έκπτωτοι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Θεόκλητος Α' και οι μητροπολίτες που είχαν πρωτοστατήσει στο ανάθεμα. Απολύθηκαν 570 δικαστικοί όλων των βαθμίδων και 6.500 δημόσιοι υπάλληλοι, ενώ αποστρατεύθηκε το 40% του συνόλου των μόνιμων αξιωματικών του στρατού. Ακολούθησαν εξορίες των πολιτικών του αντιπάλων από τους Γάλλους στην Κορσική, σε εσωτερική εξορία ή σε κατ' οίκον περιορισμό, καθώς και η «Δίκη του ΓΕΣ» των στρατιωτικών του Παλατιού για την αμαχητί παράδοση της Μακεδονίας, του Ρούπελ και του Δ' Σώματος Στρατού το 1916, όπου θα καταδικαστεί σε θάνατο για προδοσία ο Ιωάννης Μεταξάς.

Το βενιζελικό καθεστώς, ανεξάρτητα από τις προθέσεις και τα επιτεύγματα του, βιώθηκε ως ΄΄τυραννία΄΄ από τα θύματα του και τους κατοίκους της Παλαιάς Ελλάδας, καθώς ήταν αναγκασμένο να προβεί σε διώξεις, εκτοπίσεις και παραγκωνισμό των αντιβενιζελικών προκειμένου να διατηρηθεί η τάξη στο εσωτερικό της χώρας και να σχηματισθεί μία ενιαία κυβέρνηση που θα συμμετείχε στις εκστρατευτικές επιχειρήσεις των συμμάχων. Αν και τυπικά ο Εθνικός Διχασμός τελείωσε τον Ιούνιο του 1917, η έλλειψη εθνικής ομόνοιας, ο φανατισμός και η δίψα για εκδίκηση οδήγησε στην πρόκληση και άλλων επεισοδίων όπως οι εξεγέρσεις νεοσύλλεκτων κατά την επιστράτευση, οι λιποταξίες από το Μακεδονικό μέτωπο, η πρώτη απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου με το τέλος του πολέμου, και το λιντσάρισμα του Δραγούμη, και έπαιξε μοιραίο ρόλο στην τραγική κατάληξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας, αλλά και στη Δίκη και εκτέλεση των έξι ως υπαιτίων της Καταστροφής.

 

Κεφάλαιο Β

Ι. Η Μικρασιατική Καταστροφή

 Οι εκλογές του Νοεμβρίου 1920 επιφύλασσαν για την Ελλάδα μία έκπληξη η οποία όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων κατέστη μοιραία για την ίδια και τους καταταλαιπωρημένους από τους συνεχείς πολέμους πολίτες της . Τρεις μήνες μετά την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών που δημιούργησε την Ελλάδα ΄΄των δύο Ηπείρων και των πέντε θαλασσών΄΄ ο Βενιζέλος- πρωτεργάτης στην υπογραφή της- δεν περίμενε ότι θα απαξιωνόταν τούτη η τεράστια διπλωματική επιτυχία στα μάτια του ελληνικού λαού. Το βράδυ της 1ης Νοεμβρίου, τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας προκάλεσαν ψυχρολουσία στο στρατόπεδο των Βενιζελικών. Από τις 369 έδρες κέρδισαν 118, τις 52 στη Θράκη και τις 66 στις άλλες Νέες Χώρες πέραν της Μακεδονίας, παρά το γεγονός ότι είχαν το 50,3% των ψήφων έναντι 49,3% της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης. Στη Μακεδονία οι αντιβενιζελικοί πήραν τις 69 από τις 74 έδρες βασιζόμενοι στις ψήφους των αλλοεθνών[38]. Στην Παλιά Ελλάδα η επικράτηση των φιλοβασιλικών ήταν ολοκληρωτική, με δεδομένο κι ότι η αναμέτρηση είχε λάβει τον χαρακτήρα άτυπου δημοψηφίσματος για την επιστροφή του Κωνσταντίνου, ύστερα από τον αναπάντεχο θάνατο του υιού του, πρίγκιπα Αλέξανδρου από το δάγκωμα της μαϊμούς[39].

Το αποτέλεσμα αυτό των εκλογών προκάλεσε έκπληξη στον ευρωπαϊκό κόσμο της εποχής και τους συμμάχους της Ελλάδας που υπολόγιζαν στην προσωπικότητα του Βενιζέλου για τη συνέχιση της αγαστής συνεργασίας τους και την εφαρμογή των συμφωνηθέντων με τη Συνθήκη των Σεβρών. Αντ αυτού το αποτέλεσμα των εκλογών εγκαθίδρυσε ένα καινούριο διεθνές πλαίσιο και οι ελληνικές πολιτικές εξελίξεις διέρρηξαν τους διεθνείς διπλωματικούς συσχετισμούς. Οι σύμμαχοι δυσαρεστημένοι από την επικράτηση των αντιβενιζελικών και κυρίως από την επανεμφάνιση του βασιλιά Κωνσταντίνου στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας[40] βρήκαν την ευκαιρία που αποζητούσαν προκειμένου να απεμπλακούν από τις συμμαχικές δεσμεύσεις, οι οποίες δεν ήταν εξίσου συμφέρουσες για όλους τους συμμάχους και ενείχαν δυσβάσταχτο οικονομικό φορτίο. Εν πρώτοις ανέστειλαν την οικονομική τους βοήθεια και σταδιακά υποστήριξαν τα κεμαλικά στρατεύματα στην προσπάθεια για την  εκδίωξη των ελληνικών δυνάμεων από την Ιωνία. Διπλωματικά και στρατιωτικά απομονωμένη η Ελλάδα βρισκόταν μπροστά σε ένα υπαρξιακό δίλλημα και ήταν καταδικασμένη να επιδιώξει μόνη της την εφαρμογή των συμφωνηθέντων με τη Συνθήκη των Σεβρών[41].

i.                    Στο πεδίο των μαχών

Τον Μάιο του 1919 ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος και η κυβέρνησή του, έχοντας την υποστήριξη των νικητών Άγγλων και Γάλλων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου διέταξε την απόβαση ελληνικών στρατευμάτων στην Μικρά Ασία με συμμαχική «εντολή» την αποκατάσταση της ειρήνης και της τάξης, καθώς και την προστασία όλου του χριστιανικού (και όχι μόνο) πληθυσμού από αυθαιρεσίες. Η Ελλάδα στην ουσία προσδοκούσε την επικείμενη συνθήκη ειρήνης επί των ηττημένων Τούρκων. Και μπορεί μεν ο τελικός στόχος των Ελλήνων να ήταν η προσάρτηση περιοχών της Μικράς Ασίας στο πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας (κυρίως στα παράλια, όπου το ελληνικό στοιχείο δραστηριοποιούνταν έντονα), πρωταρχική όμως μέριμνα της κυβέρνησης Βενιζέλου ήταν η προστασία των ελληνικών πληθυσμών από την τουρκική αυθαιρεσία[42].

  Μετά τις εκλογές του 1920 οι διεθνείς συσχετισμοί που οδήγησαν στην υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών είχαν μεταλλαχθεί. Η νέα κυβέρνηση που προέκυψε από την κάλπη απομονωμένη διπλωματικά είχε δύο επιλογές . Ή να υποχωρήσει όσον αφορά στο μικρασιατικό ζήτημα και να εμφανιστεί έτσι ότι μειοδοτεί εν σχέσει προς τη πολιτική Βενιζέλου ως προς τα εθνικά όνειρα και επιδιώξεις· ή να επιδιώξει αυτό που ο ίδιος ο Ιωάννης Μεταξάς ήδη από το έτος 1915 θεωρούσε ακατόρθωτο. Τη συνέχιση της εκστρατείας στα βάθη της ανατολίας χωρίς τη βοήθεια κανενός διεθνούς συνασπισμού αλλά στηριζόμενη μόνο στις δυνάμεις μιας χώρας που λίγα χρόνια πριν είχε εξαντληθεί οικονομικά και στρατιωτικά από τους βαλκανικούς πολέμους[43]. Αποφασίσθηκε το δεύτερο. Τον Μάρτιο του 1921, το Α’ Σώμα Στρατού έδωσε σκληρές μάχες από το Ουσάκ προς το Αφιόν Καραχισάρ και στις 14 Μαρτίου, το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων επιτέθηκε αιφνιδιαστικά κατά των τουρκικών δυνάμεων και κατέλαβε το Αφιόν Καραχισάρ. Από τις 25 Ιουνίου 1921, η Στρατιά Μικράς Ασίας κινήθηκε επιθετικά προς Προύσα και Ουσάκ, με σκοπό την κύκλωση του Κεμαλικού Στρατού στην περιοχή Δορύλαιο – Κιουτάχεια – Αφιόν Κραχισάρ.  Οι μάχες πού ακολούθησαν ήταν επικές. Στις 2 Ιουλίου 1921, το Ι/38  Σύνταγμα Ευζώνων, απέκρουσε επιθετικά τις τουρκικές δυνάμεις, αποδιοργανώνοντάς τις. Μέχρι τις 4 Ιουλίου είχαν καταληφθεί από τις ελληνικές δυνάμεις Αφιόν Καραχισάρ και Κιουτάχεια. Στις 8 Ιουλίου, οι Ι, ΙΙ και ΧΙΙΙ Μεραρχίες είχαν προωθηθεί προς Δορύλαιο, Εσκί Σεχίρ μέχρι Σεϊντί Γαζή. Τα ευζωνικά σώματα προέλαυναν νικηφόρα.  Αν και οι Τούρκοι προέβησαν σε γενική αντεπίθεση, απέτυχαν τελείως. Η νίκη του Ελληνικού Στρατού, μέχρι τότε, ήταν η σπουδαιότερη γιατί έγινε σε ανοικτό πεδίο και συμμετείχε το σύνολο των δυνάμεων και των δύο αντιπάλων. Σημαντικά ήταν και τα εδαφικά αποτελέσματα καθώς, με την κατάληψη των σιδηροδρομικών κόμβων Αφιόν Καραχισάρ, Κιουτάχειας και Εσκί Σεχίρ, ο Ελληνικός Στρατός εξασφάλιζε τον ανεφοδιασμό του. Ωστόσο, το μικρασιατικό ζήτημα δεν λυνόταν, αφού οι τουρκικές δυνάμεις αποσύρθηκαν ανατολικά του Σαγγαρίου ποταμού χωρίς να παγιδευτούν. Στις 8 Αυγούστου 1921, ο Ελληνικός Στρατός διάβηκε τον Σαγγάριο ποταμό και  κινήθηκε βορειοανατολικά. Το 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων, το Μεικτό Απόσπασμα της ΙΧ Μεραρχίας υπό τον Διοικητή των Ευζώνων Αντισυνταγματάρχη Πεζικού Αλέξανδρο Εδιπίδη και άλλα τμήματα συγκεντρώθηκαν στο Αφιόν Καραχισάρ. Στις 10 Αυγούστου, άρχισε η ελληνική επίθεση με αντικειμενικό σκοπό τη διάρρηξη του τουρκικού μετώπου στην περιοχή Ινλάρ Κατραντζί -Ιλιτζά. Η Ι Μεραρχία άρχισε την αντεπίθεσή της προς το όρος Μανγκάλ Νταγ. Το  Ι/38  Σύνταγμα Ευζώνων, εκμεταλλευόμενο τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες -καταιγίδα και πυκνή ομίχλη- κατέλαβε το νοτιοδυτικό τμήμα του. Σημαντική στρατιωτική επιτυχία, καθώς διασπάστηκε το αριστερό άκρο της τουρκικής αμυντικής διάταξης. Ωστόσο, η Στρατιά και το Α΄ Σώμα Στρατού αντιμετώπισαν το Μανγκάλ Νταγ ως προωθημένη προκαλυπτική θέση και όχι τμήμα της τουρκικής αμυντικής τοποθεσίας. Ως εκ τούτου, δεν εκμεταλλεύτηκαν αποτελεσματικά την κατάληψή του. Στις 16 Αυγούστου, καταλήφθηκε η πρώτη αμυντική γραμμή των Τούρκων στο Σαγγάριο. Τμήματα του Α’ Σώματος Στρατού, με τη θαρραλέα ενίσχυση του Ι/38 Συντάγματος Ευζώνων, κατέλαβαν την τοποθεσία Ταμπούρ Ογλού. Το Γ’  Σώμα Στρατού διάσπασε το μέτωπο στη Σαπάντζα και το Β’ Σώμα Στρατού κατέλαβε το Κάλε Γκρότο. Ωστόσο, η  καταπόνηση των ελληνικών τμημάτων, η έλλειψη εφεδρειών και τα προβλήματα σιτισμού κατέβαλαν το ηθικό των Ελλήνων μαχητών. Στις 29 Αυγούστου 1921, διατάχτηκε η διακοπή των επιχειρήσεων προς Άγκυρα, η διάβαση του Σαγγαρίου και η υποχώρηση στη δυτική όχθη του ποταμού. Τελικός προορισμός  καθορίστηκαν οι αρχικές θέσεις εξόρμησης ανατολικά του Εσκί Σεχίρ. Έναν χρόνο αργότερα, η ελληνική Στρατιά κατείχε μέτωπο περίπου 738 χιλιομέτρων, στο οποίο πουθενά δεν υπήρχε η απαιτούμενη πυκνότητα των στρατιωτικών δυνάμεων. Η τουρκική αντεπίθεση άρχισε στις 13 Αυγούστου 1922 στο Αφιόν Καραχισάρ. Στην περιοχή Αφιόν Καρχισάρ – Ακάρ Νταγ,  οι ελληνικές δυνάμεις έχασαν την πρώτη αποφασιστική μάχη. Ο τουρκικός στρατηγικός αιφνιδιασμός έφερε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, διασπώντας το μέτωπο του ευαίσθητου αυτού τομέα.  Ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας, αν και διέταξε το ΙΙΙ/42 του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων να ενεργήσει αντεπίθεση για την ανατροπή των Τούρκων, εκείνο δεν τα κατάφερε, καθώς η εξόρμησή του ανατράπηκε από τις υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις, και υποχώρησε, με το μεγαλύτερό μέρος της δύναμης του  5/42 Συντάγματος Ευζώνων να το ακολουθεί. Ο αιφνιδιασμός, η έλλειψη ενισχύσεων, η κακή ψυχολογία, η αποδιοργάνωση, οι κακές επικοινωνίες έφεραν σε 2 ημέρες την καταστροφή. Σώματα Στρατού και μεραρχίες αιχμαλωτίστηκαν, ο αριθμός νεκρών ήταν μεγάλος. Ο Ελληνικός Στρατός τελούσε υπό πλήρη διάλυση. Στις 26 Αυγούστου 1922, η Διοίκηση της Στρατιάς διέταξε την εκκένωση της Μικράς Ασίας. Δύο ημέρες αργότερα, ισχυρές τουρκικές δυνάμεις εισήλθαν στη Σμύρνη. Εν τω μεταξύ, η ΧΙΙΙ Μεραρχία μετονομάστηκε σε Απόσπασμα Πλαστήρα και ανέλαβε στις 1 Σεπτεμβρίου τη στενωπό δυτικά του Ζεϊντιλί, ώστε να καλύπτει την επιβίβαση των στρατευμάτων. Μετά την κατάρρευση του μετώπου, το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων του Πλαστήρα ήταν από τα λίγα στρατιωτικά τμήματα που υποχωρούσαν τακτικά, δίνοντας μάχες με τον εχθρό. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1922, ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας επικεφαλής των υπολειμμάτων της ΧΙΙΙ Μεραρχίας, επιβιβάστηκε στο ατμόπλοιο «Τήνος» στον Τσεσμέ και αποβιβάστηκε στη Χίο[44].

 

ii.                  Το κίνημα του 1922

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή οι στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις, που είχαν συγκεντρωθεί στη Χίο και στη Μυτιλήνη, επαναστάτησαν εναντίον του Κωνσταντινικού καθεστώτος. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1922, ξέσπασε το Κίνημα του Στρατού και του Ναυτικού και σχηματίστηκε Επαναστατική Επιτροπή από τους πρωτεργάτες της, τους Συνταγματάρχες Νικόλαο Πλαστήρα, ως εκπρόσωπο του στρατού της Χίου, Στυλιανού Γονατά, ως εκπρόσωπο του στρατού της Λέσβου, και τον Αντιπλοίαρχο Δημήτριο Φωκά, ως εκπρόσωπο του Ναυτικού. Η στρατιωτική ήττα και η καταστροφή του ελληνισμού στην Μικρά Ασία, είχαν συγκλονίσει το πανελλήνιο και είχαν προκαλέσει τη γενική κατακραυγή εναντίον των υπευθύνων. Η κυβέρνηση Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη παραιτήθηκε και στις 28 Αυγούστου τη διαδέχτηκε κυβέρνηση του Νικολάου Τριανταφυλλάκου. Η μεταβολή δεν είχε πλέον κανένα νόημα. Στα στρατιωτικά τμήματα που είχαν διασωθεί και είχαν περάσει στη Χίο και τη Λέσβο, καθώς και στις μονάδες του Ναυτικού της περιοχής, η αγανάκτηση είχε κορυφωθεί. Πριν ακόμη το αποβατικό σώμα φτάσει στην Αττική, στρατιωτικό αεροπλάνο έριξε στην πρωτεύουσα προκηρύξεις της Επαναστατικής Επιτροπής με τις οποίες οι Κινηματίες ζητούσαν την παραίτηση του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ υπέρ του Διαδόχου, τη διάλυση της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης, το σχηματισμό πολιτικά αχρωμάτιστης κυβέρνησης, που θα είχε την εμπιστοσύνη των συμμάχων της Αντάντ την άμεση ενίσχυση του Θρακικού Μετώπου και την τιμωρία των υπευθύνων της μικρασιατικής καταστροφής. Στις 14 Σεπτεμβρίου ο βασιλιάς Κωνσταντίνος παραιτήθηκε και την επομένη οι επαναστατικές δυνάμεις μπαίναν στην Αθήνα[45]. Στις 16 Σεπτεμβρίου σχηματίστηκε πολιτική κυβέρνηση με πρόεδρο το Σ. Κροκιδά. Την εξουσία όμως είχε ουσιαστικά η Επαναστατική Επιτροπή αρχηγός της οποίας ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας, που ανέθεσε τη διεθνή εκπροσώπηση της Χώρας στον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Η Επανάσταση που επικράτησε συνέλαβε και φυλάκισε μερικούς πολιτικούς και στρατιωτικούς, που τους θεώρησε υπεύθυνους της καταστροφής. Την 15 Σεπτεμβρίου δημοσιεύθηκε «απόφασις της Επαναστάσεως» που όριζε ότι: «Οι συλληφθέντες ως ένοχοι των επελθουσών συμφορών, θα παραμείνουν εν ταις φυλακαίς εν προφυλακίσει μέχρις ότου η μέλλουσα Συνέλευσις αποφασίση περί του τρόπου της ταχυτέρας δίκης των». Ήδη λοιπόν από την επομένη των τραγικών γεγονότων στη Μικρά Ασία αναδύεται η έκδηλη πεποίθηση των κινηματιών για την απόδοση των ευθυνών στους υπαιτίους της καταστροφής[46].

 

III      H ΔΙΚΗ

Μέσα σε αυτό το κλίμα ακραίας λαϊκής οργής και συναισθηματικής φόρτισης έμελλε να εκτυλιχθεί το τελευταίο στάδιο του ολέθρου και της μικρασιατικής καταστροφής. Οι οιωνοί δεν ήταν καλοί και οι συναισθηματικά ήρεμες φωνές εξέλιπαν σε απελπιστικό βαθμό. Ο ηγέτης των Φιλελευθέρων και πρωτεργάτης της Συνθήκης των Σεβρών Ελευθέριος Βενιζέλος παρέμενε αυτοεξόριστος στο εξωτερικό. Στην Ελλάδα την προεδρία της Διευθύνουσας Επιτροπής του Κόμματος Φιλελευθέρων ανέλαβε ο Στρατηγός των Βαλκανικών Πολέμων Παναγιώτης Δαγκλής. Ο τελευταίος διαισθανόμενος την πορεία των πραγμάτων παρεμβαίνει πολλές φορές για να αποσοβήσει μία  βεβιασμένη και παρορμητική αντίδραση των κινηματιών αναφορικά με την τύχη των πολιτικά υπευθύνων της καταστροφής · ακόμα και τις ημέρες της δίκης ο στρατηγός είχε προσπαθήσει με διαβήματα προς διάφορες πλευρές να αποτρέψει την ολέθρια πράξη· τα πράγματα όμως είχαν λάβει ήδη την πορεία τους.[47] [48]

Οι μετριοπαθείς φωνές Δαγκλής, Πλαστήρας και Γονατάς ζητούν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Οι Πάγκαλος, Οθωναίος, Χατζηκυριάκος αλλά και ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου απαιτούν άμεσες εκτελέσεις. Τελικώς αποφασίζεται η ίδρυση Εκτάκτου Στρατοδικείου, που θα δικάσει τους κατηγορούμενους ως υπαίτιους για την Μικρασιατική Καταστροφή παρότι σύμφωνα με το άρθρο 91 του τότε Συντάγματος του 1911 που οι διατάξεις του δεν είχαν ανασταλεί από την Επανάσταση, απαγορευόταν η σύσταση και η λειτουργία Έκτακτων Στρατοδικείων[49].

 Ένα άλλο ωστόσο κρίσιμο σημείο ήταν ότι οι περισσότεροι από τους κατηγορούμενους στην εν λόγω δίκη ήταν πρόσωπα που σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος την περίοδο αυτή Συντάγματος ενέπιπταν στις διατάξεις του νόμου περί ευθύνης υπουργών σύμφωνα με τη διάταξη του αρ.80 Συντ. 1911 για τη ποινική ευθύνη των υπουργών η οποία ήταν ίδια με τη διάταξη αρ.80 Συντ.1864 και το άρθρο 82 Συντ.1864[50]

Παρότι λοιπόν οι κατηγορούμενοι ήταν πρόσωπα που είχαν την ιδιότητα του υπουργού κατά το χρόνο της φερόμενης από αυτούς  τέλεσης των πράξεων για τις οποίες κατηγορήθηκαν, η δίκη δεν διεξήχθη με βάση τις διατάξεις του νόμου περί ευθύνης υπουργών. Ο καθηγητής ποινικής δικονομίας Κωνσταντίνος Τσουκαλάς συνήγορος υπερασπίσεως του Νικόλαου Στράτου προέβαλλε την ένσταση αναρμοδιότητας του Έκτακτου Στρατοδικείου, επικαλεσθείς ότι από του 1821 και μετέπειτα όλα τα Συντάγματα αλλά και όλα τα πολιτισμένα έθνη θεωρούν ότι οι πολιτικοί άνδρες για την πολιτεία τους λογοδοτούν είτε ενώπιον της Βουλής είτε ενώπιον δικαστηρίου, από ανώτερους δικαστές ουδέποτε όμως ενώπιον στρατοδικείου. Μέσα στο κατηγορητήριο υπήρχε ξεχωριστό κεφάλαιο που απέρριπτε την ένσταση των κατηγορουμένων για δίκη από το ειδικό δικαστήριο της Βουλής με τα εξής λόγια: ΄΄Αλλ' όχι Το Έθνος ορθούμενον αιμοσταγές, κρεουργημένον, αλλά αδυσώπητον ενώπιον του, ζητεί παρ'αυτού και των συνεργατών του δικαιοσύνην δια την προδοσίαν και τιμωρίαν δια το έγκλημα. Και εν ονόματι του Έθνους την δικαιοσύνην ταύτην η Επανάστασις θα την αποδώση΄΄[51] [52]

i.                    H προδικασία

Επικεφαλής της ανακριτικής επιτροπής αναλαμβάνει ο υποστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος. Σκοπός της επιτροπής είναι η  διερεύνηση και ο καταλογισμός των ευθυνών για τα στρατιωτικά και πολιτικά λάθη που οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή.  Βοηθοί του Πάγκαλου ορίζονται οι συνταγματάρχες Ιωάννης Καλογεράς και Χαράλαμπος Λούφας . Το πόρισμα της επιτροπής εκδόθηκε στις 24 Οκτωβρίου 1922 και διέτασσε την παραπομπή πολιτικών και στρατιωτικών προσώπων που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο την περίοδο 1920 – 1922 σε Έκτακτο Στρατοδικείο για το αδίκημα της εσχάτης προδοσίας. Τα πρόσωπα αυτά ήταν οι:

Δημήτριος Γούναρης (59 ετών, πρώην Πρωθυπουργός)

Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης (68 ετών, πρώην Πρωθυπουργός)

Νικόλαος Στράτος (50 ετών, πρώην Πρωθυπουργός )

Νικόλαος Θεοτόκης (44 ετών, Υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη)

Γεώργιος Μπαλτατζής (56 ετών, Υπουργός Εξωτερικών στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη)

Ξενοφών Στρατηγός, υποστράτηγος ε.α. (53 ετών, Υπουργός Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Γούναρη)

Μιχαήλ Γούδας, υποναύαρχος ε.α. (54 ετών, Υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Γούναρη)

Γεώργιος Χατζανέστης, αντιστράτηγος (59 ετών, Αρχιστράτηγος Μικράς Ασίας και Θράκης)

 

ii.                  To κατηγορητήριο

Η συλλογή του προακριτικού υλικού που προηγήθηκε της δίκης έγινε προχείρως και μέσα σε βραχύτατο χρονικό διάστημα. Έτσι δεν είχε συλλεχθεί με ακρίβεια ούτε ο αριθμός των απωλειών του ελληνικού στρατού, ούτε ο αριθμός των διασωθέντων τμημάτων αυτού, ο οπλισμός τους και η κατάσταση του, η συνοχή τους και η οργάνωση τους, καθώς και το αξιόμαχο των τμημάτων αυτών, εξαιτίας της  ανώμαλης εκκένωσης της Μ. Ασίας από τον ελληνικό στρατό.

Το κατηγορητήριο το οποίο συντάχθηκε από τον Γεώργιο Παπανδρέου, σε συνεργασία με τον Πάγκαλο που το υπογράφει ως επικεφαλής της ανακριτικής επιτροπής είχε ως εξής: «Κατηγορείσθε ότι από της 1ης Νοεμβρίου 1920 και εφ’ έξης μέχρι της 26ης Αυγούστου 1922 συναποφασίσαντες μετά των συνυπουργών υμών περί πράξεως εσχάτης προδοσίας εκουσίως και εκ προθέσεως υπεστηρίξατε την εισβολήν ξένων στρατευμάτων, ήτοι του τουρκικού εθνικιστικού στρατού, εις την επικράτειαν του Βασιλείου, τουτέστιν εις την υπό της Ελλάδος κατεχομένην και δια της συνθήκης των Σεβρών κατακεκυρωμένη χώραν της Μικράς Ασίας παραδώσαντες άμα εις τον εχθρόν πόλεις, φρούρια, μέγα μέρος του στρατού και μεγίστης αξίας υλικόν πολέμου κλπ. .κλπ. δια των επομένων μέσων.

1) Διότι εν γνώσει της από 20 Νοεμβρίου διακοινώσεως των Μ. Δυνάμεων Γαλλίας, Αγγλίας και Ιταλίας προς τον ελληνικόν λαόν, ήτις κατηγορηματικώς εδήλου την έκπτωσιν ημών εκ της μετά των ειρημένων Δυνάμεων συμμαχίας και των εκ ταύτης συνεπειών προέβητε εις διενέργειαν δημοψηφίσματος, δια του από 12 Νοεμβρίου Ν. Διατάγματος, ούτινος επεδιώξατε την κύρωσιν, δια του από 26 Ιανουαρίου 1921 ψηφίσματος της Συνελεύσεως, ης είχατε την πλειονοψηφίαν, προς επαναφοράν του τέως Βασιλέως, εκθέσαντες ούτω την Ελλάδα θεωρηθείσαν συνένοχον των εχθρικών πράξεων του Κωνσταντίνου, εις τας συνεπείας της ως άνω διακοινώσεως, αποκρύψαντες άμα την παρ’ υμών προς τας ειρημένας Δυνάμεις δοθείσαν απάντησιν, εν η δολίως επεζητήθη η επαύξησις της εις τον ελληνικόν λαόν αποδοθείσης ευθύνης, δια της ανακριβούς βεβαιώσεως ότι τα 98% τούτου εψήφισαν υπέρ της επαναφοράς του τέως Βασιλέως και ήτις απάντησις παρέμεινεν άγνωστος μέχρι της υπό της Άνακριτικής Επιτροπής ανακαλύψεως του σχετικού εγγράφου.

2) Διότι ενώ δια της από 13 Ιανουαρίου 1920 αποφάσεως των Συμμάχων επεδικάσθη εις την Ελλάδα η Β. Ήπειρος με τα συμφωνηθέντα σύνορα μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας δια της συμφωνίας Βενιζέλου-Τιττόνι της 16ης Ιουλίου 1919 και ενώ η Δωδεκάνησος δια της αυτής συμφωνίας είχε παραχωρηθεί εις την Ελλάδα, υμείς δεν προέβητε εις την λήψιν των αναγκαίων μέτρων δια την προσάρτησιν των ελληνικότατων τούτων χωρών εις το Κράτος εξυπηρετήσαντες ούτω συμφέροντα ξένης Δυνάμεως, διότι απησχολείσθε εν τω μεταξύ εις την ενεργείαν του ολεθρίου ψηφίσματος, το οποίον ήγαγε την Ελλάδα εις την καταστροφήν

3) Διότι παρεγνωρίσατε την από 25ης Νοέμβριου 1920 διακοίνωσιν των αυτών ως άνω δυνάμεων περί οικονομικού της Ελλάδος αποκλεισμού εις περίπτωσιν επαναφοράς του Κωνσταντίνου επί του Θρόνου της Ελλάδος στερήσαντες ούτω την Πατρίδα ημών συναλλάγματος 33 εκατομμυρίων δολαρίων, 5 εκατομμυρίων αγγλικών λιρών και 566 εκατομμυρίων φράγκων, αφίσαντες το παρά της Εθνικής Τραπέζης εκδοθέν χαρτονόμισμα, ακάλυπτον, τον Δημόσιον χρεώστην των αντιστοίχων ποσών των εκδοθέντων χαρτονομισμάτων, δημιουργήσαντες ούτω την πτώσιν, τον εξευτελισμό της δυνατότητος προς δόσιν εγγυήσεων δια την σύναψιν εξωτερικού δανείου, ματαιώσαντες την δια της από 26ης Φεβρουαρίου 1918 συμφωνίας μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας, περί παροχής του πρώτου υλικού επί πιστώσει, παροχήν τοιούτου, ως και των ωφελειών του άρθρου 2, της αυτής συμφωνίας δημιουργήσαντες τελικώς δια πάντων τούτων και άλλων συνεπειών την οικονομικήν καταστροφήν της Πατρίδος. Την διακοίνωσιν δε ταύτην δόλω απεκρύψατε από τον ελληνικόν λαόν, δια κυβερνητικών ανακοινώσεων, παρανόμως λειτουργούσης, λογοκρισίας και αυθαιρέτων ενεργειών δικαστικών οργάνων.

4) Διότι ετοποθετήσατε επικεφαλής ανωτέρων και κατωτέρων μονάδων απειροπόλεμα και άχρηστα στελέχη και απεμακρύνατε του στρατεύματος ικανά και εμπειροπόλεμα και ενετάξατε εις τον στρατόν αυτομόλους προς τον εχθρόν εις βάρος του στρατεύματος και της Πατρίδος

5) Διότι καίτοι κατέστησαν παγκοίνως γνωσταί αι δηλώσεις των πρωθυπουργών Αγγλίας και Γαλλίας προς τον κ.Δ. Γούναρην και δια αύτου προς πάντας τους συγκατηγορουμένους ως και του Προέδρου της επί των εξωτερικών κοινοβουλευτικής επιτροπής της Γαλλίας, Λεγκ ότι η Ελλάς δεν δύναται να τύχη ουδεμιάς υποστηρίξεως, εφ’ όσον ευρίσκεται εις τον Θρόνον ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος, ούτε εις τον Βασιλέα υπεδείξατε να παραιτηθή, ούτε εν τη μη παραδοχή της υποδείξεώς σας παρητήθητε, από- κρύψαντες εις τον ελληνικόν λαόν πάντοτε την αλήθειαν, ην συστηματικώς δια των εν τη Συνελεύσει αγορεύσεων σας, δι’ ανακοινώσεων κυβερνητικών, δια των οργάνων του κυβερνητικού τύπου και δια παρανόμως λειτουργούσης λογοκρισίας κατορθώσατε ν’ αποκρύπτετε, εν γνώσει του αδυνάτου της διεθνούς αναγνωρίσεως του Καθεστώτος και απεπνίξατε πάσαν αποκαλυπτικήν φωνήν περί των λόγων της εκπτώσεως ημών εκ των συμμαχιών και του οικονομικού αποκλεισμού μέχρι της ημέρας της καταστροφής.

6) Διότι εκ Λονδίνου διετάχθησαν αι πολεμικαι επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921 προς Άγκυραν, ίνα αποδώση τα αποτελέσματά της η κηρυχθείσα επιστράτευσις προκληθείσης ούτω παρ’ υμών της πρώτης ήττης του ελληνικού στρατού ήτις έσχε σημαντικά αποτελέσματα επί της εν γένει κατόπιν καταστάσεως.

7) Διότι παρά την γνώμην του αρμοδίου Διοικητού της Στρατιάς, όστις δεν ενέκρινε την συνέχισιν της εκστρατείας προς Άγκυραν μετά την κατάληψιν του Δορυλαίου, ελάβετε μετά του τέως Βασιλέως την απόφασιν της εκστρατείας ταύτης και επροκαλέσατε ούτω τον ηθικόν κλονισμόν και την απώλειαν βασίμου και σοβαράς ελπίδος ,στρατιωτικής ημών επιβολής επί του αντιπάλου

8) Διότι ανεθέσατε την αρχηγίαν του Στρατού εις τον ανεύθυνον τέως Βασιλέα.

 

9) Διότι εψηφίσθησαν υπό τάς εμπνεύσεις υμών υπό της Εθνοσυνελεύσεως, ης είχατε την πλειονοψηφίαν, νόμοι αμοιβής στασιαστών κατά τής Πατρίδος, αυτομόλων προς τον εχθρόν, λιποτακτών, διασπαθήσεως του δημοσίου πλούτου, δι’ αποζημιώσεις βουλευτών της Βουλής του Δεκεμβρίου 1915 και δήθεν παθόντων προσώττων κλπ. εν παραγνωρίσει της οικονομικής εξαντλήσεως εις ην υπεβάλετε την χώραν και εν πληρεστάτη γνώσει ότι ο στρατός έπασχεν ελλείψει χρημάτων ως εξ επισήμων εμφαίνεται, εκθέσεων στερούμενος μισθοδοσίας, τροφής και ιματισμού, ούτως ώστε η οικονομική αύτη εξάντλησις και η διπλωματική απομόνωσις η αποκλείουσα την εκμετάλλευσιν πάσης επιτυχίας και η ατέρμων παράτασις προκάλεσαν αναποδράστως την κατάρρευσιν του μετώπου και επομένως την καταστροφήν της Χώρας.

10) Διότι καίτοι παμψηφεί υπό της Εθνοσυνελεύσεως εψηφίσθη έσχάτως όριον των Εθνικών ημών διεκδικήσεων, η Συνθήκη των Σεβρών, εν τούτοις ανετέθη δια της ελληνικής αντιπροσωπείας αποτελουμένης εκ των εξ υμών κ.κ. Γούναρη και Μπαλτατζή εν λευκώ η μεσολάβησις προς λύσιν των ζητημάτων τούτων εις ξένας Δυνάμεις, ενώ προηγουμένως ούτε κατ’ αρχήν εγένοντο δεκταί παρ’ υμών Αι προτάσεις των Μ. Δυνάμεων του Ιουνίου 1921, δι’ ων εσώζετο τουλάχιστον ολόκληρος η Θράκη και επετυγχάνετο η αυτονομία της Μ. Ασίας με διατήρησιν ελληνικού στρατού εν Σμύρνη.

11) Διότι εν τη Κυβερνήσει συνασπισμού μετά του κ. Ν. Στράτου προέβητε εις τον διορισμόν του αντιστρατήγου Χατζηανέστη ως Αρχιστρατήγου, γνωστού εις πάντας και εις υμάς ως ανισορρόπου και διαλυτικού στοιχείου.

12) Διότι απεσπάσατε εις Θράκην δυνάμεις εκ Μ. Ασίας προς παιδαριώδη σκοπόν, συντελέσαντες ούτως εις την μείωσιν της μαχητικότητος του στρατού Μ. Ασίας, δόντες την ευκαιρίαν εις τον εχθρόν να εκδηλώση την τελευταίαν επίθεσίν του εξ ης επήλθεν ο επίλογος της εθνικής καταστροφής ην δια των προαναφερθέντων λόγων παρεσκευάσατε.

13) Διότι δια της συμβάσεως, ην υπεγράψατε μετά του Άγγλου Υπουργού του Θησαυροφυλακίου, παρητήθητε των πιστώσεων, δι’ ας είχον αναλάβει οι σύμμαχοι υποχρεώσεις, εις βάρος της χώρας ημών.

14) Διότι ηνέχθητε να σχηματισθή παρακυβέρνησις υπό τον Πρίγκηπα Νικόλαον, Στρέιτ, Δούσμανην Β., Κωνσταντινόπουλον Κ., Τζόντον κτλ. κτλ. ήτις δια δολοφονιών, απειλών, επιθέσεων κατ’ αόπλων πολιτών κλπ, ενέσπειρε τρομοκρατίαν προς διατήρησιν της αρχής, χωρίς να ύπαρχοι ουδεμία αμφιβολία περί του ολέθρου προς ον έβαινεν ή χώρα.

15) Διότι παρημποδίσατε να ηγηθεί της διπλωματικής αντιπροσωπείας ο τότε πρωθυπουργός Δημ. Ράλλης και ως αντιπρόσωπος των αλυτρώτων ο Ε. Βενιζέλος εις το κατά Φεβρουάριον του 1921 συνέδριον του Λονδίνου».

Από μία απλή ανάγνωση του κατηγορητηρίου- το οποίο αποτελεί το εισαγωγικό και ούτως το σπουδαιότερο δικόγραφο της ποινικής δίκης[53]- καθίσταται σαφές ότι τούτο δεν αποδίδει σε κανέναν από τους κατηγορουμένους κάποια σαφή και ορισμένη πράξη ή παράλειψη αλλά αρκείται σε μία γενικόλογη και μάλλον συμπερασματική περιγραφή των γεγονότων όπως περίπου ο συντάκτης αυτού υπέθεσε ότι τούτα συνέβησαν. Πρόκειται για ένα κατά το μάλλον ή ήττον πολιτικό ή ιστορικό κείμενο παρά για ένα τυπικό νομικό έγγραφο το οποίο ως εκ της ιδιότητας του απαιτείται να περιέχει ένα ελάχιστον ουσιώδες και δικονομικό περιεχόμενο ήτοι το χρόνο της διωκόμενης πράξης, τον τόπο τέλεσης του αδικήματος, τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης  του εγκλήματος, τα στοιχεία, η ιδιότητα του θύματος-ων κλπ. Μόνο μέσα από την εξατομίκευση της αποδιδόμενης πράξης και τον σαφή και ειδικό προσδιορισμό των πραγματικών περιστατικών μπορεί το δικαστήριο να προβεί στη διερεύνηση και αξιολόγηση των αποδιδόμενων πράξεων, την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και εν τέλει στην απόφανση περί του εάν πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αποδιδόμενης πράξης, εάν υφίστανται λόγοι άρσης του αδίκου ή του καταλογισμού, η αναγνώριση τυχόν ελαφρυντικών περιστάσεων κλπ. Εάν δεν υφίσταται σαφές και πλήρες κατηγορητήριο, δεν υφίσταται σαφής και πλήρης δικαστική απόφαση. Εάν δεν υφίσταται άρτιο και ορισμένο κατηγορητήριο, δεν υφίσταται άρτια και ορισμένη δικαστική απόφαση. Στην περίπτωση ωστόσο της δίκης των οχτώ κατηγορηθέντων πολιτικών και στρατιωτικών προσώπων που εξετάζουμε, φαίνεται ότι κανένα από τα ανωτέρω δικονομικά και νομικά στοιχεία δεν έπαιξαν κάποιο σοβαρό ρόλο στη δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης. Η σπουδή με την οποία ολοκληρώθηκε η ανακριτική διαδικασία, η απουσία οποιουδήποτε ενδιάμεσου δικονομικού σταδίου, η έλλειψη της δυνατότητας ασκήσεως οποιουδήποτε ενδίκου μέσου δεικνύουν ότι επρόκειτο περισσότερο για την δικαστικοφανή εκτέλεση μίας προειλημμένης απόφαση παρά για μία πραγματική  δικαστική διαδικασία[54] [55].

 

 

 

iii.                H κύρια διαδικασία και η απόφαση

Το στρατοδικείο στο οποίο παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι συνεδρίασε από 31 Οκτωβρίου έως 15 Νοεμβρίου 1922 στο κτίριο της Βουλής, όπου υπήρχε πολύς χώρος για το κοινό. Στις 9 το πρωί της 31ης Οκτωβρίου 1922 άρχισε η ακροαματική διαδικασία στην αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής (Παλαιά Βουλή). Το Στρατοδικείο αποτελείτο από δέκα αξιωματικούς που ήσαν οι: Α. Οθωναίος, υποστράτηγος, πρόεδρος στρατοδικείου, Θεοδ. Χαβίνης, συνταγματάρχης, στρατοδίκης, Γεωργ. Σκανδάλης, συνταγματάρχης, στρατοδίκης, Ανδρ. Παναγιωτόπουλος, συνταγματάρχης, στρατοδίκης, Χαρ. Γραβάνης αντισυνταγματάρχης, στρατοδίκης, Βύρ. Καραπαναγιώτης, λοχαγός, στρατοδίκης, Ιωάν. Γιαννηκώστας, πλοίαρχος, στρατοδίκης, Λεων. Κανάρης, αντιπλοίαρχος, στρατοδίκης, Κωνστ. Τσερούλης, στρ. δικ. Σύμβουλος, Μιχ. Ζωγράφος στρ. δικ. Σύμβουλος, και Βούλγαρης υποναύαρχος, αναπληρωτής πρόεδρος. Επαναστατικοί επίτροποι ήταν ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Γεωργιάδης και οι συνταγματάρχες Ιωάννης Ζουρίδης και Νεόκοσμος Γρηγοριάδης. Γραμματέας του δικαστηρίου ήταν ο Ιωάννης Πεπονής. Συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων ανέλαβαν διαπρεπείς δικηγόροι (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Αναστάσιος Παπαληγούρας, Οικονομίδης, Δουκάκης, Νοταράς, Ρωμανός και Σωτηριάδης)[56]. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι το εύρος των επιλογών των μελών του Στρατοδικείου το οποίο προέβλεπε το επαναστατικό διάταγμα ΄΄ Περί συστάσεως και λειτουργίας Εκτακτου Στρατοδικείου προς εκδίκασιν του κατά των υπαιτίων της εθνικής καταστροφής κατηγοριών΄΄ ήταν τόσο μεγάλο που στην πραγματικότητα σχεδόν οποιοσδήποτε νομικός ή μη, στρατιωτικός ή μη αρεστός στο νεοπαγές επαναστατικό καθεστώς μπορούσε να διορισθεί στη δικαστική έδρα[57] [58]

Η διαδικασία διεξήχθη σε 14 συνεδριάσεις[59]. Μετά την απόρριψη των ενστάσεων των κατηγορουμένων εξετάστηκαν 12 μάρτυρες κατηγορίας και 12 υπεράσπισης. Επιτυχία της κατηγορούσας αρχής υπήρξε ότι οι περισσότεροι μάρτυρες κατηγορίας προήρχοντο από το αντιβενιζελικό στρατόπεδο, όπως και οι κατηγορούμενοι. Στις 6 Νοεμβρίου ο κατηγορούμενος Δημήτριος Γούναρης ασθένησε σοβαρά από τύφο και μεταφέρθηκε σε ιδιωτική κλινική. Υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, το οποίο απορρίφθηκε και έτσι δικαζόταν ωσεί παρών. Μεταξύ αυτών που εξετάστηκαν ήσαν και οι ακόλουθοι: ο στρατηγός Παπούλας, οι συνταγματάρχες Πάσσαρης και Σπυρίδωνος, ο αντισυνταγματάρχης Σκυλακάκης, οι στρατηγοί Τριβίλας, Βαλέττας, Πάλλης, Εξαδάκτυλος, ο Γεώργιος Ράλλης υιός του Δημητρίου Ράλλη, ο διπλωματικός υπάλληλος Κωνσταντίνος Ρέντης, ο επιστήμων και πολιτικός Φωκίων Νέγρης, ο Δεμερτζής και άλλοι, ενώ μεταξύ των μαρτύρων υπεράσπισης υπήρξαν ο αξιωματικός και πολιτικός Νικόλαος Ρίζος-Ραγκαβής και ο πολιτικός Κωνσταντίνος Ζαβιτσιάνος.

Οι κατηγορούμενοι δεν είχαν πρόσβαση σε κρατικά έγγραφα ή ακόμη και στα προσωπικά τους αρχεία και οι περισσότεροι συνέταξαν τις απολογίες τους από στήθους. Όλες οι βάσιμες νομικές ενστάσεις της υπεράσπισης που προτάθηκαν στην αρχή της διαδικασίας απορρίφθηκαν παμψηφεί από την έδρα χωρίς αιτιολογία στο σκεπτικό της[60]. Κατά την πρόοδο της δίκης το κατηγορητήριο της εσχάτης προδοσίας δεν αποδείχθηκε από την αλλόκοτη και παράνομη διαδικασία που ακολουθήθηκε, η οποία ολοκληρώθηκε σε μόλις 14 συνεδριάσεις. Ο Άγγλος πρεσβευτής Lindley ανέφερε στον υπουργό Εξωτερικών Curzon ότι ελάχιστες από τις ερωτήσεις που δέχονταν οι μάρτυρες ήταν σχετικές με το κατηγορητήριο και ακόμη λιγότερες απαντήσεις μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές ως αποδείξεις ενοχής. Ο πρόεδρος της έδρας υποστράτηγος Αλέξανδρος Οθωναίος, δηλωμένος οπαδός της εκτέλεσης, διεξήγαγε τη δίκη με φανερή μεροληψία, ενώ ήταν σαφές ότι δεν είχε το απαραίτητο νομικό υπόβαθρο[61]. Αλλά και οι αγορεύσεις των Επαναστατικών Επιτρόπων δεν προσπαθούσαν στο ελάχιστο να κρύψουν το μίσος και την αντιπάθεια προς τα πρόσωπα των κατηγορουμένων. Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων[62]  ένα τέταρτο μετά τα μεσάνυκτα της 15 Νοεμβρίου 1922 το στρατοδικείο αποσύρεται σε διάσκεψη για να εκδώσει την απόφασή του, ενώ οι κατηγορούμενοι μεταφέρθηκαν στις φυλακές Αβέρωφ. Στις 6:40 π.μ. οι στρατοδίκες επανέρχονται στην έδρα και ο Πρόεδρος του Εκτάκτου Στρατοδικείου Αλέξανδρος Οθωναίος απόντων των κατηγορουμένων, στο παλαιό κτίριο της Βουλής, απήγγειλε την απόφαση[63] [64]

 Το σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως έχει ως ακολούθως: "Εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Β'. Το 'Εκτακτον Επαναστατικό Στρατοδικείο συσκεφθέν κατά Νόμον. Επειδή εκ της αποδεικτικής διαδικασίας προέκυψαν τα επόμενα πραγματικά περιστατικά. 'Απαντες οι κατηγορούμενοι εκ συστάσεως μετ'άλλων, εν γνώσει όντες ότι η εις την Ελλάδα επάνοδος του Βασιλέως Κωνσταντίνου, λόγω των κατά την διάρκεια του παγκοσμίου πολέμου εχθρικών αυτού πράξεων κατά των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως, ήθελεν είσαι επιβλαβής εις τα εθνικά δίκαια και ιδία ότι κλόνισε την συνθήκη των Σεβρών, ήτις ως προς την παραχώρησιν της Ανατολικής Θράκης είχεν επικυρωθεί υπό της Ελληνικής Βουλής και είχεν αύτη έκτελεσθεί δια της κατοχής υπό της Ελλάδος της Θράκης, και προσαρτηθείσης ταύτης, ειργάσθησαν δια διαφόρων μέσων και δη δια ψευδών διαδόσεων και δια της αποκρύψεως των εντεύθεν κινδύνων εις τα εθνικά συμφέροντα, υπέρ της επανόδου του Βασιλέως Κωνσταντίνου, επιτευχθείσης δε ταύτης εξεδηλώθη αμέσως η απειληθείσα δια των γνωστών διακοινώσεων μεγίστη δυσμένεια των Δυνάμεων κατά της Ελλάδος, ου ένεκεν εξέπεσεν αύτη της Συμμαχίας και εστερήθη ούτω της επικουρίας των Συμμάχων προς επιβολή της συνθήκης των Σεβρών. Καίτοι δε η Ελλάς απεμονώθη διπλωματικώς και εστερήθη της βοηθείας των δυνάμεων, εν τούτοις ούτοι απεφάσισαν παντί σθένει να στηρίξωσιν εις τον θρόνο τον Βασιλέα επί θυσία των Εθνικών συμφερόντων, όπως υπό την αιγίδα της σταθεράς βάσεως του θρόνου νέμωνται τας διαφόρους εξουσίας του Κράτους και προς τούτο αφ'ενός μεν δια ψευδών αισιοδόξων ανακοινώσεων απέκρυπταν από τον λαόν την αλήθεια, ήτοι τον κίνδυνο, ον διέτρεχαν τα εθνικά συμφέροντα, αφ'ετέρου δε δια της τρομοκρατήσεως της Κοινής Γνώμης επεδίωξαν την κατάπνιξιν της εκδηλώσεως πάσης διαμαρτυρίας εκ μέρους του Λαού. Αποκρύψαντες την έκπτωσιν της Ελλάδος εκ της Συμμαχίας και την εντεύθεν βλάβη των εθνικών συμφερόντων, απεφάσισαν να ρίψωσιν επί του Ελληνικού Λαού βάρος ανώτερο υπό πάσαν έποψιν των δυνάμεών του και εν γνώσει των κινδύνων της καταστροφής των εθνικών δικαίων, ην απεδέχοντο, ανέθηκαν αποκλειστικώς εις αυτόν την δια των όπλων επιβολή της συνθήκης των Σεβρών, ήτις θα εφηρμόζετο ευχερώς τη συνδρομή των Μεγάλων Δυνάμεων, εάν η Ελλάς δεν εξέπιπτε της Συμμαχίας. Αφού δε στέρησαν το στράτευμα ικανών και δεδοκιμασμένων αρχηγών μονάδων και άλλων αξιωματικών και ωδήγησαν αυτό από αποτυχίας εις αποτυχίαν κατά τας διαφόρους επιχειρήσεις, επήλθε τελικώς η μάχη του Σαγγάριου, καθ'ην πλέον κατεδείχθη το αδύνατον της επιβολής της συνθήκης εις τον εχθρό δια των όπλων. Και μετά τούτο όμως οι κατηγορούμενοι και άλλοι συστασιώται αυτών, αντί να παύσωσι να κρύπτωσι την αλήθεια ότι η παραμονή του Βασιλέως εις την Ελλάδα ήτο επιβλαβής εις τα εθνικά συμφέροντα, τουναντίον εν γνώσει πλέον τελούντες της ασφαλώς επερχομένης καταστροφής, ήρχισαν εναντικώτερον δια των ως άνω ιδίων μέσων των ψευδολογιών και της τρομοκρατίας να ενεργώσιν όπως υποστηρίξωσι τον Βασιλέα, ούτινος ο θρόνος εκλονίζετο, ούτω δε δια της παρατάσεως της μικρασιατικής εκστρατείας επήλθεν ο στρατιωτικός κάματος και ο ηθικός κλονισμός του στρατού και η οικονομική εξάντλησις της Χώρας, τουθ' όπερ επήνεγκε τον συγκλονισμό του Μικρασιατικού μετώπου, όπερ μετά τινα χρόνο επρόκειτο αυτομάτως να καταρρεύσει. Αντί δε ν'ασκήσωσι πάσαν την επιρροή των εις τον Βασιλέα ίνα ούτος παραιτηθή και σωθή ούτω το εθνικόν οικοδόμημα, δηλούντες αυτώ ότι εν περιπτώσει αρνήσεώς του θέλουσιν ούτοι παραιτηθή, και καταστήσωσι τούτο γνωστόν αρμοδίως, εξ εναντίας ο Γεώργιος Χατζανέστης ανέλαβεν αυτός να εκτελέση την απόφασισθείσαν σκηνοθεσία της εκστρατείας της Κωνσταντινουπόλως, αποσπάσας αρκετάς δυνάμει εκ του Μικρασιατικού μετώπου εις Θράκην, επί τω τέλει να επιτευχθεί επίθεσις εκ μέρους του εχθρού, καθ'ην ηττωμένου του ελληνικού στρατού επέλθη ο τερματισμός της εκκενώσεως της Μικράς Ασίας και της Θράκης, ήτις ήτο συνέπεια συνήθης ευπρονόητος του ως άνω επιδιωκομέου σκοπού των κατηγορουμένων, και ούτως ενήργησε την παράδοσιν εις τον εχθρό αποθηκών πλήρων παντοτιδούς υλικού. Επειδή, εκδηλωθείσης της επιθέσεως του εχθρού την 13ην Αυγούστου, κατά την διάρκεια ταύτης εκ προθέσεως παρέδωκεν εις τον εχθρό μεγάλα τμήματα της παρ'αυτού διοικουμένης Στρατιάς της Μικράς Ασίας και δια διαφόρων μέσων προκάλεσε την απέναντι του εχθρού φυγήν του στρατού και ημπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού, παρακινηθείς εις τούτο εκ προθέσεως υπό την λοιπών κατηγορουμένων. Επειδή προέκυψεν ότι οι εκ των κατηγορουμένων Μιχαήλ Γούδας και Ξενοφών Στρατηγός εξετέλεσαν τας ανωτέρας πράξεις εν μετρία συγχίσει, άρθρο 87 του κοινού Ποινικού Νόμου. Επειδή αι πράξεις αύται προβλέπονται υπό των άρθρων 56, εδ. 3, 57, 123 εδ. 3, 224 του κοινού Ποινικού Νόμου, 194 εδ. 1, 4, 259 και 178 της Στρατιωτικής Ποινικής Νομοθεσίας 109, 21 και 23 του κοινού Ποινικού Νόμου και 10 του από 12 Οκτωβρίου του 1922 Διατάγματος Επαναστατικής Επιτροπής περί συστάσεως και λειτουργίας εκτάκτου Στρατοδικείου προς εκδίκασιν των κατά των υπαίτιων της Εθνικής καταστροφής κατηγοριών. Δ ι α Τ α ύ τ α ------------

Κηρύσσει παμψηφεί ενόχους τους κατηγορουμένους 1) Δημήτριον Γούναρην, 2) Νικολ. Στράτον, 3) Πέτρον Πρωτοπαπαδάκην, 4) Νικολ. Θεοτόκην, 5) Γεώργιο Χατζανέστην, 6) Ξενοφώντα Στρατηγόν, 7) Μιχαήλ Γούδαν και 8) Γεώργιον Μπαλτατζήν. 1) Ότι υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι συνεπαφάσισαν την εκτέλεσιν της αμέσως επομένης αξιοποίνου πράξεως και ένεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαίαν συνδρομήν από της 3ης Νοεμβρίου 1920 μέχρι τέλους Αυγούστου 1922 εν Αθήναις και αλλαχού του Κράτους συνώμοσαν και συναπεφάσισαν περί πράξεως εσχάτης προδοσίας και συνυπεχρεώθησαν προς αλλήλους προς ταύτη, ήτοι δια της δια ποικίλων μέσων συστηματικής εργασίας προς κλονισμόν του ηθικού του εν Ιωνία μαχομένου στρατού, δια της προβεβουλευμένης μεταφοράς μεγάλης δυνάμεως στρατού εκ του Μικρασιατικού μετώπου επί σκοπώ εξασθενήσεως αυτού και άλλων διαφόρων μέσων ενήργησαν εκ προθέσεως την παράδοσιν εις τον εχθρόν αποθηκών πλήρων πολεμοφόδιων, όπλων, πυροβόλων και παντός άλλου πολεμικού υλικού, ανηκόντων εις την επικράτειαν. 2) Τον κατηγορούμενον Γ. Χατζανέστην τέως αρχηγόν Στρατιάς Μικράς Ασίας ως υπαίτιον του ότι εν Σμύρνη και αλλαχού από της 13 Αυγούστου 1922 μέχρι της 23 ιδίου μηνός και έτους εκουσίως και εκ προθεσέως παρέδωσε προς τον εχθρόν μεγάλα τμήματα της παρ'αυτού διοικουμένης Στρατιάς Μικράς Ασίας και δια διαφόρων μέσων προυκάλεσε την απέναντι του εχθρού φυγήν μεγάλων τμημάτων του στρατεύματος και παρεμπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού. Τους δε λοιπούς: 1) Πέτρον Πρωτοπαπαδάκην, 2) Δημήτριον Γούναρη, 3) Νικόλαον Στράτον, 4) Ξενοφώντα Στρατηγόν, 5) Νικόλαον Θεοτόκη, 6) Μιχαήλ Γούδαν και 7) Γεώργιον Μπαλτατζήν, ότι ενώ ο Γεώργιος Χατζανέστης, αρχηγός ων της Στρατιάς Μικράς Ασίας από 13 μέχρι 23 Αυγούστου 1922, εκουσίως και εκ προθέσεως παρέδωκεν εις τον εχθρόν μεγάλα τμήματα στρατού και παρεμπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού, ούτοι εκ προθέσεως παρεκίνησαν αυτόν εις την εκτέλεσιν της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, προστάξαντες και παραγγείλαντες αυτόν και συμβουλεύσαντες αυτόν μετ'απάτης, πειθούς και φορτικότητος.

Κ α τ α δ ι κ ά ζ ε ι παμψηφεί τους μεν Γεώργιον Χατζανέστην, Δημήτριον Γούναρην, Νικόλαον Στράτον, Πέτρον Πρωτοπαπαδάκην, Γεώργιον Μπαλτατζήν και Νικόλαον θεοτόκην εις την ποινήν του θανάτου. Τους δε Μιχαήλ Γούδαν και Ξενοφώντα Στρατηγόν εις την ποινήν των ισοβίων δεσμών.

Δ ι α τ ά σ σ ε ι την στρατιωτικήν καθαίρεσιν των Γεωργίου Χατζανέστη, αρχιστρατήγου, Ξενοφώντος Στρατηγού, υποστρατήγου, και Μιχαήλ Γούδα, υπό ναυάρχου και επιβάλλει αυτοίς τα έξοδα και τα τέλη και δια προσωπικής των κρατήσεως.

 Επιδικάζει παμψηφεί χρηματικήν αποζημίωσιν υπέρ του Δημοσίου και κατά 1) Δ. Γούναρη δραχ. Διακοσίων χιλιάδων, 2) Ν. Στράτου δραχ. Τριακοσίων τριάκοντα πέντε χιλιάδων, 3) Π. Πρωτοπαπαδάκη δραχ. Πεντακοσίων χιλιάδων, 4) Γ. Μπαλτατζή δραχ. ενός εκατομμυρίου, 5) Ν. Θεοτόκη δραχ. ενός εκατομμυρίου και 6) Μ. Γούδα δραχ. διακοσίων χιλιάδων. Εκρίθη απεφασίσθη και εδημοσιεύθη. Εν Αθήναις τη 15 Νοεμβρίου 1922. Ο Πρόεδρος Η Γραμματεύς Α. ΟΘΩΝΑΙΟΣ Ι. Πεπόνης".   

Αμέσως μετά, ο επαναστατικός επίτροπος Νεόκοσμος Γρηγοριάδης μεταβαίνει στις φυλακές Αβέρωφ, όπου εκρατούντο οι κατηγορούμενοι και τους ανακοινώνει την καταδικαστική απόφαση. Είναι 9 το πρωί. Στους έξι θανατοποινίτες ανακοινώνει ότι η εκτέλεση θα γίνει σε δύο ώρες. Υποβολή ενδίκων μέσων δεν προβλεπόταν για τους καταδικασθέντες. Στις 10:30 δύο φορτηγά τους παραλαμβάνουν και τους μεταφέρουν στον χώρο εκτελέσεων στου Γουδή, πίσω από το νοσοκομείο «Σωτηρία»[65]. Μία ώρα αργότερα, 36 πυροβολισμοί αντηχούν από τους άνδρες του εκτελεστικού αποσπάσματος και οι 6 πέφτουν νεκροί. Στις 2:30 μ.μ. κηδεύονται στο Α' Νεκροταφείο, κάτω από αυστηρά μέτρα ασφαλείας.

Η επίσπευση της εκτέλεσης των 6 έγινε με προτροπή του Πάγκαλου. Ο στρατηγός ήθελε να μην τους προλάβει ζωντανούς ο πλοίαρχος Τάλμποτ, που έφθασε λίγο αργότερα στην Αθήνα ως απεσταλμένος της Αγγλικής Κυβέρνησης για να πιέσει την κυβέρνηση να αναβάλει την εκτέλεση των θανατικών ποινών. Κατόπιν της εξέλιξης αυτής η Αγγλία διέκοψε τις διπλωματικές της σχέσεις με την Ελλάδα και ο Άγγλος πρέσβης έφυγε από την Αθήνα την επομένη της εκτέλεσης. Η εκτέλεση των Έξι αμαύρωσε την εικόνα της Χώρας, καθώς ο διεθνής Τύπος φιλοξένησε πολλά αρνητικά δημοσιεύματα όχι μόνο για τη δίκη, αλλά κυρίως για το σκηνικό της ατιμωτικής εκτέλεσης με φρικιαστικές λεπτομέρειες[66]. Ομοίως επιδεινώθηκε η Διεθνής θέση της Χώρας σε μια εποχή που χρειαζόταν στενή συνεργασία με τις Μεγάλες Δυνάμεις, λόγω των εκκρεμών διαπραγματεύσεων της Λωζάνης[67].

Την ίδια ημέρα εκδόθηκε το κάτωθεν ανακοινωθέν:  "Την 11 και 30' π.μ. της σήμερον εις τον παρά το Γουδί χώρον εξετελέσθη εν πλήρει στρατιωτική τάξει η θανατική εκτέλεσις των εξ καταδικασθέντων υπό του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου υπευθύνων της Μικρασιατικής καταστροφής, ήτοι των απαρτισάντων το Συμβούλιο των πέντε πολιτικών Π. Πρωτοπαπαδάκη, Δ. Γούναρη, Ν. Στράτου, Γ. Μπαλτατζή και Ν. Θεοτόκη και του Αρχιστρατήγου της ήττης Γ. Χατζηνέστη. Της εκτελέσεως προηγήθη η στρατιωτική καθαίρεσις και η Θεία μετάληψις εν ταις φύλακας Αβέρωφ. Οι νεκροί μεταφερθέντες πάραυτα εις το Α' Νεκροταφείο παρεδόθησαν εις τους οικείους των προς ταφήν. Προ της εκτελέσεως οι κατάδικοι ερωτηθέντες περί της υστάτης θελήσεως των, ουδέν είπον". Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες η σκηνή της εκτελέσεως περιγράφεται ως εξής: Στις 11.05 φάνηκαν τα καμιόνια που έφεραν τους καταδικασμένους. Το πρώτο καμιόνι σταμάτησε και άνοιξε η πόρτα. Ο Στράτος πήδηξε πρώτος έξω και βοήθησε τον Γούναρη να κατεβεί, δίνοντάς του το δεξί του χέρι. Καθώς δεν τους βοηθούσε κανένας, κοιτάζοντας να δει που θα πήγαινε τον Γούναρη, του είπε "Πού πάμε;" Ο Γούναρης είπε "Στον άλλον κόσμο", και έκανε μερικά βήματα. Κρύωνε πολύ. σήκωσε το γιακά του και έβαλε τα χέρια του στις τσέπες. 'Εφτασε το δεύτερο καμιόνι. Ο στρατηγός Χατζανέστης κατέβηκε και κοίταξε γρήγορα και επισταμένως τους στρατιώτες. Αυτοί είχαν σχηματίσει τετράγωνο και τους διοικούσε ένας αξιωματικός, που πήρε ένα κομμάτι χαρτί από τα χέρια του γραμματέα και διάβασε το διατακτικό της αποφάσεως. 'Επειτα ρώτησε τους καταδίκους αν είχαν να πουν κάτι. Όλοι απάντησαν όχι. Είδαν τον Γούναρη να γέρνει το κεφάλι του δεξιά και να σηκώνει τους ώμους. Ο στρατηγός Χατζηανέστης έπρεπε να καθαιρεθεί, και του διάβασαν το απόσπασμα του κειμένου που αφορούσε την καθαίρεσή του. Την στιγμή που τον πλησίασαν για να του αφαιρέσουν τα διακριτικά του βαθμού του, τράβηξε και έβγαλε μόνος του τις επωμίδες, διότι δεν ήθελε να τις αγγίξει άλλο χέρι[68].

Μικροί λάκκοι είχαν σκαφτεί για να πέσουν μέσα τα σώματα. 'Ενας αξιωματικός με το ξίφος ανά χείρας είπε στους καταδίκους να τον ακολουθήσουν και έδειξε στον καθένα την θέση του, φωνάζοντάς τους έναν έναν με το όνομά τους. Ο Θεοτόκης ήταν πρώτος από δεξιά, και κάθε δώδεκα μέτρα από τα δεξιά προς τα αριστερά, ήταν ο Μπαλτατζής, ο Στράτος, ο Γούναρης, ο Πρωτοπαπαδάκης και ο στρατηγός Χατζηανέστης. Ο Στράτος πήρε τη θέση του αφού βοήθησε τον Γούναρη να πάρει την δική του. Μπροστά από τον κάθε ένα, σε απόσταση δεκαπέντε βημάτων, ήσαν πέντε στρατιώτες. Η ψυχραιμία των καταδίκων ήταν εκπληκτική. Ο Γούναρης κοίταζε προσεκτικά το εκτελεστικό απόσπασμα. Ο Μπαλτατζής φόρεσε το μονόκλ του, αφού το σκούπισε με το μαντίλι του. Ο στρατηγός Χατζηανέστης στάθηκε προσοχή. Κανένας από τους έξι δεν δέχτηκε να του δέσουν τα μάτια[69].

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος, αυτός ο  απηνής διώκτης των καταδικασθέντων, σε μία αναφορά του χρόνια μετά την εκτέλεση δήλωσε: «Δεν παραδέχομαι ότι διέπραξαν συνειδητήν προδοσίαν… αλλά υπήρξαν μοιραία και αναγκαία θύματα εις τον βωμόν της Πατρίδος». Ο δε Ελευθέριος Βενιζέλος σε ύστερο χρόνο σε επιστολή του στον Τσαλδάρη ανέφερε: «Δύναμαι να βεβαιώσω υμάς με τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον ότι ουδείς των πολιτικών αρχηγών της Δημοκρατικής Παρατάξεως θεωρεί ότι οι ηγέται της πολιτικής ήτις ηκολουθήθη μετά το 1920, διέπραξαν προδοσίαν κατά της πατρίδος ή ότι εν γνώσει οδήγησαν τον τόπον εις την Μικρασιατικήν Καταστροφήν»[70] [71] Άλλωστε και ο ίδιος ο Πάγκαλος που πρωταγωνίστησε στις εκτελέσεις, με επιστολή του στον Βενιζέλο στις 17/30 Οκτωβρίου 1922, περιέγραφε το στημένο της διαδικασίας προαναγγέλλοντας τη βέβαιη καταδίκη των κατηγορουμένων σε θάνατο[72]. Οι ίδιοι λοιπόν οι πρωταγωνιστές των δραματικών γεγονότων του 1922 βεβαιώνουν ότι το βασικό κίνητρο πίσω από τις εκτελέσεις των πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών της περιόδου 1920-1922 δεν ήταν άλλο ει μη ο κατευνασμός της δικαιολογημένης λαϊκής οργής που προεκλήθη από την τραγική κατάληξη της μικρασιατικής εκστρατείας και τον ξεριζωμό εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων της Μικράς Ασίας, της Θράκης και του Πόντου.[73] Η δίκη στην πραγματικότητα εξελίχθηκε σε μία δικαστική παρωδία. Οι καταδικασθέντες δεν δικάστηκαν από τους φυσικούς τους δικαστές αλλά από αναρμόδιο και ειδικά προς τούτο συσταθέν έκτακτο Στρατοδικείο κατά παράβαση κάθε κανόνα θετού δικαίου της εποχής αλλά ακόμα και του Συνταγματικού Χάρτη της χώρας ο οποίος στο άρθρο 91 απαγόρευε ρητώς τη σύσταση και λειτουργία έκτακτων Στρατοδικείων. Οι κατηγορούμενοι στερήθηκαν βασικών δικονομικών δικαιωμάτων υπεράσπισης και δεν είχαν καν πρόσβαση σε κρατικά έγγραφα που τους αφορούσαν ή ακόμη και στα προσωπικά τους αρχεία ενώ οι περισσότεροι συνέταξαν τις απολογίες τους από στήθους. Η διαδικασία εξελίχθηκε κινηματογραφικά κατά παράκαμψη κάθε ουσιαστικού και δικονομικού κανόνα του ισχύοντος την περίοδο αυτή ποινικού νόμου.

Η απόφαση του δικαστηρίου όπως αποδείχθηκε υπήρξε μία προειλημμένη πολιτική απόφαση η οποία έπρεπε να ενδυθεί το μανδύα της δικαιοσύνης και του δικαίου προκειμένου να αποσείσει το ενδεχόμενο να θεωρηθεί τούτη ως προϊόν προσωπικής ή συλλογικής αντεκδίκησης των βενιζελικών αξιωματικών που ήρθαν στα πράγματα μετά την μικρασιατική καταστροφή εις βάρος των πολιτικών τους αντιπάλων[74]. Ωστόσο θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η μοναδική αιτία της τραγικής αυτής ιστορίας ήταν ο κατευνασμός της λαϊκής οργής που οφείλετο στη ατυχή έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας. Η πραγματική αιτία πρέπει να αναζητηθεί αρκετά χρόνια νωρίτερα και συγκεκριμένα στην έναρξη του Εθνικού Διχασμού. Τότε δηλαδή που καλλιεργήθηκε η πεποίθηση ότι ο πολιτικός αντίπαλος ήταν υπεύθυνος για κάθε πράξη ή ενέργεια που οδηγούσε σε αποτελέσματα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα, για κάθε αστοχία ή αποτυχία της κυβερνητικής πολιτικής σε βαθμό  ώστε τούτος να θεωρείται εξάπαντος εθνικός προδότης .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Εθνικός Διχασμός υπήρξε μία περίοδος πυκνού ιστορικού χρόνου που συμπύκνωσε σε ελάχιστες στιγμές σχεδόν ολόκληρο το ιδεολογικό και παθογόνο κοινωνικό φορτίο της ελληνικής επαναστάσεως. Ίσως δε θα ήταν υπερβολικό να χαρακτηρίζαμε τον Εθνικό Διχασμό ως την πιο καθαρή αποτύπωση της πολιτικής, κοινωνικής και ταξικής ανομοιομορφίας και ανομοιογένειας που συνοδεύει την εξέλιξη της ελληνικής επαναστάσεως σε όλο το βάθος της ιστορικής της πορείας έως και τις ημέρες μας. Μίας πορείας που αποκαλύπτει τις βαθύτερες αίτιες και τα κίνητρα της ελληνικής κοινωνικής και πολιτικής παθογένειας.

Παράλληλα όμως ο Διχασμός υπήρξε ένα από τα πιο μελανά κεφάλαια της νεότερης πολιτικής ιστορίας του Έθνους. Μία καταρχήν πολιτική διαφωνία μεταξύ του Πρωθυπουργού της χώρας και του Βασιλέα σχετικά με τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής οδήγησε σε μία μακρόχρονη αδελφοκτόνο έχθρα που σπάραξε τον ελλαδικό χώρο, διαίρεσε τους πολίτες και προκάλεσε καταστροφικά αποτελέσματα στο εσωτερικό και εξωτερικό πολιτικό και διπλωματικό πεδίο, ολοκληρώθηκε δε με την καταδίκη και εκτέλεση 3 πρώην Πρωθυπουργών  της αντίπαλης πολιτικά παράταξης, 2 Υπουργών και του Αρχιστρατήγου της Μικρασιατικής εκστρατείας.

Η χαραυγή του 20ου αιώνα βρίσκει τα Βαλκάνια σε μία πολιτική και διπλωματική αναταραχή. Η παραπαίουσα Οθωμανική αυτοκρατορία πνέει τα λοίσθια και οι νέοι γεωγραφικοί παίχτες στο χώρο της ευρωπαϊκής ανατολής σπεύδουν να εξασφαλίσουν το μερίδιο του λέοντος. Η Ελλάδα βρίσκεται σε προνομιακή θέση καθώς ο ευρύτερος εδαφικός χώρος κατοικείται  από ελληνικούς πληθυσμούς. Η χώρα όμως βρίσκεται σε κακή οικονομική κατάσταση, πριν λίγα χρόνια είχε εξέλθει από τους Βαλκανικούς πολέμους και όλοι οι πολίτες της δεν συμμερίζονται τις ίδιες εθνικές φιλοδοξίες. Η ιστοριογραφική μόνο ανάγνωση των γεγονότων του Διχασμού αποσιωπά και εξωραίζει τα πραγματικά και βαθύτερα αίτια της εθνικής διαμάχης. Τοπικιστικά και ταξικά συμφέροντα και υπολογισμοί, κοντόφθαλμη εθνική πολιτική, προσωπικές και εγωπαθείς φιλοδοξίες αποκαλύπτουν το ζοφερό παρασκήνιο της περιόδου. Το μεγαλύτερο τμήμα της Παλαιάς Ελλάδας  σε ΄΄ ανίερη΄΄ συμμαχία με τους αλλοθνείς κατοίκους των Νέων Χωρών αντιδρούν και αντιμάχονται στην ιδέα της εθνικής επέκτασης και του αλυτρωτισμού και τάσσονται υπέρ ενός εσωστρεφούς πατριωτισμού, εκφραστής του οποίου- όπως και των συντηρητικών αστικών, μικροαστικών, εργατικών και αγροτικών στρωμάτων που απειλούσε ο οικονομικός, κοινωνικός και πολιτικός εκσυχρονισμός-, τίθεται ο αντιπρόσωπος του θρόνου. Από την άλλη πλευρά η πλειοψηφία του υπόλοιπου Ελληνισμού, των αλύτρωτων, των μέχρι πρότινος αλύτρωτων Ελλήνων των Νέων Χωρών και εκείνων των παροικιών διψούν για την ένωση του έθνους και την ενσωμάτωση στην εθνική μήτρα.

Οι δύο αντίπαλοι ΄΄ πολιτικοί κόσμοι΄΄, όπως είχαν ονομαστεί, εμφορούνται από τον ίδιο εθνικισμό. Από τη μία ο βυζαντινός ρομαντισμός του Στέμματος, και από την άλλη το αλυτρωτικό όραμα των υπόδουλων πολιτών του έθνους. Η διαφορετική όμως ιδεολογική τους βάση υποκρύπτει την ετερόνομη ηθική τους θεμελίωση. Ο Βενιζελισμός αυτοκαθορίζεται και νομιμοποιείται με αναφορά στο Έθνος και το όραμα της απελευθέρωσης των ΄΄αλύτρωτων΄΄ ομοεθνών από τον ξένο ζυγό[75]. Ο Αντιβενιζελισμός από την άλλη επιδιώκει τη διατήρηση του γνώριμου status quo, την διαιώνιση της καθεστηκυιάς τάξης και τη διασφάλιση του ισχύοντος οικονομικού και κοινωνικού συστήματος, το οποίο προφανώς απειλείται από την έλευση και την ενσωμάτωση ξενικών και αλλοφερμένων στοιχείων.

 Τούτο αποτυπώνεται και στις πολιτικές επιλογές των αντιμαχόμενων πλευρών. Η Παλαιά Ελλάδα τάσσεται υπέρ της γερμανόφιλης ουδετερότητας που σκοπεί στη διαφύλαξη των εθνικών συνόρων και τη πολιτική προστασία της εσωτερικής καθεστηκυίας τάξης. Ο Βενιζέλος και οι υποστηρικτές του οραματίζονται το εδαφικό και οικονομικό μεγάλωμα της Ελλάδας, την ενσωμάτωση των αλύτρωτων Ελλήνων, το μεγάλωμα του Έθνους.

Ιστοριογραφικά και με βάση τα γεγονότα δεν έχει να διαφωνήσει κανείς. Ο Βενιζελισμός αποδεικνύεται ο πιο συνεπής ,διορατικός και πραγματιστικός φορέας της εθνικής ολοκλήρωσης. Οι επιλογές της βενιζελικής διπλωματίας δικαιώθηκαν από τη ρεαλιστική συγκυρία των  γεγονότων. Η ενεργός συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων είχε ως ουσιαστικό αποτέλεσμα τη θριαμβευτική νίκη κατά των Γερμανοβουλγάρων στα υψώματα του Σκρα Ντι Λέγκεν στις 30 Μαΐου 1918 και τη συμμετοχή των ελληνικών δυνάμεων στην τελική επίθεση και διάσπαση του μετώπου, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Λίγες μέρες αργότερα, η Βουλγαρία θα συνθηκολογούσε και τον Οκτώβριο του ιδίου έτους η Οθωμανική αυτοκρατορία θα σύναπτε ανακωχή στον Μούδρο. Η Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920), ως επακόλουθο της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων, αποτέλεσε μια μεγάλη διπλωματική επιτυχία του Βενιζέλου. Με το τέλος του πολέμου, η Ελλάδα απέκτησε την Ίμβρο, την Τένεδο και την Ανατολική Θράκη μέχρι τη γραμμή της Τσατάλτζας, κοντά στην Κωνσταντινούπολη.

Παρά τις όποιες ωστόσο εθνικές επιτυχίες το στίγμα του Εθνικού Διχασμού παρέμεινε επί δεκαετίες ενεργό. Διαίρεσε γεωγραφικά τη χώρα σε δύο αντίπαλες παρατάξεις, την οδήγησε σε κατάσταση μειωμένης εθνικής κυριαρχίας (αρμοστεία), και την ενότητα του έθνους  διασπασμένη για τα επόμενα 20 χρόνια. Το χάσμα στην ελληνική κοινωνία άγγιξε για πρώτη φορά το στράτευμα, στρώνοντας τον δρόμο για τις δικτατορίες του μεσοπολέμου, το πραξικόπημα του Πάγκαλου, τη δικτατορία του Μεταξά, και τη Χούντα των Συνταγματαρχών, ενώ οι βιαιότητες και η  βαρβαρότητα των Νοεμβριανών στιγμάτισαν την ελληνική κοινωνία για πολλές δεκαετίες. Στο Μικρασιατικό μέτωπο η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 άνοιξε το δρόμο για την επιστροφή του Κωνσταντίνου. Κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων, τις οποίες συνέχισε η φιλοβασιλική κυβέρνηση, ο διχασμός σιγοβράζει και τα πάθη κοχλάζουν. Η κατάληξη και το αποτέλεσμα της εσωτερικής αναταραχής και αστάθειας  είναι γνωστό: η Μικρασιατική Καταστροφή, το στρατιωτικό κίνημα του 1922 και η Δίκη των έξι αποτελούν τη τραγική κορύφωση του δράματος. Δεν είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς ποια κατάληξη μπορεί να έχει κάθε φορά η εθνική διχόνοια και αποστασία. Ούτε είναι δύσκολο να φανταστεί τι αποτελέσματα κομίζει η εθνικιστική, διχαστική και ταξική ρητορική. Τα δραματικά όμως τούτα γεγονότα των ετών 1914-1922 αποδεικνύουν με τον πιο εμφατικό τρόπο πόσο βαθιά και ανεξίτηλα μπορεί να τραυματίσει το συλλογικό ηθικό η αδυναμία κατανόησης της άλλης άποψης, η άρνηση συγκατάβασης προς τον συναγωνιστή, η έλλειψη σεβασμού στον πολιτικό αντίπαλο.

Κανένα έθνος και κανένα κράτος δεν έχει συμφέρον να αναμοχλεύει γεγονότα και συμβάντα όπως τούτα του Νοεμβρίου του 1922 που δεν περιποιούν τιμή σε κανέναν από τους εμπλακέντες σε αυτά, ξυπνούν φρικτές μνήμες και αναμοχλεύουν ανίερα πάθη. Η ιστορία δεν μπορεί να επανορθώσει τις λανθάνουσες μνήμες των γεγονότων που τη σημάδεψαν ούτε μπορεί να εξαλείψει τις παθογένειες που τα δημιούργησαν. Μπορεί όμως να αποτελέσει δίδαγμα δια τις γενεές που έρχονται ούτως ώστε να κατορθώσουν να αντιμετωπίσουν με ανδρεία και σωφροσύνη τις δύσκολες στιγμές που επιφυλάσσονται για κάθε έθνος·

                               όπως είπε ο  Ουίνστον Τσώρτσιλ προς τούτο το 1948 ενώπιον της Βρετανικής Βουλής: «Όσοι αποτυγχάνουν να διδαχθούν από την ιστορία, είναι καταδικασμένοι να την επαναλάβουν».

                        Η κοινή ευχή που εκπηγάζει από την καρδιά όλων των Ελλήνων ανεξαρτήτου παρατάξεως και πεποιθήσεων είναι το ιστορικότερο έθνος των Βαλκανίων να μην ξαναζήσει τέτοιες στιγμές σαν και αυτές. Και η προτροπή που ξεχειλίζει αυτόθροα από τα αιματοβαμμένα χείλη των θυμάτων του Εθνικού Διχασμού αλλά και από το στόμα κάθε Έλληνα που αγαπάει τη χώρα του  συμπυκνώνεται μονάχα σε δύο λέξεις : ΄΄ποτέ ξανά΄΄

 

  

 

 

  



[1] Τον Σεπτέμβριο του 1833, ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν στο Παλαμήδι (Ιτς Καλέ) στο Ναύπλιο. Παρέμειναν έξι μήνες σε πλήρη απομόνωση χωρίς να γνωρίζουν το κατηγορητήριο. Κατηγορήθηκαν για εσχάτη προδοσία επι τω λόγω ότι υποκινούσαν συνωμοσία εναντίον του θρόνου και εμφύλιο πόλεμο. Η δίκη ξεκίνησε στις 16 Απριλίου 1834 στο Ναύπλιο. Ο Βασιλικός Επίτροπος Edward Masson (Σκωτσέζος νομικός) ζήτησε επίμονα τη θανατική ποινή. Η δίκη έμεινε στην ιστορία για το σθένος δύο δικαστών, του προέδρου του δικαστηρίου Αθανάσιου Πολυζωίδη και του μέλους Γεώργιου Τερτσέτη οι οποίοι αρνήθηκαν να υπογράψουν τη θανατική καταδίκη. Υπέστησαν άγριο ξυλοδαρμό και σωματική βία μέσα στην αίθουσα από τις βαυαρικές λόγχες για να εξαναγκαστούν να υπογράψουν .Παρέμειναν πιστοί στον όρκο τους, με αποτέλεσμα να παραπεμφθούν και οι ίδιοι αργότερα σε δίκη (η «δίκη των δικαστών»). Στις 25 Μαΐου 1834, η πλειοψηφία των δικαστών (3 έναντι 2) καταδίκασε τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα σε θάνατο με αποκεφαλισμό. Η απόφαση προκάλεσε τεράστια λαϊκή οργή και κατακραυγή. Φοβούμενος την εξέγερση, ο Όθωνας μετέτρεψε την ποινή αρχικά σε ισόβια κάθειρξη και στη συνέχεια σε 20ετή φυλάκιση. Τον Μάιο του 1835, μόλις ο Όθωνας ενηλικιώθηκε, απένειμε πλήρη χάρη στον Αρχιστράτηγο, ο οποίος ονομάστηκε ξανά Σύμβουλος της Επικρατείας.

[2] Οι πολεμικές επιχειρήσεις των δύο βαλκανικών πολέμων διήρκεσαν περίπου 10 μήνες, Γ.Θ.Μαυρογορδάτος, 1915, Ο Εθνικός Διχασμός, ο.π., σ.33

[3] Ο δολοφόνος του Βασιλιά υπήρξε ο Σερραίος Αλέξανδρος Σχινάς, ο οποίος πέφτοντας από το παράθυρο του διοικητηρίου, όπου μεταφέρθηκε για να ανακριθεί, αυτοκτόνησε, θέτοντας οριστικό τέρμα στην προσπάθεια να διευκρινισθούν οι λόγοι της βδελυρής του πράξης

[4] Υπήρξαν φήμες ότι ο Σχινάς ήταν εκτελεστικό όργανο των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών και ότι σκοπός της δολοφονίας ήταν η άμεση ανάρρηση στο θρόνο του Κωνσταντίνου που  τον θεωρούσαν φιλικότερα διακείμενο προς τη Γερμανία.

[5] Γ.Θ.Μαυρογορδάτος, 1915, Ο Εθνικός Διχασμός, εκδ.Πατάκη, 2015, σ.167 επ.

[6] Η. Δαγκλής, «Ο Εθνικός Διχασμός και η Τριανδρία Βενιζέλου-Δαγκλή-Κουντουριώτη», Δικαστής (blogspot.com), 16 Οκτωβρίου 2022

[7] Είναι χαρακτηριστική η διάκριση των οπαδών των δύο κινημάτων σε ΄΄βενιζελικούς΄΄ και ΄΄αντιβενιζελικούς΄΄, Γ. Αναστασιάδης, Αντιβενιζελικοί λίβελοι, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 5 επ.

[8] Γ.Θ.Μαυρογορδάτος, 1915, Ο Εθνικός Διχασμός, ο.π., σ.223

[9]Π.Δέλτα, Ελευθέριος Κ.Βενιζέλος(Αρχείο της Π.Σ.Δέλτα ΄Θ),επιμ. Π.Α.Ζάννα,Αθήνα, Ερμής,1978,σ.78

[10] Γ.Βεντήρης,Η Ελλάς του 1910-1920, τ.2, Αθήνα, Πυρσός, 1931, σ.362

[11]  Η Αντάντ ή "Εγκάρδια Συνεννόηση" (Entente Cordiale) ονομάστηκε η συμμαχία Γαλλίας και Μεγάλης Βρετανίας, η οποία έθεσε τέλος σε οχτώ αιώνες αγγλογαλλικής αντιπαλότητας.Μετά την έκρηξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου η συμμαχία μετατράπηκε στην Τριπλή Αντάντ, με την εισδοχή της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (καθώς και της Σερβίας και του Βελγίου). Αργότερα συνασπίστηκαν μαζί τους η Ιαπωνία (1914), η Ιταλία (1915), η Ρουμανία (1916), οι Η.Π.Α. (1917), και η Ελλάδα.

[12] Η τήρηση ουδετερότητας από τη πλευρά της Ελλάδας συνέφερε την Γερμανία και από μία άλλη άποψη. Μία ενδεχόμενη συμμαχία μαζί της θα την επιβάρυνε οικονομικά υπέρμετρα ενώ παράλληλα θα έθετε σε κίνδυνο τη διατήρηση της συμμαχίας με τους λοιπούς συνεταίρους, βλ. G. Leon, Greece and the Great Powers 1914-1917, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 32, 71.

[13] Γ.Θ.Μαυρογορδάτος, 1915, Ο Εθνικός Διχασμός, ο.π., σ.41

[14] Γ. Βεντήρης Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910 - 1920, ο.π.τομ. 1, σ.270

[16] Είναι χαρακτηριστική μάλιστα η φράση που φέρεται να απεύθυνε στον Βενιζέλο-σύμφωνα με την αφήγηση του τελευταίου στη Βουλή στις 13 Αυγούστου  1917-ακούγοντας την πρόταση του για συμμετοχή της Ελλάδας στις στρατιωτικές επιχειρήσεις για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης: ΄΄ καλά λοιπόν, εις το όνομα του Θεου΄΄, εκφράζοντας έναν βαθύτερο πόθο του ιδίου και μεγάλου μέρους του αλύτρωτου κυρίως ελληνισμού.βλ σχετ. Ε.Βενιζέλος. Τα κείμενα του Ελευθερίου Βενιζέλου, επιμ. Σ.Στεφάνου,τομ.2, Λέσχη Φιλελευθέρων, Αθήνα, 1982, σ.377

[17] Τον Μάρτιο 1915 ο Βενιζέλος με αφορμή την αποπομπή του υποστρατήγου Δουσμάνη, την οποία αμφισβήτησε ο Κωνσταντίνος, παραιτείται και η ρήξη μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών του Εθνικού Διχασμού εισέρχεται στην τελική και πιο κρίσιμη φάση. Ο βασιλιάς εκφράζει τη δυσαρέσκεια για αύτη την κίνηση του Βενιζέλου κατηγορώντας τον ότι δείχνει έλλειψη εμπιστοσύνης στις ΄΄ειλικρινές διαθέσεις του΄΄, Γ.Στρείτ,Ημερολόγιον-Αρχείον,τ.2Α,Αθήνα, 1964-66, σ.20

[18] Ο Μεταξάς για αυτή του τη στάση θα μετανιώσει αργότερα. Λίγο πριν πεθάνει γράφει στο ημερολόγιο του:΄΄΄Θα μας συγχωρήσει ο Θεός το 1915; Φταίμε όλοι! Και ο Βενιζέλος ακόμα!Τώρα αισθάνομαι πόσο έφταιξα!΄΄,Ι.  Μεταξάς, Το προσωπικό του ημερολόγιο, επιμ. Φ.Βρανα, Ικαρος, Αθήνα, τομ.Δ σ.556

[19] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους εκδ Αθηνών,τ.Ι΄Ε(1915-1941),Αθήνα, 1978,σ.22

[20] Στο σύνολο 316 εδρών το κόμμα των Φιλελευθέρων κέρδισε τις 186 και οι αντίπαλοι τους 124 έδρες

[21] Γ.Θ.Μαυρογορδάτος, 1915, Ο Εθνικός Διχασμός, ο.π., σ.60

[22] Όταν ο Κωνσταντίνος υπερασπιζόμενος τις απόψεις του επικαλέστηκε όπως συνήθιζε την ευθύνη του ΄΄απένάντι του Θεού΄΄ ο Βενιζέλος ξέσπασε απαντώντας του:΄΄΄Δεν σας έφερε ο Θεός, Μεγαλειώτατε, εις την Ελλάδα! Ήλθατε από τον πατέρα σας, ο οποίος εξελέγη Βασιλεύς δια της ψήφου των Ελλήνων΄΄ Γ. Βεντήρης Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910 - 1920, ο.π.τομ. 2, σ.20

[23] G.Leon, Greece and the Great Powers 1914-1917, Thessaloniki, Institute for Balkan Studies,1974,σ.244

[24] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους ο.π.σ.35

[25] Γ.Θ.Μαυρογορδάτος, 1915, Ο Εθνικός Διχασμός, ο.π., σ.83

 

[26] Το πρώτο φύλλο της Εφημερίδος της Προσωρινής Κυβέρνησης του Βασιλείου της Ελλάδας είχε ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου

[27] Π.Δαγκλής, Στρατηγού Π. Γ. Δαγκλή αναμνήσεις, έγγραφα, αλληλογραφία : το αρχείον του / επιμ.Ξ.Λευκοπαρίδης, Βιβλιοπωλείον Ε. Γ. Βαγιονάκη,Αθήναι, 1965, σ.189-190

[28] Γ.Θ.Μαυρογορδάτος, 1915, Ο Εθνικός Διχασμός, ο.π., σ.93

[29] Π.Δαγκλής, Στρατηγού Π. Γ. Δαγκλή αναμνήσεις, έγγραφα, αλληλογραφία,ο.π.σ.192

[30] Η στρατολογία ωστόσο στην περιοχή της Χαλκιδικής συνάντησε έντονη αντίδραση με αποτέλεσμα το ξέσπασμα βίαιων επεισοδίων που καταπνίγηκαν με εξαιρετική σκληρότητα από τον λογαχό Γεώργιο Κονδύλη

[31] Χορηγήθηκε στη νέα κυβέρνηση δάνειο 10 εκατομμυρίων φράγκων και αποφασίσθηκε η αποστολή διπλωματικών αντιπροσώπων των Συμμάχων στη Θεσσαλονίκη. Ν. Πετσάλης-Διομήδης, Η Ελλάδα των δύο κυβερνήσεων 1916-17, Φιλιππότης, Αθήνα 1988, σ. 84.

[32] Γ.Θ.Μαυρογορδάτος, 1915, Ο Εθνικός Διχασμός, ο.π., σ.269

[33] Π.Δέλτα, Ελευθέριος Βενιζέλος(Αρχείο της Π.Σ.Δέλτα), επιμ.Αλ.Ζαννα, Ερμής, Αθήνα, 2008,σσ.18-23

[34] Ε. Βενιζέλος, Τα κείμενα του Ελευθερίου Βενιζέλου, τόμ. 2, επιμ. Στ. Στεφάνου, Λέσχη Φιλελευθέρων-Μνήμη Ελευθερίου Βενιζέλου, Αθήνα 1981, σ. 684.

[35] Κ. Ζαβιτσιάνος Αι αναμνήσεις του εκ της ιστορικής διαφωνίας βασιλέως Κωνσταντίνου και Ελευθερίου Βενιζέλου όπως την έζησε(1914-1922) , Αθήνα, 1946-1947, τ.2, σ. 18-20

[36] Α. Τούντα-Φεργάδη, Θέματα Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας (1912-1940),Σιδερης, 2005, σ. 132.

[37] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους ο.π.σ.48

[38] Οι παλιοελλαδίτες δημόσιοι υπάλληλοι που υπηρετούσαν στις νέες χώρες αντιμετώπιζαν τους ντόπιους πληθυσμούς με αίσθημα ανωτερότητας και ενίοτε με χαρακτηρισμούς όπως «τουρκόσποροι» ή «τουρκογεννημένοι. Οι αλλοεθνείς πληθυσμοί των νέων χωρών εναντιώθηκαν στον βενιζελισμό γιατί τον θεωρούσαν ως έκφραση του ελληνικού εθνικισμού. Έτσι, στις κρίσιμες εκλογές του 1920, εκλέχθηκαν 16 μουσουλμάνοι Τούρκοι και τρεις Σεφαραδίτες Εβραίοι στη Μακεδονία.

[39] Η διάκριση Παλιάς Ελλάδας και Νέων Χωρών εκδηλώθηκε στην κάλπη: Οι πληθυσμοί των Νέων Χωρών ταυτίστηκαν με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος υπήρξε και ο ίδιος αλύτρωτος και αγωνίστηκε για την απελευθέρωση της Κρήτης. Η Παλιά Ελλάδα που χαρακτηριζόταν από εθνική ομοιογένεια και είχε κουραστεί από τους συνεχείς πολέμου στήριζε τον Βασιλέα Κωνσταντίνο

[40] Ο αντιβενιζελικός αθηναϊκός λαός υποδέχτηκε με παραλήρημα το βασιλιά Κωνσταντίνο τον επονομαζόμενο «Κώτσο»  πυροβολοντας στον ουρανό από τον ενθουσιασμό του.  Οι Αντιβενιζελικοί έλεγαν τότε τον Κωνσταντίνο «Κώτσο» και «κουμπάρο», γιατί βάφτιζε τα παιδιά των πολυτέκνων πολεμιστών. Η. Νικολακόπουλος, Των εκλογών τα πάθη, Αθήνα, Το Βήμα, 2023, σελ. 62-64

[41] Μετά τις εκλογές του 1920 ο Βενιζέλος έφυγε από την Ελλάδα και έμεινε στο εξωτερικό. Πρότεινε όμως δύο  φορές, στις αντιβενιζελικές κυβερνήσεις που τον διαδέχτηκαν, να συνεργαστεί μαζί τους αντιπροσωπεύοντας την Ελλάδα στο εξωτερικό. Η πρώτη πρόταση έγινε τον Ιανουάριο 1921 στον τότε πρωθυπουργό Δ. Ράλλη, ο οποίος και συμφώνησε. Δεν την δέχτηκε ο Δ. Γούναρης, που είχε την πλειοψηφία στη Βουλή, και ο Ράλλης παραιτήθηκε από πρωθυπουργός (21 Ιανουαρίου 1921). Η δεύτερη πρόταση από το Βενιζέλο έγινε στις αρχές του 1922, αλλά και πάλι δεν έγινε δεκτή

[42] Ήταν εξάλλου νωπή η εμπειρία από την αισχρή μεταχείριση των πληθυσμών αυτών μετά τους βαλκανικούς πολέμους, όταν δηλαδή χιλιάδες μη μουσουλμάνοι Μικρασιάτες υπέστησαν απάνθρωπες πιέσεις και εκδιώχθηκαν από τις πατρογονικές εστίες τους κατά τρόπο που άγγιζε και συχνά ξεπερνούσε τα όρια της εθνοκάθαρσης

[43] Ο στρατηγός Δαγκλής στα απομνημονεύματα του επισημαίνει την τραγική θέση στην οποία ευρέθη η Ελλάς λόγω της διπλωματικής απομονώσεως της. Στη συνεδρία της 20 Μαρτίου1922 ενώπιον της Εθνοσυνελεύσεως αναφέρει χαρακτηριστικά΄΄ ….Κατωρθώθη να χάσωμεν και αυτήν την συνήθη φιλικής επαφίν ημών προς τινάς των Δυνάμεων της Δύσης…Ενώ δε ευρισκόμεθα εν τοιαυτη απομονώσει διπλωματική και εν οικονομικώ αποκλεισμώ, η Κυβερνησις ανελάμβανε να συνεχίση μονη τον στρατιωτικόν αγώνα εν Μ.Ασία, δηλούσα εν Λονδίνω ότι ηδύνατο να το πράξη και ανευ συμμαχικής συνδρομής …΄΄ Ολόκληρο το κείμενο της ομιλίας του Δαγκλή εις Π.Δαγκλής, Στρατηγού Π. Γ. Δαγκλή αναμνήσεις, έγγραφα, αλληλογραφία,ο.π.σ.426-431

 

[44] Ευζωνικά Σώματα – Πολεμική Δράση Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922. Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας- διαθέσιμο διαδικτυακά στο: <https://www.presidency.gr/>

[45]Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος εγκαταλείπει για δεύτερη φορά την Ελλάδα και μεταβαίνει στην Ιταλία ενώ μετά από τρεις μήνες πεθαίνει εξόριστος στο Παλέρμο (29 Δεκεμβρίου 1922). Η μητέρα του βασίλισσα Όλγα πέθανε το 1926 και η βασίλισσα Σοφία το 1932. Οι νεκροί και των τριών τοποθετήθηκαν στην κρύπτη της Ρωσικής εκκλησίας της Φλωρεντίας, από όπου μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα (1936) και τάφηκαν στο βασιλικό κτήμα του Τατοΐου.

[46] Ε. Γριβάκος (Αντιστράτηγος ε.α. - Νομικός), στο φύλλο υπ' αριθμόν 612 (Οκτώβριος 2014) της εφημερίδας «Εθνική Ηχώ», σελ. 19, άρθρο με τίτλο «Εξιλασμός και αναγκαία συνέπεια της Μικρασιατικής Καταστροφής»

[47] Στρατηγού Π. Γ. Δαγκλή, ο.π. σ.446

[48] Μ. Μάλαινος (1887–1959), «Τα Τραγικά Ημερονύκτια: Από τον Γολγοθά της Ελλάδος»,  1963, σ. 302 οπου διαβάζουμε ΄΄ο διευθύνων τας εργασίας του κόμματος στρατηγός  Δαγκλής, του οποίου τα ανθρωπιστικά αισθήματα ουδείς δύναται να αμφισβητήση, δεν εγκατέλειψε τας προσπαθείας του δια την διασωσιν των κρατουμένων΄΄.Και αλλού ΄΄ Ειλικρινείς συστάσεις προς την Επανάστασιν να χωρήση προς εκλογάς αποφεύγουσα τας εκδικήσεις διετύπωσαν από της πρώτης στιγμής και βενιζελικοί πολιτευταί όπως ο Θ.Σοφούλης και ο ευθύς και έντιμος στρατηγός Π.Δαγκλής΄΄(σ.189).

Παρακάτω παραθέτουμε αυτούσια αντίστοιχη επιστολή που απέστειλε ο Δαγκλής προς τον αρχηγό της Επαναστάσεως Πλαστήρα αναφορικά με την καταδίκη εις θάνατον του Λεοναρδοπουλου και Γαργαλίδη το πρωί της 15 Νοεβρίου 1923 ΄

Αγαπητέ  Αρχηγέ                                       Αθήναι, 15 Νοεμεβρίου 1923

Μετά την έκδοσιν της αποφασεως του εκτακτου Στρατοδικείου, δι ής απαγγέλεται η εσχάτη των ποινών κατά τινών εκ των καταδικασθέντων, θελετε μοι επιτρεψη, ινα εκ μερους του κόμματος των Φιλελευθέρων προβώ εις θερμήν σύστασιν και παρακλησιν προς υμάς, όπως η Επαναστασις μη επιτρέψη την εκτέλεσιν της ποινής ταυτης δι΄ουδένα εκ των καταδικασθέντων. Το κόμμα των Φιλελευθέρων φρονεί μετά πεποιθήσεως , ότι σήμερον και μία εκτέλεσις θανατικής ποινής θα απομακρύνη τας ελπίδας περί επανόδου του τοπου εις γαλήνην και την ηρεμίαν, ης τοσην έχει αναγκην και ην τοσον ποθεί.

     Δεικνύουσα εις την περίστασιν ταυτην η  Επανάστασις την γενναιοφροσύνην, ην ολοκληρος δύναμαι να ειπώ η Ελληνική κοινωνία αναμένει παρ΄αυτής, θα επιστέψη το Εθνικόν εργον της με την ωραιοτέρα πράξιν.

                Με την βασιμον ελπίδα ότι θέλει ληφθή υπό σπουδαίαν εποψιν η παρούσα θερμή σύστασις του ημετέρου Κόμματος

                                                                                                                                                Διατελώ κλπ

                                                                                                                                                  Π.Δαγκλής

 

[49] Ν. Βασιλάτος, «Η δίκη που συντάραξε την Ελλάδα», στο συλλογικό Η δίκη των οκτώ και η εκτέλεση των Έξι, Ίδρυμα Ιστορίας του Ελευθέριου Βενιζέλου, Αθήνα 2010, σ. 61.

[50] Το βουλευτικό ψήφισμα της 18 Φεβρουαρίου 1910 δεν περιέλαβε ανάμεσα στις αναθεωρητέες διατάξεις αυτές που αφορούσαν στην ποινική ευθύνη υπουργών.

[52] Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι με τη διαδικασία του άρθρου 80 του Συντ. 1911 είχαν υπάρξει έως τότε τρεις περιπτώσεις ενεργοποίησης των σχετικών διατάξεων οι οποίες αφορούσαν τα σπουδαία γεγονότα της δεκαετίας του 1910. Η πρώτη περίπτωση αφορά τη παραπομπή της κυβέρνησης Στέφανου Σκουλούδη η οποία είχε ταχθεί με τις απόψεις του βασιλιά περί τηρήσεως στάσης ουδετερότητας στο Ά Παγκόσμιο Πόλεμο σε αντίθεση με τις  απόψεις της κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου που πρόκρινε την σύνταξη της Ελλάδας με τις χώρες της Αντάντ(Γαλλία, Αγγλία, Ρωσία). Ορίστηκε δωδεκαμελής  προανακριτική επιτροπή για τη διερεύνηση της υπόθεσης και μετά το πέρας των εργασιών της η Βουλή στις 7 Οκτωβρίου1917 αποφάσισε τη παραπομπή του Σκουλούδη και των υπουργών Οικονομικών Στέφανου Δραγούμη,  Συγκοινωνίας Δημήτριου Ράλλη, Εσωτερικών  Δημητρίου Γούναρη, Στρατιωτικών Ιωάννη Γιαννακίτσα και δικαιοσύνης Ματθαίου Χατζάκου στο Ειδικό Δικαστήριο. Οι κατηγορίες ήταν  εσχάτη προδοσία για την παράδοση στους Γερμανούς και Βουλγάρους του οχυρού Ρούπελ το 1916 και συνομωσία προς υπονόμευση του Συντάγματος. Οι κατηγορούμενοι  αρχικά τέθηκαν σε κατ οίκον περιορισμό και μετά προφυλακίστηκαν. Μετά από πολύμηνες αναβολές επί σχεδόν δύο έτη και ενώ δεν είχε ξεκινήσει ακόμα η δίκη, μεσολάβησαν οι εκλογές της 1 Νοεμβρίου 1920 όπου ηττήθηκε ο Βενιζέλος. Η νέα κυβέρνηση αμνήστευσε όλα τα πολιτικά εγκλήματα απλά ή σύνθετα και η εκκρεμής δίκη καταργήθηκε. Η δεύτερη περίπτωση έλαβε χώρα την ίδια περίοδο και  αφορά στη παραπομπή  της κυβέρνησης Σπυρίδωνος Λάμπρου για τα Νοεμβριανά  Η βουλή αποφάσισε τη παραπομπή του Πρωθυπουργού Σπυρίδωνος Λάμπρου και των υπουργών της κυβέρνησης ωστόσο η δίκη δεν άρχισε ποτέ διότι ο Σπυρίδων Λάμπρου απεβίωσε το έτος 1919 ενώ με την ως άνω απόφαση της νέας κυβέρνησης  που προέκυψε από τις εκλογές του 1920 να αμνηστεύσει όλα τα πολιτικά εγκλήματα έπαυσε και η δίωξη κατά των υπουργών της κυβέρνησης Λάμπρου. Η τρίτη περίπτωση είναι αυτή του Δημητρίου  Γούναρη. Κατά την ημέρα της  ψηφοφορίας επί της προτάσεως παραπομπής των κυβερνήσεων  Σκουλούδη και Λάμπρου, στις 20 Αυγούστου 1917 ο βουλευτής Ψαρών Γ. Πωπ έθεσε το ζήτημα  παραπομπής της κυβέρνησης Γούναρη. Την επομένη κατατέθηκε πρόταση υπογεγραμμένη από 30 βουλευτές αλλά δεν συζητήθηκε τότε αλλά τον Οκτώβριο.  Στις 5 Οκτωβρίου 1917 οπότε επρόκειτο να συζητηθεί το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας παραπομπής δηλαδή η πρόταση της προανακριτικής επιτροπής για την  άσκηση ποινικής δίωξης οι βουλευτές αναδιατύπωσαν την πρόταση εν όψει της  συζητήσεως για τη παραπομπή της κυβέρνησης Λάμπρου. Η πρόταση που υπέγραψαν εν τέλει 27 βουλευτέ απέδιδε στη Κυβέρνηση Δημητρίου Γούναρη ότι κατά τη περίοδο από 21 Φεβρουαρίου 1915 ως τον Αύγουστο του ιδίου έτους επιδίωξαν μεταβολή του πολιτεύματος αποσκοπώντας να μεταβάλλουν τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας και να επιβάλλουν τη προσωπική πολιτική του βασιλιά, με τις ενέργειες τους δε αυτές μείωσαν την εκτίμηση των συμμάχων προς την Ελλάδα, ενώ εν γνώσει και εκ προθέσεως υποστήριξαν τις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκαν οι κυβερνήσεις Σκουλούδη και Λάμπρου Η πρόταση παραπομπής έγινε δεκτή και η βουλή εξέλεξε δωδεκαμελή επιτροπή για τη διερεύνηση της ουσίας της κατηγορίας. Τελικά η επιτροπή δεν κατέθεσε έκθεση για τη παραπομπή και δεν δόθηκε συνέχεια στην υπόθεση. Και στις  ανωτέρω τρεις περιπτώσεις ενεργοποίησης των διατάξεων του νόμου περί ευθύνης υπουργών αφορμή και εναρκτήριος λόγος αποτέλεσε η διαφωνία του βασιλιά και των παρατάξεων που πρόσκειντο σε αυτόν με τη κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου αναφορικά με την εξωτερική πολιτική που θα έπρεπε να ακολουθήσει η χώρα στο Ά Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα αίτια που προκάλεσαν τη καταφυγή στις διατάξεις περί ποινικής ευθύνης υπουργών ήταν κατά βάση πολιτικά και  για αυτό μετά την αλλαγή των πολιτικών ισορροπιών και τη πτώση λόγω εκλογών της κυβέρνησης όλα τα παραπάνω αδικήματα αμνηστεύθηκαν με πράξη της νέας κυβερνητικής πλειοψηφίας που προέκυψε. Η.Δαγκλής, ο.π., σελ.160-161

 

[53] Α.Γραμμένος. Το Κλητήριο Θέσπισμα και η Προσφυγή κατά της απευθείας κλήσης, 2η εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη,2024, σελ. 20

[54] Το κατηγορητήριο δεν εξατομικεύτηκε ανά κατηγορούμενο για λόγους συντομίας σύμφωνα με τον Επαναστατικό Επίτροπο, με αποτέλεσμα κάποιοι να μη γνωρίζουν επακριβώς τις κατηγορίες που τους αφορούσαν και μοιραία να μην ξέρουν σε ποια ζητήματα να αναφερθούν στις απολογίες τους, ενώ ο Γούδας δεν απολογήθηκε καν, θεωρώντας ότι κανένα σημείο του κατηγορητηρίου δεν τον αφορούσε.

[55] Χαρακτηριστικό της προχειρότητας με την οποία συνετάχθη το κατηγορητήριο είναι ότι ενώ υποτίθεται οτι αφορούσε  στην περίοδο διακυβέρνησης μετά τις εκλογές του 1920, στο εδώλιο βρέθηκαν μόνο οι τρεις πρωθυπουργοί της εν λόγω περιόδου από τους συνολικά Έξι, ο ένας Αρχιστράτηγος από τους δύο και τέσσερις υπουργοί από δεκάδες που είχαν θέσεις στα υπουργικά συμβούλια της περιόδου. Ενδεικτικά υπουργοί Οικονομικών είχαν διατελέσει διαδοχικά οι Νικόλαος Καλογερόπουλος (Νοέμβριος 1920 – Ιανουάριος 1921), Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης (Ιανουάριος 1921 – Μάρτιος 1921, Μάρτιος 1921 – Μάρτιος 1922), Εμμανουήλ Λαδόπουλος, (Μάιος – Αύγουστος 1922), Αθανάσιος Ευταξίας (Αύγουστος – Σεπτέμβριος 1922). Από τους τέσσερις παραπέμφθηκε ο δεύτερος μόνο. Το κατηγορητήριο εξάλλου λάνθανε και ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής του υπόστασης, καθώς η Μικρά Ασία δεν αποτέλεσε ποτέ τμήμα της ελληνικής επικράτειας, σε αντίθεση με την Ανατολική Θράκη της οποίας η απώλεια έγινε δεκτή από την Επανάσταση κατά τη Διάσκεψη των Μουδανιών και για την οποία δεν αναζητήθηκαν ποτέ ευθύνες.

 

[56] Σύμφωνα με τις ισχύουσες τότε στρατιωτικές διατάξεις το Στρατοδικείο όφειλε να είναι επταμελές, αλλά η Επανάσταση όρισε 11μελές, προβλέφθηκε συμμετοχή Επαναστατικού Επιτρόπου αλλά και δύο αναπληρωτών του, ενώ τρία αναπληρωματικά μέλη θα συμμετείχαν κανονικά στην ακροαματική διαδικασία, αλλά και στη διάσκεψη λήψης αποφάσεως, ώστε να αναπληρωθεί άμεσα η απουσία τακτικού μέλους που θα δήλωνε κώλυμα λόγω ανωτέρας βίας. Όλες αυτές οι διατάξεις που επιβλήθηκαν ανέτρεπαν τις ως τότε καθιερωμένες δικονομικές αρχές καθιστώντας το Έκτακτο Στρατοδικείο παράνομο. Ο ίδιος ο Γονατάς από το βήμα της Δ’ Εθνοσυνέλευσης το 1925 περιέγραψε με λεπτομέρεια το σκεπτικό πίσω από τη συγκρότηση του Έκτακτου Στρατοδικείου, που δεν είχε καμία νομική εγκυρότητα, αλλά στηρίχθηκε αποκλειστικά στις εκδικητικές προθέσεις της Επανάστασης. Lindley προς Curzon, Αθήνα 3 Νοεμβρίου 1922, αρ. 635, DBFP 1919-1939, First Series, v. XVIII, σ. 223-225.

[57] Θ. Διαμαντόπουλος, Ο Εθνικός Διχασμός και η κορύφωσή του – Η δίκη των Έξι, εξιλασμός ή δικαστικός φόνος; εκδ. Παττάκης, σ. 124

[58] Ενώ αρχικώς η επιλογή της σύνθεσης είχε ανατεθεί στον υπουργό Στρατιωτικών Χαραλάμπη, όταν οι επιλογές του θεωρήθηκαν μετριοπαθείς και δεν τις τροποποίησε, η Επαναστατική Επιτροπή με νέα απόφασή της ανέλαβε η ίδια την κατάρτιση του Στρατοδικείου, ορίζοντας αξιωματικούς που υποστήριζαν τη θανάτωση των κατηγορουμένων

[59] Tο Ανεξάρτητο Τάγμα Λέσβου, μονάδα συγκροτημένη βάσει (βενιζελικών) πολιτικών κριτηρίων και πρόδρομος των Δημοκρατικών Ταγμάτων, είχε αναλάβει τη φρούρηση του κτιρίου της Βουλής όπου θα γινόταν η δίκη αλλά και των γύρω χώρων,  Ι. Β. Δασκαρόλης, Δημοκρατικά Τάγματα – Οι πραιτωριανοί της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 2019, σ. 52-53

[60] Ν.Βασιλάτος, «Η δίκη που συντάραξε την Ελλάδα», στο συλλογικό Η δίκη των οκτώ και η εκτέλεση των Έξι, Ίδρυμα Ιστορίας του Ελευθέριου Βενιζέλου, Αθήνα 2010, σ. 79-90

[61] Θ. Διαμαντόπουλος,ο.π., σ. 125-126

[62] Οι αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης ολοκληρωθήκαν την ίδια ημέρα, άλλο ένα δείγμα της σπουδής με την οποία εκτυλίχθηκε όλη η  διαδικασία.

[63] Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής η πίεση που άσκησε ο Οθωναίος στους διστάζοντες στρατοδίκες για την επιβολή θανατικής ποινής σε όλους τους κατηγορουμένους υπήρξε έντονη. Σύμφωνα μάλιστα με προσωπική μαρτυρία του ιατρού που κούραρε τον πρόεδρο του Στρατοδικείου στα γεράματα του του είχε εκμυστηρευθεί πως πνεύματα ερχόταν στον ύπνο του και του έλεγαν ότι έπρεπε να βγάλει οπωσδήποτε καταδικαστική ποινή εις θάνατον. βλ. σχετ.τις ως άνω μαρτυρίες εις Θ. Διαμαντόπουλος, Ο Εθνικός Διχασμός και η κορύφωσή του , ο.π. σ. 125-126 και υπος.42

[64] Ένα δραματικό παρασκήνιο εξελίχθηκε πριν την έκδοση της τελικής απόφασης, καθώς οι στρατοδίκες Ι. Γιαννικώστας, Γ. Σκανδάλης, Χ. Γραβάνης και Μ. Κανάρης ήταν αντίθετοι στην εκτέλεση όλων των κατηγορουμένων και ζητούσαν θανατική καταδίκη μόνο για τους τέσσερις (Γούναρης, Χατζηανέστης, Θεοτόκης, Στράτος), ενώ οι Α. Οθωναίος, Θ. Χαβίνης και Β. Καραπαναγιώτης ζητούσαν την εκτέλεση όλων των κατηγορούμενων. Στις 2 τα ξημερώματα εισήλθε στην αίθουσα του στρατοδικείου ο Πάγκαλος ζητώντας να εκδοθεί ομόφωνη απόφαση τις επόμενες ώρες καθώς ο Διεθνής παράγοντας είχε ενεργοποιηθεί για να ματαιώσει τις εκτελέσεις, ενώ ενδιαφέρον για την τύχη των κατηγορουμένων είχε δείξει και ο Πάπας Πιος ΙΑ΄. Στις 5 τα ξημερώματα επήλθε ο συμβιβασμός με την πρόσθετη καταδίκη σε θάνατο των Πρωτοπαπαδάκη και Μπαλτατζή, ενώ την απόφαση απήγγειλε με τρεμάμενη φωνή ο Οθωναίος ξεχνώντας ακόμη και να λύσει τη συνεδρίαση Η. Μπρεδήμας, Η πρώτη Ελληνική Δημοκρατία (Ιστορική έρευνα της ταραχώδους περιόδου 1922-1925), Ακμων, Αθήνα 1960, σ. 243-244

 

[65] Κατά παράδοξη σύμπτωση της τύχης ο τουφεκισμός έγινε στη θέση Γουδί στο ίδιο μέρος που είχε ξεκινήσει η Επανάσταση του 1909

[66] Η κυβέρνηση Γονατά είχε λάβει πολλές έγγραφες προειδοποιήσεις από τους Έλληνες πρέσβεις στην Αγγλία και στην Γαλλία για τις επιπτώσεις που θα είχαν οι εκτελέσεις στις διμερείς σχέσεις της Ελλάδας με τις δύο Μεγάλες Δυνάμεις, ωστόσο δεν κάμφθηκε στην προειλλημένη όπως αποδείχθηκε απόφασή της να προχωρήσει σε αυτές.

[67] Όλα τα σχετικά διπλωματικά έγγραφα βρίσκονται σε Ελληνικό Λαογραφικό Ιστορικό Αρχείο, Αρχείο Γεώργιου Στρέιτ, φάκ. 19.7, «Εκτέλεσις Υπουργών. Διπλωματικαί εκθέσεις. Τηλεγραφήματα Βενιζέλου και Πολίτου» (1922-1926). Ι, Β. Δασκαρόλης, «Η δίκη και η εκτέλεση των Έξι: ένας ενδικοφανής φόνος με τραγικές θεσμικές και πολιτικές προεκτάσεις (15 Νοεμβρίου 1922)», Τα Νέα    

[68]  Γ. Πεσμαζόγλου, Το χρονικόν της ζωής μου (1889-1979), Αθήνα 1999, σ. 138-142.

[69] Βλ. σχετ. την εξαιρετικά αναλυτική πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα  στην υπ αριθμ. Α.Π. 1675/2010 η οποία δικάζοντας επί της από 20.1.2008 αιτήσεως επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας της δίκης και ακυρώσεως της από 15/11/1922 αποφάσεως του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών του αιτούντος εγγονού του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη έκανε δεκτή αυτήν, ακύρωσε την απόφαση  του Στρατοδικείου Αθηνών και έπαυσε λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη κατά των καταδικασθέντων με την ως άνω απόφαση.

[70]Ιδρυμα Κωνσταντίνου Καραμανλή, Αρχείο Παναγή Τσαλδάρη, φάκ. 1 Α, (έγγραφο 7/3), επιστολή Βενιζέλου προς Τσαλδάρη, 3 Φεβρουαρίου 1929.

[71] Ο Βενιζέλος ως πρωθυπουργός το 1932 πρότεινε στο ΛΚ μέσω του Δ. Μάξιμου να τελεστεί μνημόσυνο για τους Έξι στο οποίο θα προσερχόταν η ηγεσία των Φιλελευθέρων σε ένδειξη τιμής της μνήμης τους. Η πρόταση δεν απαντήθηκε ποτέ από την ηγεσία του Λαϊκού Κόμματος

[72]Μουσείο Μπενάκη, Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκ. 318/39, επιστολή Παγκάλου προς Βενιζέλο, 17 Οκτωβρίου 1922.

[73] Σε επιστολές του προς τον Παναγή Τσαλδάρη 3 χρόνια μετά, ο μετριοπαθής αντιβενιζελικός Δημήτριος Μάξιμος χαρακτήριζε τους βενιζελικούς ως «βδελυρούς δολοφόνους», βλ. Ι.Κ.Κ., Αρχείο Παναγή Τσαλδάρη, φάκ. 1Α, έγγραφο 4/3, επιστολή Δ. Μάξιμου προς Τσαλδάρη, 6 Απριλίου 1925.

[74] Δεν υφίσταται αμφιβολία ότι την πολιτική και στρατιωτική ευθύνη των γεγονότων που εκτυλίχθηκαν την περίοδο 2020-2022 και της επερχόμενης ανθρωπιστικής καταστροφής είχαν τα πρόσωπα εκείνα στα οποία είχε ανατεθεί η πολιτική και στρατιωτική διαχείριση των γεγονότων την περίοδο που εξετάζεται. Από το σημείο όμως αυτό μέχρι το σημείο της απόδοσης και καταλογισμού ποινικής ευθύνης για το κακούργημα της εσχάτης προδοσίας απέχει παρασάγγας.

[75] Γ.Θ.Μαυρογορδάτος, 1915, Ο Εθνικός Διχασμός, ο.π., σ.218

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: