Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

ΥΦ’ ΟΡΩΝ ΑΠΟΛΥΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ (Σκέψεις επί του υπ’ αριθμ 594/25 βουλεύματος)

 

 

ΥΦ’ ΟΡΩΝ ΑΠΟΛΥΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ

(Σκέψεις επί του υπ’ αριθμ 594/25 βουλεύματος)

Α!

1.- Με το υπ' αριθμ. 594/2025 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Λαμίας απερρίφθη η σχετική αίτηση του αιτούντος καταδικασθέντος, με την οποία ζητούσε να διαταχθεί η υφ’ όρον απόλυσή του από τις φυλακές. Πριν ασχοληθούμε με τις συγκεκριμένες σκέψεις του βουλεύματος, κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, όπως αλλεπαλλήλως τροποποιήθηκαν από το έτος 2019 έως και σήμερα, προκειμένου να προσδιοριστούν οι, τυπικές και ουσιαστικές, προϋποθέσεις αποδοχής ή απόρριψης της σχετικής αιτήσεως, υπάγοντας την μείζονα πρόταση στην ελάσσονα πρόταση (: υπαγωγή συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών σε μια ισχύουσα διάταξη νόμου).   

Β!

Ι!

Ισχύουσες διατάξεις, πριν τον Ν. 5090/2024

2.1.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 106 παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυσε, αρχικώς, με το Ν. 4619/2019, «Η απόλυση υπό όρο μπορεί να μη χορηγηθεί αν κριθεί με ειδική αιτιολογία ότι η διαγωγή του καταδικασθέντος, κατά την έκτιση της ποινής του, καθιστά απολύτως αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων. Μόνη η επίκληση πειθαρχικού παραπτώματος κατά την έκτιση της ποινής δεν αρκεί για τη μη χορήγηση της απόλυσης».

2.2.- Εν συνεχεία, το ίδιο άρθρο 106 παρ. 1 ΠΚ, τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 4855/2021, ως εξής: «Η απόλυση υπό όρο μπορεί να μην χορηγηθεί αν κριθεί με ειδική αιτιολογία ότι η διαγωγή του καταδικασθέντος, κατά την έκτιση της ποινής του, καθιστά αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων. Μόνη η αναιτιολόγητη επίκληση πειθαρχικού παραπτώματος κατά την έκτιση της ποινής δεν αρκεί για τη μη χορήγηση της απόλυσης».

2.3.- Αν και δεν αναφέρεται ρητώς, συνάγεται, ερμηνευτικώς, ότι μοναδική ουσιαστική προϋπόθεση, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για τη χορήγηση της απόλυσης υπό όρους, είναι η καλή διαγωγή του κρατουμένου, κατά το χρόνο εκτίσεως της ποινής του. Ο νομοθέτης, σκοπίμως, δεν αναφέρεται σε «άψογη» ή «άμεμπτη» διαγωγή, ούτε προβαίνει σε χαρακτηρισμό της λέξης «διαγωγή», με τη χρήση οποιουδήποτε επιθετικού προσδιορισμού. Κατά συνέπεια, εάν διαπιστωθεί  ότι η προϋπόθεση αυτή συντρέχει, η χορήγηση της απολύσεως είναι υποχρεωτική και συνιστά τον κανόνα (ΑΠ 843/2023 σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), ενώ η παραμονή του καταδίκου στη φυλακή την εξαίρεση.

2.4.- Το τελευταίο (: η παραμονή του καταδίκου στη φυλακή), συμβαίνει,  μόνον εάν το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο κρίνει, με ειδική προς τούτο αιτιολογία, ότι η διαγωγή του καταδίκου, κατά τη διάρκεια εκτίσεως της    ποινής του, καθιστά αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του, για να αποτραπεί  η τέλεση απ’ αυτόν, νέων αξιόποινων πράξεων (ΟλΑΠ 4/1997 ΠΧρ 1997/1476).    Η αιτιολογία, στην περίπτωση αυτή, πρέπει να περιλαμβάνει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που καθιστούν αναγκαία τη συνέχιση της κράτησης του καταδίκου, για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων (Καϊάφα – Γκμπάντι, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, 2008, σελ. 485).-

2.5.- Επομένως: α) Για την αξιολόγηση της διαγωγής του καταδίκου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η εν γένει συμπεριφορά του, όπως εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της κρατήσεώς του, ενώ β) για την αξιολόγηση της επικινδυνότητας αυτού, προς τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο χαρακτήρας του, όπως διαγιγνώσκεται με βάση την όλη διαγωγή του κατά τη διάρκεια εκτίσεως της ποινής του. Αυτό γίνεται, όταν αξιολογούνται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αντιληπτά στον εξωτερικό κόσμο, τα οποία συνιστούν δείγματα γραφής για την επικινδυνότητα του καταδίκου προς τα έννομα αγαθά (ΣυμβΠλημΠειρ 1574/2004 ΠΧρ 2005/557). Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι, η μη τήρηση των όρων τυχόν χορηγηθείσης τακτικής αδείας   στον κρατούμενο, ή η τέλεση πειθαρχικού ή πειθαρχικών παραπτωμάτων εκ μέρους του καταδίκου, κατά την έκτιση της ποινής, η οποία όμως, όπως ορίζει η σχετική διάταξη, δεν αρκεί από μόνη της για τη μη χορήγηση της απόλυσης, αλλά πρέπει να καταδεικνύει την ανωτέρω επικινδυνότητά του, καθώς και την έλλειψη σωφρονισμού του.

2.6.- Αντιθέτως, δεν λαμβάνονται υπόψη στοιχεία, που ανάγονται στον χρόνο πριν από την καταδίκη του, και συγκεκριμένα, στην πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, στην προηγουμένη ζωή του και στις προγενέστερες ατομικές και κοινωνικές του περιστάσεις, αφού τα στοιχεία αυτά αξιολογήθηκαν, κατ’ άρθρο 79 ΠΚ, για την επιμέτρηση της ποινής, που επιβλήθηκε σ’ αυτόν. Η ερμηνεία αυτή, συνάδει αφενός μεν προς το νομικό χαρακτήρα και το σκοπό του θεσμού της υφ’ όρον απολύσεως, ως σωφρονιστικού μέτρου που αποσκοπεί στην αποφυγή της υποτροπής, δια της ηθικής βελτιώσεως του καταδίκου και στην κοινωνική αποκατάσταση αυτού, αφετέρου δε, προς την υπεροχή της ειδικής προλήψεως, ως σκοπού της ποινής, στο στάδιο αυτό (ΟλΑΠ 4/1997, ΑΠ 983/2020 σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»).

2.7.- Μερίδα της νομολογίας επεχείρησε, με διάφορες κατασκευές, να μην απολυθούν υπό όρους κατάδικοι ειδεχθών εγκλημάτων, που προκάλεσαν το κοινό περί δικαίου αίσθημα, καίτοι, κατά τη διάρκεια της κρατήσεώς τους, αυτοί δεν υπέπεσαν σε πειθαρχικά παραπτώματα, τήρησαν τους όρους χορηγηθεισών τακτικών αδειών, επέδειξαν προσήλωση και πειθαρχία στην τήρηση του προγράμματος του καταστήματος κρατήσεως και, γενικώς, η διαγωγή τους χαρακτηρίσθηκε ως «καλή», στις σχετικές εκθέσεις των αρμοδίων οργάνων του καταστήματος κρατήσεως. Συγκεκριμένα, αυτό επιχειρήθηκε: α) Με την εισαγωγή του όρου της «κατ’ επίφαση» καλής διαγωγής του καταδίκου, δηλαδή της προσποιητής, χωρίς βούληση μεταβολής του χαρακτήρα του, με κύριο σκοπό την απόλαυση των παρεχομένων προνομίων (όπως και της υφ’ όρον απολύσεως), ως αντάλλαγμα της φερομένης καλής διαγωγής, η οποία όμως είναι σκοπούμενη, διαμορφώνεται δηλ. υπό την απειλή πειθαρχικών κυρώσεων και δεν ενέχει το στοιχείο της πρωτοβουλίας και της εκουσίας αποδοχής. β) Με την εισαγωγή του όρου της «αληθούς – πραγματικής διαγωγής» του καταδίκου (σε αντιδιαστολή προς την «εξωτερικά καλή διαγωγή»), ήτοι της αληθούς και πραγματικής θετικής συμπεριφοράς του, που πηγάζει από την ενδόμυχη αποδοχή των κανόνων της προσήκουσας εκδηλωτικής συμπεριφοράς, η οποία συνιστά το θεμέλιο της διαπιστωμένης καλής διαγωγής, ενώ αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο της προσωπικότητας και αποδεικνύει την ηθική βελτίωση του κρατουμένου, διότι η πειθήνια προσαρμογή του κρατουμένου στο καθημερινό πρόγραμμα της φυλακής, δεν μπορεί να αποτελέσει αλάνθαστη ένδειξη για την ανυπαρξία μελλοντικής υποτροπής του. γ) Με την αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως, με αποτέλεσμα να απαιτείται ειδική αιτιολογία και στην περίπτωση χορηγήσεως της υφ’ όρον απολύσεως, ενώ, από το γράμμα του νόμου της διατάξεως του άρθρου 106 παρ. 1 ΠΚ, αυτή (: χορήγηση) τεκμαιρόταν και μόνον η μη χορήγησή της απαιτούσε  ειδική αιτιολογία. δ) Με τη σύνδεση της κρίσης, σχετικά με την «επικινδυνότητα  του καταδίκου προς τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων», με στοιχεία που ανάγονται στον χρόνο πριν από την καταδίκη του, τα οποία, όμως,  είτε  αφορούν τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κρατούμενος, είτε ανάγονται στην προηγουμένη  ζωή του και στις προγενέστερες ατομικές και κοινωνικές του περιστάσεις. ε) Με την έρευνα του κατά πόσον ο κατάδικος παρέχει «προσδοκία εντίμου βίου στο    μέλλον» και μπορεί να επανέλθει ακινδύνως στην κοινωνία, αν και η προϋπόθεση αυτή ανάγεται, στην πραγματικότητα, στο νομοθετικό πλαίσιο του προϊσχύσαντος ΠΚ, πριν το Ν. 2172/1993, οπότε και η σχετική προϋπόθεση αξιωνόταν πλάϊ στην καλή διαγωγή και σωρευτικά με αυτήν (βλ. Ι. Μοροζίνη, Σκέψεις για την υφ’ όρον απόλυση μετά το ν. 4855/2021: Το οριστικό τέλος του θεσμού, ΠΧρ 2022/488).       στ) Με την, κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του καταδίκου ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου, παρουσίασή του ως «αμετανόητου εγκληματία», σε περίπτωση που, κατόπιν σχετικών ερωτήσεων, εξακολουθεί να μην αποδέχεται     την πράξη ή τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, ή επιρρίπτει σε άλλους την ευθύνη γι’ αυτές.

2.8.- Οι θέσεις αυτές, δικαίως, επικρίθηκαν, ως μη έχουσες έρεισμα στο νόμο, διότι α) προτάσσουν τη σκοπιμότητα έναντι της νομιμότητας, β) απηχούν παρωχημένες – ξεπερασμένες απόψεις, που ίσχυαν στο νομοθετικό πλαίσιο του προϊσχύσαντος ΠΚ, πριν το Ν. 2172/1993, γ) διότι άγουν σε μεταχείριση του καταδίκου ως «κατηγορουμένου», κάτι που δεν συνάδει με τη φύση της ακροάσεως ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου, που κρίνει σχετικά με την απόλυση και δ) διότι λαμβάνουν υπ’ όψιν στοιχεία, που ανάγονται στον χρόνο πριν από την καταδίκη και, συγκεκριμένα, στην πράξη για την οποία κάποιος καταδικάσθηκε, στην προηγουμένη ζωή του και στις προγενέστερες ατομικές και κοινωνικές του περιστάσεις, αν και τα στοιχεία αυτά αξιολογήθηκαν για την επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε (Ιωάννης Πετρόπουλος, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Υφ΄ όρον απόλυση - ουσιαστικές προϋποθέσεις σε dikastis.blogspot.com, Κ. Κοκκινάκης, Παρατηρήσεις σε ΣυμβΠλημΠειρ 1568/2003 σε ΠοινΔικ 2004/33).

ΙΙ!

Ισχύουσες διατάξεις, μετά τον Ν. 5090/2024

            3.1.- Από την 01.05.2024, δυνάμει των άρθρων 25 και 138 παρ. 1 του          Ν. 5090/2024, το άρθρο 106 παρ. 1 ΠΚ τροποποιήθηκε πλέον ως εξής: «Η απόλυση υπό όρο μπορεί να μην χορηγηθεί αν κριθεί ότι η διαγωγή του καταδικασθέντος, κατά την έκτιση της ποινής του, σε συνδυασμό με τη διάγνωση της πιθανότητας επανάληψης του εγκλήματος κατά τον χρόνο δοκιμασίας, όπως προκύπτει από τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος, σε σχέση με την εκτίμηση των ατομικών και κοινωνικών περιστάσεων του καταδικασθέντος, καθιστά αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων».

            3.2.- Ο νομοθέτης, στην περίπτωση αυτή, τροποποίησε επί το αυστηρότερον το άρθρο 106 ΠΚ, διευρύνοντας τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση της υφ’ όρον απολύσεως, με σκοπό το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο να έχει μεγαλύτερη ευχέρεια ουσιαστικής κρίσης. Επιπλέον, η κρίση αυτή, θετική ή αρνητική, πρέπει να αιτιολογείται (σε αντίθεση με το προϊσχύσαν δίκαιο, όπου ειδική αιτιολογία απαιτούταν μόνον όταν η απόλυση δεν χορηγούνταν). Εκ του γεγονότος αυτού, συνάγεται ερμηνευτικώς (αν και δεν αναφέρεται ρητώς στο νέο άρθρο, όπως στο προγενέστερο), ότι, α) μόνη η αναιτιολόγητη επίκληση πειθαρχικού παραπτώματος, κατά την έκτιση της ποινής, δεν αρκεί για τη μη χορήγηση της απόλυσης από το αρμόδιο Συμβούλιο και β) η απόλυση υπό όρους εξακολουθεί να αποτελεί τον κανόνα και είναι υποχρεωτική. γ) Αντιθέτως, η μη χορήγηση συνιστά την εξαίρεση, η οποία μάλιστα είναι δυνητική, όπως μαρτυρεί   το γεγονός ότι ο νομοθέτης, και στη νέα διάταξη, ενέμεινε στην αρνητική διατύπωση, ορίζοντας πότε αυτή δεν μπορεί να χορηγηθεί (βλ. Γνωμοδότηση ΕισΑΠ 1392/1995 στην ιστοσελίδα https://eisap.gr/,  ΣυμβΕφΛαρ 2/2022 ΠοινΔικ 2022/945, ΣυμβΕφΚρητ 35/2021, ΣυμβΠλημΣερρ 22/2020, ΣυμβΠλημΛαρ 125/2020 σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΕφΠατρών 102/1996 Αρμενόπουλος 1996/1158).

            3.3.- Αν και δεν τονίζεται ρητώς, (και) στη νέα διάταξη, βασική προϋπόθεση για τη χορήγηση της υφ’ όρον απολύσεως αποτελεί η καλή διαγωγή του καταδικασθέντος, κατά την έκτιση της ποινής του. Όμως, παραλλήλως και σωρευτικώς με την προϋπόθεση αυτή, θα πρέπει να διαγιγνώσκεται ότι δεν πιθανολογείται επανάληψη του εγκλήματος, κατά τον χρόνο δοκιμασίας από τον απολυθέντα. Η διάγνωση αυτή δεν είναι αυθαίρετη, αλλά πρέπει να βασίζεται: i)  στα χαρακτηριστικά του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αιτηθείς την  υφ’ όρον απόλυση και ii) στην εκτίμηση των ατομικών και κοινωνικών  περιστάσεών του. Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, το Συμβούλιο άγεται  στο συμπέρασμα ότι δεν καθίσταται αναγκαία η συνέχιση της κράτησης του καταδίκου, για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων, και διατάσσει την απόλυσή του.

            3.4.- Αντιθέτως, ο καταδικασθείς δύναται να μην απολυθεί υπό όρους, όταν  η διαγωγή του, κατά την έκτιση της ποινής του, καθιστά αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων. Αυτό συμβαίνει π.χ. όταν έχει υποπέσει σε σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα, όταν διαπράττει συνεχώς πειθαρχικά παραπτώματα, όταν έχει παραβιάσει τους όρους τυχόν χορηγηθείσης τακτικής αδείας, όταν τελέσει ποινικά αδικήματα κατά την έκτιση της ποινής του και όταν, γενικά, όταν δεν τηρεί τους όρους και το πρόγραμμα της φυλακής και οι σχέσεις του με τους συγκρατουμένους του και το προσωπικό της φυλακής δεν είναι αρμονικές. Παρά ταύτα, αν τα πειθαρχικά παραπτώματα είναι μεμονωμένα, ήσσονος σημασίας, αν έχουν διαγραφεί και έχει παρέλθει ικανό χρονικό διάστημα από την τέλεση του τελευταίου, κατά το οποίο ο κατάδικος δεν έχει διαπράξει νέα, ή αν η τέλεσή τους οφείλεται σε έξεις, που είχε αυτός αποκτήσει πριν την είσοδό του στο κατάστημα κρατήσεως, τις οποίες αντιμετώπισε κατά την κράτησή του, με την επιτυχή παρακολούθηση θεραπευτικού προγράμματος, το Συμβούλιο μπορεί να αχθεί σε κρίση ότι δεν καθίσταται πλέον αναγκαία η συνέχιση της κράτησης, για να αποτραπεί η τέλεση από τον καταδικασθέντα νέων αξιόποινων πράξεων, με αποτέλεσμα να απολυθεί υπό όρους.

            3.5.- Ακόμη, όμως, κι’ αν η διαγωγή του καταδικασθέντος κριθεί καλή, ο τελευταίος δύναται να μην απολυθεί, εάν διαγνωσθεί πιθανότητα επανάληψης του εγκλήματος κατά τον χρόνο δοκιμασίας, όπως προκύπτει από τα χαρακτηριστικά  του εγκλήματος, σε σχέση με την εκτίμηση των ατομικών και κοινωνικών περιστάσεων του καταδικασθέντος. Στο σημείο αυτό, το νέο άρθρο 106 ΠΚ καινοτομεί, διότι δεν αρκεί, πλέον, η καλή διαγωγή του καταδίκου, για την υφ’   όρον απόλυση, αλλ’ απαιτείται και η μη πιθανολόγηση επανάληψης τέλεσης του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κρατούμενος, κατά το χρόνο της δοκιμασίας του. Ένα ακόμα σημείο, στο οποίο το νέο άρθρο καινοτομεί, είναι το εξής: Σε αντίθεση με το προϊσχύσαν δίκαιο, κατά το οποίο η απορριπτική κρίση έπρεπε να στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά του εξωτερικού κόσμου, που συνέβησαν και υπήρχαν κατά το χρόνο έκτισης της ποινής και καθιστούσαν αναγκαία τη συνέχιση της κράτησης του καταδίκου, για να αποτραπεί η τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων, στη νέα διάταξη αρκεί πιθανολόγηση επανάληψης νέων πράξεων, δηλαδή εκτίμηση κινδύνου. Η διάγνωση – πιθανολόγηση αυτή, πρέπει να προκύπτει, αναγκαστικώς, αφενός μεν από τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κρατούμενος, αφετέρου δε σε σχέση με την εκτίμηση των ατομικών και κοινωνικών περιστάσεων του καταδικασθέντος, δηλαδή να ερείδεται σε στοιχεία, τα οποία έχουν ήδη κριθεί στο στάδιο της ενοχής και της επιμέτρησης της ποινής. Είναι προφανές, ότι, σε αντίθεση με το προγενέστερο δίκαιο, για την απόλυση ή μη του καταδίκου λαμβάνονται πλέον υπόψιν στοιχεία, που ανάγονται στον χρόνο πριν από την καταδίκη και, συγκεκριμένα, στην πράξη για την οποία κάποιος καταδικάσθηκε, στην προηγουμένη ζωή του και στις προγενέστερες ατομικές και κοινωνικές του περιστάσεις.

ΙΙΙ!

Αναδρομική ισχύς επιεικεστέρου νόμου

            4.- Με αφορμή τις ανωτέρω, διαδοχικές, νομοθετικές μεταβολές του θεσμού της υφ’ όρων απολύσεως, τίθεται καίριο το κομβικό εν προκειμένω ερώτημα, σε κάθε Δικαστικό Συμβούλιο, ποιο δίκαιο θα εφαρμόσει, από την 01.05.2024 και εντεύθεν, όταν κληθεί να αποφανθεί επί αιτήσεως καταδίκου για υπό όρους  απόλυσή του.

            4.1.- Αρχικό ερώτημα: Κομβικής σημασίας ζήτημα, αποτελεί το εάν η       υφ’ όρον απόλυση αποτελεί θεσμό του ουσιαστικού ή του δικονομικού ποινικού δικαίου. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, αποτελεί θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, αφού, δι’ αυτής, επιδιώκεται η αποτροπή της υποτροπής, με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του επανένταξη (ΟλΑΠ 4/2021 ΠΧρ 2021/357, ΑΠ 928/2020 σε areiospagos.gr, ΑΠ 532/1999 ΝοΒ 49/1356, ΑΠ 1169/2009 ΠοινΔνη 2010/268, ΓνωμΕισΑΠ 1/2011 ΠοινΔνη 2011/327, ΣυμβΠλημΘεσ 457/2006 ΠοινΔνη 2006/1145), όπως άλλωστε καταδεικνύει και η ένταξή της στις ουσιαστικές διατάξεις του ΠΚ (ΣυμβΕφΠειρ 148/2002 ΠοινΔνη 2002/536, ΣυμβΕφΠειρ 109/2002 ΠοινΔνη 2002/531, ΣυμβΕφΠατρ 313/2002 σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΣυμβΕφΛαρ 294/2001 ΠΧρ 2002/62, ΣυμβΠλημΘηβ 72/2024 αδημοσίευτο και υπ’ αριθμ. 4434/02.10.2001 Εγκύκλιος του Υπουργείου Δικαιοσύνης). Επομένως, επ’ αυτής ισχύει η αρχή της εφαρμογής του επιεικεστέρου ποινικού νόμου και κατά το στάδιο εκτελέσεως της ποινής, τόσο για τις τυπικές, όσο και για τις ουσιαστικές προϋποθέσεις της απολύσεως υπό όρο.

            4.2.- Επόμενο ερώτημα: Μπορεί ένας μεταγενέστερος της τελέσεως της πράξης νόμος, να αποκλείει την αναδρομική εφαρμογή τυχόν ευμενέστερης διάταξης που αυτός εμπεριέχει; Απαντώντας σε αυτό, η αρχή της lex mitior, όπως οριοθετείται στο άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, επιβάλλει την εφαρμογή της ευμενέστερης διάταξης (Γνωμοδότηση ΕισΑΠ 6/2020 σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ») και δηλαδή, για τις πράξεις των προσώπων που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ΠΚ,   ή την έναρξη ισχύος οποιουδήποτε άλλου νόμου επιφέρει αλλαγές στην απόλυση υπό όρο, θα πρέπει πάντοτε να εφαρμόζονται οι ευνοϊκότερες για την απόλυση υπό όρο διατάξεις, είτε αυτές είναι οι ισχύουσες, είτε οι προϊσχύσασες.

            4.3.- Ειδικότερα:

            4.3.1.- Από τη συγκριτική ανάγνωση της διατάξεως του άρθρου 106 ΠΚ, ως αυτή ίσχυε υπό τους Ν. 4619/2019 και 4855/2021 (βλ. παρ. 2.1 – 2.2) και πλέον ισχύει υπό το Ν. 5090/2024 (βλ. παρ. 3.1), προκύπτει ότι ευμενέστερη για τον κατάδικο είναι αυτή του Ν. 4619/2019, έναντι αυτής του Ν. 4855/2021. Τούτο διότι, με το Ν. 4619/2019, για την μη χορήγηση της υφ’ όρον απόλυσης αρκεί ότι     η διαγωγή του καταδικασθέντος, κατά την έκτιση της ποινής του, καθιστά τη συνέχιση της κράτησής του «απολύτως αναγκαία» για να αποτραπεί η τέλεση       από αυτόν νέων αξιοποίνων πράξεων, ενώ, με το Ν. 4855/2021, ο νομοθέτης χρησιμοποιεί τον δυσμενέστερο επιθετικό προσδιορισμό «αναγκαία». Επιπλέον, όμως, ευμενέστερο για τον κατάδικο είναι το ισχύσαν άρθρο 106 του ΠΚ με  τους Ν. 4619/2019 και 4855/2021, έναντι του νυν ισχύοντος με το Ν. 5090/2024. Τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε και σε αντίθεση με τις προϊσχύουσες      διατάξεις, ορίζεται πλέον ότι η υπό όρο απόλυση μπορεί να μην χορηγηθεί, εάν      το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο κρίνει ότι η διαγωγή του καταδίκου κατά τον χρόνο έκτισης της ποινής «σε συνδυασμό με τη διάγνωση της πιθανότητας επανάληψης του εγκλήματος κατά τον χρόνο δοκιμασίας, όπως προκύπτει από τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος, σε σχέση με την εκτίμηση των ατομικών και κοινωνικών περιστάσεων του καταδικασθέντος, καθιστά αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του…», ήτοι τίθενται πλέον πρόσθετες ουσιαστικές προϋποθέσεις για    τη χορήγησή της, αφού λαμβάνονται υπόψη στοιχεία που δεν προβλέπονταν στους Ν. 4619/2019 και 4855/2021 και ανάγονται στον προ της καταδίκης χρόνο και δη, στην πράξη για την οποία κάποιος καταδικάστηκε, στην προηγουμένη ζωή του και στις προγενέστερες ατομικές και κοινωνικές του περιστάσεις.

            4.3.2.- Επομένως:

            α!) Εφόσον η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο κρατούμενος, τελέσθηκε πριν την 12.11.2021, εφαρμόζεται, ως ευμενέστερο, το άρθρο 106 ΠΚ, ως ίσχυε με την εισαγωγή του Ν. 4619/2019.

            β!) Εφόσον η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο κρατούμενος,  τελέσθηκε μετά την 12.11.2021 και πριν την 01.05.2024, εφαρμόζεται, ως ευμενέστερο, το άρθρο 106 ΠΚ, ως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4855/2021.

            γ!) Τέλος, εφόσον η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο κρατούμενος, τελέσθηκε από την 01.05.2024 και μετά, εφαρμόζεται το άρθρο 106 ΠΚ, ως ισχύει σήμερα και μετά την εκ νέου τροποποίησή του με το Ν. 5090/2024 (ad hoc ΣυμβΠλημΘηβ 72/2024, αδημοσίευτο).

IV!

            5.- Συνοπτικώς και συμπερασματικώς:

            5.1.- Για πράξεις, που τελέστηκαν πριν την ισχύ του Ν. 5090/2024 (ως εν προκειμένω, στην υπόθεση για την οποία αποφάσισε το σχολιαζόμενο βούλευμα), η υφ’ όρον απόλυση του καταδίκου χορηγείται υποχρεωτικώς, εκτός εάν το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο κρίνει, με ειδική αιτιολογία, ότι η διαγωγή αυτού, κατά τη διάρκεια της εκτίσεως της ποινής του, συμπεριλαμβανομένης και της προσωρινής κρατήσεώς του, δεν υπήρξε καλή και, ως εκ τούτου, υπάρχει κίνδυνος ότι θα τελέσει νέες αξιόποινες πράξεις και, γι’ αυτό, καθίσταται απολύτως αναγκαία η συνέχιση της κρατήσεώς του. Για την δε αξιολόγηση της διαγωγής του καταδίκου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η εν γένει συμπεριφορά του, όπως εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της κρατήσεώς του, ενώ για την αξιολόγηση της επικινδυνότητας αυτού, προς τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο χαρακτήρας του, όπως διαγιγνώσκεται με βάση την όλη διαγωγή του κατά τη διάρκεια εκτίσεως της ποινής του.

            5.2.- Αντιθέτως, δεν λαμβάνονται υπόψη στοιχεία, που ανάγονται στον προ της καταδίκης του χρόνο και δη στην πράξη, για την οποία καταδικάστηκε, στην προηγούμενη ζωή του και στις προγενέστερες ατομικές και κοινωνικές του περιστάσεις, αφού τα στοιχεία αυτά αξιολογήθηκαν, κατ’ άρθρο 79 ΠΚ, για την επιμέτρηση της ποινής του. Επίσης, δεν εφαρμόζεται το κριτήριο της μη πιθανολόγησης επανάληψης τέλεσης του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε  ο κρατούμενος.

            5.3.- Εάν, μάλιστα, το Συμβούλιο στήριξε την κρίση του σε στοιχεία μη δυνάμενα να ληφθούν υπόψη, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως  (αυτής του άρθρου 106 ΠΚ), το βούλευμα είναι αναιρετέο.

Γ!

Ι!

            6.1.- Περαιτέρω: Η συναγωγή συμπεράσματος για την ύπαρξη ή μη της καλής συμπεριφοράς του καταδίκου, κατά τη διάρκεια της κράτησης, πέραν των εξωτερικών γνωρισμάτων στα οποία πρέπει να στηρίζεται, δεν πρέπει να είναι μία διαδικασία διαπιστωτική των μύχιων σκέψεων και φρονημάτων του καταδίκου, αφενός διότι ελλοχεύει ο κίνδυνος ο Δικαστής να εμπλακεί σε διαγνωστικές διαδικασίες, οι οποίες κείνται εκτός του γνωστικού του αντικειμένου, αφετέρου διότι είναι πιθανή η διολίσθηση σε διατύπωση δικαστικών κρίσεων, οι οποίες θα διέπονται από προσωπικά – φρονηματικά κριτήρια, ενώ επιπλέον θα απαιτείται η επίδειξη, από τον κρατούμενο, ηθικών αξιών, κατά την εκάστοτε προσωπική αντίληψη του Δικαστή, η οποία, κατά τεκμήριο, απέχει από αυτήν του αιτούντος καταδίκου (βλ., ενδεικτικά, ΣυμβΕφΔωδ 20/2010 σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΣυμβΕφΔυτΜακ 18/2023, αδημ. στο νομικό τύπο).

            6.2.- Εξάλλου, η εκτίμηση ότι ο κατάδικος δεν θα τελέσει νέα εγκλήματα κατά την διάρκεια της υφ’ όρων απολύσεώς του, τελεί σε συνάρτηση με την πορεία σωφρονισμού του, υπό την έννοια ότι, για τη σχετική αξιολόγηση, δεν μπορεί παρά να επιστρατεύονται τα ίδια κριτήρια. Στην έννοια δε του «σωφρονισμού», δεν περιλαμβάνεται η, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ιδεολογική μεταστροφή του καταδίκου (ad hoc ΑΠ 1001/2019 σε www.areiospagos.gr).  

ΙΙ!

            7.- Στην περίπτωση, που εξέτασε το σχολιαζόμενο βούλευμα, τούτο απέρριψε την σχετική αίτηση του αιτούντος κατηγορουμένου, εδραζόμενο στα εξής:

            7.1.- Αξιολόγησε (αρνητικά), την άσκηση ποινικών διώξεων κατά του καταδικασθέντος, δεχόμενο όμως, αντιφατικώς, ότι για την μεν πρώτη «εκδόθηκε η υπ’ αρ. 819/2024 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, που έχει καταστεί αμετάκλητη», για τη δε δεύτερη «εκδόθηκε η υπ’ αρ. 2113/2025 αθωωτική απόφαση του δικάσαντος σε πρώτο βαθμό Α΄ Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών», παραβιάζοντας έτσι το τεκμήριο αθωότητας του αιτούντος και προκαλώντας, ωσαύτως, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, αφού επλήγη ως άνω το, κατοχυρούμενο με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ. 2 του ΔΣΑΠΔ (: που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα με το νδ 53/1974 και το   Ν. 2462/1997 αντίστοιχα), τεκμήριο αθωότητας του απαλλαγέντος (εν προκειμένω) καταδίκου, σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται άμεση ή έμμεση πρόκριση ενοχής προ της καταδίκης (ΑΠ 230/2018 σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 611/2020 ΠΧρ 2011/198).

            7.2.- Θεώρησε, ως κριτήρια «(μη) επίδειξης ειλικρινούς μεταστροφής σε σχέση με την προστασία του εννόμου αγαθού της δημόσιας τάξης», το γεγονός ότι     α) «επιδιώκει, αντιποιούμενος τους θεσμικούς μηχανισμούς του Ελληνικού Κράτους, να επανάλθει σε δράσεις αντίστοιχες με εκείνες που ανέπτυξε κατά τη λειτουργία του πολιτικού κόμματος ΛΑΪΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ – ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ», β) «επιχείρησε να επαναδραστηριοποιηθεί στην πολιτική σκηνή, μέσω της ίδρυσης νέου κομματικού μηχανισμού (Εθνικό Κόμμα ΕΛΛΗΝΕΣ), που συνιστούσε διάδοχο και συνεχιστή της δράσης και ιδεολογίας της εγκληματικής οργάνωσης της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ», γ) «εκφραζόμενος δημόσια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συνεχίζει, υπό τον μανδύα πολιτικών τοποθετήσεων, να εκφράζεται με προσβλητικό και απαξιωτικό τρόπο για τη Δικαιοσύνη και τους Λειτουργούς της, αμφισβητώντας τη νομιμότητα της κράτησής του, με σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων στην κοινή γνώμη περί της λειτουργίας του συστήματος απονομής Δικαιοσύνης» και δ) «ο αιτών κρατούμενος, έμμεσα πλην σαφώς, υποστήριξε τη θέση ότι η δίωξή του για την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε πρωτόδικα και εκτίει την σε βάρος του επιβληθείσα ποινή, είναι αποτέλεσμα πολιτικής σκευωρίας σε βάρος του, συνδέοντας αυτήν με την απαγόρευση συμμετοχής στις εθνικές εκλογές του κόμματος Εθνικό Κόμμα ΕΛΛΗΝΕΣ […] και διατεινόμενος ότι ο αποκλεισμός του εν λόγω κόμματος από την εκλογική διαδικασία ήταν απόρροια κυβερνητικών παρεμβάσεων στη Δικαιοσύνη».

            8.- Προβληματική, ωστόσο, τυγχάνει η υπό την παρ. 7.2 αιτιολογία, για τους εξής λόγους:

            8.1.- Καταρχήν, η ελευθερία της έκφρασης δύναται μεν να περιοριστεί, με βάση τις προβλέψεις του εσωτερικού μας δικαίου, χωρίς, όμως, σε καμία περίπτωση, αυτό να σημαίνει ότι οι οποιεσδήποτε αντιδημοκρατικές και αντικοινοβουλευτικές ιδέες ή πεποιθήσεις, αντίθετες προς θεμελιώδεις αρχές του ιδίου του Συντάγματος, θα διώκονται, αν δεν έχουν διαβεί το κρίσιμο κατώφλι, όπου ο λόγος παρακινεί σε πράξη διακρίσεων ή βίας. Και τούτο διότι, αυτό που απαγορεύεται, είναι η απόπειρα βίαιης κατάλυσης του Συντάγματος (άρθρο 120 § 4 Σ) και όχι η έκφραση απόψεων, αντιθέτων με τις αξίες που αυτό πρεσβεύει. Περαιτέρω, σε διεθνές επίπεδο, πρώτη φορά μετά το άρθρο 19 της Οικουμενικής Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η ελευθερία της έκφρασης προβλέπεται από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο «παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων», προστατεύοντας, έτσι, την ελευθερία τόσο της  γνώμης και των απόψεωνόσο και την ελευθερία της λήψης ή της μετάδοσης πάσης φύσεως πληροφοριών ή ιδεών (πολιτικών, πολιτιστικών, κοινωνικών κλπ), χωρίς την παρέμβαση των δημοσίων αρχών (ΕΔΔΑ, Απόφαση Muller και λοιποί κατά Ελβετίας της 24.05.1988, Απόφαση Chauvy και άλλοι κατά Γαλλίας της 29.06.2004). Δέον να σημειωθεί ότι, η ελευθερία της έκφρασης, εφαρμόζεται όχι μόνον στις πληροφορίες ή τις ιδέες που τυγχάνουν ευνοϊκής υποδοχής ή θεωρούνται αβλαβείς ή αδιάφορες ως θέμα, αλλά και σε εκείνες που προσβάλλουν, σοκάρουν ή ενοχλούν, καθόσον αυτά είναι τα αιτήματα του πλουραλισμού, της ανοχής και της ευρύτητας των αντιλήψεων, χωρίς τα οποία δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία (ΕΔΔΑ, Απόφαση Μπαλάσκας κατά Ελλάδας, ΣτΕ 948/2023 σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»).

            8.2.- Και ναι μεν, απόψεις που παροτρύνουν σε βία ή προωθούν μία πολιτική που δεν σέβεται τη δημοκρατία, ή που στοχεύει στην καταστροφή της δημοκρατίας και την αποδοκιμασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που αναγνωρίζονται από τη δημοκρατία, δεν μπορεί να αξιώσουν την προστασία της Σύμβασης της ΕΣΔΑ, όταν έχουν ως σκοπό την ίδια την κατάλυση της δημοκρατίας, με την επίκληση, καταχρηστικώς, δημοκρατικών δικαιωμάτων, τα οποία αυτές δεν αποδέχονται ή δεν υιοθετούν (ΑΠ Πολ 1/2024, ΑΠ Πολ 8/2023 σε www.areiospagos.gr, ΣυμβΕφΛαμ 24/2024 – αδημοσίευτο), πλην όμως τούτο (μπορεί να) συντρέχει, μόνον όταν υφίστανται συγκεκριμένοι προβλεπόμενοι λόγοι, που συνιστούν απόλυτη άρνηση των δικαιωμάτων μιας ομάδας με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά («ρητορική μίσους») και δύναται να προάγουν ή να δικαιολογήσουν το μίσος κατ’ αυτής, δικαιολογώντας, έτσι, τη νόμιμη αιτία περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης (Τσακυράκης, Η ελευθερία του λόγου   στις ΗΠΑ, σελ. 288-289, ΕΔΔΑ, Απόφαση Atamanchuk κατά Ρωσίας της 11.02.2020, Απόφαση Sanchez κατά Γαλλίας της 02.02.2021).

            8.3.- Αν και, όμως, το Συμβούλιο, αναφέρει ότι (ο αιτών κατάδικος) «εκφραζόμενος δημόσια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συνεχίζει, υπό τον μανδύα πολιτικών τοποθετήσεων, να εκφράζεται με προσβλητικό και απαξιωτικό τρόπο για τη Δικαιοσύνη και τους Λειτουργούς της, αμφισβητώντας τη νομιμότητα της κράτησής του, με σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων στην κοινή γνώμη περί της λειτουργίας του συστήματος απονομής Δικαιοσύνης», εντούτοις παραλείπει να αναφέρει, επακριβώς, το περιεχόμενο των επικαλουμένων εκφράσεων στα ΜΚΚ, το     οποίο δεν (πρέπει να) αναφέρεται, απλώς, σε πολιτικές και, άρα, φρονηματικές πεποιθήσεις του αιτούντος και να συνιστά υπεράσπιση των πολιτικών απόψεών    του (: οι οποίες είναι ποινικά αδιάφορες και περιλαμβάνονται στην, συνταγματικώς κατοχυρωμένη, προστασία που παρέχει το άρθρο 10 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης), αλλά, αντίθετα, (πρέπει να) εμπεριέχει μίσος και λεκτική βία, υπό το μανδύα πολιτικής πρότασης και αγανάκτησης, δηλαδή συντονισμένες προσβλητικές και εχθρικές παρατηρήσεις, οι οποίες μπορούν να αναγνωρισθούν και να αξιολογηθούν ως πολύ σοβαρές κατηγορίες, που βασίζονται σε ισχυρές και αβάσιμες προκαταλήψεις (ΕΔΔΑ, Απόφαση Vejdeland κατά Σουηδίας) και που υποκινούν, προωθούν και  δικαιολογούν την απόρριψη, την εχθρότητα, την προκατάληψη, την απαξίωση, ακόμη δε και αυτό το μίσος κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος, με στόχο να πληγεί, εν τέλει, ο δημοκρατικός πυρήνας του Συντάγματος (ΕΔΔΑ, Απόφαση Behar και Gutman κατά Βουλγαρίας της 16.02.2021).

            8.4.- Όφειλε, με άλλα λόγια, το Συμβούλιο, δικαιολογώντας την κρίση του, να μην αρκεστεί σε μία διαπιστωτική διαδικασία των μύχιων σκέψεων και φρονημάτων του εν λόγω καταδίκου, αλλά να παραθέσει λεπτομερώς, κατά τα ανωτέρω, συγκεκριμένες δημόσιες αναφορές / εκφράσεις του (συγκεκριμένη αρθρογραφία) στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έτσι ώστε να διαπιστώνεται εάν αυτές διάκεινται αρνητικά προς τις θεσμοθετημένες επιλογές του Νομοθέτη και αποτελούν εν δυνάμει κίνδυνο για την προσβολή της έννομης τάξης, έτσι ώστε,    απ’ αυτές, να προκύπτει η επικινδυνότητα του αιτούντος καταδίκου, προς      τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων (ΣυμβΕφΚρητ 35/2021 σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Λίγο μένει να υπομνησθεί, ότι η αιτίαση του σχολιαζομένου βουλεύματος, ότι «ο αιτών κρατούμενος, έμμεσα πλην σαφώς, υποστήριξε τη θέση ότι η δίωξή του για την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε πρωτόδικα και εκτίει την σε βάρος    του επιβληθείσα ποινή, είναι αποτέλεσμα πολιτικής σκευωρίας σε βάρος του, συνδέοντας αυτήν με την απαγόρευση συμμετοχής στις εθνικές εκλογές του κόμματος Εθνικό Κόμμα ΕΛΛΗΝΕΣ […] και διατεινόμενος ότι ο αποκλεισμός του εν λόγω κόμματος από την εκλογική διαδικασία ήταν απόρροια κυβερνητικών παρεμβάσεων στη Δικαιοσύνη», αποτελεί, παρά την ακραία γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε, κριτική, που στόχευε ουσιαστικά στη νομική εγκυρότητα της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης του δικαστηρίου, δεν ισοδυναμούσε με άσκοπη προσωπική επίθεση και δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι είχε την αποκλειστική πρόθεση να προσβάλει συγκεκριμένους δικαστές (ΕΔΔΑ, Απόφαση Tolmachev κατά Ρωσίας της 02.06.2020, Απόφαση Radobuljac κατά Κροατίας της 16.01.2018, Απόφαση Ceferin κατά Σλοβενίας της 16.01.2018, Απόφαση Lutgen κατά Λουξεμβούργου της 16.05.2024, Απόφαση Pisanski κατά Κροατίας της 04.06.2024, Απόφαση L.P. και Carvalho κατά Πορτογαλίας της 08.10.2019).

Δ!

Αντί επιλόγου

            9.- Η αποτελεσματικότητα (ή μη) των παρεμβάσεων του νομοθέτη, σε σχέση με την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, θα κριθεί σταδιακά, ανάλογα πάντοτε με τον τρόπο που αυτές θα τύχουν εφαρμογής από τη νομολογία. Εάν, και πάλι (όπως προκύπτει από σειρά απορριπτικών βουλευμάτων, για συγκεκριμένους καταδίκους)  τα δικαστικά συμβούλια υποκαταστήσουν κατ’ ουσίαν τον ρόλο του νομοθέτη και συνεχίσουν να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους με «γενικεύσεις» και με γνώμονα τη «γενική πρόληψη», θα μετατρέψουν και πάλι τον χώρο της ποινικής καταστολής σε πεδίο ανταγωνισμού (νομοθέτη-δικαστή), επιβαρύνοντας πάντα την ελευθερία του πολίτη  (Ι. Μανωλεδάκη, Οι πρόσφατες τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε «Διάλογος με τον Ποινικό Νομοθέτη», 1995, σελ. 118 – 119. Μ. Μπαϊρακτάρη, Ο θεσμός της απόλυσης υπό όρο, 2021).

Πέτρος Πανταζής

Δικηγόρος

Μέλος της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων 

         δημοσιευμένο στην "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΊΑ" (τεύχος 1/2026),     

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: