ο εθνικός οφείλει α] προκειμένου να κριθεί το δικαιολογημένο της επίμαχης δήλωσης να προβεί σε διαχωρισμό μεταξύ γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, εκ των οποίων τα μεν πρώτα υπόκεινται σε απόδειξη, ενώ οι δεύτερες όχι β] αν διαπιστώσει ότι μια φράση είναι υβριστική και ικανή να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του προσώπου σε βάρος του οποίου εκφέρεται, προκειμένου να κρίνει αν αυτή υπάγεται ή όχι στην από την παρ 2 του άρθρου 10 της ΕΔΔΑ εξαίρεση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, πρέπει να ελέγξει αν αυτή με βάση το όλο κείμενο έχει ή όχι μια επαρκή πραγματική βάση [που συνδέεται με την επίδειξη καλής πίστης από τον εκφέροντα ως προς την εκφορά κρίσιμων πληροφοριών και κρίσεων] που μπορεί να την υποστηρίξει [διατυπώνοντας προς τούτο την ύπαρξη κάποιας αντιστοιχίας των αξιολογικών κρίσεων με πραγματικά γεγονότα] και αν αυτή υπάρχει πρέπει να θεωρήσει ότι εκφεύγει του κατά τα ανωτέρω προβλεπόμενου περιορισμού της ελεύθερης έκφρασης, γ] η ανωτέρω αρχή δεν εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ενός πολιτικού, αλλά εκτείνεται και σε κάθε πρόσωπο το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως δημόσιο, δηλαδή αυτό που λόγω των πράξεών του απασχολεί τη δημόσια κοινή γνώμη, και η συζήτηση αφορά σε θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος, λαμβανομένου υπόψη ότι το εν λόγω πρόσωπο και τα όρια της αποδεκτής κριτικής που του ασκείται, είναι διευρυμένα, σε σύγκριση με έναν φυσικό πρόσωπο που δεν είναι δημόσιο (απλό πολίτη), και ως εκ τούτου αυτό θα πρέπει να επιδεικνύει μεγαλύτερη ανοχή στην κριτική, το εθνικό Δικαστήριο πρέπει να τοποθετήσει την ελευθερία της έκφρασης σε πλεονεκτικότερη θέση απέναντι στην προστασία της τιμής του προσβαλλόμενου
Το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει αν οι ανωτέρω υβριστικές αξιολογικές κρίσεις υπάγονταν ή όχι στην οριζόμενη από τη διάταξη αυτή εξαίρεση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και προς τούτο όφειλε να ελέγξει αποδεικτικά αν υπήρξε ή όχι μια επαρκής πραγματική βάση περιστατικών για τη στήριξη αυτών [κρίσεων], αν δηλ. ο εναγόμενος τις υποστήριξε [με βάση τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα απ' αυτόν έγγραφα] εντός ή εκτός ενός σαφούς πραγματικού γεγονοτικού υπόβαθρου και ακολούθως να κρίνει αν οι εκφερόμενοι από τον εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα εξυβριστικοί ισχυρισμοί εκφεύγουν ή όχι του προβλεπόμενου από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ περιορισμού της ελεύθερης έκφρασης, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη ότι το ενάγον ήδη αναιρεσίβλητο είναι δημόσιο νομικό πρόσωπο και η συζήτηση αφορούσε σε θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος περί τα αθλητικά πράγματα.
Απόφαση 66 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 66/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: … του …, κάτοικου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και Έλλη Ρούσσου.
Της αναιρεσίβλητης: αθλητικής ομοσπονδίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΙΟΠΛΟΪΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ (ΕΙΟ)", που εδρεύει στην Καλλιθέα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Ντάλτα και Νικόλαο Κονδύλη
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-05-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2796/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 4785/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-12-2023 αίτησή του και τους από 21-03-2025 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Εισάγονται προς συζήτηση οι από 21.12.2023 αίτηση αναίρεσης και οι από 21.3.2025 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτά, εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας, με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο στις 12-11-2014 [με τη με αριθμό ...2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Γ. Π.], ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα δικάσιμο για τη συζήτηση της αναίρεσης (15-12-2014), και οι οποίοι αφορούν στα ίδια και συνεχόμενα με την αναίρεση κεφάλαια, πρέπει να συνεκδικαστούν μεταξύ τους λόγω της συνάφειας αυτών, κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα 2.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ και των άρθρων 361, 362, 363 και 367 ΠΚ συνάγεται ότι εκείνος του οποίου προσβάλλεται η προσωπικότητα α) με τη διατύπωση γι' αυτόν, γραπτώς ή προφορικώς, λέξεων ή φράσεων που κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν ,είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του, είτε περιφρόνηση για το πρόσωπό του από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με τέτοια οικειοθελή ενέργειά του προσβάλλεται η τιμή του άλλου και β) με ισχυρισμό ή διάδοση δυσφημιστικού γεγονότος, δηλαδή συμβάντος ή περιστατικού του παρόντος ή του παρελθόντος που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, το οποίο (δυσφημιστικό γεγονός) δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, δικαιούται, εκτός άλλων, και την καταδίκη του υπαιτίου της δυσφημιστικής διάδοσης ή του εξυβριστικού ισχυρισμού στην καταβολή χρηματικού ποσού προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή (Ολ.ΑΠ 812/1980). Η τιμή και η υπόληψη κάθε προσώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτό, αποτελεί πλευρά της προσωπικότητας και των νομικών προσώπων. Η προστασία της τιμής στα νομικά πρόσωπα έχει πιο περιορισμένο περιεχόμενο σε σχέση με τα φυσικά πρόσωπα, καθώς στα νομικά πρόσωπα λείπουν οι ψυχοπνευματικές ιδιότητες και η βιολογική ύπαρξη. Ειδικότερα προστατεύεται η εξωτερική τιμή, η λεγόμενη και συναλλακτική τιμή ή υπόληψη ή φήμη, που αφορά την κοινωνική καταξίωση του νομικού προσώπου, την αναγνώρισή του, και την καλή του φήμη. Το δικαίωμα αυτό καταλαμβάνει την ηθική πλευρά της προσωπικότητας, την αξία δηλαδή που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα στο περιβάλλον δράσης τους και λόγω της εκπλήρωσης των καθηκόντων τους, την κοινωνική και επαγγελματική καταξίωσή τους και την αξιοπιστία τους στις συναλλαγές με τρίτα πρόσωπα. Η πίστη του νομικού προσώπου προσβάλλεται κυρίως με δυσφημιστικές διαδόσεις και βλαπτικές ειδήσεις, οι οποίες είναι ικανές να βλάψουν την εμπιστοσύνη, την εκτίμηση, την καλή γνώμη του κοινού για το νομικό πρόσωπο και γενικότερα την υπόληψή του. Προσβολή της προσωπικότητος με αδικοπραξία πραγματώνεται και με ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ (ΑΠ 848/2019, ΑΠ 521/2018). Κατ' άρθρο 361 ΠΚ εξύβριση τελεί όποιος ,εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμισης [άρθρα 362 και 363] προσβάλλει την τιμή άλλου ,έχοντας την πρόθεση προς τούτο, ενώπιον του προσβαλλόμενου και όχι ενώπιον τρίτου ,διότι τότε πρόκειται για δυσφήμιση, Περαιτέρω , σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει, για κάποιον άλλο, γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της απλής δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Δεν είναι γεγονός η έκφραση αξιολογικών κρίσεων, που εντάσσονται στις υποκειμενικές εκτιμήσεις, συμπεράσματα και προγνώσεις Επομένως απλές κρίσεις και γνώμες και χαρακτηρισμοί που ενέχουν αμφισβήτηση, κατά την κοινή αντίληψη, της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρόνησης ή ονειδισμού αυτού είναι δυνατόν να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης, όχι όμως και εκείνο της δυσφήμισης, απλής ή συκοφαντικής [ΑΠ 685/2009, ΑΠ 1913/2008 ]. Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης ή του εξυβριστικού ισχυρισμού, κατ' αρχήν, αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις. Κατ' εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν, κατ' αντικειμενική κρίση, αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 756/2011). Η διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ, για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57 - 59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων [με την επιφύλαξη, της ΠΚ 367 παρ. 2], αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις, που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λ.π. και, συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση, κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση, που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 109/2012), περιστατικά που προτείνονται κατ' αντένσταση από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγομένου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ1130/2024, ΑΠ 942/2023 ΑΠ 1533/2022 ΑΠ 605/2021, AΠ 474/2020, ΑΠ 560/2020, ΑΠ 149/2020, AΠ 169/2019, ΑΠ 15/2018, ΑΠ 2089/2017, ΑΠ 265/2015] .
3. Το άρθρο 10 της Ευρωπαικής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [ΕΣΔΑ], που κυρώθηκε στην Ελλάδα με το νδ 53/1974 ορίζει τα ακόλουθα '1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωµα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωµα τούτο περιλαµβάνει την ελευθερίαν γνώµης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή µεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεµβάσεως δηµοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το παρόν άρθρον δεν κωλύει τα Κράτη από του να υποβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιοφωνίας, κινηµατογράφου ή τηλεοράσεως εις κανονισµούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας 2. Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγοµένων καθήκοντα και ευθύνας δύναται να υπαχθή εις ωρισµένας διατυπώσεις, όρους, περιορισµούς ή κυρώσεις, προβλεποµένους υπό του νόµου και αποτελούντας αναγκαία µέτρα, εν δηµοκρατική κοινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότηταν ή δηµοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήµατος, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, την προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωµάτων των τρίτων, την παρεµπόδισιν της κοινολογήσεως εµπιστευτικών πληροφοριών ή την διασφάλισιν του κύρους και αµεροληψίας της δικαστικής εξουσίας' Με το ανωτέρω άρθρο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, κατοχυρώνεται η ελευθερία της έκφρασης, [ως ένα από τα απαραίτητα θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας, η οποία περιλαμβάνει την ελευθερία αυτή, χωρίς την ύπαρξη συνόρων και χωρίς την παρέμβαση των δημοσίων αρχών,] τόσο της γνώμης και των απόψεων, όσο και την ελευθερία της λήψης ή μετάδοσης πάσης φύσεως πληροφοριών ή ιδεών που γίνονται αποδεκτές ευνοϊκά ή που θεωρούνται µη ενοχλητικές ή αδιάφορες, αλλά επίσης και για εκείνες που θίγουν, προσβάλλουν, ενοχλούν. Το ουσιαστικό αντικείμενο του άρθρου αυτού είναι να ευνοήσει την προστασία της μετάδοσης των ιδεών μέσου του λόγου και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, όπως τύπος, ραδιόφωνο, τηλεόραση και των σύγχρονων μέσων, όπως τα e-mails,το internet, τα τηλεματικά μέσα κ.α . Η ελευθερία, όμως της έκφρασης δεν είναι ένα απόλυτο δικαίωμα, παρά υπόκειται και σε περιορισμούς, όπως οι όροι και οι προυποθέσεις ορίζονται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 10. Προκειμένου να εκτιμηθεί το δικαιολογημένο μιας επίμαχης δήλωσης, πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα σε δηλώσεις γεγονότων και αξιολογικές κρίσεις. Η αλήθεια των γεγονότων μπορεί να αποδειχθεί, ενώ τα δεύτερα δεν επιδέχονται απόδειξη της ακρίβειάς τους, καθόσον τυχόν απαίτηση για απόδειξη αυτών θίγει την ίδια την ελευθερία της γνώμης, που είναι θεμελιώδες στοιχείο του δικαιώματος που εγγυάται το άρθρο 10. Ο χαρακτηρισμός μιας δήλωσης ,ότι αφορά γεγονότα ή αξιολογικές κρίσεις, ανήκει καταρχάς στο περιθώριο εκτίμησης των εθνικών αρχών, ειδικότερα των εσωτερικών δικαστηρίων. Εξάλλου ακόμα κι όταν μια δήλωση ισοδυναμεί με αξιολογική κρίση, πρέπει να στηρίζεται σε μια επαρκή πραγματική βάση, χωρίς την οποία θα είναι υπερβολική [… κατά της Ελλάδας της 19/12/2013 [προσφυγή αρ 10347/10, παρ 31, … και … κατά Ελλάδας αρ 54608/09 και 54590/09]. Το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης πρέπει να εξισορροπείται με το δικαίωμα σεβασμού της τιμής και της υπόληψης, σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, έχοντας ως κριτήρια μεταξύ άλλων τη συμβολή σε συζήτηση δημόσιου συμφέροντος, το αντικείμενο, το περιεχόμενο, τη μορφή και τις συνέπειες των λεχθέντων εκφράσεων […. κατά Ελλάδας αρ προσφ 73087/17, …. κατά Γερμανίας αρ αποφ 40660/08] .Περαιτέρω η από το άρθρο 10 της Ευρωπαικής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [ΕΣΔΑ] ,που κυρώθηκε στην Ελλάδα με το νδ 53/1974 είναι υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη κατ' άρθρο 28 του Συντάγματος, και επομένως είναι δεσμευτική για τον Έλληνα Δικαστή, ο οποίος επι πλέον έχει και υπηρεσιακό καθήκον να ακολουθήσει την ερμηνευτική λύση που έδωσε το ΕΔΔΑ ως προς την ερμηνεία των διατάξεων της ΕΣΔΑ, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 και 32 πσρ 1 ΕΣΔΑ, στο πλαίσιο της συνταγματικής του υποχρέωσης για ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση των αποφάσεών του [άρθρο 93 παρ 3 εδ α του Συντάγματος]. Με βάση τα προαναφερόμενα ο Έλληνας Δικαστής δεσμεύεται από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ 'περί της ελευθερίας της έκφρασης 'κατά τη διερεύνηση της αξίωσης νομικού προσώπου για προσβολή της προσωπικότητάς του με αδικοπραξία [άρθρα 57 και 914 ΑΚ] ,που πραγματώνεται με τις ποινικά κολάσιμες πράξεις της εξύβρισης, απλής ή συκοφαντικής δυσφήμισης [άρθρα 351.362,363 ΠΚ] και που συνίσταται στη διατύπωση κατ' αυτού γεγονότων ή εκφράσεων που αμφισβητούν την τιμή του, και τις οποίες ισχυρίζεται ενώπιον αόριστου αριθμού προσώπων Στην περίπτωση αυτή ο εθνικός δικαστής οφείλει α] προκειμένου να κριθεί το δικαιολογημένο της επίμαχης δήλωσης να προβεί σε διαχωρισμό μεταξύ γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, εκ των οποίων τα μεν πρώτα υπόκεινται σε απόδειξη, ενώ οι δεύτερες όχι β] αν διαπιστώσει ότι μια φράση είναι υβριστική και ικανή να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του προσώπου σε βάρος του οποίου εκφέρεται, προκειμένου να κρίνει αν αυτή υπάγεται ή όχι στην από την παρ 2 του άρθρου 10 της ΕΔΔΑ εξαίρεση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, πρέπει να ελέγξει αν αυτή με βάση το όλο κείμενο έχει ή όχι μια επαρκή πραγματική βάση [που συνδέεται με την επίδειξη καλής πίστης από τον εκφέροντα ως προς την εκφορά κρίσιμων πληροφοριών και κρίσεων] που μπορεί να την υποστηρίξει [διατυπώνοντας προς τούτο την ύπαρξη κάποιας αντιστοιχίας των αξιολογικών κρίσεων με πραγματικά γεγονότα] και αν αυτή υπάρχει πρέπει να θεωρήσει ότι εκφεύγει του κατά τα ανωτέρω προβλεπόμενου περιορισμού της ελεύθερης έκφρασης, γ] η ανωτέρω αρχή δεν εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση ενός πολιτικού, αλλά εκτείνεται και σε κάθε πρόσωπο το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως δημόσιο, δηλαδή αυτό που λόγω των πράξεών του απασχολεί τη δημόσια κοινή γνώμη, και η συζήτηση αφορά σε θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος, λαμβανομένου υπόψη ότι το εν λόγω πρόσωπο και τα όρια της αποδεκτής κριτικής που του ασκείται, είναι διευρυμένα, σε σύγκριση με έναν φυσικό πρόσωπο που δεν είναι δημόσιο (απλό πολίτη), και ως εκ τούτου αυτό θα πρέπει να επιδεικνύει μεγαλύτερη ανοχή στην κριτική, το εθνικό Δικαστήριο πρέπει να τοποθετήσει την ελευθερία της έκφρασης σε πλεονεκτικότερη θέση απέναντι στην προστασία της τιμής του προσβαλλόμενου 4. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από αυτό, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). 5.Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον όγδοο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο κατά τη διερεύνηση της αξίωσης του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου για προσβολή της προσωπικότητάς του με αδικοπραξία [άρθρα 57 και 914 ΑΚ] ,που πραγματώθηκε από τον εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα με την ποινικά κολάσιμη πράξη της εξύβρισης προέβη στην ευθεία παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, την οποία δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέα. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εφόσον πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη [ΟλΑΠ 20/2011] και από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης προκύπτει δικαιολογητικός λόγος προβολής του 6.Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αυτή παραδεκτά επισκοπείται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα:
Η εκκαλούσα, αθλητική ομοσπονδία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΙΟΠΛΟΪΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ" (ΕΙΟ), είναι σωματείο που έχει αναγνωρισθεί με την με αριθμό 485/31-1-1995 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει καταχωρισθεί στο βιβλίο σωματείων, με αριθμό μητρώου 126 και διαθέτει ειδική αθλητική αναγνώριση με αριθμό μητρώου στη Γ.Γ.Α. Λ,Μ 30, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 30 του ν. 4726/2020. Έχει εγγεγραμμένα 123 σωματεία, σκοπός της δε είναι η καλλιέργεια, διάδοση, προαγωγή, ανάπτυξη και οργάνωση του αθλήματος της ιστιοπλοΐας στην Ελλάδα. Ο εφεσίβλητος είναι αθλητής του υγρού στίβου στο άθλημα της …, έχοντας κατακτήσει [….], κατέχει δε σημαντικές διακρίσεις σε πλείστες αθλητικές διοργανώσεις. Στις 11-11-2019, συζητήθηκε ενώπιον της Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής των Ελλήνων σχέδιο νόμου του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού με θέμα: "Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης που υπογράφηκε στο Magglingen/Macolin την 18η Σεπτεμβρίου 2014, σχετικά με την χειραγώγηση των αθλητικών αγώνων, επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της βίας στον αθλητισμό και άλλες διατάξεις". Ενόψει της ψηφίσεως του αθλητικού αυτού νομοσχεδίου, το οποίο αφορούσε σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις στον χώρο του αθλητισμού, μεταξύ των οποίων και στην λειτουργία των αθλητικών σωματείων, αθλητικών ενώσεων και ομοσπονδιών, όπως η εκκαλούσα, ο εφεσίβλητος, κλήθηκε να μιλήσει δημοσίως ενώπιον της ανωτέρω επιτροπής, προκειμένου να διατυπώσει τις απόψεις και κρίσεις του σχετικά με τα προβλήματα στον χώρο του αθλητισμού και τις αλλαγές που προωθούταν με το νομοσχέδιο για την επίλυσή τους. Κατά την ομιλία αυτή ο εφεσίβλητος, μεταξύ άλλων, εξέθεσε τα ακόλουθα, αναφερόμενος στην εκκαλούσα: "πόσο αντιπροσωπευτικές των αθλητών είναι οι σημερινές διοικήσεις: Ενέχονται μήπως σε κατάχρηση εξουσίας, με παράνομες και αθέμιτες πρακτικές διαχρονικά; ...Αυτή τη στιγμή παράνομες πρακτικές, και δεν είμαι ο μόνος ο οποίος έχει παρατηρήσει ότι στον μικρόκοσμο μου της ιστιοπλοΐας, έχουμε πολλά παραδείγματα ... δεν είναι η πρώτη φορά που η ΕΙΟ δεν απαντάει εγγράφως σε αιτήματα αθλητών νια τα νομικά δικαιώματα τους. Εκφοβισμοί, απειλές και τελεσίγραφα, δεν αρμόζουν σε αθλητικό φορέα που προωθεί τον υγιή αθλητισμ ... Η ΕΙΟ είναι ανήθικη ... Στην προηγούμενη ηγεσία είχα πει στον κ. … συγκεκριμένα, ότι δεν υπάρχει αντιπροσωπευτικότητα, δεν υπάρχει έλεγχος νόμων, δεν υπάρχει διαχείριση υγιής του δημοσίου χρήματος, δεν υπάρχει έλεγχος κατά των φαινομένων κατάχρησης, υπεξαίρεσης...πιστεύω ότι ένας αθλητισμός, ο οποίος εξυψώνει και δεν ταπεινώνει, δεν αφορά μόνο στη βία, γιατί το παιδί μου σήμερα δεν είναι σίγουρο ότι μπορεί να πάει στα γήπεδα αλλά δεν είναι και σίγουρο. Φοβάμαι να το γράψω στην ιστιοπλοΐα αυτή τη στιγμή.... Αν αυτή τη στιγμή ζητάμε να γκρεμίσετε τείχη, να γκρεμίσετε τείχη διαφθοράς, τείχη της κατάχρησης εξουσίας, διασπάθισης δημοσίου χρήματος και τείχη περιφρόνησης...".Ακολούθως, ο εφεσίβλητος κατά την δευτερολογία του ανέφερε για την εκκαλούσα τα ακόλουθα: "... έχω δει πολλά πράγματα τα οποία με έχουν οδηγήσει σε μια πάρα πολύ δύσκολη κατάσταση της ζωής μου σήμερα. Με έχουν απειλήσει πάρα πολλές φορές τόσο στις (αρχές όταν αποκλείστηκα με αδιαφανείς διαδικασίες. Μέχρι πρόσφατα από το 99 την εποχή του κ. …, έπρεπε να κυκλοφορώ με μπράβους για να κάνω προετοιμασία, μέχρι και πρόσφατα, το 18 επειδή είπα κάποιες αλήθειες πάλι με απείλησαν τόσο η ομοσπονδία μου νομικά να με καταστρέψουν οικονομικά, όσο και σαν φυσική παρουσία, επειδή είδα πράγματα και κατέθεσα καταστάσεις...Ο καθένας ξέρει τι κάνει ο διπλανός του και αισθάνομαι ότι υπάρχει μία ομερτά χρόνων ... Δε μπορώ άλλο να απειλούμαι, θα πρέπει να δοθεί μια λύση στην κατεύθυνση της κάθαρσης και της αλήθειας... Ο τρόπος επιλογής στην δική μου ομοσπονδία αλλά και σε άλλες ομοσπονδίες, υπάρχουν πολλές στρεβλώσεις στην έννοια της αυτοδιοίκησης, υπάρχει παράνομη πρακτική...". Στην συνέχεια στις 16-11-2019, μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου για τις αλλαγές στον αθλητικό νόμο, ο εφεσίβλητος, προχώρησε σε μια ανάρτηση στην ιστοσελίδα του στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης "...". Στην ανάρτηση αυτή εξέθεσε, αναφερόμενος στην εκκαλούσα, τα ακόλουθα: "Τολμήσαμε την κάθαρση και νικήσαμε....Η πολιτεία επιτέλους θέλησε να ακούσει και να μάθει.....Για τη διαφθορά την κατάχρηση εξουσίας, τους εκφοβισμούς-απειλές, τελεσίγραφα ενάντια σε αθλητές και διασπάθιση δημοσίου χρήματος της Ελληνικής Ιστιοπλοϊκής Ομοσπονδίας...Κάθε ισόβιος παράγοντας οφείλει να σεβαστεί ότι οι ομοσπονδίες θα γίνουν αργά ή γρήγορα σπίτια των αθλητών και όχι δικά τους!!! όπου θα είναι ευπρόσδεκτοι αλλά] φιλοξενούμενοι (όχι δια βίου) υπό προϋποθέσεις και προδιαγραφές...". Ακολούθως αποδείχθηκε ότι στις 6-11-2019 η διακεκριμένη αθλήτρια της … …, ανήρτησε στην δική της ιστοσελίδα στο "..." έγγραφο της εκκαλούσας με το οποίο την καλούσε να διευθετήσει την αναγνώριση του διπλώματος του προπονητή της άλλως να επιστρέψει το χρηματικό ποσό που του είχε καταβληθεί για τους προκριματικούς αγώνες στην Ενοσίμα. Την ανάρτηση του εγγράφου αυτού ακολουθούσε και σχόλιο της αθλήτριας με το οποίο εξέφραζε την δυσαρέσκειά της για την αποστολή αυτού του εγγράφου ενόψει της προετοιμασίας της για την … του …. Την ίδια ημέρα, οι διακεκριμένοι αθλητές στο άθλημα τη .., …. και ...., προχώρησαν σε ανάρτηση στην ιστοσελίδα τους στο "...", με την οποία υποστήριξαν την συναθλήτριά τους, … σχολιάζοντας αρνητικά την ενέργεια της εκκαλούσας. Σε απάντηση στην από 6-11-2019 ανάρτηση των …. και …, στις 9-11-2019, ο εφεσίβλητος, προχώρησε σε δική του ανάρτηση στην ιστοσελίδα του στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης "...", αναφέροντας μεταξύ άλλων για την εκκαλούσα τα εξής: "Δεν αποτελεί είδηση μια εκ νέου προσβλητική ενέργεια της ΕΙΟ απέναντι σε αθλητές, προπονητές και Ολυμπιονίκες... .Είδηση 1η είναι το γεγονός ότι η ΕΙΟ συνομολογεί την παρανομία της... Είδηση 2η είναι το γεγovός ότι ο αθλητής … ....γνώριζε εδώ και δυόμιση χρόνια την πολεμική στάση που τηρούσε η ΕΙΟ προς την …, τον …, την … κ.α. αλλά δεν έκανε τίποτα....Ενδιαφέρθηκε επί της ουσίας και τοποθετήθηκε δημόσια ενάντια στην ανήθικη ΕΙΟ όπως λέει ξεκάθαρα, μόλις πρόσφατα που το τέρας της ΕΙΟ μπήκε στο δικό του σπίτι...".Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η από 11-11-2019 ομιλία του εφεσίβλητου μεταδιδόταν από το τηλεοπτικό δίκτυο στο κανάλι ... ενώ η από 16-11-2019 ανάρτηση στην ιστοσελίδα του στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης _"...", δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική εφημερίδα …, με τον τίτλο "…" και ως εκ τούτου το περιεχόμενο των δηλώσεών του έγινε γνωστό σε ευρύ κοινό πανελληνίως. Οι ως άνω κρίσεις_και χαρακτηρισμοί που εμπεριέχονται στις προαναφερόμενες δηλώσεις, προσβάλλουν την προσωπικότητα της εκκαλούσας καθώς ενέχουν αμφισβήτηση, κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής_και ηθικής αξίας της εκκαλούσας, εκδήλωση καταφρόνησης και ονειδισμού αυτής. Ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι καμία προσβολή της προσωπικότητας της εκκαλούσας δεν έχει επέλθει διότι το περιεχόμενο των αναρτήσεων και της ομιλίας του είναι αληθές σχετικά με όσα κατήγγειλε για τις δραστηριότητες της εκκαλούσας και για αρνητικές συμπεριφορές έναντι των αθλητών. Ωστόσο, οι δηλώσεις αυτές, στις οποίες επαναλαμβάνονται οι εκφράσεις "ανήθικη ΕΙΟ", "το τέρας της ΕΙΟ", "πολεμική στάση της ΕΙΟ", "παράνομες και αθέμιτες πρακτικές", "κατάχρηση εξουσίας", "διασπάθιση δημοσίου χρήματος" και οι λέξεις "διαφθορά, εκφοβισμοί, απειλές κατάχρηση, υπεξαίρεσης δεν συνιστούν ισχυρισμούς γεγονότων, ήτοι συγκεκριμένα περιστατικά του εξωτερικού κόσμου που υποπίπτουν στις αισθήσεις και είναι δεκτικά αποδείξεως, σύμφωνα και με όσα αναλύθηκαν στην νομική σκέψη ανωτέρω. Αντίθετα, πρόκειται για χαρακτηρισμούς - αξιολογικές, προσωπικές κρίσεις του εφεσίβλητου που εκφράσθηκαν ανεξάρτητα και άσχετα με συγκεκριμένες καταγγελίες ώστε να τίθεται ζήτημα έρευνας της αλήθειας ή του ψεύδους αυτών. Αυτό αποδεικνύεται εξάλλου από το ότι ο εφεσίβλητος, αρκέσθηκε μόνο στην χρήση των λέξεων και εκφράσεων αυτών χωρίς να επικαλεσθεί περιστατικά, με τα οποία να στηρίζει τις προαναφερόμενες προσωπικές του κρίσεις για την εκκαλούσα. Το περιεχόμενο δε των δηλώσεων είναι προσβλητικό για την φήμη και την πίστη της εκκαλούσας αφού εμφανίζεται αυτή ως μια διεφθαρμένη ομοσπονδία, η οποία δεν τηρεί τις νομοθετικές διατάξεις που διέπουν την λειτουργία της, δεν υπηρετεί τους σκοπούς της σχετικά με την προώθηση του αθλήματος της ιστιοπλοΐας αλλά αντίθετα υπηρετεί συμφέροντα αντικείμενα στην κοινωνική ηθική, το αθλητικό πνεύμα, το ήθος και την αθλητική δεοντολογία. Λόγω δε της ιδιότητας του εφεσιβλήτου ως … αλλά και τη: χρονικής στιγμής που έλαβαν χώρα οι ως άνω δηλώσεις του, όπου υπήρχε έντονο εν διαφέρον των μέσων μαζικής ενημέρωσης αλλά και των πολιτών για τις εξελίξεις στον χώρο του αθλητισμού ενόψει και της ψήφισης του σχετικού νομοσχεδίου, δημιουργήθηκε η πεποίθηση στον μέσο αποδέκτη (αναγνώστη, τηλεθεατή, χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης) ότι η εκκαλούσα πράγματι μετέρχεται παράνομων πρακτικών, ακολουθεί αδιαφανείς διαδικασίες στην διαχείριση των οικονομικών της και στην εκπροσώπηση του αθλήματος στους εκάστοτε αγώνες, εκφοβίζει και απειλεί τους αθλητές της. Η εικόνα αυτή για την εκκαλούσα δημιούργησε καχυποψία στους γονείς των αθλητών αλλά και όσους επιθυμούσαν τα παιδιά τους να ασχοληθούν με την ιστιοπλοΐα θέτοντας σε κίνδυνο το μέλλον του αθλήματος. Επίσης, δημιούργησε καχυποψία στους φορείς με τους οποίους συναλλασσόταν, θέτοντας σε κίνδυνο τις συναλλαγές της.
Συνεπώς τα ως άνω αναφερόμενα στις επίδικες δηλώσεις (ομιλία και αναρτήσεις) του εφεσιβλήτου έβλαψαν την υπόληψη και την αξιοπιστία της εκκαλούσας και παράλληλα την εμπιστοσύνη των μελών της - σωματείων, αθλητών αλλά και του κοινωνικού συνόλου σε αυτήν. Περαιτέρω, ο εφεσίβλητος, ισχυρίζεται προβάλλοντας την ένσταση του άρθρου 367 παρ.1γ ΠΚ, ότι ενήργησε έχοντας δικαιολογημένο ενδιαφέρον, λόγω της ιδιότητάς του, …, να εκθέσει τις παθογένειες που έχουν διαπιστωθεί στον τρόπο λειτουργίας της εκκαλούσας ώστε να συμβάλλει στην προαγωγή του αθλήματος της ιστιοπλοΐας και εν γένει να στηρίξει την προσπάθεια μέσω του νομοσχεδίου που προωθούταν για τις μεταρρυθμίσεις στον αθλητισμό. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, ο εφεσίβλητος, ως καταξιωμένος αθλητής παγκοσμίως, είχε δικαιολογημένο ενδιαφέρον να εκφράσει τις απόψεις του ενώπιον της Βουλής των Ελλήνων για τα κακώς κείμενα είτε γενικά στον χώρο του αθλητισμού είτε ειδικά στο άθλημα που είχε διακριθεί, προκειμένου να συμβάλει στην βελτίωση των συνθηκών στον αθλητικό κόσμο, εφόσον είχε ίδια γνώση για τον χώρο αυτό. Επίσης, είχε δικαιολογημένο ενδιαφέρον να εκφέρει την άποψή του, με ανάρτηση στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης "...", για την διαμάχη ανάμεσα στην εκκαλούσα και την συναθλήτριά του, …. σχετικά με το ζήτημα του προπονητή της. Εντούτοις, οι επίμαχες δυσμενείς κρίσεις και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί που επέλεξε να χρησιμοποιήσει στην ομιλία και τις αναρτήσεις του, δεν συνάπτονται με την επιδίωξή του και δεν συνιστούν το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για την προάσπιση και προαγωγή του αθλήματος της ιστιοπλοΐας. Πιο συγκεκριμένα, ο εφεσίβλητος, δεν αρκέσθηκε στην ομιλία του στην Βουλή να εκθέσει τις απόψεις του για τις παθογένειες στον αθλητισμό ή στον χώρο της εκκαλούσας εκθέτοντας συγκεκριμένα περιστατικά, συνδέοντάς τα με τις επικείμενες μεταρρυθμίσεις και τις λύσεις που δύναται η πολιτεία να δώσει με την νομοθετική της παρέμβαση. Αντίθετα, επέλεξε να χρησιμοποιήσει το βήμα που του δόθηκε να απευθυνθεί στο Ελληνικό Κοινοβούλιο για να εκφράσει την δυσαρέσκειά του έναντι της εκκαλούσας, χρησιμοποιώντας έντονα δυσμενείς χαρακτηρισμούς και προσβλητικές κρίσεις ενώ δύνατο να χρησιμοποιήσει ηπιότερες εκφράσεις αντικειμενικά αναγκαίες να αποδώσουν τις σκέψεις του σχετικά με το ζήτημα το οποίο εκλήθη να εκθέσει στην ομιλία του. Ομοίως και στην από 16-11-2019 ανάρτηση που έλαβε χώρα μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου κανένα σκοπό δημόσιο σχετικά με την προάσπιση του αθλήματος της ιστιοπλοΐας δεν υπηρετούσαν οι επίμαχες εκφράσεις εφόσον το νομοσχέδιο είχε ήδη ψηφισθεί και η μεταρρύθμιση είχε νομοθετηθεί, ούτε ήταν αναγκαίο το προσβλητικό ύφος και η χρήση δυσμενών χαρακτηρισμών για την εκκαλούσα. Επιπλέον, στην από 9-11-2019 ανάρτησή του, η οποία σχετίζεται με την διαφωνία της αθλήτριας της …, …., με την εκκαλούσα για το ζήτημα του προπονητή της, όσα αναφέρει ο εφεσίβλητος, δεν αφορούσαν στην άποψή του σχετικά με το ζήτημα αυτό αλλά αρκέσθηκε στην χρήση γενικόλογων δυσμενών εκφράσεων, προσβλητικών για την εκκαλούσα, οι οποίες κανένα δημόσιο σκοπό δεν υπηρετούσαν σχετικά με την προαγωγή του αθλήματος ούτε εξάλλου την επίλυση της συγκεκριμένης διαφωνίας. Επομένως, η επιλογή στις αναρτήσεις και στην ομιλία του στην Βουλή των επίμαχων εκφράσεων είναι φανερά δυσανάλογη και προκαλεί σοβαρότατη βλάβη στην φήμη και την αξιοπιστία της εκκαλούσας, η οποία δεν ισοσταθμίζεται με την εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου σκοπού στον οποίο ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος ότι αποσκοπούσαν οι δηλώσεις του αφού με αυτές (εκφράσεις - χαρακτηρισμούς) τελικά καμία συγκεκριμένη παθογένεια δε κατέδειξε με την εκκαλούσα. Εξάλλου, ο εφεσίβλητος χρησιμοποίησε τις επίμαχες όχι άπαξ αλλά επανειλημμένως σε διαφορετικούς χρόνους, εμμένοντας να εκφέρει δυσμενείς χαρακτηρισμούς για την εκκαλούσα χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων γεγονότων, γεγονός από το οποίο αποδεικνύεται η πρόθεση βλάβης της.
Συνεπώς, με βάση όλα τα ανωτέρω, ο εφεσίβλητος υπερέβη το αναγκαίο μέτρο στις εκφράσεις του και έπληξε δημόσια την υπόληψη της εκκαλούσας, αδιάφορου όντως του κινήτρου, που τον ώθησε στην ενέργεια αυτή. Ενόψει των ανωτέρω, η ένσταση του, που στηρίζεται στο άρθρο 36 παρ 1 γ ΠΚ είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσία.
7. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την προταθείσα από τον εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα ένσταση περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος [άρθρο 367 παρ 1 εδ γ ΠΚ], έκανε δεκτή την ασκηθείσα από το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 2796.2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου και υποχρέωσε τον εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα να υποχρεωθεί να του καταβάλει εντόκως το ποσό των 3000 ευρώ.
8.Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένως δεν εφάρμοσε το άρθρο 10 της Ευρωπαικής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [ΕΣΔΑ], που κυρώθηκε στην Ελλάδα με το νδ 53/1974, η οποία είναι υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη κατ' άρθρο 28 του Συντάγματος, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, στην παρούσα υπόθεση που έχει ως αντικείμενο τη διερεύνηση της αξίωσης του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου για την προσβολή της προσωπικότητάς του με αδικοπραξία [άρθρα 57 και 914 ΑΚ] ,που πραγματώθηκε με την από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ποινικά κολάσιμη πράξη της εξύβρισης κατ' άρθρο 361 ΠΚ, προκειμένου να κριθεί το δικαιολογημένο ή μη των επίμαχων εξυβριστικών εκφράσεων. Ειδικότερα ενώ το Εφετείο ορθώς έκρινε σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο [άρθρο 361 ΠΚ] ότι τα κατά του ενάγοντος νομικού προσώπου ήδη αναιρεσίβλητου εκφερόμενα [όπως αυτά αναλυτικά αναφέρονται στην προσβαλλόμενη κατά την επισκόπηση αυτής] από τον εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα αφενός μεν στις 11.11.2019 στην ομιλία του στη Βουλή και αφετέρου στις 16.11.2019 σε δυο αναρτήσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης [...] είναι αξιολογικές κρίσεις, που δεν υπόκεινται σε απόδειξη, και ότι οι εκφράσεις αυτές είναι υβριστικές και ικανές να προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος νομικού προσώπου, ακολούθως απομονώνοντας εσφαλμένως τις ανωτέρω εκφράσεις από το περικείμενό τους και μη συνδέοντας αυτές με το όλο κείμενο της ομιλίας του και των αναρτήσεων έκρινε ουσία αβάσιμη την προταθείσα από αυτόν και ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 367 παρ 1γ ΠΚ ένσταση περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος. Πλην, όμως, το Εφετείο, όφειλε να εφαρμόσει την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη της παρ 2 του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ προκειμένου να κρίνει αν οι ανωτέρω υβριστικές αξιολογικές κρίσεις υπάγονταν ή όχι στην οριζόμενη από τη διάταξη αυτή εξαίρεση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και προς τούτο όφειλε να ελέγξει αποδεικτικά αν υπήρξε ή όχι μια επαρκής πραγματική βάση περιστατικών για τη στήριξη αυτών [κρίσεων], αν δηλ. ο εναγόμενος τις υποστήριξε [με βάση τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα απ' αυτόν έγγραφα] εντός ή εκτός ενός σαφούς πραγματικού γεγονοτικού υπόβαθρου και ακολούθως να κρίνει αν οι εκφερόμενοι από τον εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα εξυβριστικοί ισχυρισμοί εκφεύγουν ή όχι του προβλεπόμενου από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ περιορισμού της ελεύθερης έκφρασης, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη ότι το ενάγον ήδη αναιρεσίβλητο είναι δημόσιο νομικό πρόσωπο και η συζήτηση αφορούσε σε θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος περί τα αθλητικά πράγματα. Μετά ταύτα ο ανωτέρω πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, και λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτού η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από Δικαστές άλλους, εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείον για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την ερμηνεία του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου [ άρθρο 179 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -Συνεκδικάζει την από 21.12.2023 αίτηση και τους από 21.3.2015 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της με αριθμό 4785/2023 απόφασης του Εφετείου Αθηνών
Αναιρεί την με αριθμό 4785/2023 απόφαση του Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε. Και Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δεν επιτρέπονται νέα σχόλια.