Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

ΕνΔΕ: ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ

 


 

 

 

ΕΝΩΣΗ

          ΔΙΚΑΣΤΩΝ &ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ                               

             ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

         (ΠΡΩΗΝ ΣΧΟΛΗ ΕΥΕΛΠΙΔΩΝ)

              ΚΤΙΡΙΟ 6 –ΓΡΑΦΕΙΟ 210

       ΤΗΛ: 213 215 6114, Τ.Κ. 11362

         e- mail: endikeis@otenet.gr                                                            

                                                                                                            

                         Αθήνα,  6-5-2026  

Αρ. Πρωτ. : 162

 

 

 

 

ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ

 

            Το σχέδιο αυτό αποτελεί την πρόταση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΔΕ) προς την Ομάδα Εργασίας «για την ενίσχυση των θεσμών της διαμεσολάβησης, της δικαστικής μεσολάβησης και της διαιτησίας» σχετικά με τους θεσμούς της δικαστικής μεσολάβησης και της διαμεσολάβησης. Ειδικότερα, το σχέδιο αυτό αποτυπώνει τις θέσεις της ΕΔΕ για την αναβάθμιση της δικαστικής μεσολάβησης, που αποτελεί βασική προτεραιότητά μας, ώστε να καταστεί λειτουργική, αποτελεσματική και αποδοτική. Παράλληλα, στο σχέδιο εντάχθηκαν οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας σχετικά με την διαμεσολάβηση, ώστε να αποτελέσουν ένα ενιαίο σύνολο, παρά το γεγονός πως η πάγια θέση της Ένωσής μας ήταν και εξακολουθεί να παραμένει αρνητική στην έννοια και λειτουργία της (ιδιωτικής) διαμεσολάβησης.

 

Χαράλαμπος Σεβαστίδης

Μέλος της Ομάδας Εργασίας

 

 

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Α

Δικαστική μεσολάβηση και διαμεσολάβηση

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

Γενικές διατάξεις

 

Άρθρο 1

Σκοπός

            Το Μέρος Α΄ έχει σκοπό τη ρύθμιση του θεσμού της δικαστικής μεσολάβησης και της διαμεσολάβησης, κυρίως σε διαφορές ιδιωτικού δικαίου, στις οποίες υπάρχει εξουσία διάθεσης του αντικειμένου, καθώς και στις διαφορές δημοσίου δικαίου, που ρυθμίζονται ειδικά στις παρακάτω διατάξεις, με σκοπό την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008 για θέματα διαμεσολάβησης στις υποθέσεις που υπάγονται στις ρυθμίσεις του παρόντος.

 

Άρθρο 2

Έννοια όρων

            Στον παρόντα νόμο οι ακόλουθοι όροι χρησιμοποιούνται με την εξής έννοια:

            1) Ιδιωτική διαφορά είναι η αμφισβήτηση για την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα ιδιωτικού δικαιώματος. Ιδιωτικά δικαιώματα είναι όσα αναγνωρίζονται ως τέτοια από το ιδιωτικό δίκαιο.

            2) Εξουσία διάθεσης είναι η νομική δυνατότητα του δικαιούχου να μεταβιβάζει το δικαίωμα του, να το αλλοιώνει, να το επιβαρύνει ή να το καταργεί με ορισμένη δικαιοπραξία.

            3) Δικαστική μεσολάβηση είναι μία διαρθρωμένη διαδικασία, που χαρακτηρίζεται από την εμπιστευτικότητα και την ιδιωτική αυτονομία και στην οποία δύο ή περισσότερα μέρη επιχειρούν εκουσίως ή όπου ρητά προβλέπεται στον νόμο ως προϋπόθεση παραδεκτής άσκησης ή συζήτησης ενδίκου βοηθήματος, με καλόπιστη συμπεριφορά και συναλλακτική ευθύτητα, να επιλύσουν με συμφωνία μία διαφορά τους με τη βοήθεια δικαστή μεσολαβητή.

            4) Διαμεσολάβηση είναι μία διαρθρωμένη διαδικασία, που χαρακτηρίζεται από την εμπιστευτικότητα και την ιδιωτική αυτονομία και στην οποία δύο ή περισσότερα μέρη επιχειρούν εκουσίως ή όπου ρητά προβλέπεται στον νόμο ως προϋπόθεση παραδεκτής άσκησης ή συζήτησης ενδίκου βοηθήματος, με καλόπιστη συμπεριφορά και συναλλακτική ευθύτητα, να επιλύσουν με συμφωνία μία διαφορά τους με τη βοήθεια διαμεσολαβητή.

            5) Δικαστής μεσολαβητής ή μεσολαβητής είναι ο δικαστής, που ορίζεται ως τέτοιος με βάση τις ειδικότερες διατάξεις του παρόντος και ο οποίος αναλαμβάνει να μεσολαβήσει με κατάλληλο, αποτελεσματικό και αμερόληπτο τρόπο, διευκολύνοντας τα μέρη να βρουν μία κοινά αποδεκτή λύση για τη διαφορά τους.

            6) Διαμεσολαβητής είναι τρίτο σε σχέση με τα συμμετέχοντα μέρη και τη διαφορά πρόσωπο, που έχει εγγραφεί στο Μητρώο Διαμεσολαβητών, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του παρόντος, το οποίο αναλαμβάνει να διαμεσολαβήσει με κατάλληλο, αποτελεσματικό και αμερόληπτο τρόπο, διευκολύνοντας τα μέρη να βρουν μία κοινά αποδεκτή λύση για τη διαφορά τους.

            7) Μέρη της δικαστικής μεσολάβησης ή της διαμεσολάβησης είναι τα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ανακύπτει αμφισβήτηση για ιδιωτική διαφορά.

            8) Ως νομικός παραστάτης νοείται ο πληρεξούσιος δικηγόρος κάθε μέρους, που παρίσταται προς υποστήριξη και καθοδήγηση αυτού στη διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης ή της διαμεσολάβησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και του Κώδικα Δικηγόρων. Στην έννοια του νομικού παραστάτη περιλαμβάνονται και οι λειτουργοί του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όταν εκπροσωπούν το Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στα πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και σύμφωνα με την εκάστοτε κείμενη νομοθεσία.

            9) Ρήτρα δικαστικής μεσολάβησης ή διαμεσολάβησης είναι η έγγραφη συμφωνία των μερών για προσφυγή στη δικαστική μεσολάβηση ή στη διαμεσολάβηση αντίστοιχα, που αφορά μελλοντικές διαφορές και αναφέρεται σε συγκεκριμένη έννομη σχέση, από την οποία θα προέλθουν διαφορές, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέρη έχουν την εξουσία διάθεσης του αντικειμένου των διαφορών.

            10) Διασυνοριακή διαφορά είναι εκείνη στην οποία τουλάχιστον ένα από τα μέρη κατοικεί μονίμως ή διαμένει συνήθως σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαφορετικό από εκείνο οποιουδήποτε άλλου μέρους, κατά την ημερομηνία στην οποία α) τα μέρη συμφωνούν να προσφύγουν σε διαδικασία διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβησης, αφότου ανέκυψε η διαφορά, β) έχει διαταχθεί δικαστική μεσολάβηση ή διαμεσολάβηση από δικαστήριο κράτους-μέλους, γ) υφίσταται υποχρέωση δικαστικής μεσολάβησης ή διαμεσολάβησης δυνάμει του εθνικού δικαίου ή δ) κληθούν τα μέρη από αρμόδιο δικαστήριο. Ως διασυνοριακή διαφορά νοείται επίσης η διαφορά στην οποία μετά από διαδικασία διαμεσολάβησης ακολουθούν δικαστικές ή διαιτητικές διαδικασίες μεταξύ των μερών σε κράτος-μέλος άλλο από εκείνο της μόνιμης κατοικίας ή συνήθους διαμονής των μερών κατά την ημερομηνία που έλαβαν χώρα οι περιπτώσεις α΄, β΄ ή γ΄ του πιο πάνω εδαφίου.

 

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής- υπαγόμενες διαφορές

            1. Στο πεδίο εφαρμογής του Μέρους Α΄ του παρόντος υπάγονται αστικές και εμπορικές διαφορές, καθώς και διαφορές που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

            2. Στο πεδίο εφαρμογής του Μέρους Α΄ του παρόντος υπάγονται και οι εξής διαφορές:

            α) Διαφορές από συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, στις οποίες ο ένας συμβαλλόμενος είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή φορέας της Γενικής Κυβέρνησης κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 14 ν. 4270/104 (Α΄ 143/28.6.2014).

            β) Αστικές αξιώσεις αποζημίωσης κατά του Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ.

            γ) Διαφορές με Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμούς κατά την έννοια του άρθρου 1 ν. 3429/2005 (Α΄ 314/27.12.2005).

            δ) Οι διαφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 6 ν. 2664/1998 μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων και του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

 

Άρθρο 4

Προσφυγή στη δικαστική μεσολάβηση ή την διαμεσολάβηση

            1. Δικαστική μεσολάβηση ή διαμεσολάβηση για τις διαφορές του άρθρου 3 του παρόντος μπορεί να διεξαχθεί:

            α) αν τα μέρη συμφωνούν να προσφύγουν στη διαδικασία αυτή, αφότου ανέκυψε η διαφορά,

            β) αν τα μέρη κληθούν να προσφύγουν στη δικαστική μεσολάβηση ή την διαμεσολάβηση και συναινούν σε αυτή, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 4 του παρόντος,

            γ) αν η προσφυγή στη δικαστική μεσολάβηση ή την διαμεσολάβηση διαταχθεί από δικαστική αρχή άλλου κράτους-μέλους της Ε.Ε. και η σχετική υπαγωγή της διαφοράς δεν προσβάλλει τα χρηστά ήθη και τη δημόσια τάξη,

            δ) αν η προσφυγή στη διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης ή της διαμεσολάβησης επιβάλλεται από τον νόμο,

            ε) αν σε έγγραφη συμφωνία των μερών υπάρχει ρήτρα δικαστικής μεσολάβησης ή διαμεσολάβησης.

            2. Η υπαγωγή μιας διαφοράς ιδιωτικού δικαίου στη διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης ή της διαμεσολάβησης δεν αποκλείει τη λήψη ασφαλιστικού μέτρου γι’ αυτήν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Ο δικαστής που διατάσσει το ασφαλιστικό μέτρο μπορεί να ορίσει, σύμφωνα με το άρθρο 693 παρ. 1 ΚΠολΔ, προθεσμία για την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, όχι μικρότερη από τρεις (3) μήνες, που αρχίζει από την υπογραφή του πρακτικού αποτυχίας της δικαστικής μεσολάβησης ή διαμεσολάβησης.

            3. Αν είναι εκκρεμής δίκη στα πολιτικά δικαστήρια για διαφορά που συμφωνήθηκε (είτε πριν είτε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας) κατά την παρ. 1 στοιχ. α΄ του παρόντος να υπαχθεί στη δικαστική μεσολάβηση ή στη διαμεσολάβηση, η υπαγωγή της σ’ αυτές πρέπει να προτείνεται από τους διαδίκους το αργότερο κατά την πρώτη συζήτηση μετά τη συνομολόγηση της σχετικής συμφωνίας, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.

            4. Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί διαφορά που μπορεί να υπαχθεί στη διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης ή της διαμεσολάβησης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος, μπορεί σε κάθε στάση της δίκης και μόνο κατά την συνεδρίαση, κατά την οποία εκφωνείται η υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη κατά την ελεύθερη κρίση του όλες τις περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, να καλεί τα μέρη να προσφύγουν στη διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης ή της διαμεσολάβησης για να επιλύσουν τη διαφορά. Εφόσον τα μέρη συμφωνούν (γραπτά ή προφορικά) τόσο για την εναλλακτική επίλυση της διαφοράς τους όσο και για την ειδικότερη διαδικασία (δικαστική μεσολάβηση ή διαμεσολάβηση), η σχετική συμφωνία περιλαμβάνεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Εφόσον οι διάδικοι ή κάποιοι εξ αυτών παρίστανται ενώπιον του Δικαστηρίου δια πληρεξουσίου δικηγόρου, η πληρεξουσιότητα προς αυτόν καλύπτει και τη συμφωνία περί υπαγωγής της διαφοράς σε δικαστική μεσολάβηση και διαμεσολάβηση. Ειδικά στις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων η πρόσκληση του δικαστηρίου για προσφυγή στην δικαστική μεσολάβηση ή την διαμεσολάβηση γίνεται με διάταξη που εκδίδεται κατά το άρθρο 237 παρ. 3 εδ. β΄ ΚΠολΔ και τα μέρη καλούνται ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ορισθείσα δικάσιμο· στην περίπτωση αυτή, αν τα μέρη συμφωνήσουν στην προσφυγή στην δικαστική μεσολάβηση ή την διαμεσολάβηση η δήλωσή τους αυτή περιλαμβάνεται στα πρακτικά και η υπόθεση αποσύρεται από το πινάκιο, ενώ σε αντίθετη περίπτωση η υπόθεση συζητείται κατά την ορισθείσα δικάσιμο.

            5. Αν υπάρχει συμφωνία των διαδίκων για υπαγωγή της διαφοράς σε δικαστική μεσολάβηση ή διαμεσολάβηση, προταθείσα εμπροθέσμως σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 3 του παρόντος, ή αν η συμφωνία αυτή δηλωθεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την παρ. 4 του παρόντος, το Δικαστήριο αναβάλλει υποχρεωτικά τη συζήτηση της υπόθεσης σε δικάσιμο που απέχει τουλάχιστον τρεις (3) μήνες και πάντως όχι περισσότερο από έξι (6) μήνες, μη συνυπολογιζομένου του χρονικού διαστήματος των θερινών τμημάτων. Ειδικά στις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων η συμφωνία για την προσφυγή στην δικαστική μεσολάβηση ή την διαμεσολάβηση μπορεί να γίνει μόνο μέχρι την κατάθεση των προτάσεων των διαδίκων, οπότε εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 ΚΠολΔ και η υπόθεση αποσύρεται από το πινάκιο.

 

Άρθρο 5

Υποχρεωτική προσφυγή στη δικαστική μεσολάβηση ή την διαμεσολάβηση πριν την άσκηση αγωγής

            1. Η προσφυγή στην δικαστική μεσολάβηση ή την διαμεσολάβηση είναι κατ’ αρχήν προαιρετική. Ειδικά για τις ακόλουθες διαφορές, υπαγόμενες στο ρυθμιστικό πεδίο του παρόντος Μέρους, η προηγούμενη ολοκλήρωση διαδικασίας είτε δικαστικής μεσολάβησης είτε διαμεσολάβησης (είτε πριν είτε μετά την εκκρεμοδικία) συνιστά προϋπόθεση για το παραδεκτό συζήτησης της αγωγής:

            α) για τις οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές των παρ. 1 περ. α΄, β΄ και γ΄ και παρ. 2 του άρθρου 592 ΚΠολΔ,

            β) για τις περιουσιακές διαφορές του άρθρου 614 ΚΠολΔ, εκτός από αυτές των άρθρων 623 έως 645 ΚΠολΔ,

            γ) για τις διαφορές που διάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ’ ύλη αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου,

            δ) για όσες άλλες διαφορές ειδικές διατάξεις προβλέπουν την υποχρεωτική υπαγωγή στην δικαστική μεσολάβηση ή την διαμεσολάβηση.

            Τα προηγούμενα εδάφια, περί υποχρεωτικότητας της δικαστικής μεσολάβησης ή της διαμεσολάβησης, δεν εφαρμόζονται: α) σε δίκες με διάδικο το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και β) σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας.

            2. Στις περιπτώσεις υποχρεωτικής από τον νόμο προσφυγής στην δικαστική μεσολάβηση ή την διαμεσολάβηση, αν μετά την αποτυχία της δικαστικής μεσολάβησης ή της διαμεσολάβησης η διαφορά αχθεί ενώπιον των δικαστηρίων, το γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο (άρθρα 12 παρ. 3 και 15 παρ. 4 του παρόντος) καλύπτει και την αμοιβή του δικηγόρου για την συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό και δεν χρειάζεται η προσκόμιση πρόσθετου γραμματίου.

 

Άρθρο 6

Επιλογή της δικαστικής μεσολάβησης ή της διαμεσολάβησης

            1. Η επιλογή της ειδικότερης διαδικασίας (δικαστική μεσολάβηση ή διαμεσολάβηση) και στην τελευταία περίπτωση το πρόσωπο του διαμεσολαβητή συμφωνείται από τα μέρη ελεύθερα. Κατ’ εξαίρεση στις υποθέσεις των άρθρων 614 αριθ. 3, 621 και 622 ΚΠολΔ ως μόνη μορφή εναλλακτική διαδικασίας επίλυσης των διαφορών μπορεί να συμφωνηθεί η δικαστική μεσολάβηση.

2. Στις περιπτώσεις υποχρεωτικής προσφυγής σε εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών πριν την άσκηση αγωγής κατά το άρθρο 5 του παρόντος, το μέρος που έχει την πρωτοβουλία, αν επιλέγει την δικαστική μεσολάβηση, υποβάλλει σχετική αίτηση στο αρμόδιο Δικαστήριο ή στο Γραφείο Δικαστικής Μεσολάβησης και ακολουθείται η διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης. Αν επιλέγει την διαμεσολάβηση, απευθύνει, είτε πριν την εκκρεμοδικία είτε μετά από αυτή, στο άλλο μέρος πρόσκληση, έγγραφη ή μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, για επίλυση της διαφοράς τους με διαμεσολάβηση και ορισμό του διαμεσολαβητή. Με τον ίδιο τρόπο το άλλο μέρος οφείλει να απαντήσει εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών, αν αποδέχεται την πρόταση και σε καταφατική περίπτωση ξεκινάει η συμφωνηθείσα διαδικασία, διεπόμενη από τις επόμενες διατάξεις του παρόντος.

3. Αν στην περίπτωση της παρ. 2 του παρόντος δεν επιτευχθεί, εντός της ως άνω δεκαήμερης προθεσμίας, συμφωνία μεταξύ των μερών, ως προς την ειδικότερη διαδικασία (δικαστική μεσολάβηση ή διαμεσολάβηση) ή παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, ακολουθείται υποχρεωτικά η δικαστική μεσολάβηση. Αν τα μέρη συμφωνούν στην διαμεσολάβηση, αλλά δεν επιτευχθεί συμφωνία ως προς το πρόσωπο του διαμεσολαβητή, ορίζεται διαμεσολαβητής από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, με επιμέλεια του επισπεύδοντος μέρους, κατά την ειδικότερη διαδικασία της παρ. 4 του παρόντος.

4. Στην περίπτωση του εδ. β΄ της παρ. 3 του παρόντος, ο διορισμός του διαμεσολαβητή από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης γίνεται με βάση τον αύξοντα αριθμό Ειδικού Μητρώου Διαμεσολαβητών του άρθρου 41 του παρόντος, μεταξύ όσων κατοικούν στην περιφέρεια του Δικαστηρίου που είναι κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκαση της διαφοράς. Στις περιπτώσεις που δεν είναι επαρκής ο αριθμός των διαμεσολαβητών ή υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων, ο διορισμός γίνεται μεταξύ όσων κατοικούν στην οικεία Εφετειακή Περιφέρεια. Στις περιπτώσεις αυτές ο οριζόμενος διαμεσολαβητής υποχρεούται μέσα σε προθεσμία δύο (2) εργασίμων ημερών να δηλώσει αν αποδέχεται τον διορισμό του. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, τεκμαίρεται η μη αποδοχή του. Σε περίπτωση μη αποδοχής του διορισμού του διαμεσολαβητή, επιλέγεται ο επόμενος κατά σειρά προτεραιότητας από τον ως άνω Ειδικό Μητρώο.

 

Άρθρο 7

Απαλλαγή από το τέλος δικαστικού ενσήμου και το τέλος απογράφου

            Οι διαφορές που εισάγονται (είτε προαιρετικά είτε υποχρεωτικά) προς επίλυση κατά την διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης ή της διαμεσολάβησης δεν υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου ούτε σε τέλος απογράφου, όταν εκδίδεται πρακτικό επίτευξης συμφωνίας.

 

Άρθρο 8

Αποτελέσματα της δικαστικής μεσολάβησης και της διαμεσολάβησης στην παραγραφή, την αποσβεστική προθεσμία και τις δικονομικές προθεσμίες. Αναβολή της δίκης

            1. Η υποβολή αίτησης στον διαμεσολαβητή, μετά από συμφωνία των μερών για εκούσια προσφυγή στην διαμεσολάβηση, η υποβολή αίτησης στην Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης για ορισμό διαμεσολαβητή, στην περίπτωση των άρθρων 6 παρ. 3 εδ. β΄ και 15 παρ. 1 του παρόντος και η υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο ή στο Γραφείο Δικαστικής Μεσολάβησης για ορισμό δικαστή μεσολαβητή αναστέλλει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση των αξιώσεων και των δικαιωμάτων, που υπάγονται στην δικαστική μεσολάβηση ή την διαμεσολάβηση, εφόσον οι προθεσμίες αυτές έχουν αρχίσει σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και διαρκεί για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία δικαστικής μεσολάβησης ή διαμεσολάβησης. Δεν αναστέλλουν, όμως, τις δικονομικές προθεσμίες των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ.

            2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 261, 262 και 263 ΑΚ, η παραγραφή και αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου, που ανεστάλησαν, συνεχίζονται την επομένη της σύνταξης του πρακτικού περάτωσης με οποιονδήποτε τρόπο της δικαστικής μεσολάβησης ή της διαμεσολάβησης (είτε με επίτευξη είτε με μη επίτευξη συμφωνίας). Σε περίπτωση που το πρακτικό της δικαστικής μεσολάβησης ή της διαμεσολάβησης υπογράφεται μόνο από τον δικαστή μεσολαβητή ή τον διαμεσολαβητή (άρθρα 13 παρ. 2 και 16 παρ. 2) για την συνέχιση των ως άνω προθεσμιών απαιτείται γνωστοποίηση του πρακτικού από τον δικαστή μεσολαβητή ή τον διαμεσολαβητή προς μέρη, η οποία μπορεί να γίνει και με αποστολή μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στην διεύθυνση που κάθε μέρος έχει δηλώσει. Σε περίπτωση επιτυχίας της δικαστικής μεσολάβησης ή της διαμεσολάβησης εφαρμόζονται τα άρθρα 268 ΑΚ, 321 και 322 ΚΠολΔ. Αν η συμφωνία που περιέχεται στο πρακτικό δικαστικής μεσολάβησης ή διαμεσολάβησης περιλαμβάνει αιρέσεις ή προθεσμίες ή οποιονδήποτε άλλο όρο, από τον οποίο εξαρτάται η ενάσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη συμφωνία, τότε η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία, που έχουν ανασταλεί, συνεχίζονται από την πλήρωση της αίρεσης ή του όρου ή την παρέλευση της προθεσμίας.

            3. Η κατά τον χρόνο συζήτησης αγωγής διεξαγωγή δικαστικής μεσολάβησης ή διαμεσολάβησης για διαφορά που αποτελεί τουλάχιστον μέρος της εκκρεμούς αγωγής συνιστά σε κάθε περίπτωση λόγο αναβολής της δίκης.

 

Άρθρο 9

Διακοπή δικαστικής μεσολάβησης ή διαμεσολάβησης προς διεξαγωγή διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβησης

            1. Αν κατά την διεξαγωγή της δικαστικής μεσολάβησης όλα τα μετέχοντα μέρη συμφωνούν να διακοπεί η διαδικασία, προκειμένου να ακολουθηθεί η διαμεσολάβηση, δηλώνουν τούτο, γραπτά ή προφορικά, στον δικαστή μεσολαβητή, ο οποίος συντάσσει σχετικό πρακτικό, στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία του άρθρου 13 παρ. 1 περ. α΄ έως ε΄ του παρόντος και η κοινή δήλωση των μερών για διακοπή της δικαστικής μεσολάβησης και το οποίο υπογράφεται από τον δικαστή μεσολαβητή και τα μέρη ή τους νομικούς παραστάτες τους. Μετά την υπογραφή του πρακτικού αυτού, οποιοδήποτε από τα μέρη μπορεί να υποβάλει αίτηση για έναρξη της διαμεσολάβησης στον διαμεσολαβητή που συμφωνήθηκε ή αν δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία στην Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, η οποία ορίζει διαμεσολαβητή σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 6 παρ. 4 του παρόντος. Η αναστολή των προθεσμιών παραγραφής και αποσβεστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 8 του παρόντος, που επήλθε με την έναρξη της διαδικασίας δικαστικής μεσολάβησης, διατηρείται, αν η υποβολή της αίτησης στον διαμεσολαβητή ή της αίτησης στην Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης για ορισμό διαμεσολαβητή, κατά το αμέσως προηγούμενο εδάφιο, υποβληθεί εντός προθεσμίας πέντε (5) εργασίμων ημερών· διαφορετικά η παραγραφή και αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου, που ανεστάλησαν με την υπαγωγή στη δικαστική μεσολάβηση, συνεχίζονται την επομένη παρέλευσης της ως άνω προθεσμίας και αναστέλλονται εκ νέου με την υποβολή της αίτησης στον διαμεσολαβητή ή την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, κατά τις πιο πάνω διακρίσεις.

            2. Αν κατά την διεξαγωγή της διαμεσολάβησης όλα τα μετέχοντα μέρη συμφωνούν να διακοπεί η διαδικασία, προκειμένου να ακολουθηθεί η δικαστική μεσολάβηση, δηλώνουν τούτο, γραπτά ή προφορικά, στον διαμεσολαβητή, ο οποίος συντάσσει σχετικό πρακτικό, στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία του άρθρου 16 παρ. 1 περ. α΄ έως ε΄ του παρόντος και η κοινή δήλωση των μερών για διακοπή της διαμεσολάβησης και το οποίο υπογράφεται από τον διαμεσολαβητή και τα μέρη ή τους νομικούς παραστάτες τους. Μετά την υπογραφή του πρακτικού αυτού, οποιοδήποτε από τα μέρη μπορεί να υποβάλει αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο για έναρξη της διαδικασίας δικαστικής μεσολάβησης. Η αναστολή των προθεσμιών παραγραφής και αποσβεστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 8 του παρόντος, που επήλθε με την έναρξη της διαδικασίας διαμεσολάβησης, διατηρείται, αν η υποβολή της αίτησης για έναρξη της δικαστικής μεσολάβησης, κατά το αμέσως προηγούμενο εδάφιο, υποβληθεί εντός προθεσμίας πέντε (5) εργασίμων ημερών· διαφορετικά η παραγραφή και αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου, που ανεστάλησαν με την υπαγωγή στη διαμεσολάβηση, συνεχίζονται την επομένη παρέλευσης της ως άνω προθεσμίας και αναστέλλονται εκ νέου με την υποβολή της αίτησης για έναρξη της δικαστικής μεσολάβησης.

 

Άρθρο 10

Νομική βοήθεια

            Οι διατάξεις του ν. 3226/2004 (Α΄ 24) για την παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος εφαρμόζονται αναλογικά για τους διαμεσολαβητές και τους νομικούς παραστάτες του παρόντος. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζονται η διαδικασία καταβολής, οι προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημίωσης των προσώπων αυτών, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα που αφορά την εφαρμογή του παρόντος. Με όμοια απόφαση καθορίζεται και η αποζημίωση των προσώπων της παρούσας, που διορίζονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος και πριν από τη δημοσίευση της απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης περί δημιουργίας Μητρώου Διαμεσολαβητών Νομικής Βοήθειας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 41 του παρόντος.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

Δικαστική μεσολάβηση

 

Άρθρο 11

Ορισμός δικαστών μεσολαβητών- Συγκρότηση Γραφείου Δικαστικής Μεσολάβησης σε Εφετειακές Περιφέρειες

            1. Σε κάθε Δικαστήριο ορίζεται, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν, τον αριθμό των υπηρετούντων Δικαστών και τον αριθμό των εισαγωγικών δικογράφων που κατατίθενται κατ’ έτος, ο απαραίτητος αριθμός Δικαστών, που θα εκτελούν χρέη δικαστή μεσολαβητή είτε με αποκλειστική και πλήρη απασχόληση είτε με μερική απασχόληση και με θητεία δύο (2) ετών, που μπορεί να παραταθεί για μία ακόμα διετία, μετά από αίτησή τους και εφόσον κρίνεται ότι έχουν ανταποκριθεί στα καθήκοντά τους. Ως δικαστές μεσολαβητές μπορούν να οριστούν στα Πρωτοδικεία μόνο Πρωτοδίκες και στα Εφετεία μόνο Εφέτες. Ο ορισμός των δικαστών μεσολαβητών και η ανανέωση της θητείας τους αποφασίζεται από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Δικαστηρίου ή, όπου δεν υπάρχει, από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Κάθε δικαστής μεσολαβητής οφείλει να υποβάλλει στον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης ή στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, όπου υπηρετεί, έκθεση πεπραγμένων στο τέλος κάθε δικαστικού έτους, που περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστο τον αριθμό των δικαστικών μεσολαβήσεων που πραγματοποίησε ο ίδιος, το αποτέλεσμα και τη διάρκεια κάθε μεσολάβησης και τη φύση της υπόθεσης.

            2. Ειδικά στις Εφετειακές Περιφέρειες των Εφετείων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά λειτουργεί Γραφείο Δικαστικής Μεσολάβησης, του οποίου η αρμοδιότητα εκτείνεται στο σύνολο της αντίστοιχης Εφετειακής Περιφέρειας. Του Γραφείου αυτού προΐσταται Πρόεδρος Εφετών ή Εφέτης, που ορίζεται από την Ολομέλεια του οικείου Εφετείου και σ’ αυτό υπηρετεί, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στην Εφετειακή Περιφέρεια, τον αριθμό των υπηρετούντων Δικαστών και τον αριθμό των εισαγωγικών δικογράφων στην Εφετειακή Περιφέρεια κατ’ έτος, ο απαραίτητος αριθμός Προέδρων Πρωτοδικών και Πρωτοδικών, που ορίζεται από την Ολομέλεια του Πρωτοδικείου της έδρας του αντίστοιχου Εφετείου. Ο Προϊστάμενος και τα μέλη του υπηρετούν στο αντίστοιχο Γραφείο Δικαστικής Μεσολάβησης με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση και με θητεία δύο (2) ετών, που μπορεί να παραταθεί, από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου στο οποίο υπηρετούν, για μία ακόμα διετία, μετά από αίτησή τους και εφόσον κρίνεται ότι έχουν ανταποκριθεί στα καθήκοντά τους. Ο Προϊστάμενος του Γραφείου Δικαστικής Μεσολάβησης εποπτεύει την λειτουργία του Γραφείου και λαμβάνει κάθε απαραίτητο μέτρο για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία του, αναθέτει στα υπόλοιπα μέλη του τη διενέργεια δικαστικής μεσολάβησης και αναλαμβάνει και ο ίδιος τη διεξαγωγή δικαστικής μεσολάβησης. Ο Προϊστάμενος του Γραφείου Δικαστικής Μεσολάβησης οφείλει να υποβάλλει στον Διευθύνοντα το Εφετείο έκθεση πεπραγμένων του Γραφείου στο τέλος κάθε δικαστικού έτους, που περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστο τον αριθμό των δικαστικών μεσολαβήσεων που πραγματοποίησε συνολικά το Γραφείο που προΐσταται, το αποτέλεσμα και τη διάρκεια κάθε μεσολάβησης και τη φύση της υπόθεσης.

            3. Οι Δικαστές που ορίζονται ως δικαστές μεσολαβητές και στην περίπτωση της παρ. 2 ως Προϊστάμενοι και μέλη των Γραφείων Δικαστικής Μεσολάβησης πρέπει να έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς ειδικό πρόγραμμα επιμόρφωσης, που υλοποιείται από την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών. Τα μέλη των Γραφείων Δικαστικής Μεσολάβησης, αν είναι δυνατόν, επιλέγονται μεταξύ όσων υπηρετούν για δύο τουλάχιστον έτη σε καθένα από τα Τμήματα του Πρωτοδικείου.

 

Άρθρο 12

Διαδικασία δικαστικής μεσολάβησης και αμοιβή δικηγόρου

            1. Η δικαστική μεσολάβηση ξεκινάει με την υποβολή αίτησης στην Γραμματεία του αρμόδιου για την εκδίκαση της υπόθεσης καθ’ ύλην και κατά τόπο Δικαστηρίου ή στην περίπτωση του άρθρου 11 παρ. 2 στην Γραμματεία του Γραφείου Δικαστικής Μεσολάβησης για υποθέσεις που υπάγονται στην κατά τόπο αρμοδιότητα της αντίστοιχης Εφετειακής Περιφέρειας. Η αίτηση καταχωρείται σε ειδικό βιβλίο. Αν στο συγκεκριμένο Δικαστήριο έχουν οριστεί περισσότεροι δικαστές μεσολαβητές, η ανάθεση της δικαστικής μεσολάβησης γίνεται από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου ή τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ενώ στις περιπτώσεις του άρθρου 11 παρ. 2 του παρόντος από τον Προϊστάμενο του Γραφείου Δικαστικής Μεσολάβησης. Δεν μπορεί να εκτελέσει καθήκοντα δικαστικού μεσολαβητή ο Δικαστής, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει λόγος εξαίρεσης. Η αίτηση εξαίρεσης υποβάλλεται και κρίνεται κατά τις ειδικότερες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

            2. Το επισπεύδον μέρος καταθέτει στην Γραμματεία του δικαστή μεσολαβητή και στην περίπτωση του άρθρου 11 παρ. 2 στην Γραμματεία του Γραφείου Δικαστικής Μεσολάβησης, ηλεκτρονικά ή με οποιονδήποτε άλλο πρόσφορο τρόπο, όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την δικαστική μεσολάβηση, στα οποία υποχρεωτικά περιλαμβάνονται το όνομα, το επώνυμο και η κατοικία και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα η επωνυμία και η έδρα όλων των μερών, στοιχεία επικοινωνίας (τηλέφωνο και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), σύντομη περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και των αξιώσεων και δικαιωμάτων, για τα οποία ζητείται η δικαστική μεσολάβηση. Σε περίπτωση που η διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης ξεκινάει μετά την εκκρεμοδικία, επισυνάπτεται αντίγραφο της αγωγής και διευκρινίζεται ποιο μέρος της ένδικης διαφοράς υποβάλλεται στην διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης. Κατά την έναρξη της διαδικασίας δικαστικής μεσολάβησης τα μέρη δηλώνουν υποχρεωτικά στον δικαστή μεσολαβητή την διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τον τηλεφωνικό αριθμό στον οποίο θα ενημερώνονται από τον δικαστή μεσολαβητή για κάθε ζήτημα που αφορά τη διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης και ισχύει μέχρι το πέρας της διαδικασίας ή μέχρι την μεταβολή των στοιχείων αυτών με νεότερη δήλωση στον δικαστή μεσολαβητή.

            3. Στη διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης, η οποία διεξάγεται σε ειδικά διαμορφωνόμενο και κατάλληλο για την διαδικασία χώρο του Δικαστηρίου και χωρίς την σύμπραξη Γραμματέα, τα μέρη παρίστανται μαζί με τον νομικό παραστάτη τους, εξαιρουμένων των υποθέσεων των καταναλωτικών διαφορών και των μικροδιαφορών, στις οποίες επιτρέπεται η αυτοπρόσωπη παράσταση των μερών. Στη διαδικασία μπορεί να μετέχει και τρίτο πρόσωπο, εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο, σε συμφωνία με τα μέρη και τον δικαστή μεσολαβητή. Ειδικά στις οικογενειακές διαφορές μπορεί να παρίστανται ψυχολόγοι από τον κατάλογο πραγματογνωμόνων του Δικαστηρίου, ενώ ο δικαστής μεσολαβητής μπορεί να ζητήσει την ακρόαση του παιδιού. Η αμοιβή κάθε παριστάμενου δικηγόρου, για την οποία προσκομίζεται κατά την έναρξη της διαδικασίας το σχετικό γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, συμφωνείται με το μέρος που εκπροσωπεί ελεύθερα για την συμμετοχή του σε όλη τη διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τριακόσια (300,00) ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας μονομελούς πρωτοδικείου και από πεντακόσια (500,00) ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας πολυμελούς πρωτοδικείου. Σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας και υπογραφής του σχετικού πρακτικού ο δικηγόρος δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, που συμφωνείται ελεύθερα με το μέρος που εκπροσωπεί και καθορίζεται τουλάχιστον στο διπλάσιο των ποσών που αναφέρονται στο αμέσως προηγούμενο εδάφιο και για την οποία προσκομίζεται κατά την υπογραφή του πρακτικού σχετικό γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο.

            4. Ο δικαστής μεσολαβητής, αφού ακούσει τα μέρη και σταθμίσει τις δυνατότητες και ανάγκες τους, καθορίζει τον τόπο, χρόνο και λοιπές διαδικαστικές λεπτομέρειες για τη διεξαγωγή της δικαστικής μεσολάβησης, περιλαμβανομένης της δυνατότητας χρήσης τεχνολογικών μέσων για την χωρίς τη φυσική παρουσία των μερών και των νομικών παραστατών τους διεξαγωγή της δικαστικής μεσολάβησης, εφόσον διασφαλίζεται η πρόσβαση σ’ αυτήν όλων των μερών της διαφοράς και των νομικών παραστατών τους. Η δικαστική μεσολάβηση διενεργείται εντός του δικαστικού καταστήματος, ακόμα και σε χρόνο εκτός του νομίμου ωραρίου των λοιπών υπηρεσιών του και με όσο το δυνατόν περιορισμένο αριθμό συναντήσεων και ολοκληρώνεται το αργότερο εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών, μη συνυπολογιζομένου του χρονικού διαστήματος των θερινών τμημάτων και του χρονικού διαστήματος που απαιτείται για τον διορισμό δικηγόρου σε μέρος που δικαιούται παροχή νομικής βοήθειας κατά το άρθρο 10 του παρόντος.

            5. Ο δικαστής μεσολαβητής μπορεί, κατά την διεξαγωγή της δικαστικής μεσολάβησης, να επικοινωνεί με καθένα από τα μέρη και να τα συναντά είτε χωριστά είτε από κοινού. Ο δικαστής μεσολαβητής καταβάλλει προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης της διαφοράς, χωρίς να δεσμεύεται από νομικούς κανόνες απόδειξης. Πληροφορίες που αντλεί ο δικαστής μεσολαβητής κατά τις επαφές του με το ένα μέρος δεν γνωστοποιούνται στο άλλο μέρος χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του μέρους που τις έδωσε. Όπου προβλέπεται επικοινωνία του δικαστή μεσολαβητή με τα μέρη, αυτή μπορεί να γίνεται και μόνο με τον νομικό παραστάτη του μέρους. Ο δικαστής μεσολαβητής μπορεί να απευθύνει στα μέρη μη δεσμευτικές προτάσεις για την επίλυση της διαφοράς. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με πρωτοβουλία του δικαστή μεσολαβητή και πρόσκληση σε τελική συνάντηση που απευθύνει σε όλα τα μέρη. Η δικαστική μεσολάβηση αποτυγχάνει αν το ένα μέρος δεν προσέλθει, αδικαιολόγητα, στη διαδικασία· στην περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας αρκεί η μη προσέλευση και ενός αναγκαίου ομοδίκου, ενώ στην περίπτωση της απλής ομοδικίας για να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό πρέπει να μην προσέρχονται όλοι οι απλοί ομόδικοι. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας τα μέρη υποχρεούνται να παραλάβουν τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν. Το Δικαστήριο μετά την πάροδο έτους από την υπογραφή του πρακτικού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 του παρόντος, καταστρέφει τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα χωρίς ειδοποίηση των μερών.

            6. Η διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης έχει κατ’ αρχήν εμπιστευτικό χαρακτήρα, διεξάγεται κατά τρόπο που να μην παραβιάζει το απόρρητο αυτής, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά και δεν τηρούνται πρακτικά. Πριν την έναρξη της διαδικασίας όλοι οι συμμετέχοντες δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν το απόρρητο της διαδικασίας δικαστικής μεσολάβησης. Την ίδια υποχρέωση έχει και οποιοσδήποτε τρίτος συμμετέχει στη διαδικασία. Τα μέρη, εφόσον το επιθυμούν, δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν και το απόρρητο του περιεχομένου της συμφωνίας, στην οποία ενδέχεται να καταλήξουν κατά τη διαμεσολάβηση, εκτός αν η γνωστοποίησή του είναι απαραίτητη για την εκτέλεση αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 13 του παρόντος ή αυτό επιβάλλεται για λόγους δημόσιας τάξης.

            7. Εφόσον η διαφορά αχθεί ενώπιον των δικαστηρίων ή σε διαμεσολάβηση ή σε διαιτησία, ο δικαστής μεσολαβητής, τα μέρη, οι νομικοί παραστάτες αυτών και όσοι συμμετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης δεν εξετάζονται ως μάρτυρες και εμποδίζονται να προσκομίσουν στοιχεία που προκύπτουν από τη διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης ή έχουν σχέση με αυτήν, ιδίως να αναφερθούν στις συζητήσεις, στις δηλώσεις και στις προτάσεις των μερών, καθώς και στις απόψεις και τυχόν προτάσεις του δικαστή μεσολαβητή, παρά μόνο εφόσον τούτο επιβάλλεται από λόγους δημόσιας τάξης, κυρίως για να εξασφαλιστεί η προστασία των ανηλίκων ή για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να θιγεί η σωματική ακεραιότητα ή η ψυχική υγεία προσώπου.

            8. Εφόσον, μετά την μη επίτευξη συμφωνίας κατά την δικαστική μεσολάβηση η υπόθεση αχθεί ενώπιον των Δικαστηρίων, ο δικαστής μεσολαβητής δεν επιτρέπεται να μετέχει στην εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό δικαιοδοσίας.

9. Ο δικαστής μεσολαβητής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του υπέχει την ευθύνη που προβλέπεται για τους Δικαστικούς Λειτουργούς από τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών.

 

Άρθρο 13

Πρακτικό δικαστικής μεσολάβησης και εκτελεστότητά του

            1. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας δικαστικής μεσολάβησης ο δικαστής μεσολαβητής συντάσσει αμελλητί πρακτικό δικαστικής μεσολάβησης, που πρέπει να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο του δικαστή μεσολαβητή, β) την ημερομηνία και τον τόπο που έλαβε χώρα η δικαστική μεσολάβηση, γ) τα πλήρη στοιχεία των μερών που προσέφυγαν στη δικαστική μεσολάβηση και τα στοιχεία των νομικών παραστατών τους, δ) τα πλήρη στοιχεία τυχόν τρίτων προσώπων που μετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία δικαστικής μεσολάβησης, ε) αναφορά στη συμφωνία ή τον ειδικότερο τρόπο με τον οποίο τα μέρη προσέφυγαν στη δικαστική μεσολάβηση κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4 παρ. 1 του παρόντος και στ) τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν τα μέρη κατά τη δικαστική μεσολάβηση ή τη διαπίστωση μη επίτευξης συμφωνίας και στην περίπτωση του άρθρου 12 παρ. 5 εδ. ζ΄ την αποτυχία της δικαστικής μεσολάβησης λόγω μη προσέλευσης στη διαδικασία ενός μέρους. Το περιεχόμενο της συμφωνίας δεν περιορίζεται από το κείμενο της αίτησης, αλλά μπορεί να διαμορφωθεί ελεύθερα από τα μέρη.

            2. Το πρακτικό της παρ. 1 υπογράφεται από τον δικαστή μεσολαβητή, τα μέρη και τους νομικούς παραστάτες τους. Σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, το πρακτικό μπορεί να υπογράφεται μόνο από τον δικαστή μεσολαβητή. Το πρωτότυπο του πρακτικού αρχειοθετείται και φυλάσσεται στη γραμματεία του δικαστηρίου ή του Γραφείου Δικαστικής Μεσολάβησης. Επικυρωμένο αντίγραφο του πρακτικού χορηγείται, μετά από αίτησή του και ατελώς, σε κάθε μέρος. Ειδικά το πρακτικό μη επίτευξης συμφωνίας αναγράφει και την τυχόν πρόταση που απηύθυνε ο δικαστής μεσολαβητής προς τα μέρη κατά το άρθρο 12 παρ. 5 του παρόντος και τη θέση των μερών επί της προτάσεως αυτής, ενώ το αντίγραφο που χορηγείται στα μέρη δεν περιλαμβάνει την πρόταση αυτή, αλλά περιορίζεται μόνο στη βεβαίωση μη επίτευξης συμφωνίας. Κάθε μέρος μπορεί να καταθέτει το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας οποτεδήποτε στη Γραμματεία του καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιου Δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή υπάγεται η εκδίκαση της υπόθεσης. Αν το πρακτικό δικαστικής μεσολάβησης υπογραφεί κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας κατατίθεται στην Γραμματεία του αρμόδιου Δικαστηρίου και αντίγραφο της αγωγής, από το οποίο προκύπτει ο αριθμός κατάθεσής του· στην περίπτωση αυτή ο Γραμματέας οφείλει να επισυνάψει στον φάκελο της σχετικής δικογραφίας αντίγραφο του πρακτικού επίτευξης συμφωνίας. Μετά την κατάθεση του πρακτικού επίτευξης συμφωνίας στο αρμόδιο Δικαστήριο, η άσκηση αγωγής για την ίδια διαφορά είναι απαράδεκτη στο μέτρο που το αντικείμενό της καλύπτεται από τη συμφωνία των μερών, τυχόν δε εκκρεμής δίκη καταργείται.

            3. Αν μετά την αποτυχία της δικαστικής μεσολάβησης η διαφορά αχθεί ενώπιον των δικαστηρίων, ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται, κατά το μέρος της ήττας του, και στην πληρωμή των εξόδων, στα οποία υποβλήθηκε το άλλο μέρος κατά την διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης, με βάση τις ειδικότερες ρυθμίσεις των άρθρων 173 επ. ΚΠολΔ.

            4. Το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας δικαστικής μεσολάβησης αποτελεί από την κατάθεσή του στη Γραμματεία του αρμόδιου Δικαστηρίου τίτλο εκτελεστό, σύμφωνα με το άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ΄ ΚΠολΔ, εφόσον η συμφωνία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης.

            5. Σε περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας η επιτυχία της δικαστικής μεσολάβησης προϋποθέτει συμφωνία όλων των αναγκαίων ομοδίκων. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας η συμφωνία ισχύει μεταξύ των μερών που συμφώνησαν και δεν δεσμεύει τα λοιπά μέρη.

            6. Αν η συμφωνία που περιέχεται στο πρακτικό επίτευξης συμφωνίας δικαστικής μεσολάβησης περιλαμβάνει και διατάξεις που αφορούν σε δικαιοπραξίες, οι οποίες υπόκεινται εκ του νόμου σε συμβολαιογραφικό τύπο, οι δικαιοπραξίες αυτές πρέπει να περιβληθούν τον συμβολαιογραφικό τύπο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις που διέπουν τη σύνταξη τέτοιων συμβολαιογραφικών εγγράφων και τη μεταγραφή τους. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η μεταγραφή ή καταχώριση του πρακτικού επίτευξης συμφωνίας δικαστικής μεσολάβησης σε υποθέσεις που αφορούν διανομή κοινού πράγματος.

            7. Το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας δικαστικής μεσολάβησης από την κατάθεσή του στη Γραμματεία του αρμόδιου Δικαστηρίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος προς εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης υποθήκης,

 

Άρθρο 14

Έξοδα της δικαστικής μεσολάβησης σε περίπτωση προσφυγής στα δικαστήρια

            1. Αν μετά την αποτυχία της δικαστικής μεσολάβησης η ίδια διαφορά αχθεί ενώπιον των δικαστηρίων και εφόσον κατά την διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης ο δικαστής μεσολαβητής απηύθυνε στα μέρη μη δεσμευτική πρόταση για την επίλυση της διαφοράς κατά το άρθρο 12 παρ. 5 του παρόντος, κάθε διάδικος αυτοτελώς οφείλει, μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, να προσκομίσει στον δικαστή μεσολαβητή ή στο Γραφείο Δικαστικής Μεσολάβησης επικυρωμένο αντίγραφο της τελεσίδικης απόφασης. Ο δικαστής μεσολαβητής, αφού λάβει υπόψη τις ιδιαιτερότητες και την δυσχέρεια κάθε υπόθεσης και την ύπαρξη εύλογης ή μη αμφιβολίας για την έκβαση της διαφοράς, αν διαπιστώσει ότι η τελεσίδικη απόφαση δεν διαφέρει ουσιωδώς από την μη δεσμευτική πρόταση που απηύθυνε στα μέρη κατά την διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφασή του: α) μπορεί να απαλλάξει εν όλω ή εν μέρει τον νικήσαντα διάδικο από το τέλος απογράφου, αν αυτός είχε αποδεχθεί την πρόταση του δικαστικού μεσολαβητή, β) επιβάλλει σε βάρος του διαδίκου που ηττήθηκε και δεν αποδέχθηκε την πρόταση του δικαστή μεσολαβητή αφενός το μέρος του τέλους απογράφου, για το οποίο τυχόν απαλλάχθηκε ο νικήσας διάδικος αφετέρου τα έξοδα του Δημοσίου για την διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης και την διαδικασία ενώπιον των Δικαστηρίων, τα οποία δεν μπορούν να ξεπεράσουν το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου και το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000,00) ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας Πολυμελούς Πρωτοδικείου και γ) επιβάλλει σε βάρος του διαδίκου που νίκησε, αλλά δεν αποδέχθηκε την πρόταση του δικαστή μεσολαβητή τα έξοδα του Δημοσίου για την διαδικασία της δικαστικής μεσολάβησης και την διαδικασία ενώπιον των Δικαστηρίων, τα οποία δεν μπορούν να ξεπεράσουν το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου και το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000,00) ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Τα πιο πάνω έξοδα επιβάλλει ο δικαστής μεσολαβητής, μετά την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης, στις περιπτώσεις υποχρεωτικής δικαστικής μεσολάβησης κατά το άρθρο 5 του παρόντος, σε βάρος του διαδίκου που δεν προσήλθε, αδικαιολόγητα, στην δικαστική μεσολάβηση.

            2. Για την έκδοση της απόφασης της προηγούμενης παραγράφου ο δικαστής μεσολαβητής καλεί όλα τα μέρη, με οποιονδήποτε τρόπο (και τηλεφωνικά ή μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στον τηλέφωνο ή στην διεύθυνση που οι διάδικοι έχουν δηλώσει κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του παρόντος), προ πέντε (5) τουλάχιστον ημερών, σε χρόνο και τόπο που ο ίδιος ορίζει και δικάζει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. ΚΠολΔ). Κατά της απόφασης αυτής δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκων μέσων. Ο Γραμματέας του Δικαστηρίου οφείλει να βεβαιώσει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. τα ποσά που επιβλήθηκαν σε βάρος των διαδίκων κατά την παρ. 1 του παρόντος και η είσπραξή τους γίνεται με βάση τις ειδικότερες διατάξεις για την είσπραξη δημοσίων εσόδων.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ

Διαμεσολάβηση

 

Άρθρο 15

Διαδικασία διαμεσολάβησης και αμοιβή δικηγόρου

            1. Ο διαμεσολαβητής ορίζεται από τα μέρη ή από τρίτο πρόσωπο της κοινής τους επιλογής, συμπεριλαμβανομένων των κέντρων διαμεσολάβησης. Αν τα μέρη συμφωνούν στην διαδικασία διαμεσολάβησης, αλλά αδυνατούν να συμφωνήσουν στο πρόσωπο του διαμεσολαβητή, αυτός ορίζεται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, με αίτηση οποιουδήποτε μέρους, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 6 παρ. 4 του παρόντος. Ο διαμεσολαβητής είναι ένας (1), εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν εγγράφως ότι οι διαμεσολαβητές θα είναι περισσότεροι. Αν ο διαμεσολαβητής αδυνατεί για οποιονδήποτε λόγο να ξεκινήσει ή να ολοκληρώσει την διαδικασία διαμεσολάβησης, τα μέρη υποχρεούνται, εντός προθεσμίας πέντε (5) εργασίμων ημερών από τότε που θα τους γνωστοποιηθεί η αδυναμία αυτή, να συμφωνήσουν ή να υποβάλουν αίτηση στην Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης για ορισμό νέου διαμεσολαβητή. Από την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής παύει να ισχύει η αναστολή των προθεσμιών του άρθρου 8 του παρόντος και ξεκινάει εκ νέου με την υποβολή αίτησης στον νέο διαμεσολαβητή ή στην Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης.

            2. Η διαμεσολάβηση ξεκινάει με την υποβολή κοινής αίτησης από τα μέρη ή, στην περίπτωση του άρθρου 6 παρ. 4 εδ. β΄ και 5 του παρόντος, με την αποδοχή του διορισμού του ορισθέντος από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης διαμεσολαβητή. Η διαδικασία διαμεσολάβησης διακόπτεται, αν κάποιο από τα μέρη δηλώσει με έγγραφο που καταθέτει στον διαμεσολαβητή ότι δεν επιθυμεί την συνέχιση της διαδικασίας διαμεσολάβησης, οπότε η δήλωση αυτή καταχωρίζεται στο πρακτικό μη επίτευξης συμφωνίας. Η διαμεσολάβηση αποτυγχάνει αν ένα από τα μέρη δεν προσέλθει, αδικαιολόγητα, στην διαδικασία· στην περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας αρκεί η μη προσέλευση και ενός αναγκαίου ομοδίκου, ενώ στην περίπτωση της απλής ομοδικίας για να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό πρέπει να μην προσέρχονται όλοι οι απλοί ομόδικοι.

            3. Το επισπεύδον μέρος καταθέτει στον διαμεσολαβητή, ηλεκτρονικά ή με οποιονδήποτε άλλο πρόσφορο τρόπο, όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων του, στα οποία υποχρεωτικά περιλαμβάνονται το όνομα, το επώνυμο και η κατοικία και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα η επωνυμία και η έδρα όλων των μερών, στοιχεία επικοινωνίας (τηλέφωνο και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), σύντομη περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και των αξιώσεων και δικαιωμάτων, για τα οποία ζητείται η διαμεσολάβηση. Σε περίπτωση που η διαδικασία της διαμεσολάβησης ξεκινάει μετά την εκκρεμοδικία, επισυνάπτεται αντίγραφο της αγωγής και διευκρινίζεται ποιο μέρος της ένδικης διαφοράς υποβάλλεται στην διαδικασία της διαμεσολάβησης. Κατά την έναρξη της διαδικασίας διαμεσολάβησης τα μέρη δηλώνουν υποχρεωτικά στον διαμεσολαβητή την διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τον τηλεφωνικό αριθμό στον οποίο θα ενημερώνονται από τον διαμεσολαβητή για κάθε ζήτημα που αφορά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης και ισχύει μέχρι το πέρας της διαδικασίας ή μέχρι την μεταβολή των στοιχείων αυτών με νεότερη δήλωση στον διαμεσολαβητή.

            4. Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης τα μέρη παρίστανται μαζί με τον νομικό παραστάτη τους, εξαιρουμένων των υποθέσεων των καταναλωτικών διαφορών και των μικροδιαφορών, στις οποίες επιτρέπεται η αυτοπρόσωπη παράσταση των μερών. Στη διαδικασία μπορεί να μετέχει και τρίτο πρόσωπο, εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο, σε συμφωνία με τα μέρη και τον διαμεσολαβητή. Η αμοιβή κάθε παριστάμενου δικηγόρου, για την οποία προσκομίζεται κατά την έναρξη της διαδικασίας το σχετικό γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, συμφωνείται με το μέρος που εκπροσωπεί ελεύθερα για την συμμετοχή του σε όλη τη διαδικασία της διαμεσολάβησης και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τριακόσια (300,00) ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας μονομελούς πρωτοδικείου και από πεντακόσια (500,00) ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας πολυμελούς πρωτοδικείου. Σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας και υπογραφής του σχετικού πρακτικού ο δικηγόρος δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, που συμφωνείται ελεύθερα με το μέρος που εκπροσωπεί και καθορίζεται τουλάχιστον στο διπλάσιο των ποσών που αναφέρονται στο αμέσως προηγούμενο εδάφιο και για την οποία προσκομίζεται κατά την υπογραφή του πρακτικού σχετικό γραμμάτιο από τον Δικηγορικό Σύλλογο.

            5. Ο διαμεσολαβητής, αφού ακούσει τα μέρη και σταθμίσει τις δυνατότητες και ανάγκες τους, καθορίζει τον τόπο, χρόνο και λοιπές διαδικαστικές λεπτομέρειες για τη διεξαγωγή της διαμεσολάβησης, περιλαμβανομένης της δυνατότητας χρήσης τεχνολογικών μέσων για την χωρίς τη φυσική παρουσία των μερών και των νομικών παραστατών τους διεξαγωγή της διαμεσολάβησης, εφόσον διασφαλίζεται η πρόσβαση σ’ αυτήν όλων των μερών της διαφοράς και των νομικών παραστατών τους. Η διαδικασία της διαμεσολάβησης ολοκληρώνεται με όσο το δυνατόν περιορισμένο αριθμό συναντήσεων και το αργότερο εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών, μη συνυπολογιζομένου του χρονικού διαστήματος των θερινών τμημάτων και του χρονικού διαστήματος που απαιτείται για τον διορισμό δικηγόρου σε μέρος που δικαιούται νομικής βοήθεια κατά το άρθρο 10 του παρόντος.

            6. Ο διαμεσολαβητής μπορεί, κατά την διεξαγωγή της διαμεσολάβησης, να επικοινωνεί με καθένα από τα μέρη και να τα συναντά είτε χωριστά είτε από κοινού. Πληροφορίες που αντλεί ο διαμεσολαβητής κατά τις επαφές του με το ένα μέρος δεν γνωστοποιούνται στο άλλο μέρος χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του μέρους που τις έδωσε. Όπου προβλέπεται επικοινωνία του διαμεσολαβητή με τα μέρη, αυτή μπορεί να γίνεται και μόνο με τον νομικό παραστάτη του μέρους.

            7. Η διαδικασία της διαμεσολάβησης έχει κατ’ αρχήν εμπιστευτικό χαρακτήρα, διεξάγεται κατά τρόπο που να μην παραβιάζει το απόρρητο αυτής, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά και δεν τηρούνται πρακτικά. Πριν την έναρξη της διαδικασίας όλοι οι συμμετέχοντες δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν το απόρρητο της διαδικασίας διαμεσολάβησης. Την ίδια υποχρέωση έχει και οποιοσδήποτε τρίτος συμμετέχει στη διαδικασία. Τα μέρη, εφόσον το επιθυμούν, δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν και το απόρρητο του περιεχομένου της συμφωνίας, στην οποία ενδέχεται να καταλήξουν κατά τη διαμεσολάβηση, εκτός αν η γνωστοποίησή του είναι απαραίτητη για την εκτέλεση αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 16 του παρόντος ή αυτό επιβάλλεται για λόγους δημόσιας τάξης.

            8. Εφόσον η διαφορά αχθεί ενώπιον των δικαστηρίων ή σε δικαστική μεσολάβηση ή σε διαιτησία, ο διαμεσολαβητής, τα μέρη, οι νομικοί παραστάτες αυτών και όσοι συμμετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν εξετάζονται ως μάρτυρες και εμποδίζονται να προσκομίσουν στοιχεία που προκύπτουν από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ή έχουν σχέση με αυτήν, ιδίως να αναφερθούν στις συζητήσεις, στις δηλώσεις και στις προτάσεις των μερών, καθώς και στις απόψεις του διαμεσολαβητή, παρά μόνο εφόσον τούτο επιβάλλεται από λόγους δημόσιας τάξης, κυρίως για να εξασφαλιστεί η προστασία των ανηλίκων ή για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να θιγεί η σωματική ακεραιότητα ή η ψυχική υγεία προσώπου.

            9. Ο διαμεσολαβητής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του υπέχει αστική ευθύνη μόνο για δόλο.

 

Άρθρο 16

Πρακτικό διαμεσολάβησης και εκτελεστότητά του

            1. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαμεσολάβησης ή την διακοπή της κατά το άρθρο 15 παρ. 2 εδ. β΄ του παρόντος ο διαμεσολαβητής συντάσσει αμελλητί πρακτικό διαμεσολάβησης, που πρέπει να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του διαμεσολαβητή, β) την ημερομηνία και τον τόπο που έλαβε χώρα η διαμεσολάβηση, γ) τα πλήρη στοιχεία των μερών που προσέφυγαν στη διαμεσολάβηση και τα στοιχεία των νομικών παραστατών τους, δ) τα πλήρη στοιχεία τυχόν τρίτων προσώπων που μετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία διαμεσολάβησης, ε) αναφορά στη συμφωνία ή τον ειδικότερο τρόπο με τον οποίο τα μέρη προσέφυγαν στη διαμεσολάβηση κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4 παρ. 1 του παρόντος και στ) τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν τα μέρη κατά τη διαμεσολάβηση ή τη διαπίστωση μη επίτευξης συμφωνίας και στην περίπτωση του άρθρου 15 παρ. 2 εδ. β΄ και γ΄ την αποτυχία της διαμεσολάβησης λόγω μη προσέλευσης ή αδικαιολόγητης αποχώρησης από τη διαδικασία ενός μέρους. Το περιεχόμενο της συμφωνίας δεν περιορίζεται από το κείμενο της αίτησης, αλλά μπορεί να διαμορφωθεί ελεύθερα από τα μέρη.

2. Το πρακτικό της παρ. 1 υπογράφεται από τον διαμεσολαβητή, τα μέρη και τους νομικούς παραστάτες τους. Σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, το πρακτικό μπορεί να υπογράφεται μόνο από τον διαμεσολαβητή. Κάθε μέρος μπορεί να καταθέτει το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας οποτεδήποτε στη Γραμματεία του καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιου Δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή υπάγεται η εκδίκαση της υπόθεσης. Αν το πρακτικό διαμεσολάβησης υπογραφεί κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας κατατίθεται στην Γραμματεία του αρμόδιου Δικαστηρίου και αντίγραφο της αγωγής, από το οποίο προκύπτει ο αριθμός κατάθεσής του· στην περίπτωση αυτή ο Γραμματέας οφείλει να επισυνάψει στον φάκελο της σχετικής δικογραφίας αντίγραφο του πρακτικού επίτευξης συμφωνίας. Μετά την κατάθεση του πρακτικού επίτευξης συμφωνίας στο αρμόδιο Δικαστήριο, η άσκηση αγωγής για την ίδια διαφορά είναι απαράδεκτη στο μέτρο που το αντικείμενό της καλύπτεται από τη συμφωνία των μερών, τυχόν δε εκκρεμής δίκη καταργείται.

            3. Αν μετά την αποτυχία της διαμεσολάβησης η διαφορά αχθεί ενώπιον των δικαστηρίων, ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται, κατά το μέρος της ήττας του, και στην πληρωμή των εξόδων, στα οποία υποβλήθηκε το άλλο μέρος κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, με βάση τις ειδικότερες ρυθμίσεις των άρθρων 173 επ. ΚΠολΔ.

            4. Το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας διαμεσολάβησης αποτελεί από την κατάθεσή του στη Γραμματεία του αρμόδιου Δικαστηρίου τίτλο εκτελεστό, σύμφωνα με το άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ΄ ΚΠολΔ, εφόσον η συμφωνία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης.

            5. Σε περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας η επιτυχία της διαμεσολάβησης προϋποθέτει συμφωνία όλων των αναγκαίων ομοδίκων. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας η συμφωνία ισχύει μεταξύ των μερών που συμφώνησαν και δεν δεσμεύει τα λοιπά μέρη.

            6. Αν η συμφωνία που περιέχεται στο πρακτικό επίτευξης συμφωνίας διαμεσολάβησης περιλαμβάνει και διατάξεις που αφορούν σε δικαιοπραξίες, οι οποίες υπόκεινται εκ του νόμου σε συμβολαιογραφικό τύπο, οι δικαιοπραξίες αυτές πρέπει να περιβληθούν τον συμβολαιογραφικό τύπο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις που διέπουν τη σύνταξη τέτοιων συμβολαιογραφικών εγγράφων και τη μεταγραφή τους. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η μεταγραφή ή καταχώριση του πρακτικού επίτευξης συμφωνίας διαμεσολάβησης σε υποθέσεις που αφορούν διανομή κοινού πράγματος.

            7. Το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας διαμεσολάβησης από την κατάθεσή του στη Γραμματεία του αρμόδιου Δικαστηρίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος προς εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης υποθήκης,

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ

Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης

 

Άρθρο 17

Συγκρότηση

            1. Η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης αποτελείται από δέκα τρία (13) μέλη και συγκροτείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από:

            α) Δύο (2) Δικαστικούς Λειτουργούς της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, εκ των οποίων ένας (1) με βαθμό τουλάχιστον Αρεοπαγίτη ή αντίστοιχο, εν ενεργεία ή επί τιμή και ένας (1) με βαθμό τουλάχιστον Προέδρου Πρωτοδικών ή αντίστοιχο, με εμπειρία ή εξειδίκευση και κατά προτίμηση με διαπίστευση στη διαμεσολάβηση, που ορίζονται μετά από γνώμη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, εφόσον είναι εν ενεργεία,

            β) Δύο (2) καθηγητές ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, εν ενεργεία ή ομότιμους, με εμπειρία ή εξειδίκευση στη διαμεσολάβηση και κατά προτίμηση με διαπίστευση, εκ των οποίων τουλάχιστον ο ένας να έχει διατελέσει καθηγητής σε μία εκ των τριών Νομικών Σχολών Ε.Κ.Π.Α., Α.Π.Θ., Δ.Π.Θ.,

            γ) Δύο (2) εκπροσώπους της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας, με εμπειρία ή εξειδίκευση στη διαμεσολάβηση και κατά προτίμηση με διαπίστευση, μετά από σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων,

            δ) Δύο (2) μετακλητούς νομικούς, υπηρετούντες στην Ειδική Γραμματεία Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών του Υπουργείου Δικαιοσύνης,

            ε) Δύο (2) διαμεσολαβητές, εκπροσώπους επαγγελματικών φορέων της Χώρας, μετά από πρόσκληση ενδιαφέροντος που αναρτάται στον ιστότοπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης,

            στ) Τρεις (3) διαμεσολαβητές, μετά από πρόσκληση ενδιαφέροντος που αναρτάται στον ιστότοπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, οι οποίοι διαθέτουν τουλάχιστον επταετή επαγγελματική εμπειρία στο γνωστικό τους αντικείμενο και εμπειρία στη διαμεσολάβηση, καθώς και έναν (1) τουλάχιστον τίτλο μετεκπαίδευσης από αρμόδιο φορέα κατάρτισης διαμεσολαβητών, που προκύπτει είτε λόγω συμμετοχής στην εκπαίδευση διαμεσολαβητών είτε λόγω συμμετοχής σε διαδικασίες διαμεσολάβησης ως διαμεσολαβητές ή βοηθοί διαμεσολαβητή ή νομικοί παραστάτες είτε λόγω συμμετοχής σε συνέδρια, σεμινάρια και ερευνητικά προγράμματα συναφή με τη διαμεσολάβηση,

            2. Πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης ορίζεται ο ανώτερος κατά βαθμό Δικαστικός Λειτουργός και μεταξύ ομοιόβαθμων, ο αρχαιότερος από αυτούς.

            3. Με την απόφαση της παρ. 1 του παρόντος για κάθε τακτικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης ορίζεται ένα αναπληρωματικό μέλος.

            4. Τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης, καθώς και τρίτα πρόσωπα που διορίζονται ως μέλη στην υποεπιτροπή της περίπτωσης δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 18 του παρόντος, απαγορεύεται να διατηρούν οποιαδήποτε σχέση συνεργασίας με Φορείς κατάρτισης του παρόντος.

            5. Η θητεία του Προέδρου και των μελών είναι τριετής και μπορεί να ανανεώνεται άπαξ. Ο Πρόεδρος και τα μέλη αντικαθίστανται στην περίπτωση που έχουν διοριστεί κατά παράβαση της παρ. 4 του παρόντος.

            6. Χρέη Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης εκτελεί ένας ή περισσότεροι υπάλληλοι της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή των Δικαστηρίων ή άλλης δημόσιας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, οι οποίοι διατίθενται ή αποσπώνται με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση από την Υπηρεσία τους στην Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης. Για την απόσπαση αυτή εκδίδεται, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης, απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, κατόπιν ερωτήματός του, μετά από γνώμη του Προέδρου της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης και σύμφωνη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει ο υπάλληλος.

 

Άρθρο 18

Αρμοδιότητες της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης

            1. Η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης είναι αρμόδια να επιλαμβάνεται κάθε ζητήματος που αφορά στον έλεγχο εφαρμογής του θεσμού της διαμεσολάβησης.

            2. Η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης δύναται να συστήνει, κατά την κρίση της, υποεπιτροπές για την ταχεία επίλυση και τον έλεγχο ζητημάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος Μέρους. Οι ανωτέρω υποεπιτροπές απαρτίζονται από μέλη της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης χωρίς να υφίσταται περιορισμός για τη συμμετοχή κάποιου μέλους σε παραπάνω από μία υποεπιτροπές. Οι υποεπιτροπές αυτές εξουσιοδοτούνται ρητά από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης για την οριστική διευθέτηση των ζητημάτων που αναλαμβάνουν, εκτός αν ειδικότερα ορίζεται στον παρόντα νόμο ότι αρμόδια είναι η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης.

            3. Σε κάθε περίπτωση, στο πλαίσιο της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης συγκροτούνται υποχρεωτικά τέσσερις (4) υποεπιτροπές, η θητεία των οποίων είναι διετής, με τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

            α) «Επιτροπή Μητρώου Διαμεσολαβητών», η οποία είναι αρμόδια για την τήρηση των Μητρώων του άρθρου 41 του παρόντος, για κάθε σχετικό ζήτημα ή έκδοση πράξης που αφορά τα τηρούμενα Μητρώα, μεταξύ των οποίων και ο ορισμός διαμεσολαβητών κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 3 και 4, 9 παρ. 1 και 15 παρ. 1 του παρόντος και για τη συγκέντρωση των ετήσιων Εκθέσεων Πεπραγμένων, σύμφωνα με το άρθρο 33του παρόντος.

            β) «Επιτροπή Δεοντολογίας και Πειθαρχικού Ελέγχου», η οποία είναι αρμόδια για τη συμμόρφωση των διαμεσολαβητών με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα νόμο και για την εφαρμογή του πειθαρχικού δικαίου και την επιβολή πειθαρχικών ποινών. Η συγκρότηση της υποεπιτροπής αυτής γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 29του παρόντος.

            γ) «Επιτροπή Ελέγχου Φορέων Κατάρτισης», η οποία είναι αρμόδια για κάθε ζήτημα που αφορά τους Φορείς Κατάρτισης Διαμεσολαβητών.

            δ) «Επιτροπή Εξετάσεων», η οποία είναι αρμόδια και έχει την ευθύνη για τη διεξαγωγή των γραπτών και προφορικών εξετάσεων και τη βαθμολόγηση των εξεταζομένων, προς τον σκοπό της διαπίστευσης υποψήφιων διαμεσολαβητών. Η Επιτροπή Εξετάσεων απαρτίζεται από τρία (3) μέλη, που προέρχονται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, με ισάριθμους αναπληρωτές, από τα οποία ένα (1) τουλάχιστον μέλος είναι Δικαστικός Λειτουργός και προεδρεύει της Επιτροπής. Η Επιτροπή Εξετάσεων δύναται, ανάλογα με τον εκάστοτε συνολικό αριθμό των εξεταζομένων, να ορίσει δύο (2) επιπλέον μέλη, χωρίς αναπληρωτές, τα οποία πρέπει να έχουν την ιδιότητα του διαπιστευμένου διαμεσολαβητή.

            4. Η συγκρότηση των παραπάνω υποεπιτροπών και ο αριθμός των μελών που τις απαρτίζουν καθορίζονται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης. Για την επιτρεπτή συμμετοχή των ανωτέρω μελών στις υποεπιτροπές λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ζητήματα που άπτονται της σύγκρουσης συμφερόντων και αρμοδιοτήτων των μελών αυτών με άλλες ισχύουσες διατάξεις και κανονισμούς του κύριου επαγγέλματός τους.

            5. Η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης υποβάλλει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου κάθε έτους Ετήσια Έκθεση για τον έλεγχο εφαρμογής του θεσμού, συνοδευόμενη από προτάσεις για τη βελτίωσή του.

 

Άρθρο 19

Προσόντα διαμεσολαβητών

            1. Για την εγγραφή στο Μητρώο Διαμεσολαβητών του άρθρου 41 του παρόντος ο διαμεσολαβητής απαιτείται να πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

            α) να είναι πτυχιούχος Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμου αναγνωρισμένου ιδρύματος της αλλοδαπής,

            β) να έχει παρακολουθήσει επιτυχώς βασική εκπαίδευση στη διαμεσολάβηση, η οποία παρέχεται από αδειοδοτημένο Φορέα Κατάρτισης Διαμεσολαβητών, σύμφωνα με το άρθρο 34 του παρόντος,

            γ) να έχει επιτύχει σε εξετάσεις πιστοποίησης, που διενεργούνται υπό την εποπτεία της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης,

            δ) να μην έχει καταδικαστεί τελεσίδικα για κακούργημα ή πλημμέλημα που συνιστά ασυμβίβαστο με την άσκηση του λειτουργήματος του διαμεσολαβητή.

            Κάτοχος διδακτορικού τίτλου Α.Ε.Ι. ή ισότιμου της αλλοδαπής με αντικείμενο τη διαμεσολάβηση, καθώς και Δικαστής που έχει ολοκληρώσει επιτυχώς ειδικό πρόγραμμα επιμόρφωσης της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών δεν απαιτείται να εκπαιδευτεί περαιτέρω από Φορέα Κατάρτισης Διαμεσολαβητών, προκειμένου να διαπιστευθεί και δύναται να συμμετέχει απευθείας στις εξετάσεις για τη διαπίστευσή του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 40 του παρόντος. Διαπιστεύσεις που έχουν χορηγηθεί βάσει τίτλων από κράτη που κατά τον χρόνο χορήγησης ήταν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένουν σε ισχύ και μετά την ενδεχόμενη έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αποκλείεται κάθε άλλη μορφή αναγνώρισης ή αποδοχής τίτλων διαπίστευσης από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

            Αποκλείονται της άσκησης του επαγγέλματος του διαμεσολαβητή όσοι υπηρετούν ως δημόσιοι, δημοτικοί και δικαστικοί υπάλληλοι ή υπάλληλοι νομικών προσώπων και ιδρυμάτων δημοσίου δικαίου, καθώς και οι εν ενεργεία δικαστική ή δημόσιοι λειτουργοί. Από την ανωτέρω απαγόρευση εξαιρούνται όσοι δημόσιοι λειτουργοί ασκούν παράλληλα νομίμως ελεύθερο επάγγελμα.

            2. Ο διαμεσολαβητής αναλαμβάνει καθήκοντα μόνο εφόσον κατά την κρίση του μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της συγκεκριμένης διαδικασίας διαμεσολάβησης σύμφωνα με την επαγγελματική του κατάρτιση, την πρακτική του εμπειρία και τις δεξιότητες που κατέχει.

            3. Ο διαμεσολαβητής διεξάγει τη διαμεσολάβηση σύμφωνα με τις διατάξεις δεοντολογίας του παρόντος και τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Δεοντολογίας. Ο διαμεσολαβητής δύναται να προβάλει τις υπηρεσίες που προσφέρει, υπό τον όρο ότι ενεργεί κατά τρόπο επαγγελματικό, ειλικρινή και αξιοπρεπή.

 

Άρθρο 20

Αμεροληψία, ανεξαρτησία και ουδετερότητα διαμεσολαβητών

            1. Ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να ενεργεί έναντι των μερών κατά τρόπο απαλλαγμένο από προσωπικές κρίσεις, πεποιθήσεις και προκαταλήψεις και να μεριμνά για την ισότιμη συμμετοχή και διευκόλυνση όλων των μερών στο πλαίσιο της διαδικασίας της διαμεσολάβησης.

2. Ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να μην αναλαμβάνει τη διενέργεια διαμεσολάβησης και, εάν έχει ήδη αναλάβει να μην τη συνεχίσει, προτού γνωστοποιήσει στα μέρη τυχόν στοιχεία ή γεγονότα που ενδέχεται να επηρεάσουν ή να δώσουν την εντύπωση ότι επηρεάζουν την αμεροληψία και την ανεξαρτησία του. Κατ’ εξαίρεση, στην περίπτωση αυτή ο διαμεσολαβητής επιτρέπεται να αναλάβει καθήκοντα διαμεσολάβησης ή να εξακολουθεί να τα ασκεί μόνο με τη ρητή συγκατάθεση των μερών και εφόσον είναι βέβαιος ότι είναι σε θέση να διεξαγάγει τη διαμεσολάβηση με εγγυήσεις αμεροληψίας και ανεξαρτησίας.

3. Ο διαμεσολαβητής δεν επιτρέπεται να κατευθύνει τα μέρη και να τους επιβάλει τη λύση που ο ίδιος προκρίνει. Δύναται να διατυπώνει την προσωπική του άποψη, η οποία δεν είναι δεσμευτική, παρά μόνον εφόσον τα μέρη το επιθυμούν και είναι υποχρεωμένος να παραμένει ουδέτερος ως προς το αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης.

 

Άρθρο 21

Σύγκρουση συμφερόντων

            1. Ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να μην αναλαμβάνει καθήκοντα και, εάν έχει ήδη αναλάβει, να μην εξακολουθήσει να τα ασκεί, σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, γνωστοποιώντας το σχετικό κώλυμα στα μέρη.

Κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, ο διαμεσολαβητής επιτρέπεται να αναλάβει καθήκοντα και, εάν τα έχει ήδη αναλάβει να εξακολουθήσει να τα ασκεί, μόνο με τη ρητή συγκατάθεση των μερών και εφόσον είναι βέβαιος ότι είναι σε θέση να διεξαγάγει τη διαμεσολάβηση με τρόπο που να μην υπονομεύει την ανεξαρτησία της διαδικασίας.

Σύγκρουση συμφερόντων συντρέχει, ιδίως, στις περιπτώσεις:

α) προσωπικής ή επαγγελματικής σχέσης του διαμεσολαβητή με ένα από τα μέρη ή τους νόμιμους παραστάτες τους ή λήψης αμοιβής στο παρελθόν για παροχή υπηρεσιών σε οποιοδήποτε από τα μέρη,

β) οποιουδήποτε οικονομικού ή άλλου συμφέροντος, άμεσου ή έμμεσου, που αντλείται από την έκβαση της διαμεσολάβησης,

            γ) ανάμιξης του διαμεσολαβητή, κατά οποιονδήποτε τρόπο, στο αντικείμενο της διαφοράς,

            δ) ενέργειας, κατά το παρελθόν, του ίδιου του διαμεσολαβητή ή συνεργάτη του ή άλλου στελέχους της εταιρείας για την οποία εργάζεται, εκπροσωπώντας κάποιο από τα μέρη με ιδιότητα άλλη πλην του διαμεσολαβητή,

            ε) οποιασδήποτε μορφής επαγγελματικής συνεργασίας του διαμεσολαβητή με φυσικά ή νομικά πρόσωπα που εμπλέκονται στην παροχή συμβουλών προς ένα από τα συμμετέχοντα μέρη για θέματα που αφορούν το αντικείμενο της διαμεσολάβησης.

2. Μετά την περάτωση της διαμεσολάβησης και ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά της, δεν επιτρέπεται στον διαμεσολαβητή να ασχοληθεί υπό άλλη επαγγελματική ιδιότητα με τη συγκεκριμένη υπόθεση που χειρίστηκε, μεταξύ των ίδιων μερών.

 

Άρθρο 22

Αρχή της ελεύθερης βούλησης των μερών

            1. Ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να διεξάγει τη διαμεσολάβηση με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας των μερών. Μεριμνά ώστε τα μέρη να κατανοούν τα χαρακτηριστικά της διαδικασίας που πρόκειται να ακολουθηθεί, καθώς και τον ρόλο αυτού και όλων των συμμετεχόντων και ενημερώνει τα μέρη ότι είναι ελεύθερα ανά πάσα στιγμή να αποχωρήσουν από τη διαδικασία χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, κύρωση ή ποινή.

2. Ο διαμεσολαβητής βεβαιώνεται, ιδίως, ότι πριν από την έναρξη της διαδικασίας της διαμεσολάβησης τα μέρη έχουν συμφωνήσει ρητώς τους όρους και τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή της διαφοράς τους στη διαμεσολάβηση, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των διατάξεων που διέπουν την υποχρέωση εχεμύθειας του διαμεσολαβητή και των μερών.

3. Ο διαμεσολαβητής μεριμνά για την προσήκουσα διεξαγωγή της διαδικασίας διαμεσολάβησης.

4. Ο διαμεσολαβητής μπορεί να περατώσει τη διαδικασία διαμεσολάβησης μετά από αιτιολογημένη ενημέρωση των μερών, εφόσον:

α) επέρχεται διευθέτηση της διαφοράς κατά τρόπο αντίθετο με τα χρηστά ήθη ή τη δημόσια τάξη, ή

β) θεωρεί ότι η συνέχιση της διαμεσολάβησης είναι απολύτως αδύνατο να οδηγήσει στη διευθέτηση της διαφοράς.

5. Ο διαμεσολαβητής λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η λύση που θα εξευρεθεί για τη διευθέτηση της διαφοράς είναι προϊόν επίγνωσης και εμπεριστατωμένης συναίνεσης των μερών, καθώς επίσης και ότι τα μέρη κατανοούν τους όρους της συμφωνίας.

6. Ο διαμεσολαβητής οφείλει να ενημερώνει τα μέρη για τον τρόπο που μπορούν να καταστήσουν τη μεταξύ τους συμφωνία εκτελεστή, όπου αυτό είναι δυνατό.

 

Άρθρο 23

Εχεμύθεια

            Ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να τηρεί απόρρητες τις πληροφορίες που έχουν προκύψει από τη διαμεσολάβηση ή σε σχέση με αυτήν, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι πρόκειται να διεξαχθεί ή έχει διεξαχθεί διαμεσολάβηση, εκτός αν υποχρεούται να πράξει διαφορετικά από διάταξη νόμου ή για λόγους δημόσιας τάξης ή εφόσον τα μέρη συναινούν ρητά στην αποκάλυψη των πληροφοριών.

 

Άρθρο 24

Πειθαρχικό δίκαιο- Γενικές αρχές

            1. Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από κάθε άλλη διαδικασία.

2. Οι πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται από την Επιτροπή Δεοντολογίας και Πειθαρχικού Ελέγχου και από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης.

3. Κανένας δεν διώκεται για δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο επιβάλλεται μόνο μία πειθαρχική ποινή. Νέα πειθαρχική δίωξη για το ίδιο παράπτωμα είναι απαράδεκτη.

4. Η με οποιονδήποτε τρόπο άρση του ποινικά κολάσιμου χαρακτήρα της πράξης ή η ολική ή μερική άρση των συνεπειών της ποινικής καταδίκης δεν αίρουν τον πειθαρχικά κολάσιμο χαρακτήρα της πράξης.

 

Άρθρο 25

Πειθαρχικά παραπτώματα

1. Πειθαρχικό παράπτωμα μπορεί να τελεστεί με πράξη ή παράλειψη του διαμεσολαβητή στο πλαίσιο των καθηκόντων του, η οποία είναι αντίθετη προς τις υποχρεώσεις του, όπως αυτές απορρέουν από τον παρόντα νόμο και συνδέονται άρρηκτα με τη διαμεσολάβηση, καθώς και από τον Κώδικα Δεοντολογίας Διαπιστευμένων Διαμεσολαβητών.

2. Πειθαρχικά παραπτώματα του διαμεσολαβητή αποτελούν ιδίως η χρησιμοποίηση της ιδιότητάς του για την επιδίωξη παράνομων σκοπών και η εν γένει αναξιοπρεπής ή απρεπής συμπεριφορά του.

3. Κάθε κακούργημα που τελείται από διαμεσολαβητή ως και κάθε εκ δόλου πλημμέλημα ασυμβίβαστο με την ιδιότητα του διαμεσολαβητή, αποτελεί αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα.

4. Η μη τήρηση της αρχής της αμεροληψίας και της εχεμύθειας από μέρους του διαμεσολαβητή συνιστά σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα.

 

Άρθρο 26

Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων

1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται δύο (2) έτη μετά την τέλεσή τους.

2. Ο χρόνος της παραγραφής αναστέλλεται για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες, με την υποβολή της πειθαρχικής αναφοράς ενώπιον της Επιτροπής Δεοντολογίας και Πειθαρχικού Ελέγχου, από τα μέρη ή οποιονδήποτε τρίτο συμμετέχει στη διαδικασία διαμεσολάβησης ή από τον Πρόεδρο της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης, ευθύς ως λάβει αναφορά με την οποία καταγγέλλονται πειθαρχικά επιλήψιμες πράξεις διαμεσολαβητή ή λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση τέτοιων πράξεων.

 

Άρθρο 27

Πειθαρχικές ποινές

1. Οι πειθαρχικές ποινές είναι:

α) η σύσταση,

β) η έγγραφη επίπληξη,

γ) η προσωρινή ανάκληση της διαπίστευσης έως και ένα (1) έτος,

δ) η οριστική ανάκληση της διαπίστευσης.

2. Η ποινή της οριστικής ανάκλησης της διαπίστευσης επιβάλλεται μόνο σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων. Τέτοιες προϋποθέσεις συντρέχουν ιδίως αν ο διαμεσολαβητής:

α) καταδικάστηκε αμετάκλητα για κακούργημα ή για οποιοδήποτε εκ δόλου πλημμέλημα ασυμβίβαστο με τον θεσμό της διαμεσολάβησης,

β) τιμωρήθηκε κατ’ επανάληψη με ποινή προσωρινής ανάκλησης της διαπίστευσης τουλάχιστον για έξι (6) μήνες συνολικά εντός τριετίας.

3. Όταν πρόκειται για παράπτωμα που οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια, το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο μπορεί να μην επιβάλει ποινή, εκτιμώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει τελεστεί το παράπτωμα.

 

Άρθρο 28

Συνέπειες ανάκλησης διαπίστευσης

1. Ο διαμεσολαβητής, στον οποίο έχει επιβληθεί οριστική ή προσωρινή ανάκληση διαπίστευσης, δεν επιτρέπεται να ενεργεί ως διαμεσολαβητής για όσο χρόνο αυτή διαρκεί.

2. Το κύρος της επιτυχούς έκβασης της διαμεσολάβησης και του συμφωνητικού που καταρτίστηκε δεν θίγεται από την ποινή που επιβλήθηκε στον διαμεσολαβητή.

3. Η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης οφείλει να ενημερώνει τα μητρώα του άρθρου 41 του παρόντος για την επιβληθείσα προσωρινή ή οριστική ανάκληση της διαπίστευσης του διαμεσολαβητή από τα καθήκοντά του.

 

Άρθρο 29

Πειθαρχικά όργανα

1. Η Επιτροπή Δεοντολογίας και Πειθαρχικού Ελέγχου, που ορίζεται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, διακρίνεται σε πρωτοβάθμια επιτροπή μονομελούς σύνθεσης και δευτεροβάθμια επιτροπή τριμελούς σύνθεσης, με ισάριθμα αναπληρωματικά μέλη. Η θητεία των μελών της είναι διετής και μπορεί να ανανεώνεται. Μέλος της δευτεροβάθμιας επιτροπής δεν μπορεί να είναι το μέλος που εξέδωσε την πρωτοβάθμια πειθαρχική απόφαση. Αν η Επιτροπή Δεοντολογίας και Πειθαρχικού Ελέγχου κρίνει ότι πρέπει να επιβληθεί η ποινή της οριστικής ανάκλησης της διαπίστευσης, τότε αρμόδια προς τούτο είναι η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης που συνεδριάζει σε Ολομέλεια.

2. Οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για τις δηλώσεις αποχής και εξαίρεσης των δικαστών ισχύουν αναλογικά.

3. Αίτηση εξαίρεσης είναι απαράδεκτη όταν αφορά τόσα μέλη του πειθαρχικού οργάνου ώστε να καθίσταται αδύνατη η νόμιμη συγκρότησή του.

4. Για κάθε ειδικότερο θέμα πειθαρχικού ελέγχου αποφασίζει η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, οι αποφάσεις της οποίας εκτελούνται με επιμέλεια του Προέδρου της ή του μέλους της που ειδικά ορίστηκε από αυτόν.

5. Για την υποβολή αναφοράς κατά διαμεσολαβητή απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου η κατάθεση παράβολου, ποσού τριάντα (30,00) ευρώ, το ύψος του οποίου αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών.

 

Άρθρο 30

Αμοιβή διαμεσολαβητή

1. Η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται καταρχήν ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία του διαμεσολαβητή και των μερών, με εξαίρεση την περίπτωση α΄ της παρ. 2 του παρόντος.

2. Η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται α) στις περιπτώσεις του άρθρου 5 του παρόντος, για όλη τη διαδικασία διαμεσολάβησης, στο ποσό εκατόν πενήντα (150,00) ευρώ, το οποίο βαρύνει τα μέρη κατ’ ισομοιρία, ενώ σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας μπορεί να συμφωνηθεί εγγράφως και επιπλέον αμοιβή με βάση τις ώρες διαμεσολάβησης και σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας η αμοιβή του ορίζεται στο ποσό των ογδόντα (80,00) ευρώ για κάθε ώρα διαμεσολάβησης και βαρύνει τα μέρη κατ’ ισομοιρία και β) σε κάθε άλλη περίπτωση, αν δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, στο ποσό των ογδόντα (80,00) ευρώ για κάθε ώρα διαμεσολάβησης και βαρύνει τα μέρη κατ’ ισομοιρία.

3. Τα ποσά της παρ. 2 μπορούν να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

4. Ο διαμεσολαβητής οφείλει να παρέχει στα μέρη πλήρη ενημέρωση για την αμοιβή του σύμφωνα με την παρ. 2.

 

Άρθρο 31

Κωδικός Αριθμός Δραστηριότητας (Κ.Α.Δ.)

Επιτρέπεται η άσκηση αποκλειστικά και μόνο του επαγγέλματος του διαμεσολαβητή. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζεται η δημιουργία Κωδικού Αριθμού Δραστηριότητος (Κ.Α.Δ.) για το επάγγελμα του διαπιστευμένου διαμεσολαβητή και οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή του για όσους επιθυμούν να το ασκήσουν και δεν διαθέτουν άλλον.

 

Άρθρο 32

Ενώσεις προσώπων διαμεσολαβητών

Ενώσεις προσώπων διαπιστευμένων διαμεσολαβητών με σκοπό την παροχή υπηρεσιών διαμεσολάβησης συνιστώνται και λειτουργούν με τη συμμετοχή διαμεσολαβητών, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.

 

Άρθρο 33

Εκθέσεις πεπραγμένων διαμεσολαβητών

Κάθε διαπιστευμένος διαμεσολαβητής υποχρεούται ανά τετράμηνο κάθε ημερολογιακού έτους και μέσα στις επόμενες δεκαπέντε (15) ημέρες από τη λήξη του, να ενημερώνει για τα πεπραγμένα του την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, η οποία προβαίνει στον έλεγχό τους. Η ενημέρωση πραγματοποιείται αποκλειστικά με ευθύνη του διαμεσολαβητή στην ατομική του καρτέλα που τηρείται στον ιστότοπο της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης. Η Έκθεση Πεπραγμένων περιλαμβάνει κατ` ελάχιστο τον αριθμό των διαμεσολαβήσεων που πραγματοποίησε ο διαμεσολαβητής, το αποτέλεσμα και τη διάρκεια κάθε διαμεσολάβησης, τη φύση της υπόθεσης και την κατάθεση ή μη πρακτικού στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1 του παρόντος. Η υποχρέωση αποστολής της Έκθεσης Πεπραγμένων υφίσταται για κάθε διαμεσολαβητή, ανεξαρτήτως αν έχει διεξάγει διαμεσολαβήσεις ή όχι εντός του τετραμήνου.

 

Άρθρο 34

Φορείς κατάρτισης διαμεσολαβητών

1. Φορέας κατάρτισης διαμεσολαβητών (εφεξής «Φορέας»), που λειτουργεί με άδεια, η οποία χορηγείται κατόπιν ειδικής και αιτιολογημένης απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης, είναι:

Α. Νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, δικαίωμα σύστασης του οποίου έχουν:

α) ένας δικηγορικός σύλλογος ή περισσότεροι από κοινού,

β) ένας ή περισσότεροι δικηγορικοί σύλλογοι σε σύμπραξη με επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς ή επαγγελματικούς φορείς ή επιμελητήρια.

Στις περιπτώσεις α΄ και β΄ είναι δυνατή η σύμπραξη και με φορέα κατάρτισης της αλλοδαπής, εγνωσμένου κύρους και διεθνούς αναγνώρισης και εμπειρίας στην παροχή εκπαίδευσης διαμεσολάβησης και γενικότερα στις εναλλακτικές μεθόδους επίλυσης διαφορών ή στη διενέργεια διαμεσολαβήσεων.

Β. Κέντρο Επιμόρφωσης και Διά Βίου Μάθησης (Κ.Ε.ΔΙ. ΒΙ.Μ.) Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.), το οποίο διαθέτει σχετικό πρόγραμμα και η λειτουργία του διέπεται αποκλειστικά από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις περί λειτουργίας των Α.Ε.Ι., υπό τον όρο ότι τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις του παρόντος νόμου για τα προσόντα των εκπαιδευτών, για την εκπαίδευση με αντικείμενο τη διαμεσολάβηση και τον ελάχιστο αριθμό εκπαιδευτών και εκπαιδευόμενων.

Γ. Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο που έχει συσταθεί σύμφωνα με τα εκάστοτε ισχύοντα στην ελληνική νομοθεσία ή στη νομοθεσία κράτους - μέλους, το οποίο έχει ως κύριο σκοπό την παροχή εκπαίδευσης με αντικείμενο τη διαμεσολάβηση και τους λοιπούς εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης διαφορών.

Οι ανωτέρω Φορείς αδειοδοτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 35 έως 37 του παρόντος.

2. Ο Φορέας έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, εξαιρουμένων των Κέντρων Διά Βίου Μάθησης.

3. Ο Φορέας υποχρεούται να απασχολεί κατ’ ελάχιστο:

α) έναν (1) Διευθυντή του Φορέα και

β) έναν (1) Διευθυντή Κατάρτισης. Οι ανωτέρω πρέπει να κατέχουν τίτλο σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής ή αντίστοιχο τίτλο σπουδών σχολής της αλλοδαπής.

4. Ο Φορέας υποχρεούται να απασχολεί διοικητικό προσωπικό για γραμματειακή υποστήριξη.

5. O σκοπός του Φορέα είναι:

α) ο σχεδιασμός προγραμμάτων και η παροχή υπηρεσιών βασικής εκπαίδευσης κατ’ ελάχιστο ογδόντα (80) ωρών,

β) ο σχεδιασμός προγραμμάτων μετεκπαίδευσης πέραν των ογδόντα (80) ωρών της βασικής εκπαίδευσης των υποψήφιων διαμεσολαβητών για την περαιτέρω απόκτηση των αναγκαίων για την άσκηση της διαμεσολάβησης γνώσεων και δεξιοτήτων και για την επιμόρφωσή τους.

6. Οι Φορείς Κατάρτισης υποχρεούνται να συνεργάζονται με τουλάχιστον τρεις (3) εκπαιδευτές, προκειμένου να παρέχουν ποιοτική εκπαίδευση. Οι εκπαιδευτές πρέπει να είναι διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές και είτε να κατέχουν μεταπτυχιακό ή διδακτορικό τίτλο στον τομέα της εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών ή σε συναφή επιστημονικό κλάδο (ιδίως νομικής επιστήμης ή επιστημών οικονομίας ή διοίκησης ή κοινωνικών επιστημών)είτε να έχουν τουλάχιστον εκατόν εξήντα (160) ώρες αποδεδειγμένης μετεκπαίδευσης πέραν της βασικής εκπαίδευσης στη διαμεσολάβηση ή τουλάχιστον εκατόν εξήντα (160) ώρες αποδεδειγμένης εμπειρίας ως εκπαιδευτές διαμεσολαβητών. Επιπλέον οι εκπαιδευτές πρέπει να διαθέτουν τετραετή επαγγελματική εμπειρία στο γνωστικό τους αντικείμενο, να έχουν συμμετάσχει σε διαδικασίες διαμεσολάβησης υπό την ιδιότητα του διαμεσολαβητή ή βοηθού διαμεσολαβητή ή νομικού παραστάτη, καθώς και σε συνέδρια, σεμινάρια και ερευνητικά προγράμματα συναφή με τη διαμεσολάβηση.

7. Ο αριθμός των υποψήφιων διαμεσολαβητών που συμμετέχουν σε κάθε εκπαιδευτικό κύκλο στα προγράμματα βασικής εκπαίδευσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους είκοσι έναν (21). Οι εκπαιδευτές δεν δύνανται να είναι λιγότεροι από δύο (2) για κάθε εκπαιδευτικό κύκλο.

 

Άρθρο 35

Αδειοδότηση Φορέων κατάρτισης διαμεσολαβητών

1. Ο ενδιαφερόμενος Φορέας, προκειμένου να λάβει άδεια λειτουργίας, υποβάλλει στην Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης φάκελο που περιλαμβάνει:

α) την αίτησή του για αδειοδότηση,

β) θεωρημένο αντίγραφο βεβαίωσης έναρξης εργασιών του από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.. Η υποχρέωση αυτή δεν υφίσταται για τα Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ. των Α.Ε.Ι.,

γ) κατάλογο με το εκπαιδευτικό προσωπικό, με τα βιογραφικά αυτού, συνοδευόμενα από επικυρωμένα αποδεικτικά τίτλων σπουδών και εκπαιδευτικής ή επαγγελματικής εμπειρίας, όπως πιστοποιητικά προϋπηρεσίας, βεβαιώσεις φορέων, επίσημα έγγραφα επαγγελματικής εμπειρίας, καθώς και κατάλογο του λοιπού προσωπικού,

δ) οποιοδήποτε νόμιμο έγγραφο που αποδεικνύει νομή, κατοχή, χρήση ή κυριότητα του χώρου εκπαίδευσης,

ε) διάγραμμα κάτοψης του χώρου εκπαίδευσης, υπογεγραμμένο από μηχανικό, στο οποίο εμφαίνεται ότι ο εν λόγω χώρος διαθέτει τουλάχιστον τρεις χωριστές αίθουσες διδασκαλίας και ειδικότερα δύο αίθουσες κατάλληλες για τη διεξαγωγή των μαθημάτων και προσομοιώσεων και μία αίθουσα διαλέξεων, καθώς και αποτύπωση της προσβασιμότητας ΑΜΕΑ. Ειδικότερα, το ελάχιστο εμβαδόν αιθουσών διδασκαλίας θα πρέπει να είναι δεκαπέντε (15) τετραγωνικά μέτρα και ενάμιση (1,5) τετραγωνικό μέτρο ανά εκπαιδευόμενο,

στ) υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 υπογεγραμμένη από τον ενδιαφερόμενο ή τον νόμιμο εκπρόσωπό του, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, στην οποία βεβαιώνεται ότι οι αίθουσες διδασκαλίας πληρούν τους ισχύοντες όρους ασφαλείας, είναι κατάλληλες για τον σκοπό της εκπαίδευσης και έχουν επαρκή υλικοτεχνική υποδομή και ειδικότερα ότι διαθέτουν τον κατ` ελάχιστο απαιτούμενο εξοπλισμό, ο οποίος περιλαμβάνει:

i. ένα διαφανοσκόπειο (overhead projector) και μία οθόνη προβολής ή οποιοδήποτε άλλο μέσο προβολής ήχου και εικόνας,

ii. πίνακα ανά αίθουσα,

iii. φωτοαντιγραφικό μηχάνημα,

iv. μία τηλεόραση ή έναν υπολογιστή,

v. τραπέζια και καθίσματα ανά αίθουσα, ανάλογα με τη δυναμικότητα της κάθε αίθουσας,

ζ) Πιστοποιητικό πυροπροστασίας για χρήση εκπαιδευτηρίου σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις,

η) σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης και εγγυήσεων τουλάχιστον για ποσό διακοσίων χιλιάδων (200.000,00) ευρώ,

θ) παράβολο χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ, το οποίο μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

Οι ήδη αδειοδοτημένοι Φορείς θεωρούνται ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος και η αδειοδότησή τους εξακολουθεί να ισχύει. Σε κάθε περίπτωση οι Φορείς αυτοί θα πρέπει να καταθέσουν τυχόν πρόσθετα δικαιολογητικά που προβλέπονται από τον παρόντα εντός εύλογης προθεσμίας από τη δημοσίευσή του.

2. Η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης εντός δύο (2) μηνών από την κατάθεση πλήρους φακέλου με τα δικαιολογητικά ελέγχει την πληρότητά του. Σε περίπτωση που τα δικαιολογητικά είναι ελλιπή, ζητείται εγγράφως από τον αντίστοιχο Φορέα να αποστείλει, εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών από τη γνωστοποίηση, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά δεόντως συμπληρωμένα. Μετά την παραλαβή, τα δικαιολογητικά εξετάζονται εκ νέου και η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης αποφαίνεται για την πληρότητα του φακέλου. Ο παραπάνω έλεγχος καταλαμβάνει και τους ήδη αδειοδοτημένους φορείς.

3. Σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος Φορέας είτε δεν προσκομίσει τα δικαιολογητικά εντός της ανωτέρω προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών είτε αυτά που προσκομίζει είναι ελλιπή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 και στα άρθρα 36 και 37 του παρόντος, η αίτηση απορρίπτεται με αιτιολογημένη απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης. Ο ενδιαφερόμενος Φορέας, του οποίου απορρίφθηκε η αίτηση, δύναται να επανυποβάλει νέα αίτηση.

4. Ο ενδιαφερόμενος Φορέας, του οποίου ο φάκελος κρίνεται πλήρης, υπόκειται σε αξιολόγηση. Η αξιολόγησή του γίνεται με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης, βάσει των παρακάτω πέντε κριτηρίων:

α) Οργάνωση, Λειτουργία

β) Επιστημονικό και λοιπό Προσωπικό

γ) Υλικοτεχνική Υποδομή

δ) Εκπαιδευτικό πρόγραμμα

ε) Επάρκεια του χώρου εκπαίδευσης.

5. Μετά την επιτυχή αξιολόγηση του πλήρους φακέλου χορηγείται στον ενδιαφερόμενο Φορέα άδεια λειτουργίας, άλλως η αίτησή του απορρίπτεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης.

6. Κάθε έτος, εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του Ιουλίου, οι Φορείς υποβάλλουν αναλυτική έκθεση για τη λειτουργία τους στην Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, η οποία προβαίνει σε έλεγχο και αξιολόγηση της κατάστασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν και σε περίπτωση ανεπάρκειας επιβάλλει τις ποινές της παρ. 8.

7. Αν διαπιστωθεί ότι για την αδειοδότηση και λειτουργία του Φορέα δηλώθηκαν ή κατατέθηκαν στοιχεία ανακριβή, η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης ανακαλεί οριστικά την άδεια λειτουργίας του Φορέα.

8. Σε περίπτωση μη τήρησης των νόμιμων υποχρεώσεων του Φορέα κατά το στάδιο λειτουργίας του, η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης επιβάλλει αιτιολογημένα, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης, τον βαθμό υπαιτιότητας και την τυχόν υποτροπή, μία από τις παρακάτω κυρώσεις:

α) σύσταση προς συμμόρφωση,

β) προσωρινή ανάκληση της άδειας του Φορέα από έναν (1) μήνα έως και έξι (6) μήνες,

γ) οριστική ανάκληση της άδειας του Φορέα.

9. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορούν να τροποποιούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις αδειοδότησης και λειτουργίας των φορέων κατάρτισης διαμεσολαβητών.

 

Άρθρο 36

Αδειοδότηση φυσικών προσώπων

Ο ενδιαφερόμενος Φορέας, εφόσον είναι φυσικό πρόσωπο, πέραν των δικαιολογητικών του άρθρου 35 του παρόντος, υποβάλλει:

α) υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/198 θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής, στην οποία θα αναγράφεται: αα) ότι ο αιτών δεν έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., ββ) ότι δεν έχει καταδικαστεί ή παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 9 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α΄ 26), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, γγ) ότι δεν έχει απολυθεί από θέση δημόσιου υπαλλήλου ή ιδιωτικού εκπαιδευτικού για λόγους πειθαρχικούς, δδ) ότι δεν του έχει επιβληθεί η διοικητική κύρωση της ανάκλησης της άδειας ίδρυσης ή της άδειας λειτουργίας για ίδιο ή άλλο ιδιωτικό φορέα εκπαίδευσης και κατάρτισης την τελευταία δεκαετία και εε) ο τόπος μόνιμης κατοικίας του αιτούντος,

β) ασφαλιστική ενημερότητα (ως εργοδότης και ως ασφαλισμένος),

γ) φορολογική ενημερότητα,

δ) πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου περί μη κατάθεσης αίτησης για κήρυξη του φυσικού προσώπου σε κατάσταση πτώχευσης και περί μη κήρυξης σε κατάσταση πτώχευσης ή ισοδύναμο έγγραφο αρμόδιας αρχής κράτους-μέλους, εφόσον τέτοιο έγγραφο προβλέπεται κατά το δίκαιό του.

 

Άρθρο 37

Αδειοδότηση νομικών προσώπων

Ο ενδιαφερόμενος Φορέας, εφόσον είναι νομικό πρόσωπο, πέραν των δικαιολογητικών του άρθρου 35 του παρόντος, υποβάλλει:

α) επικυρωμένο αντίγραφο του καταστατικού του, από το οποίο προκύπτει με σαφήνεια ο σκοπός του και πρόσφατο πιστοποιητικό μεταβολών του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (Γ.Ε.Μ.Η.),

β) ασφαλιστική ενημερότητα,

γ) φορολογική ενημερότητα,

δ) πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου περί μη κατάθεσης αίτησης για κήρυξη του νομικού προσώπου σε κατάσταση πτώχευσης και περί μη κήρυξης σε κατάσταση πτώχευσης ή ισοδύναμο έγγραφο αρμόδιας αρχής του κράτους-μέλους, στο οποίο το νομικό πρόσωπο έχει την έδρα του, εφόσον τέτοιο έγγραφο προβλέπεται κατά το δίκαιό του.

2. Ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου, υποβάλλει:

α) υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής, στην οποία θα αναγράφεται: αα) ότι δεν έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., ββ) ότι δεν έχει καταδικαστεί ή παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 9 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α΄ 26), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, γγ) ότι δεν έχει απολυθεί από θέση δημόσιου υπαλλήλου ή ιδιωτικού εκπαιδευτικού για λόγους πειθαρχικούς, δδ) ότι δεν του έχει επιβληθεί η διοικητική κύρωση της ανάκλησης της άδειας ίδρυσης ή της άδειας λειτουργίας για ίδιο ή άλλον ιδιωτικό φορέα εκπαίδευσης και κατάρτισης την τελευταία δεκαετία, εε) ότι δεν έχει επιβληθεί στο νομικό πρόσωπο η διοικητική κύρωση της ανάκλησης της άδειας ίδρυσης ή της άδειας λειτουργίας για ίδιον ή άλλον ιδιωτικό φορέα εκπαίδευσης και κατάρτισης την τελευταία δεκαετία και στστ) ο τόπος μόνιμης διαμονής του,

β) ασφαλιστική ενημερότητα εκπροσώπου (ως εργοδότης και ως ασφαλισμένος),

γ) φορολογική ενημερότητα εκπροσώπου,

δ) πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου περί μη κατάθεσης αίτησης για κήρυξη του φυσικού προσώπου σε κατάσταση πτώχευσης και περί μη κήρυξης σε κατάσταση πτώχευσης ή ισοδύναμο έγγραφο αρμόδιας αρχής κράτους-μέλους, εφόσον τέτοιο έγγραφο προβλέπεται κατά το δίκαιό του.

 

Άρθρο 38

Υποψήφιοι διαμεσολαβητές

Οι υποψήφιοι διαμεσολαβητές έχουν δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση στον Φορέα για τη συμμετοχή τους σε προγράμματα βασικής εκπαίδευσης, εφόσον κατέχουν τίτλο σπουδών ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμο τίτλο σπουδών φορέα αναγνωρισμένου κύρους της αλλοδαπής και προσκομίσουν απόσπασμα ποινικού μητρώου που αποδεικνύει ότι δεν συντρέχουν τα κωλύματα του άρθρου 8 του ν. 3528/2007 (Α΄ 26).

 

Άρθρο 39

Πρόγραμμα σπουδών

Α. Το ελάχιστο περιεχόμενο του βασικού εκπαιδευτικού προγράμματος σπουδών και της εξεταστέας ύλης υποψηφίων διαμεσολαβητών απαιτεί τουλάχιστον ογδόντα (80) ώρες διδασκαλίας, από τις οποίες τουλάχιστον πενήντα (50) ώρες διά ζώσης παρακολούθησης και έχει ως εξής:

α) Η διαμεσολάβηση και λοιπές μορφές εναλλακτικής επίλυσης διαφορών. Η εξέλιξη του θεσμού διεθνώς.

β) Η Οδηγία 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008 για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

γ)Θεμελιώδη χαρακτηριστικά, βασικές έννοιες και αρχές, ως και ορισμός του θεσμού της διαμεσολάβησης κατά το ελληνικό και ευρωπαϊκό δίκαιο.

δ) Πεδίο εφαρμογής - Προϋποθέσεις υπαγωγής διαφορών στη διαμεσολάβηση.

ε) Τρόποι προσφυγής στη διαμεσολάβηση - Συμφωνία υπαγωγής στη διαμεσολάβηση - Συνέπειες.

στ) Διαδικασία διεξαγωγής της διαμεσολάβησης. Στάδια. Νομικοί παραστάτες και άλλα πρόσωπα.

ζ) Πρακτικό διαμεσολάβησης - Εκτελεστότητα.

η) Διαμεσολαβητής - Ρόλος - Ευθύνη διαμεσολαβητή.

θ) Κώδικας Πειθαρχικός και Δεοντολογίας.

ι) Δεξιότητες και τεχνικές διαμεσολάβησης - Τεχνικές Διαπραγμάτευσης και Επικοινωνίας - Βασικές έννοιες της ψυχολογίας στη διαμεσολάβηση.

ια) Προσομοιώσεις διαμεσολάβησης. Πρακτική Εφαρμογή αυτών.

ιβ) Θεμελιώδεις έννοιες Ιδιωτικού Δικαίου.

ιγ) Γενικό Εμπορικό Δίκαιο, Εταιρείες, Αξιόγραφα.

Οι δικαστικοί λειτουργοί, οι δικηγόροι και οι συμβολαιογράφοι δύνανται να εξαιρούνται από την παρακολούθηση των νομικών μαθημάτων του Προγράμματος Σπουδών του παρόντος άρθρου, δηλαδή, τις Θεμελιώδεις έννοιες Ιδιωτικού Δικαίου, το Γενικό Εμπορικό Δίκαιο, τις Εταιρείες και τα Αξιόγραφα.

Β. Μετεκπαίδευση διαμεσολαβητών:

Η μετεκπαίδευση των διαπιστευμένων διαμεσολαβητών συνίσταται στην ανά τριετία υποχρεωτική πρόσθετη εκπαίδευσή τους, ελάχιστης διάρκειας είκοσι (20) ωρών, η οποία παρέχεται από αδειοδοτημένους φορείς ή από αναγνωρισμένους φορείς της αλλοδαπής.

 

Άρθρο 40

Διαπίστευση διαμεσολαβητών

1. Η διαπίστευση των διαμεσολαβητών και η εγγραφή τους στα Μητρώα του άρθρου 41 του παρόντος γίνεται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης κατόπιν εξετάσεων. Οι ήδη διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διατηρούν τη διαπίστευσή τους.

2. Οι εξετάσεις των υποψήφιων διαμεσολαβητών διενεργούνται τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο από την Επιτροπή Εξετάσεων, όπως αυτή έχει οριστεί από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης. Οι εξετάσεις είναι γραπτές και προφορικές και συμπεριλαμβάνουν αξιολόγηση σε προσομοιώσεις.

Α. Εξετάσεις - Γραμματειακή υποστήριξη

Η Επιτροπή Εξετάσεων συνεδριάζει κατά την περίοδο των εξετάσεων. Χρέη Γραμματέα της Επιτροπής εκτελεί το πρόσωπο που έχει ορισθεί Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 17 του παρόντος.

Β. Τρόπος, κριτήρια, προϋποθέσεις και όροι εξετάσεων ενώπιον της Επιτροπής Εξετάσεων.

α. Ο τόπος, ο χρόνος και ο τρόπος διεξαγωγής των εξετάσεων καθορίζονται με απόφαση της Επιτροπής Εξετάσεων, η οποία κοινοποιείται στους αδειοδοτημένους φορείς κατάρτισης και αναρτάται στην οικεία ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από τη διεξαγωγή τους.

β. Προϋπόθεση για τη συμμετοχή των υποψηφίων στις εξετάσεις είναι η υποβολή στην Επιτροπή Εξετάσεων αίτησης, η οποία πρέπει να συνοδεύεται από πιστοποιητικό του Φορέα κατάρτισης, στο οποίο βεβαιώνεται ότι οι υποψήφιοι διαμεσολαβητές έχουν λάβει τη βασική εκπαίδευση και κατάρτιση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον παρόντα. Η Επιτροπή Εξετάσεων ορίζει τον τρόπο υποβολής της αίτησης και των συνοδευτικών εγγράφων. Η αίτηση συνοδεύεται από παράβολο εκατό (100,00) ευρώ υπέρ του Ταμείου Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.), το οποίο μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

γ. Στις γραπτές εξετάσεις οι υποψήφιοι διαγωνίζονται σε εβδομήντα (70) ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής και δύο (2) ερωτήσεις με απαντήσεις σύντομης ανάπτυξης έως εκατό πενήντα (150) λέξεις η κάθε μία. Η βαθμολόγηση γίνεται σε κλίμακα των εκατό (100) μονάδων. Κάθε σωστή απάντηση στις ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής αντιστοιχεί σε μία μονάδα. Τα αποτελέσματα των γραπτών εξετάσεων ανακοινώνονται υποχρεωτικά εντός τριάντα ημερών (30) από το πέρας τους.

δ. Αν ένας από τους υποψηφίους είναι απών κατά τη στιγμή της έναρξης εκφώνησης των θεμάτων, αποκλείεται από τις εξετάσεις. Τα γραπτά των εξετάσεων φέρουν τη μονογραφή ενός εκ των μελών της Επιτροπής. Δεν επιτρέπεται να φέρουν στο σώμα τους υπογραφή ή άλλο διακριτικό γνώρισμα πλην των ατομικών στοιχείων του υποψηφίου στο πάνω αριστερό μέρος της πρώτης σελίδας. Αφού γίνει η παραβολή με επίδειξη του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας ή άλλου αποδεικτικού ταυτοπροσωπίας, οι ενδείξεις των ατομικών στοιχείων του υποψηφίου καλύπτονται με αδιαφανή ταινία, η οποία αφαιρείται μόνο μετά την οριστικοποίηση της βαθμολογίας παρουσία όλων των μελών της Εξεταστικής Επιτροπής.

ε. Μετά την ολοκλήρωση των γραπτών εξετάσεων κατά τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους, οι επιτυχόντες καλούνται εντός τριάντα (30) εργάσιμων ημερών σε προφορικές εξετάσεις ενώπιον της Επιτροπής Εξετάσεων. Οι προφορικές εξετάσεις συνίστανται στην εξέταση επί των τεχνικών της διαμεσολάβησης από τουλάχιστον δύο (2) μέλη της Επιτροπής Εξετάσεων με χρησιμοποίηση ρόλων και προσομοιώσεων κατά τα συνήθη πρότυπα που εφαρμόζονται διεθνώς. Η επίδοση των υποψηφίων στις προφορικές εξετάσεις αξιολογείται με βάση κριτήρια αξιολόγησης για τη χρήση τεχνικών και δεξιοτήτων, που ορίζονται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης. Επάρκεια διαμεσολαβητικών ικανοτήτων και δεξιοτήτων συντρέχει όταν ο υποψήφιος διαμεσολαβητής έχει ανταποκριθεί επιτυχώς σε περισσότερες από τις μισές απαιτούμενες διαμεσολαβητικές ικανότητες και δεξιότητες με βάση τα κριτήρια αξιολόγησης και δεν έχει επιδείξει κάποια μορφή απαγορευμένης συμπεριφοράς.

στ. Επιτυχόντες είναι εκείνοι που έχουν λάβει μέσο όρο βαθμολογίας των δύο εξετάσεων, γραπτών και προφορικών, τουλάχιστον εβδομήντα τοις εκατό (70%), υπό την προϋπόθεση ότι σε καμία από τις δύο εξετάσεις δεν έχουν λάβει βαθμολογία κατώτερη του πενήντα τοις εκατό (50%). Οι γραπτές και οι προφορικές εξετάσεις ολοκληρώνονται σε μία (1) περίοδο.

ζ. Η απόφαση της Επιτροπής Εξετάσεων γνωστοποιείται στην Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, η οποία διαπιστεύει τους οριστικούς επιτυχόντες.

η. Ο υποψήφιος διαμεσολαβητής που απέτυχε σε τρεις (3) εξεταστικές περιόδους, οφείλει να προσκομίσει νέο πιστοποιητικό εκπαίδευσης από Φορέα κατάρτισης, προκειμένου να έχει εκ νέου δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις.

θ. Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων και εντός δεκαπέντε (15) ημερών, η Επιτροπή Εξετάσεων ορίζει ημερομηνία κατά την οποία οι αποτυχόντες υποψήφιοι δύνανται να λάβουν γνώση των γραπτών τους και της προφορικής τους βαθμολογίας, χωρίς να έχουν δικαίωμα αναβαθμολόγησης. Μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας τα γραπτά και οι προφορικές βαθμολογίες καταστρέφονται.

ι. Για την επίλυση οποιουδήποτε ζητήματος ανακύπτει σχετικά με την εφαρμογή ή ερμηνεία του παρόντος άρθρου αρμόδια είναι η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης.

 

Άρθρο 41

Ενημέρωση κοινού- Μητρώα διαμεσολαβητών

1. Η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης παρέχει πληροφόρηση σχετικά με τον θεσμό της διαμεσολάβησης και τον τρόπο πρόσβασης στις υπηρεσίες των διαμεσολαβητών.

2. Η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης καταρτίζει και τηρεί σε ηλεκτρονική μορφή τα παρακάτω Μητρώα Διαμεσολαβητών, τα οποία αναρτώνται στον ιστότοπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης: α) Γενικό Μητρώο Διαμεσολαβητών, στο οποίο εγγράφονται οι διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές όλης της επικράτειας κατ’ απόλυτη αλφαβητική σειρά και β) Ειδικό Μητρώο Διαμεσολαβητών, στο οποίο εγγράφονται οι διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές που εδρεύουν στην περιφέρεια κάθε Πρωτοδικείου της επικράτειας κατ` αύξοντα αριθμό μητρώου διαπίστευσης.

3. Σε κάθε διαπιστευμένο διαμεσολαβητή αποδίδεται ένας μοναδικός αριθμός μητρώου.

4. Τα Μητρώα Διαμεσολαβητών περιέχουν υποχρεωτικά τις ακόλουθες πληροφορίες του διαπιστευμένου διαμεσολαβητή: α) τα προσωπικά στοιχεία της ταυτότητας του, την ηλεκτρονική διεύθυνση, τα λοιπά στοιχεία επικοινωνίας του και τον αριθμό μητρώου του, β) το είδος της βασικής επαγγελματικής του δραστηριότητας, τον τίτλο των βασικών σπουδών και τους τυχόν μεταπτυχιακούς τίτλους του, γ) το Φορέα εκπαίδευσης διαμεσολαβητών, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα σπουδών του και τις ώρες διδασκαλίας του προγράμματός του, δ) μετεκπαιδεύσεις και άλλες επιστημονικές δραστηριότητές του συναφείς με τη διαμεσολάβηση και ε) κατηγορίες των υποθέσεων που αναλαμβάνει.

5. Ο διαμεσολαβητής είναι υποχρεωμένος να ενημερώνει άμεσα την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης για κάθε αλλαγή των ανωτέρω προσωπικών του στοιχείων, η οποία τα ελέγχει και δύναται να καλεί τον διαμεσολαβητή σε παροχή διευκρινίσεων.

6. Διαμεσολαβητής, ο οποίος έχει διαπιστευθεί σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τηρώντας τις διατάξεις που προβλέπονται στο κράτος-μέλος, ώστε νομίμως να ασκεί το επάγγελμα του διαμεσολαβητή, εγγράφεται στα Μητρώα Διαμεσολαβητών κατόπιν αιτήσεώς του. Η αίτηση συνοδεύεται από τα ακόλουθα έγγραφα: α) αποδεικτικό της ιθαγένειας του αιτούντος, β) αντίγραφο των βεβαιώσεων επάρκειας ή του τίτλου εκπαίδευσης που παρέχει πρόσβαση στο επάγγελμα του διαμεσολαβητή στο άλλο κράτος-μέλος, γ) βεβαίωση τυχόν επαγγελματικής εμπειρίας του αιτούντος στη διαμεσολάβηση. Η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης εξετάζει τα έγγραφα που προσκόμισε ο ενδιαφερόμενος και δύναται να τον καλέσει για παροχή διευκρινίσεων σχετικά με την εκπαίδευσή του.

7. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης δύνανται να καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την τήρηση των Μητρώων του παρόντος, καθώς και να δημιουργούνται επιπρόσθετα Μητρώα για την πληρέστερη οργάνωση του θεσμού, όπως Μητρώο Διαμεσολαβητών Νομικής Βοήθειας, Μητρώο Εκπαιδευτών, Μητρώο Διαμεσολαβητών διαπιστευμένων στην αλλοδαπή κ.ά.

 

Άρθρο 42

Εκούσια παραίτηση- Αναστολή άσκησης

1. Κάθε διαμεσολαβητής έχει το δικαίωμα παραίτησης από την ιδιότητα αυτή. Η αίτηση παραίτησης υποβάλλεται ηλεκτρονικά προς την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, η οποία τον διαγράφει από τα Μητρώα του άρθρου 41 του παρόντος. Από την ημερομηνία κατάθεσης της σχετικής αίτησης, επέρχεται αυτοδικαίως η παύση των καθηκόντων και υποχρεώσεων του διαμεσολαβητή, με εξαίρεση την υποχρέωσή του να υποβάλει Έκθεση Πεπραγμένων για όσο χρονικό διάστημα ασκούσε τα καθήκοντά του.

2. Διαμεσολαβητής που παραιτήθηκε από τα καθήκοντά του δύναται να επανεγγραφεί στα Μητρώα του άρθρου 41 του παρόντος, εφόσον δεν έχουν παρέλθει πέντε (5) χρόνια από την παραίτησή του. Για την επανεγγραφή του υποχρεούται να υποβάλει ηλεκτρονικά αίτηση προς την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης και να συμπληρώσει τον ελάχιστο χρόνο μετεκπαίδευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.

3. Δεν επιτρέπεται επανεγγραφή διαμεσολαβητή που απώλεσε την ιδιότητά του, αν έχει επιβληθεί σε βάρος του ποινή οριστικής ανάκλησης της διαπίστευσης.

4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου ισχύουν και στην περίπτωση που ο διαμεσολαβητής επιθυμεί να προβεί σε αναστολή των καθηκόντων του για οποιονδήποτε λόγο.

5. Στις παραπάνω περιπτώσεις αποδοχής παραίτησης, αναστολής καθηκόντων ή επαναδιορισμού δεν απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης και αρκεί η σχετική σημείωση στα Μητρώα διαμεσολαβητών. Σε περίπτωση θανάτου διαπιστευμένου διαμεσολαβητή αυτός διαγράφεται από τα Μητρώα του παρόντος νόμου, με μόνη την προσκόμιση ληξιαρχικής πράξης θανάτου, χωρίς την περαιτέρω έκδοση σχετικής διοικητικής πράξης.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε

Τελικές διατάξεις

 

Άρθρο 43

Τροποποίηση άρθρου 1514 ΑΚ

            Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 1514 του Αστικού Κώδικα τροποποιούνται ως ακολούθως:

            «2. Αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων και ιδίως αν ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει σε αυτήν ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας ή αν η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου, αποφασίζει το δικαστήριο.

3. Το δικαστήριο μπορεί ανάλογα με την περίπτωση:

α) να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ’ ιδίαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο,

β) να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου πρόσφορου μέτρου. Για τη λήψη της απόφασής του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου για την άσκηση της γονικής μέριμνας».

 

Άρθρο 44

Τροποποίηση άρθρου 215 ΚΠολΔ

            Το εδ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 215 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 Ν. 5221/2025, διαγράφεται.

 

 

 https://ende.gr/%cf%83%cf%87%ce%b5%ce%b4%ce%b9%ce%bf-%ce%b5%ce%b4%ce%b5-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%bc%ce%b5%cf%83%ce%bf%ce%bb%ce%b1%ce%b2%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%ba/

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: