Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

ΕιρΡόδου 20/ 2016: Στο ν. 3869/2010 λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη η αόριστη ένσταση δόλου και η μη προβληθείσα αντένσταση συνυπαιτιότητας



ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, στο ν. 3869/2010 ο ισχυρισμός περί δόλιας περιέλευσης
σε αδυναμία πληρωμών δεν μπορεί να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο αλλά πρέπει να επικαλείται αυτόν ο δανειστής, μάλιστα κατά τρόπο ορισμένο. Ωστόσο, στα πλαίσια του πλήρους ανακριτικού συστήματος της εκουσίας δικαιοδοσίας και του τελολογικού πνεύματος του εν λόγω νόμου, οι διαπιστώσεις ότι ο δόλος του οφειλέτη δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως αλλά πρέπει να προβληθεί παραδεκτά και ορισμένα κατ' ένσταση ή ότι η συνυπαιτιότητα του δανειστή συνιστά αντένσταση προβαλλόμενη από τον οφειλέτη, θα πρέπει να νοηθούν καταρχήν και δυνητικά, ως κατευθυντήρια γραμμή που απευθύνεται προς τον δικαστή, από την οποία όμως μπορεί, εάν το κρίνει σκόπιμο ο δικαστής, να παρεκκλίνει στα πλαίσια της εκουσίας δικαιοδοσίας , γνήσιας και μη γνήσιας, (όπως είναι αυτή του Ν. 3869/2010 όπου υπάρχει το στοιχείο της αντιδικίας) στην οποία ισχύει πλήρως το ανακριτικό σύστημα όπου μπορούν κατ΄ άρθρον 744 ΚΠολΔ να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη και μη προταθέντες αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί και δεν εφαρμόζεται το 559. 8, 10, 11, 12, 13, 560. 5 ΚΠολΔ. Τέτοια περίπτωση κατά την οποία πρέπει να κριθεί σκόπιμη η αυτεπάγγελτη λήψη ένστασης δόλου του οφειλέτη συντρέχει και όταν αορίστως προβάλλεται από το δανειστή η ένσταση δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη εξαιτίας ακριβώς της μη παράθεσης στοιχείων που αφορούν την εισοδηματική και εν γένει περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη. Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνεται υπόψη και ερευνάται αυτεπαγγέλτως η αόριστη ένσταση δόλου πλην απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμη με κύρια αιτιολογία ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό της ενδεχόμενος δόλος λόγω της ελπίδας αποπληρωμής των δανείων που δημιούργησαν οι ίδιοι οι πιστωτές και με επάλληλη αιτιολογία ότι ακόμη και αν θεωρηθεί ότι υπήρχε ενδεχόμενος δόλος, πάντως λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη και γίνεται δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η μη προβληθείσα αντένσταση συνυπαιτιότητας των πιστωτριών οι οποίες επίσης γνώριζαν και αποδέχτηκαν την μη αποπληρωμή των δανείων. Απορρίπτονται οι λοιπές ενστάσεις των πιστωτών. Δέχεται εν μέρει την αίτηση. Ρυθμίζει τα χρέη της αιτούσας. Εξαιρεί την κύρια κατοικία από την εκποίηση.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1) Με αφορμή την παρούσα δικαστική απόφαση  τίθενται και άλλα θέματα προς συζήτηση όπως εάν οι σκέψεις της δικαστικής απόφασης μπορούν να αποτελέσουν αφορμή και για αυτεπάγγελτη λήψη και άλλων ενστάσεων, όταν κατά την τελολογικό πνεύμα του ν. 3869/2010 αλλά και το κοινό περί δικαίου αίσθημα ο Δικαστής θέλει μεν να απορρίψει μια αίτηση π.χ. λόγω προφανέστατης ανειλικρίνειας του οφειλέτη ή λόγω προφανέστατης ύπαρξης δόλου, αλλά δεν έχουν προταθεί οι σχετικές ενστάσεις του άρ. 10 παρ. 1 ν. 3869/2010 και του δόλου αντίστοιχα, από το δανειστή
2)  Ακόμη, από το άρθρο 2 του κεφ. Α της υποπαραγράφου Α. 4 Ν. 4336/2015 προκύπτει ότι η παράλειψη του οφειλέτη να ενημερώσει εμπρόθεσμα τα ανωτέρω στοιχεία του φακέλου θεωρείται παράβαση καθήκοντος ειλικρινούς δηλώσεως του άρθρου 10 παρ. 1 του . ν. 3869/2010. Υποστηρίζεται ορθά από τον Κρητικό (Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, 2016, σελ. 561) ότι δεν απαιτείται δόλος ή βαρειά αμέλεια λόγω εξάλειψης του στοιχείου της υπαίτιας παράλειψης που περιλαμβάνει και την ελαφρά αμέλεια. Επίσης ο ίδιος (ό,.π., σελ. 562) παρατηρεί ότι «Εν προκειμένω ανακύπτει ζήτημα αν χρειάζεται ή όχι προβολή από δανειστή της παραλείψεως προβολής επικαιροποιημένων στοιχείων ή αν η παράλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Είναι σαφές ότι επί των άνω ζητημάτων θα δημιουργηθούν ερμηνευτικά ζητήματα». Η αιτιολογία λοιπόν της εν λόγω δικαστικής απόφασης θα μπορούσε να στηρίξει την άποψη περί αυτεπάγγελτης λήψης υπόψη της παράλειψης του οφειλέτη να προσκομίσει επικαιροποιημένα στοιχεία.

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ
(Διαδικασία Εκουσίας Δικαιοδοσίας)
(Ρύθμιση Οφειλών Υπερχρεωμένων Προσώπων)
Συγκροτήθηκε από τον Δόκιμο Ειρηνοδίκη Παναγιώτη Σίσκο και τον Γραμματέα Τηλέμαχο Χατζηιωαννίδη 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 21.09.2016 για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: …. κατοίκου Ρόδου, οδός … που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου …
ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «… η οποία εδρεύει στην …, νομίμως εκπροσωπουμένης, που παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου της …
2) Του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία  … η οποία εδρεύει στη …, νομίμως εκπροσωπουμένης, που δεν παραστάθηκε στη δίκη
3) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «… στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «….», που εδρεύει στην … νομίμως εκπροσωπουμένη, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της …
4) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…» με έδρα την …, νομίμως εκπροσωπουμένης, που δεν παραστάθηκε στη δίκη
Η αιτούσα με την από 13.09.2012 και με αριθμό κατάθεσης 228/14-09-2012 αίτησή της ζήτησε τα σε αυτή αναφερόμενα. Δικάσιμος για τη συζήτηση της παρούσας ορίστηκε η 18-11-2015 κατά την οποία δόθηκε αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, κατά την οποία ακολούθησε συζήτηση αυτής, όπως σημειώνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αιτούσας, αφού πήρε τον λόγο από τον Δικαστή, ανέπτυξε και προφορικά το περιεχόμενο της αίτησης, ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή ως νόμιμη, βάσιμη και αληθινή και αναφέρθηκε στις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τόσο της πρώτης όσο και της τρίτης καθ ων πιστωτριών, αφού πήραν τον λόγο από τον Δικαστή, ανέπτυξαν και προφορικά  τους ισχυρισμούς, την άρνηση και τις ενστάσεις τους, όπως αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ζήτησαν την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης και αναφέρθηκαν στις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 Σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ. 4 εδαφ. γ΄, δ΄ ΚΠολΔ «Αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει  αμέσως μετά το τέλος της συνδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.» Προϋπόθεση για να ισχύει η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ως πλασματική κλήτευση είναι  ότι ο κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει την συζήτηση, είτε είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, είτε ότι τελικά παραστάθηκε κανονικά στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση (ΑΠ 165/2012, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 63/2008 Δ/νη 39, 656, ΑΠ 610/2008 Δνη 39, 952, ΑΠ351/2006 ΝοΒ 54, 855).
Στην προκειμένη περίπτωση, στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση παραστάθηκε μόνο η 4η των καθ’ ων «…». Εξάλλου, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αιτούσα υπ’ αριθμόν 10065 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Ρόδου … προκύπτει ότι αντίγραφο της αιτήσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την 18-11-2015, επιδόθηκε νομίμως κι εμπροθέσμως στην 2η των καθ’ ων «….» η οποία δεν εμφανίστηκε  κατά την αρχική δικάσιμο της 18-11-2015, όταν η υπόθεση ανεβλήθη. Συνεπώς, εφόσον η αναγραφή στο πινάκιο ίσχυσε ως πλασματική κλήτευση της 2η και 4ης καθ’ ων οι οποίες δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης συνεδρίαση όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να δικασθούν ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρούσες (άρθρο 754 παρ.2 παρ.1 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το 19 παρ. 3 Ν. 4161/2013 «Για τις εκκρεμούσες αιτήσεις εφαρμόζεται η προδικασία που ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του παρόντος». Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι εκκρεμείς αιτήσεις που κατατέθηκαν προ του Ν. 4161/2013 και δεν είχαν συζητηθεί μέχρι την εισαγωγή του υπάγονται στη νέα διαδικασία εκ του Ν. 4161/2013. Κατ’ εξαίρεση για τις παραπάνω εκκρεμείς αιτήσεις εφαρμόζεται η προδικασία η ισχύουσα πριν την ισχύ του Ν. 4161/2013, ενώ ως τέτοια προδικασία νοείται μόνον αυτή που προβλεπόταν στο άρ. 5 Ν. 3869/2010 και όχι αυτή του άρ. 4 Ν. 3869/2010 (ΑΠ 236/2015 ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, μετά την εισαγωγή της διαδικασίας που επέβαλε ο νόμος 4161/2013 όλες οι εκκρεμείς και μη δικασθείσες αιτήσεις υπάγονται στο καθεστώς που επέβαλε ο Ν. 4161/2013. Δηλαδή δεν επιβάλλεται η διενέργεια απόπειρας εξωδικαστικού συμβιβασμού ούτε και είναι απαραίτητα τα έγγραφα του άρ. 4 παρ. 2 Ν. 2869/2010 για όσες αιτήσεις κατατίθενται ή εκδικάζονται μετά τις 14/06/2013 (Ι. Βενιέρης-Θ. Κατσάς, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 2016, σελ. 344), ενώ η τροποποίηση που επέφερε ο Ν. 4336/2015  Ν. 3869/2010 αφορά τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (19.8.2015).
Περαιτέρω, προϋπόθεση  υπαγωγής στο Ν. 3869/2010 είναι και η έλλειψη δόλου ως προς την προαναφερθείσα μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Στην έννοια του δόλου περιλαμβάνεται και ο ενδεχόμενος δόλος. Ενδεχόμενος είναι ο δόλος όταν το πρόσωπο προβλέπει ως ενδεχόμενο το αποτέλεσμα της πράξης του και το αποδέχεται (Κουμάνης σε Απ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ, άρθρο 330, αρ. 14). Εξάλλου, η ενσυνείδητη αμέλεια διακρίνεται από τον ενδεχόμενο δόλο ως προς το βουλητικό στοιχείο διότι στην ενσυνείδητη αμέλεια το πρόσωπο προβλέπει μεν ως ενδεχόμενο το αποτέλεσμα πλην όμως είτε πιστεύει είτε ελπίζει ότι θα το αποφύγει (Βενιέρης, ό.π., σελ. 153, αρ. 296). Η ενσυνείδητη αμέλεια δεν αρκεί για τον αποκλεισμό του προσώπου από τον Ν. 3869/2010. Η έννοια του δόλου αφορά την πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Δηλαδή στα πλαίσια του Ν.3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί εκ δόλου όταν με την εν γένει συμπεριφορά του είτε κατά την ανάληψη του χρέους είτε μετά την ανάληψη του χρέους συμβάλλει αποφασιστικά στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του. (Α. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, 2016, σελ. 49-53). Η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει ή το προβλέπει ως πολύ πιθανό πλην όμως το αποδέχεται (βλ. Ειρην Ιλίου 405/2014, Ειρην Αθην 274/2012, ΕιρΝ 85/2012 και Ειρην Φλ 1/2012). Περίπτωση ύπαρξης δόλου συνιστά και η ανάληψη χρεών όχι για κάλυψη ουσιωδών αναγκών (π.χ. στεγαστικών) αλλά μόνο για ικανοποίηση καταναλωτικής και πολυτελούς ζωής (ΕιρΘεσ 5385/2014, ΕιρΠατρ 484/2015 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΠρεβ 89/2015). Πέραν των παραπάνω πρέπει να αναφερθεί επίσης ότι δόλια αδυναμία υπάρχει και αν ο οφειλέτης εν γνώσει του χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δε συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και την γενικότερη θέση του. Από δικονομικής άποψης, ο ισχυρισμός περί δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών δεν μπορεί, κατά μία άποψη,  να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο αλλά πρέπει να επικαλείται αυτόν ο δανειστής, κατά τρόπο ορισμένο. Σύμφωνα με την ίδια άποψη, ο Δικαστής δεν δύναται αυτεπαγγέλτως να εξετάσει την ύπαρξη δόλιας αδυναμίας πληρωμών. Η υποχρέωση προβολής της ένστασης από τους πιστωτές σημαίνει ότι αυτοί πρέπει να παραθέσουν όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά (πράξεις / παραλείψεις του οφειλέτη) και τους ισχυρισμούς που κατατείνουν να χαρακτηρίσουν ως  την αδυναμία πληρωμών εκ μέρους του οφειλέτη.  (Ι. Βενιέρης - Θ. Κατσάς, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 2016, σελ. 165, Α. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, 2016, σελ. 50). Ωστόσο, στα πλαίσια του πλήρους ανακριτικού συστήματος της εκουσίας δικαιοδοσίας και του τελολογικού πνεύματος του εν λόγω νόμου, οι διαπιστώσεις ότι ο δόλος του οφειλέτη δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως αλλά πρέπει να προβληθεί παραδεκτά και ορισμένα κατ' ένσταση (Κρητικός, σελ. 50, Βενιέρης σελ. 164, 475), ότι η συνυπαιτιότητα του δανειστή συνιστά αντένσταση προβαλλόμενη από τον οφειλέτη (Βενιέρης σελ. 166, αρ. 327), θα πρέπει να νοηθούν καταρχήν και δυνητικά, ως κατευθυντήρια γραμμή που απευθύνεται προς τον δικαστή, από την οποία όμως μπορεί, εάν το κρίνει σκόπιμο ο δικαστής, να παρεκκλίνει στα πλαίσια της εκουσίας δικαιοδοσίας , γνήσιας και μη γνήσιας, (Β. Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, 1996, Τομ. Δ΄, άρθρο 744,  αρ. 2) , (όπως είναι αυτή του Ν. 3869/2010 όπου υπάρχει το στοιχείο της αντιδικίας) στην οποία ισχύει πλήρως το ανακριτικό σύστημα όπου μπορούν κατ΄ άρθρον 744 ΚΠολΔ να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη και μη προταθέντες αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα ένστασης, αντένστασης, μπορούν να ληφθούν αποδεικτικά μέσα που δεν προτάθηκαν και δεν προσκομίστηκαν από το διάδικο, δεν ισχύουν οι διατάξεις για την αυστηρή απόδειξη ήτοι για τη δύναμη αποδεικτικών μέσων και για το βάρος απόδειξης (βλ. ΑΠ 784/2015, 769/2015, ΑΠ 1463/2013,  ΑΠ 2176/2013, ΑΠ 1340/2013, ΑΠ 411/2012, ΑΠ 1844/2009 σε ΤΝΠ ΔΣΑ  όπου γίνεται αναφορά ότι οι αναιρετικοί λόγοι 559. 8 (560.5), –όσον αφορά την λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών-, 559. 10, 11, 12, 13, 560. 5 ΚΠολΔ δεν ισχύουν ούτε στη γνήσια ούτε στη μη γνήσια εκουσία δικαιοδοσία), το δικαστήριο κατ’ άρθρο 744 ΚΠολΔ «μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε πρόσφορο μέτρο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων». Στην εκουσία δικαιοδοσία δεν ισχύει το εν μέρει ανακριτικό σύστημα, ήτοι  η συγκέντρωση  και  αυτεπάγγελτη  λήψη  υπόψη  όλων  των  αναγκαίων  στοιχείων μόνο επί  προταθέντων  ισχυρισμών  ( όπως  συμβαίνει  στα  ασφαλιστικά  μέτρα    βλ.   Χ. Τριανταφυλλίδη/Π. Ρεντούλη σε Χ. Απαλλαγάκη, ΚΠολΔ, 3η έκδ., άρθρο 691, αρ. 1, όπου περαιτέρω παραπομπές σε νομολογία) αλλά ισχύει το πλήρες ανακριτικό σύστημα, όπως προκύπτει και από την ίδια διατύπωση του άρθρου 744 ΚΠολΔ («ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί») (βλ. Ε. Μπαλογιάννη σε Χ. Απαλλαγάκη, ΚΠολΔ, άρθρο 744, αρ 1, όπου περαιτέρω παραπομπές σε νομολογία, Δ. Μακρής, Εκουσία δικαιοδοσία, 2004, σελ. 28). Στην εκουσία δικαιοδοσία το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει την προσκόμιση εγγράφων από δημόσια υπηρεσία, να απευθύνει προς αυτήν ερώτημα ή να διατάξει κλήση προς εξέταση συγκεκριμένου μάρτυρα.(Β. Μπρακατσούλας, Εκουσία Δικαιοδοσία, 2002, σελ. 102, 140).  Το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν από τους διαδίκους καθώς και  κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο. Περαιτέρω, περίπτωση κατά την οποία πρέπει να κριθεί σκόπιμη η αυτεπάγγελτη λήψη ένστασης αλλά και αυτεπάγγελτης λήψης αποδεικτικών μέσων μη προταθέντων και ενέργειας από το δικαστήριο όλων των προαναφερθεισών δικονομικών κινήσεων, συντρέχει και όταν αορίστως προβάλλεται από το δανειστή η ένσταση δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη εξαιτίας ακριβώς της μη παράθεσης στοιχείων που αφορούν την εισοδηματική και εν γένει περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη. Πρέπει να τονιστεί ότι με την υιοθέτηση της εν λόγω άποψης δίδεται λύση σε εκείνη την προβληματική η οποία έχει επισημανθεί στο χώρο της βιβλιογραφίας (Κρητικός, ό.π., άρθρο 1, αρ. 33, 34) και της νομολογίας (ΕιρΧανίων, 384/2013). Συγκεκριμένα, έχει επισημανθεί ότι την πρόταση της ένστασης του πιστωτή για το δόλο του οφειλέτη κατά τρόπο ορισμένο δυσχεραίνει η μη παράθεση στην αίτηση των στοιχείων εκείνων που αφορούν την εισοδηματική και εν γένει περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη, αφού τα στοιχεία αυτά δεν είναι υποχρεωμένος ο οφειλέτης να αναφέρει στην αίτησή του ούτε και προκύπτει από διάταξη του Ν. 3869/2010 η υποχρέωση του οφειλέτη σε τέτοια αναφορά. Συνεπεία τούτων ο πιστωτής, δεν μπορεί να διατυπώσει κατά τρόπο ορισμένο την ένσταση του δόλου του οφειλέτη και αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της απορρίψεως λόγω αοριστίας. Ως λύση στηριζόμενη στο άρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που προκρίνει την  δίκαιη ισορροπία μεταξύ των μερών  έχει υποστηριχθεί ότι ο οφειλέτης υποχρεώνεται να αναφέρει στην αίτησή του ή το αργότερο κατά την ημέρα της συζητήσεως της υποθέσεως των αιτίων που οδήγησαν τον οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία καθώς και της εν γένει εξέλιξη της εισοδηματικής και περιουσιακής του κατάστασης από το χρόνο αναλήψεως των χρεών μέχρι και την κατάθεση της αιτήσεώς του προς ρύθμιση των χρεών του (ΕιρΧανίων, 384/2013, Κρητικός, ό.π.,άρθρο 1, αρ. 33) . Ωστόσο, εάν αντίκειται στο άρ. 6 ΕΣΔΑ η μη παράθεση στην αίτηση ή το αργότερο μέχρι την ημέρα της συζητήσεως της υπόθεσης των αιτίων που οδήγησαν τον οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία, το ίδιο όμως αντίκειται στην ΕΣΔΑ και η υποχρέωση του οφειλέτη, με κίνδυνο απόρριψης της αίτησής του, να παραθέσει τα ως άνω στοιχεία ενώ κατά νόμον το βάρος απόδειξης φέρει ο δανειστής (και αυτό τουλάχιστον συνιστά κατευθυντήρια γραμμή προς το Δικαστή) και ενώ είναι πλήρως αβέβαιο αν θα προταθεί τέτοια ένσταση από τον δανειστή. Κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου η ορθότερη λύση φαίνεται να βρίσκεται στο ίδιο το ανακριτικό σύστημα που ισχύει στην εκουσία δικαιοδοσία το οποίο άλλωστε επέλεξε ο νομοθέτης για να δώσει ελαστικότητα και ευελιξία στην εν λόγω διαδικασία του Ν. 3869/2010 ο οποίος πρέπει να διακατέχεται από ένα πνεύμα τελολογικό, με λήψη ακόμη και «πραγμάτων» που δεν προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν παραδεκτά και χωρίς δέσμευση από τους κανόνες της αυστηρής απόδειξης. Έτσι, σε περίπτωση που ο ισχυρισμός του δανειστή για ύπαρξη δόλου του οφειλέτη είτε προβληθεί αορίστως είτε γενικά απαραδέκτως, ο δικαστής έχει την ευχέρεια να τον λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη και να ερευνήσει περαιτέρω την ουσιαστική βασιμότητά του, μη δεσμευόμενος από τους κανόνες της αυστηρής απόδειξης. Άλλωστε, εάν το δικαστήριο μπορεί στην εκουσία δικαιοδοσία, γνήσια και μη γνήσια, να λάβει κατ’ άρθρον 559.8 (και 560.5 ΚΠολΔ) υπόψη του ισχυρισμούς, δηλαδή «πράγματα» μη προταθέντα, πολλώ μάλλον μπορεί να λάβει υπόψη του «πράγματα» προβληθέντα αορίστως όπως ενστάσεις και αντενστάσεις. Στο νόμο 3869/2010 ως ένσταση νοείται  η ύπαρξη δόλου του οφειλέτη και ως αντένσταση η ύπαρξη συνυπαιτιότητας εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων (ανάλογη εφαρμογή του άρ. 300 ΑΚ). Αντίθετα, κατά την κρατούσα νομολογία, η αυτεπάγγελτη ενέργεια του δικαστηρίου στο πλαίσιο του ανακριτικού συστήματος δεν φτάνει μέχρι του σημείου θεραπείας μιας αόριστης αίτησης (Αρβανιτάκης, σε Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, ΙΙ, άρθρο 744 αρ. 8) ούτε σε παραδοχή βάσεως μη επικληθείσας (ΕφΑθ 2735/2000 ΕλλΔνη 2001, 817, Δ. Μακρής, Εκουσία δικαιοδοσία, 2004, σελ. 29).
Με την κρινόμενη αίτησή της η αιτούσα επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τις πιστώτριες ζητεί, όπως σαφώς συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αίτησης, τη ρύθμιση των χρεών της, με την εξαίρεση της κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού ληφθεί υπόψη η περιουσιακή κατάσταση που εκθέτει αναλυτικά, με σκοπό την κατά ένα μέρος απαλλαγή της από τα χρέη.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινομένη αίτηση, παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου της περιφέρειας της κατοικίας της αιτούσας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθ. 3 ν. 3869/2010). Περαιτέρω η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8, 9 του Ν.3869/2010, όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίησή τους από τον Ν.4161/2013 καθόσον με βάση τους ισχυρισμούς της αιτούσας, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις υπαγωγής στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον στην αίτηση γίνεται επίκληση ότι πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, ότι είναι στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, ότι  έχει ήδη περιέλθει, όπως ισχυρίζεται, σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, επομένως, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα εφόσον δεν επιτεύχθηκε συμβιβασμός μεταξύ της αιτούσας και των πιστωτών της.
Εν προκειμένω, οι καθ ων πρώτη και τρίτη των καθ’ ων πιστωτριών προβάλλουν την ένσταση αοριστίας της υπό κρίση αιτήσεως, πλην όμως το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη του και να απαντήσει ειδικώς επί αυτών των ισχυρισμών περί αοριστίας διότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας δεν είναι αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός αλλά είναι αρνητικός ισχυρισμός και συναρτάται πάντα προς την αντίθετη καταφατική κρίση δηλαδή το ορισμένο το οποίο άλλωστε συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση, αυτεπαγγέλτως ερευνώμενη ήδη κατά το στάδιο του παραδεκτού. Άλλωστε και από το συνδυασμό  των άρθρων 106 και 559 περ. 8 ΚΠολΔ, 560 περ. 8 προκύπτει ότι το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του «πράγματα» που προτάθηκαν. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που συγκροτούν ιστορική βάση αγωγής, ένστασης, αντένστασης. Δεν νοούνται ως «πράγματα» οι αρνητικοί ισχυρισμοί (ΑΠ 994/2004 Δ 2005, 592, ΑΠ 70, 71/2005 ΕλλΔνη 2005, 746, ΑΠ 22/2005 ΑΠ 2005,  746, ΑΠ 106/2005 Δ 2005, 1027).
Επίσης, η τρίτη των καθ’ ων πιστώτρια προβάλλει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Την υπό κρίση ένσταση η τρίτη των καθ’ ων στηρίζει στο ότι η πρόταση για καταβολές στο σχέδιο διευθέτησης είναι καταχρηστική γι’ αυτό και αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Η ένσταση είναι παραδεκτή πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη. Και αυτό γιατί, το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών καθορίζεται κατά την ελεύθερη κρίση του οφειλέτη, χωρίς κάποιο περιορισμό, αρκεί να είναι επαρκώς προσδιορισμένο ώστε να μπορεί να προκαλέσει τη συναίνεση των πιστωτών και τη σύναψη δικαστικού συμβιβασμού. Απαιτείται βέβαια από τη διάταξη του αρθ. 4 παρ. 1 ν. 3869/10 ο οφειλέτης κατά τη σύνταξη του σχεδίου να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τα συμφέροντα των πιστωτών και την περιουσιακή και προσωπική του κατάσταση. Όμως δεν προβλέπεται δικαστικός έλεγχος του σχεδίου, ούτε απαράδεκτο του δικογράφου, εναπόκειται δε στους πιστωτές να αποδεχθούν ή απορρίψουν το σχέδιο, οπότε ακολουθεί η ρυθμιστική παρέμβαση του δικαστηρίου, το οποίο ερευνά αυτεπάγγελτα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη καθώς και τη δυνατότητα εξόφλησης των χρεών του με βάση και τις προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες και καθορίζει το καταβλητέο μηνιαία ποσό, χωρίς να δεσμεύεται από την πρόταση του οφειλέτη.
Επιπρόσθετα, οι καθ’ ων η αίτηση πρώτη και τρίτη πιστώτριες προβάλλουν την ένσταση της ύπαρξης δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη τόσο κατά τη στιγμή σύναψης των συμβάσεων των επιμέρους δανείων όσο και ως προς την μετέπειτα περιέλευση σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Η ένσταση αυτή που συνιστά πραγματικό ισχυρισμό πάσχει από πραγματική και δη ποσοτική αοριστία διότι δεν εξειδικεύονται τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, με αναφορά σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα,  στην εισοδηματική και περιουσιακή κατάσταση τόσο κατά τη στιγμή ανάληψης των οφειλών όσο και κατά το μετέπειτα χρονικό διάστημα χρόνο παύσης των πληρωμών, ο οποίος άλλωστε καθόλου δεν αναφέρεται. Εν όψει όμως των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη και με δεδομένο ότι αυτή η αοριστία οφείλεται στη μη παράθεση των ως άνω στοιχείων από την ίδια την αιτούσα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να ληφθεί υπόψη καίτοι δεν προτάθηκε παραδεκτά. Είναι νόμιμη στηριζόμενη στο άρθρο 1 του Ν. 3869/2010 και πρέπει περαιτέρω να εξεταστεί και κατ’ ουσίαν.
Από την εξέταση της μάρτυρος που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της δίκης, από όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, απ’ όσα οι ίδιοι οι διάδικοι ρητώς ή εμμέσως συνομολογούν, από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και χωρίς απόδειξη, από την αυτεπάγγελτη έρευνα γεγονότων (744 ΚΠολΔ) και από τη διαδικασία γενικότερα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα γεννήθηκε το έτος 1969 (ετών 47) και είναι άγαμη. Από το έτος 2000 (έτος χορήγησης του πρώτου δανείου) εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος στην εταιρία «…» η οποία το έτος 2009 έκλεισε πανελλαδικά και έκτοτε η αιτούσα έμεινε άνεργη. Τα εισοδήματά της από το έτος 2000 έως το 2009 (έτος απόλυσης) κυμαίνονταν περί τα 1200 ευρώ μηνιαίως. Τα ποσά που οφείλονται από την αιτούσα στις πιστώτριες αναλύονται ως εξής: Η αιτούσα σύμφωνα με το από 16.11.2015 έγγραφο της …Τράπεζας… όφειλε κατά την 5.10.2012 (ημερομηνία επίδοσης του αίτησης)  από την υπ’ αριθμ. 410586489 σύμβαση δανείου εν μέρει στεγαστικού και εν μέρει δοθέντος για την εξόφληση προηγούμενων δανείων ποσό 180.266,35 ευρώ, από την υπ αριθμ   4219737839 σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσό 22.318,50 ευρώ, από την υπ’ αριθμ’ 4219737863 σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσό 16.044,40 ευρώ (…). Η αιτούσα σύμφωνα με το από 10.11.2015 έγγραφο της …Τράπεζας … οφείλει ποσό 3.398,09 ευρώ από την υπ αριθμ’ 4159 σύμβαση για την καλή εκπλήρωση της οποίας εγγυήθηκε (…).   Η αιτούσα σύμφωνα με το από 28-4-2016 έγγραφο της …ΤΡΑΠΕΖΑΣ .. οφείλει την 13/4/2016 ποσό 4.782,77 ευρώ από την υπ αριθμ’ 9991850850154717 σύμβαση καταναλωτικού δανείου και προσθέτως την 31/3/2016 οφείλει προς την ίδια τράπεζα ποσό 74.111,32 ευρώ από την υπ αριθμ’ 2075857 σύμβαση καταναλωτικού δανείου (…). Η αιτούσα σύμφωνα με το από 20/11/2015 έγγραφο της … οφείλει την 20/11/2015 ποσό 4.886,66 ευρώ από την υπ αριθμ’ 4792730905760449 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, ποσό 7.250,99 ευρώ από την υπ αριθμ 5458651026628012 σύμβαση πιστωτικής κάρτας και ποσό 2.131,18 ευρώ από την υπ αριθμ’ 6019760820503337 σύμβαση πιστωτικής κάρτας. Τα δάνεια ελήφθησαν από την αιτούσα από το έτος 2000 έως 2009. Τα αρχικά δάνεια ήταν καταναλωτικά ενώ τα μεταγενέστερα προορίζονταν προς  αποπληρωμή των προηγούμενων ανεξόφλητων δανείων. Εξάλλου, το έτος 2005 η αιτούσα έλαβε με την υπ’ αριθμ. 410586489 σύμβαση δάνειο εν μέρει στεγαστικό και εν μέρει προοριζόμενο προς εξόφληση προηγούμενων δανείων. Για το δάνειο αυτό η αιτούσα προς εξασφάλιση της πιστώτριας ανέλαβε την υποχρέωση συναίνεση σε εγγραφή συναινετικής προσημείωση υποθήκης για ποσό 206.400 ευρώ επί  διαμερίσματος Β1 Γ Ορόφου 72 τμ, ισόγειου διαμερίσματος Β1 102,50 τμ,  διαμερίσματος Β1 β΄ ορόφου 108 τμ επί της οδού …. (…). Από την απόλυσή της μέχρι και το έτος 2013 η αιτούσα ελάμβανε ως εισόδημα αφενός τα μισθώματα που λάμβανε από την εκμίσθωση της κύριας κατοικίας της στην οδό …  στη Ρόδο, συνιστάμενα σε 427 ευρώ μηνιαίως (…) ενώ η αιτούσα τότε διέμενε στην οικία του αδερφού της, λαμβάνοντας για τη συντήρησή της ως επιπλέον εισόδημα χρηματικά ποσά από τα αδέρφια της αλλά και από την προσφορά υπηρεσιών καθαρισμού κάποιες ημέρες σε μεμονωμένους ιδιώτες (καθαρισμός σε οικίες και πολυκατοικίες). Κατά τη έτη 2014 και 2015 η αιτούσα δεν συνέχισε πλέον να εκμισθώνει την κύρια κατοικία της αλλά διέμενε η ίδια πλέον σε αυτή, με συνέπεια να στερείται πλέον και του εισοδήματος που ελάμβανε από την μίσθωση της κύριας και μοναδικής οικίας της. Ως εκ τούτου το εισόδημά της περιορίστηκε μόνο στα ποσά που ελάμβανε για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών από τα αδέρφια της αλλά και από τον καθαρισμό σπιτιών. Από το έτος 2009 (έτος απόλυσης) είναι εγγεγραμμένη σε ταμείο ανεργίας αλλά παρόλα αυτά δεν έχει ανεύρει ακόμα εργασία. Οι μηνιαίες ατομικές δαπάνες διαβίωσης, λαμβανομένης υπόψη και της κατάστασης της υγείας της ανέρχονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου συνολικά σε 600 ευρώ (Ι. Βενιέρης-Θ. Κατσάς, ό.π. σελ. 815). Από την κατάθεση της μάρτυρος (επί λέξει «Εμείς τα αδέρφια της την συντηρούμε») προκύπτει ότι την συντήρηση της αιτούσας που είναι άνεργη έχουν αναλάβει τα δύο αδέρφια της  ήτοι η αιτούσα λαμβάνει μηνιαίως από τα αδέρφια της συνολικά το ποσό των 600 ευρώ προς συντήρησή της εφόσον τόσα είναι και τα έξοδά της μηνιαίως, ποσό το οποίο σύμφωνα με τον νόμο θεωρείται εισόδημα. Από τον καθαρισμό κάποιων οικιών και πολυκατοικιών η αιτούσα σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη της κατάθεσης της μάρτυρος  και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, λαμβάνει μηνιαίως  ως εισόδημα το ποσό περίπου των 135 ευρώ. Περαιτέρω, ως περιουσιακό στοιχείο η αιτούσα έχει μόνον το διαμέρισμα δευτέρου ορόφου επί της οδού …στη Ρόδο, αντικειμενικής αξίας 84.837,38 ευρώ, για την οποία υποβάλλεται αίτημα υπαγωγής της στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του αρθ. 9 παρ. 2 ν. 3869/10 ρύθμιση για εξαίρεση από την εκποίηση. Εξάλλου, από το χρόνο έναρξης της λήψης των δανείων από την αιτούσα μέχρι την έναρξη της οικονομικής κρίσης, υφίστατο ένα κλίμα πιστωτικής ευφορίας της εποχής και υπό το κλίμα αυτό οι τράπεζες συνέβαλαν αποφασιστικά στο δανεισμό των οφειλετών τους διότι παρότι γνώριζαν εν γένει την οικονομική κατάσταση των οφειλετών τους από τα οικονομικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη τους και πάντως ήταν ευχερής σ’ αυτές ο έλεγχός τους, τα οποία μπορούσαν να ζητήσουν αρνούμενες τη χορήγηση των δανείων όχι μόνο δεν απέτρεπαν εν γένει τους οφειλέτες (όπως και την αιτούσα), αλλά αντίθετα, με ευκολία χορήγησαν τα παραπάνω δάνεια, προκαλώντας την ελπίδα και την αισιοδοξία ότι θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτησή τους. Σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας το ίδιο συνέβη και στην περίπτωση της αιτούσας.
Επειδή το προαναφερθέν εισόδημά της αιτούσας (το ποσό που λαμβάνει από τα αδέρφια της συν το ποσό από τον καθαρισμό) συγκρινόμενο με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις, δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών της. Η αδυναμία της αυτή οφείλεται στο μεγάλο αριθμό των δανείων που έχει λάβει και το ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση τους, επίσης στα υψηλά επιτόκια με τα οποία επιβαρύνονται τα καταναλωτικά δάνεια, σε συνδυασμό με την απόλυσή της από την εργασία της και την έκτοτε ανεργία της. Η αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί τουλάχιστο στο εγγύς μέλλον λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας και ασκούμενης δημοσιονομικής πολιτικής, λόγω της αυξημένης ανεργίας και λόγω της ηλικίας της αιτούσας, αλλά και  των συνεχώς αυξανόμενων δανειακών της υποχρεώσεων εξαιτίας της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας. Έτσι συντρέχει στην περίπτωση της αιτούσας μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τις μετέχουσες πιστώτριες τράπεζες
Επειδή από τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι καταρχήν η αιτούσα προέβαινε σε συνεχή υπερβολικό δανεισμό δυσανάλογο της οικονομικής της δυνατότητας γνωρίζοντας μεν ως ενδεχόμενο τη μη δυνατότητα αποπληρωμής πλην όμως έχοντας την ελπίδα μεταγενέστερης δυνατότητας αποπληρωμής, ελπίδα την οποία της προκάλεσαν οι ίδιοι οι δανειστές της που υπό το κλίμα πιστωτικής ευφορίας της εποχής, με ευκολία χορηγούσαν τα παραπάνω δάνεια, προκαλώντας την πεποίθηση και αισιοδοξία ότι θα μπορέσει ο οφειλέτης να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτησή τους. Συνεπώς, ως προς την αορίστως προβληθείσα και αυτεπαγγέλτως ληφθείσα υπόψη ένσταση του δόλου κατά την ανάληψη των δανείων, πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσίαν
Επειδή το Δικαστήριο μπορεί να στηρίξει το διατακτικό και με επάλληλη αιτιολογία (βλ. ΑΠ 951/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ και ΑΠ 481/2005 Δ 2005, 1207) πρέπει να αναφερθεί ότι ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η αιτούσα είχε ενδεχόμενο δόλο κατά τη στιγμή ανάληψης των δανείων ως προς την αποπληρωμή τους, στο δανεισμό της συνέβαλαν αποφασιστικά και οι καθ’ ων τράπεζες, οι οποίες γνώριζαν και αυτές ως ενδεχόμενο την μη αποπληρωμή και την αποδέχτηκαν διότι παρότι ήξεραν εν γένει την οικονομική κατάσταση των οφειλετών τους (όπως και της αιτούσας) από τα οικονομικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη τους και πάντως ήταν ευχερής σ’ αυτές ο έλεγχός τους, τα οποία μπορούσαν να ζητήσουν αρνούμενες τη χορήγηση των δανείων, όχι μόνο δεν απέτρεπαν εν γένει τους οφειλέτες (όπως και την αιτούσα), αλλά αντίθετα ενέπλεξαν τους οφειλέτες τους σε υπερβολικό δανεισμό και σε εξάρτησή τους απ’ αυτόν, συμβάλλοντας σε σημαντικό βαθμό στο οικονομικό τους αδιέξοδο, όπως συνέβη και με την αιτούσα. Άλλωστε, ο οφειλέτης στερείται της επαγγελματικής ικανότητας, της οργάνωσης αλλά και της συναλλακτικής εμπειρίας να υπολογίσει τις οικονομικές παραμέτρους και αναλύσεις, την φερεγγυότητά του και την ικανότητά του να ανταπεξέλθει σε ανακυκλούμενο δανεισμό. Ο πιστωτής είναι αυτός που έχει τα μέσα αλλά και την εμπειρία να αναγνωρίσει την ικανότητα του οφειλέτη να ανταπεξέλθει σε νέα πίστωση, αν και έχει ήδη αναλάβει αρκετές άλλες δανειακές υποχρεώσεις. Συνεπώς, με επάλληλη αιτιολογία, ως προς την αορίστως προβληθείσα και αυτεπαγγέλτως ληφθείσα υπόψη ένσταση του δόλου κατά την ανάληψη των δανείων, πρέπει να απορριφθεί εν όλω κατ’ ουσίαν, επειδή γίνεται κατ’ ουσίαν δεκτή η αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, λαμβανόμενη υπόψη (καταλυτική της ένστασης) αντένσταση της συνυπαιτιότητας των πιστωτριών (βλ. άρ. 300 ΑΚ που αναλογικά εφαρμόζεται σύμφωνα με Βενιέρη, ό.π., 1166., αρ. 327)
Επειδή θα πρέπει να σημειωθεί ότι δε συντρέχει δόλια συμπεριφορά για την περιέλευση του οφειλέτη σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και στην περίπτωση που εξωγενείς παράγοντες, ακόμη και παράγοντες εντός της σφαίρας επιρροής του οφειλέτη, που όμως δεν μπορούσε να προβλέψει και αποτρέψει συνέτειναν στην αδυναμία πληρωμών Ένας τέτοιος παράγοντος είναι η μεταγενέστερη της κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση ανεργίας, καίτοι ο ίδιος (όπως έπραξε η αιτούσα) καταβάλλει προσπάθειες προς ανεύρεση εργασίας, όπως είναι και η εγγραφή στον ΟΑΕΔ και η ανανέωση της κάρτας ανεργίας. Άλλωστε και η επικαλούμενη από την πρώτη και την τρίτη των καθ’ ων δόλια συμπεριφορά εξαιτίας της ανακυκλούμενης χρήσης πιστωτικών προϊόντων προς εξόφληση χρεωστικών υπολοίπων άλλων πιστωτικών προϊόντων του ίδιου οφειλέτη θα πρέπει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία άποψη , την οποία ενστερνίζεται και το παρόν Δικαστήριο, δεν αποτελεί δόλια πράξη η χρήση αναχρηματοδοτήσεων και ανακυκλούμενης πίστωσης για να εξασφαλίσει ο οφειλέτης επίπεδο ζωής ανώτερο εκείνου που του επέτρεπε το εισόδημά του ή πολύ περισσότερο για να καλύψει προηγούμενα χρέη με την προσδοκία ότι θα καλύψει το χρηματοδοτικό κενό (Ι. Βενιέρης- Θ. Κατσάς, ό.π.,σελ. 157, αρ. 304, όπου περαιτέρω παραπομπές σε νομολογία) . Γι’ αυτό στη νομολογία τονίζεται ότι είναι διαφορετικής τάξεως το ζήτημα του κακού υπολογισμού των οικονομικών δυνατοτήτων του οφειλέτη και της εκμετάλλευσης των συνεχών ευκαιριών δανεισμού και αναχρηματοδοτήσεων που οι τράπεζες χορηγούσαν αφειδώς στους καταναλωτές οι οποίοι εμπλέχθηκαν σε διαδικασίες κατά κανόνα άγνωστες, για να εγκλωβιστούν και να αδυνατούν να ανταπεξέλθουν, ώστε η Πολιτεία να αναγκαστεί, προ του διογκωμένου κοινωνικού προβλήματος, να θεσπίσει τον ν. 3869/2010 (ΕιρΝικαιας 60/2012). Κατόπιν των παραπάνω πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσίαν η ένσταση περί ύπαρξης δόλου και ως προς την μεταγενέστερη  περιέλευση σε αδυναμία πληρωμών.
Σύμφωνα με τα προλεχθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την ένταξή της στις ρυθμίσεις του νόμου 3869/2010 και πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα ρύθμισης των οφειλών. Έτσι, η ρύθμιση των χρεών της θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις πιο πάνω πιστώτριες από τα εισοδήματα της επί πέντε χρόνια.
Ενόψει των παραπάνω και λαμβανομένων υπόψη του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών, των βασικών βιοτικών αναγκών της αιτούσας στις οποίες περιλαμβάνονται τα έξοδα για τροφή, ένδυση, ηλεκτροφωτισμό, ύδρευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, το προς διάθεση στις μετέχουσες ποσό πρέπει να οριστεί σε 135 ευρώ, όπως προτείνεται και στο σχέδιο διευθέτησης. Το ποσό αυτό προκύπτει ως εξής: Το ποσό των μηνιαίων δαπανών διαβίωσης της αιτούσας είναι 600 ευρώ. Το μηνιαίο εισόδημα της αιτούσας είναι 735 ευρώ (600 ευρώ το ποσό που λαμβάνει από τα δύο αδέρφια της για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσής της και 135 ευρώ το εισόδημα από τον καθαρισμό οικιών). Μετά από την αφαίρεση 600 ευρώ από τα 735 ευρώ προκύπτει το ποσό των 135 ευρώ το οποίο μπορεί να διατεθεί μηνιαίως προς σύμμετρη ικανοποίηση των χρεών της οφειλέτριας.
Περαιτέρω, παρόλο που στο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών το συνολικό ποσό που ζητεί η αιτούσα να πληρώνει προς τους πιστωτές της είναι 135 ευρώ συνολικά (100+5+20+30), δεν έχει υπολογίσει με σύμμετρο τρόπο τα ποσά που ζητεί να πληρώνει προς την κάθε τράπεζα. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο πρέπει να ορίσει τη σύμμετρη ικανοποίηση των πιστωτών.
Συγκεκριμένα, το συνολικό ποσό των οφειλών της αιτούσας ανέρχεται σε ποσό 315.190,26 ευρώ, το οποίο αναλύεται ως εξής: 218.629,25 προς …, 78.894,09 προς …, 3.398,09 προς …. και 14.268,83 προς ….  Η αιτούσα πρέπει να διαθέτει επί πενταετία το άτοκο ποσό των 135 ευρώ για τη σύμμετρη ικανοποίηση των παραπάνω χρεών, καταβάλλοντας αυτό απευθείας προς τις Τράπεζες ως εξής: προς ..τράπεζα 93,64 ευρώ, προς τράπεζα το ποσό των 33,79 ευρώ, προς το ποσό των 1,45 ευρώ και προς ποσό 6, 11 ευρώ. Η καταβολή των παραπάνω ποσών θα αρχίσει μέσα στο πρώτο τριήμερο του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης
Επίσης η αιτούσα θα πρέπει να ενταχθεί και στη ρύθμιση του αρθ. 9 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η πιο πάνω κύρια κατοικία της, δηλαδή ένα διαμέρισμα δευτέρου ορόφου ένα διαμέρισμα δευτέρου ορόφου επιφάνειας 108 τ.μ., επί της οδού …, έτους κατασκευής 1977, επί του οποίου η αιτούσα έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας 100%, αντικειμενικής αξίας 84.837,38 (…)  και χρησιμοποιεί αυτό ως κύρια κατοικία της, μέρους του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας, η καταβολή του οποίου είναι υποχρεωτική από το νόμο (βλ. Ειρ.Πατρ. 407/13, 265/14 ΝΟΜΟΣ, Αθ. Κρητικός «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων» 3η εκδ. σελ. 338 επ.).  Η αντικειμενική αυτή αξία δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού απόκτησης πρώτης κατοικίας για ένα άτομο άγαμο, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Συντρέχουν επομένως στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στη ρύθμιση του άρθρου. 9 παρ. 2 ν. 3869/2010. Το ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας, που αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό του ποσού των μηνιαίων δόσεων ανέρχεται σε 67.869,904  (84.837,38 επί 80%) στο οποίο ποσό εξαντλείται η υποχρέωση της αιτούσας. Όσον αφορά το χρόνο αποπληρωμής του ποσού αυτού των 67.869,904  ευρώ, θα πρέπει να οριστεί σε 20 χρόνια. Έτσι το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 282,79 ευρώ, δηλαδή 67.869,904: 240 (20 χρόνια X 12). Παράλληλα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου θα πρέπει προς διευκόλυνσή της να της χορηγηθεί περίοδος χάριτος πέντε ετών, ώστε στο μεσοδιάστημα  να μη συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση με την πιο πάνω των καταβολών επί πενταετία. Η καταβολή λοιπόν των δόσεων για τη διάσωση της κατοικίας της θα ξεκινήσει την 1η ημέρα του 1ου μήνα μετά τη λήξη της πενταετίας των καταβολών, θα έχει διάρκεια 20 χρόνων (240 δόσεις) και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας θα ικανοποιηθεί προνομιακά η απαίτηση της «Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος» από την υπ αριθμ  4101586489 σύμβαση του στεγαστικού δανείου, που είναι εξοπλισμένη με προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο της αιτούσας, το υπόλοιπο της οποίας μετά το συνυπολογισμό των μηνιαίων καταβολών επί 5ετία της ρύθμισης του αρθ. 8 παρ. 2 της αιτούσας (93,64 ευρώ επί 60 μήνες ίσον 5.618,4 ευρώ) είναι 180.266,35 – 5.618,4 = 174.647,95 ευρώ ήτοι υπερβαίνει σημαντικά το ποσό των 67.869,904 ευρώ δηλαδή το 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας.
Με την εξάντληση του ποσού του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί το υπόλοιπο των απαιτήσεων των μετεχουσών πιστωτριών από τις παραπάνω συμβάσεις, γιατί δεν μπορεί από το νόμο να επιβληθεί άλλη υποχρέωση στην αιτούσα.
Κατά συνέπεια των παραπάνω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση ρύθμισης των οφειλών ως βάσιμη και στην ουσία της  και να ρυθμιστούν τα χρέη της αιτούσας με σκοπό την απαλλαγή της με την τήρηση των όρων της ρύθμισης, εξαιρουμένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην της 2ης και 4ης των καθών και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων την αίτηση
Δέχεται  εν μέρει την αίτηση
Απορρίπτει ό, τι κρίθηκε απορριπτέο
Ρυθμίζει τα χρέη της αιτούσας προς τις καθών πιστώτριες της με άτοκες καταβολές επί πενταετία ποσού 135 ευρώ για τη σύμμετρη ικανοποίηση των παραπάνω χρεών, καταβάλλοντας αυτό απευθείας προς τις Τράπεζες ως εξής: προς .. τράπεζα 93,64 ευρώ, προς … τράπεζα το ποσό των 33,79 ευρώ, προς … το ποσό των 1,45 ευρώ και προς … ποσό 6, 11 ευρώ. Η καταβολή των παραπάνω ποσών θα αρχίσει μέσα στο πρώτο τριήμερο του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης

Δέχεται το αίτημα της εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της αιτούσας δηλαδή ενός διαμερίσματος δευτέρου ορόφου επιφάνειας 108 τ.μ., επί της οδού …, έτους κατασκευής 1977, επί του οποίου η αιτούσα έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας 100%, αντικειμενικής αξίας 84.837,38

Επιβάλλει στην αιτούσα για την διάσωση της ως άνω κύριας κατοικίας της να καταβάλλει μηνιαία δόση που ανέρχεται σε 282,791 ευρώ. Η καταβολή των δόσεων για τη διάσωση της κατοικίας της θα ξεκινήσει την 1η ημέρα του 1ου μήνα μετά τη λήξη της πενταετίας των καταβολών, θα έχει διάρκεια 20 χρόνων (240 μηνιαίες δόσεις) και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στην Ρόδο  στο ακροατήριο του στις 8-11-2016 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.


Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                                                   Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε, αναφορικά με τα σχόλια που δημοσιεύονται ότι:
1) Δε θα δημοσιεύονται δυσφημιστικά και εξυβριστικά σχόλια
2) Δε θα δημοσιεύονται ΑΣΧΕΤΑ σχόλια σε ΑΣΧΕΤΕΣ αναρτήσεις
3) Δε θα δημοσιεύονται επαναλαμβανόμενα σχόλια στην ίδια ανάρτηση
4) Δε θα δημοσιεύονται σχόλια σε Greeklish


5) Σχόλια σε ενυπόγραφα άρθρα θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.
6) Σχόλια σε ενυπόγραφο σχόλιο θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.

7) ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ "ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ"