Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2021

ΑΠ 236/2020: Ανακοπή του 933 και 936 ΚΠολΔ από μη οφειλέτη - δικαίωμα άσκησης και των δύο ανακοπών

 Απόφαση 236 / 2020    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 236/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..., Ανώνυμη Ξενοδοχειακή, Τουριστική, Εμπορική, Κατασκευαστική και Κτηματική, Αεροπορική και Ναυτιλιακή Εταιρεία", διακριτική τίτλο "... ΑΕ" και έδρα το …, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ξανθούλη.
Της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Π. Σ., Τουριστικές Επιχειρήσεις, Ανώνυμος Βιοτεχνική και Ξενοδοχειακή Εταιρεία" και έδρα την Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον εκκαθαριστή της Ι. Α., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ορφανίδη.


Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2014 αγωγή της αναιρεσίβλητης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2015 του παραπάνω Δικαστηρίου και 208/2018 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-2-2019 αίτησή της και τους από 17-9-2019 προσθέτους αυτής λόγους. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν της αναιρεσείουσας την παραδοχή και της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπάγγελτα ή με αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, στη δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, συζητήθηκαν η από 4-2-2019 αίτηση αναίρεσης και το από 17-9-2019 δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων, που στρέφονται κατά της 208/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 569 ΚΠολΔ, σχετ. οι .../31-10-2019 και .../31-10-2019 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Τ. για την επίδοσή τους στην αναιρεσίβλητη). Η αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού είναι συναφείς, αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση (ΑΠ 894/2018).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 25/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, έγινε δεκτή διεκδικητική αγωγή ακινήτου της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, η οποία είχε απορριφθεί με την παραπάνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των πρόσθετων αυτής λόγων ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι η αναιρεσίβλητη ήταν κυρία του επιδίκου ακινήτου από 8-8-2002, ότι, όταν το απέκτησε, ήταν ελεύθερο βαρών και ότι η υποθήκη του ακινήτου αυτού, υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία οδήγησε στον πλειστηριασμό του και την κατακύρωσή του στην αναιρεσείουσα, γράφηκε στις 9-12-2003, για την εξασφάλιση χρέους του αρχικού κυρίου του εν λόγω ακινήτου Γ. Σ., βάσει της μεταξύ αυτού και της ΑΤΕ ... δανειακής σύμβασης. Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, το Εφετείο δέχτηκε την παραπάνω αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνώρισε αυτή κυρία του επίδικου ακινήτου και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα η οποία είχε ήδη εγκατασταθεί σε αυτό και ασκούσε τη νομή του, να της το αποδώσει, καθόσον η τελευταία δεν είχε καταστεί κυρία του εν λόγω ακινήτου με τον ανωτέρω πλειστηριασμό του και την κατακύρωσή του σε αυτή, λόγω του ότι το πιο πάνω ακίνητο ανήκε κατά κυριότητα, όχι στον καθ' ου η αναγκαστική εκτέλεση οφειλέτη Γ. Σ., αλλά στην αναιρεσίβλητη η οποία το είχε αποκτήσει πριν από την εκπλειστηρίασή του.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κύριο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης των διατάξεων των άρθρων 993 παρ. 1β ΚΠολΔ και 1294 ΑΚ, όπως και εκείνων των άρθρων 1000, 1033, 1094, 1192, 1198, 1271 ΑΚ, 68, 936 και 1020 ΚΠολΔ, επειδή δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται, ως τρίτη, στην άσκηση της παραπάνω, κατ' άρθρα 1094 ΑΚ και 1020 ΚΠολΔ, αγωγής διεκδίκησης του επιδίκου ακινήτου, ενώ, κατά τον ερευνώμενο λόγο, δεν νομιμοποιούταν, καθόσον ήταν "διακάτοχος του επιδίκου ακινήτου", αλλά και "βάσει του άρθρου 1294 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, κάθε τρίτος που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο, υπόκειται στην εμπράγματη αγωγή του δανειστή με την αναγκαστική εκτέλεση πάνω στο κτήμα, αν δεν προτιμά να εξοφλήσει όλες τις ενυπόθηκες απαιτήσεις στην έκταση που ασφαλίζονται με την υποθήκη". Επίσης, με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, κύριο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον "ενώ προκύπτει από τη ρητή διατύπωση του άρθρου 993 παρ. 1β ΚΠολΔ ότι ο τρίτος διακάτοχος κατασχεμένου ενυποθήκου ακινήτου εξομοιώνεται με τον οφειλέτη, δεν αιτιολογεί (η προσβαλλόμενη απόφαση) για ποιόν τάχα λόγο τούτος δικαιούται, αν και έχει αποκτήσει την ιδιότητα του καθ' ου η εκτέλεση, να νομιμοποιηθεί ενεργητικώς και στην άσκηση του άρ. 936 ΚΠολΔ". Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, πρωτίστως, ως αβάσιμοι, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις, ήτοι σε ανύπαρκτες παραδοχές του Εφετείου για την ιδιότητα της αναιρεσίβλητης, αφενός "ως διακατόχου του επιδίκου ακινήτου" και αφετέρου "ως νεμομένης το επίδικο με νόμιμο τίτλο", τις οποίες, όμως, αυτό δεν διατύπωσε, αλλά, αντίθετα, δέχτηκε, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι η αναιρεσίβλητη ήταν κυρία του επιδίκου πριν από την υποθήκευσή του.
2. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 ΚΠολΔ, "αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει βάσει εκτελεστού τίτλου. Εκτελεστοί τίτλοι είναι (πλην άλλων) οι τελεσίδικες αποφάσεις κάθε ελληνικού δικαστηρίου και οι διαταγές πληρωμής που εκδίδουν έλληνες δικαστές". Επίσης, κατά το άρθρο 918 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει αντιγράφου του εκτελεστού τίτλου που έχει τον εκτελεστήριο τύπο (απόγραφο)", κατά το άρθρο 919 του Κώδικα αυτού, "η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται: 1) όταν πρόκειται για δικαστικές αποφάσεις, υπέρ και κατά των προσώπων, έναντι των οποίων ισχύει το δεδικασμένο και κατά των προσώπων που απέκτησαν τη νομή ή κατοχή του επιδίκου πράγματος κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το τέλος της, 2) όταν πρόκειται για όλους τους άλλους εκτελεστούς τίτλους, υπέρ των δικαιούχων και κατά των υποχρέων που αναφέρονται σ' αυτούς, υπέρ και κατά των προσώπων που αναφέρονται στα άρθρα 325 έως 327, καθώς και κατά των προσώπων που απέκτησαν τη νομή ή κατοχή του πράματος μετά τη σύνταξη του εγγράφου ή την έκδοση του τίτλου", κατά το άρθρο 924 του ίδιου Κώδικα, "η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση ...", κατά το άρθρο 933 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση ασκούνται μόνο με ανακοπή ...", κατά το άρθρο 936 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και, ιδίως: α) δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) απαγόρευση διάθεσης που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται σύμφωνα με το νόμο την ακυρότητα της διάθεσης. Έχει επίσης δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή και ο νομέας, εκτός αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση αποδείξει πως εκείνος κατά του οπίου στρέφεται έχει επάνω στο αντικείμενο που έχει κατασχεθεί εμπράγματο δικαίωμα επικρατέστερο από τη νομή" και κατά το άρθρο 1020 του ίδιου Κώδικα, "αγωγή διεκδίκησης του πράγματος που πλειστηριάστηκε πρέπει να ασκηθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία, για κινητά ενός έτους από τότε που παραδόθηκαν στον υπερθεματιστή και για ακίνητα πέντε ετών από τότε που μεταγράφηκε η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης νομιμοποιείται να ασκήσει εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, εκείνος, δηλαδή, στον οποίο επιδόθηκε αντίγραφο του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση (άρθρο 924 παρ. 1 ΚΠολΔ), είτε αυτός είναι οφειλέτης εκείνου που επισπεύδει την εκτελεστική διαδικασία, οπότε νόμιμα στρέφεται εναντίον του η εκτέλεση (άρθρο 919 ΚΠολΔ), είτε δεν είναι οφειλέτης του επισπεύδοντος, οπότε παράνομα στρέφεται εναντίον του η εκτέλεση με την κατά τα παραπάνω επίδοση σε αυτόν αντιγράφου του απογράφου. Αν, όμως, στο πρόσωπο του τελευταίου, πλην του ότι δεν είναι οφειλέτης του επισπεύδοντος, συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 936 παρ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι έχει στο αντικείμενο της εκτέλεσης δικαίωμα που μπορεί να αντιτάξει κατά του οφειλέτη του επισπεύδοντος κατά του οποίου έχει στραφεί ή έπρεπε να είχε στραφεί η εκτέλεση και το οποίο δικαίωμα προσβάλλεται με την εκτέλεση, τότε νομιμοποιείται αυτός, να ασκήσει, πλην της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, με την οποία θα προβάλλει έλλειψη απαίτησης του επισπεύδοντος εναντίον του και, συνεπώς, παθητικής νομιμοποίησής του και την ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ για την ακύρωση της εκτέλεσης, ενώ μετά την ολοκλήρωση του πλειστηριασμού, τη μεταγραφή της κατακυρωτικής έκθεσης και την εγκατάσταση του υπερθεματιστή στη νομή του εκπλειστηριασθέντος πράγματος, νομιμοποιείται να ασκήσει, αντί της ανακοπής του άρθρου 936 ΚΠολΔ, την αγωγή του κοινού δικαίου, όπως εκείνη του άρθρου 1094 ΑΚ, εντός, όμως, της προθεσμίας του άρθρου 1020 ΚΠολΔ. Η άσκηση και των δύο παραπάνω ενδίκων βοηθημάτων (της ανακοπής του άρθρου 933 αφενός και της ανακοπής του άρθρου 936 ή της αγωγής του κοινού δικαίου αφετέρου), ενόψει των ανωτέρω διαφορετικών προϋποθέσεων καθεμιάς των δύο αξιώσεων και του αντικειμένου των δύο δικών, αφενός μεν δεν εγκυμονεί κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και δημιουργίας αντιφατικού δεδικασμένου, αφετέρου δε προάγει την ασφάλεια δικαίου και τη σταθερότητα των συναλλαγών, αφού, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, επιτρέπει την αποτελεσματικότερη προστασία εκείνου, που, ακριβώς, δικαιούται την προστασία αυτή και αποτρέπει τη φαλκίδευση του δικαιώματός του στο αντικείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης, με την προσχηματική και μεθοδευμένη (ενώ, δηλαδή, δεν είναι οφειλέτης του επισπεύδοντος) απεύθυνση της αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον του ή και εναντίον του. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο και μάλιστα ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο.
Συνεπώς, όταν η διαδικαστική πράξη παρουσιάζει ελαττώματα, είτε κατά το πραγματικό, είτε κατά τις έννομες συνέπειες, είτε κατά τη λειτουργία της τελολογικής σχέσης του πραγματικού της με τα αντικειμενικώς επιδιωκόμενα έννομα ή πραγματικά αποτελέσματά της, πρόκειται για ανίσχυρη διαδικαστική πράξη. Οι διαβαθμίσεις δε του ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων διαμορφώνονται σε τέσσερις κατά βάση βαθμίδες. Στην πρώτη, κατά την οποία κρίνεται το υποστατό της διαδικαστικής πράξης, στη δεύτερη, κατά την οποία εξετάζεται το ενεργό αυτής, στην τρίτη, κατά την οποία κρίνεται το παραδεκτό και στην τέταρτη, κατά την οποία κρίνεται το βάσιμο της εν λόγω πράξης. Ειδικότερα, η κρίση για το παραδεκτό σημαίνει ότι η διαδικαστική πράξη παράγει διαδικαστικά αποτελέσματα και είναι προϋπόθεση για να κριθεί στη συνέχεια η διαδικαστική αυτή πράξη και ως προς τη βασιμότητά της. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχεται η εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής για έλλειψη κάποιας διαδικαστικής προϋπόθεσης, όπως της δικαιοδοσίας, της ικανότητας διαδίκου, της νομιμοποίησης ή του εννόμου συμφέροντος. Και είναι μεν αλήθεια ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από τις διατάξεις του ουσιαστικού, ενίοτε δε και του δικονομικού δικαίου, με την έννοια ότι εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο ως δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα. Στην περίπτωση αυτή ο λόγος αναίρεσης ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αν, όμως, ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποίησης σύμφωνα με το νόμο ή αν από τα στοιχεία που επικαλείται προκύπτει ότι δεν νομιμοποιείται, τότε η αγωγή του απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναίρεσης από τις παραπάνω αιτίες στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε με την απόφασή του αυτή ότι η αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται ενεργητικά, ως κυρία του επίδικου ακινήτου, για την άσκηση της παραπάνω, από τα άρθρα 1094 ΑΚ και 70 και 1020 ΚΠολΔ, αγωγής διεκδίκησης του ακινήτου αυτού, το οποίο, μετά τον πλειστηριασμό του, βάσει της 10595/2007, σε βάρος του οφειλέτη Γ. Σ., διαταγής πληρωμής και τη μεταγραφή της οικείας έκθεσης κατακύρωσης, περιήλθε στη νομή της αναιρεσείουσας ως υπερθεματίστριας, καίτοι η αναιρεσίβλητη διελάμβανε στο δικόγραφο της αγωγής της αυτής ότι επιδόθηκε και σε αυτήν, παράλληλα προς τον οφειλέτη Γ. Σ., αντίγραφο του απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, καθόσον η ίδια (αναιρεσίβλητη) είχε αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου αυτού, λόγω μεταβίβασής του από το Γ. Σ., στις 8-8-2002, ενώ η υποθήκη στο εν λόγω ακίνητο της δανείστριας του Γ. Σ. Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που επέσπευσε τον πλειστηριασμό του, γράφηκε μεταγενέστερα και συγκεκριμένα, στις 9-12-2003. Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών και την κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης, το Εφετείο δέχτηκε την παραπάνω αγωγή, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή αυτή είχε απορριφθεί για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, εξαιτίας της αναφοράς στο δικόγραφό της της επίδοσης και σε αυτήν αντιγράφου του απογράφου της παραπάνω διαταγής πληρωμής, νομιμοποιουμένης, ως εκ τούτου, κατά την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στην άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ και όχι της ανακοπής του άρθρου 936 ή, εντός της προθεσμίας του άρθρου 1020 ΚΠολΔ, της αγωγής, όπως η ένδικη, του κοινού δικαίου. Σύμφωνα με αυτά, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του αριθ. 14 και όχι του αναφερομένου αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παρά το νόμο μη απόρριψη ως απαράδεκτης της παραπάνω αγωγής, λόγω έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, ενόψει της παραδοχής της με την αγωγή της για επίδοση και σε αυτή αντιγράφου του οικείου απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, αφού η αναιρεσίβλητη δεν ήταν οφειλέτρια της δανείστριας Τράπεζας, η δε υποθήκη της Τράπεζας αυτής στο επίδικο ακίνητο γράφηκε μετά την απόκτηση της κυριότητάς του από την αναιρεσίβλητη, η επίδοση στην τελευταία αντιγράφου του παραπάνω απογράφου δεν τη μετατρέπει σε οφειλέτρια και, ως εκ τούτου, δεν της στερεί το δικαίωμα άσκησης, ως τρίτης, κατά την έννοια του άρθρου 936 ΚΠολΔ και της ανακοπής του άρθρου αυτού ή, σύμφωνα με τις παραπάνω διακρίσεις, της αγωγής του κοινού δικαίου.
3. Με τον τρίτο, από το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο ότι, ενώ δέχθηκε "τη δυνατότητα απόκτησης των ιδιοτήτων του καθ' ου η εκτέλεση και του τρίτου στο ίδιο πρόσωπο, με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη να μπορεί να στραφεί σε βάρος αυτής της ίδιας ως καθ' ης η εκτέλεση, κατ' άρθρ. 936 ΚΠολΔ", στη συνέχεια έκρινε αντιφατικά ότι "μεταξύ της ανακοπής που ασκείται με τη μία ιδιότητα (της καθ'ης η εκτέλεση) και της αγωγής που ασκείται με την έτερη ιδιότητα (της τρίτης) δεν υφίστανται ταυτότητα διαφοράς". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχθηκε τη δυνατότητα συνύπαρξης των παραπάνω ιδιοτήτων στο ίδιο πρόσωπο, αλλά ότι "η ιδιότητα του καθ' ου η εκτέλεση αντιδιαστέλλεται από το νόμο από το πρόσωπο του τρίτου". Η παραδοχή δε αυτή δεν αντιφάσκει με την έτερη παραδοχή ότι δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς, μεταξύ της ανακοπής (άρθρ. 933 ΚΠολΔ), που άσκησε η αναιρεσίβλητη (καθ' ης η εκτέλεση) για ακυρότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης (ανακοπή που απορρίφθηκε αμετάκλητα) και της διεκδικητικής αγωγής (άρθ. 1094, 1020 ΚΠολΔ) που άσκησε στη συνέχεια η ίδια ως τρίτη, κυρία του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου κατά της αναιρεσείουσας (υπερθεματίστριας - νομέα του επίδικου ακινήτου).
4. Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του (ΑΠ 148/2006). Περαιτέρω και στις περιπτώσεις των εξαιρέσεων αυτών, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής. Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του και με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, πρόσθετο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με τον μεν πρώτο λόγο, διότι "δεν διέγνωσε (το Εφετείο) ότι ουσιαστικώς ταυτίζεται η αντίδικος Εταιρεία με τον οφειλέτη Γ. Σ., συνεπώς όλως καταχρηστικώς και κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη επιδίωξε η αναιρεσίβλητη τόσο την ακύρωση του διενεργηθέντα εν προκειμένω πλειστηριασμού, όσο και την αναγνώριση της κυριότητάς της επί του επιδίκου" και με το δεύτερο λόγο, διότι "την απόρριψη της αγωγής της αντιδίκου ως καταχρηστικής όφειλε να διαγνώσει το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη, καθόσον η συμπεριφορά της αντίδικης είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη". Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, πρωτίστως, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 14-12-2017 προτάσεων που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για την απόκρουση της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της παραπάνω, απορριπτικής της αγωγής της, πρωτοβάθμιας απόφασης, η αναιρεσείουσα δεν είχε προτείνει με τις προτάσεις της αυτές στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρισμό για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ενώ ο ισχυρισμός αυτός δεν υπάγεται σε κάποια από τις εξαιρέσεις που προαναφέρθηκαν.
5. Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).
Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010). Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, αρκεί να γίνεται αναφορά μόνο της έλλειψης αυτής, ενώ όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005) και στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 32/1996), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 112/2016).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε με την απόφασή του αυτή τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, εκ του ότι, κατά την κατάθεση της αγωγής της, η αναιρεσίβλητη εκπροσωπείτο μόνο από τους δύο εκκαθαριστές της και όχι, όπως θα έπρεπε και από τον τρίτο Ν. - Χ. Κ.. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απορριπτική αιτιολογία του, ότι "όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία συστάθηκε το 2001 κατά τα παρακάτω εκτιθέμενα, τέθηκε σε εκκαθάριση, κατόπιν της 36595/2002 απόφασης του Νομάρχη Αθηνών, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ (τεύχ. ΑΕ κ' ΕΠΕ) 1234/12.2.2003, με την οποία ανακλήθηκε η 28708/2001 απόφαση του ίδιου Νομάρχη για την χορήγηση άδειας σύστασης και έγκρισης του καταστατικού της, οπότε, από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση, επειδή δε δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές είτε από τη ΓΣ των μετόχων είτε από το ΔΣ είτε από το Δικαστήριο και δεν υπάρχει πρόβλεψη στο καταστατικό της για άλλο τρόπο διορισμού εκκαθαριστή, το έργο τούτο περιήλθε στα διορισμένα και ευρισκόμενα στη ζωή μέλη του πρώτου ΔΣ. Το πρώτο ΔΣ αυτής (ενάγουσας) απαρτίστηκε από τους 1) Γ. Σ. του Π., 2) Ν. - Χ. Κ. του Κ., 3) Ν. Δ. του Α., 4) Ι. Ρ. του ... και 5) Γ. Μ. του Ι., από τους οποίους είχαν, ήδη, κατά την κατάθεση της υπό κρίση αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στις 27.5.2014, αποβιώσει ο πρώτος, ο δεύτερος και ο πέμπτος, ενώ στη συνέχεια, με την 1162/16.9.2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών διορίστηκε ως εκκαθαριστής της ο Ι. Α. Α., κάτοικος ..., ο οποίος την εκπροσώπησε ακολούθως νόμιμα, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στις 23.4.2015, αλλά και κατά τη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης στο δεύτερο βαθμό. Επομένως, ο επικουρικός περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης ισχυρισμός είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος". Σύμφωνα με αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, επικουρικό μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι "απέρριψε δίχως αιτιολογία" την παραπάνω ένσταση της αναιρεσείουσας, αφού όπως προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης το Εφετείο απέρριψε την εν λόγω ένσταση βάσει της προαναφερόμενης αιτιολογίας.
6. Τέλος με το οικείο μέρος του δευτέρου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, από το άρθ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για έλλειψη, κατά την άσκηση της αγωγής, ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, συνισταμένης της πλημμέλειας αυτής στο ότι "τον εν λόγω ισχυρισμό ουδόλως έλαβε υπόψη η προσβαλλομένη". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης που εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη σκέψη ο πιο πάνω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-2-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 17-9-2019 πρόσθετους αυτής λόγους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..., Ανώνυμη Ξενοδοχειακή, Τουριστική, Εμπορική, Κατασκευαστική και Κτηματική, Αεροπορική και Ναυτιλιακή Εταιρεία", για αναίρεση της 208/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε, αναφορικά με τα σχόλια που δημοσιεύονται ότι:
1) Δε θα δημοσιεύονται δυσφημιστικά και εξυβριστικά σχόλια
2) Δε θα δημοσιεύονται ΑΣΧΕΤΑ σχόλια σε ΑΣΧΕΤΕΣ αναρτήσεις
3) Δε θα δημοσιεύονται επαναλαμβανόμενα σχόλια στην ίδια ανάρτηση
4) Δε θα δημοσιεύονται σχόλια σε Greeklish


5) Σχόλια σε ενυπόγραφα άρθρα θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.
6) Σχόλια σε ενυπόγραφο σχόλιο θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.

7) ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ "ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ"