Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026

ΔΕΕ: Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης: η δυσαναλογία ποινής και σοβαρότητας του αδικήματος δεν αρκεί, καθ’ εαυτήν, για να δικαιολογήσει την άρνηση εκτέλεσης


 

 

 

 

Απόφαση του Δικαστηρίου
στην υπόθεση C-583/24 | [Tagu] 1
ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 154/26
Λουξεμβούργο, 3 Νοεμβρίου 2026





Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης: η προβαλλόμενη δυσαναλογία μεταξύ της επιβληθείσας ποινής και της σοβαρότητας του αδικήματος δεν αρκεί, καθ’ εαυτήν, για να δικαιολογήσει την άρνηση εκτέλεσης



Η άρνηση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί πάντως, κατ’ εξαίρεση, να είναι δικαιολογημένη, σε περίπτωση που η νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης επιτρέπει, ή ακόμη και επιβάλλει, στερητικές της ελευθερίας ποινές που είναι τόσο δυσανάλογες ώστε να ισοδυναμούν με απάνθρωπες ή εξευτελιστικές ποινές, ή σε περίπτωση που η εθνική αυτή νομοθεσία δεν λαμβάνει υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος και αποκλείει τη συνεκτίμηση των ατομικών περιστάσεων

Η παρούσα υπόθεση αφορά το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο εκδόθηκε εις βάρος άνδρα που καταδικάστηκε, στη Ρουμανία, σε επταετή κάθειρξη για την εισαγωγή τριών γραμμαρίων κάνναβης και τεσσάρων χαπιών MDMA στη χώρα. Το ολλανδικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβλήθηκε αίτηση εκτέλεσης του εντάλματος ερωτά το Δικαστήριο εάν μπορεί να αρνηθεί την παράδοση του ενδιαφερομένου λόγω του ότι η ποινή που του επιβλήθηκε είναι δυσανάλογη σε σχέση με τη σοβαρότητα του αδικήματος. Στις Κάτω Χώρες, παρόμοιο αδίκημα θα τιμωρούνταν με ποινή φυλάκισης μίας έως τριών εβδομάδων.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών συνεπάγεται ότι η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αποτελεί τον κανόνα και ότι η άρνηση εκτέλεσης είναι δυνατή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, υπό την επιφύλαξη της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου, μολονότι η εγγύηση του σεβασμού των δικαιωμάτων αυτών εμπίπτει κατά κύριο λόγο στην ευθύνη του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος, σε περίπτωση κινδύνου προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το ενωσιακό δίκαιο, τυχόν άρνηση του κράτους μέλους εκτέλεσης μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να θεωρηθεί δικαιολογημένη κατόπιν εξέτασης που γίνεται σε δύο χωριστά στάδια. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει κατ’ αρχάς να ελέγξει αν υφίστανται, στο κράτος μέλος έκδοσης, πλημμέλειες οι οποίες είναι συστημικές ή γενικευμένες, ή θίγουν μια αντικειμενικά προσδιορίσιμη ομάδα προσώπων. Εφόσον διαπιστώσει την ύπαρξη τέτοιων πλημμελειών, οφείλει εν συνεχεία να κρίνει εάν ο ενδιαφερόμενος, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής του κατάστασης, διατρέχει συγκεκριμένα πραγματικό κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του.

Το Δικαστήριο διευκρινίζει ωστόσο ότι αποκλίσεις, ακόμη και σημαντικές, μεταξύ των ποινών τις οποίες προβλέπουν οι νομοθεσίες των κρατών μελών δεν αρκούν, από μόνες τους, για να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη τέτοιων πλημμελειών. Για να γίνει δεκτό ότι υφίστανται τέτοιες πλημμέλειες, πρέπει από την εξέταση της νομοθεσίας ή της δικαστικής πρακτικής του κράτους μέλους έκδοσης να προκύπτει πρόδηλη και σοβαρή παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας των ποινών, την οποία κανένα αποτελεσματικό μέσο ένδικης προστασίας δεν είναι δυνατόν να θεραπεύσει. Τούτο συμβαίνει, παραδείγματος χάριν, όταν η εθνική νομοθεσία επιτρέπει, ή ακόμη και επιβάλλει, ποινές τόσο δυσανάλογες ώστε να ισοδυναμούν με απάνθρωπες ή εξευτελιστικές ποινές κατά την έννοια του ενωσιακού δικαίου, ή όταν δεν επιτρέπει στον δικαστή να λάβει υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, ώστε να προσαρμόσει ανάλογα την ποινή. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η ρουμανική νομοθεσία δεν εμφανίζει πλημμέλειες οι οποίες να στοιχειοθετούν πρόδηλη και σοβαρή παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας των ποινών και να μπορούν να δικαιολογήσουν την άρνηση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης 

 

ΣΥΝΕΧΕΙΑ 

Δεν υπάρχουν σχόλια: