Επιμέλεια:
Λάμπρος Τσόγκας
Εισαγγελέας Εφετών
===Τα εγκλήματα σκοπού (αποκαλούμενα εγκλήματα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης) αποτελούν εγκλήματα, στα οποία απαιτείται ειδική ενασχόληση του δικαστή στην αναζητηση περιστατικών από τις συγκεντρωθείσες αποδείξεις και προφανώς στην περιγραφή τους κατά τη σύνταξη της δικαστικής απόφασης.
===Στην υπ' αριθμ. 973/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου μνημονεύεται ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τούτο βεβαίως προϋποθέτει ότι υπάρχει σκεπτικό στην προσβαλλόμενη απόφαση, με ρητή μάλιστα αναφορά στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η απλή επανάληψη του διατακτικού στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό), καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, και μόνο όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό είναι ελλιπής. Όταν όμως ελλείπει παντελώς η αιτιολογία και στο σκεπτικό γίνεται ολική αναφορά διά παραπομπής στο διατακτικό, τότε η αιτιολογία μεταπίπτει σε τυπική. Η εν λόγω αλληλοσυμπλήρωση προϋποθέτει αναφορά ορισμένων από τα ανωτέρω περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως και παραπομπή κατά τα λοιπά στο διατακτικό της. Κατά συνέπεια, αν δεν αναφέρεται κανένα από τα περιστατικά αυτά στο αιτιολογικό, αλλά γίνεται καθολική παραπομπή δι' αυτού στο διατακτικό, δεν πληρούται η απαίτηση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης. Η αναφορά εξάλλου των περιστατικών αυτών συνίσταται στην έκθεση των γεγονότων, που εμπίπτουν στο πραγματικό της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε. Στα εν λόγω νομικώς αξιόλογα γεγονότα, περιλαμβάνονται ιδίως πράξεις, ψυχικές καταστάσεις, φυσικά φαινόμενα, πράγματα, πρόσωπα, σχέσεις τόπου, χρόνου και αιτιότητας, και καταστάσεις εν γένει, τα οποία δεν αρκεί να μνημονεύονται με γενικές και τυποποιημένες φράσεις, που προσήκουν σε κάθε περίπτωση, αλλά απαιτείται να διαλαμβάνονται ως ιστορικά γεγονότα, δηλαδή εξειδικευμένα κατά τα ατομικά και ιδιαίτερα αυτών γνωρίσματα, με αναφορά τους, έστω και μερικώς στο αιτιολογικό, που θα αλληλοσυμπληρωθεί με το διατακτικό (Α.Π. 753/2023, Α.Π. 515/2023, Α.Π. 1702/2022, Α.Π. 1373/2022). Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία (Α.Π. 839/2023, Α.Π. 718/2019).
===Τονίζεται βέβαια ότι η πληρότητα στην αιτιολογία (η οποία όπως προαναφέρθηκε υπάρχει και με την επανάληψη του διατακτικού στο αιτιολογικό σκέλος της απόφασης όταν το διατακτικό περιέχει όλα τα περιστατικά, που απαιτούνται για την απόδειξη του εγκλήματος) ταυτίζεται με το δικαιοδοτικό έργο του δικαστή (βλ. σχετ. ΑΠ 1046/2023).
===Προσοχή ωστόσο απαιτείται στο διαχρονικό δίκαιο, αφού υπάρχουν περιπτώσεις (όπως αυτή του άρθρου 361 ΠΚ) στις οποίες κατά το χρόνο τέλεσης η πράξη, που αποδόθηκε στον κατηγορούμενο, όπως ίσχυε τότε η σχετική ποινική διάταξη, δεν αποτελούσε έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης. Κατά το χρόνο όμως εκδίκασης, η πράξη συνιστά πια, λόγω τροποποίησης της οικείας ποινικής διάταξης , έγκλημα σκοπού. Προφανώς τότε εφαρμόζεται ως επιεικέστερη η διάταξη, στην οποία προβλέπεται ότι για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται η συνδρομή του σκοπού, που ο νομοθέτης έχει ήδη θεσπίσει ως επιπλέον στοιχείο αυτής. Σχετική είναι η υπ' αριθμ. 619/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου. Σε αυτή σημειώνονται (ως προς το ανωτέρω ζήτημα) τα εξής:
''Στην προκειμένη περίπτωση κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης της εξύβρισης ..... ίσχυε το άρθρο 361 του νέου ΠΚ σύμφωνα με το οποίο "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι μήνες ή χρηματική ποινή. Αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, επιβάλλεται φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή .Το άρθρο 361 παρ. 1 τροποποιήθηκε με το άρθρο 53 του Ν. 5090/23-2-2024 (ΦΕΚ 30, Α). Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 138 (του ν.5090) η ισχύς της ανωτέρω διάταξης αρχίζει από την 1η-5-2024. Επομένως κατά το χρόνο εκδικάσεως της υποθέσεως το άρθρο 361 ΠΚ οριζόταν ως εξής : "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο έχοντα τέτοιο σκοπό, τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι μήνες ή χρηματική ποινή. Αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, επιβάλλεται φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή....". Συνεπώς επιεικέστερη είναι η διάταξη όπως ισχύει μετά την τελευταία τροποποίηση της αφού δεν αρκεί πλέον ο απλός δόλος αλλά αξιώνει πρόσθετο στοιχείο για το αξιόποινο της πράξης , αυτό του σκοπού προσβολής της τιμής άλλου και τυγχάνει εφαρμοστέα''.
===Στην πράξη της παράβασης καθήκοντος πρέπει να σημειωθεί ότι ο σκοπός του δράστη πρέπει να αφορά παράνομο όφελος (ηθικό ή υλικό) του δράστη ή άλλου ή βλάβη άλλου (δεν ενδιαφέρει εδώ να προσδιορίζεται το στοιχείο του παρανόμου, αφού η βλάβη άλλου δεν μπορεί να είναι νόμιμη συνέπεια πράξης ή παράλειψης του δράστη). Η ειδική αιτιολογία της υποκειμενικής υπόστασης του πιο πάνω εγκλήματος αφορά μόνο το στοιχείο του σκοπού του δράστη. Για τον εν λόγω σκοπό του δράστη άξια μνείας είναι όσα εκτίθενται στην υπ'αριθμ. 1046/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα: Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α` του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από τον νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊστάμενης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θέλησης της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημόσιων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση της παράβασης του υπηρεσιακού καθήκοντος και γ) σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν (υποκειμενικό στοιχείο), αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο). Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξης της παράβασης καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παράβασης καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης. Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως, όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο, που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη, που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού (ΑΠ 1557/2017). Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται και να πραγματοποιηθεί η επιδιωκομένη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη (ΑΠ 122/2022, ΑΠ 375/2021, ΑΠ 1557/2017, ΑΠ 1575/2013)..............Ως καθήκον, η παράβαση του οποίου καθιστά αξιόποινη τη συμπεριφορά του υπαλλήλου, δεν νοείται οποιοδήποτε υπαλληλικό καθήκον, το οποίο προκύπτει από τον νόμο ή από διοικητική πράξη κανονιστικού χαρακτήρα ή από ιδιαίτερες οδηγίες της προϊστάμενης αρχής ή από τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στη γενική συμπεριφορά κάποιου ως υπαλλήλου, αλλά μόνο το καθήκον εκείνο, που συνδέεται με την άσκηση συγκεκριμένης υπηρεσιακής δραστηριότητας στο πλαίσιο της, καθ` ύλη και κατά τόπο, αρμοδιότητας του υπαλλήλου, εκείνο δηλαδή που ανάγεται στην εκτέλεση του ανατεθειμένου σ` αυτόν υπηρεσιακού έργου. Εκείνο, δηλαδή, που έχει σημασία στο άρθρο 259 ΠΚ, είναι αν η παράβαση του καθήκοντος θίγει άμεσα την υπηρεσιακή λειτουργία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να οδηγεί έτσι αντικειμενικά σε προσπορισμό (ιδίου ή ξένου) οφέλους ή σε βλάβη του κράτους ή άλλου. Δεν ενδιαφέρει δηλαδή το είδος (γενικό ή ειδικό) του καθήκοντος, αλλά μια συγκεκριμένη ''αντιϋπηρεσιακή'' ενέργεια, εφ' όσον αυτή λειτουργεί ως μέσο για τον προσπορισμό οφέλους ή την πρόκληση βλάβης στα έννομα συμφέροντα άλλου. Το έννομο αγαθό, που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη, που προβλέπεται από αυτή, είναι η ομαλή και απρόσκοπτη διεξαγωγή της δημόσιας υπηρεσίας και η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας, που έχουν ταχθεί να υπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα............Περαιτέρω, αιτιολογείται πλήρως στην απόφαση και το απαιτούμενο πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, ήτοι ότι ο σκοπός της αναιρεσείουσας 1ης κατηγορουμένης, συνίστατο στην επιδίωξή της να προσπορίσει στον εαυτό της και στην ΕΠΕ, που εκμεταλλευόταν την ιδιωτική κλινική, όπου παρείχε τις υπηρεσίες της, παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται αν το παράνομο αυτό περιουσιακό όφελος επιτεύχθηκε, ούτε το ακριβές ύψος του, αφού αυτό είναι αδιάφορο.
Με βάση όσα εκτίθενται στην πιο πάνω απόφαση λεκτέα για τα βήματα του δικαστή κατά την αναζήτηση της βασιμότητας της κατηγορίας και σε θετική περίπτωση τα βήματα στην αιτιολογία της ευδοκίμησης της κατηγορίας για τη θεμελίωση του σκοπού του δράστη είναι τα εξής :
Αφού διαπιστωθεί και περιγραφεί η ιδιότητά του ως υπαλλήλου κατά το άρθρο 13 ΠΚ όταν τελέστηκε η πράξη και ότι έλαβε χώρα αντιϋπαλληλική συμπεριφορά του κατά παράβαση έργου από νόμο, οδηγία ανωτέρου του, φύση της ανατεθειμένης σε αυτόν υπηρεσίας, κατά την οποία συμπεριφορά εξωτερικεύεται η βούληση της πολιτείας προς άλλους, ώστε μέσω της συμπεριφοράς του να φαίνεται αν η δημόσια υπηρεσία εντός της οποίας λειτουργεί ο υπάλληλος, ασκείται προς το συμφέρον της κοινωνίας, πρέπει να προσδιορίζεται η επιδίωξη του δράστη να προσδώσει στον ίδιο ή σε άλλον ηθικό ή υλικό κέρδος, που πρέπει να αποκλείεται από το νόμο ή να επιφέρει στο κράτος ή σε ιδιώτη υλική ή ηθική βλάβη, δηλαδή αποκλεισμό κάποιου συμφέροντός του (ηθικού- αφορά την προσωπικότητά του, την εξέλιξή του σε έναν οργανισμό, τη μη υποβάθμισή του στο υπηρεσιακό-κοινωνικό περιβάλλον του ή υλικού-οικονομικού). Τούτη η επιδίωξη του δράστη πρέπει να συνδέεται μέσω της θεωρίας των ισοδυνάμων των όρων σε σχέση προσφορότητας με τρόπο ώστε η υπηρεσιακή πλημμέλεια να αποτελεί το αποκλειστικό ή το κύριο μέσο για την επέλευση της παράνομης ωφέλειας ή της βλάβης. Αν λείπει τούτη η σχέση επιδιωκόμενου σκοπού και προσφορότητας της υπηρεσιακής πλημμέλειας δεν υφίσταται αντικειμενικά η πράξη. Κατά συνέπεια υφίσταται μια στοχαστική γέφυρα, που πρέπει να περάσει ο δικαστής με το σκεπτικό του κατά τη σύνταξη του οποίου αναζητείται η επιδίωξη του δράστη, αφού προηγουμένως έχει γίνει δεκτό ότι η προκύψασα υπηρεσιακή πλημμέλεια είναι πρόσφορη για παράνομη ωφέλεια του δράστη ή άλλου ή για βλάβη του κράτους ή άλλου. Μετά τούτων έπεται η παράθεση περιστατικών για τη θεμελίωση της πιο πάνω επιδίωξης (του σκοπού) του δράστη. Όπως προαναφέρθηκε στην πράξη της παράβασης καθήκοντος η ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Τούτο διότι το στοιχείο του δόλου, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόπονης πράξης, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του και διαλαμβάνεται, άλλωστε, αιτιολογία, περί του στοιχείου αυτού, στην κύρια περί της ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του και από τα περιστατικά, που αναφέρονται σ` αυτή.
===Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στο έγκλημα της πλαστογραφίας. Όταν η πράξη έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα απαιτείται η συνδρομή ενός σκοπού του δράστη. Τούτος συνίσταται στην επιδίωξή του να παραπλανήσει άλλον δηλαδή αυτόν, για τον οποίο το έγγραφο θα αποτελέσει αποδέκτη του, σχετικά με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη περιστατικού στην εμπειρική πραγματικότητα με επίδραση στη δημιουργία ή στον αποκλεισμό ή στη μεταβολή μιας έννομης σχέσης ή δικαίωματος. Είναι αδιάφορο το νόμιμο ή το παράνομο του επιδιωκόμενου σκοπού, που ο δράστης έχει στο νου του. Αν η πράξη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα (είναι πάλι αδιάφορο το νόμιμο ή το παράνομο του επιωκόμενου σκοπού του δράστη) τότε απαιτείται να αποδειχθεί και προφανώς να αιτιολογηθεί στη δικαστική απόφαση η επιδιωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων ευρώ. Ακολουθεί η υπ'αριθ.421/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου για το ζήτημα του σκοπού στο έγκλημα της πλαστογραφίας. Σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση:
''Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του Π.Κ.) από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικούς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη, περαιτέρω δε σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Οι ανωτέρω πράξεις της πλαστογραφίας προσλαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του Π.Κ., αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000,00 €). Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη, με την κατάρτιση δε του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία, την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διάταξης, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεπε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου, τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού, με τη συστηματική δε ένταξή της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ. σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των έγγραφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαιωμάτων (Ολ. Α.Π. 3/2008, Α.Π. 1107/2020).
Από όσα αναφέροντα ανωτέρω στην απόφαση του Αρείου Πάγου (βλ. και υπ'αριθ.314/2025 απόφαση του ΑΠ με όμοιες παραδοχές) το κρίσιμο στοιχείο για την απόκτηση κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξης σχετικά με το επιδιωκόμενο όφελος ή βλάβη των 120.000 ευρώ είναι αυτό της απόδειξης περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η αμεσότητα του κινδύνου από καθ' εαυτή την υλική πράξη της πλαστογραφίας για την επιδίωξη του πιο πάνω σκοπού. Προφανώς το έγκλημα δεν μετατρέπεται σε έγκλημα διακινδύνευσης (αφού δεν εντάσσεται στο οικείο κεφάλαιο του ΠΚ), απλά απαιτείται η πιο πάνω στάθμιση ως διακριτικό στοιχείο αν η πράξη έχει κακουργηματικό ή πλημμεληματικό χαρακτήρα. Έτσι αν απαιτείται ειδική επεξεργασία του εγγράφου ή η συμμετοχή άλλου προσώπου με περαιτέρω ενέργειες στο έγγραφο, ώστε αυτά να συνδεθούν με επιδιωκόμενο όφελος ή επιδιωκόμενη βλάβη άνω των 120.000 ευρώ και τούτο δεν ήταν άμεσα υλοποιήσιμο ως κίνδυνος για την ασφάλεια των συναλλαγών, όταν ανακαλύφθηκε η τέλεση της απλής πλαστογραφίας, τότε τούτη δεν έχει κακουργηματικό χαρακτήρα.
===Αντίθετα στα εγκλήματα της απάτης και της εκβίασης ο σκοπός του δράστη πρέπει πάντα να συνδέεται με παράνομο όφελος. Τούτο προκύπτει από τη γραμματική διατύπωση των άρθρων 385, 386 ΠΚ.
===Ειδικά για το έγκλημα της εκβίασης πρέπει να αναφερθεί ότι παράνομο είναι το όφελος, που επιδιώκεται, όχι μόνο δεν είναι αντικείμενο νόμιμης αξίωσης αλλά και όταν τούτο προέρχεται από νόμιμη αξίωση, επιδιώκεται όμως με τρόπο, που αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, αφού η σχετική (απειλητική ή βίαιη) συμπεριφορά του δράστη είναι άξια μομφής. Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει η εξής επισήμανση: Στο πιο πάνω έγκλημα είναι πιθανό ο δικαστής να αναζητήσει έναν άλλο σκοπό στη συμπεριφορά του δράστη. Τούτος υποκρύπτεται ως οντολογικό στοιχείο στην απειλητική ή βίαιη συμπεριφορά του δράστη, η οποία (βία ή απειλή) κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης γίνεται για να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζόμενου και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Κατά συνέπεια ο δικαστής εξετάζει την απειλή ή τη βία σε βάρος του παθόντος ως συμπεριφορά από τον δράστη, που στρέφεται κατά της ελευθερίας της βούλησής του σχετικά με ένα ζήτημα, που έχει όμως περιουσιακό αντίκτυπο. Παρατίθεται η υπ'αριθμ. 11/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου για όσα αναφέρονται ανωτέρω. Η απόφαση ως προς το σκέλος αυτό έχει ως εξής:
''Για τη στοιχειοθέτηση της μεν αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εκβίασης απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, βλαπτική για την περιουσία του εξαναγκαζομένου ή τρίτου, με βία ή με απειλή, ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφασή του, της δε υποκειμενικής του υπόστασης: α) γνώση του δράστη ότι με την ασκούμενη βία ή απειλή περιάγεται το παθητικό υποκείμενο σε καταναγκαστική κατάσταση, β) θέληση του δράστη να εξαναγκάσει τον παθόντα σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του ιδίου ή τρίτου και γ) επιπλέον σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Ο σκοπός αυτός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος, που επιδιώκει, δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωσή του κατά του παθόντος, καθώς επίσης και όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η προς πραγμάτωση νόμιμης απαίτησης εφαρμογή του μέσου της βίας ή της απειλής αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, εμφανιζόμενη ως άξια μομφής. Ο εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, με την οποία επιχειρείται να περιέλθει ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζόμενου και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η απειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζόμενου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησής τους προς επίτευξη του σκοπού, που αναφέρεται στο άρθρο 385 του ΠΚ (ΑΠ 38/2022). Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί με άλλον ή ακόμη και να είναι σιωπηρή, όταν συνάγεται από τον τρόπο εκδήλωσης της συμπεριφοράς του δράστη, είναι δε αδιάφορο αν αυτός, που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν αυτή ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι με την απειλή εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος, κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή, ενώ η πράξη, παράλειψη ή ανοχή μπορεί να απορρέει είτε από τον ίδιο τον εξαναγκαζόμενο είτε από άλλον, στη βούληση, του οποίου ο εξαναγκαζόμενος υπό το κράτος της απειλής επενέργησε.
===Έγκλημα σκοπού είναι και η μη απόδοση ΦΠΑ ή η ανακριβής απόδοσή του, η οποία βέβαια μπορεί να προκύπτει με εξωλογιστικό υπολογισμό, η δε πράξη ποινικά θεμελιώνεται ακόμη και μετά από προβολή ισχυρισμού περί φορολογικής παραγραφής της παράβασης, αν ο δράστης δεν έχει προσφύγει στα διοικητικά δικαστήρια πετυχαίνοντας την ακύρωση της οικείας καταλογιστικής πράξης. Ο σκοπός όμως να αποφύγει την πληρωμή του φόρου πρέπει να αποδεικνύεται και να αιτιολογείται ειδικά. Τούτο βέβαια το στοιχείο πρέπει να μνημονεύεται για την εγκυρότητά του και στο κλητήριο θέσπισμα. Ακολουθεί η υπ'αριθμ. 77/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου:
''Για την υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, υπό τις προαναφερθείσες μορφές του, απαιτείται να συντρέχει δόλος του δράστη, που να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης, δηλαδή τόσο τους τρόπους τέλεσης (είτε τη μη υποβολή, είτε την υποβολή ανακριβούς φορολογικής δήλωσης), όσο και το σκοπό του αυτουργού (ειδικό δόλο) να αποφύγει ο ίδιος την πληρωμή φόρου προστιθέμενης αξίας. Ειδικότερα, από τη χρήση της λέξης "προκειμένου" στο κείμενο του νόμου, συνάγεται ότι στις περιπτώσεις αυτές διαπλάθεται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης (έγκλημα σκοπού) και ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρο 27 παρ. 2 ΠΚ) και, συγκεκριμένα, θα πρέπει με τις πράξεις της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης φόρου προστιθέμενης αξίας, να αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα, γνωρίζοντας και επιδιώκοντας την αποφυγή της πληρωμής του φόρου προστιθέμενης αξίας. Αν δεν υπάρχει ο ανωτέρω εγκληματικός σκοπός στο πρόσωπο του φορολογουμένου, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων και δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα του άρθρου 18 του ανωτέρω νόμου (ΑΠ 507/2023, ΑΠ 1154/2022, ΑΠ 456/2022, ΑΠ 503/2022, ΑΠ 983/2021). Εξάλλου, τα παραπάνω αδικήματα, ενόψει του ότι ο νόμος δεν διακρίνει, τελούνται και όταν ο προσδιορισμός του αποκρυβέντος εισοδήματος, επί του οποίου οφείλεται φόρος εισοδήματος ή ΦΠΑ, γίνεται εξωλογιστικά, αφού και ο εξωλογιστικός προσδιορισμός αποτελεί νόμιμο τρόπο υπολογισμού των εισοδημάτων, όταν είναι αδύνατος ο έλεγχος των φορολογικών βιβλίων, τα οποία δεν έχουν προσκομισθεί, δεδομένου ότι η απόκρυψη των εισοδημάτων, των οποίων έγινε τεκμαρτός προσδιορισμός, ακριβώς σε αυτό αποσκοπεί, ήτοι στην αποφυγή καταβολής φόρου εισοδήματος ή απόδοσης του ΦΠΑ. Στην περίπτωση του εξωλογιστικού προσδιορισμού εκτιμάται, ότι έχουν επιτευχθεί πραγματικά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και έχουν πραγματοποιηθεί πραγματικές πωλήσεις και έχουν ληφθεί από τον επιτηδευματία για να αποδοθούν πραγματικά ποσά. Ο εξωλογιστικός προσδιορισμός των εισοδημάτων και η επί τη βάσει αυτού πραγματοποιούμενη επιβολή φόρου εισοδήματος ΦΠΑ δεν αποτελεί κύρωση, αλλά σύννομο τρόπο προσδιορισμού αυτών, υπαγόμενο στο πραγματικό του ν. 2523/1997, λαμβανομένου υπ' όψη, ότι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης των ελεγχομένων αδικημάτων είναι το πραγματικό γεγονός της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης των σχετικών φόρων, με συνέπεια ο τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης (λογιστικά ή εξωλογιστικά) να μην αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για το αξιόποινο της συμπεριφοράς (ΑΠ 456/2022, ΑΠ 1154/2022, ΑΠ 1032/2019, ΑΠ 1992/2017). Περαιτέρω, η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο, όπως και ο ισχυρισμός του ότι έχει παραγραφεί και κατά συνέπεια εσφαλμένως έχει βεβαιωθεί, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος-οφειλέτης του Δημοσίου, στην περίπτωση αυτή οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από τον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Ν.Δ. 356/1974) ανακοπή, για να εξαλειφθεί το χρέος και, αν αυτό δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου''.
===Στις περιπτώσεις όμως φοροδιαφυγής με τις μορφές της μη απόδοσης φόρου εισοδήματος ή φπα δεν εξετάζεται το στοιχείο του σκοπού του κατηγορουμένου για τη μη πληρωμή του φόρου, όταν ο ίδιος προέβη σε δήλωση, που δεν ήταν ανακριβής, δεν είχε δηλαδή προηγηθεί αυτεπάγγελτος φορολογικός έλεγχος περί ανακρίβειας της οικείας δήλωσης και απλά ο ίδιος δεν απέδωσε τον φόρο. Στην περίπτωση αυτή δεν θεμελιώνεται η αντικειμενική υπόσταση. Ακολουθεί σχετικά η υπ'αριθ.1052/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου:
Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της φοροδιαφυγής στο εισόδημα δεν στοιχειοθετείται, ακόμη και όταν ο φόρος, που αναλογεί σ' αυτό (εισόδημα) και δεν καταβλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, στην περίπτωση κατά την οποία ο φορολογούμενος υποβάλει νόμιμα και εμπρόθεσμα δήλωση φορολογίας εισοδήματος, ακολούθως όμως δεν αποδίδει τον φόρο που οφείλει στο Δημόσιο και αναλογεί στα εισοδήματά του, με βάση την ακριβή (όχι ανακριβή) δήλωσή του, καθόσον στην περίπτωση αυτή αποκλείεται εν τη γενέσει της η ύπαρξη του απαιτούμενου υπερχειλούς δόλου του, δηλαδή η επιδίωξή του να αποφύγει την καταβολή του φόρου, που αναλογεί στα εισοδήματά του, αφού με την υποβολή της ακριβούς δήλωσής του, ελλείπει το στοιχείο της μερικής ή ολικής απόκρυψης των καθαρών εισοδημάτων του, που κατατείνει σ' αυτόν τον σκοπό. Γι' αυτό το λόγο, άλλωστε, οι μηνυτήριες αναφορές, που αφορούν το αδίκημα της φοροδιαφυγής στο εισόδημα, αναφέρονται είτε στον συνολικό φόρο, που δεν απέδωσε ο φορολογούμενος, έχοντας προηγουμένως παραλείψει να υποβάλει την οικεία δήλωση, είτε, επί υποβολής ανακριβούς εκ μέρους του δήλωσης, στον υπερβάλλοντα φόρο, που προκύπτει από τη διαφορά των μεγεθών, δηλαδή του φόρου, που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα, που δεν δηλώθηκαν και του φόρου, που αναλογεί στα ανακριβώς δηλωθέντα εισοδήματα, ή σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης ο φόρος, που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα, ύστερα από τον οικείο φορολογικό έλεγχο. Συνεπώς, στην περίπτωση κατά την οποία ο φορολογούμενος δεν υποβάλει ανακριβή δήλωση φορολογίας εισοδήματος, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για την τέλεση εκ μέρους του της πράξης της φοροδιαφυγής στο εισόδημα, η οποία θα ενεργοποιούσε το φορολογικό ελεγκτικό μηχανισμό, θα κατέληγε δε στη σύνταξη έκθεσης ελέγχου και στην έκδοση διοικητικής καταλογιστής πράξης για το φόρο, που προσπάθησε αυτός να διαφύγει, ή εφόσον δεν έχει προηγηθεί αυτεπάγγελτος φορολογικός έλεγχος, που να διαπιστώνει με την οικεία έκθεση ελέγχου την ανακρίβεια της δήλωσης του φορολογουμένου και να προσδιορίζει το ακριβές ύψος του φόρου, που αυτός απέφυγε να καταβάλει, δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του αντίστοιχου εγκλήματος που τυποποιείται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, με μόνη τη μη πληρωμή του φόρου, που οφείλει να καταβάλει και αναλογεί στα εισοδήματά του με βάση την ακριβή δήλωση, που ο ίδιος έχει υποβάλει, το ίδιο δε συμβαίνει και στην περίπτωση βεβαίωσης φόρου εισοδήματος, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3888/2010 περί περαίωσης των εκκρεμών ελεγμένων φορολογικών υποθέσεων, σύμφωνα με την υπό στοιχεία ΠΟΛ 1138/11-10-2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. 1631/12-10-2010, τεύχος δεύτερο), που δεν καταβάλει ο φορολογούμενος, ανεξαρτήτως του ύψους του, καθόσον και στην περίπτωση αυτή η βεβαίωση γίνεται με σχετική αίτησή του και όχι ύστερα από έλεγχο της αρμόδιας φορολογικής αρχής (Α.Π. 189/2021).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δεν επιτρέπονται νέα σχόλια.