|
ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ, ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ, ΣΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ, ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ[1] |
v Λόγοι αποκλεισμού, εξαίρεσης και αποχής των εν στενή εννοία δικαστικών προσώπων, υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ
ΕΔΔΑ απόφαση της 23ης.04.2024, Sacharuk κατά Λιθουανίας, ΠοινΔικ 2024, 608
Περίληψη: Συμμετοχή δικαστή σε περισσότερα στάδια κρίσης της ίδιας υπόθεσης. Ο προσφεύγων διαμαρτυρήθηκε, καθώς στην εκδίκαση της αναίρεσης που απορρίφθηκε συμμετείχε δικαστής που μετείχε στη σύνθεση που ακύρωσε την αρχική αθωωτική απόφαση, έχοντας μάλιστα τον ρόλο του εισηγητή, παρότι ζήτησε την εξαίρεσή του. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6§1 ΕΣΔΑ θεωρώντας εύλογους τους φόβους του προσφεύγοντος για έλλειψη αμεροληψίας του ανωτέρω δικαστή. Το ΕΔΔΑ προσεγγίζει την αμεροληψία υπό δύο οπτικές: μια αντικειμενική και μια υποκειμενική. Εξετάζεται κατ’ αρχάς η προσωπική πεποίθηση και συμπεριφορά ενός συγκεκριμένου δικαστή (υποκειμενικό κριτήριο). Η διάσταση αυτή, η προσωπική δηλαδή αμεροληψία του δικαστή, τεκμαίρεται έως ότου αποδειχθεί το αντίθετο. Το αντικειμενικό κριτήριο, αφορά το ίδιο το δικαστήριο και εξετάζεται εάν η σύνθεσή του, παρέχει επαρκείς εγγυήσεις, ώστε να αποκλείεται κάθε εύλογη αμφιβολία ως προς την αμεροληψία του. Η εκ νέου συμμετοχή δικαστή στην κρίση σε επίπεδο Ανωτάτου Δικαστηρίου της ίδια υπόθεσης δεν συνεπάγεται αυτομάτως παραβίαση του άρθρου 6§1 ΕΣΔΑ. Το ίδιο ισχύει γενικότερα σε περιπτώσεις που ο δικαστής συμμετέχει σε περισσότερα, ακόμα και διαφορετικά, στάδια κρίσης της ίδιας υπόθεσης, που δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι αυτομάτως εγείρονται αντικειμενικά δικαιολογημένοι φόβοι σχετικά με την αμεροληψία του. Σχετικά με την αμεροληψία υπό την αντικειμενική της οπτική, βαρύνουσα σημασία έχει η φύση της κρίσης, η οποία δεν θα πρέπει να συνιστά πρόκριμα ενοχής.
- ΕΔΔΑ απόφαση της 6ης.10.2020, Mikhail Mironov κατά Ρωσίας ΝοΒ 2021, 196
Περίληψη: Δικαστής δίκασε υπόθεση των ίδιων διαδίκων για τα ίδια πραγματικά περιστατικά τρεις φορές. Ο ίδιος δικαστής απέρριψε και την αίτηση εξαίρεσης που υπεβλήθη σε βάρος του στην αστική διαδικασία και έκανε δεκτή την αγωγή σε βάρος του προσφεύγοντος. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση, όπου υπήρχαν περιστάσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αμεροληψία του δικαστή, δεν ήταν σκόπιμο ο ίδιος ο δικαστής να αποφασίσει σχετικά με το αίτημα εξαίρεσης εναντίον του.
- ΕΔΔΑ απόφαση της 27ης.06.2017, Ramljak κατά Κροατίας ΝοΒ 2018, 767
Περίληψη: Το Δικαστήριο δεν ήταν αμερόληπτο λόγω της ύπαρξης στενών οικογενειακών δεσμών μεταξύ του Προέδρου του Εφετείου που ήταν πατέρας ενός ασκούμενου δικηγόρου, ο οποίος είχε προσληφθεί από τη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπούσε τους αντιδίκους εναντίον της προσφεύγουσας (Ramljak). Μάλιστα το ΕΔΔΑ τόνισε την ιδιαίτερη σημασία που έχει το φαίνεσθαι (appearance) στην προκειμένη περίπτωση, διότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να αποδίδεται αλλά οι πολίτες πρέπει να θεωρούν ότι πράγματι αποδόθηκε, καθόσον ο ως άνω δικαστής ήταν πρόεδρος της τριμελούς συνθέσεως που δέχτηκε την έφεση κατά της προσφεύγουσας.
- ΕΔΔΑ απόφαση της 9ης.01.2018, Nicholas κατά Κύπρου ΝοΒ 2019, 1346
Περίληψη: Συμμετοχή ενός δικαστή στη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστηρίου, ο γιος του οποίου ήταν παντρεμένος με την κόρη του διευθύνοντος εταίρου της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπούσε την αντίδικο του προσφεύγοντος, ενώ το ζευγάρι είχε εργαστεί σε αυτό το δικηγορικό γραφείο. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η ύπαρξη δεσμών αίματος ανάμεσα σε ένα δικαστή και ένα εργαζόμενο δικηγορικής εταιρείας δεν συνιστά από μόνη της επαρκή λόγο αποκλεισμού του δικαστή, αλλά συνιστά μια κατάσταση που θα μπορούσε να προκαλέσει αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του δικαστή. Το αν οι επιφυλάξεις αυτές δικαιολογούνται αντικειμενικά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Οι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη σχετίζονται με την ανάμιξη του συγγενή του δικαστή στην εν λόγω υπόθεση, με τη θέση του συγγενή στη δικηγορική εταιρεία, το μέγεθος της εταιρείας, την εσωτερική οργανωτική δομή της, την οικονομική σημασία της υπόθεσης για την εταιρεία και το δυνητικό οικονομικό συμφέρον ή όφελος του συγγενούς. Τέλος, σημείωσε πως τέτοιου είδους σχέσεις πρέπει να γνωστοποιούνται κατά την έναρξη της διαδικασίας, προκειμένου να διερευνάται αν είναι πραγματικά αναγκαία η εξαίρεση του δικαστή. Για τους λόγους αυτούς, έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση της αντικειμενικής αμεροληψίας του δικάζοντος δικαστηρίου, αφού δεν είχε αποκαλυφθεί η ως άνω ύπαρξη δεσμών αίματος, με συνέπεια να μην είχε διενεργηθεί έρευνα και συνεκτίμηση των ανωτέρω παραγόντων.
Όμοια: ΕΔΔΑ απόφαση της 25ης.07.2020, Κουλίας κατά Κύπρου (αφορά την εκδίκαση μίας αστικής υπόθεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην οποία τον ενάγοντα και αντίδικο του προσφεύγοντος εκπροσωπούσε ως δικηγόρος, ο επικεφαλής μιας δικηγορικής εταιρείας στην οποία εργαζόταν ο υιός του προέδρου), που έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση της αντικειμενικής αμεροληψίας του δικάζοντος δικαστηρίου.
- ΕΔΔΑ απόφαση της 29ης.08.2024, Tsulukidze και Rusulashvili κατά Γεωργίας ΝοΒ 2025, σελ. 208
Περίληψη: Αμεροληψία, άρθρο 6§1 ΕΣΔΑ. Έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας δικαστηρίου και παραβίαση της δίκαιης δίκης, διότι η βοηθός του δικάσαντος δικαστή ήταν κόρη δικηγόρου ενός εκ των διαδίκων.
v Λόγοι αποκλεισμού, εξαίρεσης και αποχής των εν στενή εννοία δικαστικών προσώπων στο ποινικό δίκαιο – Σύγκρουση συμφερόντων
Ø Αναφορικά με τους Δικαστικούς Λειτουργούς
- ΑΠ 33/2023 ΠοινΔικ 2023, 326, παρατ. Ναζίρη = ΝοΒ 2023,1455
Περίληψη: Λόγος αποκλεισμού δικαστικού προσώπου. Συμμετοχή, ως προέδρου του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, του συζύγου της δικαστή που είχε εκδώσει την πρωτοβάθμια καταδικαστική απόφαση. Απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου και παραβίασης του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε αμερόληπτο δικαστήριο.
- ΑΠ 113/2013 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Λόγοι αποκλεισμού. Συμμετοχή στην ίδια ποινική υπόθεση δικαστών, οι οποίοι είναι και συγγενείς μεταξύ τους, στην προκειμένη περίπτωση σύζυγοι, ακόμη κι αν ο ένας εξ αυτών είχε συμμετάσχει σε στάδιο προγενέστερο. Συμμετοχή της συζύγου αρεοπαγίτη, που μετέχει στην εκδίκαση της αναιρέσεως, στην έκδοση της πρωτόδικης απόφασης. Το ως άνω κώλυμα συμμετοχής αποτελεί λόγο ανωτέρας βίας. Αναβάλλει την εκδίκαση της αναίρεσης.
΄Ομοιες: ΑΠ 549/2015 ΠοινΧρ 2016, 431, ΑΠ 42/2014 ΤΝΠ Νόμος (Κώλυμα συμμετοχής του δικαστή στην εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως, αφού ο σύζυγος μιας δικαστή μετείχε ως μέλος της συνθέσεως του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε προγενέστερη αναιρετική απόφαση).
Περίληψη: Αποκλείεται η συμμετοχή του δικαστή, που συνέπραξε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο θα κρίνει την ασκηθείσα έφεση κατά αυτής (πρωτόδικης απόφασης) κατά τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 14§3 ΚΠΔ. Παραβίαση της εν λόγω διάταξης επιφέρει απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου.
΄Ομοιες: ΑΠ 25/2022 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2022, 1624, ΑΠ 103/2021 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1006/2019 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2021, 617 (Συμμετοχή στη σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου, μέλους του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση), ΑΠ 1121/2018 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2019, 1380, ΑΠ (Συμβ) 2004/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1073/2018 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2019, 1380, ΑΠ 1779/2017 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2019, 250, ΑΠ 1374/2010 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2011, 618.
- ΑΠ 455/2023 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Μία από τις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο και αποφαίνεται επί της βασιμότητας της ποινικής κατηγορίας, αν πρόκειται για ποινική υπόθεση. Άλλωστε, η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής του κράτους δικαίου, που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες από αυτήν εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικά αμερόληπτο δικαστή (ΑΠ 354/2018, ΑΠ 1717/2018, ΑΠ 42/2014, ΑΠ 1343/2011). Υπόνοια μεροληψίας μπορεί να προκληθεί και όταν ο δικαστής έχει επιληφθεί της εκδίκασης μιας υπόθεσης σε περισσότερα διαδικαστικά στάδια. Έτσι, στο εφετείο που δικάζει την υπόθεση μετ` αναίρεση αποκλείεται η συμμετοχή στη νέα σύνθεση δικαστή που είχε μετάσχει σε σύνθεση που είχε εκδώσει και προηγουμένως αναιρεθείσα απόφαση επί της ίδιας υπόθεσης. Η άποψη δε αυτή διευρύνεται από την νομολογία και στην περίπτωση προγενέστερης κρίσης του δικαστή επί του πραγματικού της ίδιας υπόθεσης, όταν δηλαδή πρόκειται για το ίδιο βιοτικό συμβάν, εφ` όσον ταυτίζονται οι προϋποθέσεις της δικαστικής κρίσης (ΑΠ 1029/2011).
- ΑΠ 608/2024 ΕλλΔνη 2024, 1785
Περίληψη: Κακή σύνθεση, άρθρα 171§1α, 522 ΚΠΔ. Στο δικαστήριο όπου παραπέμφθηκε μετ’ αναίρεση η υπόθεση δεν επιτρέπεται η συμμετοχή ενόρκου και δικαστή από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Ως δικαστής δε από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, θεωρείται εκείνος που μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την τελευταία απόφαση, μετ’ αναίρεση της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη από τον κατηγορούμενο απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής.
Περίληψη: Αναβάλλεται αυτεπαγγέλτως η εκδίκαση της προκείμενης υπόθεσης σε άλλη δικάσιμο, προκειμένου αυτή να δικασθεί από σύνθεση στην οποία δεν θα συμμετέχει η κωλυόμενη Αρεοπαγίτης, καθόσον προέκυψε ότι η τελευταία, η οποία ορίσθηκε εισηγήτρια της εν λόγω υπόθεσης, μετείχε ως Πρόεδρος στο Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα.
- ΑΠ (Συμβ.) 354/2018 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Δήλωση αποχής Δικαστικού λειτουργού, λόγω του ότι η δικαστής μετείχε στη σύνθεση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να γίνει περαιτέρω κύρια ανάκριση για το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, για το οποίο καταδικάστηκε ο νυν αναιρεσείων και άσκησε αναίρεση. Σοβαρός λόγος αποχής συντρέχει, οσάκις τίθενται σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση του δικαστή ή το απροκατάληπτο αυτού. Δέχεται τη δήλωση αποχής.
- ΑΠ 1124/2023 ΤΝΠ Νόμος = ΝοΒ 2024, 848
Περίληψη: Κακή σύνθεση, άρθρα 6§1 ΕΣΔΑ, 14§2 περ. στ’, 171§1 περ. α’ και 510§1 περ. α’ ΚΠΔ. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω κακής σύνθεσης, εκ του ότι συμμετείχαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (Μ.Ο.Ε.) μία Εφέτης και ένας Εισαγγελέας Εφετών που είχαν συμμετάσχει στη σύνθεση του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο με βούλευμά του απέρριψε έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος, διότι το παραπάνω Συμβούλιο περιορίσθηκε στην έρευνα νομικών αιτιάσεων και δεν υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, και έτσι δεν ανέκυπτε λόγος αποκλεισμού της παραπάνω δικαστικής λειτουργού, ενώ ο Εισαγγελέας, ούτως ή άλλως, δεν αποκλείεται, εκ της σύμπραξής του στην έκδοση του βουλεύματος, από τη συμμετοχή του στη σύνθεση του Δικαστηρίου που θα επιληφθεί της υπόθεσης.
- ΑΠ 1742/2019 ΠοινΔικ 2021, 1087 =Αρμ 2020, 855 = ΝοΒ 2021, 130
Περίληψη: Συμμετέχων δικαστής στη σύνθεση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης, δεν κωλύεται να συμμετάσχει στη σύνθεση του δικάσαντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεδομένου ότι η απόφαση εκείνη δεν αποφαίνεται επί της ουσίας της υπόθεσης, δεν εκφέρει καταδικαστική κρίση και δεν επιβλήθηκε με αυτήν ποινή.
Όμοιες: ΑΠ 1742/2019 areiospagos.gr, ΑΠ 1966/2018 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2020, 972, ΑΠ 1389/2013 areiospagos.gr, ΑΠ 916/2012 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 696/2011 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2011, 1227, ΑΠ 1273/2010 areiospagos.gr.
- ΑΠ 1383/2011 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2012, 435
Περίληψη: Κατά το άρθρο 14§3 ΚΠΔ, ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση αποφάσεως κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν αποκλείεται ο δικαστής από την άσκηση των δικαστικών του καθηκόντων σε ποινική υπόθεση όταν προηγουμένως συμμετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου που με απόφασή του ανεστάλη η εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως, κατά το άρθρο 497§7 ΚΠΔ, αφού στις περιπτώσεις αυτές δεν εκφέρει κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως και δεν επιβάλλει ποινή. Δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από κακή σύνθεση του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για τον λόγο ότι ένα μέλος του μετείχε ως πρόεδρος και στη σύνθεση του ιδίου δικαστηρίου, το οποίο προηγουμένως με απόφασή του ανέστειλε την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης.
- ΑΠ 237/2013 ΠοινΧρ 2014, 274
Περίληψη: Δεν συντρέχει λόγος αποκλεισμού σε περίπτωση καθορισμού συνολικής ποινής, κατά την διάταξη του άρθρου 551 ΚΠΔ, όταν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ιδίου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα, αν ο ίδιος δικαστής έχει δικάσει στην δίκη κατά την οποία επιβλήθηκε συγχωνευόμενη ποινή, διότι δεν αποτελεί ουσιαστική κρίση επί της ενοχής. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος περί απόλυτης ακυρότητας.
- ΑΠ 1251/2011 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2012, 435
Περίληψη: Από τις διατάξεις του άρθρου 14 ΚΠΔ που διαλαμβάνουν τους λόγους αποκλεισμού των δικαστικών προσώπων, προκύπτει ότι δεν αποκλείεται ο δικαστής από την άσκηση των δικαστικών του καθηκόντων σε ποινική υπόθεση, όταν έχει δικάσει σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό άλλες συναφείς με αυτήν υποθέσεις, που έχουν την ίδια ιστορική αιτία, έστω και αν αφορούν τον ίδιο κατηγορούμενο. Εξάλλου, με το άρθρο 15 του ίδιου Κώδικα, προβλέπεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου και των λοιπών αναφερομένων σ’ αυτό παραγόντων της δίκης, να ζητήσουν την εξαίρεση των δικαστικών προσώπων, αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Με τη διάταξη αυτή εξασφαλίζεται και το δικαίωμα του προσώπου να δικασθεί η υπόθεση του με δίκαιο τρόπο, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, σύμφωνα με την αρχή της δίκαιης δίκης, που καθιερώνεται με το άρθρο 6§1 της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974. Με νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού ο πρόεδρος αυτού ήταν και πρόεδρος του δικαστικού συμβουλίου, που παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα για να δικαστεί για συναφείς, αλλά διαφορετικές υποθέσεις. Άλλωστε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν ζητήθηκε η εξαίρεση του προεδρεύοντος σ’ αυτό Προέδρου Εφετών με την επίκληση της ύπαρξης γεγονότων που μπορούσαν να δικαιολογήσουν εμφανώς τη δυσπιστία για την αμεροληψία αυτού.
Όμοιες: ΑΠ 1013/2020 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 441/2020 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2022, 148, ΑΠ 15/2020 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 5/2017 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1584/2016 ΤΝΠ Νόμος, AΠ 393/2015 ΝοΒ 2015, 2269=ΠοινΧρ 2016,670, ΕφΑθ 742/2014 ΠοινΧρ 2015, 50, ΑΠ 1793/2011 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2012, 819.
Όμοια: ΑΠ (Συμβ.) 272/2018 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2019, 390
Περίληψη: Επανάληψη της διαδικασίας λόγω της από πρόθεση παράβασης καθήκοντος του δικαστή που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη, εφόσον η παράβαση αυτή είχε ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου (άρθρο 525§1 περ. 3 ΚΠΔ). Η περίπτωση αυτή συντρέχει, όταν ο δικαστής, για τον οποίο πρόκειται, από πρόθεση αποσιώπησε λόγο εξαίρεσης ή αποκλεισμού του, από εκείνους που αναφέρονται στα άρθρα 14 και 15 του ΚΠΔ. Για τη στοιχειοθέτηση λόγου εξαίρεσης πρέπει να υφίστανται γεγονότα, τα οποία, αν κριθούν αντικειμενικώς, δικαιολογούν εμφανώς στον έχοντα δικαίωμα να ζητήσει την εξαίρεση του δικαστή τις υπόνοιές του ότι ο τελευταίος θα μεροληπτήσει εναντίον του, δηλαδή ότι, κατά τρόπο πρόδηλο, δικαιολογείται να αμφιβάλλει, αν η ψυχική κατάσταση του δικαστή του επιτρέπει να τον κρίνει αμερόληπτα. Ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη εκείνου, προς το συμφέρον του οποίου επιδιώκεται η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με απόφαση πολυμελούς δικαστηρίου, έχει η παράβαση του καθήκοντος του δικαστή, όταν η ψήφος του ήταν αποφασιστική για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Η αναφερόμενη στη διάταξη του άρθρου 525§1 περ. 3 ΚΠΔ αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος πρέπει να αποδεικνύεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη. Μόνη η συμμετοχή του δικαστή σε σύνθεση άλλου ποινικού δικαστηρίου, η οποία έκρινε έτερη ποινική υπόθεση του ίδιου κατηγορουμένου, δεν συνιστά λόγο εξαίρεσης αυτού λόγω συνδρομής υπονοιών μεροληψίας και, συνεπώς, η αποσιώπησή του δεν συνιστά την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 254 ΠΚ.
Όμοια: ΣυμβΠλημΛαρ 231/2019 ΠοινΔικ 2019, 1366
Περίληψη: Απορρίπτεται ως κατ’ ουσία αβάσιμη η δήλωση αποχής Προέδρου Πρωτοδικών από την άσκηση των καθηκόντων της σε συγκεκριμένη υπόθεση. Η εκ μέρους της δηλούσας δικαστικής λειτουργού άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων της ως μέλος συνθέσεως τριμελούς δικαστηρίου και δη ως προεδρεύουσα αυτού επί της οικείας υποθέσεως δεν μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενές γι’ αυτήν σχόλιο για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από οτιδήποτε και οποιονδήποτε, διερεύνησή της, σε τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση της, δεδομένου ότι αυτή δεν διατηρεί διαπροσωπικές και εν γένει κοινωνικές επαφές με τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο. Επομένως, στην παρούσα περίπτωση, δεν υφίστανται σοβαροί λόγοι ευπρέπειας που επιβάλλουν να απόσχει η Πρόεδρος Πρωτοδικών από την άσκηση των καθηκόντων της. Άλλωστε, από τις διατάξεις του άρθρου 14 ΚΠΔ, που διαλαμβάνουν τους λόγους αποκλεισμού των δικαστικών προσώπων, προκύπτει ότι δεν αποκλείεται ο δικαστής από την άσκηση των δικαστικών του καθηκόντων σε ποινική υπόθεση, όταν έχει δικάσει σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό άλλες συναφείς με αυτή υποθέσεις, που έχουν την ίδια ιστορική αιτία, έστω και αν αφορούν τον ίδιο κατηγορούμενο.
- ΑΠ 621/2014 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2015, 494
Περίληψη: Η συμμετοχή δικαστή στη σύνθεση του πολιτικού δικαστηρίου που είχε επιληφθεί διαφοράς αφαίρεσης γονικής μέριμνας δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως του ποινικού δικαστηρίου, που επιλήφθηκε μεταγενέστερα συναφούς (ποινικής) υποθέσεως, αφού δεν υπάγεται στους λόγους αποκλεισμού του δικαστή (άρθρο 14 ΚΠΔ), αλλά συνιστά λόγο εξαιρέσεώς του από τη συναφή ποινική δίκη, ο οποίος όμως λόγος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης δεν προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη.
Contra ΑΠ 1613/2023 ΠραξΛογΠΔ 2014, 817
Περίληψη: Η άσκηση διαδοχικώς δικαιοδοτικών καθηκόντων από τον ίδιο Δικαστή στην ίδια υπόθεση παραβιάζει την αρχή της αμεροληψίας του δικαστή, που διασφαλίζεται από την ΕΣΔΑ. Ως συμμετοχή στην «ίδια υπόθεση» νοείται και η συμμετοχή του δικαστή στην προηγηθείσα αστική διαδικασία, εφόσον με αυτή κρίθηκαν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν τα ποινικά αδικήματα. Εφόσον η δικαστής η οποία συμμετείχε ως Πρόεδρος στην σύνθεση του Συμβουλίου, που εξέδωσε το βούλευμα, άσκησε σε προγενέστερο στάδιο δικαιοδοτικά καθήκοντα για την ίδια υπόθεση σε αστική δίκη, προκειμένου δε να αποφασίσει επί του αντικειμένου της αστικής δίκης, έκρινε και κατά πιθανολόγηση, για τα ίδια ποινικά αδικήματα που αναφέρονται στο βούλευμα, καθώς και για το βαθμό ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου, το γεγονός ότι αποφαίνεται σε δύο διαφορετικά στάδια για την ίδια ιστορική αιτία και εκφέρει κρίση επί των ίδιων νομικών και πραγματικών περιστατικών έχει ως αποτέλεσμα να παρέχεται η εντύπωση της προκατάληψης και να κλονίζεται η εμπιστοσύνη των δικαζομένων προς την εν γένει απονομή της δικαιοσύνης και ως εκ τούτου και ανεξάρτητα από την υποχρέωση που είχε η δικαστής να απέχει από τη συμμετοχή της στη σύνθεση του Συμβουλίου ή από τη μη προηγούμενη πρόταση εξαίρεσης αυτής από τα δικαιούμενα πρόσωπα, υφίσταται παραβίαση του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ (εκδίκαση της υπόθεσης από αμερόληπτο δικαστή) συνεπώς κακή σύνθεση του Συμβουλίου, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.
Όμοια ΑΠ 1401/2019 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Γίνεται δεκτή η δήλωση αποχής για λόγους ευπρέπειας λόγω της συμμετοχής από την Αρεοπαγίτη σε σύνθεση Εφετείου, στην οποία, μάλιστα, συμμετείχε ως Προεδρεύουσα Εφέτης και στην οποία είχε εκδικασθεί άλλη συναφή υπόθεση με τον ίδιο κατηγορούμενο (και με άλλους) για παρεμφερή σοβαρά αδικήματα.
Όμοια: ΑΠ 1613/2023 (Συμβ) ΠραξΛογΠΔ 2024,817
Περίληψη: Κακή σύνθεση, 6§1 ΕΣΔΑ, 171§1α ΚΠΔ. Η παράλειψη τήρησης των νομικών διατάξεων για τη σύνθεση του Δικαστηρίου προκαλεί απόλυτη ακυρότητα. Τα δικαστικά πρόσωπα εξαιρούνται από τη συμμετοχή στη σύνθεση του δικαστηρίου, σε περιπτώσεις όπου ο ίδιος δικαστής αναλαμβάνει διαδοχικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση. Ως συμμετοχή στην «ίδια υπόθεση» νοείται και η παρουσία του Δικαστή σε προηγηθείσα αστική διαδικασία, εφόσον με αυτή κρίθηκαν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τα ποινικά αδικήματα. Εφόσον ο ίδιος δικαστής συμμετέχει σε διαδοχικά στάδια της ίδιας υπόθεσης, έχει ως αποτέλεσμα να παρέχεται η εντύπωση προκατάληψης, θέτοντας σε κίνδυνο την εμπιστοσύνη των δικαζόμενων στη δικαιοσύνη.
Όμοια: ΜΟΕΑθ 140α/2015 ΠοινΧρ 2018, 467
Περίληψη: Η συνδρομή λόγου εξαίρεσης είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται κατά περίπτωση αντικειμενικά, απαιτείται δηλαδή να ερείδεται σε γεγονότα τα οποία, εξεταζόμενα αντικειμενικά, προκαλούν ευλόγως σε εκείνον που ζητεί την εξαίρεση υπόνοιες περί του ότι το συγκεκριμένο δικαστικό πρόσωπο θα μεροληπτήσει εναντίον του. Οι αμφιβολίες αμεροληψίας δεν εγείρονται εκ μόνου του γεγονότος ότι το συγκεκριμένο δικαστικό πρόσωπο απεφάνθη επί παρόμοιας, πλην όμως άσχετης με την κρινόμενη, ποινικής υπόθεσης, εκτός εάν στην προγενέστερη απόφαση εμπεριέχονται πορίσματα τα οποία εν τοις πράγμασι προδικάζουν την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου στη μεταγενέστερη δίκη. Γίνεται δεκτή η αίτηση των κατηγορουμένων για εξαίρεση της Προέδρου Εφετών, η οποία κατά το παρελθόν είχε κρίνει, ως Εφέτης, άλλη ποινική υπόθεση με εμπλεκόμενο τον πρώτο κατηγορούμενο, αφού από την εν λόγω προγενέστερη απόφαση απορρέουν πορίσματα που εν τοις πράγμασι προδικάζουν την κρίση της υπέρ της ενοχής αυτού και στη νυν κρινόμενη υπόθεση.
- ΣυμβΠλΑθ 3207/2024 ΠοινΧρ 2025, 65
Περίληψη: Αποχή δικαστικού λειτουργού. Σύμφωνα με το άρθρο 23 ΚΠΔ, οι δικαστικοί λειτουργοί υποχρεούνται να δηλώσουν αποχή από τα καθήκοντά τους σε ορισμένη υπόθεση εφόσον υφίσταται «σοβαρός λόγος ευπρέπειας». Δεκτή η δήλωση αποχής δικαστικού λειτουργού από την εκδίκαση ποινικής υπόθεσης για «σοβαρό λόγο ευπρέπειας», όταν ο ίδιος είχε συμμετάσχει σε προηγούμενη πολιτική δίκη ως πρόεδρος του πολυμελούς πρωτοδικείου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή των εναγόντων λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, δοθέντος ότι τα πρόσωπα των εναγόντων ταυτίζονται με εκείνα των εγκαλούντων της ποινικής υπόθεσης, στην οποία είχε τεθεί ταυτόσημο νομικό ζήτημα περί της ακυρότητας της διαδικασίας λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης για την ατομική υποβολή της έγκλησης.
- ΑΠ 400/2018 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2019, 518 επ. = ΠοινΧρ 2019, 352
Περίληψη: Η υποχρέωση δήλωσης αποχής ενός δικαστικού λειτουργού από τα καθήκοντά του θεμελιώνεται όχι μόνον όταν συντρέχει κάποιος λόγος εξαίρεσης ή αποκλεισμού, αλλά και όταν συντρέχει κάποιος σοβαρός λόγος ευπρέπειας. Σοβαρός δε είναι ο λόγος ευπρέπειας, όταν κατά κρίση αντικειμενική ή κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις, θέτει ή μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτο της κρίσης του δικάζοντος δικαστικού λειτουργού. Ο όρος ευπρέπεια περιέχει αντικειμενική κρίση, ενώ η ευθιξία είναι ιδιότητα του ατόμου. Η εξαντλητική απαρίθμηση των σοβαρών λόγων ευπρέπειας δεν είναι δυνατή, γιατί εάν και πότε υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, είναι ζήτημα πραγματικό, για το οποίο θα κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο, που επιλαμβάνεται του θέματος. Γενικά τέτοιοι λόγοι ευπρεπείας συντρέχουν, όταν η συμμετοχή του δικαστικού λειτουργού στην εκδίκαση συγκεκριμένης υποθέσεως μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενές για αυτόν σχόλιο για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από οτιδήποτε και οποιονδήποτε, διερεύνηση της, σε τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση του. Η άποψη αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ, με την οποία καθιερώνεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, όχι με την έννοια της ορθότητας της απόφασης, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο και αποφαίνεται επί της βασιμότητας της ποινικής κατηγορίας αν πρόκειται για ποινική υπόθεση. Στους λόγους ευπρέπειας δεν συμπεριλαμβάνονται οι λόγοι ευθιξίας που είναι δυνατόν να υπάρχουν επειδή ο δικαστικός ή ο εισαγγελικός λειτουργός έχει επιληφθεί νομίμως υποθέσεων του ίδιου διαδίκου και οι αποφάσεις που εξέδωσε δεν ήταν αρεστές στον τελευταίο, με αποτέλεσμα αυτός να αντιδράσει, υποβάλλοντας σχετική αναφορά στα αρμόδια όργανα της επιθεώρησης των δικαστηρίων ή αίτηση εξαίρεσης. Απόρριψη δήλωσης αποχής του προεδρεύοντος πλημμελειοδίκη για λόγους ευπρέπειας που έγκειται στο γεγονός ότι η συνήγορος υπεράσπισης των συγκατηγορουμένων της αναιρεσείουσας σε άλλη ποινική υπόθεση είναι η σύζυγος του.
- ΑΠ (Συμβ.) 1680/2016 ΠοινΔικ 2017, 960 = ΠοινΧρ 2017, 505
Περίληψη: Η «σχέση οικογενειακής φιλίας», ως αιτία αποχής δικαστικού προσώπου, είναι έννοια ευκρινής και αυτονόητη και αποτελεί σοβαρό λόγο ευπρέπειας που δικαιολογεί την δήλωση αποχής ακόμα κι αν αυτή αφορά στενό συνεργάτη του κατηγορουμένου και όχι τον ίδιο. Αναιρείται για έλλειψη αιτιολογίας αλλά και εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 23 ΚΠΔ το προσβαλλόμενο βούλευμα που απέρριψε τη δήλωση αποχής δικαστικού προσώπου ως αβάσιμη, παρόλο που η σχέση αυτή μπορεί προφανέστατα να δώσει αφορμή σε δυσμενές για την Εφέτη σχόλιο για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη διερεύνησή της, σε τρόπο, ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση της. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο Εφετών κατά τρόπο ασαφή θεωρεί αόριστη την αναφορά από τη δικαστή της σχέσης οικογενειακής φιλίας της με στενό συνεργάτη ενός εκ των κατηγορουμένων και την οικογένειά του, παρόλο που η έννοια της «σχέσης οικογενειακής φιλίας» είναι ευκρινής και αυτονόητη από πλευράς περιεχομένου, ενδεχόμενη δε λεπτομερής αναφορά στις εκφάνσεις αυτής αφορά ζητήματα προσωπικών δεδομένων και της προσωπικής ζωής τόσο της δηλούσας δικαστή όσο και άσχετων με τη δικαστική λειτουργία προσώπων.
- ΑΠ 549/2015, areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2016, 431
Περίληψη: Αναβάλλεται αυτεπαγγέλτως η εκδίκαση της προκείμενης υπόθεσης σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προκειμένου η υπόθεση αυτή να δικασθεί από σύνθεση στην οποία δεν θα συμμετέχει ο κωλυόμενος Αρεοπαγίτης. Μετά τη συζήτηση της οικείας αιτήσεως αναίρεσης ανακαλύφθηκε, κατά δήλωση του Αρεοπαγίτη, ότι μεταξύ αυτού, και της τότε Εμμίσθου Παρέδρου που είχε συμμετάσχει στην εκδίκαση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό υφίσταται συγγενικός δεσμός εξ αίματος πρώτου βαθμού, ήτοι η ως άνω δικαστής είναι θυγατέρα του μέλους του δικαστηρίου τούτου, γεγονός που συνιστά λόγο αποκλεισμού του ως άνω Αρεοπαγίτη, που δε μπορεί να ασκήσει έργα δικαστή στην ίδια ποινική υπόθεση, που ήδη έχει ενεργήσει ως δικαστής η θυγατέρα του.
Όμοια: AΠ (Συμβ) 246/2021 ΤΝΠ Νόμος (συγγενικός δεσμός εξ αγχιστείας τρίτου βαθμού).
- ΑΠ 878/2011 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Αποχή δικαστή από την εξέταση δήλωσης αποχής έτερου συναδέρφου του. Ο Αρεοπαγίτης δήλωσε ότι σοβαροί λόγοι ευπρέπειας του επιβάλλουν να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων του, κατά την εκδίκαση αιτήσεως για εξαίρεση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε ποινική υπόθεσή του, λόγω του ότι ο αιτών είναι γνωστός του ως παλιός συμφοιτητής του και στο παρελθόν είχε προβάλει αντιρρήσεις για τη συμμετοχή αυτού (δηλούντος) στην εκδίκαση άλλης ποινικής υποθέσεώς του. Οι εγγυήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψία του Δικαστηρίου, κατ` άρθρο 6 της ΕΣΔΑ ,του δικαιώματος σε «δίκαιη δίκη» και συνακόλουθα το συμφέρον της δικαιοσύνης και η διασφάλιση του κύρους της, για τον ανωτέρω λόγο, επιβάλλουν να μη μετέχει ο εν λόγω δικαστικός λειτουργός στη σύνθεση του δικαστηρίου που πρόκειται να εκδικάσει αίτηση εξαιρέσεως άλλου δικαστικού λειτουργού σε ορισμένη ποινική υπόθεση.
- ΑΠ (Συμβ.) 1217/2013 ΠοινΔικ 2014, 696
Περίληψη: Ως σοβαροί λόγοι ευπρέπειας μπορεί να θεωρηθούν εκείνοι που μπορεί να κλονίσουν την εμπιστοσύνη των διαδίκων για το απολύτως αντικειμενικό, απροκατάληπτο και αδιάβλητο της κρίσεως τους. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται, εκτός των άλλων, που δικαιολογούν την αποχή, οι ιδιαίτερες προσωπικές και οικογενειακές σχέσεις του δικαστή με κάποιον από τους διαδίκους.
- ΑΠ 172/2017 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Δεκτή η δήλωση αποχής Αρεοπαγίτη για λόγους ευπρέπειας, και δη λόγω οικογενειακής φιλίας πολλών ετών με το δικηγόρο των πολιτικώς εναγόντων.
Όμοιες: ΑΠ 1891/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1285/2017 ΤΝΠ Νόμος
- ΑΠ 946/2014 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Δήλωση αποχής δικαστικού λειτουργού (αρεοπαγίτη). Σοβαροί λόγοι ευπρέπειας. Η κόρη του δικαστικού λειτουργού ήταν συνεργάτης στο δικηγορικό γραφείο όπου ήταν συνεργάτης και ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος. Δέχεται τη δήλωση αποχής.
Όμοιες: ΑΠ 579/2017 (Συμβ) ΤΝΠ Νόμος (Ο υιός του δηλούντος την αποχή δικαστικού λειτουργού, είναι δικηγόρος του ΔΣΑ συστεγαζόμενος στο ίδιο γραφείο με την δικηγορική εταιρεία, μέλος της οποίας είναι η πληρεξουσία δικηγόρος του αιτούντος), ΑΠ 1633/2016 ΤΝΠ Νόμος (ο υιός του - δικηγόρος τυγχάνει συνεργάτης του δικηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου), ΑΠ 429/2015 ΤΝΠ Νόμος (υπογραφή της αναίρεσης από δικηγόρο, στον οποίο προ ετών έκανε άσκηση η θυγατέρα του Αρεοπαγίτη)
- ΑΠ 441/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
Περίληψη: Δήλωση αποχής δικαστικού λειτουργού. Κατηγορούμενος ιατρός, ο οποίος στο παρελθόν είχε χειρουργήσει τη δικαστικό στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής της στήλης. Δέχεται δήλωση αποχής.
- ΑΠ 835/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
Περίληψη: Αποχή δικαστικού προσώπου. Λόγοι ευπρέπειας. Αποβιώσας αδελφός μέλους της συνθέσεως του ΑΠ συμπεριλαμβανόταν στον κατάλογο των μαρτύρων κατηγορίας επί της υποθέσεως που αφορούσε η αναίρεση. Η συμμετοχή του δικαστικού λειτουργού στη συγκεκριμένη υπόθεση θα μπορούσε να δώσει αφορμή σε δυσμενές για αυτόν σχόλιο. Δέχεται τη δήλωση αποχής του δικαστικού λειτουργού.
- ΑΠ 1425/2012 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2013, 836
Περίληψη: Αναιρείται λόγω απόλυτης ακυρότητας η προσβαλλόμενη απόφαση και πιο συγκεκριμένα λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, αφού στη σύνθεση του κατ’ έφεση εκδόντος αυτήν Τριμελούς Πλημμελειοδικείου μετέσχε Πταισματοδίκης, ο οποίος συνέπραξε, ως εισαγγελεύων και στην έκδοση της πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου.
- ΑΠ 593/2011 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2011, 1227
Περίληψη: Κακή σύνθεση του δικαστηρίου υπάρχει και από τη συμμετοχή στη σύνθεση δικαστικού λειτουργού κατά του οποίου έχει γίνει δεκτή δήλωση εξαιρέσεως ή δήλωση αποχής του ιδίου, δεν υπάρχει όμως κακή σύνθεση από μόνη τη συνδρομή λόγου εξαιρέσεως, που δεν αποτελεί ταυτόχρονα και λόγο αποκλεισμού, κατ’ άρθρο 14 ΚΠΔ. Η συμμετοχή στη σύνθεση του δικάζοντος κατ’ έφεση δικαστηρίου δικαστή, στο πρόσωπο του οποίου συνέτρεχε λόγος εξαιρέσεως, χωρίς να προβληθεί η συνδρομή του δεν παράγει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως για κακή σύνθεση, παρά μόνον συνεπάγεται, κατά το άρθρο 26 ΚΠΔ, πειθαρχικές ευθύνες του δικαστή και ενδεχομένως ποινικές κυρώσεις για αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως.
- ΑΠ 1080/2010 ΠοινΔικ 2011, 391 = ΠοινΧρ 2011, 287
Περίληψη: Εκ μόνου του γεγονότος ότι στην ίδια ή άλλη υπόθεση ο δικαστικός λειτουργός εξέφρασε δυσμενή για τις απόψεις του αιτούντος την εξαίρεση διαδίκου κρίση, άνευ ετέρου περιστατικού, δεν γεννάται υπόνοια μεροληψίας, ακόμη και στην περίπτωση που πιθανολογείται ότι η κρίση, την οποία πρόκειται να εκφέρει το δικαστικό πρόσωπο, θα είναι και αυτή δυσμενής, σε κάθε δε περίπτωση ο τρόπος γενικά που διευθύνεται η διαδικασία και υποβάλλονται οι ερωτήσεις στους μάρτυρες και τους κατηγορουμένους, δεν θεμελιώνει λόγο εξαιρέσεως. Περαιτέρω, κάθε φορά που τα δικαστικά πρόσωπα εξυβρίζονται απρόκλητα διαρκούσης της συνεδριάσεως, δεν δημιουργείται άνευ ετέρου και λόγος αποχής αυτών από την εκδίκαση συγκεκριμένης υποθέσεως, διότι σε μια τέτοια περίπτωση θα δινόταν σε κάθε κατηγορούμενο η ευχέρεια να υβρίζει το φυσικό του δικαστή, να τον εξαναγκάζει σε αποχή και να παρελκύει τη διαδικασία, γεγονός που αντίκειται στο σκοπό του νομοθέτη, που θέσπισε τις διατάξεις του άρθρου 23 ΚΠΔ.
- ΤρΑερΘεσ 43/2016 ΠοινΔικ 2019, 858
Περίληψη: Ο τρόπος γενικά που διευθύνεται η διαδικασία ή υποβάλλονται ερωτήσεις στους μάρτυρες ή και στους κατηγορουμένους δεν μπορεί να θεμελιώσει μόνος του λόγο εξαίρεσης του δικαστικού προσώπου. Η εξαίρεση μπορεί να λάβει χώρα όταν υπάρχουν γεγονότα, που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Σαν τέτοια όμως γεγονότα δεν μπορούν να θεωρηθούν δυσμενείς για τις απόψεις του διαδίκου κρίσεις ή δυσμενείς γι’ αυτόν γνώμες που εξέφρασε το δικαστικό πρόσωπο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί, εκτός εάν συντρέχουν και άλλα περιστατικά ικανά να δικαιολογήσουν τέτοιες υπόνοιες. Μόνη η έκφραση γνώμης δικαστή ή εισαγγελέα σε νομικό ή πραγματικό ζήτημα που τίθεται ενώπιόν τους ή σε άλλη δίκη, δε συνιστά λόγο εξαιρέσεως, παρά μόνον αν αυτή συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία προκαλούν και διεγείρουν υπόνοιες μεροληψίας, ήτοι δικαιολογούν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους.
- ΑΠ (Συμβ.) 108/2010 ΠοινΔικ 2010, 1141
Περίληψη: Σύμφωνα με το άρθρο 23 ΚΠΔ, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 14 του ίδιου κώδικα λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται σ’ αυτό, δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντα τους, ως και του αναφερομένου στο άρθρο 15 ΚΠΔ λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτή. Σοβαρός λόγος αποχής συντρέχει, οσάκις τίθενται σε αμφιβολία, κατ’ αντικειμενική κρίση, η ελεύθερη κρίση του δικαστή ή το απροκατάληπτο αυτού, πράγμα που συμβαίνει και όταν ο διάδικος έχει υποβάλλει μήνυση κατά του δικαστικού λειτουργού για άλλη υπόθεση. Γίνονται δεκτές οι δηλώσεις αποχής του Αντιπροέδρου και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και αποφασίζεται ότι δεν θα συμμετάσχουν στη σύνθεση που θα δικάσει την αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι ο τελευταίος έχει ασκήσει αγωγή κακοδικίας εναντίον των ως άνω δύο δικαστικών λειτουργών, η οποία ακόμη εκκρεμεί.
Όμοια: ΑΠ 354/2013 ΤΝΠ Νόμος
- ΑΠ 504/2021 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Άσκηση αγωγής κακοδικίας κατά δικαστή - Αίτηση εξαίρεσης κατά Αρεοπαγιτών και Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου από την εκδίκαση μελλοντικών υποθέσεων της ενάγουσας που έχουν σχέση με την αγωγή κακοδικίας κατά αυτών. Οι υπόνοιες μεροληψίας, οι οποίες καθιστούν εξαιρετέο τον δικαστή ή τον εισαγγελέα, πρέπει να στηρίζονται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ικανά να δικαιολογήσουν όχι υποκειμενικά αλλά` αντικειμενικά και μάλιστα εμφανώς την δυσπιστία προς την αμεροληψία του δικαστικού προσώπου, ως τέτοια δε γεγονότα δεν μπορούν να θεωρηθούν δυσμενείς για τις απόψεις εκείνου, που ζητεί την εξαίρεση, κρίσεις ή δυσμενείς γι` αυτόν γνώμες σε νομικό ή πραγματικό ζήτημα που εξέφρασε το δικαστικό πρόσωπο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί, εκτός αν συντρέχουν και άλλα περιστατικά και γεγονότα, ικανά να δικαιολογήσουν τέτοιες υπόνοιες (ΑΠ 669/2018, ΑΠ 78/2011).
- ΑΠ 459/2021 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Η εξαίρεση, κατά το άρθρο 15 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προϋποθέτει την ύπαρξη γεγονότων ικανών να προκαλέσουν αντικειμενικά και εμφανώς υπόνοιες μεροληψίας· δεν αρκεί η υποκειμενική πεποίθηση ή η απλή δυσαρέσκεια του διαδίκου από τη δικαστική κρίση. Η ύπαρξη διαφορετικής νομικής ερμηνείας από εκείνη του διαδίκου δεν στοιχειοθετεί λόγο εξαίρεσης, εφόσον εντάσσεται στο πλαίσιο της σύννομης άσκησης της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Η απλή διαφορά νομικής εκτίμησης δεν αρκεί για να κλονίσει την τεκμαιρόμενη αμεροληψία των δικαστών. Δεν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε περιστατικό που να υποδηλώνει εμπάθεια, προκατάληψη ή εξωτερική επιρροή επί της δικαστικής κρίσης, η οποία αποδόθηκε εξ ολοκλήρου στη σύννομη και αντικειμενική άσκηση των καθηκόντων τους. Συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος εξαίρεσης των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών από τη μελλοντική εκδίκαση υποθέσεων του ενάγοντος, που έχουν σχέση με την αγωγή του κακοδικίας. Η απόφαση επαναβεβαιώνει ότι η αμεροληψία των δικαστικών λειτουργών τεκμαίρεται και δύναται να αμφισβητηθεί μόνο εφόσον συντρέχουν σαφώς προσδιορισμένες, αντικειμενικά διακριβώσιμες ενδείξεις μεροληψίας, οι οποίες δεν υφίστανται στην προκειμένη περίπτωση.
- ΑΠ 354/2013 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Εκκρεμούσα αγωγή εις βάρος της δικαστικής λειτουργού από τη δικηγόρο του αναιρεσείοντος, κάτι το οποίο θέτει σε αμφιβολία την ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτο της δικαστικής λειτουργού. Δέχεται τη δήλωση αποχής.
- ΑΠ 1586/2019 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Συμμετοχή των δικαστών σε προγενέστερη υπόθεση του νυν αιτούντος, ήτοι σε έφεσή του κατά της έκδοσής του στις ΗΠΑ και στη Γαλλία, κατά την οποία η τότε Πρόεδρος του δικαστηρίου και νυν αιτούσα την αποχή της από την άσκηση των καθηκόντων της συνέταξε έκθεση και την διαβίβασε στον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών για διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών τόσο του ήδη αιτούντος την επανεξέταση όσο και άλλων παραγόντων της δίκης για διατάραξη συνεδρίασης Δικαστηρίου, καθώς και πειθαρχικού παραπτώματος συνηγόρου του. Υποβολή αναφορών του νυν αιτούντος και των συνηγόρων εις βάρος των δικαστών. Λόγω των ως άνω, δέχεται τη δήλωση αποχής της Αντιπροέδρου και τη δήλωση αποχής των λοιπών Αρεοπαγιτών.
Όμοια: ΑΠ 60/2020 ΤΝΠ Νόμος.
Contra ΑΠ 1376/2020 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Mόνο η υποβολή αναφοράς από τον αναιρεσείοντα σε βάρος της Εφέτη (και άλλων Δικαστών, Εισαγγελέων και ιδιωτών) δεν συνιστά λόγο αποχής της ανωτέρω, δεδομένου ότι δεν είναι αυταπόδεικτη η βασιμότητά της. Μάλιστα, ούτε ο αναιρεσείωv επικαλείται, ούτε προκύπτει, αν η καθ` ής η αναφορά είχε γνώση αυτής, ο δε αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ούτε αίτηση εξαίρεσής της υπέβαλε, ούτε επικαλέσθηκε γεγονότα που κατ’ αυτόν μπορούσαν να δικαιολογήσουν δυσπιστία για την αμεροληψία της, ούτε τέλος εκδήλωσε οποιαδήποτε αντίρρηση στη συμμετοχή της στη σύνθεση του Δικαστηρίου.
- ΣυμβΕφΑθ 407/2016 ΠοινΔικ 2016, 620
Περίληψη: Απορρίπτονται οι δηλώσεις αποχής Προέδρου και Μελών του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που προεκλήθησαν κατόπιν εκφράσεως δυσπιστίας, εκ μέρους του αιτουμένου την άρση ή αντικατάσταση των εις βάρος του περιοριστικών όρων κατηγορουμένου, σχετικά με την αμεροληψία τους, εξ αιτίας του ότι, τα ίδια ακριβώς μέλη είχαν αποφανθεί αρνητικώς, επί παρόμοιας ακριβώς αιτήσεως ετέρου συγκατηγορουμένου, βαρυνομένου με τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες. Κατά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση οι δηλώσεις έπρεπε να γίνουν δεκτές, καθόσον περιεχόμενο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, κατ’ άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, συνιστά το ανεξάρτητο και αμερόληπτο του κρίνοντος δικαστηρίου, τόσο υπό την έννοια της αντικειμενικής αμεροληψίας, όσο και υπό αυτής της ελλόγου υποκειμενικής αμεροληψίας, που αφορά την πεποίθηση του κρινομένου, σχετικά με την αμεροληψία του, κριτή του.
- ΑΠ 1859/2018 ΝοΒ 2019, 1978
Περίληψη: Αίτηση εξαίρεσης κατά τον ΚΠΔ. Προφορική και μεταγενέστερη γραπτή αίτηση του κατηγορουμένου κατά μέλους συνθέσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Δέχεται αναίρεση. Απόλυτη ακυρότητα κατά 171§1 α΄ και δ΄ στο ακροατήριο και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς η αίτηση εξαίρεσης υποβλήθηκε καταρχάς προφορικά και στη συνέχεια εγγράφως, με παράθεση των πραγματικών περιστατικών που τη θεμελιώνουν, αλλά αφενός η προσβαλλόμενη δεν αναφέρεται στη γραπτή αίτηση και αφετέρου εκδόθηκε από την ίδια σύνθεση του Δικαστηρίου, με τη συμμετοχή και του μέλους κατά του οποίου υποβλήθηκε αυτή, με συνέπεια να παραβιαστούν οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη συζήτηση της αίτησης εξαίρεσης και επιτάσσουν τη μη συμμετοχή σ' αυτή του δικαστή κατά του οποίου υποβλήθηκε αυτή.
- ΑΠ 856/2023 ΝοΒ 2024, 1123
Περίληψη: Καταχρηστική άσκηση αίτησης εξαίρεσης. Μη επέλευση απόλυτης ακυρότητας. Όταν η αίτηση εξαίρεσης είναι αόριστη ως προς τα πραγματικά περιστατικά, προδήλως ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης ή ασκείται καταχρηστικά, απορρίπτεται άμεσα στην ίδια συνεδρίαση από την ίδια σύνθεση του Δικαστηρίου, χωρίς να απαιτείται παραπομπή σε άλλο δικαστήριο. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης, καθώς το προφορικό αίτημα εξαίρεσης απορρίφθηκε ορθώς στην ίδια συνεδρίαση από την ίδια σύνθεση του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένης της Εισαγγελέως της οποίας ζητήθηκε η εξαίρεση.
- ΔιατΕισΕφΕυβ 7/2016 ΠοινΧρ 2017, 634
Περίληψη: Οι λόγοι ευθιξίας, οι οποίοι ενδεχομένως αναφύονται σε περίπτωση όπου ο ίδιος δικαστικός λειτουργός έχει κατά το παρελθόν επιληφθεί νομίμως υποθέσεως του εγκαλούντος και έχει αποφανθεί αρνητικά για τα συμφέροντα του τελευταίου, δεν αποτελούν σοβαρούς λόγους ευπρέπειας που επιβάλλουν την αποχή του πρώτου, μη στοιχειοθετουμένου του αδικήματος της αποσιωπήσεως λόγου εξαιρέσεως (άρ. 254 ΠΚ). Οι καταχρηστικές και προδήλως αστήρικτες και αόριστες αιτήσεις εξαιρέσεως που ασκούνται με μοναδικό σκοπό τον αποκλεισμό της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου είναι μόνο κατ’ όνομα τέτοιες, ως εκ τούτου δε δεν υφίσταται υποχρέωση παραπομπής τους σε άλλο δικαστήριο, αλλά εξετάζονται από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου ή του συμβουλίου στο οποίο υποβάλλονται και απορρίπτονται ως απαράδεκτες.
- ΑΠ 1085/2022 ΝοΒ 2023, 685
Περίληψη: H υποβολή αίτησης εξαίρεσης όλων των μελών της σύνθεσης Δικαστηρίου πρέπει να υποβάλλεται κατά τρόπο παραδεκτό, ήτοι κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 16§1 και 2, 17§3, 18 εδ. α΄ και 171§1 περ. δ΄ ΚΠΔ. Απερρίφθη αίτηση εξαίρεσης ως απαράδεκτη, διότι αφενός αφορούσε όλη τη σύνθεση του Δικαστηρίου και δεν υποβλήθηκε οκτώ ημέρες πριν από την ημέρα που είχε προσδιοριστεί η συζήτηση της υπόθεσης και αφετέρου δεν εγχειρίστηκε στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που υπηρετούσαν τα πρόσωπα των οποίων ζητείτο η εξαίρεση. Το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αίτηση που υποβλήθηκε εκπρόθεσμα και κατά τρόπο απαράδεκτο, ήτοι, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον υποβλήθηκε δια ηλεκτρονικής αλληλογραφίας προς τη Διεύθυνση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας λόγω μη απάντησης στην αίτηση εξαίρεσης που υπέβαλε, είναι αβάσιμος.
Ø Αναφορικά με τους Εισαγγελικούς Λειτουργούς
Περίληψη: Κακή σύνθεση δικαστηρίου. Δεν υφίσταται όταν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δικάζει έφεση του κατηγορουμένου, εκτελεί καθήκοντα εισαγγελέα ο αντεισαγγελέας Εφετών, ο οποίος, με την αυτή ιδιότητα είχε ασκήσει καθήκοντα εισαγγελέα κατά την εκδίκαση της ίδιας υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, καθώς ο εισαγγελέας δεν συμπράττει στην έκδοση της απόφασης, η οποία προϋποθέτει ψήφο του δικαστή. Επί πλέον η συμμετοχή του ίδιου εισαγγελικού λειτουργού κατά την εκδίκαση έφεσης σε υπόθεση που ο ίδιος είχε ασκήσει εισαγγελικά καθήκοντα κατά την πρωτοβάθμια δίκη δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ με τρόπο που να δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για κακή σύνθεση του δικαστηρίου. Η τυχόν δυσπιστία για το αμερόληπτο του εισαγγελικού αυτού λειτουργού κατά την εκδίκαση της έφεσης μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 15 ΚΠΔ, να προταθεί ως λόγος εξαίρεσης και έτσι εξασφαλίζεται το δικαίωμα του προσώπου να δικασθεί η υπόθεσή του με δίκαιο τρόπο από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο.
Όμοιες: ΑΠ 982/2020 (Συμβ) ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 822/2020 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2022, 491, ΑΠ 576/2020 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2021, 898, ΑΠ 2055/2019 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1171/2018 ΠοινΔικ 2018, 135, ΑΠ 427/2017 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2018, 438, ΑΠ 176/2017 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2018, 221, ΑΠ 1550/2016 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2017, 988, ΑΠ 1301/2016 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2017, 876, ΑΠ 496/2016 ΠοινΧρ 2017, 572, ΑΠ 457/2015 ΠοινΔικ 2016, 261 = ΝοΒ 2016,108, ΑΠ 595/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 43/2013 ΠοινΧρ 2013, 512, ΑΠ 964/2012 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 954/2011 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2012, 71.
- ΑΠ (Συμβ) 284/2020 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2021, 1630 επ.
Περίληψη: Επιτρέπεται η συμμετοχή του ίδιου εισαγγελικού λειτουργού στην εκδίκαση της ίδιας υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και τούτο διότι ο εισαγγελέας, ο οποίος είναι μεν δικαστικός λειτουργός, με τη συμμετοχή του στη σύνθεση του δικαστηρίου, όπου, αναφορικά με την εκδιδόμενη από αυτό απόφαση, περιορίζεται απλώς να αναπτύξει την κατηγορία και να προτείνει την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεν συμπράττει στην έκδοση της απόφασης, η οποία προϋποθέτει ψήφο του δικαστή. Επιπλέον, η συμμετοχή του ίδιου εισαγγελικού λειτουργού κατά την εκδίκαση έφεσης σε υπόθεση που ο ίδιος είχε ασκήσει εισαγγελικά καθήκοντα κατά την πρωτοβάθμια δίκη, δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ και 14§1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, με τρόπο που να δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για κακή σύνθεση του δικαστηρίου (άρθρο 171§1 περ. α΄ ΚΠΔ), καθόσον η τυχόν δυσπιστία για το αμερόληπτο του εισαγγελικού αυτού λειτουργού κατά την εκδίκαση της έφεσης, μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 15 ΚΠΔ, να προταθεί ως λόγος εξαίρεσης. Δεν επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας, η άσκηση εισαγγελικών καθηκόντων στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Εφετών, που αποφασίζει για την εκτέλεση του ΕΕΣ (άρθρο 18 Ν. 3251/2004) από τον εισαγγελέα που προηγουμένως είχε διατυπώσει (απορριπτική) εισαγγελική πρόταση επί του παρεμπίπτοντος θέματος της κατά το άρθρο 16§2 Ν. 3251/2004 προσφυγής του εκζητουμένου κατά της Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών που διέταξε την προσωρινή κράτησή του.
- ΑΠ 982/2020 (Συμβ) ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Δήλωση εισαγγελέως αποχής από άσκηση καθηκόντων για σοβαρούς λόγους ευπρέπειας. Μία από τις εγγυήσεις διεξαγωγής της δίκης είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο και αποφαίνεται επί της ποινικής κατηγορίας αν πρόκειται για ποινική υπόθεση και επιβάλλεται κατά την αντικειμενική αμεροληψία, να μην επιλαμβάνεται ο ίδιος δικαστής της εκδίκασης μιας υποθέσεως σε περισσότερα διαδικαστικά στάδια (άρθρο 14 παρ. 3 του ΚΠοινΔ). Τούτο δεν συμβαίνει όταν το ίδιο πρόσωπο (Δικαστής ή Εισαγγελέας) συμμετέχει στην αναιρετική ποινική διαδικασία στην ίδια υπόθεση, για την οποία έχει εκφέρει την δικαιοδοτική κρίση του επί της ασκηθείσας πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως και στη συνέχεια έχει ασκηθεί δεύτερη αίτηση αναιρέσεως επί της οποίας πρέπει να αποφανθεί, μετά την δεύτερη καταδίκη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου από το δευτεροβάθμιο ποινικό δικαστήριο, αφού δεν πρόκειται για δύο διαφορετικούς βαθμούς διαδικασίας, χωρίς εξ' αυτού του λόγου να συνάγεται ότι δεν θα επιτελέσει απροκάλυπτα το υπηρεσιακό του καθήκον, αποδίδοντας το δίκαιο έναντι πάντων. Καταδίκη κατηγορουμένου για ανθρωποκτονία εξ αμελείας και συμμετοχή της ως άνω εισαγγελέως στην αρχική αναίρεση επί της οποίας είχε εκδοθεί ετέρα απόφαση του Αρείου Πάγου και στην οποία είχε ήδη εκφράσει την κρίση της επί των λόγων αναιρέσεως προτείνοντας την απόρριψη της αναιρέσεως. Ωστόσο, η διπλή εκφορά δικαστικής κρίσεως επί της υποθέσεως στο ίδιο Δικαστήριο δεν συνάγεται βλάβη του συμφέροντος της δικαιοσύνης και της διασφάλισης του κύρους της, δεδομένου, μάλιστα, ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η ως άνω εισαγγελέας δεν θα ασκήσει απροκατάληπτα το υπηρεσιακό της καθήκον.
- ΑΠ 68/2016, areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2016, 1098
Περίληψη: Η συμμετοχή του εισαγγελέα που συμμετείχε στη σύνθεση που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, δεν συνιστά λόγο αποκλεισμού συμμετοχής του στην επακολουθούσα μετ’ αναίρεση δίκη, αλλά ενδεχομένως λόγο εξαίρεσης ή δηλώσεως αποχής, που μπορεί ο εισαγγελέας αυτός να υποβάλει για λόγους ευπρέπειας και ευθιξίας, ώστε να μην κλονιστεί η εμπιστοσύνη των δικαζομένων πολιτών για την ευθυκρισία και το αμερόληπτο, αφού με την έκδοση της πρώτης αποφάσεως, έχει ήδη εκφράσει κάποια σχετική θέση επί της επίδικης διαφοράς, η οποία όμως και δεν ταυτίζεται πάντοτε ως προς τους όρους και τη διαδικασία.
- ΑΠ 1407/2017 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2018, 1199
Περίληψη: Μόνη η από τον εισαγγελέα άσκηση έφεσης κατά απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρου 14§3 του ΚΠΔ λόγο αποκλεισμού του από τη συμμετοχή του στη σύνθεση που θα δικάσει κατ’ έφεση την ίδια υπόθεση, ούτε προσκρούει η τοιαύτη συμμετοχή του στο άρθρο 6§1 ΕΣΔΑ, αφού αυτός δεν συμπράττει στην έκδοση της απόφασης.
΄Ομοια: ΑΠ 43/2013 ΝοΒ 2013, 1589 = ΠοινΧρ 2013, 512
- ΑΠ (Συμβ) 40/2023 ΕλλΔνη 2023, 1741, σημ. Βαλμαντώνη
Περίληψη: Δεν συντρέχει σοβαρός λόγος ευπρέπειας, όταν ο Εισαγγελέας ή ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχει ασκήσει το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά ορισμένης ποινικής αποφάσεως και στη συνέχεια συμμετέχει ως εισαγγελέας της έδρας στην εκδίκαση της ίδιας αιτήσεως αναιρέσεως. Η εξαντλητική απαρίθμηση των σοβαρών λόγων ευπρέπειας δεν είναι δυνατή διότι είναι ζήτημα πραγματικό, για το οποίο θα κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο που επιλαμβάνεται του θέματος, κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις.
΄Ομοια: ΑΠ 187/2024 ΤΝΠ Νόμος
- ΟλΑΠ 1/2024 (Συμβ) ΠοινΔικ 2025, 137
Περίληψη: Αποχή εισαγγελέα από την ενάσκηση των καθηκόντων του σε ορισμένη υπόθεση, για σοβαρούς λόγους ευπρέπειας. Δέχεται δήλωση αποχής, καθώς ο υιός της δηλούσας είναι ασκούμενος δικηγόρος σε δικηγορική εταιρία, διαχειριστής-εταίρος της οποίας άσκησε την αίτηση αναίρεσης και παρέστη κατά την εκδίκαση αυτής ενώπιον του τμήματος του Αρείου Πάγου, το οποίο εξέδωσε την παραπεμπτική στην Πλήρη Ολομέλεια απόφασή του. Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα από τη δηλούσα εισαγγελική λειτουργό περιστατικά είναι βάσιμα και ως εκ τούτου ευλόγως θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η κρίση της στην ως άνω υπόθεση δεν θα είναι αντικειμενική, απροκατάληπτη και αδιάβλητη.
- ΑΠ (Συμβ.) 1580/2017 areiospagos.gr = ΠοινΧρ 2019, 180, παρατ. Αποστολάκη
Περίληψη: Γίνεται δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αποχή από τα καθήκοντά του σε συγκεκριμένη δικάσιμο, κατά την οποία έχει εισαχθεί προς συζήτηση αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής απόφασης για απάτη από κοινού, επειδή στην έκδοση της τελευταίας είχε συμπράξει ως Εισαγγελέας της έδρας ο υιός του αιτούντος.
- ΑΠ (Συμβ.) 182/2016 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2017, 317
Περίληψη: Γίνεται δεκτή η δήλωση αποχής του αιτούντος Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου από την εκδίκαση συγκεκριμένης υπόθεσης, στην οποία η θυγατέρα του δικηγόρος εκπροσωπούσε του πολιτικώς ενάγοντες κατά την κύρια ανάκριση και όλη την προδικασία. Εξαιτίας της σχέσεως αυτής της τελευταίας με τους πολιτικώς ενάγοντες στην προαναφερθείσα υπόθεση, ευλόγως μπορεί να θεωρηθεί ότι η κρίση του ως άνω αντεισαγγελέως δεν είναι αποτέλεσμα απροκατάληπτης και αδιάβλητης κρίσης και, επομένως, το συμφέρον της δικαιοσύνης και η διασφάλιση του κύρους αυτής επιβάλλει την αποχή αυτού, για σοβαρό λόγο ευπρέπειας, από την ενάσκηση των καθηκόντων του στην εν λόγω υπόθεση.
- ΑΠ 1717/2018 ΠοινΔικ 2020, 642 = ΝοΒ 2019,564 = Αρμ 2018,1545
Περίληψη: Συμμετοχή στη μετ’ αναίρεση συζήτηση Αντεισαγγελέως με οικογενειακή σχέση (σύζυγος) με τον Εφέτη που συμμετείχε στη συζήτηση της αναιρεθείσας απόφασης. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου.
- ΑΠ 92/2020 areiospagos.gr
Περίληψη: Σύνδεση του εισαγγελέως προσωπική, πνευματική και θρησκευτική με τον αναιρεσείοντα - πρώην επίσκοπο, ο οποίος στα πλαίσια αυτά είχε παραστεί και ιερούργησε κατά την τελετή του γάμου του και κατά τη βάπτιση του υιού του. Δέχεται τη δήλωση αποχής του, αφού συντρέχουν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας, με σκοπό το συμφέρον της δικαιοσύνης και η διασφάλιση του κύρους αυτής.
- ΑΠ 167/2023 (Συμβ) ΤΝΠ ΔΣΑ
Περίληψη: Σοβαρός λόγος ευπρέπειας, που επιβάλλει την αποχή των δικαστικών προσώπων από την άσκηση των καθηκόντων τους, συντρέχει όταν τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση του δικαστικού λειτουργού ή το απροκατάληπτο αυτού, όπως στην περίπτωση που ιδιαίτερες προσωπικές ή οικογενειακές σχέσεις συνδέουν τον δικαστικό λειτουργό με κάποιον από τους διαδίκους ή τον συνήγορό του. Γίνεται δεκτή η δήλωση αποχής του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου από άσκηση των καθηκόντων του ως εισαγγελέας της έδρας κατά την εκδίκαση της κρινόμενης έφεσης, για σοβαρούς λόγους ευπρέπειας. Ειδικότερα αυτός συνδέεται με την συνήγορο του εκκαλούντος με συγγενική σχέση, ενώ ταυτόχρονα διατηρούν κοινωνικές σχέσεις, αλλά και προσωπική - οικογενειακή επικοινωνία. Επιπλέον έχει υπάρξει συνήγορός του σε συγκεκριμένη υπόθεση.
- ΑΠ 251/2017 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Σοβαροί λόγοι ευπρεπείας συντρέχουν, όταν η συμμετοχή του δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού στην εκδίκαση συγκεκριμένης υποθέσεως μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενή γι` αυτόν σχόλια, ως προς την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από ο,τιδήποτε και οποιονδήποτε, διερεύνησή της, σε τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και απροκατάληπτη κρίση του και το αδιάβλητο αυτής. Γίνεται δεκτή η δήλωση αποχής εισαγγελικού λειτουργού για σοβαρούς λόγους ευπρέπειας, ήτοι λόγω φιλικής και συγγενικής σύνδεσης του με τον αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, με τον οποίο υπήρξε συμμαθητής και τυγχάνουν και δεύτεροι εξάδελφοι, ενώ στον τόπο καταγωγής τους έχουν και σχέση γειτνίασης.
- ΠλημΠειρ 94/2022 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Δήλωση αποχής Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών από το χειρισμό ανακριτικής δικογραφίας. Διορισμός από την εγκαλούσα ως συνηγόρου και αντικλήτου της δικηγόρου Αθηνών στο γραφείο του οποίου είχε εργαστεί κατά το παρελθόν η αντεισαγγελέας. Δεδομένου ότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα εγγίζον τη δεκαετία από την εργασία της αντεισαγγελέως στο γραφείο, στη δε δήλωση αποχής δεν αναφέρεται διατήρηση οποιωνδήποτε σχέσεων έκτοτε με το ως άνω γραφείο, η εν λόγω δήλωση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
- ΑΠ 987/2013 areiospagos.gr = ΠοινΔικ 2014, σ. 786
Περίληψη: Κακή σύνθεση υπάρχει όταν ο Εισαγγελέας που μετέχει στο δικαστήριο που καταδίκασε τον κατηγορούμενο εξετάστηκε ως μάρτυρας ή γνωμοδότησε ως πραγματογνώμονας ή τεχνικός σύμβουλος στην ίδια υπόθεση, αφού στην περίπτωση αυτή δεν είναι αμερόληπτος κατά την έννοια των άρθρων 6§1 της ΕΣΔΑ και 14§1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Στην προκειμένη περίπτωση στη σύνθεση του δικαστηρίου της ουσίας που καταδίκασε την αναιρεσείουσα συμμετείχε ως εισαγγελέας ο Αντεισαγγελέας για τον οποίο ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι είναι κύριος μάρτυρας κατηγορίας εναντίον της σε υπόθεση διαφορετική από την ποινική υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Όμως, ο συμμετάσχων στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση Αντεισαγγελέας, ως εισαγγελέας της έδρας, δεν ανήκει στα πρόσωπα που αποκλείεται να ασκήσουν έργο εισαγγελέα στην κατά της ήδη αναιρεσείουσας ένδικη ποινική υπόθεση, αφού δεν ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ούτε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι εξετάσθηκε αυτός ως μάρτυρας στην ίδια υπόθεση με την κατηγορουμένη και για τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε αυτή ένοχη.
- ΑΠ 60/2020 (Συμβ) ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Δήλωση αποχής Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Σοβαροί λόγοι ευπρέπειας. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων είχε υποβάλει, όταν ο εισαγγελέας υπηρετούσε στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιά, εις βάρος του αναφορά για το χειρισμό υποθέσεων του αναιρεσείοντος, η οποία και ετέθη στο αρχείο. Αποφαίνεται ότι ο εισαγγελικός λειτουργός πρέπει να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων του κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως ώστε να μη δοθεί αφορμή για δυσμενή σε βάρος του σχόλια. Αντίθετη εισαγγελική πρόταση διότι προκύπτει ότι ο δηλών εισαγγελικός λειτουργός προβάλλει λόγους ευθιξίας, οι οποίοι, κατά τη νομολογία του Ακυρωτικού, δεν συνιστούν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας που επιβάλλουν την αποχή του, η δε ελεύθερη κρίση του και το απροκατάληπτο αυτού δεν τίθενται σε αμφιβολία.
- ΣυμβΠλΑθ 3551/2023 ΠοινΧρ 2024, 224
Περίληψη: Στους λόγους ευπρέπειας δεν συμπεριλαμβάνονται λόγοι ευθιξίας του δικαστικού λειτουργού εκ του γεγονότος ότι προηγουμένως είχε επιληφθεί υποθέσεως του ίδιου διαδίκου και οι αποφάσεις ή οι διατάξεις που εξέδωσε δεν ήταν αρεστές στον τελευταίο. Κρίνεται ότι η Εισαγγελεύς δεν πρέπει να απέχει των καθηκόντων της ελλείψει σοβαρού λόγου εξαίρεσης στο πρόσωπό της, επειδή: α) τέτοιον λόγο δεν αποτελεί η προηγούμενη δυσμενής για τον διάδικο διάταξή της, ήτοι στους λόγους ευπρέπειας δεν συμπεριλαμβάνονται οι λόγοι ευθιξίας, που είναι δυνατόν να υπάρχουν από το γεγονός ότι ο δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός, οποίος επιλήφθηκε νομίμως στο πλαίσιο των καθηκόντων του υποθέσεων του ίδιου διαδίκου και οι αποφάσεις ή διατάξεις, που εξέδωσε δεν ήταν αρεστές σε αυτόν, β) δεν προκύπτει ότι ο διάδικος κατέθεσε μήνυση εις βάρος της, και γ) οι δηλώσεις του τελευταίου περί παράνομης συμπεριφοράς της εισαγγελέως είναι καταφανώς αόριστες και δεν σχετίζονται με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Κατά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, πρέπει να επιτραπεί στην εισαγγελέα να απέχει των καθηκόντων της, λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς του διαδίκου απέναντί της.
- ΣυμβΕφΕυβ 28/2016 ΠοινΧρ 2017, 307
Περίληψη: Για να γίνει δεκτή αίτηση εξαίρεσης, θα πρέπει οι εναπομείναντες υπηρετούντες δικαστές να αρκούν για τη νόμιμη συγκρότηση του εκάστοτε δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου. Στην εν λόγω αίτηση πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να εκτίθενται με σαφήνεια οι λόγοι εξαίρεσης, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία αυτοί στηρίζονται και τα σχετικά αποδεικτικά μέσα, αποκλειομένης της δυνατότητας μεταγενέστερης συμπλήρωσής της. Απορρίπτεται η αίτηση εξαίρεσης των δύο υπηρετούντων στην Χαλκίδα εισαγγελικών λειτουργών, η οποία υπεβλήθη από την κατηγορουμένη και περιείχε παντελώς αόριστες αιτιάσεις κατ’ αυτών περί μεροληψίας τους στον χειρισμό προηγούμενων υποθέσεών της, κυρίως επειδή οι υπηρετούντες στην Χαλκίδα εισαγγελικοί λειτουργοί είναι δύο, ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται η εξαίρεση αμφοτέρων, και δευτερευόντως λόγω αοριστίας.
- AΠ 242/2023 (Συμβ) ΠοινΧρ 2023, 730 = ΝοΒ 2023, 1459
Περίληψη: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 14, 22 εδ. α΄, 23§1 εδ. α΄ και 479 ΚΠΔ προκύπτει ότι κατά της αποφάσεως δικαστηρίου ή βουλεύματος συμβουλίου, το οποίο δέχθηκε αίτηση εξαίρεσης μέλους του δικαστηρίου και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και κατά απόφασης ή βουλεύματος που δέχεται τη δήλωση αποχής δικαστή μέλους της συνθέσεως του, για σοβαρούς λόγους ευπρέπειας δεν επιτρέπεται στους διαδίκους να ασκήσουν ένδικο μέσο (ΑΠ 1701/2019, ΑΠ 400/2008). Στον Εισαγγελέα Εφετών όμως που δεν είναι διάδικος στην ποινική διαδικασία (ΑΠ 195/2004) επιτρέπεται να ασκήσει έφεση κατά οποιουδήποτε βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, συμπεριλαμβανομένου και αυτού που δέχεται τη δήλωση αποχής του δικαστικού λειτουργού. Στην προκειμένη περίπτωση, αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο παρανόμως και καθ’ υπέρβαση εξουσίας απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του εισαγγελέως Εφετών κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Εδέσσης, που έκανε δεκτή τη δήλωση αποχής από την ενάσκηση των καθηκόντων της για λόγους ευπρέπειας της Εισαγγελικής λειτουργού της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Εδέσσης,, δεκτού γενομένου του λόγου αναίρεσης κατά το άρθρο 484§1 ε΄ και στ΄ ΚΠΔ.
v Νομολογία περί εξαίρεσης στην πολιτική δίκη – Σύγκρουση συμφερόντων
- ΑΠ 303/2023 areiospagos.gr
Περίληψη: Εξαίρεση δικαστή. Δεν προβλέπεται σε περίπτωση συμμετοχής του στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε απόφαση με οποιαδήποτε συνάφεια προς την ένδικη υπόθεση. Αβασιμότητα σχετικού λόγου αναίρεσης, ερειδόμενου στη μη εξαίρεση δικαστή που συμμετείχε στη σύνθεση ποινικού δικαστηρίου, που επιλήφθηκε της ποινικής κατηγορίας, που αποδίδεται στον υπαίτιο ζημιώσαντα.
Όμοια: ΑΠ 1445/2024 ΤΝΠ Qualex
Περίληψη: Δεν συνέτρεχε λόγος εξαίρεσης της Δικαστή Εφέτη Αθηνών, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 52 του ΚΠολΔ, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται, η έκδοση απόφασης, που τυχόν είχε οποιαδήποτε συνάφεια προς την ένδικη υπόθεση, από το γεγονός ότι είχε απορρίψει αγωγή με το ίδιο αντικείμενο, που αφορούσε συνάδελφο της αναιρεσείουσας.
Όμοια: ΑΠ 931/2014 ΤΝΠ Νόμος
- ΕφΘεσ 473/2016 Αρμ 2018, 1527
Περίληψη: Δεν γεννά υπόνοια μεροληψίας η προηγούμενη συμμετοχή του δικαστή για τις αστικές αξιώσεις του αιτούντος στη σύνθεση ποινικού δικαστηρίου της ίδιας υπόθεσης, διότι βασίζεται σε διαφορετικό βιοτικό γεγονός, το οποίο αποτελεί μικρό και μόνο τμήμα του μακροχρόνιου δικαστικού αγώνα των διαδίκων.
Contra: ΕφΠειρ 54/2014 ΤΝΠ Νόμος
Αίτηση εξαίρεσης. Αυτοεξαίρεση. Δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός. Μπορεί να γίνει και μετά την συζήτηση. Συνέπειες. Αποφασίζει το Δικαστήριο χωρίς την συμμετοχή του αιτούντος την εξαίρεση. Αρκεί η πιθανολόγηση των λόγων εξαίρεσης. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου μετά την συζήτηση της υπόθεσης που αφορά έφεση κατά απόφασης που απέρριψε αγωγή του αιτούντος με την οποία ζητά να αναγνωριστεί ως άκυρη δωρεά της μητέρας του προς τις εγγονές της λόγω αχαριστίας υπέβαλε αίτηση εξαίρεσης για τον λόγο ότι είχε λάβει μέρος και είχε κρίνει έτερη έφεση που αφορούσε την αναγνώριση ακυρότητας δωρεάς που είχε κάνει ο ίδιος και η μητέρα του προς τις κόρες του και εγγονές της μητέρας του αντίστοιχα. Κρίθηκε ότι υπάρχει συνάφεια των υπό κρίση θεμάτων. Δέχεται την εξαίρεση. Διατάσσει επανάληψη της συζήτησης
- ΑΠ 465/2018 ΝοΒ 2018, 1075
Περίληψη: Δήλωση αυτοεξαίρεσης Αρεοπαγίτη κατά τον Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας. Οι ποινικές υποθέσεις που είχε επιληφθεί η δηλούσα ως εφέτης - ανακρίτρια κατά της αναιρεσείουσας δεν σχετίζονται με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο αυτής, η οποία αφορά διαφορά από σύμβαση εργασίας. Μόνη η λήψη μαρτυρικών καταθέσεων από τη δηλούσα, κατά τη διενέργεια ανάκρισης, του δεύτερου αναιρεσείοντα, ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αυτής και της αναιρεσίβλητης υπαλλήλου αυτής δεν δικαιολογεί δυσπιστία των διαδίκων. Απορρίπτεται.
Περίληψη: Η συμμετοχή Αρεοπαγίτη στη σύνθεση του δικαστηρίου που αναίρεσε προεκδοθείσα της προσβαλλόμενης, με δεύτερη αναίρεση, απόφασης δεν συνιστά λόγο εξαίρεσής της, εφόσον η σύνθεση του Δικαστηρίου στην οποία συμμετείχε δεν έκρινε την ουσία της υπόθεσης αλλά αναιρετικές πλημμέλειες προεκδοθείσας της προσβαλλόμενης με την ένδικη αίτηση αναίρεσης απόφασης και προεχόντως η ίδια δεν συμμετείχε στην έκδοση της προσβαλλόμενης με τη δεύτερη αυτή αίτηση αναίρεσης απόφασης.
Όμοια: ΑΠ 538/2024 ΤΝΠ Νόμος.
- ΑΠ 213/2019 ΝοΒ 2019, 1702
Περίληψη: Δήλωση αυτοεξαίρεσης Εισηγητή Αρεοπαγίτη. Δεκτή η δήλωση αυτοεξαίρεσης, επειδή είχε συμμετάσχει ως Πρόεδρος Πρωτοδικών στη σύνθεση του πρωτοβάθμιου πολυμελούς δικαστηρίου, όπου κατόπιν έκδοσης απόφασης και στη συνέχεια άσκησης έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση.
Όμοια: ΕφΘεσ 2589/2014 ΤΝΠ Νόμος.
- ΑΠ (ΣΥΜΒ) 467/2023 areiospagos.gr
Περίληψη: Δεκτή η εξαίρεση δικαστών λόγω ασκήσεως εις βάρος τους αγωγής κακοδικίας από έτερο εντολέα του ιδίου δικηγόρου, διότι η ανωτέρω αντιδικία είναι ικανή να δημιουργήσει υπόνοιες μεροληψίας, κατά την έννοια του άρθρου 52§1 περ. στ` ΚΠολΔ.
Όμοιες: ΑΠ 248/2017 ΝοΒ 2017, 1878, ΑΠ 1715/2011 ΕΠολΔ 2013, 51, ΕφΠειρ 554/2022 efeteio-peir.gr
- ΑΠ 1471/2018 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 52§1 περ. στ' ΚΠολΔ, μόνη η γνώμη του Εισηγητή Αρεοπαγίτη, που διατυπώνεται στην κατ' άρθρο 571 ΚΠολΔ έκθεσή του για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης, έστω και αν είναι εσφαλμένη, κατά την άποψη κάποιου διαδίκου, δεν θεμελιώνει λόγο εξαίρεσης και ειδικότερα δεν δημιουργεί ούτε μπορεί να δημιουργήσει υπόνοιες μεροληψίας υπέρ ή κατά κάποιου διαδίκου, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 571 και 574 ΚΠολΔ, η έγγραφη εισήγηση του Εισηγητή Αρεοπαγίτη, για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης, αποτελεί απλώς αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την πρόοδο της αναιρετικής δίκης, ώστε με τη γνώση και των απόψεων του Εισηγητή να επακολουθήσει η προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων για την πληρέστερη κατά το σκοπό του νόμου, εξέταση της υπόθεσης και δεν δεσμεύει ούτε τον ίδιο κατά την επακολουθούσα διάσκεψη (ΑΠ 117/2012, ΑΠ 357/2015, ΑΠ 534/ 2016). Τέλος, από την ίδια διάταξη του άρθρου 52§1 περ. στ' ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι η υπόνοια μεροληψίας, ως λόγος που μπορεί να οδηγήσει στην εξαίρεση, προκαλείται από τις σχέσεις του δικαστή με κάποιον διάδικο και όχι απλώς από τη δυσμενή για τον αιτούντα ψήφο του, που δόθηκε σε άλλη δίκη, άσχετα αν αυτή υπήρξε ή όχι ορθή (ΑΠ 1526/2000, ΑΠ 279/2001)
Όμοιες: ΑΠ 144/2020 ΕΠολΔ 2021,467, ΑΠ 357/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 850/2012 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 117/2012 ΝοΒ 2012, 1482, ΑΠ 117/2012 ΕΠολΔ 2012, 703 σημ. Αθ. Πανταζόπουλου.
- ΑΠ 147/2014 ΝοΒ 2014, 1432
Περίληψη: Δεν αποτελεί λόγο εξαίρεσης για υπόνοια μεροληψίας μόνη η γνώμη του Εισηγητή Αρεοπαγίτη που διατυπώνεται στην κατά το άρθρο 571 του ΚΠολΔ έκθεσή του για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της αναίρεσης, όταν η γνώμη αυτή (εισήγηση) δεν είναι ευνοϊκή για τον διάδικο, ενώ η κατάθεση εκ μέρους του διαδίκου πειθαρχικής αναφοράς κατά του Εισηγητή Αρεοπαγίτη δύο μέρες πριν από τη δικάσιμο, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί λόγος εξαίρεσης αυτού τυγχάνει προδήλως αβάσιμη και προσχηματική. Το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση εξαίρεσης ως αβάσιμη.
- ΑΠ 534/2016 ΕΠολΔ 2017, 90 σημ. Κατηφόρη
Περίληψη: Αίτηση εξαίρεσης εισηγητή Αρεοπαγίτη από συζήτηση αιτήσεως αναιρέσεως. Μόνη η γνώμη του Εισηγητή, που διατυπώνεται στην έκθεσή του για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης, έστω και αν είναι εσφαλμένη, δεν θεμελιώνει λόγο εξαίρεσης και ειδικότερα δεν δημιουργεί ούτε μπορεί να δημιουργήσει υπόνοιες μεροληψίας υπέρ ή κατά κάποιου διαδίκου. Επίσης δεν θεμελιώνει λόγο εξαιρέσεως ούτε η συμμετοχή του στο Τριμελές Συμβούλιο Αναστολών του Αρείου Πάγου, κατά την εκδίκαση αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης, με την αίτηση αναίρεσης, αποφάσεως, όπου και ερευνάται μόνο αν από την εκτέλεση της απόφασης πιθανολογείται κίνδυνος βλάβης.
- ΑΠ 1617/2012 ΕΠολΔ 2013, 53 σχόλ. Καλαβρού
Περίληψη: Αίτηση εξαίρεσης δικαστών Αρείου Πάγου για τους εξής λόγους: 1) λόγω εκκρεμούς αγωγής κακοδικίας από την αιτούσα κατά μελών του δικαστηρίου, 2) λόγω προηγούμενης αίτησης εξαιρέσεως σε βάρος άλλων μελών της σύνθεσης, που αν και απορρίφθηκε, δύναται κατά την αιτούσα να οδηγήσει τους δικαστές σε κάποια δικαιολογημένη δυσφορία εναντίον της, 3) λόγω συναδελφικής αλληλεγγύης των λοιπών μελών της σύνθεσης. Οι ισχυρισμοί της αιτούσας καθόσον στρέφονται κατά των υπό στοιχεία 2 και 3 αναφερομένων δικαστών δεν θεμελιώνουν υπόνοια μεροληψίας υπό την έννοια του άρθρου 52 ΚΠολΔ, ούτε άλλωστε μόνη η γνώμη του Εισηγητή Αρεοπαγίτη, που διατυπώνεται στην κατ` άρθρο 571 έκθεση για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης δημιουργεί υπόνοιες μεροληψίας. Επομένως, η αίτηση γι` αυτούς είναι μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω για τους λοιπούς ισχυρισμούς της αιτούσας, κατά των υπό στοιχείο 1 αναφερομένων δικαστών, πιθανολογείται ότι πράγματι η κατ` αυτών έγερση της αγωγής κακοδικίας, είναι γεγονός που δημιουργεί αντικειμενικά υπόνοια μεροληψίας τους, οποιαδήποτε κρίση και αν διατυπώσουν. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση.
- ΑΠ 741/2010 ΝοΒ 2010, 2338
Περίληψη: Δυνάμει της ως άνω απόφασης έγινε δεκτή αίτηση εξαίρεσης που υπέβαλε κατ’ άρθρο 52§1 εδ. στ’ ΚΠολΔ μέλος που μετείχε στη σύνθεση του πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα, η αίτηση εξαίρεσης υπεβλήθη για τον λόγο ότι είχε μετάσχει ως μέλος της σύνθεσης του ίδιου τμήματος του Αρείου Πάγου που είχε δικάσει αναίρεση του πρώτου αναιρεσείοντος στην παρούσα υπόθεση κατά έτερης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν εκδίκασης της οποίας υπεβλήθη από τον πρώτο αναιρεσείοντα σε βάρος του έγκληση, οπότε και κρίθηκε ότι ευλόγως θα εγείρονταν από τη συμμετοχή του κατά την εκδίκαση της υπό κρίση αναίρεσης υπόνοιας μεροληψίας.
- ΑΠ 284/2019 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Εξαίρεση Δικαστών. Λόγος εξαίρεσης για υπόνοια μεροληψίας. Δεν δημιουργείται από μόνη την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς σε βάρος των μελών της σύνθεσης του δικαστηρίου εκ μέρους κάποιου των διαδίκων για δικαιοδοτική τους κρίση, που αφορά την έκδοση μη οριστικής απόφασης που διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθούν τα αναγραφόμενα αποδεικτικά έγγραφα για τη νομιμοποίηση του διαδίκου, έστω και εάν κατά την άποψη του υποβαλλόντος τη μηνυτήρια αναφορά διαδίκου η ως άνω κρίση υπήρξε εσφαλμένη. Επομένως δεν συντρέχει τοιαύτη περίπτωση μεροληψίας.
- ΑΠ 1348/2011 ΕΠολΔ 2012, 453
Περίληψη: Δήλωση εξαίρεσης δικαστή. Ο αιτών ζήτησε την εξαίρεση του κατά τις διατάξεις της ΕΣΔΑ γιατί είχε συμμετάσχει στην σύνθεση δικαστηρίου που απεφάνθη για ποινικό σκέλος της υπόθεσης. Κρίθηκε ότι ο αιτών έχει γνώση κάποιων στοιχείων αλλά όχι όλων των παραμέτρων της υπόθεσης. Ειδικότερα, ο αιτών γνώριζε στοιχεία της υπόθεσης κατά το ποινικό της και μόνο σκέλος. Τούτο δεν έχει πρόδηλα, την έννοια, πως η γνώση αυτή εκτείνεται σε όλες τις παραμέτρους της ίδιας υπόθεσης, η οποία άγεται για κρίση στο δικαστήριο, για τις αστικές αξιώσεις του αναιρεσίβλητου. Είναι δε, εντελώς διαφορετική η ποινική εκτίμηση της υπόθεσης και η αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών από το ποινικό δικαστήριο. Άλλωστε, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου δεν εξετάζει την ουσία της υπόθεσης αλλά νομικές πλημμέλειες.
Περίληψη: Λόγοι εξαίρεσης δικαστών. Μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνεται η συμμετοχή του δικαστή στη σύνθεση δικαστικού συμβουλίου το οποίο εξέδωσε βούλευμα συναφές προς την υπόθεση για την οποία προβάλλεται αιτίαση εξαίρεσης. Περιορισμός του νόμου μόνο στην εξαίρεση του δικαστή ο οποίος μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη με έφεση ή αναίρεση απόφαση.
- ΑΠ 1412/2015 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Εξαίρεση δικαστή. Δήλωση κωλύματος (αυτοεξαίρεση) εκ μέρους δικαστή, διότι στην σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που εξέδωσε διορθωτική απόφαση, συμμετείχε, ως μέλος, με την ιδιότητα του Προέδρου Εφετών του Δικαστηρίου αυτού. Ο αιτών δεν πρέπει να εξαιρεθεί από την εκδίκαση της υποθέσεως αυτής, διότι είναι μεν ακριβές πως αυτός συμμετείχε στη σύνθεση του Εφετείου Αθηνών το οποίο, ύστερα από αίτηση του εκκαλούντος προέβη, στη διόρθωση του ονόματος της τρίτης των καθ` ων η αίτηση διορθώσεως και τρίτης των εφεσιβλήτων, πλην όμως, τούτο ουδεμία σχέση έχει με την ουσία της υποθέσεως, ούτε υπόνοιες μεροληψίας του αιτούντος επί των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως, μπορεί να προκαλέσει η συμμετοχή του αυτή στην εντελώς τυπική και χωρίς αντιδικία, διαδικασία διόρθωσης του ονόματος της ανωτέρω διαδίκου. Απορρίπτει την αίτηση αυτοεξαίρεσης Αρεοπαγίτη.
- ΤρΕφΑθ 545/2024 ΤΝΠ Qualex
Περίληψη: Δήλωση αποχής Εφέτη Αθηνών προς τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Αθηνών, επειδή η εν λόγω δικαστικός λειτουργός μετείχε ως Πρόεδρος στη σύνθεση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο εξέδωσε παραπεμπτικό βούλευμα του δεύτερου εφεσιβλήτου, και συνεπώς, υφίσταται σοβαρός λόγος ευπρέπειας που δεν επιτρέπει τη συμμετοχή της στη δίκη, αφού βάσιμα μπορούν να δημιουργηθούν υπόνοιες μεροληψίας και ζήτημα αμφισβήτησης της αντικειμενικότητας της, επειδή έχει ήδη διαμορφώσει κρίση και έχει εκφέρει άποψη στην υπόθεση και δη στο ποινικό της σκέλος, που ταυτίζεται με το αστικό. Δέχεται δήλωση αποχής της Εφέτη Αθηνών. Διατάσσει την επανάληψη της συζητήσεως.
- ΤρΕφΑθ 731/2024 ΤΝΠ Qualex
Περίληψη: Δήλωση αποχής Εφέτη Αθηνών, ως Δικαστή του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, λόγω συμμετοχής της στη σύνθεση δικαστηρίου ως Προέδρου Πρωτοδικών, οπότε έχει ήδη εκφράσει άποψη για την ουσία της διαφοράς και την εν γένει αντιδικία των διαδίκων από το έτος 2007 και εντεύθεν. Συνεπώς, είναι δυνατόν να προκληθούν υπόνοιες μεροληψίας σε βάρος της αναφορικά με τον χειρισμό των επίμαχων υποθέσεων (εφέσεως και αντεφέσεως), που συνεκφωνήθηκαν και συζητήθηκαν ενώπιον της. Δέχεται τη δήλωση. Διατάσσει την επανάληψη της συζητήσεως των ανωτέρω υποθέσεων.
- ΕφΠειρ 661/2020 efeteio-peir.gr
Περίληψη: Αίτηση εξαίρεσης δικαστή λόγω υπόνοιας μεροληψίας. Αυτή θα πρέπει να προκαλείται από τις σχέσεις του δικαστή με κάποιον διάδικο και όχι απλώς από τη δυσμενή για τον αιτούντα απόφασή του επί κάποιου αιτήματος, όπως η απόρριψη του αιτήματος αναβολής άσχετα αν αυτή υπήρξε ή όχι ορθή (ΑΠ 284/2019, 248/2017, 147/2014 ΤΝΠ Νόμος).
Περίληψη: Δεν θεμελιώνει υπόνοια μεροληψίας η δικαιοδοτική κρίση του δικαστή που εξέφρασε στα πλαίσια των καθηκόντων του για νομικό ή πραγματικό ζήτημα, που δεν συμφέρει τον αιτούντα ή τους αιτούντες την εξαίρεση. Επομένως η κρίση του δικαστή στην ίδια ή σε προηγούμενη δίκη (π.χ. η απόρριψη αιτήματος αναβολής, η απόρριψη ενστάσεων, η απόρριψη αγωγής ή απόρριψη αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων) που δεν συμφέρει αυτούς που ζητούν την εξαίρεση, έστω και μεταξύ των ίδιων διαδίκων, παρισταμένων υπό άλλη ή συναφή ιδιότητα, δεν αποτελεί από μόνη της χωρίς τη συνδρομή άλλων πραγματικών περιστατικών λόγο εξαίρεσης. Εξαίρεση Ειρηνοδίκη για λόγους αμεροληψίας από την εκδίκαση και έκδοση απόφασης επί αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, λόγω προηγούμενης έκδοσης προσωρινής διαταγής στην ίδια υπόθεση.
- ΑΠ 159/2020 ΕΠολΔ 2020,290
Περίληψη: Εξαίρεση Δικαστών. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 52§1 περ. στ` του ΚΠολΔ και 6§1 της ΕΣΔΑ, σαφώς προκύπτει ότι οι δικαστές μπορούν να προτείνουν την εξαίρεσή τους ή να εξαιρεθούν από οποιοδήποτε διάδικο, αν προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, περίπτωση η οποία συντρέχει και όταν σε ζήτημα που τίθεται ενώπιον τους, έχουν εκφέρει γνώμη σε άλλη δίκη, η οποία είχε ως αντικείμενο της το ίδιο βιοτικό συμβάν μεταξύ των αυτών διαδίκων με τη δικαζόμενη υπόθεση (ΑΠ 138/2018, ΑΠ 1029/2011, ΑΠ 2127/2009, ΑΠ 728/2008). Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση τόσον της αποφάσεως (επί της αιτήσεως αναστολής), όσον και της αναιρεσιβαλλομένης, στην σύνθεση του εκδόσαντος αυτές Εφετείου Αθηνών μετείχαν οι ίδιοι δικαστές. Η τοιαύτη όμως συμμετοχή των δικαστών αυτών στην σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ενόψει της συμμετοχής τους και της εκφοράς της δικαιοδοτικής κρίσεώς τους, για το ίδιο ακριβώς θέμα στην προηγηθείσα δίκη της αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης διαιτητικής αποφάσεως, προκαλεί αντικειμενικής υπόνοιες μεροληψίας, αφού είναι ως εκ τούτου ενδεχόμενο να δημιουργηθεί στους διαδίκους η εντύπωση ότι θα οδηγηθούν σε κρίση με βάση τη γνώμη που έχουν εκφέρει στην προηγούμενη υπόθεση, γεγονός που επιφέρει κατ` ανάγκη δυσπιστία ως προς το αμερόληπτο της κρίσης τους, δεδομένου μάλιστα ότι υπό την ισχύ της διατάξεως του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ επικράτησε στην νομολογία ή άποψη ότι η άσκηση διαδοχικώς δικαιοδοτικών καθηκόντων από τον ίδιο δικαστή στην ίδια υπόθεση, παραβιάζει την αρχή της αμεροληψίας του που διασφαλίζεται από τη διάταξη αυτή (αρθρ. 6§1 ΕΣΔΑ - ΑΠ 1029/2011). Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, το δίκασαν Εφετείο, ως συγκροτηθέν προς εκδίκαση και εκδόσαν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με την συμμετοχή των ανωτέρω δικαστών, οι οποίοι ήταν εξαιρετέοι, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή την ως άνω διάταξη του άρθρου 6§1 ΕΣΔΑ και συνεπώς, ο τα αυτά υποστήριζων πρώτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της αιτήσεως, είναι βάσιμος.
- ΑΠ 445/2022 areiospagos.gr
Περίληψη: Συμμετοχή στη σύνθεση τμήματος του Αρείου Πάγου δικαστή, η σύζυγος του οποίου είχε εκδώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Αποφαίνεται ότι είναι εξαιρετέος στη συζήτηση της υποθέσεως.
- Όμοια: ΕφΠειρ 663/2015 ΤΝΠ Νόμος
- ΕφΠειρ 649/2020 efeteio-peir.gr
Περίληψη: Γίνεται δεκτή δήλωση εξαίρεσης Εφέτη λόγω έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης από συγγενικό της πρόσωπο, δευτέρου βαθμού εξ αίματος. Συνιστά γεγονός που επιφέρει δυσπιστία ως προς το αμερόληπτο της κρίσης του Εφετείου.
- ΕφΘεσ 241/2013 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Μετ’ αναίρεση απόφαση. Δεκτή η εξαίρεση Εφέτη, ο οποίος είχε μετάσχει ως δεξιό μέλος, με την ιδιότητα του Εφέτη, στη σύνθεση του Εφετείου που είχε συζητήσει την ένδικη έφεση και είχε εκδώσει σχετικώς απόφαση, η οποία όμως αναιρέθηκε.
- ΑΠ 378/2024 ΤΝΠ ΔΣΑ = ΤΝΠ Qualex
Περίληψη: Αυτοεξαίρεση δικαστή λόγω υπόνοιας μεροληψίας. Δικαστικός λειτουργός του Αρείου Πάγου κατέθεσε αίτηση αυτοεξαίρεσης, καθότι διαπίστωσε ότι την αναιρεσείουσα εκπροσώπησε με κατάθεση δήλωσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος - ομότιμος καθηγητής στη Νομική Σχολή του Παν/μίου Αθηνών, με τον οποίο έχει στενή φιλική σχέση και ήταν συνάδελφοι επί πολλά χρόνια στο Παν/μιο. Επειδή είναι ενδεχόμενο να δημιουργηθεί στους διαδίκους η εντύπωση ότι ο δηλών δικαστικός λειτουργός θα οδηγηθεί σε κρίση επηρεασμένος από τη στενή φιλική σχέση που διατηρεί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, γεγονός που θα ήταν δυνατό να επιφέρει δυσπιστία ως προς το αμερόληπτο της κρίσης του, ανεξάρτητα από το ότι τούτο δεν θα ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, πρέπει να αποφανθεί το δικαστήριο ότι ο παραπάνω Αρεοπαγίτης και μέλος της σύνθεσης του δικαστηρίου είναι εξαιρετέος στην εξεταζόμενη υπόθεση.
- ΤρΕφΑθ 793/2025 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Ο ορισθείς ως εισηγητής δικαστής, μετά τη συζήτηση της έφεσης, υπέβαλε στην Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών δήλωση αποχής, στην οποία αναφέρει ότι ο πρώτος εφεσίβλητος υπήρξε ιατρός του κατά το παρελθόν, σίγουρα πριν από 10 έτη, ότι είχε υποβάλει την ίδια δήλωση αποχής και πρωτοδίκως και είχε γίνει δεκτή, όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη, υποβάλλει δε τη δήλωση αυτή προκειμένου να μην δημιουργηθούν υπόνοιες μεροληψίας στο πρόσωπό του. Ενόψει αυτών, κατ` εφαρμογή των άνω διατάξεων σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ, κατά την οποία κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως από αμερόληπτο και ανεξάρτητο δικαστήριο και επειδή είναι ενδεχόμενο να δημιουργηθεί στους διαδίκους η εντύπωση ότι ο δηλών θα επηρεαστεί στην κρίση του από το άνω γεγονός, πρέπει να γίνει δεκτή και κατ’ ουσίαν η δήλωση αποχής και να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ.
- ΤρΕφΑθ 1683/2024 ΤΝΠ Qualex
Περίληψη: Δήλωση αποχής Εφέτη Αθηνών, ως δικαστή του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς υπόθεση, που συζητήθηκε ενώπιον του 15ου Τμήματος του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία διαπίστωσε ότι συνδέεται με τον παρασταθέντα με μονομερή δήλωση του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ, πληρεξούσιο δικηγόρο της εφεσίβλητης, με στενή φιλία, ενώ αυτός τυγχάνει και κουμπάρος της (νονός του υιού της). Συνεπώς, είναι δυνατόν να προκληθούν υπόνοιες μεροληψίας σε βάρος της αναφορικά με τον χειρισμό της υποθέσεως και συντρέχει έτσι περίπτωση εξαιρέσεώς της, όπως βασίμως εκτίθεται στην κρινόμενη δήλωσή της. Κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή η δήλωση και να διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως.
- ΤρΕφΑθ 933/2024 ΤΝΠ Qualex
Περίληψη: Δήλωση αποχής (αυτοεξαιρέσεως) για λόγους αμεροληψίας. Προηγούμενη κοινωνική σχέση, καθώς ο εκκαλών είναι πατέρας συμμαθητή και φίλου του τέκνου της. Δέχεται την δήλωση.
- ΤρΕφΑθ 477/2025 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Αυτοεξαίρεση δικαστικού λειτουργού. Ειδικότερα, προκύπτει ότι κοντινός της συγγενής και δη ο ανεψιός της, με τον οποίο η δηλούσα εφέτης διατηρεί στενότατους δεσμούς αγάπης και στοργής εφόσον η ίδια δεν έχει αποκτήσει τέκνα, συνδέεται με ιδιαίτερη φιλική σχέση με τον εκκαλούντα της εφέσεως, με αποτέλεσμα εύλογα να υπάρχει το ενδεχόμενο να δημιουργηθούν υπόνοιες μεροληψίες σε βάρος της, ως προς την έκβαση της υπόθεσης. Δέχεται τη δήλωση αποχής - αίτηση αυτοεξαίρεσης δικαστικού λειτουργού.
- ΑΠ 723/2023 ΤΝΠ ΔΣΑ
Περίληψη: Δήλωση αυτοεξαίρεσης δικαστή κατά τη διάσκεψη για την έκδοση απόφασης, καθόσον διαπίστωσε ότι ο αδελφός του, δικηγόρος, έχει χειριστεί με την ιδιότητά του αυτή άλλη υπόθεση του αναιρεσείοντος σε ποινικό δικαστήριο. Δεκτής γενομένης της δήλωσης αυτής, το δικαστήριο διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης κατ’ άρθρο 307 ΚΠολΔ.
Περίληψη: Εξαίρεση δικαστή. Δεκτή η δήλωση κωλύματος Αρεοπαγίτη λόγω συγγένειάς της (αδελφική σχέση) με τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων. Δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό και μπορεί να γίνει και στη διάσκεψη της υπόθεσης για την έκδοση της σχετικής απόφασης.
- ΑΠ 1128/2020, areiospagos.gr
Περίληψη: Εξαίρεση δικαστή. Δυνατή και όταν είναι ενδεχόμενο να προκληθεί σε διάδικο υπόνοια μεροληψίας, ως προς την κρίση του δικαστή. Δεκτή η δήλωση αυτοεξαίρεσης δικαστή, λόγω επικληθείσας, από πληρεξούσια δικηγόρο, υφιστάμενης μεταξύ τους οικογενειακής έχθρας.
Περίληψη: Εξαίρεση δικαστή. Δεκτή η δήλωση κωλύματος που αφορά την ιδιαίτερη πολύχρονη φιλία της Αρεοπαγίτη με τη μητέρα της πληρεξούσιας δικηγόρου της αναιρεσείουσας καθώς και τη διεκπεραίωση υποθέσεων της δηλούσας από την ανωτέρω δικηγόρο.
- ΑΠ 355/2019 areiospagos.gr
Περίληψη: Λόγος εξαίρεσης για υπόνοια μεροληψίας. Εξαίρεση Αρεοπαγίτη Εισηγητή από την κρινόμενη υπόθεση, δοθέντος ότι επ΄ αυτής παρίσταται, ως πληρεξούσιος ενός εκ των διαδίκων, δικηγόρος με τον οποίο ο ως άνω εισηγητής διατηρεί φιλικές σχέσεις και επαφή, και ανέθεσε σ` αυτόν τον χειρισμό σοβαρής υποθέσεως τροχαίου ατυχήματος, με αποτέλεσμα, λόγω της ιδιαίτερης φιλίας, να δημιουργηθεί δυσπιστία ως προς το αμερόληπτο της κρίσης του.
Όμοιες: ΑΠ 202/2020 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 355/2019 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 44/2015 ΤΝΠ Νόμος.
Περίληψη: Δήλωση αυτοεξαίρεσης δικαστή. Το γεγονός ότι η οικογένειά του στο πλαίσιο της υφιστάμενης κατά το απώτερο παρελθόν γειτνίασης είχε συνήθεις κοινωνικές σχέσεις, μη αναγόμενες σε ιδιαίτερη φιλία ή σε ιδιαίτερες σχέσεις καθηκόντων ή εξάρτησης, με θανόντα, της κληρονομίας του οποίου η αναιρεσείουσα τυγχάνει οριστική κηδεμόνας, δεν αποτελεί βάσιμο λόγο εξαιρέσεως.
- ΕφΠειρ 663/2015 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Μετ’ αναίρεση απόφαση. Στην σύνθεση του Αρείου Πάγου συμμετείχε ο σύζυγος της αδελφής της Προέδρου Εφετών, η οποία το διαπίστωσε κατά τη μελέτη της υπόθεσης, προκειμένου να γίνει η χρέωσή της στον εισηγητή, γεγονός που είναι ενδεχόμενο να δημιουργήσει στους διαδίκους δυσπιστία ως προς το αμερόληπτο της κρίσης της. Δεκτή η αίτηση αυτοεξαίρεσης.
- ΕφΑνατΚρητ 271/2014 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Αίτηση αυτοεξαίρεσης εφέτη σε δευτεροβάθμια κρίση αγωγής όπου στην προσθήκη - αντίκρουση μεταξύ άλλων γίνεται αναφορά σε ύπαρξη δικαστικών κυκλωμάτων στα οποία φέρεται να έχει εμπλοκή με την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης. Απόρριψη της αίτησης με την αιτιολογία ότι στο δικόγραφο δεν αποδίδεται συγκεκριμένη μομφή στον αιτούντα δικαστή, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν την κατονομάζει ως δικαστικό λειτουργό, ούτε αναφέρεται ειδικώς στην επικαλούμενη από τη δηλούσα υπόθεση, επί της οποίας αυτή εξέδωσε την απόφαση, αλλά γίνεται γενικόλογη αναφορά περί κυκλωμάτων. Ο δικαστικός λειτουργός κατά το άρθρο 87§1,2 του Συντάγματος απολαύει κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας και τούτο έχει θεσπισθεί προκειμένου να προστατευθεί η προσωπικότητα του δικαστικού λειτουργού, ώστε να προχωρεί ανεμπόδιστος στην άσκηση του λειτουργήματος του και όχι να παρεμποδίζεται, όταν δεν γίνεται αρεστός στους παράγοντες της δίκης, όταν μάλιστα η «δυσαρέσκεια» των τελευταίων επιχειρείται να στηριχθεί σε υποθετικές αιτιάσεις.
- ΠΠρΡοδ 27/2014 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Δήλωση αποχής από δικαστή. Εφόσον δεν υπάρχει σχέση του δηλούντος Ειρηνοδίκη με τον διάδικο αλλά μόνο μεμονωμένη καταγγελία - αναφορά στον Άρειο Πάγο σε βάρος του από τον δικηγόρο του διαδίκου, δεν θεμελιώνονται υπόνοιες μεροληψίας χωρίς να υφίστανται εξακολουθητικώς τεταμένες σχέσεις ή προγενέστερο αίτημα εξαίρεσης. Απορρίπτεται η δήλωση.
- ΠΠρΠειρ 3143/2011 ΤΝΠ Νόμος protodikeio-peir.gr.
Contra: ΠΠρΠειρ 1137/2012 protodikeio-peir.gr.
Περίληψη: Δεν συνιστά λόγο εξαίρεσης η μεταβολή της γνώμης δικαστή σε συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, ούτε μόνη η γειτνίασή του με την οικία διαδίκου, χωρίς τη συνδρομή κι άλλων περιστατικών, όπως ιδιαίτερα φιλικές ή οικογενειακές σχέσεις ή σχέσεις εξάρτησης (ή αντίθετα εχθρικές σχέσεις ή έριδες), που να προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας σε βάρος του.
- Florida Supreme Court, No. SC17-1848, 15.11.2018, Law Offices of Herssein & Herssein, P.A. κατά United Services Automobile Association
Περίληψη: Το Ανώτατο Δικαστήριο της Φλόριντα, δέχτηκε με οριακή πλειοψηφία (4-3) ότι δεν αποτελεί λόγο εξαίρεσης/αποχής ενός δικαστή το γεγονός και μόνο ότι είναι φίλος σε έναν ιστότοπο κοινωνικής δικτύωσης με έναν από τους δικηγόρους της υπόθεσης, με το σκεπτικό ότι η απλή ύπαρξη μίας τέτοιου είδους σχέσης δεν δύναται να επιβάλει εκ των προτέρων την εξαίρεση/αποχή του δικαστή αλλά κάτι τέτοιο θα πρέπει να κρίνεται ad hoc ανάλογα με τις περιστάσεις.
v Νομολογία περί εξαίρεσης στη διοικητική δίκη – Σύγκρουση συμφερόντων
- ΟλΣτΕ 448/2025 ΤΝΠ Sakkoulas-Online
Περίληψη: Η ελευθερία της έκφρασης, ως θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα, αναγνωρίζεται και στους δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι, ωστόσο, πρέπει να ασκούν το δικαίωμά τους αυτό με την ενδεδειγμένη αυτοσυγκράτηση έτσι ώστε να μην διακυβεύεται στο πρόσωπο και τη στάση τους το κύρος της δικαιοσύνης και να μην μπορεί να αμφισβητηθεί η αμεροληψία τους για την εκδίκαση των υποθέσεων που βρίσκονται υπό την κρίση τους ή που ενδέχεται να κληθούν να εκδικάσουν. Ως εκ τούτου, ο δικαστής πρέπει να επιδεικνύει μία αποστασιοποιημένη, μη προκατειλημμένη, αμερόληπτη και ισορροπημένη στάση στις δημόσιες δηλώσεις του, ιδίως εάν υπάρχει ένας δυνητικός σύνδεσμος με εκκρεμείς ή εν εξελίξει υποθέσεις. Εφόσον πληρούται η προϋπόθεση αυτή, ακόμα και εάν ορισμένο ζήτημα έχει πολιτικές προεκτάσεις, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να εμποδίσει τους δικαστές να εκφράζονται δημόσια επ’ αυτού. Από την άλλη πλευρά, ακόμη και όταν ο δικαστής προβαίνει σε σχόλια, σε κατάλληλη περίσταση, για την υπεράσπιση του θεσμού της δικαιοσύνης, ή την επεξήγηση συγκεκριμένων νομικών ζητημάτων ή αποφάσεων στο κοινό ή σε εξειδικευμένο ακροατήριο, ή την υπεράσπιση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου, πρέπει να φροντίζει να αποφεύγει την εμπλοκή σε τρέχουσες αντιπαραθέσεις στο μέτρο που η εμπλοκή του αυτή θα μπορούσε εύλογα να θέσει σε διακινδύνευση την εξ αντικειμένου αμεροληψία του για την εκδίκαση σχετικής διαφοράς. Τέλος, όσο σημαντικό είναι για την έννομη τάξη να τηρείται σε κάθε περίπτωση η αρχή της αμεροληψίας και να μην εκδικάζονται υποθέσεις από δικαστές στο πρόσωπο των οποίων συντρέχει λόγος εξαιρέσεως, άλλο τόσο πρέπει να μην παρακωλύεται, εν ονόματι της εν λόγω αρχής, η εκδίκαση υποθέσεως από δικαστή για τον οποίο δεν συντρέχει πράγματι τέτοιος λόγος. Γιατί στην περίπτωση αυτή, μεταξύ άλλων, θα παραβιαζόταν η επίσης θεμελιώδης για το κράτος δικαίου αρχή του νόμιμου («φυσικού») δικαστή και θα παρεμποδιζόταν ανεπιτρέπτως δικαστικός λειτουργός να ασκήσει τα καθήκοντά του, πράγμα που θα συνιστούσε προσβολή της ομοίως συνταγματικά κατοχυρωμένης ως βασικής εγγύησης του κράτους δικαίου δικαστικής του ανεξαρτησίας. Στην προκειμένη περίπτωση, οι επίμαχες του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανεξαρτήτως του ότι περιέχονται σε άρθρο τρίτου, μαζί με υποκειμενικές εκτιμήσεις του τελευταίου (όπως τα περί «δόσεως απαισιοδοξίας»), για την ομιλία του, δεν είναι πάντως καθ’ εαυτές, όπως αποδίδονται, ικανές να δημιουργήσουν εύλογη υπόνοια περί ελλείψεως αμεροληψίας του για την εκδίκαση της ένδικης αιτήσεως ακυρώσεως. Οι φράσεις αυτές, διατυπωμένες σε επιστημονικό συνέδριο περί δικαίου και φορολογίας, ενώπιον του οικείου εξειδικευμένου ακροατηρίου, στο πλαίσιο της ομιλίας του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας για τις εξελίξεις στο Ανώτατο Δικαστήριο και τη φορολογική, μεταξύ άλλων, νομολογία του, εκφράζουν επικριτική (αυτονοήτως) στάση για τη φοροδιαφυγή εν γένει· και ναι μεν τη συνδέουν με την «ατομικότητα», την «οικογένεια» και τη «συντεχνία», ως αντιλήψεις, κατά τον ομιλούντα, της ελληνικής κοινωνίας αντιστρατευόμενες το «κοινό καλό», οι αναφορές όμως αυτές, ερμηνευόμενες εν όψει της χαρακτηριστικής γενικότητάς τους, του συνολικού περιεχομένου της ομιλίας αλλά και των συμφραζομένων τους - και ιδίως του «κοινού καλού» προς το οποίο αντιδιαστέλλονται - έχουν προφανώς την έννοια του ψόγου προς μια ατομικιστική αντίληψη (με την έκφανσή της και στη στενή, ασύνδετη με το κοινό καλό, θεώρηση του οικογενειακού ή επαγγελματικού συμφέροντος) ευνοούσα, ως ενδιάθετη κατάσταση, τη φοροδιαφυγή, και κατά κανένα τρόπο δεν μπορούν να προσλάβουν το ειδικό περιεχόμενο που τους αποδίδει το αιτούν σωματείο, συνδέοντάς τις με τις ατομικές επιχειρήσεις και επαγγέλματα ως αντικείμενα των επίδικων φορολογικών ρυθμίσεων. Με τα δεδομένα, συνεπώς, αυτά, δεν συντρέχει λόγος εξαιρέσεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας από την εκδίκαση της ως άνω υπόθεσης.
- ΣτΕ 2189/2024 ΤΝΠ Qualex
Περίληψη: Οι λόγοι εξαίρεσης που επικαλείται ο αιτών με την αίτηση εξαίρεσης - ότι, δηλαδή, οι δικαστές, των οποίων ζητεί την εξαίρεση, εξέφρασαν δυσμενή για τον ίδιο κρίση στο πλαίσιο των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων σε προηγούμενες υποθέσεις του - δεν ανάγονται στις σχέσεις του αιτούντος με τους προς εξαίρεση δικαστές και, ως εκ τούτου, δεν θεμελιώνουν, κατά τα παγίως κριθέντα υπόνοια μεροληψίας των δικαστών έναντι αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 52§1 εδ. στ΄ του ΚΠολΔ, ώστε να δικαιολογείται η εξαίρεσή τους [βλ. ΣτΕ 1037-8/2023, 3697/2010].
- ΣτΕ 1693/2017 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Εξαίρεση δικαστών. Δεν εγείρεται υπόνοια μεροληψίας των δικαστών κατά την επίμαχη συνεδρίαση, που αποφάσισαν την αυτεπάγγελτη αναβολή συζήτησης της υπόθεσης, ενεργώντας αποκλειστικά για τη δικονομική προστασία της αναιρεσίβλητης. Απορρίπτεται η αίτηση, κατά το μέρος που υποβάλλεται αίτημα εξαιρέσεως των δικαστών.
- ΣτΕ 2025/2016 ΤΝΠ Νόμος
Περίληψη: Εξαίρεση δικαστών. Υπόνοιες μεροληψίας λόγω φιλικών σχέσεων ανάμεσα στον τέως πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος και τον Πάρεδρο Εισηγητή της εφέσεως. Υποβολή αίτησης αποχής (αυτοεξαίρεσης). Οι προβαλλόμενοι λόγοι εξαιρέσεως, ανεξαρτήτως αν, μη αφορώντες σχέση με διάδικο αλλά με τέως πληρεξούσιο δικηγόρο, θα ενέπιπταν στους κατά τον ΚΠολΔ λόγους εξαιρέσεως, παρίστανται πάντως, εν όψει και των εκτιθεμένων στην αίτηση αυτοεξαίρεσης του εν λόγω Παρέδρου καταφανώς αστήρικτοι κατά την πραγματική τους βάση, δεδομένου ότι δεν στοιχειοθετείται κατά κανένα τρόπο ή αποδιδόμενη στον εν λόγω δικαστικό λειτουργό υπόνοια μεροληψίας, στηριζόμενη, μάλιστα, σε αναπόδεκτες συνομιλίες τρίτων προσώπων, οι οποίες δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με την δικαζόμενη υπόθεση. Απορρίπτεται η αίτηση.
v Πειθαρχικό δίκαιο[2]
Ø Αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας
- ΟλΣτΕ 2364/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ
Περίληψη: Παραπομπή στην Ολομέλεια για οριστική παύση δικαστικού λειτουργού λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 88§4 του Συντάγματος, 60 και 108 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ. προκύπτει ότι, ως υπηρεσιακή ανεπάρκεια που δικαιολογεί την, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, οριστική παύση δικαστικού λειτουργού, νοείται η αδυναμία του, να ανταποκριθεί στα υπηρεσιακά του καθήκοντα και να παράγει δικαστικό έργο, της προσήκουσας, κατά τις περιστάσεις, ποιότητας και ποσότητας, επί μακρό χρόνο και ανεξάρτητα από τυχόν υπαιτιότητά του. Η αδυναμία παραγωγής δικαστικού έργου μπορεί, ειδικότερα, να οφείλεται σε προσωπικούς ή οικογενειακούς λόγους ή σε έλλειψη ή ανεπάρκεια των ουσιαστικών προσόντων του ή σε ραθυμία ή πνεύμα αδιαφορίας προς την υπηρεσία, που έχουν ως επακόλουθο την αδυναμία του δικαστικού λειτουργού να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του. Εξάλλου, κατά την κρίση του για την συνδρομή ή όχι περίπτωσης υπηρεσιακής ανεπάρκειας του δικαστικού λειτουργού, το αρμόδιο προς τούτο δικαστήριο εκτιμά, κατά τα προαναφερθέντα, τη γενικότερη εικόνα που αυτός παρουσιάζει καθ' όλη την διάρκεια της σταδιοδρομίας του, την τυχόν επιβολή εις βάρος του πειθαρχικών ποινών, καθώς και εάν η συμπεριφορά του είχε ως αποτέλεσμα να διαταραχθεί η λειτουργία και να μειωθεί το κύρος του δικαστηρίου, στο οποίο υπηρετεί, καθώς και το κύρος της Δικαιοσύνης. Τέλος, εκτιμά τη χρησιμότητά του ή όχι για την υπηρεσία, δεδομένου ότι η οριστική παύση δικαστικού λειτουργού λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας σκοπεί, προεχόντως, στην εξυπηρέτηση της εύρυθμης λειτουργίας του οικείου δικαστηρίου και, γενικότερα, στην προάσπιση του κύρους της Δικαιοσύνης. Παράλειψη προαγωγής στον επόμενο βαθμό, λόγω ανεπάρκειας, για τρεις τουλάχιστον φορές με μεσολάβηση χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου του έτους μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας παράλειψης. Στην προκειμένη περίπτωση, αποφαίνεται ότι ο Πρόεδρος Πρωτοδικών των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων δεν πρέπει να παυθεί οριστικά λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας.
Όμοιες: ΟλΣτΕ 2231/2012 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΟλΣτΕ 2230/2012 ΤΝΠ ΔΣΑ (κρίθηκε ότι ο δικαστικοί λειτουργοί δεν πρέπει να παυθούν οριστικά λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας) ΟλΣτΕ 2772/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΟλΣτΕ 2038/2007 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΟλΣτΕ 1455/2005 ΤΝΠ ΔΣΑ (κρίθηκε ότι οι Δικαστικοί Λειτουργοί πρέπει να παυθούν οριστικά λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας και ότι επαρκούν για την άσκηση διοικητικής φύσεως δημόσιας υπηρεσίας)
- ΟλΣτΕ 2363/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ
Περίληψη: Παραπομπή στην Ολομέλεια για οριστική παύση δικαστικού λειτουργού λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης. Παραπομπή της υπόθεσης στην Ολομέλεια κατόπιν απόφασης του Πενταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου. Επιβολή της πειθαρχικής ποινής της προσωρινής παύσης έξι μηνών. Αντίθετη μειοψηφία ότι έπρεπε να επιβληθεί στην εγκαλούμενη Πρωτοδίκη η ποινή της οριστικής παύσης για το πειθαρχικό αδίκημα της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εκτέλεση των καθηκόντων της, λαμβανομένου, ιδίως, υπ' όψη ότι η ως άνω Πρωτοδίκης υπέπεσε στο ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα καθ' υποτροπή, αμέσως μετά την έκτιση της πειθαρχικής ποινής της προσωρινής παύσεως, η οποία της είχε επιβληθεί με την 215/2014 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας με την προσδοκία βελτιώσεως της υπηρεσιακής αποδόσεώς της
Όμοιες: ΟλΣτΕ 215/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΟλΣτΕ 28/2014 (επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης) ΕΔΔΔΔ 2014, 571.
- ΟλΣτΕ 2384/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ
Περίληψη: Παραπομπή στην Ολομέλεια για οριστική παύση δικαστικού λειτουργού λόγω σωματικής νόσου. Οριστική παύση δικαστικού λειτουργού για ανικανότητα εκτέλεσης των υπηρεσιακών καθηκόντων λόγω μη ιάσιμης σωματικής νόσου.
Όμοιες: ΟλΣτΕ 2488/2006 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΟλΣτΕ 144/2002 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΟλΣτΕ 1302/1997 (για πνευματική νόσο) ΤΝΠ ΔΣΑ.
- ΟλΣτΕ 1503/2014
Περίληψη: Παραπομπή στην Ολομέλεια για οριστική παύση δικαστικού λειτουργού λόγω ποινικής καταδίκης. Το αρμόδιο δικαστήριο, κατόπιν εγγράφου του Υπουργού Δικαιοσύνης, αποφασίζει για την οριστική ή μη παύση δικαστικού λειτουργού σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης του είτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των τριών μηνών για αδίκημα που τελέσθηκε με δόλο είτε σε στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων. Διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να απαγγείλει την οριστική παύση. Συνεκτιμούνται κάθε φορά περιστάσεις, ιδίως δε, η φύση, η βαρύτητα, η ιδιαίτερη απαξία και οι εν γένει συνθήκες τελέσεως του αδικήματος, καθώς και η όλη υπηρεσιακή εικόνα του συγκεκριμένου δικαστικού λειτουργού. Αμετάκλητη καταδίκη σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, χρηματική ποινή χιλίων ευρώ και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για ένα έτος, για το αδίκημα της εκ προθέσεως παράλειψης υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης. Μη παύση του δικαστικού λειτουργού παρά την ποινική καταδίκη λόγω της, έστω και εκ των υστέρων, υποβολής, για το κρίσιμο έτος, εκπρόθεσμης δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, για την οποία δεν διαπιστώθηκε ανακρίβεια ούτε οποιαδήποτε μεταβολή ή απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, της εμπρόθεσμης υποβολής παρόμοιων δηλώσεων κατά τα προηγούμενα έτη και της εξαίρετης υπηρεσιακής εικόνας.
- ΟλΣτΕ 23/2007 ΤΝΠ ΔΣΑ
Περίληψη: Παραπομπή στην Ολομέλεια για οριστική παύση δικαστικού λειτουργού λόγω ποινικής καταδίκης. Το αρμόδιο δικαστήριο, κατόπιν εγγράφου του Υπουργού Δικαιοσύνης, αποφασίζει για την οριστική ή μη παύση δικαστικού λειτουργού σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης του σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των τριών μηνών για αδίκημα που τελέσθηκε με δόλο. Καταδίκη δικαστικού λειτουργού σε ποινή φυλάκισης 7 μηνών για το αδίκημα της παραβίασης υποχρέωσης διατροφής και σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για το αδίκημα της εξύβρισης. Οριστική παύση του δικαστικού λειτουργού λόγω της ποινικής καταδίκης αλλά και των δυσμενών χαρακτηρισμών στις εκθέσεις επιθεώρησης.
- ΟλΣτΕ 2230/2012 ΤΝΠ ΔΣΑ
Περίληψη: Δεδομένου ότι η οριστική παύση δικαστικού λειτουργού λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας σκοπεί γενικότερα στην προάσπιση του κύρους της Δικαιοσύνης, εκτιμάται η συνολική υπηρεσία αυτού και η χρησιμότητά του ή όχι στην υπηρεσία. Η διαδικασία οριστικής παύσης για υπηρεσιακή ανεπάρκεια δικαστικού λειτουργού κινείται, κατά το άρθρο 60§4 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ., από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, χωρίς να συνιστά συνταγματικώς ανεπίτρεπτη παρέμβαση της εκτελεστικής λειτουργίας στο έργο της δικαστικής, διότι ο Υπουργός, ο οποίος δικαιούται, μεταξύ άλλων, να κινήσει τη διαδικασία, δεν μετέχει στη δίκη ως διάδικος, η δε κρίση περί της υπηρεσιακής επάρκειας ή ανεπάρκειας του δικαστικού λειτουργού ανήκει αποκλειστικώς στο οικείο δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται, μάλιστα, με τις εγγυήσεις των διατάξεων των άρθρων 93§2 και 3 του Συντάγματος. Εξάλλου, η προαναφερθείσα κρίση, με βάση το άρθρο 60 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ., εκφέρεται, κατά τα ήδη εκτεθέντα, μετά από εκτίμηση της συνολικής υπηρεσίας αυτού και της χρησιμότητάς του ή όχι στην υπηρεσία, δεδομένου ότι η οριστική παύση δικαστικού λειτουργού λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας σκοπεί γενικότερα στην προάσπιση του κύρους της Δικαιοσύνης. Ως εκ του σκοπού της, η διαδικασία αυτή είναι ανεξάρτητη από την διαδικασία και τα κριτήρια που εφαρμόζονται κατά την επιθεώρηση των δικαστικών λειτουργών, όπου με κάθε αυτοτελή έκθεση επιθεωρήσεως αξιολογούνται μόνον περιστατικά που έλαβαν χώρα κατά την διάρκεια συγκεκριμένου έτους, στο οποίο αφορά η επιθεώρηση και ανάγονται στα αξιολογούμενα προσόντα. Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του δικαστικού λειτουργού, σύμφωνα με τους οποίους η κίνηση της διαδικασίας προϋποθέτει την προηγούμενη κρίση του ως ανεπαρκούς στο πλαίσιο επιθεώρησής του (τακτικής ή έκτακτης) .
- ΟλΣτΕ 2172/2002 ΝοΒ 2003, 545
Περίληψη: Η κίνηση της διαδικασίας για την οριστική παύση δικαστικού λειτουργού λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας είναι ανεξάρτητη της πειθαρχικής δίωξης. Η κίνηση της διαδικασίας για την οριστική παύση δικαστικού λειτουργού λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 88§4 του Συντάγματος και 60 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ., δεν εξαρτάται από το αν η συμπεριφορά και τα πραγματικά περιστατικά τα οποία θα ληφθούν υπ' όψη και θα εκτιμηθούν από το αρμόδιο προς τούτο Δικαστήριο, μπορούσαν να αποτελέσουν ταυτοχρόνως αντικείμενο πειθαρχικής δίωξης εις βάρος του και ενδεχομένως και κολασμού του. Και τούτο διότι η πειθαρχική διαδικασία, σκοπούσα στον πειθαρχικό κολασμό του δικαστικού λειτουργού, έχει ως προϋπόθεση συγκεκριμένη υπαίτια πράξη ή παράλειψή του (άρθρο 91 του Κώδικα), τα δε πειθαρχικά παραπτώματα εν όψει του παραπάνω σκοπού της πειθαρχικής διαδικασίας υπόκεινται σε παραγραφή, ενώ αντιθέτως η κρίση του δικαστικού λειτουργού ως υπηρεσιακά επαρκούς ή μη δεν συναρτάται με συγκεκριμένη υπαίτια ή μη πράξη ή συμπεριφορά του, αλλά με την υπηρεσιακή εικόνα που παρουσιάζει για ικανό χρονικό διάστημα. Είναι δε αδιάφορο για την κίνηση της διαδικασίας αυτής, αν ορισμένη (υπαίτια) συμπεριφορά του δικαστικού λειτουργού θα μπορούσε να αποτελέσει ταυτοχρόνως και αντικείμενο πειθαρχικής δίωξης. Εφόσον, λοιπόν, οι αναφερθείσες πιο πάνω διαδικασίες θεραπεύουν διαφορετικούς σκοπούς και συνεπώς είναι ανεξάρτητες και βαίνουν παραλλήλως, νομίμως κινήθηκε στην προκειμένη περίπτωση η διαδικασία του άρθρου 60 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ. Αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 108§2 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ., οι οποίες προβλέπουν δυνατότητα διορισμού σε θέση δικαστικού ή διοικητικού υπαλλήλου του κρινόμενου για τρίτη φορά ως μη προακτέου πρωτοδίκη και στην οριστική παύση δικαστικού λειτουργού λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας, εν όψει της ομοιότητας των περιπτώσεων). Η ρύθμιση του άρθρου 108 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ. (Κώδικας) δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγματος, δεδομένου ότι από τον συνδυασμό των άρθρων 94§4 και 95§1 του ιδίου Συντάγματος συνάγεται, ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας είναι δυνατόν να ανατεθεί δια νόμου και η άσκηση διοικητικής φύσεως αρμοδιοτήτων. Κατόπιν εγγράφου του αρμοδίου για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας προς την Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού, κινήθηκε η κατ’ άρθρο 60 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ. διαδικασία για την οριστική παύση, λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας, Πρωτοδίκη των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Η Ολομέλεια απεφάνθη ότι η εν λόγω Πρωτοδίκης είναι ανεπαρκής για την άσκηση των υπηρεσιακών της καθηκόντων και πρέπει να παυθεί οριστικά κατ' εφαρμογή του άρθρου 60 του Κώδικα. Περαιτέρω, έκρινε ότι, βάσει του άρθρου 108 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ., αναλογικά εφαρμοζόμενου, ότι η πιο πάνω δικαστική λειτουργός επαρκεί για την άσκηση διοικητικών καθηκόντων στη δημόσια διοίκηση ή τη γραμματεία δικαστηρίων και εισαγγελιών.
Ø Αποφάσεις της Διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας
- ΔιοικΟλΣτΕ 20/2019
Περίληψη: Λαμβάνοντας υπόψη ότι στην εποχή μας ολοένα και αυξάνεται η τάση ενίσχυσης των δικηγορικών εταιρειών δεν στοιχειοθετείται αυτομάτως λόγος αποκλεισμού του δικαστή μόνο από το γεγονός ότι συγγενής του δικαστή (τέκνο, σύζυγος) είναι συνέταιρος ή εργοδοτούμενος σε δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί διάδικο ενώπιον του. Στοιχειοθετείται, όμως, λόγος αποκλεισμού, εφόσον υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις συντρέχουν παράμετροι, οι οποίες θέτουν υπό δικαιολογημένη αμφισβήτηση την αμεροληψία του δικαστή και οι οποίες κρίνονται, κατά περίπτωση, από τον οικείο δικαστικό σχηματισμό.
Ø Αποφάσεις του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου
- Απόφαση 1/2012
Περίληψη: Δικαστικός Λειτουργός (αντιπρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου) ο οποίος δεν περιορίζεται στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του να ανακοινώσει στον Υπουργό την έκβαση της αίτησης ανάκλησης ή να τον πληροφορήσει για τις δυνατότητες που του παρέχει ο νόμος και για τη σχετική νομολογία ή πρακτική του Ελεγκτικού Συνεδρίου αλλά, κατά παράβαση της δικαστικής δεοντολογίας ασκεί κριτική και αποδίδει μομφή με ανοίκειες εκφράσεις σε ενέργειες στις οποίες ο Υπουργός δεν έχει προβεί. Η συμπεριφορά συνιστά απρεπή συμπεριφορά εντός υπηρεσίας. Ο δικαστικός λειτουργός διέπραξε το παράπτωμα από ελαφρά αμέλεια στην προσπάθεια να αποτρέψει τη Διοίκηση από διαδικαστικές πράξεις ατελέσφορες που θα καθυστερούσαν τις διαδικασίες, αφού εκτιμήθηκε ο βαθμός δικαστικού λειτουργού και η μακρά και ευδόκιμη σταδιοδρομία του δεν του επιβλήθηκε ποινή. Αντίθετη μειοψηφία ότι λόγω της μακράς πείρας και του βαθμού θα έπρεπε να του επιβληθεί επίπληξη.
- Πρακτικό 1/2011
Περίληψη: Η συμμετοχή στη νομοπαρασκευαστική επιτροπή του Υπουργείου Παιδείας δεν αποτελεί κώλυμα για τη συμμετοχή σε πειθαρχική υπόθεση σε βάρος δικαστικού λειτουργού στην οποία εμπλέκεται το Υπουργείο αυτό.
- Απόφαση 2/1991
Περίληψη: Οι εγκαλούμενοι κατά πλήρη παραποίηση και διαστροφή των ισχυρισμών της εναγομένης και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων λογικής και ελεύθερης εκτίμησης των ισχυρισμών αυτών συνήγαγαν από την έλλειψη αμφισβήτησης ομολογία και δέχθηκαν την αγωγή. Η υπαίτια και καταλογιστή αυτή πράξη είναι ασυμβίβαστη προς το αξίωμα του δικαστικού λειτουργού θίγει το κύρος του και το κύρος της δικαιοσύνης. Επιβολή προστίμου στον Πρόεδρο και προσωρινής παύσης σε Εισηγητή.
- Απόφαση 6/1985
Περίληψη: Στην περίπτωση που απαγγελθεί από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου απόφαση η οποία δεν έχει ληφθεί από όλα τα μέλη, κάθε μέλος του Δικαστηρίου δικαιούται να δηλώσει εις επήκοον όλων ότι δεν ελήφθη η απαγγελθείσα απόφαση, ο δε Πρόεδρος του Δικαστηρίου υποχρεούται να διακόψει τη συνεδρίαση, προκειμένου το Δικαστήριο να αποφασίσει αν ελήφθη απόφαση και ποια είναι αυτή.
- Απόφαση 3/1984
Περίληψη: Πειθαρχική δίωξη σε βάρος Προέδρου Εφετών ο οποίος εξέδωσε διαιτητική απόφαση και καθόρισε ιδιαίτερα υψηλή αμοιβή. Κρίση ότι η συμπεριφορά του δικαστικού λειτουργού έλαβε χώρα εντός υπηρεσίας αφού ο διορισμός του δεν γίνεται προσωπικά αλλά ex officio. Οι υποκείμενοι σε πειθαρχική εξουσία δημόσιοι λειτουργοί έχουν υποχρεώσεις πέρα από εκείνες που έχει ο κοινός πολίτης. Ο εγκαλούμενος προσδιορίζοντας ο ίδιος τη διαιτητική του αμοιβή σε υπερβολικό ποσό δεν επέδειξε την περίσκεψη και μέριμνα που όφειλε να επιδείξει αλλά αντιθέτως προκάλεσε δημόσιο σάλο και σχόλια σε βάρος του και σε βάρος της δικαιοσύνης. Η συμπεριφορά του είναι μη αξιοπρεπής και ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού. Επιβολή προσωρινής παύσης ενός μήνα.
Ø Αποφάσεις του Εννεαμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας
- Απόφαση 2/2000
Περίληψη: Δεν συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα ο κατά παράβαση του κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας των Δικαστηρίων προσδιορισμός υποθέσεων σε αναρμόδιο για την εκδίκασή τους Τμήμα. Απαλλαγή λόγω της ευχέρειας που παρέχεται από τον κανονισμό κατά τον προσδιορισμό και της μη αποκλειστικής αρμοδιότητας των Τμημάτων.
- Απόφαση 1/1987
Περίληψη: Απρεπής συμπεριφορά δικαστικού λειτουργού. Άρνηση συνέχισης διάσκεψης λόγω μη συμφωνίας προς την εισήγηση του εισηγητή. Ο Πρόεδρος πολυμελούς Δικαστηρίου υποχρεούται να ορίζει διάσκεψη υποθέσεων, που συζητήθηκαν προς έκδοση αποφάσεων, ο δε εισηγητής εκφέρει ελεύθερα τη γνώμη του. Δεν συγχωρείται η άρνηση σύγκλησης διασκέψεως και έκδοσης απόφασης λόγω διαφωνίας προς γνώμη που διατυπώθηκε από εισηγητή.
Ø Αποφάσεις του Επταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας
- Απόφαση 1/2018
Περίληψη: Διαμόρφωση γνώμης μειοψηφίας κατ’ άρθρο 93 Συντ. Υποχρέωση αντιστοιχίας μεταξύ περισσοτέρων γνωμών επί των ζητημάτων που έχουν κριθεί. Ευθύνη Προέδρου της σύνθεσης και Εισηγητή. Δυνατότητα παρέμβασης του Προέδρου στο κείμενο της μειοψηφίας προκειμένου να διασφαλίσει την κατά το Σύνταγμα και το νόμο ολοκληρωμένη δομή και μορφή του κειμένου της απόφασης. Μειοψηφούσα άποψη ότι αν ο Πρόεδρος θεωρεί ότι η μειοψηφία τοποθετείται σε θέματα που δεν αποτελούν αιτιολογικό έρεισμα της πλειοψηφίας πρέπει να περιλάβει σχετική κρίση και όχι να τη διαγράψει. Η αναγραφή φράσης σε σχέδιο απόφασης χωρίς συνεννόηση με τον Πρόεδρο συνιστά ελέγξιμη πειθαρχικά συμπεριφορά. Δυστροπία στην εκτέλεση υπηρεσιακού καθήκοντος η άρνηση θεώρησης δημοσιευθείσας απόφασης.
- Απόφαση 1/2017
Περίληψη: Το πειθαρχικό παράπτωμα της αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς συνίσταται στη διάπραξη κατά τον ιδιωτικό βίο του δικαστή και στο πλαίσιο προσωπικών και οικονομικών του σχέσεων με ιδιώτη των ποινικών αδικημάτων της απάτης και της ψευδορκίας. Απαλλαγή από το αποδοθέν παράπτωμα λόγω αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου που έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η συνδρομή πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του ποινικού αδικήματος.
- Απόφαση 6/2012
Περίληψη: Επιβολή πειθαρχικής ποινής προστίμου σε δικαστικό λειτουργό ο οποίος έκανε χρήση του χώρου και των υπηρεσιών του δικαστηρίου για την ικανοποίηση προσωπικού συμφέροντος και συγκεκριμένα διενεργούσε εμπορικές συναλλαγές διαθέτοντας προς πώληση στο δικαστικό κατάστημα του Δικαστηρίου όπου υπηρετούσε βιβλίο δικής του συγγραφής.
- Απόφαση 3/2010
Περίληψη: Επιβολή της πειθαρχικής ποινής του προστίμου λόγω χρήσης εκ μέρους δικαστικού λειτουργού που κατέχει τον βαθμό του Προέδρου Εφετών ειρωνικών και μειωτικών χαρακτηρισμών κατά συναδέλφων και μάλιστα κατά αρχαιότερων. Κρίση ότι η εν λόγω συμπεριφορά θίγει το κύρος του δικαστικού λειτουργού αλλά και το κύρος της Δικαιοσύνης.
- Απόφαση 2/2009
Περίληψη: Υπογραφή γνωμοδότησης από Πρόεδρο Εφετών σχετικά με την έννοια όρου σε εκκρεμή διαδικασία για την επιλογή υποψηφίου σε θέση Διευθυντή Εργαστηρίου Βιολογικής Χημείας. Η έκφραση της γνώμης του αποτέλεσε αντικείμενο επικρίσεως και σχολίων κατά την εκκρεμή διαδικασία επιλογής. Ερμηνεία άρθρου 91 ΚΟΔΚΔΛ. Η έκφραση γνώμης προφορικά ή γραπτά από δικαστικό λειτουργό σχετικά με την έννοια κανόνων δικαίου, χωρίς σύνδεση, όμως, προς οποιαδήποτε συγκεκριμένη υπόθεση και με αποκλειστικό σκοπό την αποσαφήνιση της έννοιας των κανόνων αυτών γενικώς, δεν συνιστά απρεπή συμπεριφορά ούτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη προς την ιδιότητά του και δεν θίγει το κύρος του ή το κύρος της δικαιοσύνης· η έκφραση της γνώμης δεν πρέπει να καθίσταται, ούτε να εμφανίζεται ως πρόκριμα για την όποια δικαστική κρίση ή ως υπόδειξη προς ορισμένο αποδέκτη για τον τρόπο χειρισμού συγκεκριμένων υποθέσεων. Αν ο δικαστικός λειτουργός γνωρίζει ότι υφίστανται εκκρεμείς υποθέσεις, οπότε υπάρχει αντικειμενικά το ενδεχόμενο να επικαλεστούν οι εμπλεκόμενοι στις υποθέσεις αυτές τη γνώμη του ή αν δημιουργηθεί η εντύπωση της ενεργούς ανάμιξής του στις υποθέσεις αυτές, ο δικαστικός λειτουργός οφείλει να απέχει και να μην εκφράζει οποιασδήποτε μορφής γνώμη, ακόμα και αν η γνώμη αυτή αφορά τη γενική και αφηρημένη έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων. Σε κάθε περίπτωση ο δικαστικός λειτουργός πρέπει να ενεργεί με τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια ώστε να αποκλείεται η επέλευση των αποτελεσμάτων αυτών.
- Απόφαση 1/2005
Περίληψη: Απρεπής συμπεριφορά δικαστικού λειτουργού εντός υπηρεσίας. Ο επιφορτισμένος με την Προεδρία του Τμήματος δικαστικός λειτουργός έχει υποχρέωση αρμονικής συνεργασίας με τα μέλη του Τμήματος και την αποφυγή δημιουργίας εντάσεων και βεβαρημένου κλίματος προς χάρη της ομαλής και εύρυθμης λειτουργίας του. Άρνηση επικοινωνίας με τον Προϊστάμενο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης ο οποίος είναι επιφορτισμένος με την εύρυθμη διεξαγωγή των εργασιών του δικαστηρίου και είχε την εύλογη απαίτηση να τηρείται ενήμερος για την απουσία δικαστικών λειτουργών. Επιβολή της πειθαρχικής ποινής της επίπληξης.
- Απόφαση 1/2004
Περίληψη: Απρεπής συμπεριφορά δικαστικού λειτουργού εντός υπηρεσίας. Η δήλωση αποχής από την συζήτηση με υπαινιγμούς ότι τα λοιπά μέλη της σύνθεσης εμφανίζουν ευμενή στάση σε διάδικο συνιστά βαρεία προσβολή, διότι προσάπτει τη μομφή ότι λόγω της συμπεριφοράς προς ορισμένο διάδικο τα λοιπά μέλη της σύνθεσης διάκεινται ευμενώς προς αυτόν και εν τούτοις δεν ζητούν την αποχή τους. Απρεπή συμπεριφορά συνιστά και η παρακώλυση της ομαλής διεξαγωγής της διαδικασίας με διακοπή του Προέδρου. Επιβολή της πειθαρχικής ποινής της στέρησης αποδοχών ενός μήνα.
- Απόφαση 2/2001
Περίληψη: Ερωτήσεις για την τύχη της υπόθεσης και παρατηρήσεις προς τον δικαστικό λειτουργό από ιεραρχικά ανώτερο κατά τη συνομιλία δικαστικών λειτουργών. Δεν συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα όταν αυτές δεν έγιναν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο και αποσκοπούντα σε επηρεασμό της δικαστικής του κρίσης. Άποψη μειοψηφίας ότι η εν λόγω συμπεριφορά συνιστά ανεπίτρεπτη παρέμβαση στη δικαστική κρίση του δικαστικού λειτουργού.
- Απόφαση 2/1989
Περίληψη: Απουσία δικαστικού λειτουργού χωρίς άδεια του προϊσταμένου του δικαστηρίου. Η διατάραξη των σχέσεων του με τον προϊστάμενο συνιστά επιβαρυντική περίσταση. Η φράση «κάντε μου αναφορά» σε έντονο ύφος ενέχει έκφραση αποδοκιμασίας του προϊσταμένου και συνιστά το πειθαρχικό παράπτωμα της ανάρμοστης συμπεριφοράς.
- Απόφαση 1/1989
Περίληψη: Βαριά αμέλεια κατά την άσκηση του δικαστικού έργου από δικαστικό λειτουργό ο οποίος δεν είχε αντιληφθεί κατά τη διάσκεψη τη λύση που δόθηκε, δεν ζήτησε τις αναγκαίες διευκρινίσεις ούτε κράτησε επαρκείς σημειώσεις ώστε να συγκρατήσει το αποτέλεσμα της διάσκεψης και συνέταξε σχέδιο αντίθετο προς τα αποφασισθέντα. Επίδειξη έλλειψης αισθήματος ευθύνης εκ μέρους του.
Ø Λοιπές Αποφάσεις
- ΜΕφΛαμ 6/2021 (Έκθεση με πόρισμα επί προκαταρκτικής εξετάσεως) ΤΝΠ Νόμος.
Περίληψη: Ο κανόνας είναι ότι δεν ελέγχεται πειθαρχικώς η επί της ουσίας της υπόθεσης κρίση του δικαστή και μόνο κατ’ εξαίρεση μπορεί να υπάρξει περίπτωση τέτοιου πειθαρχικού ελέγχου. Ειδικότερα, η δυνατότητα του πειθαρχικού ελέγχου της επί της ουσίας της υπόθεσης δικαστικής κρίσης, λόγω υπέρβασης των ακραίων λογικών ορίων εκτίμησης, προϋποθέτει ότι η δικαστική αυτή κρίση συνδέεται με πειθαρχικώς ελεγχόμενους εξωτερικούς όρους (όπως π.χ. με διαστροφή ή παραγνώριση αποδεικτικών στοιχείων ή ισχυρισμών ή με έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογίας), αλλιώς η επί της ουσίας της υπόθεσης δικαστική κρίση δεν υπόκειται σε πειθαρχικό έλεγχο για υπέρβαση των ακραίων λογικών ορίων εκτίμησης και τούτο διότι τότε ελέγχεται ο πυρήνας της δικαστικής κρίσης, αφού στην περίπτωση αυτή κριτήριο πλέον της προσαπτόμενης υπέρβασης των ακραίων λογικών ορίων εκτίμησης, θα αποτελεί η σχετική με την εκτίμηση των στοιχείων της υπόθεσης υποκειμενική κρίση και αντίληψη εκάστου (ΟλΑΠ 18/1993, ΠοινΧρ 1994,410). Η αναφορά κρίνεται παντελώς αβάσιμη, καθόσον οι επ` αυτής αναφερόμενες αιτιάσεις, αφορούν στην επί της ουσίας της υπόθεσης κρίση του Δικαστικού Λειτουργού.
· Cour de cassation, civile, Chambre civile 2, 5.1.2017, 16-12.394
Περίληψη: Το γαλλικό Ακυρωτικό, με αφορμή πειθαρχική διαδικασία κατά δικαστή, ο οποίος ήταν φίλος στο Facebook με διάδικο έκρινε ότι οι διαδικτυακές «φιλίες» ή άλλες διαδικτυακές σχέσεις και συνδέσεις δεν εξομοιώνονται αναγκαία με τις φιλίες της πραγματικής ζωής και δεν προκαλεί από μόνο του υπόνοιες μεροληψίας σε βάρος του δικαστικού λειτουργού.
[1] Συλλογή και επεξεργασία του υλικού από τους Σπουδαστές της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης των ετών 2024 και 2025 (30η και 31η σειρές) για το μάθημα της Δικαστικής Δεοντολογίας.
[2] Θερμές ευχαριστίες στον Πάρεδρο ΣτΕ Ευάγγελο Αργυρό για την πολύτιμη αρωγή του αναφορικά με το πειθαρχικό δίκαιο της Διοικητικής Δικαιοσύνης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δεν επιτρέπονται νέα σχόλια.