Τρίτη 19 Μαΐου 2026

ΑΠ 1151 / 2024 - ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ - Συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 1400 παρ. 3 ΑΚ

Με συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 1400 παρ. 3 ΑΚ, επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι στην τελική περιουσία του υπόχρεου συνυπολογίζονται και όσα αυτός απέκτησε με δωρεά του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 1669/2013).  





Απόφαση 1151 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1151/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα



ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α) Της αναιρεσείουσας: Β. Α. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βάγια Παναγιωτόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ξ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Β) Του αναιρεσείοντος: Ι. Ξ. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ξανθάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Β. Α. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βάγια Παναγιωτόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος Ι. Ξ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πάτρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 421/2016 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, 748/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και 362/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 10-3-2021 και 1-6-2021 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (13.2.2023) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: α) η από 10.3.2021 αίτηση αναιρέσεως της Β. Α. και β) η από 1.6.2021 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Ξ. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως και συγκεκριμένα κατά της υπ` αριθμ. 362/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς από δε τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Α. Επί της από 10.3.2021 αιτήσεως αναιρέσεως της Β. Α.
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ14/2015, ΑΠ548/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ....2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Δ. Σ., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 10.3.2021 ένδικης αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον αναιρεσίβλητο. Όμως ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από το άρθρο 1400 ΑΚ προκύπτει, ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (ΟλΑΠ 28/1996) καθώς και ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου αφότου τελέστηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτής της περιουσίας του υπόχρεου (ΑΠ 1451/2022). Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου. Η συμβολή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο (όπως για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων) κατά το μέτρο όμως που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης σχετικής υποχρέωσής του και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του. Για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτές οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι, η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε, κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό, στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν, πλην, όμως, δεν είναι αναγκαίο σε κάθε περίπτωση να προσδιορίζεται το ποσοστό επί της αξίας των αποκτημάτων του υπόχρεου (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 3/2003, ΑΠ 252/2002) ή σε σχέση με καθένα από τα αποκτήματα αυτά χωριστά (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 193/2010). Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου μπορεί να προκύπτει και από την χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογένειας (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 164/2010). Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Ως δωρεές κατά την έννοια της διάταξης αυτής πρέπει να νοηθούν μόνο εκείνες που έγιναν από τρίτους. Δεν εντάσσονται δηλαδή στις πιο πάνω δωρεές, εκείνες που έγιναν από τον ένα σύζυγο προς τον άλλο, γιατί η θέληση του νομοθέτη δεν ήταν, σε περίπτωση λύσης του γάμου ή τριετούς (ήδη διετούς) διάστασης, να αποβεί αυτός αιτία πλουτισμού του ενός συζύγου σε βάρος της περιουσίας του άλλου, αφού και οι δύο σύζυγοι έχουν περιουσιακή αυτοτέλεια και συνεισφέρουν ανάλογα με τις δυνάμεις τους για τις ανάγκες της οικογένειας. Έτσι, οι δωρεές του ενός συζύγου προς τον άλλο επαυξάνουν την περιουσία του δωρεοδόχου με τη συμβολή του δωρητή, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση τους, έστω και αν δεν συντρέχει λόγος ανάκλησης τους για αχαριστία, ακόμη και αν πρόκειται για δωρεές οι οποίες έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας (512 ΑΚ), διότι η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ είναι σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 512 του ίδιου Κώδικα ειδικότερη και άρα υπερισχύει εκείνης. Ακόμη, διότι, και όταν η μεταξύ των συζύγων δωρεά γίνεται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, τελεί σιωπηρά υπό τη διαλυτική αίρεση της μη λύσης του γάμου.

Συνεπώς, με συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 1400 παρ. 3 ΑΚ, επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι στην τελική περιουσία του υπόχρεου συνυπολογίζονται και όσα αυτός απέκτησε με δωρεά του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 1669/2013). Η διάταξη δηλαδή του άρθρου 1400 παρ. 3 ΑΚ ρυθμίζει το θέμα του ποιες περιουσιακές επιδόσεις υπολογίζονται ως συμβολή για την επαύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου και ποιες όχι, το οποίο είναι τελείως διαφορετικό της ανάκλησης και γενικότερα της τύχης των δωρεών και εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο των περί ανακλήσεως δωρεών διατάξεων των άρθρων 505 επ. ΑΚ, οι οποίες δεν εφαρμόζονται στο πλαίσιο της αξιώσεως του ενός συζύγου από τη συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου. Όταν ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 1550/2018). Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος, να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1646/2014, ΑΠ 438/2007), ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 566/2014). Δηλαδή, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδάφ. β` του ΑΚ ως άνω μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ` ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή. Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ` απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ 1526/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 101/2020, ΑΠ 1646/2014, ΑΠ 566/2014, ΑΠ 193/2010). Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 5/2020, ΟλΑΠ 7/2006).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 1382/2019). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο γεννηθείς στο Ηράκλειο Κρήτης, το έτος 1948, ενάγων και ήδη εκκαλών, Ι. Ξ. του Μ. και της Ε., δικηγόρος, κάτοικος ... τέλεσε νόμιμο, πολιτικό γάμο στο Δημαρχείο του Λιμένα Χερσονήσου Ηρακλείου στις ... του έτους 2007, με τη γεννηθείσα στο Κοκκινοχώρι Αιτωλοακαρνανίας, το έτος 1946, εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη Β. Α. του Κ. και της Α., ιδιωτική υπάλληλο, κάτοικο ..., με την οποία δεν απέκτησε τέκνα. Ο γάμος των διαδίκων [τρίτος για τον ενάγοντα, δεύτερος για την εναγομένη], κατόπιν άσκησης των δύο αντίθετων ... αγωγών των διαδίκων, λύθηκε με την εκδοθείσα, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών, υπ' αριθ. 163/28-6-2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία, όπως δεν αμφισβητείται, επιδόθηκε από τον ενάγοντα στην εναγομένη στις 12-8-2013 (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ...-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πατρών, Α. Π.). Κατά της απόφασης δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο μέσο μέχρι την 30-5-2016 (βλ. το υπ' αριθ. ...-2016 πιστοποιητικό του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Ηρακλείου). Ενόψει του ότι η πρωτοβάθμια απόφαση για τη λύση του γάμου, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, καθίσταται αμετάκλητη (1438 ΑΚ, 613 ΚΠολΔ, ως ίσχυε πριν Ν. 4335/2015): α) με την παραίτηση των διαδίκων από τα ένδικα μέσα μετά την έκδοση αυτής (606 ΚΠολΔ ως ίσχυε πριν Ν. 4335/2015), β) με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης κατ' αυτής των ''ενδίκων μέσων της έφεσης, αναψηλάφησης και της αναίρεσης ..., η οποία στην περίπτωση επίδοσης της προσδιορίζεται από τις τριάντα (30) ημέρες της προθεσμίας της έφεσης προκειμένου για διαδίκους που διαμένουν στην Ελλάδα (518 § 1 ΚΠολΔ ως ίσχυε πριν Ν. 4335/2015) και την προθεσμία των έξι (6) μηνών της αναψηλάφησης, η οποία συντρέχει με εκείνη της αναίρεσης (538, 539 § 1 εδ. 1, 605 ΚΠολΔ ως ίσχυε πριν Ν. 4335/2015) και, σε περίπτωση μη επίδοσης της, από την τριετή προθεσμία της έφεσης (518 § 2 ΚΠολΔ ως ίσχυε πριν Ν. 4335/2015) και τη συντρέχουσα τριετή προθεσμία της αναψηλάφησης και της αναίρεσης, σύμφωνα με τα άρθρα 545 § 5 εδ. 1, 564 § 3 ΚΠολΔ ως ίσχυε πριν Ν. 4335/2015 (ΑΠ 1502/2009), στην προκείμενη περίπτωση η ως άνω υπ' αριθ. 163/28-6-2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατέστη αμετάκλητη ήτοι μετά την άπρακτη παρέλευση των νομίμων, διαδοχικά προσμετρούμενων προθεσμιών για την άσκηση των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων της έφεσης (άρθρο 518 § 1 εδ. α" ΚΠολΔ) και της αναψηλάφησης και αναίρεσης (564 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ), την 31-3-2014, με την επισήμανση ότι κατ' άρθρο 147 § 2 ΚΠολΔ, το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυ-γούστου δεν υπολογίζεται στις προθεσμίες για την άσκηση έφεσης (518 § 1 ΚΠολΔ), αναψηλάφησης (545 § 1 ΚΠολΔ) και αναίρεσης (564 § 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς ήδη κατά την άσκηση της από 4-3-2016 ... αγωγής, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 24-3-2016 (όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Ν. Φ.), η ως άνω υπ' αριθ. 163/28-6-2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου που απήγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων είχε καταστεί αμετάκλητη.
Συνεπώς, ενόψει του ότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των στοιχείων, τα οποία συνθέτουν την περιουσία αυτή, θεωρείται, στην περίπτωση κατά την οποία ο γάμος λύθηκε με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη ..., στην προκειμένη περίπτωση κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, είναι η 31-3-2014, ήτοι ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση, έγινε αμετάκλητη, για την περαιτέρω όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών των στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής, ήτοι εν προκειμένω η 24-3-2016 (οπότε επιδόθηκε στην εναγομένη η από 4-3-2016 και αριθ. εκθ. καταθ. 277/23-3-2016 αγωγή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Ν. Φ.), κατά το αυτό χρονικό σημείο εκτιμάται και το παθητικό της περιουσίας που αφαιρείται από την περιουσιακή επαύξηση ...

Περαιτέρω, ενόψει του ότι για τη ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων των διαδίκων τέως συζύγων δεν είχε επιλεγεί το σύστημα της κοινοκτημοσύνης ... όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, ερευνητέο τυγχάνει εάν υπήρξε "αύξηση" της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης συζύγου και ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου της με τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα στις 3-12-2007 (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο λύσης του γάμου τους και ειδικότερα στις 31-3-2014 (τελική περιουσία), ήτοι κατά το χρόνο που κατέστη αμετάκλητη η υπ' αριθ. 163/28-6-2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, οπότε συνακόλουθα γεννάται η αξίωση του τελευταίου [ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος], με την επισήμανση ότι οι ενδιάμεσες αυξομειώσεις της περιουσίας είναι αδιάφορες. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων, ήτοι στις 3-12-2007, η περιουσία της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης αποτελούνταν από ένα διώροφο διαμέρισμα (μεζονέτα) σε συγκρότημα όμοιων διαμερισμάτων στην περιοχή "Καστελόκαμπος" Πατρών επί της οδού ... Κατά το κρίσιμο χρόνο όμως, λύσης του γάμου της με τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα και δη στις 31-3-2014, ήτοι ημεροχρονολογία κατά την οποία κατέστη αμετάκλητη η υπ' αριθ. 163/28-6-2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, συνακόλουθα κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση του τελευταίου [ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος] για συμμετοχή στα αποκτήματα, η τελική περιουσία της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης αποτελούνταν και από τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: 1] Μία αυτοτελή, οριζόντια ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ 170631725012 /0/41, ήτοι το υπό στοιχείο Ζ1 διαμέρισμα του εβδόμου ορόφου, πολυώροφης οικοδομής, που είχε ανεγερθεί με το σύστημα της αντιπαροχής, στην οδό ... τού Ηρακλείου, το οποίο [διαμέρισμα) έχει συνολικό εμβαδόν 112,36 τ.μ. και αποτελείται από κουζίνα, τραπεζαρία, τρία (3) δωμάτια ύπνου, λουτρό, διάδρομο και ένα ημιϋπαίθριο χώρο, και έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας στο ενιαίο οικόπεδο εβδομήντα χιλιοστά [70/1000] αδιαιρέτως και συνορεύει.... και 2] Μία αυτοτελή, οριζόντια ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ 1706317 25012/0/24, ήτοι την υπό στοιχείο ΑΠ 7 κλειστή θέση στάθμευσης στη πιλοτή της ανωτέρω οικοδομής, με εμβαδόν 48,72 τ.μ., η οποία αποτελείται από μια ενιαία αίθουσα και έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας στο ενιαίο οικόπεδο 8/1000 αδιαιρέτως και συνορεύει..... Την αποκλειστική κυριότητα των ανωτέρω ακινήτων [οριζοντίων ιδιοκτησιών] απέκτησε η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, εκπροσωπούμενη από τον ενάγοντα, ο οποίος ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος της κατά την έννοια της ΑΚ 211, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2007 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης Ι. Σ., κατά τρόπο παράγωγο και δη δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2008 συμβολαίου αγοραπωλησίας διηρημένων ιδιοκτησιών (ν. 3741/1929, άρθρα 1002 και 1117 ΑΚ) φερόμενο τίμημα 322.000 ευρώ και αντικειμενικής αξίας 336.584 ευρώ, της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης, Ι. Σ., νομίμως μεταγεγραμμένου στις 21-4-2008 στον τόμο 4839 και με αυξ. αριθμό 335697 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου, αιτία πωλήσεως, από τους αληθείς [συγκ]κυρίους αυτών οικοπεδούχους και εργολήπτριας εταιρείας, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 322.000 ευρώ, εκ των οποίων ως αναφέρεται στο ανωτέρω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, το ποσό των 252.000 ευρώ καταβλήθηκε από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη-αγοράστρια στην πωλήτρια εργολήπτρια εταιρεία και το έλαβε η τελευταία [πωλήτρια] πριν από τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου, το δε υπόλοιπο ποσό του τιμήματος από 70.000 ευρώ πιστώθηκε σε μία άτοκη ισόποση δόση καταβλητέα μέχρι την 31-7-2008. Στην πραγματικότητα όμως, όπως συνομολογούν οι διάδικοι το τίμημα για την αγορά των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών ανήλθε στο ποσό των 360.000 ευρώ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το ως άνω ποσό του τιμήματος των 360.000 ευρώ, καλύφθηκε ως εξής: α] ποσό 260.000 ευρώ κατέβαλε απευθείας στον λογαριασμό της εδρεύουσας στο Ηράκλειο Κρήτης, πωλήτριας - εργολήπτριας, ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Κ. - Μ. Κ. Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΚΑΠΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ", η μητέρα του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, Ε. Ξ., όπως αποδεικνύεται από: ί] το με ημερομηνία 8-11-2007 αντίγραφο γραμματίου είσπραξης της τράπεζας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ποσού 195.911,36 ευρώ με καταθέτη την Ε. Ξ. και δικαιούχο την ως άνω κατασκευαστική εταιρεία Κ.-Κ. ΟΕ. ii] την με ημερομηνία 19-11-2007 απόδειξη είσπραξης ποσού 54.088,94 ευρώ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με καταθέτη την Ε. Ξ. και δικαιούχους τους ομόρρυθμους εταίρους Μ. Κ. και Κ. Κ. της ως άνω εργολήπτριας, ομόρρυθμης εταιρείας σε συνδυασμό με την κατάσταση αναλυτικής κίνησης του υπ' αριθμ. ... καταθετικού λογαριασμού της Ε. Ξ. στην Εθνική Τράπεζα, Από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται ότι η μητέρα του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, Ε. Ξ. κατά μήνα Νοέμβριο του 2007, είχε ήδη καταβάλει το ποσό των (54.088,94 + 195.911,36 €) 250.000 ευρώ, πλέον δε αυτού είχε καταβάλει, όπως αποδεικνύεται από τις ένορκες βεβαιώσεις της και το ποσό των 10.000 ευρώ ως προκαταβολή, β] ποσό 70.000,00 ευρώ κατέβαλε ο ενάγων και ήδη εκκαλών από τραπεζικό δανεισμό από την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ...-2008 ιδιωτική σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ποσού 70.000 ευρώ που έλαβε ο ενάγων και ήδη εκκαλών με προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου από την ανωτέρω τράπεζα και γ] ποσό 30.000 ευρώ κατέβαλε η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη από δικά της χρήματα, όπως αποδεικνύεται από το με ημερομηνία 28-3-2008 αποδεικτικό ανάληψης του σχετικού ποσού από τον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με την αδελφή της, Λ. Σ. στην "ALPHA BANK" καθώς και από το αντίγραφο του βιβλιαρίου του εν λόγω λογαριασμού σε συνδυασμό με το με ίδια ημερομηνία (28-3-2008) έμβασμα ύψους 30.000 ευρώ, που έκανε προς τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα. Ειδικότερα δε ως προς το ποσό των 260.000 ευρώ αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω ποσό δώρισε η μητέρα του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, ώστε να αποτελέσει μέρος του κεφαλαίου αγοράς των ανωτέρω ακινήτων στο όνομα της τελευταίας. Το γεγονός αυτό ότι δηλαδή το ανωτέρω ποσό δόθηκε λόγω δωρεάς από την μητέρα του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, επιβεβαιώνεται από την ίδια τη δωρήτρια, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι πάσχει ψυχοπαθολογικά αλλά αντιθέτως από την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2013 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του αναπληρωτή καθηγητή ψυχιατρικής, Α. Δ., ο οποίος την εξέτασε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟΝ" βεβαιώνει ότι "δεν ανευρέθη ουδεμία οξεία ψυχοπαθολογική ένδειξη, ότι είναι νορμοθυμική, δεν βιώνει ψευδαισθήσεις και δεν έχει παραληρητικές ιδέες, ότι ανευρίσκεται μόνο ήπια έκπτωση της άμεσης μνήμης (αναμενόμενη για την ηλικία της) και ότι είναι απολύτως ικανή να επιμεληθεί του εαυτού και της περιουσίας της" και η οποία με σαφήνεια κατέθεσε ότι το εν λόγω ποσό το δώρισε στην εναγομένη: α) στην υπ' άριθ.4260/1-6-2011 ένορκη βεβαίωση της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών η οποία δόθηκε νομότυπα για να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της προηγηθείσας δίκης ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου κατόπιν άσκησης της από 21-5-2011 (αριθ. εκθ. καταθ. ...-2011) αίτησης του ενάγοντος και της προηγηθείσας δίκης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατόπιν άσκησης της από 5-4-2011 (αριθ. εκθ. καταθ. ...-2011), αγωγής του ενάγοντος εναντίον της εναγομένης, β) στην υπ' αριθ. ...-2012 ένορκη βεβαίωση της ίδιας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ηρακλείου, η οποία δόθηκε νομότυπα (ήτοι κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του ενάγοντος δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου, Ε. Δ.) για να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της δίκης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατόπιν άσκησης της (αριθ. εκθ. καταθ. .../2012) αγωγής της εναγομένης εναντίον του ενάγοντος, γ) στην υπ' αριθ. ...-2014 ένορκη βεβαίωση της ίδιας ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ηρακλείου, η οποία δόθηκε νομότυπα (ήτοι κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του ενάγοντος δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2014 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου, Ν. Κ.) για να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο εκκρεμουσών αντίθετων εφέσεων των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 242/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, δ) στο από 22-12-2011 ιδιόγραφο σημείωμα της ιδίας στο οποίο έχει τεθεί βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από ΚΕΠ (με ημερομηνία 23-12-2011) το οποίο δεν συντάχθηκε εν όψει της παρούσας δίκης. Αντιθέτως ο ενάγων και ήδη εκκαλών δεν μπόρεσε να αντικρούσει τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, ούτε να αποδείξει τους δικούς του ισχυρισμούς ότι δηλαδή οι ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι το Ζ1 διαμέρισμα και η ΑΠ7 κλειστή θέση στάθμευσης αγοράστηκαν από τον ίδιο, με δωρεά του ανωτέρω ποσού των 260.000 ευρώ της μητέρας του προς αυτόν. Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι το ποσό των 260.000 ευρώ η μητέρα του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος το δώρισε στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη για την αγορά στο όνομα της τελευταίας των προαναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών και συνεπώς το ανωτέρω ποσό αποτέλεσε κεφάλαιο της εναγομένης και ουδεμία συμβολή του ενάγοντος αποδείχθηκε. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος που προβάλλει με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσης του "ότι δηλαδή η μητέρα του συνήψε προφορικά με τον πωλητή γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, κατά την οποία, αφού ο πωλητής έλαβε από τη δωρήτρια (μητέρα του) 260.000 ευρώ, που αποτελούσε το μεγαλύτερο μέρος τού τιμήματος πώλησης των συνολικά 360.000 ευρώ, μεταβίβασε κατά τα συμφωνηθέντα το ακίνητο στην εφεσίβλητη ως τρίτη" και ότι "η δωρεά τού επιδίκου από την μητέρα του στην εφεσίβλητη, αφορώσα την κτήση κυριότητας επί ακινήτου, είτε απευθείας, είτε δια συμβάσεως υπέρ τρίτου που η μητέρα του σύναψε με τον πωλητή, συναφθείσα προφορικά και στις δύο περιπτώσεις και αληθής υποτιθέμενη είναι απόλυτα άκυρη, δυνάμενη να προσβληθεί όχι μόνο από τον δωρητή, αλλά και από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον" είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, αναφορικά με το ποσό των 70.000 ευρώ, που κατέβαλε ο ενάγων και ήδη εκκαλών από τραπεζικό δανεισμό από την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" για την αγορά των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών στο όνομα της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης - τότε συζύγου του, αποτελεί δωρεά προς την τελευταία, λεκτέα τα ακόλουθα: Ως δωρεές που δεν θα υπολογισθούν στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων νοούνται αφενός οι δωρεές εν ζωή και αφετέρου εκείνες αιτία θανάτου. Ζήτημα γεννήθηκε ως προς το αν η διάταξη του άρθρου 1400 § 3 ΑΚ περιλαμβάνει μόνο τις δωρεές των τρίτων, στις οποίες δεν είναι δυνατόν να υπάρχει το στοιχείο της συμβολής του άλλου συζύγου ή και τις δωρεές μεταξύ συζύγων. Κατά μια άποψη ... που ερμηνεύει συσταλτικά τη διάταξη του άρθρου 1400 § 3 ΑΚ, στην έννοια της δωρεάς περιλαμβάνονται όχι μόνο οι δωρεές προς το σύζυγο από τρίτους, αλλά και αυτές που γίνονται από τον άλλο σύζυγο, έτσι ώστε να μην υπολογίζονται και αυτές στην επαύξηση της περιουσίας του συζύγου. Κατά την άποψη αυτή η συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 1400 § 3 ΑΚ οδηγεί στην έμμεση ανατροπή του φραγμού της ΑΚ 512, σύμφωνα με την οποία δεν ανακαλούνται οι δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας. Η άποψη, αυτή οδηγεί σε άδικο αποτέλεσμα, αφού κατ' αυτήν ο σύζυγος που έχει λάβει ως δώρο ορισμένο πράγμα από τον άλλο σύζυγο θα μπορεί να επιδιώξει συμμετοχή στα αποκτήματα και να διατηρήσει και τη δωρεά, αφού δεν θα υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας. Κατ' άλλη ορθότερη άποψη ... οι δωρεές μεταξύ των συζύγων συνυπολογίζονται στην τελική περιουσία, αφού αποτελούν κατ' εξοχήν περίπτωσης συμβολής του δωρητή συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του δωρεοδόχου. Κατά την άποψη αυτή η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ είναι ειδικότερη διάταξη της ΑΚ 512, κάθε δωρεά μεταξύ συζύγων ακόμη και αν γίνεται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή κοινωνική ευπρέπεια τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση ότι δεν θα λυθεί ο γάμος με διαζύγιο ή ότι δεν θα ακυρωθεί. Σε διαφορετική περίπτωση θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η δωρεά δόθηκε με σιωπηρή συμφωνία των συζύγων, ως προκαταβολή για ενδεχόμενη μελλοντική αξίωση στα αποκτήματα ...

Συνεπώς, στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες και σύμφωνα με την ακολουθούμενη από το παρόν Δικαστήριο άποψη ως δωρεές κατά την έννοια της διάταξης αυτής πρέπει να νοηθούν μόνο εκείνες που έγιναν από τρίτους. Δεν εντάσσονται δηλαδή στις πιο πάνω δωρεές, εκείνες που έγιναν από τον ένα σύζυγο προς τον άλλο, γιατί η θέληση του νομοθέτη δεν ήταν, σε περίπτωση λύσης του γάμου ή τριετούς (ήδη διετούς) διάστασης, να αποβεί αυτός αιτία πλουτισμού του ενός συζύγου σε βάρος της περιουσίας του άλλου, αφού και οι δύο σύζυγοι έχουν περιουσιακή αυτοτέλεια και συνεισφέρουν ανάλογα με τις δυνάμεις τους για τις ανάγκες της οικογένειας. Έτσι, οι δωρεές του ενός συζύγου προς τον άλλο επαυξάνουν την περιουσία του δωρεοδόχου με τη συμβολή του δωρητή, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση τους, έστω και αν δεν συντρέχει λόγος ανάκλησης τους για αχαριστία, ακόμη και αν πρόκειται για δωρεές οι οποίες έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας (512 ΑΚ), διότι η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ είναι σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 512 του ίδιου Κώδικα ειδικότερη και άρα υπερισχύει εκείνης. Ακόμη, διότι, και όταν η μεταξύ των συζύγων δωρεά γίνεται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, τελεί σιωπηρά υπό τη διαλυτική αίρεση της μη λύσης του γάμου.
Συνεπώς, με συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 1400 § 3 ΑΚ, επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι στην τελική περιουσία του υπόχρεου συνυπολογίζονται και όσα αυτός απέκτησε με δωρεά του δικαιούχου συζύγου ... Με βάση τα ανωτέρω στην προκείμενη περίπτωση από τη σύγκριση της αξίας της αρχικής και της τελικής περιουσίας της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης στα δύο ως άνω χρονικά διαστήματα, ήτοι κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων στις 3-12-2007 και τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους στις 31-3-2014, αποδεικνύεται ότι υπάρχει αύξηση της περιουσίας της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, ανερχόμενη στο ποσό των 70.000 ευρώ, η οποία [αύξηση] δικαιολογεί την αξίωση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος για συμμετοχή στα αποκτήματα. Η αύξηση δε αυτή της περιουσίας της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, -αύξηση η οποία διατηρούνταν κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος ήτοι στις 31-3-2014, κατά το χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου ... αντιστοιχεί περίπου στο 1/5 [360.000: 70.000] της αξίας των ως άνω αναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών, ήτοι του Ζ1 διαμερίσματος και της ΑΠ7 κλειστής θέσης στάθμευσης, τις οποίες απέκτησε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2008 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης, Ι. Σ.,... με δωρεά του ποσού των 70.000 ευρώ από τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα προς την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, δωρεά η οποία ως προερχόμενη από τον ενάγοντα σύζυγο προς την εναγομένη σύζυγο του αυξάνει την περιουσία της δωρεοδόχου εναγομένης με τη συμβολή του ενάγοντος-δωρητή και συνυπολογίζεται στην τελική περιουσία της δωρεοδόχου εναγομένης-συζύγου για τον προσδιορισμό της υποχρέωσης της προς απόδοση στο δικαιούχο ενάγοντα-σύζυγο του μέρους της αύξησης της περιουσίας της, που επήλθε με τη συμβολή του τελευταίου. Η ως άνω πραγματική συμβολή του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος δεν υπερβαίνει το εκ του άρθρου 1400 § 1 εδ. β' ΑΚ τεκμήριο του 1/3 της επαύξησης της περιουσίας της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, αφού δεν αποδείχθηκε από τον έχοντα το σχετικό δικονομικό βάρος ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα μεγαλύτερη πραγματική συμβολή του. Επομένως, η συμμετοχή του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος στα αποκτήματα της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης ανέρχεται στο ποσό των [70.000 Χ 1/3] 23.333,33 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τεκμαιρόμενο κατά το άρθρο 1400 § 1 εδ. β' ΑΚ ποσοστό του ενός τρίτου [1/3]. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι "το ποσό των 70.000 ευρώ της δωρεάς του ενάγοντος δεν αποτελεί συμβολή του στην απόκτηση των ανωτέρω ακινήτων και επομένως δεν δικαιούται να το αξιώσει ως συμμετοχή στα αποκτήματα της πρώην συζύγου του", με την αιτιολογία του "η δωρεά μεταξύ συζύγων συνιστά και αυτή δωρεά κατά την έννοια του άρθρου 1400 § 3 του ΑΚ και δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας της εναγομένης συνισταμένης στην απόκτηση των δύο ανωτέρω ακινήτων", εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς, ο σχετικός τέταρτος λόγος της ένδικης έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 748/18-12-2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, στο σύνολο της. Η ολική αυτή εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης επιβάλλεται κατά την αληθή έννοια του άρθρου 535 § 1 ΚΠολΔ, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ενότητα του τίτλου της αναγκαστικής εκτέλεσης ... Ακολούθως, αφού κρατηθεί και δικαστεί η από 4-3-2016 ... αγωγή, η οποία (αγωγή) είναι νόμιμη ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 346, 1400 §§ 1,3 ΑΚ, 949 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και απορριπτόμενου του αιτήματος περί αυτούσιας απόδοσης της συμβολής του στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης, προς αποφυγή νέων δικών για διανομή κοινών πραγμάτων με επιλογή της άμεσης και αποτελεσματικής εκκαθάρισης των οικονομικών σχέσεων των συζύγων, να υποχρεωθεί η τελευταία [εναγομένη] να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 23.333,33 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, με την επισήμανση ότι: Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου. Ο κανόνας, όμως, αυτός, δεν αποκλείει, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, την εξουσία του δικαστή να διατάξει, δεχόμενος σχετικό αίτημα του ενός ή του άλλου συζύγου, ενοχικώς δε πάντοτε, την απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου συζύγου στην αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου με αυτούσια απόδοση είτε ανάλογου ποσοστού συγκυριότητας επί των αποκτημάτων είτε ορισμένου ή ορισμένων πραγμάτων ίσης αξίας προς το ποσοστό της συμμετοχής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου. Τούτο συνάγεται και από την αιτιολογική έκθεση του ν. 1329/1983, όπου αναφέρεται ότι τελικά απόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου να "διατάξει την τυχόν ζητούμενη απόδοση αυτούσιου του αναλόγου μέρους των αποκτημάτων", άποψη που μπορεί να στηριχθεί και σε αναλογία δικαίου, με βάση τις αρχές που συνάγονται τόσο από τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (πρβλ. άρθρο 908 ΑΚ) ο οποίος συγγενεύει με την αξίωση του άρθρου 1400 ΑΚ, όσο και από τη διάταξη του άρθρου 297 εδ. β' ΑΚ, η οποία ορίζει ότι: "αντί για χρηματική αποζημίωση το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, να διατάξει την αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης, εφόσον η αποζημίωση με τον τρόπο αυτό δεν προσκρούει στο συμφέρον του δανειστή" ... Στην περίπτωση αυτή η αξίωση συμμετοχής δεν αποβάλλει τον ενοχικό της χαρακτήρα και δεν παρέχει στο δικαιούχο δικαίωμα νομής ή κυριότητας επί ακινήτου, το οποίο φέρεται ότι αποτελεί την περιουσιακή επαύξηση του υπόχρεου και επί του οποίου επιδιώκεται η ικανοποίηση της αξίωσης συμμετοχής του δικαιούχου με αυτούσια απόδοση. Παράγει, απλώς, ενοχική υποχρέωση του πρώτου να μεταβιβάσει προς το δεύτερο το μέρος [ή το ποσοστό] του ακινήτου που προήλθε από τη συμβολή του, της οποίας η αναγκαστική εκπλήρωση θα γίνει σύμφωνα με την ΚΠολΔ 949, οπότε και θα αποκτηθεί από τον τελευταίο το αντίστοιχο δικαίωμα νομής ή κυριότητας ... Ως κριτήρια μάλιστα για την επιλογή αυτή γίνονται δεκτά η αποφυγή νέων δικών για διανομή κοινών πραγμάτων με επιλογή της άμεσης και αποτελεσματικής εκκαθάρισης των οικονομικών σχέσεων των συζύγων, η αποτροπή παρεμπόδισης της λειτουργίας επιχείρησης, η ιδιαίτερη σημασία που έχει συγκεκριμένο πράγμα για ένα σύζυγο. Από τα κριτήρια αυτά συνάγεται ότι η απόδοση αυτούσιου/περιουσιακού αντικειμένου στο δικαιούχο σύζυγο γίνεται, ώστε να αποφευχθεί εμπλοκή των συζύγων στο μέλλον με κοινά περιουσιακά στοιχεία. Η λύση αυτή άλλωστε εξυπηρετεί τα συμφέροντα και των δύο συζύγων, αφού, εκτός της αποφυγής νέων τριβών μεταξύ τους αποφεύγεται και η άσκοπη ρευστοποίηση περιουσιακών αντικειμένων για καταβολή χρημάτων και παράλληλα ικανοποιούνται συναισθηματικές και ψυχικές ανάγκες των συζύγων που συνδέονται με συγκεκριμένα πράγματα...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κράτησε και δίκασε επί της αγωγής και, δεχόμενο τη βάση του τεκμαρτού υπολογισμού, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 23.333,33 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής ως αξίωση συμμετοχής του στα αποκτήματα της αναιρεσείουσας.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1400 παρ. 3 ΑΚ, καθόσον υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η δωρεά εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα, κατά τη διάρκεια του γάμου, του χρηματικού ποσού των 70.000 ευρώ εξαιρείται του ρυθμιστικού πεδίου της διάταξης της πιο πάνω παραγράφου του άρθρου 1400 ΑΚ και, κατά συνέπεια, σύμφωνα και με τα όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας, συνιστάμενη στην απόκτηση των δύο ακινήτων (διαμερίσματος και αποθήκης) και την οποία (αύξηση) δικαιούται ο αναιρεσίβλητος να απαιτήσει από την αναιρεσείουσα υπό τη μορφή αξιώσεως συμμετοχής στα αποκτήματα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επίσης, το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 202, 496 επ και 512 ΑΚ, οι οποίες δεν είχαν εφαρμογή εν προκειμένω, δεδομένου ότι στην ένδικη υπόθεση εισήχθη, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ανέλεγκτες αναιρετικά, παραδοχές του Εφετείου, προς κρίση αξίωση του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας από συμμετοχή στα αποκτήματα υπό τη μορφή της δωρεάς του ποσού των 70.000 ευρώ από τον πρώτο προς την τελευταία και όχι αξίωση για ανακλητό ή μη δωρεάς από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Τέλος, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: 1) ότι οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις ....2007, 2) ότι ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με την υπ' αριθμόν 163/28.6.2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 31.3.2014, 3) ότι κατά την τέλεση του γάμου τους η αρχική περιουσία της αναιρεσείουσας αποτελούνταν από ένα διώροφο διαμέρισμα (μεζονέτα) στην περιοχή Καστελόκαμπος Πατρών επί της οδού ..., 4) ότι κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου τους η τελική περιουσία της αναιρεσείουσας αποτελούνταν και από α) μια αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) σε πολυκατοικία επί της οδού ..., στο Ηράκλειο Κρήτης και β) μια κλειστή θέση στάθμευσης στην πιλοτή της ως άνω πολυκατοικίας, 5) ότι η αξία του διαμερίσματος αυτού με την κλειστή θέση στάθμευσης η οποία αποτελεί και την επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας κατά τη διάρκεια του γάμου ανέρχεται στο ποσό των 360.000 ευρώ, 6) ότι ο αναιρεσίβλητος δώρησε στην αναιρεσείουσα για την εκ μέρους της αγορά του διαμερίσματος και του χώρου στάθμευσης το ποσό των 70.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό προέρχεται από δωρεά της πεθεράς της (μητέρας του αναιρεσιβλήτου) προς αυτήν ύψους 260.000 ευρώ και από εισοδήματα της αναιρεσείουσας ύψους 30.000 ευρώ, 7) ότι η δωρεά αυτή του ποσού των 70.000 ευρώ στην οποία προέβη ο αναιρεσίβλητος προς την αναιρεσείουσα, συνυπολογίζεται στην επαύξηση της περιουσίας της τελευταίας, 8) ότι η συμβολή του αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης ανέρχεται, κατά τον τεκμαρτό υπολογισμό του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β' ΑΚ, σε ποσοστό 1/3 του ποσού των 70.000 ευρώ (του ποσού της επαύξησης με τη συμβολή του πρώτου προς τη δεύτερη), ήτοι σε 23.333,33 ευρώ. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, η κρινόμενη από 10.3.2021 αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε και υπέρ της αναιρεσιβλήτου δεν θα περιληφθεί διότι ο τελευταίος λόγω της ερημοδικίας του δεν έχει υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη (άρθρ. 106 ΚΠολΔ). Β. Επί της από 1.6.2021 αιτήσεως αναιρέσεως του Ι. Ξ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 496 ΑΚ η παροχή σε κάποιον ενός περιουσιακού αντικειμένου αποτελεί δωρεά, αν γίνεται κατά τη συμφωνία των μερών χωρίς αντάλλαγμα. Η ενοχική ετεροβαρής σύμβαση της δωρεάς έχει το χαρακτήρα υποσχετικής σύμβασης, όταν ο δωρητής υπόσχεται την παράδοση του πράγματος στο δωρεοδόχο στο μέλλον ή διαθέσεως όταν παραδίδει αμέσως, με την κατάρτιση της σύμβασης, το πράγμα σ' αυτόν.

Περαιτέρω, η σύμβαση δωρεάς είναι χαριστική, γιατί η περιουσιακή μετακίνηση γίνεται χωρίς αντάλλαγμα, δηλαδή με πρόθεση ελευθεριότητος από την πλευρά του δωρητή και αυστηρά ετεροβαρής, γιατί γεννά ενοχικές υποχρεώσεις μόνο σε βάρος του δωρητή. Ο νόμος καθιερώνει ως συστατικό τύπο της δωρεάς το συμβολαιογραφικό έγγραφο και τούτο ανεξάρτητα από το αν το αντικείμενο της δωρεάς είναι κινητό ή ακίνητο, απαίτηση κλπ. και την αξία του, καθώς και ανεξάρτητα από το εάν πρόκειται για υποσχετική δωρεά ή για δωρεά άμεσης εκπλήρωσης. Στη δωρεά κινητού η ακυρότητα λόγω μη τηρήσεως του τύπου θεραπεύεται με την παράδοση (ενν. τη σωματική παράδοση) του κινητού από τον δωρητή στο δωρεοδόχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 498 παρ. 2 ΑΚ (ΑΠ. 1075/2023, ΑΠ 984/2021), ακόμη δε και με την παράδοση των δωρηθέντων χρημάτων στον δανειστή του δωρεοδόχου προς εξόφληση χρέους του τελευταίου. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 5/2020, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 1382/2019). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το περιεχόμενο της οποίας αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω κατά την έρευνα της από 10.3.2021 αίτησης αναίρεσης, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 496 και 498 παρ. 2, σε συνδ. με αυτή του άρθρου 1400 παρ. 3 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 159 παρ. 1, 369 και 410 επ ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήσαν εφαρμοστέες στην προκείμενη υπόθεση, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της δωρεάς της μητέρας του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη και όχι της δωρεάς υπέρ τρίτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων αφού, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η μητέρα του αναιρεσείοντος και πεθερά της αναιρεσίβλητης Ε. Ξ., κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, κατέβαλε απευθείας στον λογαριασμό της εδρεύουσας στο Ηράκλειο Κρήτης, πωλήτριας - εργολήπτριας, ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Κ. - Μ. Κ. Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΚΑΠΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ", το χρηματικό ποσό των 260.000 ευρώ, αφενός με το από 8-11-2007 αντίγραφο γραμματίου είσπραξης της τράπεζας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ποσού 195.911,36 ευρώ με καταθέτη την Ε. Ξ. και δικαιούχο την ως άνω κατασκευαστική εταιρεία Κ.-Κ. ΟΕ, και αφετέρου με την από 19-11-2007 απόδειξη είσπραξης ποσού 54.088,94 ευρώ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με καταθέτη την Ε. Ξ. και δικαιούχους τους ομόρρυθμους εταίρους Μ. Κ. και Κ. Κ. της ως άνω εργολήπτριας, και επί πλέον αυτού είχε καταβάλει και το ποσό των 10.000 ευρώ ως προκαταβολή, η παροχή δε του ως άνω συνολικού ποσού των 260.000 ευρώ έγινε κατά τη μεταξύ τους συμφωνία χωρίς αντάλλαγμα, και έτσι, με τις καταβολές αυτές προς την κατασκευαστική εταιρεία, η οποία ήταν δανείστρια της δωρεοδόχου αναιρεσίβλητης, πληρώθηκε το πραγματικό του άρθρου 498 παρ. 2 ΑΚ, και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη δεν απαιτείτο η τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου, καθώς το δωρηθέν χρηματικό ποσό δόθηκε στα χέρια του δανειστή της δωρεοδόχου αναιρεσίβλητης. Επίσης, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) ότι μεταξύ της Ε. Ξ. και της αναιρεσίβλητης καταρτίστηκε σύμβαση δωρεάς χρηματικού ποσού ύψους 260.000 ευρώ, β) ότι το ποσό αυτό κατέβαλε τμηματικά η Ε. Ξ. προς την εταιρεία Κ.-Κ. ΟΕ και τους ομόρρυθμους εταίρους αυτής Μ. Κ. και Κ. Κ., για την εξόφληση ισόποσου μέρους του τιμήματος για την αγορά εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του διαμερίσματος και του χώρου σταθμεύσεως επί της οδού ... στο Ηράκλειο Κρήτης. Επομένως, ο πρώτος, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020). Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, θα πρέπει να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994, 1446/2003, 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 885/1994, 539/2003, 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με το δεύτερο λόγο εφέσεως ισχυρισμό του περί εξώδικης ομολογίας της αναιρεσίβλητης περιεχόμενης στο από 15.4.2011 σημείωμά της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου στο πλαίσιο δίκης ασφαλιστικών μέτρων επί αιτήσεως του αναιρεσείοντος για την προσωρινή απόδοση κινητών πραγμάτων του, με το οποίο η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι η μητέρα του αναιρεσείοντος και πεθερά της, της δάνεισε χρήματα για την αγορά της επίδικης οικίας. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι η επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου και του περιεχομένου του δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, με αποτέλεσμα, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία το επικληθέν αυτό αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενό τους δεν λήφθηκε υπόψη, να μην ιδρύεται ο από την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος.

Εξάλλου, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη το έκτο λόγο της εφέσεώς του, και ειδικότερα την προβληθείσα δια των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου αντένσταση περί αυτοδίκαιης ανατροπής της συμβάσεως δωρεάς από την μητέρα του προς την αναιρεσίβλητη μετά την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως υπό την οποία δόθηκε. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, ως αόριστος διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι την ως άνω αντένσταση πρότεινε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ώστε νόμιμα να την επαναφέρει με λόγο εφέσεως, ούτε και ότι συνέτρεχαν οι εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 527 περ.2 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης ενώπιον των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία, είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα και ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου μέρους. Αν λείπει η προϋπόθεση αυτή οι ένορκες βεβαιώσεις δεν είναι απλώς άκυρες, αλλά ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη. Οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τα έγγραφα, και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση (ΑΠ 868/2020, ΑΠ 184/2011). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν οι καταθέσεις μαρτύρων, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, έστω και χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.
Συνεπώς, ως δικαστικά τεκμήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει και είχαν προσκομισθεί σε άλλη πολιτική ή ποινική δίκη, δεδομένου ότι αυτές, εφόσον δεν λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίηση τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται, το δε δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 467/2022, ΑΠ 868/2020, ΑΠ 1719/2017, ΑΠ 736/2016). Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθμούς 8, 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και ειδικότερα, ότι έλαβε υπόψη: α) την υπ' αριθμόν ....2011 ένορκη βεβαίωση στην Ειρηνοδίκη Αθηνών, που δόθηκε χωρίς κλήτευσή του στο πλαίσιο δίκης ασφαλιστικών μέτρων και δίκης διαζυγίου, β) την υπ' αριθμόν ....2012 ένορκη βεβαίωση στον συμβολαιογράφο Αθηνών Κ. Κ., γ) την υπ' αριθμόν ....2014 ένορκη βεβαίωση στον Ειρηνοδίκη Ηρακλείου (στο πλαίσιο κατ' έφεση δίκης περί εικονικότητας), δ) την από 22.12.2011 υπεύθυνη δήλωση (στο πλαίσιο δίκης περί εικονικότητας) και ε) την υπ' αριθμόν ....2013 ψυχιατρική γνωμάτευση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος Λ. Σ., η οποία εξετάστηκε πρωτοδίκως με επιμέλεια της εναγομένης και η κατάθεσή της περιέχεται στα προσκομιζόμενα με επίκληση και ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι προσκομιζόμενες με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης στα πλαίσια στα άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων και συνεπώς, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα που λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δυναστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ... Το γεγονός αυτό ότι δηλαδή το ανωτέρω ποσό δόθηκε λόγω δωρεάς από την μητέρα του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, επιβεβαιώνεται από την ίδια τη δωρήτρια, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι πάσχει ψυχοπαθολογικά αλλά αντιθέτως από την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2013 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του αναπληρωτή καθηγητή ψυχιατρικής, Α. Δ., ο οποίος την εξέτασε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟΝ" βεβαιώνει ότι "δεν ανευρέθη ουδεμία οξεία ψυχοπαθολογική ένδειξη, ότι είναι νορμοθυμική, δεν βιώνει ψευδαισθήσεις και δεν έχει παραληρητικές ιδέες, ότι ανευρίσκεται μόνο ήπια έκπτωση της άμεσης μνήμης (αναμενόμενη για την ηλικία της) και ότι είναι απολύτως ικανή να επιμεληθεί του εαυτού και της περιουσίας της" και η οποία με σαφήνεια κατέθεσε ότι το εν λόγω ποσό το δώρισε στην εναγομένη: α) στην υπ' άριθ.4260/1-6-2011 ένορκη βεβαίωση της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών η οποία δόθηκε νομότυπα για να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της προηγηθείσας δίκης ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου κατόπιν άσκησης της από 21-5-2011 (αριθ. εκθ. καταθ. ...-2011) αίτησης του ενάγοντος και της προηγηθείσας δίκης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατόπιν άσκησης της από 5-4-2011 (αριθ. εκθ. καταθ. ...-2011), αγωγής του ενάγοντος εναντίον της εναγομένης, β) στην υπ' αριθ. ...-2012 ένορκη βεβαίωση της ίδιας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ηρακλείου, η οποία δόθηκε νομότυπα (ήτοι κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του ενάγοντος δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου, Ε. Δ.) για να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της δίκης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατόπιν άσκησης της (αριθ. εκθ. καταθ. .../2012) αγωγής της εναγομένης εναντίον του ενάγοντος, γ) στην υπ' αριθ. ...-2014 ένορκη βεβαίωση της ίδιας ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ηρακλείου, η οποία δόθηκε νομότυπα (ήτοι κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του ενάγοντος δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2014 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου, Ν. Κ.) για να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο εκκρεμουσών αντίθετων εφέσεων των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 242/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, δ) στο από 22-12-2011 ιδιόγραφο σημείωμα της ιδίας στο οποίο έχει τεθεί βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από ΚΕΠ (με ημερομηνία 23-12-2011) το οποίο δεν συντάχθηκε εν όψει της παρούσας δίκης...". Ενόψει αυτών και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ο παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο νομίμως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ελεύθερα ως δικαστικά τεκμήρια τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, δεχόμενο ως προς τις ένορκες βεβαιώσεις ότι αυτές συντάχθηκαν στο πλαίσιο άλλων προηγούμενων δικών μεταξύ των διαδίκων, ως προς δε την υπεύθυνη δήλωση, ότι αυτή δεν συντάχθηκε επίτηδες για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009). Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού. δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου, και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 1080/2019). Με τον τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη το προαναφερόμενο από 15.4.2011 σημείωμα της αναιρεσείουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.

Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και από τους διαδίκους έγγραφα, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος προς απόδειξη των οποίων αυτός επικαλέστηκε το προαναφερόμενο αποδεικτικό μέσο, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το πιο πάνω, φερόμενο ως αγνοηθέν, αποδεικτικό μέσο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού και να καθορίσει τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, κατέληξε δε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, και κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 867/2019, ΑΠ 130/2012).

Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 867/2019, ΑΠ 374/13, ΑΠ 1643/2005). Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, διατεινόμενος ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 20.3.2008 εμβάσματος ύψους 30.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου, καθώς και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που του προσέδωσε το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, αλλά εκτίθεται μόνο το περιεχόμενο, που του αποδίδει ο αναιρεσείων. Με τον έκτο, επικουρικό λόγο αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1, 8, 9, 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την επικουρικότερη βάση της αγωγής του, με την οποία είχε ζητήσει να του επιδικαστεί το 1/3 από την επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης εκτιμώντας εσφαλμένα τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων ως προς την οικονομική αξία των επιδίκων κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη τα εκατέρωθεν προβληθέντα πραγματικά στοιχεία που θεμελίωναν το επικουρικότερο αγωγικό αίτημά του και την αντίστοιχη αντένσταση της αναιρεσίβλητης και χωρίς αιτιολογία δέχθηκε ότι η αξία ανέρχεται στο ποσό των 70.000 ευρώ. Ο λόγος αναιρέσεως ως προς άπαντα τα σκέλη του είναι απαράδεκτος διότι στην πραγματικότητα μέσω των επικαλούμενων αιτιάσεων προσβάλλεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 10.3.2021 και 1.6.2021 αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 362/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Απορρίπτει την από 10.3.2021 αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Β. Α. κατά της υπ' αριθ. 362/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Απορρίπτει την από 1.6.2021 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Ξ. κατά της υπ' αριθ. 362/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Αυγούστου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: