Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

ΑΠ ποιν. 151/2025 ΑΝΑΒΟΛΗ για λόγους υγείας Δεν αρκεί βεβαίωση από ιδιώτη ιατρό

Απόφαση 151 / 2025    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 151/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι.-Π.-Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 278/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου.



Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μεσολογγίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2024 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17.09.2024 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 6238/2024, και οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 17-9-2024 αίτηση του Ι.-Π.-Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 278/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και τον καταδίκασε για το αδίκημα της αντιποίησης υπηρεσίας θρησκευτικού λειτουργού (άρθρ.175 παρ.1-2 του ΠΚ), σε χρηματική ποινή ενενήντα (90) ημερήσιων μονάδων προς πέντε ευρώ εκάστη, ασκήθηκε νομότυπα, με το από 17-9-2024 δικόγραφο δήλωσης αναίρεσης που υπογράφεται από τον ίδιο, το οποίο επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στις 17-9-2024, και εμπρόθεσμα στις 17-9-2024, εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας, αναστελλομένης κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2024 έως 31-8-2024 (άρθρ.473 παρ.4 ΚΠΔ), από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη η προσβαλλομένη απόφαση, την 1η-8-2024, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, κατά τη σχετική επ'αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ.1, 2, 3, 474 παρ.2 Α και 4, 505 παρ.1 περ. α' του ΚΠΔ). Η κρινόμενη αίτηση περιέχει επί πλέον σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους (άρθρ.474 παρ.4 ΚΠΔ) για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.Α' σε συνδ.με άρθρ.171 παρ.δ' ΚΠοινΔ και 6 ΕΣΔΑ, 14 ΔΣΑΠΔ, Δ', Ε' και Θ' του ΚΠΔ). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.

Σύμφωνα με το άρθρο 175 παρ.1 -2 του προϊσχύσαντος ΠΚ, όποιος με πρόθεση αντιποιείται την άσκηση κάποιας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για την αντιποίηση της άσκησης υπηρεσίας λειτουργού της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού ή άλλης θρησκείας γνωστής στην Ελλάδα. Με τον ισχύοντα από 1-7-2019 νέο ΠΚ, στην ανωτέρω διάταξη διατηρήθηκε η προαναφερθείσα αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τιμωρείται όμως αυτό πλέον με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας.

Συνεπώς η τελευταία είναι επιεικέστερη της προϊσχύσασας, εφαρμόστηκε δε και στην παρούσα υπόθεση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' άρθρ. 2 παρ.1 ΠΚ. Προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η αυθεντία της κρατικής εξουσίας και όχι η θρησκεία ή η χριστιανική πίστη κ.λπ. (ΑΠ 944/1999). Ειδικότερα με το άρθρο 175 παρ.2 ΠΚ προστατεύεται η αυθεντική άσκηση της υπηρεσίας του λειτουργού της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού ή άλλης θρησκείας γνωστής στην Ελλάδα (ΑΠ 1053/1998, ΑΠ 1126/1988). Απαιτείται ο δράστης να αντιποιηθεί την άσκηση υπηρεσίας λειτουργού της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ή άλλης θρησκείας γνωστής στην Ελλάδα, τέτοια δε αντιποίηση αποτελεί η εμφάνιση κάποιου ως φορέα ιδιότητας λειτουργού της Εκκλησίας αυτής και η άσκηση υπηρεσίας την οποία μόνον ο λειτουργός της Εκκλησίας ασκεί, όπως μεταξύ άλλων η άσκηση ιερατικών καθηκόντων (ιεροπραξιών, μυστηρίων κ.λπ.). Ο δράστης δηλαδή πρέπει να ενεργήσει πράξη που κατά τους κανόνες της Εκκλησίας προσήκει μόνο σε ιερωμένο της, όπως θεία λειτουργία, μυστήρια, χειροτονία ιερέα κ.λπ. (ΑΠ 917/2005, ΑΠ 672/1988). Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης κληρικός ο οποίος καταδικάστηκε σε ποινή καθαίρεσης με τελεσίδικη απόφαση του αρμοδίου εκκλησιαστικού δικαστηρίου, ιερουργών ή τελών ιερά μυστήρια, διαπράττει το προβλεπόμενο από το άρθρο 175 παρ.2-1 ΠΚ αδίκημα (Ολ ΑΠ 378/1980, ΑΠ 917/2005), η τελεσίδικη δε απόφαση του αρμόδιου Συνοδικού Δικαστηρίου αποτελεί δεδικασμένο για τα τακτικά δικαστήρια (Ολ ΑΠ 378/80). Επίσης, αρκεί και η άσκηση καθαρά διοικητικών καθηκόντων που έχουν κατά το νόμο ανατεθεί στον ιερωμένο ή συνδέονται ατενώς με την φύση του λειτουργήματος του και αρμόζουν αποκλειστικά στο νόμιμο λειτουργό της (ΑΠ 1133/1999).

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 127/2022, ΑΠ 212/2022, ΑΠ 210/2022, ΑΠ 872/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του με αριθμό 278/2024, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μεσολογγίου, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "Από τις καταθέσεις των τριών μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι εξετάσθηκαν ενόρκως σε αυτό το Δικαστήριο, από τα ενσωματωμένα στην εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τα αναφερόμενα στην εκκαλουμένη απόφαση έγγραφα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στις 5-8-2018 και 6-8-2018, στη Σκάλα Ναυπακτίας, με πρόθεση αντιποιήθηκε την άσκηση υπηρεσίας λειτουργού της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού και συγκεκριμένα κατά τους προαναφερόμενους χρόνους και τόπο, ο κατηγορούμενος μολονότι είχε καθαιρεθεί σύμφωνα με την με αριθμό 20/2014 απόφαση του δευτεροβάθμιου Συνοδικού Δικαστηρίου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπως τούτο καταθέτει με σαφήνεια και ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας και δεν μπορούσε να προβαίνει στην τέλεση μυστηρίων εκπροσωπώντας ως λειτουργός την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, προέβη στην τέλεση της θείας λειτουργίας εντός της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω αποδειχθέντων πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξεως της παράβασης του άρθρου 175 ΠΚ.).

Ακολούθως, το ως άνω δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο με το ακόλουθο, επί λέξει, διατακτικό:

"Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι στις 5-8-2018 και 6-8-2018, στη Σκάλα Ναυπακτίας, με πρόθεση αντιποιήθηκε την άσκηση υπηρεσίας λειτουργού της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού και συγκεκριμένα, κατά τους προαναφερόμενους χρόνους και τόπο, ο κατηγορούμενος καθηρημένος μοναχός, προέβη στην τέλεση θείας λειτουργίας εντός της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.", και στη συνέχεια τον καταδίκασε σε χρηματική ποινή ενενήντα (90) ημερήσιων μονάδων προς πέντε (5) ευρώ εκάστη. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασής του, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της παραπάνω ποινικής διάταξης του άρθρου 175 παρ.2-1 ΠΚ και με σαφή, χωρίς αντιφάσεις και πλήρη αιτιολογία, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για το αδίκημα της αντιποίησης υπηρεσίας θρησκευτικού λειτουργού, και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη. Και τούτο διότι η προεκτεθείσα συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ο οποίος δεν φέρει την ιδιότητα του λειτουργού της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, διότι είχε καθαιρεθεί σύμφωνα με απόφαση του δευτεροβάθμιου Συνοδικού Δικαστηρίου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, αρμόζει μόνο, κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου, σε πρόσωπο που νομίμως φέρει την συγκεκριμένη ιδιότητα. Η τέλεση δε της θείας λειτουργίας είναι το κατ' εξοχήν έργο του κληρικού και πυρήνας της χριστιανικής ορθόδοξης λατρείας, ενώ στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του ανωτέρω αδικήματος είναι η άσκηση υπηρεσίας θρησκευτικού λειτουργού, εν προκειμένω κληρικού (ιερέως) της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, από πρόσωπο που δεν φέρει την ιδιότητα αυτή ή έχει καθαιρεθεί τελεσίδικα από το αρμόδιο Εκκλησιαστικό Συνοδικό Δικαστήριο. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ο αναιρεσείων, προέβη στην τέλεση της θείας λειτουργίας εντός της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, μολονότι είχε καθαιρεθεί σύμφωνα με την με αριθμό 20/2014 απόφαση του δευτεροβάθμιου Συνοδικού Δικαστηρίου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, και δεν μπορούσε να προβαίνει στην άσκηση ιερατικών καθηκόντων, όπως είναι η τέλεση θείας λειτουργίας, που κατά τους κανόνες της Εκκλησίας είναι ιερατικό καθήκον και προσήκει μόνο σε ιερωμένο της, εμφανισθείς ως λειτουργός της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ασκώντας έτσι υπηρεσία την οποία μόνον ο λειτουργός της Εκκλησίας αυτής ασκεί. Η συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος συνιστά αντιποίηση άσκησης υπηρεσίας θρησκευτικού λειτουργού της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού και στοιχειοθετεί το αδίκημα του άρθρου 175 παρ.2-1 Π.Κ. και δεν συνιστά απλή ενάσκηση θρησκευτικών καθηκόντων- πεποιθήσεων, δηλαδή δεν πρόκειται για άσκηση του σχετικού δικαιώματος που προστατεύεται στο άρθρο 13 του Συντάγματος και το άρθρο 9 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α, διότι η τέλεση της θείας λειτουργίας στην ορθόδοξη λατρεία, όπως εν προκειμένω, είναι πράξη που κατά τους κανόνες της Εκκλησίας προσήκει μόνο σε ιερωμένο της, είναι δηλαδή αποκλειστικό έργο των κληρικών και δεν μπορεί να τελεστεί τόσο από τους απλούς πιστούς όσο και από καθαιρεμένους κληρικούς, ώστε να θεωρηθεί ενάσκηση θρησκευτικής τους πεποίθησης, και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Ούτε επίσης, η ως άνω καταδίκη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου αντίκειται στο άρθρ. 13 του Συντάγματος και στο άρθρ. 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αφού δι` αυτής δεν παρακωλύεται η ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων του κατηγορουμένου με οποιοδήποτε τρόπο, αλλά μόνο η εκ μέρους του παράνομη άσκηση υπηρεσίας θρησκευτικού λειτουργού (ιερωμένου της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού) την ιδιότητα του οποίου ο ίδιος σύμφωνα με το νόμο δεν έφερε.

Συνεπώς οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που ανάγονται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερόμενης ουσιαστικής ποινικής διάταξης, σε συνδυασμό προς τις λοιπές ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, είναι αβάσιμες. Κατ` ακολουθίαν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρ. 175 ΠΚ, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 349 παρ.1 ΚΠΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Το σημαντικό αίτιο μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε ακόμη και όταν αφορά το πρόσωπο του διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 340 ιδίου Κώδικα. Ο σοβαρός λόγος υγείας αποδεικνύεται αποκλειστικά με ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος ή ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, η ακρίβεια της οποίας ελέγχεται με οποιονδήποτε τρόπο κατά την κρίση του δικαστηρίου. Η διάταξη του άρθρου 349 παρ.1 εδ.γ' ΚΠΔ, αντικαταστάθηκε ως ανωτέρω, με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, με το άρθρο 41 Ν.4947/2022, προκειμένου να αποφευχθεί η καταχρηστική άσκηση του εν λόγω αιτήματος που βασιζόταν σε βεβαιώσεις ιδιωτών ιατρών. Για τον λόγο αυτό θεσπίστηκε ότι για την απόδειξη σοβαρού λόγου υγείας το σχετικό πιστοποιητικό προέρχεται από δημόσιο φορέα (ιατροί πρωτοβάθμιας φροντίδας δηλ. κέντρων υγείας κ.λπ.) ή πρόκειται για πιστοποιητικό νοσηλείας από νοσηλευτικό ίδρυμα (δημόσιο ή ιδιωτικό θεραπευτήριο) και δεν αρκεί πλέον η γνωμάτευση ιδιώτη ιατρού. Σε κάθε περίπτωση πάντως, δίδεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να ελέγξει, κατά την κρίση του, με οποιοδήποτε τρόπο, την ακρίβεια της συγκεκριμένης απαιτούμενης πιστοποίησης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε σημείο, ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο.

Εξάλλου η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, δηλαδή στην καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε (Α.Π. 1336/2022, Α.Π.1306/2020). Έτσι και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης κατ'αρθρ.349 παρ.1 ΚΠΔ για σοβαρούς λόγους υγείας του κατηγορουμένου ή για λόγους ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, παρότι η παραδοχή ή η απόρριψη της σχετικής αίτησης εναπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 7/2005, ΑΠ 1300/2023). Η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, καθώς και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική του ανωτέρω αιτήματος κρίση του, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω αίτημα υποβλήθηκε παραδεκτώς και είναι ορισμένο, διαφορετικά δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα για την απορριπτική του κρίση, δεν απαιτείται δε πανηγυρική απόρριψη, αλλά μπορεί να συναχθεί αυτή εξ όλων των δεκτών γενομένων περιστατικών ως αποδειχθέντων (ΑΠ 248/2023, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1253/2019). Επιπλέον, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής της δίκης, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, κατά τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, και 14 παρ.2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα, που αποτελούν εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχουν αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναίρεσης, καθώς και τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ίδιου κώδικα λόγο αναίρεσης της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορουμένου, εφόσον το δικαστήριο, απορρίπτοντας το παραδεκτώς υποβληθέν αίτημα για αναβολή της δίκης αναιτιολόγητα ή χωρίς απάντησή του, προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και τον καταδικάζει (ΑΠ 248/2023, ΑΠ 1336/2022, ΑΠ 458/2022, ΑΠ 225/2021, ΑΠ 21/2020). Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του Κ.Ποιν.Δ, θεσπίζεται ως λόγος αναίρεσης της απόφασης και η υπέρβαση εξουσίας. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται με τη θετική και την αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που απαιτούνται κατά το νόμο για την άσκηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, αρνητική δε υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο παραλείπει να ασκήσει δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκησή της προϋποθέσεις (Ολ.Α.Π.2/2014, Α.Π.65/2023, Α.Π.48/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μεσολογγίου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ουσίας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασής του, με την παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία και συμπροσβάλλεται με την με αριθμό 278/10-4-2024 καταδικαστική απόφαση (άρθρ.504 παρ.4 ΚΠΔ), απέρριψε αίτημα αναβολής του αναιρεσείοντος για λόγους υγείας. Ειδικότερα, κατά την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης κατά τη συνεδρίαση της 10-4-2024 αναγνώσθηκε, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, το από 10-4-2024 έγγραφο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου που είχε αποσταλεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Μεσολογγίου, με αίτημα την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για λόγους υγείας. Επιπλέον δε αναγνώσθηκε και η επισυναφθείσα από 9-4-2024 ιατρική γνωμάτευση του ειδικού παθολόγου Θ. Τ. περί αναγκαιότητας κατ' οίκον παραμονής του κατηγορουμένου για δύο ημέρες. Ακολούθως το ως άνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το ως άνω αίτημα, μετά την παράθεση νομικής σκέψης, με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος απέστειλε στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Μεσολογγίου, το με ημερομηνία 10-4-2024 έγγραφο αίτημά του περί αναβολής της υπόθεσης για λόγους υγείας, επισυνάπτοντας σε αυτό τη με ημερομηνία 9-4-2024 ιατρική γνωμάτευση του ειδικού παθολόγου Θ. Τ., πλην όμως από την επισκόπηση της εν λόγω γνωμάτευσης δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω γιατρός είναι ιατρός πρωτοβάθμιας φροντίδας, με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται ο περιεχόμενος σε αυτήν (γνωμάτευση) σοβαρός λόγος υγείας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 349 παρ.1 ΚΠΔ, το οποίο για την απόδειξη του σοβαρού λόγου υγείας απαιτεί αποκλειστικά ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος ή ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί το σχετικά υποβληθέν αίτημα περί αναβολής της κρινόμενης υπόθεσης.". Με αυτά που δέχτηκε το άνω Δικαστήριο της ουσίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απόρριψη του συγκεκριμένου αιτήματος αναβολής κατ' αρθρ.349 παρ.1 ΚΠΔ, την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρ. 93 παρ.3 του Συντ και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκθέτοντας, με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, τους λόγους που το οδήγησαν στην ανωτέρω απορριπτική κρίση του. Ειδικότερα, μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το δικαστήριο, και τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και διαμόρφωσαν την κρίση του αιτιολογώντας με αναλυτικό τρόπο και με συγκεκριμένες σκέψεις, τη δικανική του πεποίθηση. Πιο συγκεκριμένα το Δικαστήριο, μετά από ανάγνωση και εκτίμηση του αποδεικτικού μέσου που είναι ικανό και αποκλειστικά αναγκαίο προς απόδειξη του σοβαρού λόγου υγείας, σύμφωνα με τη ισχύουσα πλέον διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 349 παρ.1εδ. γ' ΚΠΔ, και που μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλονότι η από 9-4-2024 ιατρική γνωμάτευση του ιδιώτη ειδικού παθολόγου Θ. Τ., με τις αιτιολογίες ότι από την επίμαχη αυτή ιατρική πιστοποίηση ελλείπει το καίριο τυπικό στοιχείο αυτής, δηλαδή η έκδοσή της είτε από νοσηλευτικό ίδρυμα είτε από ιατρό (δημόσιας) πρωτοβάθμιας φροντίδας αφού ο εκδότης της, όπως αναγράφεται στο ίδιο το έγγραφο, είναι ιδιώτης ιατρός, κατέληξε στην κρίση ότι δεν μπορεί να γίνει τυπικά δεκτή ώστε, ακολούθως, να προχωρήσει στην ουσιαστική εκτίμησή της ως προς το βάσιμο ή μη του περιεχομένου της και περαιτέρω να δυνηθεί, κατά την κρίση του, να ελέγξει την ακρίβεια των αναγραφομένων σε αυτή, δεν αντίκειται δε στα άρθρα 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 20 του Συντάγματος, η απαίτηση της διάταξης του ως άνω άρθρου 349 παρ.1 εδ.γ' ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροπ.με το άρθρο 41 Ν.4947/2022, ότι για την απόδειξη σοβαρού λόγου υγείας το σχετικό πιστοποιητικό πρέπει να προέρχεται από δημόσιο φορέα (ιατροί πρωτοβάθμιας φροντίδας δηλ. κέντρων υγείας κ.λπ.) ή να πρόκειται για πιστοποιητικό νοσηλείας από νοσηλευτικό ίδρυμα (δημόσιο ή ιδιωτικό θεραπευτήριο), και δεν αρκεί πλέον η γνωμάτευση ιδιώτη ιατρού, διότι τούτο έγινε προκειμένου να αποφευχθεί η καταχρηστική άσκηση του εν λόγω αιτήματος που βασιζόταν σε βεβαιώσεις ιδιωτών ιατρών, σε κάθε περίπτωση πάντως, δίδεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να ελέγξει, κατά την κρίση του, με οποιοδήποτε τρόπο, την ακρίβεια της συγκεκριμένης απαιτούμενης πιστοποίησης. Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας, μετά την αιτιολογημένη απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος του κατηγορουμένου, ορθώς και χωρίς να υποπέσει στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, προχώρησε στην έρευνα της υπόθεσης, χωρίς να παραβιαστούν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα και το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη, και χωρίς να παραβιαστούν τα από το άρθρο 6 παρ.1, 2, 3 της ΕΣΔΑ, 20 παρ.1 του Συντάγματος και 14 του ΔΣΑΠΔ δικαιώματά του. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α', Δ' , Θ' του Κ.Ποιν.Δ. ερευνώμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης των διατάξεων που καθορίζουν την εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και δίκαιη δίκη και για υπέρβαση εξουσίας, ως προς την απόρριψη του αιτήματος για αναβολή της δίκης κατ' άρθρ. 349 ΚΠΔ και εκδίκασης της υπόθεσης και καταδίκης του, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν.5090/2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-9-2024 αίτηση του Ι.- Π. - Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμ. 278/2024 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

https://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=17KA8WMR4NDUEMBN9L7U93IVMS7IM6&apof=151_2025&info=%D0%CF%C9%CD%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C6 

Δεν υπάρχουν σχόλια: