Σάββατο 30 Μαΐου 2026

ΑΠ 601/2025: Σύζυγος θανόντος σε δυστύχημα , που ασχολείτο με οικιακά. Έχει υποχρέωση εργασίας

Συνεπώς, η σύζυγος η οποία κατά την διάρκεια του γάμου ασχολείτο με τα οικιακά, έχει την υποχρέωση να μειώσει την ζημία της από το θάνατο του συζύγου, εργαζόμενη σε εργασία ανάλογη με τις ικανότητές της και την κοινωνική τους θέση. Για το θέμα του καθήκοντος της εκ μέρους της χήρας άσκησης επαγγελματικής απασχόλησης λαμβάνονται υπόψη: η ηλικία, η ικανότητα για προσφορά εργασίας οι βιοτικές εν γένει σχέσεις, η τυχόν ύπαρξη ανήλικων τέκνων, οι γνώσεις η οικονομική κατάσταση και η κοινωνική θέση των συζύγων κατά την διάρκεια του γάμου. Δεν ενδιαφέρει, δε, αν η σύζυγος θα υποχρεούτο έναντι του συζύγου - αν ζούσε - να εργαστεί, γιατί το σχετικό βάρος γεννάται γι` αυτήν, κατ` άρθρο 300 του ΑΚ, με την θανάτωση του συζύγου.

 

Απόφαση 601 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 601/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.



Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «G. H. A.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. χας Κ. Μ., το γένος Ν. Π., κατοίκου ... Αττικής, … και 8) Π. Γ. του Ι., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1η, 2η, 3ος, 5η, 6η, 7ος και 8η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Παπαντώνη, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του ότι ο Π. Μ. του Κ. (4ος) απεβίωσε στις 31-3-2020 (προ της ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως) και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η εκ διαθήκης κληρονόμος του Κ. χήρα -και όχι σύζ. όπως λανθασμένα αναγράφεται στην αίτηση αναίρεσης- Π. Μ. (5η), εκπροσωπούμενη από τον ίδιο.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. συζ. Π.. Μ.., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος στις 31-3-2020 Π. Μ. του Κυριάκου, 2) Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., 3) Ν. Π. του Χ., κατοίκου ... Αττικής και 4) Π. Γ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Παπαντώνη, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του ότι διορθώνει το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς την 1η αναιρεσείουσα, από το λανθασμένο "συζ. Π. Μ." στο ορθό "χας Π. Μ.". Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «G. H. A.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Γ. Της αναιρεσείουσας: Κ. χας Κ. Μ., το γένος Ν. Π., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπαντώνη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «G. H. A.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-2015 αγωγή των 5ης έως και 8ης των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων - υπό στοιχ. Β αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Π. Μ. του Κυριάκου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκε με την από 29-5-2015 αγωγή των 1ης, 2ης και 3ου των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1728/2016 μη οριστική και 307/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2020 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσα με την από 12-10-2020 αίτησή της, οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 13-10-2022 αίτησή τους και η υπό στοιχ. Γ αναιρεσείουσα με την από 9-12-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχ. Β και Γ αναιρεσειόντων ζήτησε τις παραδοχές των αντίστοιχων αιτήσεων αναίρεσης, την απόρριψη της υπό στοιχ. Α αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ( 5-4-2024) συζητήθηκαν οι με γεν. αρ. καταθ. 7777/13-10-2020, 7858/14-10-2022, 9832/9-12-2022αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ' αριθμ. .../ 9-4-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε κατ'αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ. 614 παρ. 6 ΚΠολΔ) και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ` ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι αν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή και μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία, οπότε δεν είναι εκ των πραγμάτων δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης, πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρο 558 ΚΠολΔ. Διαφορετικά, αν κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης (της κατάθεσης της κατ` άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) ο αναιρεσίβλητος έχει αποβιώσει, η αίτηση που ασκήθηκε εναντίον του απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ. α`, 73, 159, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, οπότε η αναίρεση παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτησή της, όμως, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, θα είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σ` αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΑΠ 42/2023,ΑΠ 98/2022, ΑΠ 717/2014). Ειδικότερα, δε, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287, 291 και 292 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά, με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον, δε, δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 619/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση και η από 12-10-2020 (με γεν. αρ. καταθ. 7777/13-10-2020) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. .../2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., ασκηθείσα από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «G. H. «Α.. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η πέμπτη αναιρεσίβλητη Κ. χήρα Π. Μ. που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπαντώνη, ο οποίος δήλωσε ότι η τελευταία έχει υπεισέλθει στη θέση του αποβιώσαντος στις 31-3-2020 συζύγου της - τέταρτου αναιρεσίβλητου Π. Μ. του Κυριάκου, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, και συνεχίζει τη δίκη. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα κατωτέρω έγγραφα, που επικαλείται και προσκομίζει η πέμπτη αναιρεσίβλητη, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 31-3-2020, ήτοι πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε στις 13-10-2020, απεβίωσε ο τέταρτος αναιρεσίβλητος Π. Μ. του Κ., ο οποίος δυνάμει της από 13-8-2019 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε με το υπ'αριθμ. .../21-9-2020 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, κατέλιπε μοναδική κληρονόμο του την σύζυγό του πέμπτη αναιρεσίβλητη, η οποία δεν αποποιήθηκε την κληρονομία ( βλ. το με αριθμ. .../2024 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Κορίνθου). Άλλη διαθήκη του ως άνω αποβιώσαντος δεν έχει δημοσιευθεί από το Ειρηνοδικείο Κορίνθου, ούτε έχει περιέλθει σ' αυτό αντίγραφο πρακτικού δημοσίευσης από άλλο ειρηνοδικείο ή προξενική αρχή, ενώ δεν κατατέθηκε αγωγή, ούτε εκκρεμεί δίκη, που να αμφισβητεί το κληρονομικό δικαίωμα της πέμπτης αναιρεσίβλητης (βλ. το υπ' αριθ. .../2024 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Κορίνθου). Κατ' αυτόν τον τρόπο, η πέμπτη των αναιρεσίβλητων σύζυγος του αποβιώσαντος τέταρτου αναιρεσίβλητου υπεισήλθε στη θέση του και παραδεκτά συνεχίζει τη δίκη, εφόσον δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα η ιδιότητά της ως κληρονόμου του ως άνω αποβιώσαντος, ενώ δεν τίθεται θέμα απαραδέκτου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται σε βάρος του αποβιώσαντος τέταρτου αναιρεσίβλητου, καθώς δεν προκύπτει ότι το γεγονός του θανάτου του ανωτέρω είχε περιέλθει σε γνώση της αναιρεσείουσας πριν από την άσκηση του υπό κρίση ενδίκου μέσου, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η προαναφερόμενη κληρονόμος του δεν επικαλείται το γεγονός αυτό ( θάνατο του αναιρεσίβλητου). Περαιτέρω, οι κρινόμενες με γεν. αρ. καταθ. 7777/13-10-2020,7858/14-10-2022, 9832/9-12-2022 αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ' αριθμ. .../ 9-4-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015),είναι παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως, πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ειδικότερα: Κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020(A` 104): "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020- 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" (ΑΠ 40/2022), ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. ...90/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους". Τέλος, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. ...92/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. ...90/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νομίμων και δικαστικών προθεσμιών λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00 (Β` 1194), δηλ. η 6-4-2021" (ΑΠ 626/2024, ΑΠ 811/2023, ΑΠ 1232/2023, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 40/2022, ΑΠ 987/2022). Στην ερευνώμενη υπόθεση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ( για την οποία δεν προκύπτει επίδοση) δημοσιεύθηκε στις 9-4-2020 και επομένως η διετής καταχρηστική προθεσμία άσκησης της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ) θα άρχιζε στις 10-4-2020 , δηλαδή την επομένη της δημοσίευσής της και θα συμπληρωνόταν κανονικά στις 10-4-2022. Οι κρινόμενες αιτήσεις ασκήθηκαν στις 13-10-2020,14-10-2022 και 9-12-2022. Ωστόσο, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, τα χρονικά διαστήματα της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, δεν υπολογίζονται στην εν λόγω διετή προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, η οποία άρχισε και πάλι να τρέχει από τις 6-4-2021, έληγε στις 10-12-2022 ( ήτοι μετά παρέλευση 30 + 10 ημερών από τη συμπλήρωση της διετίας). Επομένως, οι κρινόμενες αιτήσεις ασκήθηκαν εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών του άρθρου 564 παρ. 3 του. και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ίδιου Κώδικα) . Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. .../2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα στη με αριθμ. καταθ.9832/2022 αίτηση αναίρεσης (και πρώτη αναιρεσίβλητη στη με αριθ. 7777/2020 αίτηση αναίρεσης) Κ. χήρα Κ. Μ. και οι Π. Μ. και Ν. Μ. ( ήδη δεύτερη και τρίτος των αναιρεσίβλητων στη με αριθμ.καταθ. 7777/2020 αίτηση αναίρεσης), άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... την από 29-5-20215 (αριθμ. καταθ. δικ. 3092/2015) αγωγή, με την οποία εξέθεταν ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο ο δεύτερος εναγόμενος Σ. Β. ( μη διάδικος στην παρούσα δίκη), οδηγώντας την αναφερόμενη δίκυκλη μοτοσικλέτα, η οποία ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία της στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "G. H. Α." - πρώτη εναγόμενη (και ήδη αναιρεσείουσα στη με αριθμ.καταθ. 7777/2020 αίτηση αναίρεσης και αναιρεσίβλητη στις με αριθμ. καταθ. 7858/2022 και 9832/2022 αιτήσεις αναίρεσης), προκάλεσε από υπαιτιότητά του το θανάσιμο τραυματισμό του πεζού Κ. Μ., ο οποίος ήταν σύζυγος της πρώτης και πατέρας των δεύτερης και τρίτου των εναγόντων. Ζήτησαν, δε, μετά την παραδεκτή παραίτηση της πρώτης εξ αυτών από τα αξιούμενα κονδύλια για δαπάνες νοσηλείας του θανόντος για έξοδα κηδείας και μνημοσύνου, την μερική παραίτηση της ίδιας από το δικόγραφο της αγωγής ως προς την αξιούμενη αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής και μετά τον εν μέρει περιορισμό των καταψηφιστικών αιτημάτων της αγωγής σε (έντοκα) αναγνωριστικά: α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το συνολικό ποσό των 4.300 ευρώ ως αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα ,όπως τα μερικότερα ποσά προσδιορίζονται ειδικότερα για καθένα από αυτούς (ενάγοντες), β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το συνολικό ποσό των 4.300 ευρώ ως αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, όπως τα μερικότερα ποσά προσδιορίζονται ειδικότερα για καθένα από αυτούς ( ενάγοντες), γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το συνολικό ποσό των 60.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, όπως τα μερικότερα ποσά προσδιορίζονται ειδικότερα για καθένα από αυτούς ( ενάγοντες), δ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το συνολικό ποσό των 180.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, όπως τα μερικότερα ποσά προσδιορίζονται ειδικότερα για καθένα από αυτούς ( ενάγοντες). Επίσης, με την από 4-6-2015 (αρ. καταθ. δικ. 3150/2015) αγωγή, την οποία άσκησαν κατά των ιδίων ως άνω εναγομένων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... οι Π. Μ., Κ.. Μ., Α. Μ., Ν. Π. και Π. Γ., ήδη αναιρεσείοντες στη με αριθμ. καταθ.7858/2022 αίτηση αναίρεσης ( και ήδη τέταρτος, πέμπτη, έκτη, έβδομος και όγδοη αναιρεσίβλητοι στη με αριθμ. καταθ. 7777/2020 αίτηση αναίρεσης), επικαλούμενοι το ίδιο θανατηφόρο αυτοκινητικό ατύχημα και αποκλειστική υπαιτιότητα του δεύτερου εναγόμενου Σ. Β. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), στην πρόκληση αυτού, ζήτησαν με την ιδιότητά τους ως γονείς η πρώτος και δεύτερη από αυτούς, ως αδελφή η τρίτη και ως πεθερός και πεθερά οι τέταρτος και πέμπτη από αυτούς, μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος: α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να τους καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 10.000 ευρώ στον κάθε ένα από τους πρώτο, δεύτερη και τρίτη από αυτούς και το ποσό των 5.000 ευρώ στον καθένα από τους τέταρτο και πέμπτη από αυτούς, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 90.000 ευρώ στον κάθε ένα από τους πρώτο, δεύτερη και τρίτη από αυτούς και το ποσό των 40.000 ευρώ στον κάθε ένα από τους τέταρτο και πέμπτη από αυτούς. Αρχικά, επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ'αριθμ.1728/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία ανεστάλη η έκδοση της οριστικής απόφασης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της σχετικής ποινικής δίκης σε βάρος του Σ. Β.. Στη συνέχεια, μετά από κλήση των εναγόντων αμφοτέρων των αγωγών, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 307/2018 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, το οποίο, αφού διέταξε την ένωση και συνεκδίκαση των αγωγών και ανακάλεσε την ως άνω 1728/2016 μη οριστική απόφασή του, ακολούθως, δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα. Μετά την άσκηση εφέσεων από τον Σ. Β. και την ήδη αναιρεσείουσα (και αναιρεσίβλητη κατά τα ως άνω) ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "G. H. Α." και αντέφεσης από τους εφεσίβλητους των εφέσεων αυτών, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις και την αντέφεση, δέχθηκε κατ'ουσίαν αυτές, εξαφάνισε την εκκαλούμενη οριστική απόφαση, συνεκδίκασε τις αγωγές και δέχθηκε εν μέρει αυτές ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα. Συγκεκριμένα: Α) δέχθηκε εν μέρει κατ'ουσίαν την ως άνω από 29-5-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ.3092/2015) αγωγή και 1) αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι Σ. Β. και η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία G. H. A. οφείλουν να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας: α) στην πρώτη ενάγουσα- Κ. χα Κ. Μ. το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, β) στη δεύτερη ενάγουσα Π. Κ.. Μ. το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, και το ποσό των τριακοσίων είκοσι (320) ευρώ μηνιαίως, αρχής γενομένης από 24.2.2015 μέχρι 24.1.2016, το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, για στέρηση διατροφής με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που κάθε μηνιαία παροχή κατέστη απαιτητή, και γ) στον τρίτο ενάγοντα Ν. Κ.. Μ. το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, και το ποσό των διακοσίων (200) ευρώ μηνιαίως , το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από 24.2.2015 μέχρι 24.6.2016, για στέρηση διατροφής με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που κάθε μηνιαία παροχή κατέστη απαιτητή, 2) υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας: α) στην πρώτη ενάγουσα Κ. χα Κ. Μ. το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, και το ποσό των χιλίων τετρακοσίων (1.400) ευρώ μηνιαίως, αρχής γενομένης από 24.2.2015 μέχρι 24.2.2017, το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, για στέρηση διατροφής με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που κάθε μηνιαία παροχή κατέστη απαιτητή, β) στη δεύτερη ενάγουσα Π. Κ.. Μ. το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, και το ποσό των οκτακόσιων (800) ευρώ μηνιαίως, αρχής γενομένης από 24.2.2015 μέχρι 24.1.2016, το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, για στέρηση διατροφής με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που κάθε μηνιαία παροχή κατέστη απαιτητή, και γ) στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, και το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από 24.2.2015 μέχρι 24.6.2016, για στέρηση διατροφής με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που κάθε μηνιαία παροχή κατέστη απαιτητή. Β) δέχθηκε εν μέρει κατ ουσίαν την από 4.6.2015 ( αρ. κατ. δικ. 3150/2015) αγωγή και 1) αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας: α) στον πρώτο ενάγοντα Π. Μ. το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, β) στη δεύτερη ενάγουσα Κ. σύζ. Π. Μ. το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, γ) στην τρίτη ενάγουσα Α. Μ. το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης με το νόμιμο τόκο υπερημερίας όλων των ποσών από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση Β) Υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας: α) στον πρώτο ενάγοντα Π. Μ. το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) στη δεύτερη ενάγουσα Κ. σύζ. Π. Μ. το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, γ) στην τρίτη ενάγουσα Α. Μ. το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, δ) στον τέταρτο ενάγοντα Ν. Π. το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ και ε) στην πέμπτη ενάγουσα Π. Γ. το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ , ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας όλων των ποσών από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντα, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντα, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 709/2024, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 224/2023,ΑΠ 1511/2022,ΑΠ 736/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 12/2020). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1178/2023,ΑΠ 607/2023 ,ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 85/2019). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 250/2023,ΑΠ 223/2023, ΑΠ 736/2021,ΑΠ 68/2020),ενώ με τα άρθρα 12 και 19 του ν. 2696/1992 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται κατά το δυνατόν ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, οι δε οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους". Επίσης, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά δε την παρ. 2 "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν". Έτσι, μόνη η συμμόρφωση προς τις ελάχιστες υποχρεώσεις που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων αυτών, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών αυτού (ΑΠ 1037/2018, ΑΠ 1670/2017, ΑΠ 770/2005). Τέλος, κατά την παρ. 3 "Ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας κατά τις νυκτερινές ώρες αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται μετριασμός της ταχύτητας (ΑΠ 891/2020, ΑΠ 1207/2004). Επίσης, κατά το άρθρο 38 του ΚΟΚ, με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες κυκλοφορίας πεζών, στην παρ. 4 αυτού ορίζεται ότι "4. Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται: ....δ) Σε διαβάσεις που η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, να μην κατεβαίνουν στο οδόστρωμα πριν λάβουν υπόψη τους την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων τα οποία πλησιάζουν ,ε) Αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ` αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του...ζ) Να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα χωρίς να βραδυπορούν ή να σταματούν σε αυτό αδικαιολόγητα". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 105/2024, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 105/2024,ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 143/2023 ,ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Για το ορισμένο, δε, του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, στην περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια (ΟλΑΠ 1/2016,ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 921/2024,ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1096/2022,ΑΠ 678/2022). Έτι περαιτέρω, κατά την έννοια του ιδίου άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το Δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το Δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Δεν ιδρύεται, δε, ο λόγος αυτός, όταν το Δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 35/2022,ΑΠ 164/2021,ΑΠ 40/2020). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το Δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1300/2022,ΑΠ 35/2022,ΑΠ 3/2021, ΑΠ 1554/2021,ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016,ΟλΑΠ 15/2006,ΑΠ 1331/2023, ΑΠ 1072 /2023, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 632/2017). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς. Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 12/2016, ΟλΑΠ 15/2006,ΑΠ 1331/2023,ΑΠ 1072/2023,ΑΠ 632/2017).Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες . Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023,ΑΠ 3/2021,ΑΠ 552/2020,ΑΠ 1120). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει. Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος ( ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1523/2022, ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ` αριθμ..../2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., προκύπτει ότι το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα αναφορικά με συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων το ένδικο ατύχημα: "..Στις 13.2.2015 και ώρα 9.35 ο Κ. Μ. του Π., ηλικίας 51 ετών (γεννηθείς το έτος 1964), σύζυγος της 1ης των εφεσιβλήτων- αντεκκαλούντων ( ήτοι της Κ. χήρας Κ. Μ.- ήδη αναιρεσείουσας στη με αριθμ. 9832/2022 αίτηση αναίρεσης και πρώτης αναιρεσίβλητης στη με αριθμ. καταθ. 7777/2020 αίτηση αναίρεσης), πατέρας της 2ης και 3ης εξ αυτών ( ήτοι της Π. Μ. και του Ν. Μ. - ήδη δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων στη με αριθμ. καταθ. 7777/2020 αίτηση αναίρεσης) , υιός των 4ου και 5ης ( ήτοι του Π. Μ. και της Κ. Μ. -ήδη τέταρτου και πέμπτης των αναιρεσίβλητων στη με αριθμ. καταθ. 7777/2020 αίτηση αναίρεσης), αδελφός της 6ης ( ήτοι της Α. Μ.- ήδη έκτης αναιρεσίβλητης στη με αριθμ. καταθ. 7777/2020 αίτησης αναίρεσης)και γαμβρός των 7ου και 8ης ( ήτοι του Ν. Π. και της Π. Γ. -ήδη έβδομου και όγδοης των αναιρεσίβλητων στη με αριθμ. καταθ. 7777/2020 αίτηση αναίρεσης) εξ αυτών εφεσίβλητων-αντεκκαλούντων, βρίσκονταν πεζός επί του πεζοδρομίου της οδού ... στον Πειραιά και συγκεκριμένα επί του πεζοδρομίου που βρίσκεται παραπλεύρως του προς την ... ρεύματος πορείας της οδού ..., στο ύψος του Οικοδομικού Αριθμού ... της τελευταίας, με πρόθεση να διασχίσει κάθετα την οδό ... και να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Η οδός ..., ευθεία και οριζόντια, στο συγκεκριμένο ύψος ήταν μονόδρομος με τρεις (3) λωρίδες κυκλοφορίας και μία λεωφορειολωρίδα αντίθετης κατεύθυνσης, δηλαδή αποτελούνταν από τέσσερις (4) συνολικά λωρίδες κυκλοφορίας {από τις οποίες οι τρεις προορίζονταν για την κίνηση των οχημάτων που κατευθύνονταν προς την ... και η μία- η λεωφορειολωρίδα- με αντίθετη κατεύθυνση, προοριζόταν για τα οχήματα -λεωφορεία και τρόλεϊ- που κατευθύνονταν προς την οδό ...}, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 14 μέτρα και πεζοδρομίου, εκατέρωθεν της οδού, πέντε (5) μέτρα, δεν υπήρχαν στο σημείο διαβάσεις πεζών ούτε φωτεινοί σηματοδότες ρύθμισης της κυκλοφορίας, τα δύο ρεύματα πορείας χωρίζονταν μεταξύ τους με διπλή συνεχόμενη γραμμή, η οποία περιείχε μεταλλικούς ανακλαστήρες, και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 χ/ω, διότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, εντός του κέντρου της πόλης του Πειραιά. Ήταν ημέρα, καλοκαιρία, το ασφαλτικό οδόστρωμα ήταν ξηρό, η ορατότητα κανονική και υπήρχε αυξημένη κίνηση οχημάτων και πεζών. Την ίδια ώρα, ο δεύτερος εναγόμενος Σ. Β. ( μη διάδικος στην παρούσα δίκη), ήδη εκκαλών της πρώτης έφεσης και δεύτερος αντεφεσίβλητος, ηλικίας 20 ετών (γεννηθείς το έτος 1995), οδηγούσε την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, η οποία ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία της στην πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "G. H. Α.", ήδη εκκαλούσα της δεύτερης έφεσης και πρώτη αντεφεσίβλητη ( ήδη αναιρεσείουσα στη με αριθμ. καταθ. 7777/2020 αίτηση αναίρεσης και αναιρεσίβλητη στις με αριθμ. 7858/2022 και 9832/2022 αιτήσεις αναίρεσης) , επί της οδού ... με κατεύθυνση από οδό ... προς ..., κινούμενος στο άκρο αριστερό τμήμα της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, εν επαφή σχεδόν με τη διπλή διαχωριστική γραμμή, πλησιάζοντας στο ύψος του οικοδομικού αριθμού .... Την ίδια χρονική στιγμή ο πεζός Κ. Μ. κατήλθε του πεζοδρομίου στο οδόστρωμα της οδού ... και άρχισε να διασχίζει κάθετα αυτό, από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας, προκειμένου να μεταβεί στο απέναντι πεζοδρόμιο, κινούμενος ενδιαμέσως των οχημάτων, τα οποία λόγω της αυξημένης κυκλοφοριακής κίνησης, κινούνταν "σημειωτόν" και βρίσκονταν σχεδόν σε διακοπή πορείας. Ενώ είχε διασχίσει το προς την ... ρεύμα πορείας, ήτοι και τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, έχοντας φθάσει στο ύψος της διπλής διαχωριστικής γραμμής, στάθηκε εκεί προκειμένου να ελέγξει, από δεξιά του, το ρεύμα κυκλοφορίας προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη της μοτοσικλέτας, ήτοι από ... προς οδό ..., για να διασχίσει και την τελευταία λωρίδα (λεωφορειολωρίδα) της ..., έχοντας προς τούτο το κεφάλι του στραμμένο προς την αντίθετη αυτή κατεύθυνση ώστε να διαπιστώσει ότι δεν ερχόταν από εκεί λεωφορείο ή τρόλεϊ. Κατά το χρόνο, όμως αυτόν, ο εναγόμενος οδηγός, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του εν επαφή με τη διπλή διαχωριστική γραμμή, προφανώς για να προσπεράσει εντός της λωρίδας του τα σχεδόν ακινητοποιημένα εκείνη τη στιγμή, λόγω της μεγάλης κυκλοφοριακής κίνησης, οχήματα στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας, από ανεπιτηδειότητα και απροσεξία στην οδήγηση, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον πεζό, παρά μόνον όταν η μοτοσικλέτα του βρισκόταν σε μικρή απόσταση από αυτόν (οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τον αντιλήφθηκε στην πορεία του ο εξ αυτών οδηγός από απόσταση 3-4 μέτρα) και κάνοντας χρήση μόνο της κόρνας της μοτοσικλέτας για να τον προειδοποιήσει, χωρίς να προβεί σε αποφευκτικό ελιγμό ούτε τροχοπέδηση, επέπεσε, με αμείωτη ταχύτητα, με το εμπρόσθιο τμήμα αυτής επάνω στον πεζό Κ. Μ., με αποτέλεσμα, από την πρόσκρουση, να τον παρασύρει και να καταπέσει ο τελευταίος επί του οδοστρώματος εντός της λεωφορειολωρίδας και να τραυματιστεί βαρύτατα. Ειδικότερα υπέστη βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και πολυοργανική ανεπάρκεια, από τις οποίες στη συνέχεια, επήλθε ο θάνατός του στις 24.2.2015, ενόσω νοσηλευόταν στη Μονάδα Εντατικής θεραπείας του ιδιωτικού Νοσοκομείου "ΥΓΕΙΑ". Η ταχύτητα, με την οποία κινούνταν η δίκυκλη μοτοσικλέτα, την οποία οι εκκαλούντες- αντεφεσίβλητοι- εναγόμενοι προσδιορίζουν σε 40-45 χ/ω (ο εξ αυτών οδηγός κατά τη χωρίς όρκο εξέτασή του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την προσδιόρισε σε 40-50 χ/ω) δεν προκύπτει με βεβαιότητα από το αποδεικτικό υλικό ότι υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50 χ/ω. Ωστόσο εκτιμάται, με βάση τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, ότι ήταν ανεπίτρεπτη για τις συγκεκριμένες περιστάσεις και συνθήκες, τέτοια που δεν επέτρεπε στον εναγόμενο οδηγό να έχει κάθε στιγμή τον πλήρη έλεγχο της μοτοσικλέτας του και να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποτροπή ατυχήματος και έτσι, όταν, καθυστερημένα, αντιλήφθηκε την παρουσία του πεζού στην πορεία του δεν μπόρεσε να τροχοπεδήσει έγκαιρα ώστε να μειώσει την ταχύτητα και επέπεσε στον τελευταίο με αμείωτη ταχύτητα. Όμως, όπως και ο ίδιος ο εναγόμενος οδηγός επικαλείται στο από 8.4.2015 απολογητικό του υπόμνημα προς το Τμήμα Τροχαίας Πειραιώς, το οποίο υπέβαλε στο πλαίσιο της διενεργηθείσας σε βάρος του αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, τελούσε σε γνώση της καθημερινής, συνεχούς και αμείωτης κίνησης μεγάλου πλήθους πεζών στο συγκεκριμένο οδικό τμήμα όπου έλαβε χώρα το ένδικο θανατηφόρο ατύχημα (πρόκειται για το εμπορικό κέντρο του Πειραιά) και, βεβαίως, κατά τον ανωτέρω χρόνο η κυκλοφορία πεζών στη συγκεκριμένη οδό ήταν, όπως αναφέρθηκε αυξημένη και επιβαλλόταν να έχει ρυθμίσει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του έτσι, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει ακόμη και την πορεία αυτής μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορούσε να προβλεφθεί και εν προκειμένω όφειλε να υπολογίσει και στην ενδεχόμενη διέλευση πεζών, που, αναμφίβολα, ήταν προβλεπτή κατά τον τρόπο που κινούνταν ο θανατωθείς πεζός, ήτοι ανάμεσα από ακινητοποιημένα σχεδόν οχήματα λόγω της επικρατούσας κυκλοφοριακής συμφόρησης οχημάτων.
Συνεπώς, ακόμη και εάν ο εναγόμενος οδηγός δεν είχε αντιληφθεί τον πεζό [τον οποίο, βεβαίως, είχε αντιληφθεί, κατά τους ισχυρισμούς του, τουλάχιστον από 3-4 μέτρα και εάν οδηγούσε με προσοχή θα τον είχε αντιληφθεί από μεγαλύτερη απόσταση] όφειλε και επιβαλλόταν, ενόψει της αυξημένης κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών, που ήταν καθημερινό και σύνηθες φαινόμενο και το γνώριζε καλά, να οδηγεί με τέτοιο τρόπο και με τέτοια ταχύτητα ώστε να μπορεί να διακόψει με ασφάλεια την πορεία του στον άνω προβλεπτό κίνδυνο. Από την αξιολογική εκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων, ιδιαίτερα, το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας και η από 25.2.2015 προανακριτική κατάθεση του (αναγραφόμενου και στην έκθεση αυτοψίας) μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα Π. Σ., ο οποίος κατέθεσε ως μάρτυρας και στην ποινική δίκη, αποδεικνύεται ότι ο άτυχος πεζός δεν είχε ακόμη ξεκινήσει να διασχίζει το ρεύμα κυκλοφορίας του λεωφορειόδρομου όταν συνέβη το ατύχημα και ότι το σημείο πρόσκρουσης ήταν ακριβώς στο σημείο που χωρίζεται η λεωφορειολωρίδα από τις λωρίδες κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης. Τα όσα αντίθετα διατείνονται, σχετικώς, οι αντεκκαλούντες- ενάγοντες, ότι, δηλαδή, ο εναγόμενος οδηγός κινούνταν εντός της λεωφορειολωρίδας και ότι ο πεζός είχε ήδη ξεκινήσει τη διάσχιση αυτής, δεν προκύπτουν, αδιστάκτως, από το αποδεικτικό υλικό. Αντιθέτως, προκύπτει επαρκώς ότι ο πεζός μόλις είχε σταθεί ακριβώς επάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή και στο σημείο όπου βρίσκονταν οι ανακλαστήρες και ότι για το λόγο αυτό δεν τον αντιλήφθηκε εγκαίρως ο εναγόμενος οδηγός της μοτοσικλέτας. Στο γεγονός αυτό, άλλωστε, συνηγορούν και τα ευρήματα επί του οδοστρώματος, όπως αυτά εμφαίνονται στο άνω σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, όπου απεικονίζεται η κηλίδα αίματος του πεζού, εφαπτομένη με τη διαχωριστική διπλή γραμμή των δύο αντίθετων κατευθύνσεων, αλλά και τα θραύσματα πλαστικού της μοτοσικλέτας που ήταν διάσπαρτα στο σημείο Θ, όπως αυτό αποτυπώνεται εντός της λεωφορειολωρίδας. Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε, στο σημείο από το οποίο ο πεζός επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την οδό ... δεν υπήρχε διάβαση πεζών ούτε σηματοδότες ρύθμισης της κυκλοφορίας, ενώ υπήρχαν διαβάσεις πεζών τόσο δεξιά όσο και αριστερά του σημείου σύγκρουσης (οι εκκαλούντες- εναγόμενοι προσδιορίζουν την, εκατέρωθεν, απόσταση αυτή στα 60 μέτρα, ενώ οι ενάγοντες περί τα 100 μ.), και συγκεκριμένα, τόσο στην ..., με την οποία η οδός ... συμβάλλεται, όσο και στην οδό ..., με την οποία, επίσης, συμβάλλεται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αποδείχθηκε δε επαρκώς, ότι ο πεζός δεν έλεγξε [ και σε κάθε περίπτωση, δεν έλεγξε, τουλάχιστον με προσοχή] από αριστερά του όταν πλησίασε στη διπλή διαχωριστική γραμμή, διότι, τότε, θα έβλεπε τη μοτοσικλέτα που πλησίαζε στο σημείο και όφειλε να υπολογίζει, τη στιγμή, μάλιστα, που υπήρχε αυξημένη κυκλοφοριακή κίνηση οχημάτων, και στο ενδεχόμενο, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, της κίνησης δίκυκλων οχημάτων, που κατευθύνονταν προς ..., πλησίον της διαχωριστικής γραμμής. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα, συνεπεία του οποίου επήλθε ο θάνατος του Κ. Μ., οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του εναγόμενου οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και του ίδιου του θύματος πεζού, διότι και οι δύο επέδειξαν αμέλεια, δηλαδή δεν κατέβαλαν την προσοχή που θα κατέβαλε κάτω από τις ίδιες συνθήκες ο μέσος συνετός οδηγός και πεζός, αντίστοιχα, την οποία αν επιδείκνυαν θα είχε αποφευχθεί το ένδικο θανατηφόρο ατύχημα. Ειδικότερα, η αμέλεια του εναγόμενου οδηγού συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε την ασφαλισμένη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία δίκυκλη μοτοσικλέτα του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, κινούνταν στο αριστερό άκρο της λωρίδας κυκλοφορίας του και όχι στο μέσο αυτής, με ανεπίτρεπτη για τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες ταχύτητα, η οποία δεν του επέτρεπε να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποτροπή ατυχήματος, και την οποία δεν ρύθμισε ανάλογα με τις άνω συνθήκες, που επέβαλαν ταχύτητα, όχι απλώς μικρότερη από την επιτρεπόμενη των 50 χ/ω αλλά ούτε μεγαλύτερη των 30 χ/ω, κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία της μοτοσικλέτας του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί, ευρισκόμενο στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, με αποτέλεσμα, ενόψει των παραλείψεων του αυτών, να μην αντιληφθεί έγκαιρα την παρουσία του πεζού και ως εκ τούτου να μην προβεί έγκαιρα σε τροχοπέδηση ώστε να ακινητοποιήσει τη μοτοσικλέτα ή έστω να επιβραδύνει την κίνηση της, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ. 1-2 του ν.2696/1999 (ΚΟΚ). Η αμελής αυτή οδηγητική συμπεριφορά του συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και το εξ αυτού τραγικό αποτέλεσμα. Εξάλλου, η αμέλεια του θύματος πεζού συνίσταται στο ότι, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 4 εδ. α και β του ΚΟΚ, επιχείρησε να διασχίσει και διέσχισε, κατά μεγάλο μέρος του, κάθετα το οδόστρωμα της κεντρικής οδού ..., από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνση αυτής, από σημείο άλλο από εκείνο της οδού όπου υπήρχαν διαβάσεις πεζών, διερχόμενος ανάμεσα από οχήματα που κινούνταν πολύ αργά λόγω της αυξημένης κυκλοφορίας, χωρίς να προβεί προηγουμένως με πολλή προσοχή και περίσκεψη σε έλεγχο από αριστερά του της κίνησης επί της εν λόγω οδού, που είναι ευθεία και οριζόντια, ώστε να βεβαιωθεί ότι δεν κινούνταν οχήματα, στην πορεία των οποίων θα παρεμβαλλόταν με το βηματισμό του, ούτε ελλείψει διαβάσεων, να βεβαιωθεί ότι με την κίνησή του δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων και συγκεκριμένα την κυκλοφορία της άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας, η οποία κινούνταν κατά τα ανωτέρω σε επαφή με τη διπλή διαχωριστική γραμμή και με ανεπίτρεπτη ταχύτητα, (άρθρο 38 παρ. 4 εδ. ε του ΚΟΚ). Η ανωτέρω, αντίθετη με τις διατάξεις του ΚΟΚ, επιδειχθείσα συμπεριφορά και από τους δύο εμπλεκομένους στο ένδικο ατύχημα, συνετέλεσε αιτιωδώς, τόσο αυτοτελώς όσο και συνδυαστικά, στην πρόκληση του θανατηφόρου αυτοκινητικού ατυχήματος, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τόσο ο εναγόμενος οδηγός όσο και ο πεζός, αν τηρούσαν τις επιβαλλόμενες από τον ΚΟΚ ως άνω υποχρεώσεις τους οπωσδήποτε θα ήταν σε θέση να αποτρέψουν το ατύχημα. Έτσι, αν ο εναγόμενος οδηγός οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, στο μέσο της λωρίδας κυκλοφορίας του, είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος και είχε ρυθμίσει ανάλογα με τις άνω περιστάσεις την ταχύτητα, η οποία δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 30 χ/ω, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει ακόμη και την πορεία της μοτοσικλέτας του, σε ενδεχόμενη διέλευση πεζού, που, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, δεν ήταν απρόβλεπτη και ασυνήθης, θα ήταν σε θέση να αντιληφθεί εγκαίρως τον πεζό και να αποφύγει το τροχαίο θανατηφόρο ατύχημα είτε σταματώντας εγκαίρως με τροχοπέδηση είτε προβαίνοντας σε έτερο αποφευκτικό ελιγμό. Δεν θα επερχόταν δε αυτό και αν ο πεζός, είχε προηγουμένως ελέγξει και είχε βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία της κινούμενης από αριστερά του με ανεπίτρεπτη ταχύτητα δίκυκλης μοτοσικλέτας, την οποία θα αντιλαμβανόταν αν έλεγχε και της οποίας όφειλε, στη συνέχεια, να αναμείνει τη διέλευση. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο, σταθμίζοντας το πταίσμα εκατέρου, κρίνει ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας στην πρόκληση ένδικου ατυχήματος ανέρχεται, του μεν εναγόμενου οδηγού της ζημιογόνου μοτοσικλέτας σε ποσοστό 70%, του δε θανατωθέντος πεζού σε ποσοστό 30%, όπως ορθώς έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη, κάνοντας εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την επικουρικός προβληθείσα πρωτοδίκως από τους εναγομένους ένσταση περί συνυπαιτιότητας σε ποσοστό 95% του θανόντος πεζού στην πρόκληση του ένδικου θανατηφόρου ατυχήματος, και, επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με το δεύτερο λόγο της έφεσης του εναγόμενου οδηγού, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας και τον πρώτο λόγο της αντέφεσης των εφεσιβλήτων-εναγόντων ότι, δηλαδή το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, κρίνονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα...". Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο δεχθέν όπως και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συγκλίνουσα αμέλεια στην πρόκληση του θανατηφόρου ατυχήματος του εναγόμενου οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και του θανατωθέντος πεζού κατά ποσοστά 70% και 30% αντίστοιχα, απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης του εκκαλούντος -εναγόμενου οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και της εκκαλούσας-εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας- αναιρεσίβλητης, κατά τα ως άνω, ασφαλιστικής εταιρείας, όπως και τον λόγο αντέφεσης των αντεκκαλούντων εναγόμενων και ήδη, κατά τα ως άνω, αναιρεσειόντων και αναιρεσίβλητων. Η αναιρεσείουσα στη με αριθμ. καταθ.7777/2020 αίτηση αναίρεσης ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "G. H. Α. Α. Ε." με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προβαλλόμενη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με το ζήτημα της υπαιτιότητας στην πρόκληση του θανατηφόρου ατυχήματος. Ειδικότερα: Α) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ότι, το Εφετείο με την πληττόμενη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1,19 παρ. 1,2,3, 20 παρ. 1, 38 παρ. 4 εδ.δ, ε ,ζ 1 ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κρίνοντας ότι ο πεζός Κ. Μ. ήταν συνυπαίτιος κατά ποσοστό 30 % και όχι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος από το οποίο προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι: 1) οι κρίσεις του Εφετείου δεν οδηγούν κατά λογική αλληλουχία στο συμπέρασμα περί συνυπαιτιότητας. Διότι α) οι παραδοχές ότι, ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας έκανε χρήση της κόρνας, έβαινε με κανονική και όχι υπερβολική ταχύτητα και αντιλήφθηκε προ ολίγων μέτρων τον πεζό, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτός ενήργησε σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ΚΟΚ και επομένως δεν συνέτρεξε οποιαδήποτε υπαιτιότητά του στην επέλευση του ατυχήματος, στην οποία συνετέλεσε αποκλειστικά η απροσδόκητη παρεμβολή του πεζού στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας και ο αιφνιδιασμός του οδηγού της. Επιπρόσθετα, β) διότι, ναι μεν το Εφετείο δέχθηκε ότι, ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών ( κέντρο του Πειραιά), έπρεπε ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας να έβαινε ακόμη και με μικρότερη ταχύτητα από εκείνην του νομίμου ορίου, πλην όμως ι) η υπερβολική ταχύτητα δεν συνιστά συνυπαιτιότητα για τον οδηγό που αιφνιδιάζεται από την αντικανονική πορεία του πεζού, ιι) το ότι επρόκειτο για το κέντρο του Πειραιά δεν σημαίνει ότι οι διερχόμενοι οδηγοί οφείλουν να κινούνται με μικρότερη του νομίμου ορίου ταχύτητα και τούτο γιατί η Τροχαία και η αρμόδια Δ/νση Συγκοινωνιών καθορίζουν το εκάστοτε προβλεπόμενο όριο ταχύτητας με βάση τις συνήθεις κυκλοφοριακές συνθήκες, οι οποίες ανταποκρίνονται αιτιωδώς προς το καθοριζόμενο όριο ταχύτητας, γ) οι παραδοχές του Εφετείου ότι ι) ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας δεν προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό και σε τροχοπέδηση, ιι) ότι ο οδηγός αντιλήφθηκε τον πεζό όταν η μοτοσικλέτα που οδηγούσε βρισκόταν σε μικρή απόσταση από αυτόν, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατή ούτε η διενέργεια του αποφευκτικού ελιγμού, ούτε η τροχοπέδηση, 2) α) Το Εφετείο δέχθηκε ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας από ανεπιτηδειότητα και απροσεξία στην οδήγηση δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον πεζό, χωρίς να διαλαμβάνει κρίση ως προς το πού έγκειται αυτή η ανεπιτηδειότητα και απροσεξία, τη στιγμή μάλιστα που με τις ίδιες παραδοχές υπήρχε αυξημένη κίνηση οχημάτων και πεζών και ο πεζός αφενός μεν κινήθηκε ανάμεσα από ακινητοποιημένα αυτοκίνητα λόγω της επικρατούσας κυκλοφοριακής συμφόρησης οχημάτων και αφετέρου είχε σταθεί ακριβώς πάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή και στο σημείο όπου βρίσκονταν οι ανακλαστήρες και για το λόγο αυτό δεν τον αντιλήφθηκε εγκαίρως ο οδηγός της μοτοσικλέτας, β) η παραπάνω κρίση του Εφετείου έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την κρίση ότι δήθεν ο οδηγός της μοτοσικλέτας από ανεπιτηδειότητα και απροσεξία περί την οδήγηση, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον πεζό. Β) με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1,19 παρ. 1,2,3, 20 παρ. 1, 38 παρ. 4 εδ.δ, ε ,ζ 1 ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) και διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες διότι, όπως ακριβώς αναφέρει, δεν απέβλεψε "στο σκεπτικό της με αριθμό 419/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά με βάση την οποία καταδικάστηκε μεν ο Σ. Β., οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, για ανθρωποκτονία από αμέλεια αλλά και με μεγάλη αμέλεια του θανατωθέντος πεζού" και στη με αριθμό 3016/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (διαδικασία Ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία ο παθών κρίθηκε συνυπαίτιος του ατυχήματος κατά ποσοστό 50%" και απέρριψε " κατά το μεγαλύτερο μέρος της την επικουρικώς προβληθείσα ένσταση της περί συνυπαιτιότητας του θανόντος κατά ποσοστό 95 % στην επέλευση του ατυχήματος". Οι ως άνω λόγοι κρίνονται απορριπτέοι ως εξής: Α) Με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί συνυπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανατωθέντος πεζού δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 ,914 ΑΚ, 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1,2,3, 38 παρ.4 εδ. δ, ε, ζ του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε, επίσης, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συντρέχουσα αμέλεια του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και του θανατωθέντος πεζού και, επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα : τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των εννοιών της υπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσυκλέτας (κατά ποσοστό 70%) και της συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος πεζού (κατά ποσοστό 30%) και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού της ήδη αναιρεσείουσας, για αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας. Οι αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές αυτής για το ότι 1) ο οδηγός της μοτοσικλέτας α) δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του κινούμενος στο αριστερό άκρο της λωρίδας κυκλοφορίας του και όχι στο μέσο αυτής, β) κινείτο με ανεπίτρεπτη ταχύτητα για τις επικρατούσες, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, ήτοι αυξημένη κυκλοφορία οχημάτων και πεζών, οι οποίες, μάλιστα, ήταν καθημερινό και σύνηθες φαινόμενο, το οποίο αυτός καλώς γνώριζε, και οι οποίες επέβαλαν ταχύτητα όχι απλώς μικρότερη από την επιτρεπόμενη των 50 χλμ/ώρα, αλλά ούτε και μεγαλύτερη των 30 χιλμ /ώρα, ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί έγκαιρα τον πεζό και να προβεί, επίσης έγκαιρα, σε αποφευκτικό ελιγμό ή τροχοπέδηση, ώστε να ακινητοποιήσει τη μοτοσικλέτα ή έστω να επιβραδύνει την κίνησή της, 2) ο πεζός επιχείρησε να διασχίσει και διέσχισε κατά μεγάλο μέρος κάθετα το οδόστρωμα της κεντρικής οδού Πολυτεχνείου από δεξιά προς τα αριστερά, σε σχέση με την κατεύθυνση αυτής, από σημείο της οδού άλλο από εκείνο όπου υπήρχαν διαβάσεις πεζών, διερχόμενος ανάμεσα από οχήματα που κινούνταν πολύ αργά λόγω της αυξημένης κυκλοφορίας και χωρίς να προβεί προηγουμένως με πολλή προσοχή και περίσκεψη σε έλεγχο της από αριστερά του κίνησης επί της εν λόγω οδού, που είναι ευθεία και οριζόντια, ώστε να βεβαιωθεί ότι δεν κινούνταν οχήματα στην πορεία των οποίων θα παρεμβαλλόταν με το βηματισμό του, αλλά και χωρίς να βεβαιωθεί, ελλείψει διαβάσεων, ότι με την κίνησή του δεν παρεμπόδιζε την κυκλοφορία οχημάτων και συγκεκριμένα την δίκυκλη μοτοσικλέτα που κινούνταν σε επαφή με τη διπλή διαχωριστική γραμμή και με ανεπίτρεπτη ταχύτητα, στηρίζουν επαρκώς την κρίση του Εφετείου για τη συνυπαιτιότητά του στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, με την εξής επισήμανση αναφορικά με την παραδοχή ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας οδηγούσε με ταχύτητα κατώτερη της ανώτατης επιτρεπόμενης των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα: σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, μόνο η τήρηση των ελάχιστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων αυτών, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών, όπως συμβαίνει στην επίδικη περίπτωση.
Συνεπώς, οι αιτιάσεις του πρώτου λόγου υπό στοιχ.2 α,β κρίνονται αβάσιμες, ενώ οι αιτιάσεις υπο στοιχ.1,α,β,γ του ίδιου λόγου κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι αποτελούν διαφορετικές εκ μέρους της αναιρεσείουσας προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά από την προσβαλλόμενη τα αποδεικτικά μέσα, και συνακόλουθα, με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (561 § 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης της με αριθμ. καταθ.7777/2020 καθόλα τα σκέλη αυτού. Ομοίως, απαράδεκτος λόγω αοριστίας κρίνεται ο ίδιος λόγος αναφορικά με την αιτίαση της παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας Διότι, δεν αναφέρονται: α)τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινής λογικής, που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και γ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας ,που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Τέλος, ο δεύτερος λόγος της ίδιας αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με τις, ως άνω, αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, θίγεται η κρίση του Εφετείου ως προς τον βαθμό και το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του οδηγού της ασφαλισμένης στην αναιρεσείουσα δίκυκλης μοτοσικλέτας και του θανάσιμα τραυματισθέντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα πεζού, η οποία, σύμφωνα και με τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει, ιδίως, για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 22/2023, ΑΠ 1204/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 768/2020, ΑΠ 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 22/2023,ΑΠ 525/2021, ΑΠ 1210/2020, ΑΠ 170/2020). Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ ( ΟλΑΠ 10/2017, 9/2015, ΑΠ 823/2023 ΑΠ 858/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 1303/2020). Και τούτο διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1003/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 934/2020, ΑΠ 642/2020) Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο ..., με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων (στις με αριθμ. κατάθ.7858/2022, 9832/2022 αιτήσεις αναίρεσης και αναιρεσίβλητων στη με αριθμ. καταθ.7777/2020 αίτησης αναίρεσης) από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του ποσού αυτής δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, μετά τις παραδοχές (όπως αυτές προπαρατέθηκαν) σχετικά με τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη συνυπαιτιότητα του οδηγού της ζημιογόνου μοτοσικλέτας και του θανατωθέντος πεζού, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".....
Εν προκειμένω, ο θανών Κ. Μ., ηλικίας, 51 ετών, σύζυγος της πρώτης των εφεσιβλήτων- αντεκκαλούντων, πατέρας της δεύτερης και τρίτου τούτων [εναγόντων της πρώτης των άνω αγωγών], ηλικίας αυτών, κατά το χρόνο του ατυχήματος 48, 27 και 22 ετών, αντίστοιχα, υιός των τέταρτου και πέμπτης των εφεσιβλήτων- αντεκκαλούντων, αδελφός της έκτης και γαμβρός (σύζυγος της κόρης τους) των έβδομου και όγδοης εξ αυτών [εναγόντων της δεύτερης των άνω αγωγών], ηλικίας αυτών, κατά τον ίδιο χρόνο 80,80,48,75 και 72 ετών, αντίστοιχα [βλ. για τη συγγενική σχέση όλων των αντεκκαλούντων με το θανατωθέντα κατά το ένδικο ατύχημα, τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως σχετικά πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης}, διατηρούσε στενές και άριστες σχέσεις με τους εφεσίβλητους- αντεκκαλούντες, μέλη της κατ' άρθρο 932 εδ. γ' ΑΚ οικογένειάς του, με τους οποίους συνδεόταν με δεσμούς στοργής, αγάπης, αφοσίωσης και σεβασμού. Ο αιφνίδιος και απροσδόκητος θάνατός του συντάραξε τον ψυχικό τους κόσμο και προκάλεσε σ' αυτούς μεγάλη στενοχώρια, έντονο ψυχικό πόνο και θλίψη. Πρέπει επομένως, να επιδικαστεί σε όλους τους ενάγοντες χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης προς ηθική παρηγοριά και ανακούφιση της θλίψης και του ψυχικού πόνου τους από το θάνατο του Κ. Μ.. Εκτιμώντας τις συνθήκες του θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, την υπαιτιότητα του δεύτερου εναγομένου, οδηγού της ζημιογόνου δίκυκλης μοτοσικλέτας, και το συντρέχον πταίσμα του θανατωθέντος στην πρόκληση του ατυχήματος και τον εξ αυτού θανάσιμο τραυματισμό του, την ηλικία του τελευταίου και την ηλικία των εναγόντων στενών συγγενών του, την ένταση του ψυχικού πόνου και της θλίψης που δοκίμασαν οι τελευταίοι, τη σχέση τους και το βαθμό της συναισθηματικής του σύνδεσης με το θανατωθέντα, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, πλην της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική και, συνεπώς, δεν λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή της κατάσταση, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να ορισθεί το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που δικαιούται καθένας των εφεσιβλήτων- αντεκκαλούντων- εναγόντων, 1) στο ποσό των 70.000 ευρώ για καθένα των τριών εναγόντων (σύζυγο και δύο τέκνα του θανόντος) της πρώτης ως άνω αγωγής, (πέραν του ποσού των 40 ευρώ που καθένας των εν λόγω εναγόντων, επιφυλάχθηκε να αξιώσει ενώπιον του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου ασκώντας πολιτική αγωγή), και 2) α) στο ποσό των 20.000 ευρώ για καθένα των πρώτου και δεύτερης των εναγόντων (γονέων του θανόντος) της δεύτερης ως άνω αγωγής, β) στο ποσό των 30.000 ευρώ για την τρίτη ενάγουσα (αδελφή του θανόντος) της ίδιας αγωγής και γ) στο ποσό των 5.000 ευρώ για καθένα των τέταρτου και πέμπτης των εναγόντων (πεθερών του θανόντος), τα οποία (ποσά) κρίνονται εύλογα με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια προσδιορισμού τους και αντικειμενικά δίκαια, σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία εφαρμόζεται, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, και κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, την οποία δικαιούται ο παθών από αδικοπραξία, δεδομένου ότι τα άνω ποσά εκτιμάται ότι βρίσκονται εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, καθώς επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις με βάση την κοινή πείρα, την κοινή περί δικαίου συνείδηση και δικαστηριακή πρακτική. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε στους ενάγοντες (σύζυγο και τέκνα του θανόντος) της πρώτης των ως άνω αγωγών, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 70.000 ευρώ, δεν έσφαλε στην κρίση του, έσφαλε όμως περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και περί την εκτίμηση των αποδείξεων, που επιδίκασε σε καθένα των εναγόντων της δεύτερης αγωγής, τα ποσά, των 70.000 ευρώ σε καθένα των τριών πρώτων (γονέων και αδελφή του θανόντος) και των 30.000 ευρώ σε καθένα των λοιπών) πεθερών του θανόντος) αντί εκείνων των 20.000, 20.000, 30.000, 5.000 και 5.000 ευρώ, αντίστοιχα, που με την παρούσα απόφαση κρίνονται εύλογα και αντικειμενικά δίκαια, σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας, κατά παραδοχή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμων του τρίτου λόγου της έφεσης του εναγόμενου οδηγού και του τέταρτου λόγου της έφεσης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας και απορριπτομένων, μετά ταύτα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμων των όσων αντίθετων υποστηρίζονται τόσο με τους ίδιους λόγους των δύο εφέσεων κατά το σχετικό σκέλος αναφορικά με τα επιδικασθέντα στη σύζυγο και τέκνα του θανατωθέντος ποσά όσο και με το δεύτερο λόγο της αντέφεσης. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι οι πεθεροί περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος και επιδίκασε στον πεθερό και την πεθερά του άνω θανατωθέντος χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, δεν έσφαλε στην κρίση του και επομένως, ο πέμπτος λόγος της έφεσης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, που υποστηρίζει το αντίθετο, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. ......". Κατόπιν τούτου το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, επιδίκασε για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης : στην ενάγουσα εφεσίβλητη -αντεκκαλούσα σύζυγο του θανόντος (ήδη αναιρεσείουσα στη με αριθμ. καταθ. 9832/2022 αίτηση αναίρεσης και πρώτη αναιρεσίβλητη στη με αριθμό καταθ. 7777/2020 αίτηση αναίρεσης) το ποσό των 70.000 ευρώ, στα τέκνα του θανόντος δεύτερη και τρίτη των εναγόντων -εφεσίβλητων -αντεκκαλούντων και ήδη δεύτερης και τρίτου των αναιρεσίβλητων στη με αριθμ. καταθ. 7777/2020 αίτησης αναίρεσης, το ποσό των 70.000 ευρώ στον καθένα, στους γονείς του θανόντος ενάγοντες-εφεσίβλητους-αντεκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες στη με αριθμ. καταθ. 7858/2022 αίτηση αναίρεσης και αναιρεσίβλητους στη με αριθμ. καταθ. 777/2020 αίτηση αναίρεσης το ποσό των 20.000 ευρώ στον καθένα, στην αδελφή του θανόντος ενάγουσα -εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα στη με αριθμ. 7858/2020 αίτηση αναίρεσης και αναιρεσίβλητη στη με αριθμ. καταθ. 7777/2020 αίτηση αναίρεσης, το ποσό των 30.000 ευρώ και στους πεθερούς του θανόντα ενάγοντες-εφεσίβλητους-αντεκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες στη με αριθμ. καταθ. 7858/2022 αίτηση αναίρεσης και αναιρεσίβλητους στη με αριθμ. καταθ. 777/2020 αίτηση αναίρεσης, το ποσό των 5.000 ευρώ στον καθένα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, καθορίζοντας, δηλαδή, τη χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων-αναιρεσίβλητων στα προαναφερθέντα ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν, ούτε υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καθορίσει στο ως άνω ποσό το ύψος της οφειλόμενης στους αναιρεσείοντες χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του Σ. Β. οδηγού της ζημιογόνου δίκυκλης μοτοσικλέτας, αναφέρεται ρητά στις αποδειχθείσες συνθήκες του ατυχήματος, στην συνυπαιτιότητα τόσο του προαναφερόμενου οδηγού όσο και του θανατωθέντος πεζού συγγενούς των αναιρεσειόντων-αναιρεσίβλητων, ενώ, εξάλλου, στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους της (προσβαλλόμενης) εκτίμησης όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης της αναιρεσείουσας( στη με αριθμ. καταθ. 7777/2020 αίτηση αναίρεσης), όπως και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης των αναιρεσειόντων στην ανωτέρω με αριθμ. καταθ.7858/2022 αίτηση αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε για την προεκτεθείσα αιτία τα παραπάνω ποσά, τα οποία, όμως, είναι, κατά μεν την αναιρεσείουσα στη με αριθμ. καταθ. 7777/2020 αίτηση αναίρεσης , δυσαναλόγως μεγάλα κατά δε τους αναιρεσείοντες στη με αριθμ. 7858/2022 αίτηση αναίρεσης δυσαναλόγως μικρά, σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 928 εδ. β` του ΑΚ, που παρέχει αξίωση αποζημίωσης και σε εκείνον που είχε απέναντι στο θανατωθέντα αξίωση διατροφής από το νόμο συνάγεται ότι η αξίωση αυτή αποτελεί γνήσια αξίωση αποζημίωσης και αποσκοπεί να φέρει τον δικαιούχο της διατροφής στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος να τον διατρέφει (ΑΠ 598/2023,ΑΠ 170/2020, ΑΠ 124/2017, ΑΠ 873/2012, ΑΠ 2331/2009). Έτσι, από άποψη έκτασης η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 1389 επ., 1442 επ., και 1485 επ. του ΑΚ περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στο δικαιούχο της διατροφής. Η απορρέουσα από την ΑΚ 928 εδ β' αξίωση αποζημίωσης έχει άμεση σχέση με την αξίωση διατροφής, διότι τόσο η γένεση του δικαιώματος αποζημίωσης, όσο και το οφειλόμενο ποσό (μέτρο), προσδιορίζονται από τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ για τη διατροφή (ανιόντων-κατιόντων ή συζύγων), που όφειλε το θύμα σ' εκείνον που ζητά αποζημίωση από τον υπεύθυνο για τη θανάτωση του υπόχρεου διατροφής, ενώ στην εν λόγω αξίωση αποζημίωσης δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 1498 ΑΚ και η αποζημίωση οφείλεται από τον χρόνο του θανάτου του υπόχρεου σε διατροφή και όχι από την υπερημερία, η οποία έχει σημασία για την έναρξη των τόκων. Εξάλλου, για να ευρεθεί ένα τέτοιο περιεχόμενο της αποζημίωσης επιβάλλεται να γίνει προσφυγή στις σχετικές διατάξεις του οικογενειακού δικαίου, που ρυθμίζουν, τόσο το ζήτημα της συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες και ειδικότερα στη διατροφή του συζύγου (άρθρα 1389, 1390 ΑΚ), όσο και της διατροφής εκ του νόμου, όπως εκείνη που υποχρεούνται οι γονείς να καταβάλλουν στα ανήλικα και ενήλικα τέκνα τους, δηλαδή των άρθρων 1485, 1486 παρ. 1, 1489 παρ. 2 και 1493 ΑΚ. Ειδικά, για την εξεύρεση του περιεχομένου της αποζημίωσης του επιζώντος συζύγου εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του οικογενειακού δικαίου, που ρυθμίζουν το ζήτημα της συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες και ειδικότερα στην διατροφή του συζύγου (άρθρο 1389 και 1390 ΑΚ), το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών του δικαιούχου, όπως διαμορφώνονται στα πλαίσια της συμβίωσης, και οριοθετούνται από το ύψος των τυχόν εισοδημάτων του και της λοιπής περιουσίας αυτού, σε συσχετισμό προς την περιουσιακή κατάσταση του άλλου συζύγου. Κρίσιμος για τον υπολογισμό της με το ανωτέρω περιεχόμενο αποζημίωσης είναι ο προσδιορισμός των εισοδημάτων του θανατωθέντα κατά τον τελευταίο καιρό πριν από τη θανάτωσή του και της πιθανής εξέλιξης των εισοδημάτων αυτών, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν αυτός ζούσε. Τις "συνθήκες" της οικογενειακής ζωής τις προσδιορίζουν η ηλικία, η υγεία, η μόρφωση, οι ιδιαίτερες κλίσεις, το επάγγελμα, το φύλο, η οικιακή εγκατάσταση, οι κοινωνικές υποχρεώσεις, η εκπαίδευση και ανατροφή των τέκνων κλπ. Ήτοι, στην έννοια του όρου "συνθήκες της οικογένειας" περιλαμβάνονται όλες οι καταστάσεις των συζύγων και των κοινών τέκνων. Περαιτέρω, ο εμμέσως ζημιωθείς λόγω στέρησης της διατροφής οφείλει, κατ` άρθρο 300 του ΑΚ, να λάβει όλα τα δυνατά μέτρα προς αποτροπή ή μείωση της ζημίας.
Συνεπώς, η σύζυγος η οποία κατά την διάρκεια του γάμου ασχολείτο με τα οικιακά, έχει την υποχρέωση να μειώσει την ζημία της από το θάνατο του συζύγου, εργαζόμενη σε εργασία ανάλογη με τις ικανότητές της και την κοινωνική τους θέση. Για το θέμα του καθήκοντος της εκ μέρους της χήρας άσκησης επαγγελματικής απασχόλησης λαμβάνονται υπόψη: η ηλικία, η ικανότητα για προσφορά εργασίας οι βιοτικές εν γένει σχέσεις, η τυχόν ύπαρξη ανήλικων τέκνων, οι γνώσεις η οικονομική κατάσταση και η κοινωνική θέση των συζύγων κατά την διάρκεια του γάμου. Δεν ενδιαφέρει, δε, αν η σύζυγος θα υποχρεούτο έναντι του συζύγου - αν ζούσε - να εργαστεί, γιατί το σχετικό βάρος γεννάται γι` αυτήν, κατ` άρθρο 300 του ΑΚ, με την θανάτωση του συζύγου.
Συνεπώς, εφόσον η χήρα οφείλει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να εργαστεί, τα από την εργασία της πιθανά εισοδήματά της υπολογίζονται κατά τον καθορισμό της μηνιαίας χρηματικής δόσης της αποζημίωσης, αδιάφορο αν η γυναίκα εργάζεται πράγματι, παραλείπει υπαίτια να εργαστεί ή προτιμά άλλη απασχόληση μη αμειβόμενη. Απ` όλα τα προαναφερθέντα προκύπτει, ότι το συντρέχον πταίσμα (ΑΚ 300) αντιτάσσεται από τον εναγόμενο κατά του τρίτου εμμέσως ζημιούμενου (δικαιούχο διατροφής) και ταυτίζεται με τον περιορισμό της έκτασης της ζημίας, στον οποίο είναι υποχρεωμένος να προβεί ο έμμεσα ζημιωθείς, ο σχετικός, δε, ισχυρισμός προβάλλεται από τον εναγόμενο με την μορφή ένστασης (300 ΑΚ, 262 ΚΠολΔ) . Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1485 επ. ΑΚ ρυθμίζεται η υποχρέωση διατροφής μεταξύ ανιόντων και κατιόντων. Ειδικότερα, με την διάταξη του άρθρου 1486 ΑΚ ορίζεται ότι δικαίωμα διατροφής έχει, εκτός από το ανήλικο και το ενήλικο τέκνο, εφ' όσον το τελευταίο δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του. Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη του άρθρου 1493 ΑΚ, το μέτρο της διατροφής (ανάλογη διατροφή) προσδιορίζεται με βάση της ανάγκες του τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για τη συντήρησή του έξοδα, και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης ή την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου. Η κατά τα άνω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους, βαρύνει αυτούς, ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην ανάλογη διατροφή ενός ενηλίκου τέκνου που στερείται επαρκών περιουσιακών προσόντων και δεν έχει ακόμα υποχρέωση να εργασθεί, γιατί έχει την πρόθεση να σπουδάσει, περιλαμβάνεται όχι μόνον η δαπάνη για τροφή, στέγαση και κάθε άλλο απαραίτητο για την επιβίωσή του, αλλά και η δαπάνη για την επαγγελματική του εκπαίδευση, θεωρητική ή τεχνική, οποιασδήποτε βαθμίδας, περιλαμβανόμενης και της πανεπιστημιακής (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 433/2021, ΑΠ 1486/2018, ΑΠ 212/1999). Τέλος, κατά τα άρθρα 298 και 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, η αποζημίωση δε περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Κατά το άρθρο 929 παρ. 1 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, ο,τιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Γι' αυτό, όταν προκύπτει και κάποια ωφέλεια από την εν λόγω αιτία, που τελεί σε αιτιώδη προς αυτήν σύνδεσμο, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Από τη γενική αυτή αρχή του συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους εισάγει εξαίρεση η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 930 ΑΚ. Ειδικότερα, με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 930 ΑΚ, το οποίο αναφέρεται στην κατ` άρθρο 928-929 ΑΚ υποχρέωση αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, ορίζεται ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται εκ του ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Με τη διάταξη αυτή o νομοθέτης για να αποτρέψει την ανεπιεική λύση της απαλλαγής (ολικής ή μερικής) του ζημιώσαντος, εισάγει ειδικά για τις περιπτώσεις υποχρέωσης αποζημίωσης ένεκα θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου των άρθρων 928 και 929 ΑΚ, εξαίρεση, όπως προαναφέρθηκε, από την αρχή του καταλογισμού των ωφελειών ή συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους (ΟλΑΠ 807/1973 ΑΠ 254/2023,ΑΠ 538/2022). Συγκεκριμένα, η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ αποτελεί έκφραση μιας γενικότερης αρχής ότι σε περίπτωση προσβολής της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου με αδικοπραξία, ο υπεύθυνος δεν απαλλάσσεται της αστικής ευθύνης από το ότι τρίτος υποχρεούται από σύμβαση ή από το νόμο σε ορισμένη παροχή προς τον παθόντα ή τους οικείους του. Η παροχή αυτή σκοπό έχει την εξασφάλιση και ανακούφιση του ζημιωθέντος και όχι την απαλλαγή του ζημιώσαντος. Ο παραπάνω σκοπός της διάταξης αυτής επιβάλλει την όσο το δυνατόν ευρεία ερμηνεία αυτής. Σύμφωνα έτσι με την παραπάνω γενική αρχή, η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, παρά το ότι από τη γραμματική διατύπωσή της φαίνεται να αφορά στις περιπτώσεις, που κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που ζημιώθηκε, αυτή εφαρμόζεται σε κάθε παροχή τρίτου, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, είτε στηρίζεται σε σύμβαση, είτε στο νόμο, είτε γίνεται εκουσίως, χωρίς νομική υποχρέωση και αποβλέπει στην άρση ή μείωση των συνεπειών της προσβολής κατά της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου και όχι να ωφελήσει το βλάψαντα, του οποίου αφήνεται άθικτη η υποχρέωση αποζημίωσης. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι "άλλος" με την έννοια του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος, όπως λ.χ. το Δημόσιο, ασφαλιστικοί οργανισμοί, ασφαλιστικές εταιρίες, ιδιώτης, συγγενείς, εργοδότης κ.λ.π. Επομένως, κατ` εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, ο παθών από αδικοπραξία δικαιούται σε σωρευτική απόληψη, πέραν των παροχών τρίτου, και της οφειλομένης από τον αδικοπραγήσαντα αποζημίωσης (ΑΠ 220/2024, ΑΠ 254/2023, ΑΠ 538/2022, ΑΠ 91/2019, ΑΠ 152/2017, ΑΠ 1488/2014, ΑΠ 384/2013, ΑΠ 1111/2012, ΑΠ 3.../2009). Ειδικότερα, η υποχρέωση του τρίτου προς παροχή μπορεί να στηρίζεται και σε σχέση δημοσίου δικαίου, όπως στην περίπτωση που παρέχεται από το Δημόσιο μισθός ή από ασφαλιστικό φορέα σύνταξη σε πρόσωπο, που δεν μπορεί να προσφέρει εργασία λόγω ανικανότητάς του από ατύχημα. Η δυνατότητα αυτή για την απόκτηση, δηλαδή, από τον παθόντα αθροιστικά της αποζημίωσης που του οφείλει αυτός που τον ζημίωσε και της παροχής του τρίτου, δεν υφίσταται, μόνο όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά, όπως συμβαίνει κατά το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, σύμφωνα με το οποίο η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος μεταβιβάζεται από το νόμο στο ΙΚΑ, όταν αυτό κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα κοινωνική ή ασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του (ΑΠ 220/2024, ΑΠ 538/2022,ΑΠ 91/2019, ΑΠ 152/2017, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 116/2010, ΑΠ 598/2009), είτε κατά τη διάταξη του άρθρου ... παρ. 6 του Ν. 3518/2006, η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Α' 272/21-12-2006 και έκτοτε τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με την οποία η διάταξη του άρθρου 18 του Ν. 1656/1964 έχει ανάλογη εφαρμογή και στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελευθέρων επαγγελματιών, ανεξάρτητα απασχολούμενων, καθώς και στον ΟΓΑ (ΑΠ 220/2024, ΑΠ 538/2022, ΑΠ 91/2019, ΑΠ 1111/2012, ΑΠ 3.../2009, ΑΠ 1127/2002).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρ. 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ), ως προς τα πληττόμενα με τους ως άνω αναιρετικούς λόγους κεφάλαια της αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής της συζύγου και των ενηλίκων τέκνων του θανόντα, το χρονικό σημείο από το οποίο οφείλεται αυτή, όπως και το δικαίωμα ή μη του παθόντα από αδικοπραξία σε σωρευτική απόληψη της οφειλόμενης από τον υπόχρεο αποζημίωσης πέραν των παροχών τρίτου, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Περαιτέρω, ο θανών, όπως προαναφέρθηκε, ηλικίας 51 ετών, κατά το χρόνο του θανάτου του, εργαζόταν ως Αρχιπλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού, ενώ ήδη από τις 1.5.2012 εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην εδρεύουσα στον Πειραιά ναυτιλιακή εταιρεία «M. M. S.", αποκομίζοντας από την εργασία αυτή, λόγω της υψηλής θέσης ευθύνης που κατείχε, το ποσό των 10.800 ευρώ μηνιαίως, κατά μέσο όρο, καθαρά συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως αποδοχών του ( δώρα εορτών, επιδόματα αδείας κλπ), όπως προκύπτει, ιδιαίτερα, από το προσκομιζόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα της φορολογικής του δήλωσης και από τη βεβαίωση αποδοχών της άνω εργοδότριας εταιρείας, από τα οποία προκύπτει, επίσης, ότι έχει συνυπολογιστεί και ο φόρος εισοδήματος που αναλογεί, ο δε μέσος όρος προκύπτει απλά από τη διαίρεση των συνολικών ετήσιων αποδοχών του δια των 12 μηνών του έτους. Ήταν υγιής και είχε επιφορτισθεί όλα τα έξοδα της διατροφής της οικογένειάς του, η οποία διέμενε κατά το χρόνο του θανάτου του και εξακολουθεί να διαμένει σε ιδιόκτητη οικία 151 τ.μ. στον Άγιο Δημήτριο Αττικής. Ο θανών είχε επίσης ο ίδιος στην κυριότητά του α) μία μεζονέτα 246 τ.μ. στην Αράχοβα Βοιωτίας, την οποία η οικογένεια χρησιμοποιούσε ως εξοχική δευτερεύουσα κατοικία, β) ένα σκάφος αναψυχής δέκα (10) μέτρων, γ) ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο τύπου Jeep μάρκας ML Mercedes 350 και δ) ένα, ακόμη, ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας Mercedes τύπου Α 160, το οποίο χρησιμοποιούσε η πρώτη ενάγουσα σύζυγός του . Η τελευταία διαθέτει ένα έτερο αυτοκίνητο μάρκας Mercedes τύπου C 180, το οποίο χρησιμοποιεί ο τρίτος των εναγόντων-τέκνο του θανόντος. Όλα τα ανωτέρω συνάγονται από τις προσκομισθείσες εκ μέρους των εναγόντων τη πρώτης αγωγής φορολογικές δηλώσεις και τα έντυπα Ε9 της οικείας ΔΟΥ. Οι οικογενειακές ανάγκες των εναγόντων είχαν διαμορφωθεί στο ποσό των 6.000 ευρώ μηνιαίως, λόγω της σχετικά πολυτελούς ζωής που μπορούσε να τους παράσχει ο υψηλόμισθος σύζυγος και πατέρας τους. Η πρώτη ενάγουσα εργάστηκε περιστασιακά τα τελευταία έτη του γάμου της παρασκευάζοντας και παρουσιάζοντας εδέσματα (αλμυρά και γλυκά) σε εκπομπές μαγειρικής στην τηλεόραση, προσφέροντας τις υπηρεσίες της και για φιλανθρωπικούς σκοπούς, αποκομίζοντας μικρά εισοδήματα εκ της δραστηριότητάς της αυτής με αποτέλεσμα να συμβάλει τα τελευταία έτη στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών με το περιορισμένο ποσό των 150 ευρώ μηνιαίως, οι προσωπικές της δε υπηρεσίες στο συζυγικό οίκο (φροντίδα και καθαριότητα οικίας, πλύσιμο ρούχων, παρασκευή φαγητού, προμήθεια τροφίμων κλπ), αποτιμώνται στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως. Δυνάμει της υπ'αριθμ..../215 απόφασης του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (ΝΑΤ), στο οποίο ήταν ασφαλισμένος ο θανατωθείς ( και όχι στο ΙΚΑ, όπως εντελώς αβάσιμα επικαλείται η εκκαλούσα- εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία), εισέπραξε μηνιαία κύρια σύνταξη 1.386,2 ευρώ από 1.3.2015 και εντεύθεν, ήτοι από τον επόμενο μήνα του θανάτου του συζύγου της, καθώς και επικουρική σύνταξη 383,36 ευρώ. Ήδη η σύνταξη αυτή μετά το έτος 2016, διαμορφώθηκε στο ποσό των 1129,08 ευρώ, ενώ η επικουρική διαμορφώθηκε στο ποσό 229,10 ευρώ και, μετά από αναδρομική παρακράτηση μηνιαίου ποσού 50 ευρώ, εισπράττει πλέον μηνιαίως το ποσό των 150,54 ευρώ από το ΕΤΕ-ΚΕΑΝ συνταξιοδ. και το ποσό των 964,93 ευρώ από το ΝΑΤ συνταξιούχων, ήτοι συνολικά το ποσό των 1.115,... ευρώ. Από την περιστασιακή εργασία της, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι αποκομίζει σήμερα οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ενώ λόγω της ηλικίας της (48 ετών κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της) είναι δύσκολο να εξεύρει άμεσα κατάλληλη και οικονομικώς αποδοτική εργασία. Με βάση τα ανωτέρω και το γεγονός ότι η συνεισφορά του συζύγου της στην κάλυψη και αντιμετώπιση των οικογενειακών τους αναγκών ήταν, προδήλως, πολύ μεγαλύτερη, η πρώτη ενάγουσα από το συσχετισμό των ως άνω δυνάμεών τους είχε πράγματι δικαίωμα διατροφής έναντι του θανατωθέντος συζύγου της και οι προϋποθέσεις προς τούτο εξακολουθούσαν να υπάρχουν κατά την πρώτη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ενόψει των ανωτέρω, η νόμιμη διατροφή που θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς, αν ζούσε, στη δικαιούχο σύζυγό του , για την κάλυψη των διατροφικών της αναγκών, ανέρχεται στο ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως για το επίδικο χρονικό διάστημα (όπως αυτό περιορίστηκε κατά τα προεκτεθέντα), και όχι σε εκείνο των 3.500 ευρώ μηνιαίως, όπως εσφαλμένα έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη οριστική απόφαση, καθορίζοντας το εν λόγω ποσό με βάση την επικαλούμενη πολυτελή διαβίωση της ενάγουσας συζύγου, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην άνω μείζονα σκέψη, ο υπόχρεος οφείλει αποκατάσταση της νόμιμης διατροφής και όχι εκείνης που παρεχόταν από ελευθεριότητα στο δικαιούχο. Το άνω ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο δικαιούται η ενάγουσα σύζυγος ως αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής, πρέπει να μειωθεί κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος και να διαμορφωθεί σε 1400 ευρώ [2.000-(2.000 X 30 %=600]. Το ποσό δε αυτό της αποζημίωσης δικαιούται η ενάγουσα να εισπράξει σωρευτικά με την απονεμηθείσα σ' αυτήν μηνιαία σύνταξη από το ΝΑΤ, κατ' άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ, διότι αποκλείεται ο συνυπολογισμός των εν λόγω παροχών στη ζημία και η αντίστοιχη μείωση της υποχρέωσης του ζημιώσαντος, όπως εσφαλμένα κρίθηκε με την εκκαλουμένη, καθώς η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960 (ΦΕΚ 1... Α'), όπως αντικ/κε με την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ν. 4...6/1965 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 του ν, 1654/1986, η οποία προβλέπει ότι το ΙΚΑ υποκαθίσταται εκ του νόμου στην αξίωση αποζημιώσεως του ασφαλισμένου του εναντίον τρίτου για ζημίες που υπέστη, μεταξύ άλλων, λόγω ασθένειας ή αναπηρίας, κατά το ποσό που αυτό οφείλει, με βάση την περί κοινωνικής ασφαλίσεως νομοθεσία, να καλύψει την εν λόγω ζημία, εφαρμόζεται αναλογικώς, δυνάμει του άρθρου ... παρ. 6 του ν. 3518/2006 (ΦΕΚ Α' 272/21.12.2006), και στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελεύθερων επαγγελματιών, ανεξάρτητα απασχολουμένων και στον ΟΓΑ, αλλά όχι και στο ΝΑΤ, εφόσον ο νομοθέτης δεν ορίζει διαφορετικά, με αποτέλεσμα για τους ασφαλισμένους στο ΝΑΤ να παραμένει σε ισχύ ο κανόνας της σωρευτικής απόληψης της αποζημίωσης, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ......Επομένως, η πρώτη ενάγουσα σύζυγος δικαιούται το ποσό των 1.400 ευρώ μηνιαίως ως αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής της από το θανατωθέντα, για το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως αυτό περιορίστηκε κατά τα προεκτεθέντα, ήτοι από 24.2.2017, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, η αποζημίωση οφείλεται από το χρόνο του θανάτου του υπόχρεου σε διατροφή και όχι από την υπερημερία με την επίδοση της αγωγής, όπως εσφαλμένα κρίθηκε με την εκκαλούμενη, και κατά το οποίο, βεβαίως, διάστημα ο σύζυγός της, σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ζούσε, θα εξακολουθούσε να εργάζεται ασκώντας το ίδιο επάγγελμα, θα αποκέρδαινε το ίδιο ποσό και θα συνέχιζε να διατρέφει τη σύζυγό του. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του έκρινε ότι η ενάγουσα σύζυγος δικαιούται ως αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής της το ποσό των 1.669,171 ευρώ, μετ' αφαίρεση από το προσδιορισθέν ποσό της δικαιούμενης από την εν λόγω αιτία αποζημίωση, του ποσού που έλαβε ως σύνταξη από το ΝΑΤ, και επιδίκασε το ποσό της αποζημίωσης, όχι από το χρόνο του θανάτου του συζύγου της, αλλά για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αίτημα περί καταβολής διατροφής από την ημέρα του θανάτου του συζύγου της με την αιτιολογία ότι διατροφή για το παρελθόν δεν οφείλεται παρά μόνο με την υπερημερία, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά παραδοχή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμων των τέταρτου λόγου της έφεσης του εναγόμενου οδηγού και του έκτου λόγου της έφεσης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας αναφορικά με το ύψος της επιδικασθείσας πρωτοδίκως αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής της πρώτης ενάγουσας, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων με το σχετικό σκέλος του τρίτου λόγου αντέφεσης, αλλά κατά παραδοχή ως κατ'ουσίαν βάσιμου του τρίτου λόγου της αντέφεσης κατά τα σκέλη του, με τα οποία αποδίδονται στην εκκαλουμένη οι επιμέρους αναφερθείσες πλημμέλειες ως προς τη δυνατότητα σωρευτικής απόληψης της αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής και του χρόνου από τον οποίο οφείλεται η αποζημίωση αυτή στη δικαιούχο. Περαιτέρω, τα τέκνα του θανόντος, δεύτερη και τρίτος των εναγόντων της πρώτης ως άνω αγωγής, είχαν, κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα τους, δικαίωμα διατροφής έναντι αυτού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην άνω μείζονα σκέψη......
Εν προκειμένω, η δεύτερη των εναγόντων, ενήλικη θυγατέρα του θανόντος, γεννηθείσα το έτος 1988, δεν εργαζόταν κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα της, δεν έχει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και διατρεφόταν πριν από το ατύχημα αποκλειστικά από αυτόν. Ήταν, κατά τον ίδιο χρόνο, μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο ... (master στην Αρχιτεκτονική) έχοντας λάβει και το πρώτο πτυχίο της από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου ..., και τα έξοδα συντήρησής της [διατροφή, διαμονή της σε μισθωμένη κατοικία στο Λονδίνο, εν γένει έξοδα διαβίωσης, ψυχαγωγία και μετακινήσεις], με βάση τις συνθήκες της ζωής πριν από το θάνατο του πατέρα της είχαν διαμορφωθεί στο ποσό των 1.800 ευρώ μηνιαίως, από το οποίο μέρος αυτού ύψους 1600 ευρώ καλυπτόταν από τα εισοδήματα του πατέρα της και η μητέρα της πρώτη ενάγουσα συνεισέφερε με τις προσωπικές της υπηρεσίες στο υπόλοιπο ποσό των 200 ευρώ. Ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές της τον Ιανουάριο του 2016 και έκτοτε εργάζεται. Ο τρίτος ενάγων, ενήλικος υιός του θανόντος, γεννηθείς το έτος 1993, σπούδαζε στα Τ.Ε.Ι της Λαμίας στο Τμήμα Πληροφορικής και Τεχνολογίας Υπολογιστών, στο 8° εξάμηνο και λόγω των αναγκών της εκπαίδευσής του αδυνατούσε να εργαστεί και να αντιμετωπίσει μόνος του τις διατροφικές ανάγκες του. Οι μηνιαίες δαπάνες του για τη μίσθωση κατοικίας στη Λαμία και την κάλυψη των εν γένει διατροφικών και εκπαιδευτικών αναγκών του με βάση το επίπεδο ζωής που είχε προ του θανάτου του πατέρα του είχαν διαμορφωθεί στο ποσό των 1200 ευρώ ( συμπεριλαμβανομένης και της δαπάνης μίσθωσης οικίας ποσού 250 ευρώ και των σχετικών δαπανών για τη συντήρησή της υπέρ τρίτων), το οποίο κάλυπτε ο πατέρας του, ως προαναφέρθηκε, με βάση τα εισοδήματά του σε σχέση με τα εισοδήματα της μητέρας του, κατά το ποσό των 1000 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό των 200 ευρώ η πρώτη ενάγουσα μητέρα του με τις προσωπικές φροντίδες της, όταν τον επισκεπτόταν στην οικία του στη Λαμία και κατά το χρόνο που ο υιός της παρέμενε στην οικογενειακή τους οικία. Λόγω του θανάτου του πατέρα του, δυνάμει της υπ' αριθ. 2212/118087/166/2015 απόφασης του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου, ο τρίτος ενάγων εισέπραττε μηνιαίως μέχρι το έτος 2016 το ποσό των 297,03 ευρώ ως κύρια σύνταξη και ήδη κατόπιν μειώσεως εισπράττει μηνιαίως το ποσό των 259,68 ευρώ ως κύρια σύνταξη και ως επικουρική το ποσό των 79,18 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 338,86 ευρώ. Επομένως, η δεύτερη και ο τρίτος των εναγόντων δικαιούνται ως αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής από τον θανατωθέντα, α) η δεύτερη το ποσό των 1.600 ευρώ, μηνιαίως μειωμένο όμως κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος (30 %), ήτοι ποσό 1.120 ευρώ [1.600-(1.600 X 30 %=) 480)], για το χρονικό διάστημα από το θάνατο του πατέρα της (24.2.2015), και όχι από την επίδοση της αγωγής, όπως εσφαλμένα κατά τα προαναφερθέντα, κρίθηκε με την εκκαλουμένη, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού σκέλους του τρίτου λόγου αντέφεσης, μέχρι τις 24.1.2016 και β) ο τρίτος ενάγων το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως , το οποίο πρέπει , επίσης, να μειωθεί κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος (30 %), και να διαμορφωθεί σε 700 ευρώ [1.000-(1.000Χ 30 %=) 300], για το χρονικό διάστημα από το θάνατο του πατέρα του (24.2.2015) και όχι από την επίδοση της αγωγής, όπως εσφαλμένα κατά τα προαναφερθέντα, κρίθηκε με την εκκαλουμένη, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού σκέλους του τρίτου λόγου αντέφεσης , μέχρι και τις 24.6.2016, το οποίο ποσό δικαιούται ο ενάγων υιός να εισπράξει σωρευτικά με την απονεμηθείσα σ' αυτόν μηνιαία σύνταξη από το ΝΑΤ, κατ' άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ, κατά τα προαναφερθέντα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του έκρινε ότι η δεύτερη ενάγουσα θυγατέρα δικαιούται ως αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής της το ποσό των 1.120 ευρώ ορθώς έκρινε απορριπτομένων, μετά ταύτα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμων του 5ου λόγου , κατά το πρώτο σκέλος του, της έφεσης του εναγόμενου οδηγού και του 7ου λόγου, κατά το πρώτο σκέλος του, της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας. Έσφαλε όμως , που έκρινε ότι ο τρίτος ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής του από το θανατωθέντα πατέρα του το ποσό των 462,798 ευρώ, μετ' αφαίρεση από το προσδιορισθέν ποσό της δικαιούμενης από την εν λόγω αιτία αποζημίωσης, του ποσού που έλαβε ως σύνταξη από το ΝΑΤ, καθώς εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά παραδοχή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμου του τρίτου λόγου της αντέφεσης κατά τα σχετικά σκέλη του, με τα οποία αποδίδονται στην εκκαλούμενη οι επιμέρους αναφερθείσες πλημμέλειες αναφορικά με τη δυνατότητα σωρευτικής απόληψης της αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής και το χρόνο από τον οποίο οφείλεται η αποζημίωση αυτή στο δικαιούχο, ενώ πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι ο 5ος λόγος της έφεσης του εναγομένου οδηγού και ο 7ος λόγος της έφεσης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας , κατά τα σχετικά σκέλη τους, που υποστηρίζουν τα αντίθετα αναφορικά με τη δικαιούμενη από τους 2η και 3° των εναγόντων της πρώτης των άνω αγωγών, αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής τους από το θανατωθέντα πατέρα τους....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, καθόρισε το ύψος της αποζημίωσης λόγω στέρησης της διατροφής από τον θανόντα υπόχρεο, για μεν την πρώτη ενάγουσα Κ. χήρα Κ. Μ. στο ποσό των 1400 ευρώ μηνιαίως από το χρόνο θανάτου ήτοι 24-2-2015 έως 24-2-2027, για δε τα ενήλικα τέκνα στην μεν δεύτερη ενάγουσα Π. Μ. το ποσό των 1120 ευρώ μηναία από το χρόνο θανάτου του πατέρα της 24-2-2015 μέχρι 24-1-2016 και για τον τρίτο ενάγοντα Ν. Μ. στο ύψος των 700 ευρώ από το χρόνο θανάτου του πατέρα του μέχρι 24-6-2016. Η αναιρεσείουσα της με αριθμ. καταθ.7777/2020 αίτησης αναίρεσης με τους πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα: Α) με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης , κατ ορθή εκτίμηση αυτού 1) προσάπτει την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 εδ.α. και 19, αλλά αληθώς από τον αριθμό 1 εδ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ α) με την αιτίαση της ευθείας παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 930 παρ. 3 , 51, 53 παρ. 1 εδ. ΣΤ του ν. ...7/2016 καθώς το Εφετείο ι) εσφαλμένα έκρινε ότι η σύζυγος και ο υιός του θανόντα, που λαμβάνουν σύνταξη από το ΝΑΤ, δικαιούνται τα αναφερόμενα ποσά διατροφής σωρευτικά, ιι) επιδίκασε το ποσό διατροφής που δικαιούται η σύζυγος από το χρόνο θανάτου του συζύγου της και όχι από το χρόνο επίδοσης της αγωγής, β) με την αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των άρθρων 928 εδ.β, 1389,1442, και 1485, 300 ΑΚ, διότι το Εφετείο κρίνοντας ότι δεν προκύπτει ότι η τελευταία αποκομίζει σήμερα οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, όπως και ότι λόγω της ηλικίας της (48 ετών κατά το χρόνο θανάτου του συζύγου της ) είναι δύσκολο η τελευταία να εξεύρει άμεσα κατάλληλη και οικονομικώς αποδοτική εργασία, δεν απέβλεψε σε νόμιμα κριτήρια και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του ότι η σύζυγος του θανόντα ι) έχει την υποχρέωση να μειώσει τη ζημία της εργαζόμενη σε εργασία ανάλογη με τις ικανότητές της και, εφόσον δεν εργάζεται ή παραλείπει υπαίτια να εργαστεί τα από την εργασία της, τα πιθανά εισοδήματα πρέπει να υπολογισθούν κατά τον καθορισμό της οφειλόμενης σ'αυτην διατροφής, ιι) δύναται να διατραφεί από τη ρευστοποίηση μέρους της κληρονομηθείσας από το σύζυγό της σημαντικότατης περιουσίας, 2) προσάπτει τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ.α, β και 19, αλλά αληθώς από τον αριθμό 1 εδ. α και β του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι κατ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων 928 εδ.β, 1389,1390 ΑΚ και χωρίς να λάβει υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας επιδίκασε στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη σύζυγο του θανόντος το ποσό των 1669,71 ευρώ μηνιαίως ως αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής, καθορίζοντας τις διατροφικές της ανάγκες με βάση τον πολυτελή τρόπο ζωής, τον οποίο αυτή διήγε μετά του συζύγου της και όχι με βάση τις πραγματικές διατροφικές της ανάγκες. Περαιτέρω, Β) με τον έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτει τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ.α,β και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων 928 εδ.β, 1389 επ. 1442,1485 και 1504 ΑΚ και με ανεπαρκείς αιτιολογίες επιδίκασε στους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσίβλητων ενήλικων τέκνων του θανόντος τα ποσά των 1129 ευρώ και 700 ευρώ, αντίστοιχα. Ειδικότερα, ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι υποχρεούται να αποζημιώσει την θυγατέρα του θανόντα και πέραν του 27ου έτους της ηλικίας της, ενώ ουδόλως απέβλεψε στη δυνατότητα των ενηλίκων τέκνων του θανόντα να ρευστοποιήσουν μέρος της κληρονομηθείσας περιουσίας του τελευταίου. Σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, αβάσιμα κατά το νόμο η αναιρεσείουσα (της με αριθμ. εκθ. καταθ. 7777/2020 αίτησης αναίρεσης) μέμφεται με τον προπαρατεθέντα πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης την εφετειακή απόφαση για το ότι επιδίκασε αθροιστικά στη σύζυγο και τον ενήλικο υιό του θανόντα (ήδη πρώτη και τρίτο των αναιρεσίβλητων) θανόντα αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής, χωρίς να αφαιρέσει το ποσό της σύνταξης που δικαιούνται από το ΝΑΤ που εντάχθηκε στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), για τον οποίο ο νομοθέτης δεν ορίζει διαφορετικά σχετικά με την κατά την διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ δυνατότητα απόκτησης από τον παθόντα αθροιστικά της αποζημίωσης που του οφείλει αυτός που τον ζημίωσε και της παροχής τρίτου.
Συνεπώς, το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε την διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, και επίσης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ορθά επιδίκασε τα ποσά διατροφής από το χρόνο θανάτου του συζύγου και πατέρα των δικαιούχων και όχι από τον χρόνο επίδοσης της αγωγής. Συνακόλουθα, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά τα ως άνω υπο στοιχ. Α1(ι,ιι) σκέλη του κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος ( πέμπτος) κατά τα ως άνω υπο στοιχ. Α2 (i,ii) σκέλη του κρίνεται απορριπτέος ως εξής : Οι αιτιάσεις σύμφωνα με τις οποίες κατά την επιδίκαση στην πρώτη αναιρεσίβλητη αποζημίωσης για τη στέρηση διατροφής, που λάμβανε από τον θανόντα σύζυγό της, έπρεπε να ληφθεί υπόψη ότι η τελευταία έχει την υποχρέωση να μειώσει τη ζημία της ρευστοποιώντας μέρος της περιουσίας που κληρονόμησε από τον θανόντα σύζυγό της και εργαζόμενη σε εργασία ανάλογη με τις ικανότητές της και, εφόσον δεν εργάζεται ή παραλείπει υπαίτια να εργαστεί, τα από την εργασία της πιθανά εισοδήματα πρέπει να υπολογισθούν κατά τον καθορισμό της οφειλόμενης διατροφής, θα μπορούσαν να συνδυασθούν μόνο με την προβολή στο ουσιαστικό Δικαστήριο εκ μέρους της αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας αντίστοιχου ισχυρισμού από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ. Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι παρόμοιος ισχυρισμός προβλήθηκε εκ μέρους της αναιρεσείουσας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε προσηκόντως και στο Εφετείο, ενώ και από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός και για το λόγο αυτό ο ίδιος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ακολούθως, απορριπτέα ως αβάσιμη κρίνεται και η εκ του ιδίου (πέμπτου) λόγου αιτίαση, όπως και ο έκτος λόγος της ως άνω αναίρεσης, ότι το Εφετείο κατ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων 928 εδ.β, 1389,1390,1442,1485 και 1504 ΑΚ και χωρίς να λάβει υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας και με ελλιπείς αιτιολογίες επιδίκασε στην πρώτη ενάγουσα σύζυγο του θανόντος το ποσό των 1669,71 ευρώ μηνιαίως και στα ενήλικα τέκνα του τα ποσά των 1129 και 700 ευρώ, αντίστοιχα. Ειδικότερα, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι : 1) ότι ο αποβιώσας, ηλικίας 51 ετών κατά τον χρόνο θανάτου του, εργαζόταν, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ως Αρχιπλοίαρχος Εμπορικού Ναυτικού, σε ναυτιλιακή εταιρεία, 2) ότι οι πρόσοδοί του από την εργασία αυτή, ανερχόντουσαν στο ύψος των 10.800 ευρώ μηνιαία, 3) ότι η συνεισφορά της, ηλικίας 48 ετών, πρώτης αναιρεσίβλητης συζύγου του στον συζυγικό οίκο ήταν το ύψους 150 ευρώ κατά μήνα εισόδημα από την περιστασιακή εργασία της, όπως και η προσωπική της υπηρεσία στο συζυγικό οίκο, η οποία αποτιμήθηκε στο ποσό των 500,00 ευρώ κατά μήνα, 4) ότι η δεύτερη και τρίτος των αναιρεσίβλητων δεν διαθέτουν εισοδήματα και αδυνατούν να εργαστούν μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2016 η πρώτη και την 24-6-2016 ο δεύτερος, 5) ότι οι οικογενειακές ανάγκες των εναγόντων είχαν διαμορφωθεί στο ποσό των 6.000 ευρώ μηνιαίως λόγω της σχετικά πολυτελούς ζωής, που μπορούσε να τους παράσχει ο υψηλόμισθος σύζυγος και πατέρας τους, 6) ότι ο θανατωθείς θα διέθετε μηνιαίως εάν θα ζούσε, με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και το συσχετισμό των δυνάμεων 2000 ευρώ ατομικά για την πρώτη αναιρεσίβλητη σύζυγό του και 1600 και 1000 ευρώ για τα δυο ενήλικα τέκνα του ήτοι δεύτερη και τρίτο των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, ε) τη μείωση των ως άνω ποσών κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του θανόντα στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του (30%), πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της ανάλογης, υπό συνθήκες εγγάμου βίου, αξίωσης διατροφής των αναιρεσίβλητων και της αντίστοιχης αξίωσής τους για αποζημίωση, μετά τη θανάτωση του συζύγου και πατέρα τους και δικαιολογούν την παραδοχή κατά ένα μέρος της αγωγής των αναιρεσίβλητων. Περαιτέρω, αναφορικά με τις αιτιάσεις περί παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας κρίνονται απορριπτέες λόγω αοριστίας. Διότι, δεν αναφέρονται α)τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινής λογικής, που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και γ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας ,που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Επομένως, απορριπτέοι κρίνονται οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, πέραν του ότι η αιτίαση του έκτου λόγου ότι, για την επιδίκαση της διατροφής της δεύτερης και τρίτου των αναιρεσίβλητων- ενήλικων τέκνων του θανόντος δεν ελήφθη υπόψη η δυνατότητα ρευστοποίησης της κληρονομιαίας περιουσίας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Ωσαύτως, απορριπτέος ως απαράδεκτος κρίνεται και ο μοναδικός λόγος της με αριθμ. καταθ. 9832/2022 αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ.α,β και 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις 928 εδ.β, 1389,1390 ΑΚ, δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας και διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, ότι επιδίκασε στην πρώτη ενάγουσα- σύζυγο του θανόντα το ποσό των 1669,71 ευρώ μηνιαίως ως αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής, διαλαμβάνοντας ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο καθόρισε το οφειλόμενο στην πρώτη ενάγουσα ποσό για στέρηση διατροφής "με βάση την επικαλούμενη πολυτελή διαβίωση της ενάγουσας συζύγου". Πλην όμως, με τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, ούτε διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες κατά την διατύπωση του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, το οποίο εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια, ενώ η πλεοναστική κρίση ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε με βάση την επικαλούμενη πολυτελή διαβίωση της ενάγουσας συζύγου δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 εδ.α και 19 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά το σκέλος του λόγου αυτού, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις περί παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποία διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμοποιήθηκαν με τρόπο που δεν συνάδει με τις αρχές της λογικής, κατά την υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν, στις διατάξεις των άρθρων 928 εδ.β, 1389,1390 ΑΚ. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 176 του ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η τυχόν παραβίασή της ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας, της πιο πάνω διάταξης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος εκ του ότι στην επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, η δικηγορική αμοιβή υπολογίστηκε σε ύψος μεγαλύτερο του κατωτέρω ορίου του Κώδικα Δικηγόρων. Ούτε έχει ανάγκη αιτιολόγησης η σχετική δικανική κρίση (ΑΠ 909/2024, ΑΠ 652/2022, ΑΠ 915/2020, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ ...6/2017, ΑΠ 678/2016). Η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου, κατά το άρθρο 178 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ή ο συμψηφισμός τους εν όλω ή εν μέρει, κατά το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου, που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, καθώς αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), εφόσον βεβαιώνεται στην απόφαση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων. Επομένως, ο λόγος που βασίζεται στην αιτίαση, ότι το επιδικασθέν ποσό είναι υπερβολικό, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1492/2022, ΑΠ 652/2022, ΑΠ 453/2020, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 192/2016). Εδώ, η αναιρεσείουσα, στη με αριθμ. καταθ. 7777/2020 αναίρεσης με τον όγδοο αναιρετικό λόγο, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ της παραβίασης των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 176 - 181 ΚΠολΔ και του ν. 3913/2011, διότι επιδίκασε στους ενάγοντες της από 29-5-2015 αγωγής( ήδη πρώτο, δεύτερη και τρίτο των αναιρεσίβλητων ) και στους ενάγοντες της από 4-6-2015 αγωγής ( ήδη τέταρτο, πέμπτη, έκτο, έβδομη και όγδοη των αναιρεσίβλητων ) τα υπερβολικά ποσά των 9.000 ευρώ και 2.600 ευρώ, αντίστοιχα, παρά το ότι οι αντίδικοί της δεν προσκόμισαν οποιοδήποτε έγγραφο στοιχείο σύμφωνα με όσα ορίζει ο νόμος 3913/2011 και ενώ έπρεπε να συμψηφιστεί η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη. Αυτά, όμως, απαράδεκτα προβάλλονται, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως προς όλους τους λόγους τους οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στη κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει τη παραδοχή της αναίρεσης (ΑΠ 228/2024, ΑΠ 1575/2023, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 698/2021). Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα, με το αναιρετήριο με αριθμ. εκθ. καταθ. 7777/2020, ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στη κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, ζητεί να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι σε επιστροφή των ποσών, που αναλυτικά αναφέρονται και τα οποία τους έχει καταβάλει σε εκούσια εκτέλεση της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης. Όμως, η αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων είναι άνευ αντικειμένου, αφού, κατά τα ανωτέρω, η ως άνω αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή των καταβληθέντων από τους αναιρεσείοντες παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αντίστοιχων παραστάντων αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 ΚΠολΔ) για κάθε ομάδα αναιρεσίβλητων κάθε αίτησης

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Συνεκδικάζει τις με γεν. αρ. καταθ. 7777/13-10-2020, 7858/14-10-2022 και 9832/9-12-2022 αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. .../ 9-4-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε κατ'αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης αυτού -
Απορρίπτει αυτές.
-Διατάσσει την εισαγωγή των καταβληθέντων από τους αναιρεσείοντες παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
-
Απορρίπτει την με γεν. αρ. κατ. 7777/13.10.20 αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στη προηγούμενη κατάσταση. -
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αντίστοιχων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε ομάδα αναιρεσίβλητων κάθε αίτησης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

https://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=EZL7O9J296YKOL9DE4LS3BH3LXMXFN&apof=601_2025&info=%D0%CF%CB%C9%D4%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C4 

Δεν υπάρχουν σχόλια: