Παντελής Αντ. Μαρκούλης
Δικηγόρος
ΜΔΕ «Εμπορικό Δίκαιο» (ΑΠΘ)
ΜΔΕ «Ποινικές και Εγκληματολογικές Επιστήμες» (ΑΠΘ)
υπ. ΔΝ (Albert-Ludwigs-Universität Freiburg)
Α. Οι τρόποι τέλεσης του ά. 197 §1 περ. α’ – δ’ ΠτΚ
Στη διάταξη του άρθρου 197 §1 στ. α’-δ’ ΠτΚ τυποποιούνται, σύμφωνα με μία άποψη[1], δόλιες πράξεις μείωσης, εξαφάνισης ή απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων που εμπίπτουν στην πτωχευτική περιουσία, δηλ. δόλιες πράξεις αυτοπροσβολής κατά κανόνα της περιουσίας του οφειλέτη. Στη θέση αυτή μπορεί να αντιταχθεί ότι δεν ευσταθεί για όλες τις συμπεριφορές που περιέχονται στις πιο πάνω διατάξεις, επειδή μεταξύ αυτών συναντάται, όπως θα δούμε, και η παρασιώπηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, η οποία δεν συνιστά αυτοπροσβολή (αυτοβλάβη ή αυτοδιακινδύνευση) της περιουσίας του. Η αντίρρηση αυτή είναι ορθή και καταδεικνύει την έλλειψη συστηματικής συνέπειας του ά. 197 §1 ΠτΚ.
Στο πρώτο αυτό μέρος της εργασίας εξετάζονται αναλυτικά οι τρόποι τέλεσης του ά. 197 § περ. α’ – δ’ ΠτΚ. Αρχικά εκτίθεται το ισχύον σήμερα στη Χώρα μας νομοθετικό πλαίσιο, ενώ παράλληλα παρουσιάζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του γερμΠΚ (StGB), οι οποίες αποτέλεσαν πρότυπο για τον Έλληνα νομοθέτη και η ερμηνεία των οποίων από τα γερμανικά δικαστήρια είναι χρήσιμη για την ερμηνεία των αντίστοιχων διατάξεων του Ν. 4738/2020.
Ι. Νομοθετικό πλαίσιο
1. Ισχύων Πτωχευτικός Κώδικας (Ν. 4738/2020)
Στο ά. 197 §1 στ. α’-δ’ του νέου Πτωχευτικού Κώδικα (Ν. 4738/2020) τυποποιούνται, ως ακολούθως, οι εξής τρόποι πραγμάτωσης του εγκλήματος της χρεοκοπίας:
«1. Με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, κατά την ύποπτη περίοδο, όπως αυτή προσδιορίζεται με την πτωχευτική απόφαση, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρο 81 ή και έξι (6) μήνες πριν ή και μετά την κήρυξη της πτώχευσης οποτεδήποτε:
α. εξαφανίζει ή παρασιωπά περιουσιακά του στοιχεία που σε περίπτωση πτώχευσης εμπίπτουν στην πτωχευτική περιουσία ή κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας που ασκούσε, ματαιώνει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τρίτων, βλάπτει ή καθιστά αυτά χωρίς αξία,
β. καταρτίζει ζημιογόνες ή κερδοσκοπικές ή ριψοκίνδυνες δικαιοπραξίες πάσης φύσεως, ακόμα και επί χρηματοοικονομικών παραγώγων, κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης, ή διαθέτει υπερβολικά ποσά σε παίγνια, στοιχήματα ή σε αντιοικονομικές δαπάνες ή συνάπτει χρέη για τους σκοπούς αυτούς,
γ. προμηθεύεται εμπορεύματα ή αξιόγραφα με πίστωση, τα οποία, ή τα πράγματα που κατασκευάζει με αυτά, διαθέτει ή παραχωρεί σε τιμές ουσιωδώς κάτω της αξίας τους, κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης,
δ. παριστά ψευδώς ότι είναι οφειλέτης άλλων ή αναγνωρίζει ανύπαρκτα δικαιώματα τρίτων».
2. Συγκριτική επισκόπηση γερμανικού δικαίου
Στη γερμανική έννομη τάξη, το έγκλημα της χρεοκοπίας (Bankrott) τυποποιείται στην παράγραφο 283 του γερμΠΚ (§283 StGB). Παρατηρείται ότι ο Έλληνας νομοθέτης εμπνεύστηκε από την παραπάνω διάταξη του γερμΠΚ, μεταφέροντάς τη σχεδόν αυτούσια στην ελληνική έννομη τάξη. Η τυποποίηση του εγκλήματος της χρεοκοπίας στην §283 StGB έχει ως εξής:
«(1) Mit Freiheitsstrafe bis zu fünf Jahren oder mit Geldstrafe wird bestraft, wer bei Überschuldung oder bei drohender oder eingetretener Zahlungsunfähigkeit
1. Bestandteile seines Vermögens, die im Falle der Eröffnung des Insolvenzverfahrens zur Insolvenzmasse gehören, beiseiteschafft oder verheimlicht oder in einer den Anforderungen einer ordnungsgemäßen Wirtschaft widersprechenden Weise zerstört, beschädigt oder unbrauchbar macht,
2. in einer den Anforderungen einer ordnungsgemäßen Wirtschaft widersprechenden Weise Verlust- oder Spekulationsgeschäfte oder Differenzgeschäfte mit Waren oder Wertpapieren eingeht oder durch unwirtschaftliche Ausgaben, Spiel oder Wette übermäßige Beträge verbraucht oder schuldig wird,
3. Waren oder Wertpapiere auf Kredit beschafft und sie oder die aus diesen Waren hergestellten Sachen erheblich unter ihrem Wert in einer den Anforderungen einer ordnungsgemäßen Wirtschaft widersprechenden Weise veräußert oder sonst abgibt,
4. Rechte anderer vortäuscht oder erdichtete Rechte anerkennt. […]
(2) Ebenso wird bestraft, wer durch eine der in Absatz 1 bezeichneten Handlungen seine Überschuldung oder Zahlungsunfähigkeit herbeiführt. […]
(6) Die Tat ist nur dann strafbar, wenn der Täter seine Zahlungen eingestellt hat oder über sein Vermögen das Insolvenzverfahren eröffnet oder der Eröffnungsantrag mangels Masse abgewiesen worden ist».
Η ερμηνεία της αντίστοιχης γερμανικής διάταξης από τη νομολογία του Ανωτάτου Γερμανικού Ακυρωτικού (Bundesgerichtshof – BGH) και τη γερμανική επιστήμη αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για την ερμηνεία των αντίστοιχων ελληνικών ρυθμίσεων.
ΙΙ. Προστατευόμενο έννομο αγαθό
Το προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι, κατά μία άποψη[2], η πτωχευτική περιουσία, η οποία είναι υπέγγυα για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πτωχευτικών πιστωτών και των πιστωτών της ομάδας (ομαδικών πιστωτών). Ανεξάρτητα από την ταυτότητα της πτωχευτικής περιουσίας ως προστατευόμενου εννόμου αγαθού, η οριοθέτηση της έννοιάς της καθίσταται σημαντική και για την πλήρωση της α.υ. του εγκλήματος της χρεοκοπίας, δεδομένου ότι αποτελεί στοιχείο για την πλήρωση ορισμένων τρόπων τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος.
Κατ’ άλλη άποψη, με τις ποινικές διατάξεις περί χρεοκοπίας προστατεύεται η ομάδα των πιστωτών του πτωχού[3]. Κατ’ άλλη, εν μέρει συγκλίνουσα και εν μέρει αποκλίνουσα από τη δεύτερη, άποψη, με τις ποινικές διατάξεις περί χρεοκοπίας προστατεύονται τα ατομικά περιουσιακά δικαιώματα των πτωχευτικών πιστωτών[4].
Το τι ανήκει στην πτωχευτική περιουσία ορίζει ο ΠτΚ (ά. 92). Η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας που ανήκει στον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης, οπουδήποτε και αν βρίσκεται (ά. 92 §1 ΠτΚ).
Στη γερμανική θεωρία υποστηρίζεται ότι προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι τα περιουσιακά συμφέροντα του συνόλου των πιστωτών του πτωχού (Vermögensinteressen der Gläubigergesamtheit des krisenbetroffenen Unternehmers) και η δυνατότητα λειτουργίας της πιστωτικής οικονομίας (Schutz der Funktionsfähigkeit der Kreditwirtschaft)[5]. Το Γερμανικό Ακυρωτικό δεν έχει υιοθετήσει κάποια σταθερή θέση. Το 5ο ποινικό τμήμα του Γερμανικού Ακυρωτικού (5. Strafsenat BGH) θεώρησε ως έννομο αγαθό το συμφέρον των πιστωτών για εντελή ή όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ικανοποίηση των απαιτήσεών τους[6]. Αντίθετα, το 3ο ποινικό τμήμα του Γερμανικού Ακυρωτικού (3. Strafsenat BGH) αναγνωρίζει ως έννομα αγαθά την πτωχευτική περιουσία (Insolvenzmasse) και την προστασία του οικονομικού συστήματος (Schutz des gesamtwirtschaftlichen Systems) (!)[7].
Με τον Ν. 4818/2021 αναμορφώθηκε η παρ. 2 του ά. 92 ΠτΚ ως εξής: «Σε περίπτωση οφειλέτη φυσικού προσώπου, με την επιφύλαξη των παρ. 3 και 5, από την κήρυξη της πτώχευσης μέχρι την απαλλαγή του οφειλέτη, στην πτωχευτική περιουσία ανήκει το μέρος του ετησίου εισοδήματός του, αφού αφαιρεθούν οι φόροι και οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, που υπερβαίνει το ποσό των ετήσιων ευλόγων δαπανών διαβίωσης ή το δωδεκαπλάσιο του ακατάσχετου κατά την παρ. 2 του άρθρου 31 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων[8], όποιο είναι υψηλότερο εκ των δύο. Εντός τριάντα (30) ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας αναγγελίας των απαιτήσεων κατά το άρθρο 153, ο σύνδικος υποβάλλει στον εισηγητή, με κοινοποίηση στον οφειλέτη, σχέδιο περιοδικών πληρωμών για την εφαρμογή της παρούσας. Εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση, ο οφειλέτης μπορεί να εκθέσει τις απόψεις του επί του σχεδίου περιοδικών πληρωμών, καταθέτοντας σημείωμα. Ο εισηγητής, με αιτιολογημένη διάταξή του, αποφασίζει περί της αποδοχής ή μη, εν όλω ή εν μέρει, του σχεδίου περιοδικών πληρωμών. Εγκεκριμένο σχέδιο πληρωμών εφαρμόζεται αναδρομικά από την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης». Σκοπός θέσπισης της τελευταίας αυτής διάταξης ήταν η αποφυγή φαινομένων καταστρατήγησης της πτωχευτικής διαδικασίας[9].
ΙΙΙ. Αντικειμενική υπόσταση
1. Υποκείμενο τέλεσης
Παρά τη διατύπωση του νόμου («όποιος»), το έγκλημα της χρεοκοπίας υποστηρίζεται (ορθά) ότι είναι γνήσιο ιδιαίτερο, καθόσον μπορεί να τελεστεί μόνο από εκείνον τον οφειλέτη που έχει την εμπορική ιδιότητα και συνάμα τελεί σε οικονομική κατάσταση κρίσης[10]. Επομένως, η συμμετοχή στο έγκλημα της χρεοκοπίας θα κριθεί με βάση το άρθρο 49 §1 ΠΚ.
Υποκείμενο τέλεσης μπορεί, συνεπώς, να είναι μόνο όποιος ευρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών (παύση πληρωμών) ή σε επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης και κηρύχθηκε σε πτώχευση με οριστική απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου του κέντρου των επιχειρηματικών συμφερόντων), η οποία αναπτύσσει άμεσα τα αποτελέσματά της (ά. 81 §3 ΠτΚ, 304 ΚΠολΔ). Μέχρι τον Ν. 4738/2020, προκειμένου ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο να κηρυχθεί σε πτώχευση (πτωχευτική ικανότητα) έπρεπε να είχε την εμπορική ιδιότητα.
Προϋπόθεση, δε, για την απόκτηση της εμπορικής ιδιότητας είναι η εμπορική ικανότητα, δηλαδή η ικανότητα προς απόκτηση της εμπορικής ιδιότητας. Επί φυσικών προσώπων, η εμπορική ικανότητα ταυτίζεται εν πολλοίς με τη δικαιοπρακτική ικανότητα (ά. 127 επ. ΑΚ). Να επισημανθεί ότι ο διαχειριστής ΕΠΕ, ΙΚΕ καθώς και τα μέλη του ΔΣ ΑΕ, ως φυσικά πρόσωπα, δεν αποκτούν, από μόνες τις ιδιότητές τους αυτές, την εμπορική ιδιότητα[11]. Επίσης, δεν αποκτά την εμπορική ιδιότητα ο ετερόρρυθμος εταίρος στην ΕΕ. Αντίθετα, αποκτούν την εμπορική ιδιότητα οι ομόρρυθμοι εταίροι της ΟΕ. Επί νομικών προσώπων, η δικαιοπρακτική ικανότητα είναι συνάρτηση του σκοπού που επιδιώκει (ά. 61 και 70 επ. ΑΚ). Το νομικό πρόσωπο, δηλαδή, έχει την ικανότητα να καταρτίζει συγκεκριμένες δικαιοπραξίες, εφόσον αυτές εντάσσονται, άμεσα ή έμμεσα, στον ρητά προσδιορισμένο στη συστατική πράξη σκοπό. Ωστόσο, η επιχείρηση εμπορικών πράξεων κατ’ επάγγελμα επιφυλάσσεται από τον νόμο σε ορισμένους μόνο τύπους νομικών προσώπων και όχι σε όλα τα νομικά πρόσωπα αδιακρίτως. Ο ΕΝ καθιερώνει στο ά. 19 έναν διττό περιορισμό. Με την αποκλειστική διατύπωση «ο νόμος γνωρίζει τρία είδη εμπορικών εταιριών, την ομόρρυθμον, την ετερόρρυθμον και την ανώνυμον», αφενός μεν παρέχεται η δυνατότητα άσκησης εμπορικών πράξεων σε νομικά, καταρχήν, πρόσωπα, που συσταίνονται και λειτουργούν ως εταιρίες, αφετέρου δε περιορίζεται αυτός τούτος ο αριθμός των εταιριών, που μπορούν να ασκήσουν εμπορία. Ο ΕΝ, επομένως, καθιερώνει τον κανόνα ότι εμπορικές πράξεις κατά κύρια δραστηριότητα μπορούν να ασκούν μόνο ενώσεις προσώπων που έχουν εταιρική μορφή και επιπλέον ανήκουν στις εμπορικές εταιρείες, δηλαδή εκείνες τις εταιρείες στις οποίες ο νόμος επιφυλάσσει, κατά παραπέρα περιορισμό της εμπορικής ικανότητας, την ικανότητα άσκησης εμπορικής δραστηριότητας (κλειστός αριθμός των εμπορικών εταιρειών). Οι αναφερόμενες στο ά. 19 ΕΝ εμπορικές εταιρείες (ΑΕ, ΟΕ, ΕΕ) δεν είναι οι μόνες εμπορικές εταιρείες σήμερα, καθώς με νεότερες του ΕΝ ρυθμίσεις εισήχθησαν άλλες εταιρικές μορφές, στις οποίες ο νόμος απέδωσε εμπορική ικανότητα. Πρόκειται για τις: (α) ΟΕ, (β) ΕΕ, (γ) ΕΕ κ-μ, (δ) ΕΠΕ, (ε) ΙΚΕ, (στ) ΑΕ, (ζ) η ναυτική εταιρεία και η ναυτιλιακή εταιρεία πλοίων αναψυχής (Ν.Ε.Π.Α.), (η) ο συνεταιρισμός (αστικός, οικοδομικός, αγροτικός, κοινοπραξίες συνεταιρισμών), (θ) η ευρωπαϊκή εταιρεία (Societas Europaea), (ι) η αφανής εταιρεία (χωρίς νομική προσωπικότητα), (ια) η συμπλοιοκτησία (χωρίς νομική προσωπικότητα), (ιβ) η κοινοπραξία (ά. 293 Ν. 4072/2012) (χωρίς νομική προσωπικότητα).
Ο ορισμός του εμπόρου δίνεται στο ά. 1 ΕΝ, όπου ορίζεται ότι έμπορος είναι όποιος τελεί αντικειμενικά εμπορικές πράξεις κατά «σύνηθες» (και όχι «κύριο», όπως εσφαλμένα αποδόθηκε στα ελληνικά ο αντίστοιχος γαλλικός όρος[12]) επάγγελμα.
Το ποιες πράξεις είναι αντικειμενικά εμπορικές ορίζεται στον νόμο και συγκεκριμένα στο β.δ. «περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων» (ά 2. και 3 του β.δ. 2/14.05.1835). Αμφισβητείται στην επιστήμη εάν η αναφορά των εμπορικών πράξεων στο β.δ. είναι περιοριστική ή ενδεικτική. Υποστηρίζεται ισχυρά η άποψη ότι πρόκειται για ενδεικτική απαρίθμηση[13]. Ωστόσο, ορθότερη είναι η γνώμη ότι η απαρίθμηση των εμπορικών πράξεων στα ά. 2 και 3 του β.δ. είναι περιοριστική[14].
Ωστόσο, με τον Ν. 4738/2020 σε πτώχευση μπορούν να κηρυχθούν και φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν την εμπορική ιδιότητα (μη έμποροι). Σύμφωνα με το ά. 76 §1 ΠτΚ, πτωχευτική ικανότητα έχουν τα φυσικά πρόσωπα και τα νομικά πρόσωπα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό. Δεν κηρύσσονται σε πτώχευση τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και οι δημόσιοι οργανισμοί, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο τυχόν εξαιρείται με ρητή διάταξη νόμου (ά. 76 §2 ΠτΚ).
2. Η αδυναμία πληρωμών ή η επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης ή η πιθανότητα αφερεγγυότητας ως προϋποθέσεις κήρυξης σε πτώχευση
Σύμφωνα με το ά. 77 §1 ΠτΚ σε πτώχευση κηρύσσεται ο οφειλέτης που βρίσκεται σε παύση πληρωμών, ήτοι αυτός που αδυνατεί να εκπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο. Δεν αποτελούν εκπλήρωση των υποχρεώσεων οι πληρωμές που πραγματοποιούνται με δόλια ή καταστρεπτικά μέσα.
Επίσης, σύμφωνα με το ά. 77 §3 ΠτΚ, και η επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης αποτελεί λόγο κήρυξης της πτώχευσης, όταν την κήρυξή της ζητά ο οφειλέτης.
Με τον Ν. 4738/2020 καταργήθηκε η πιθανότητα αφερεγγυότητας ως περίπτωση που επιτρέπει την κήρυξη της πτώχευσης[15]. Πλέον η πιθανότητα αφερεγγυότητας μπορεί να οδηγήσει μόνο στην υπαγωγή του οφειλέτη στην προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης (ά. 32 ΠτΚ).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει, σύμφωνα με τον νόμο, μόνιμη και γενική αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων του οφειλέτη. Η αδυναμία πληρωμών δεν είναι μόνιμη, όταν οφείλεται σε παροδικά ή μεταβατικά αίτια που εμποδίζουν τον οφειλέτη να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του. Η αδυναμία πληρωμών δεν είναι γενική, όταν ο οφειλέτης, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, εκπληρώνει γενικά, κατά κύριο λόγο, τις υποχρεώσεις του, έστω και αν δεν τις εκπληρώνει όλες. Η «επιλεκτική», πάντως, εκ μέρους του οφειλέτη, εκπλήρωση ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών του δεν αίρει, οπωσδήποτε, την κατάσταση της γενικής αδυναμίας του, ούτε, ασφαλώς, ανατρέπει την τυχόν ήδη επελθούσα «παύση πληρωμών» (άρθρο 77 §2 εδ. β’ ΠτΚ)[16].
Από την αδυναμία πληρωμών πρέπει να διακρίνουμε την παύση πληρωμών, μολονότι ο νόμος χρησιμοποιεί την τελευταία έννοια (: παύση πληρωμών) για να δηλώσει και την απλή αδυναμία πληρωμών. Παύση πληρωμών σημαίνει εξωτερικευμένη αδυναμία πληρωμών. Για την κήρυξη σε πτώχευση, κατά την ορθότερη άποψη, αρκεί η απλή αδυναμία πληρωμών, χωρίς να προσαπαιτείται και εξωτερίκευσή της[17].
Ο νόμος εισάγει μαχητό (άρθρο 77 §2 εδ. γ’ ΠτΚ[18]) τεκμήριο παύσης πληρωμών, όταν ο οφειλέτης δεν καταβάλει ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του προς το Δημόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, σε ύψος τουλάχιστον σαράντα τοις εκατό (40%) των συνολικών ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών, εφόσον η μη εξυπηρετούμενη υποχρέωσή του υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ (άρθρο 77 §2 εδ. α’ ΠτΚ).
Ως επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης πρέπει να νοηθεί η απειλή, δηλαδή, –άλλως, ο κίνδυνος– μιας επικείμενης, σύμφωνα με τα διατιθέμενα στοιχεία, τις υπάρχουσες ενδείξεις, τη συνήθη, άλλως, πορεία των πραγμάτων, αδυναμίας του οφειλέτη να εκπληρώνει τα ληξιπρόθεσμα χρηματικά χρέη του, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο[19]. Σε σχέση με την επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης, ως προϋπόθεση κήρυξης ορισμένου προσώπου σε πτώχευση και ως επιμέρους όρο του αξιοποίνου, υποστηρίζεται ότι τίθενται ζητήματα αντίθεσης στην αρχή n.c.n.p.s.l. stricta[20]. Ωστόσο, η επαπειλούμενη αδυναμία πληρωμής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης, ώστε να τίθεται ζήτημα ορισμένου αυτής. Αποτελεί, απλώς, προϋπόθεση για την κήρυξη του προσώπου σε πτώχευση και η διάγνωση της συνδρομής του ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων.
3. Η ύποπτη περίοδος
Σύμφωνα με τον νόμο, οι πράξεις του ά. 197 §1 ΠτΚ πρέπει, προκειμένου να ελέγχονται ως αξιόποινες, να έχουν, μεταξύ άλλων, τελεστεί κατά την ύποπτη περίοδο ή έξι (6) μήνες πριν ημερομηνία παύσης πληρωμών ή οποτεδήποτε μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Η ύποπτη περίοδος εκτείνεται από την παύση πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης, προσδιορίζεται δε στην κηρύσσουσα την πτώχευση απόφαση. Ειδικότερα, στην απόφαση με την οποία κηρύσσεται η πτώχευση προσδιορίζεται η ημερομηνία παύσης πληρωμών, η οποία δεν μπορεί να απέχει δύο (2) έτη από την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης. Η ημερομηνία παύσης πληρωμών τεκμαίρεται (μαχητά) ότι είναι η τριακοστή (30η) ημερολογιακή ημέρα που προηγείται της υποβολής της αίτησης κήρυξης σε πτώχευση ή, σε περίπτωση κήρυξης της πτώχευσης λόγω επαπειλούμενης αδυναμίας πληρωμών, τεκμαίρεται (μαχητά) ότι είναι η ημέρα υποβολής της αίτησης πτώχευσης (ά. 81 §2 ΠτΚ).
Προκειμένου το πτωχευτικό δικαστήριο να προσδιορίσει άλλη ημερομηνία, μόνο προγενέστερη της τεκμαιρόμενης (: δεν μπορεί να προσδιορίσει ως ημερομηνία παύσης πληρωμών ημέρα που απέχει λιγότερο από 30 ημέρες από την ημέρα κήρυξης της πτώχευσης), ως ημέρα παύσης πληρωμών πρέπει να πιθανολογείται από τα διαθέσιμα στοιχεία ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε αδυναμία εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του υποχρεώσεων κατά τρόπο γενικό και μόνιμο σε προγενέστερη ημερομηνία. Σε καμία περίπτωση η ημερομηνία αυτή δεν μπορεί να απέχει πέραν της διετίας από την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης ή, σε περίπτωση θανάτου του οφειλέτη, πέραν του έτους πριν το θάνατο.
Ο νόμος επεκτείνει το διάστημα μέσα στο οποίο μπορεί να τελούνται πράξεις χρεοκοπίας μέχρι και έξι (6) μήνες πριν την ημερομηνία παύσης πληρωμών και μετά την κήρυξη της πτώχευσης οποτεδήποτε. Σχηματικά, τα κρίσιμα χρονικά σημεία αποδίδονται ως εξής:
Στη θεωρία έχει επισημανθεί ότι η επέκταση του δυνατού χρονικού ορίου τέλεσης πράξεων χρεοκοπίας έως και έξι (6) μήνες πριν την ημερομηνία παύσης πληρωμών είναι προβληματική, διότι δεν είναι βέβαιο ότι σε εκείνο το διάστημα ο οφειλέτης βρισκόταν έστω σε επαπειλούμενη αδυναμία πληρωμής, ώστε να αποκτούν ποινική απαξία πράξεις π.χ. διάθεσης υπερβολικών ποσών σε αντιοικονομικές δαπάνες. Ελλείπει, δηλαδή, σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, η ουσιαστική απαξία της πράξης του οφειλέτη. Αυτό το έλλειμμα προτείνεται, ορθά, να καλυφθεί μέσω μίας συσταλτικής, ουσιαστικά, ερμηνείας της διάταξης μέσω της παραδοχής ως άγραφου όρου της α.υ. της συνδρομής, τουλάχιστον, επαπειλούμενης αδυναμίας πληρωμής[21].
Αντίστοιχο πρόβλημα δεν τίθεται μετά την κήρυξη της πτώχευσης, διότι εκεί και η απαξία της πράξης δεδομένη είναι και η γνώση του οφειλέτη για την οικονομική κατάστασή του και τον προορισμό της πτωχευτικής περιουσίας διασφαλισμένη είναι[22].
4. Η κήρυξη της πτώχευσης
Σύμφωνα με την § 5 του ά. 197 ΠτΚ, οι πράξεις που τυποποιούνται εκεί (στο ά. 197 ΠτΚ) είναι αξιόποινες μόνο σε περίπτωση που κηρυχθεί η πτώχευση ή η αίτηση απορριφθεί για τον λόγο ότι προβλέπεται πως η περιουσία του οφειλέτη δεν θα επαρκέσει για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας σύμφωνα με την § 4 του άρθρου 77 ΠτΚ.
Ορθότερο είναι να θεωρήσουμε ότι η κήρυξη της πτώχευσης ή η απόρριψη της αίτησης λόγω ανεπάρκειας του ενεργητικού αποτελούν εξωτερικούς όρους του αξιοποίνου (schuldabhängige objektive Bedingungen der Strafbarkeit)[23].
Η θεώρηση της κήρυξης της πτώχευσης (ή της απόρριψης της αίτησης για κήρυξη πτώχευσης λόγω ανεπάρκειας του ενεργητικού) ως εξωτερικού όρου του αξιοποίνου δημιουργεί το εξής πρόβλημα στον χώρο της απόπειρας: εάν ο οφειλέτης προέβη σε αρχή εκτέλεσης προτού πληρωθεί ο εξωτερικός όρος του αξιοποίνου, ο οποίος βέβαια πληρώθηκε μετά, υπάρχει απόπειρα; Κατά μία άποψη, απόπειρα δεν υπάρχει[24], ενώ σύμφωνα με άλλη γνώμη απόπειρα υπάρχει, επειδή ο εξωτερικός όρος του αξιοποίνου δεν καλύπτεται από την αρχή του ταυτοχρόνου (Simultanitätsprinzip)[25].
5. Οι επιμέρους τρόποι τέλεσης
Τα παραπάνω στοιχεία είναι κοινά για όλους τους τρόπους τέλεσης της §1 περ. α’ – δ’ του ά. 197 ΠτΚ. Αμέσως παρακάτω αναλύεται κάθε μία από τις περιπτώσεις α’ έως δ’ της §1 του ά. 197 ΠτΚ.
5.1. Εξαφάνιση, παρασιώπηση, ματαίωση, βλάβη, απαξίωση στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας (Vermögensverschiebungen)
Με τον πρώτο τρόπο τέλεσης (ά. 197 §1 περ. α’ ΠτΚ) τιμωρείται η εξαφάνιση, παρασιώπηση, βλάβη και απαξίωση των στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας καθώς επίσης και η ματαίωση εκπλήρωσης υποχρεώσεων τρίτων (Vermögensverschiebungen).
5.1.1. Εξαφάνιση
Εξαφάνιση (Beiseiteschaffen) συντρέχει, όταν ο οφειλέτης μέσω μεταβολής της νομικής ή της πραγματικής κατάστασης των περιουσιακών στοιχείων, αναιρεί ή δυσχεραίνει ιδιαιτέρως τη δυνατότητα των πιστωτών να επιληφθούν των αντικειμένων αυτών[26]. Μεταβολή της νομικής κατάστασης των περιουσιακών στοιχείων συντρέχει π.χ. όταν ο οφειλέτης μεταβιβάζει στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας σε οικείους του ή σε συσταθείσα για τον σκοπό αυτό εταιρεία[27]. Για μεταβολή της πραγματικής κατάστασης των περιουσιακών στοιχείων θα πρόκειται, όταν ο οφειλέτης μεταφέρει πράγματα σε άλλον τόπο και με αυτόν τον τρόπο καθιστά αδύνατη ή, εν πάση περιπτώσει, δυσχεραίνει ουσιωδώς την πρόσβαση του δανειστή σε αυτά, ιδίως όταν τα κρύβει σε εκείνον τον τόπο[28]. Μεταβολή της πραγματικής κατάστασης αποτελεί και η ανάληψη από τον οφειλέτη χρημάτων από τον λογαριασμό όψης του και η κατάθεσή τους σε δικό του λογαριασμό, την ύπαρξη του οποίου γνωρίζει μόνον ο ίδιος[29]. Αντίθετα, η μεταφορά από λογαριασμό σε λογαριασμό, η οποία μπορεί ευχερώς να διαπιστωθεί από τον σύνδικο δεν αρκεί για την κατάφαση της α.υ., δεδομένου ότι δεν καθίσταται ουσιωδώς δυσχερέστερη η πρόσβαση στο μεταφερθέν χρηματικό ποσό[30].
5.1.2. Παρασιώπηση
Παρασιώπηση (Verheimlichen) συνιστά κάθε συμπεριφορά με την οποία ένα περιουσιακό στοιχείο ή η υπαγωγή του στην πτωχευτική περιουσία αποκρύπτεται από τη γνώση των πιστωτών ή του συνδίκου[31]. Εδώ υπάγονται κυρίως η μετάδοση εσφαλμένων πληροφοριών από τον οφειλέτη στον σύνδικο και η απλή παρασιώπηση κατά παράβαση νομικού καθήκοντος[32]. Ο οφειλέτης έχει εκ του νόμου υποχρέωση να ενημερώνει τον σύνδικο και να συνεργάζεται μεταξύ του για οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται με την πτώχευση (ά. 95 §1 ΠτΚ). Για την πλήρωση της α.υ. αρκεί και η μετάδοση εσφαλμένων πληροφοριών από τον οφειλέτη, τις οποίες δίνει αυθόρμητα και όχι μετά από πρόσκληση του συνδίκου. Το γερμανικό Ακυρωτικό έκρινε, υπό τη συγκεκριμένη μορφή τέλεσης (παρασιώπηση), το έγκλημα έχει χαρακτήρα αφηρημένης διακινδύνευσης, ενώ το χαρακτήρισε και έγκλημα διαρκείας[33].
Εδώ έχουν υπαχθεί από τη νομολογία: (α) η μη ενημέρωση του συνδίκου για ένα περιουσιακό στοιχείο, το οποίο δεν ήταν καταγεγραμμένο στα βιβλία του πτωχού, ακόμη και αν δεν κληθεί να ενημερώσει σχετικά[34], (β) η παρασιώπηση μίας βίλας στη νότια Γαλλία[35], (γ) η σύναψη εικονικής σύμβασης, η οποία εμποδίζει την ικανοποίηση του δανειστή[36], (δ) η μη γνωστοποίηση από τους νόμιμους εκπροσώπους της πτωχεύσασας εταιρείας στον σύνδικο της ύπαρξης απαιτήσεων της εταιρείας[37].
5.1.3. Βλάβη και απαξίωση
Οι επιμέρους μορφές τέλεσης της βλάβης και της απαξίωσης («καθιστά αυτά χωρίς αξία») δεν έχουν μεγάλη πρακτική εφαρμογή[38]. Η έννοια της βλάβης εδώ πρέπει, κατά την ορθότερη άποψη, να ταυτιστεί με την έννοια της βλάβης στο ά. 378 §1 ΠΚ (φθορά ξένης ιδιοκτησίας)[39], ενώ η έννοια της απαξίωσης πρέπει μάλλον να ταυτιστεί με τη φράση «με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του» πράγματος στο ά. 378 §1 ΠΚ.
Πάντως, τόσο η βλάβη όσο και η απαξίωση πρέπει, για να είναι αξιόποινες, να τελεστούν κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας που ασκούσε ο πτωχός. Περί αυτής της αξιολογικής έννοιας βλ. υπό 5.1.5.
5.1.4. Ματαίωση της εκπλήρωσης υποχρεώσεων τρίτων
Η αναφορά του ά. 197 §1 περ. α’ ΠτΚ σε ματαίωση της εκπλήρωσης υποχρεώσεων τρίτων αποτελεί πρωτοτυπία σε σχέση με την § 283 Abs. 1 S. 1 StGB. Εκεί δεν καταγράφεται ο συγκεκριμένος τρόπος τέλεσης αλλά αντ’ αυτού η «καταστροφή στοιχείων» (Zerstörung). Υποστηρίχθηκε ότι η αναφορά σε ματαίωση της εκπλήρωσης υποχρεώσεων τρίτων είναι περιττή και ότι με τη φράση αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί ότι τιμωρείται η ματαίωση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τρίτων λόγω καταστροφής του περιουσιακού στοιχείου, η οποία συνίσταται στην πλήρη άρση της κατά προορισμό χρησιμότητας του πράγματος, ολικώς ή μερικώς[40]. Κατ’ άλλη γνώμη, με την εν λόγω αναφορά του νομοθέτη σκοπήθηκε η επέκταση των ορίων του αξιοποίνου και σε πράξεις που στρέφονται και κατά μη ενσώματων αντικειμένων.
Όπως και στις μορφές τέλεσης της βλάβης και της απαξίωσης, έτσι και εδώ προσαπαιτείται ως στοιχείο της α.υ. η αντίθεση της ματαίωσης της ικανοποίησης υποχρεώσεων τρίτων στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας που ασκούσε ο πτωχός.
5.1.5. Οι κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας που ασκούσε ο πτωχός
Ο νόμος απαιτεί ρητά προκειμένου να είναι αξιόποινες οι πράξεις της βλάβης και της απαξίωσης των στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας, ως επίσης και η ματαίωση της εκπλήρωσης υποχρεώσεων τρίτων, να είναι οι πράξεις αυτές αντίθετες στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας που ασκούσε ο πτωχός.
Υποστηρίζεται ότι η ίδια προϋπόθεση (της αντίθεσης στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας που ασκούσε ο πτωχός) πρέπει να απαιτείται και για το αξιόποινο των πράξεων της εξαφάνισης και της παρασιώπησης, παρ’ όλο που ο νόμος δεν το απαιτεί ρητά[41].
Ο νόμος δεν δίδει έναν συγκεκριμένο ορισμό των κανόνων της συνετής οικονομικής διαχείρισης. Η έλλειψη αρτιέπειας είναι εκ μέρους του νομοθέτη συνειδητή χάριν δυνατότητας ευχερούς εκ των υστέρων προσαρμογής του κριτηρίου[42].
Η εξόφληση ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων θεωρείται, γενικώς, σύμφωνη με τους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης[43]. Επίσης, αμφοτεροβαρείς συμβάσεις ουδέτερου αποτελέσματος και η χρησιμοποίηση κεφαλαίων για τη λελογισμένη συντήρηση του νοικοκυριού του πτωχού δεν συνιστούν αντι-οικονομικές πράξεις[44]. Το μέτρο της κρίσης περί της συμβατότητας ή μη με τους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης προκύπτει από τη συνάρτηση της εμπορικής συμπεριφοράς με τις απαιτήσεις του εμπορικού δικαίου[45].
5.2. Κατάρτιση ζημιογόνων, κερδοσκοπικών ή ριψοκίνδυνων δικαιοπραξιών (Spekulationsgeschäfte und unwirtschaftliche Ausgaben)
Με τον δεύτερο τρόπο τέλεσης (ά. 197 §1 περ. β’ ΠτΚ) τιμωρείται η κατάρτιση ζημιογόνων ή κερδοσκοπικών ή ριψοκίνδυνων δικαιοπραξιών πάσης φύσεως, ακόμα και επί χρηματοοικονομικών παραγώγων, κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης, ή η διάθεση υπερβολικών ποσών σε παίγνια, στοιχήματα ή σε αντιοικονομικές δαπάνες ή η σύναψη χρεών για τους σκοπούς αυτούς.
5.2.1. Κατάρτιση ζημιογόνων δικαιοπραξιών
Ως ζημιογόνες δικαιοπραξίες (Verlustgeschäfte) νοούνται εκείνες οι οποίες εκ των προτέρων προσανατολίζονται στη μείωση της πτωχευτικής περιουσίας και πράγματι προκαλούν βλάβη της πτωχευτικής περιουσίας[46]. Κρίσιμο είναι εδώ ο κίνδυνος απώλειας της πτωχευτικής περιουσίας να ήταν εξαρχής προβλέψιμος. Δικαιοπραξίες που μόνο εκ των υστέρων αποδεικνύονται ζημιογόνες δεν καταλαμβάνονται από τη διάταξη[47]. Ως παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν η εκτέλεση εντολής μολονότι η συμφωνημένη αμοιβή δεν επαρκεί καν για την κάλυψη των εξόδων ή η πώληση εμπορευμάτων υπό το κόστος. Η κατάρτιση ζημιογόνων δικαιοπραξιών πρέπει, πάντως, να αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης. Δεν εντάσσεται, επομένως, εδώ κάθε ζημιογόνος δικαιοπραξία, άνευ ετέρου.
5.2.2. Κατάρτιση κερδοσκοπικών δικαιοπραξιών
Ως κερδοσκοπικές δικαιοπραξίες (Spekulationsgeschäfte) νοούνται εκείνες οι οποίες περιλαμβάνουν υψηλό ρίσκο και στηρίζονται στην ελπίδα αποκόμισης μεγαλύτερου κέρδους από εκείνο που συνήθως αναμένεται[48]. Συνδυάζουν, δηλαδή, την ελπίδα ενός ασυνήθιστου κέρδους με εξαιρετικά μεγάλο ρίσκο. Υποστηρίζεται στη γερμανική θεωρία ότι εμπίπτουν εδώ η συμμετοχή σε μία μη σοβαρή επιχείρηση[49], η συμμετοχή σε τολμηρή συναλλαγή η χρηματοδότηση της οποίας είναι εντελώς ανοικτή και ανασφάλιστη[50] και η καταβολή υψηλών «μιζών» χωρίς να υπάρχει ελπίδα σύναψης επωφελών συμβάσεων[51]. Η κατάρτιση κερδοσκοπικών δικαιοπραξιών πρέπει, πάντως, να αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης.
5.2.3. Κατάρτιση ριψοκίνδυνων δικαιοπραξιών
Η γερμανική διάταξη δεν αναφέρεται ειδικά σε ριψοκίνδυνες δικαιοπραξίες, αλλά η επιστήμη την αντιμετωπίζει ως έννοια γένους (Risikogeschäfte), στην οποία υπάγονται οι ζημιογόνες και κερδοσκοπικές συμβάσεις. Εδώ υποστηρίζεται ότι πρέπει να υπαχθεί κάθε άλλη πάσης φύσης παράτολμη, ενέχουσα κίνδυνο δικαιοπραξία[52]. Η κατάρτιση ριψοκίνδυνων δικαιοπραξιών πρέπει, πάντως, να αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης.
5.2.4. Διάθεση υπερβολικών ποσών σε αντιοικονομικές δαπάνες
Ως αντιοικονομικές δαπάνες (unwirtschaftliche Ausgaben) νοούνται εκείνες που γίνονται για εμπορεύματα ή υπηρεσίες και για την προσωπική διαβίωση του οφειλέτη, οι οποίες υπερβαίνουν το μέτρο του αναγκαίου και του συνήθους και οι οποίες δεν βρίσκονται σε σχέση αναλογίας προς το εισόδημα και τη συνολική περιουσία του οφειλέτη[53].
Εδώ υπάγονται πάσης φύσης δαπάνες, εφόσον όμως προέρχονται από την περιουσία που με την κήρυξη της πτώχευσης καθίσταται πτωχευτική. Επομένως, υποστηρίζεται στη Γερμανία, σε περίπτωση ατομικής επιχείρησης, υπάγονται εδώ όχι μόνο οι εμπορικές δαπάνες, αλλά και οι ιδιωτικές δαπάνες που υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο της συνήθους συντήρησης[54].
Νομολογιακά έχει κριθεί ότι υπάγονται εδώ η ανέγερση βίλας[55], η αγορά γιοτ ή πολυτελών οχημάτων[56], τα ακριβά ταξίδια[57] και οι πολυέξοδες επισκέψεις σε μπαρ[58].
Νομίζω ότι και εδώ πρέπει, όπως και με το παίγνιο και τοι στοίχημα, τα ποσά που διατίθενται να είναι «υπερβολικά»[59]. Την ερμηνευτική αυτή εκδοχή επιτάσσει και το γράμμα του νόμου.
5.2.5. Διάθεση υπερβολικών ποσών σε παίγνιο και στοίχημα
Οι έννοιες παίγνιο και στοίχημα ταυτίζονται με τις αντίστοιχες του ά. 844 ΑΚ. Έχει υποστηριχθεί ότι εδώ υπάγεται και η συμμετοχή σε πυραμίδα[60]. Δεν αρκεί, όμως, μόνο η συνομολόγηση στοιχήματος ή η συμμετοχή σε παίγνιο που δεν συνοδεύεται με καταβολή του ανάλογου τιμήματος. Διότι απαίτηση από το παίγνιο ή το στοίχημα δεν γεννιέται (ατελής ενοχή)[61]. Πρέπει η διάθεση ποσών σε παίγνιο και στοίχημα να είναι τόσο σημαντική σε μέγεθος, ώστε να τίθεται σε υπαρξιακή κρίση η πτωχευτική περιουσία. Παρατηρείται ότι στη Γερμανία ο συγκεκριμένος τρόπος τέλεσης δεν έχει σχεδόν καμία εφαρμογή στην πράξη του Ποινικού Δικαίου[62].
5.2.6. Η σύναψη χρεών για αντιοικονομικές δαπάνες
Αξιόποινη είναι και η σύναψη χρεών για αντιοικονομικές δαπάνες, δηλαδή ακόμη και αν ο πτωχός δεν έχει ακόμα διαθέσει χρηματικό ποσό, με την έννοια να έχει μεταβιβάσει την κυριότητα επί χαρτονομισμάτων ή νομισμάτων ή επί λογιστικού χρήματος (με μεταφορά από τραπεζικό σε τραπεζικό λογαριασμό). Αρκεί η δημιουργία αγώγιμης αξίωσης σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας. Το χρέος πρέπει να είναι «υπερβολικό», κατ’ αντιστοιχία με τη διάθεση «υπερβολικών» ποσών.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η συνομολόγηση και μόνο στοιχήματος ή η συμμετοχή σε παίγνιο χωρίς ακόμη να καταβληθεί το αντίτιμο συμμετοχής δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εξεταζόμενου τρόπου τέλεσης, διότι από το παίγνιο και το στοίχημα γεννώνται ατελείς ενοχές, οι οποίες δεν είναι αγώγιμες.
5.3. Η προμήθεια εμπορευμάτων ή αξιογράφων με πίστωση και η διάθεση ή παραχώρηση σε τιμές κάτω της αξίας (Waren- und Wertpapierverschleuderung)
Με τον τρίτο τρόπο τέλεσης (ά. 197 §1 περ. γ’ ΠτΚ) τιμωρείται η προμήθεια εμπορευμάτων ή αξιογράφων με πίστωση, τα οποία, ή τα πράγματα που ο οφειλέτης (πτωχός) κατασκευάζει με αυτά, διαθέτει ή παραχωρεί σε τιμές ουσιωδώς κάτω της αξίας τους, κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης.
5.3.1. Η προμήθεια εμπορευμάτων ή αξιογράφων με πίστωση
Ως εμπόρευμα νοείται κάθε κινητό πράγμα, το οποίο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο των συναλλαγών. Εδώ εντάσσεται και το συνάλλαγμα.
Αξιόγραφο είναι το έγγραφο στο οποίο ενσωματώνεται (εγχαρτώνεται) το δικαίωμα, ώστε η άσκησή του καθώς και η μεταβίβασή του να είναι αδύνατη χωρίς την κατοχή αυτού του εγγράφου. Εδώ εντάσσονται η συναλλαγματική, το γραμμάτιο εις διαταγήν, η επιταγή, το εμπορικό χρεωστικό ομόλογο, η εμπορική εντολή πληρωμής, το αποθετήριο, το ενεχυρόγραφο, τα ανώνυμα χρεόγραφα και οι μετοχές (μέχρι τον Ν. 4548/2018). Δεν εντάσσονται εδώ, σύμφωνα με μία υποστηριζόμενη στη Γερμανία άποψη, τα αξιόγραφα στα οποία τέθηκε η ρήτρα «ουχί εις διαταγή» ή άλλη ισοδύναμη («μη οπισθογραφήσιμος») (πρβλ. ά. 11 Ν. 5325/1932)[63].
Απόκτηση εμπορευμάτων ή αξιογράφων με πίστωση σημαίνει απόκτησή τους χωρίς εξόφληση, δηλαδή χωρίς πλήρη εκπλήρωση της οφειλόμενης αντιπαροχής[64].
Ένα πράγμα πρέπει να καταστεί εξαρχής σαφές: αξιόποινη δεν είναι απλώς η προμήθεια εμπορευμάτων ή αξιογράφων με πίστωση. Πρέπει να ακολουθήσει και η διάθεση ή παραχώρηση των αποκτηθέντων εμπορευμάτων ή αξιογράφων σε τιμές ουσιωδώς κάτω της αξίας τους και μάλιστα κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης. Τα στοιχεία αυτά εξετάζονται αμέσως παρακάτω.
5.3.2. Η διάθεση ή παραχώρηση των εμπορευμάτων ή αξιογράφων σε τιμές ουσιωδώς κάτω της αξίας τους
Ως μέτρο της αξίας λαμβάνεται υπόψη η τιμή πώλησης του εμπορεύματος ή του αξιογράφου στην αγορά κατά τον χρόνο της διάθεσης ή παραχώρησης. Αδιάφορη είναι η τιμή απόκτησής τους: ακόμη και αν ο πτωχός απέκτησε τα εμπορεύματα ή αξιόγραφα σε χαμηλή τιμή, πρέπει να επιδιώξει κάποιο κέρδος ή τουλάχιστον να ισοφαρίσει τα έξοδα. Η αξία έναντι της οποίας διατίθενται τα εμπορεύματα ή αξιόγραφα πρέπει να είναι ουσιωδώς κατώτερη από την τρέχουσα, δηλαδή πρέπει να παρατηρείται μία σχέση αναντιστοιχίας μεταξύ της αξίας του εμπορεύματος ή αξιογράφου και της τιμής διάθεσης ή παραχώρησης[65].
5.3.3. Η αντίθεση της διάθεσης ή παραχώρησης στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης
Ως προς τα κριτήρια εξειδίκευσης αυτής της αφηρημένης αξιολογικής έννοιας βλ. παραπάνω αναπτύξεις.
5.4. Η ψευδής παράσταση του πτωχού ότι είναι οφειλέτης άλλων ή η αναγνώριση ανύπαρκτων δικαιωμάτων τρίτων (Vortäuschung von Rechten Dritter bzw. Anerkennen fremder Rechte - Scheingeschäfte)
Με τον τέταρτο τρόπο τέλεσης (ά. 197 §1 περ. δ’ ΠτΚ) τιμωρείται η ψευδής παράσταση του πτωχού ότι είναι οφειλέτης άλλων ή η αναγνώριση ανύπαρκτων δικαιωμάτων τρίτων.
5.4.1. Η ψευδής παράσταση του πτωχού ότι είναι οφειλέτης άλλων
Στη ψευδή παράσταση του πτωχού ότι είναι οφειλέτης άλλων υπάγεται κάθε ενέργεια του πτωχού μέσω της οποίας δηλώνει έναντι τρίτων την ύπαρξη μίας εικονικής οφειλής. Η δήλωση δεν υπόκειται σε ορισμένο τύπο. Εδώ θα μπορούσαν να υπαχθούν ιδίως οι βεβαιωτικοί όρκοι. Η αποσιώπηση ενστάσεων δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του προκείμενου τρόπου τέλεσης, διότι η οφειλή παραμένει υπαρκτή.
5.4.2. Η αναγνώριση ανύπαρκτων δικαιωμάτων τρίτων
Στην αναγνώριση ανύπαρκτων δικαιωμάτων τρίτων εντάσσονται εκείνες οι πράξεις του οφειλέτη, μέσω των οποίων αυτός, σε σύμπραξη με τον υποτιθέμενο δανειστή του, δηλώνουν την ύπαρξη της οφειλής, με κατάλληλο τρόπο, ώστε να αδικούνται οι πραγματικοί πιστωτές. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η αποδοχή της αγωγής (ά. 298 ΚΠολΔ). Η καταβολή αχρεωστήτου δεν εντάσσεται εδώ, αλλά στην περ. α’ της §1 του ά. 197 ΠτΚ[66]. Διφορούμενο είναι εάν υπάγεται εδώ η παράλειψη προβολής ένστασης περί απόσβεσης της εκτελούμενης απαίτησης στο πλαίσιο της εκτελεστικής διαδικασίας, με την κρ. γν. στη Γερμανία να τάσσεται υπέρ της κατάφασης αξιοποίνου[67].
Ενόψει της φύσης του εγκλήματος ως γνήσιου ιδιαίτερου, ο υποτιθέμενος δανειστής του οφειλέτη τιμωρείται ως συνεργός στο έγκλημα του ά. 197 §1 περ. δ’ ΠτΚ και η ποινική του ευθύνη κρίνεται με βάση τα ά. 47, 49 §1 εδ. α’ ΠΚ[68].
6. Υποκειμενική υπόσταση
Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων του ά. 197 §1 περ. α’-δ’ αρκεί η συνδρομή κάθε βαθμού δόλου (ά. 27 §1 ΠΚ).
Β. Ο τρόπος τέλεσης του ά. 197 §2 ΠτΚ
Στην §2 του ά. 197 ΠτΚ τυποποιείται το έγκλημα της πρόκλησης παύσης πληρωμών, ως ακολούθως:
«2. Τιμωρείται επίσης, με τις ποινές της παρ. 1 και αυτός που με κάποια από τις πράξεις της παρ. 1 προκάλεσε την παύση των πληρωμών του».
Πρόκειται για έγκλημα αποτελέσματος (Erfolgsdelikt)[69]. Εδώ δεν προϋποτίθεται ο δράστης να βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης. Αρκεί ότι αυτός με κάποια από τις συμπεριφορές που τυποποιούνται στο ά. 197 §1 ΠτΚ προκαλεί δολίως παύση πληρωμών. Δεν αρκεί η πρόκληση επαπειλούμενης αδυναμίας πληρωμών[70]. Απαιτείται η συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του ά. 197 §1 ΠτΚ και της παύσης πληρωμών.
Για την πλήρωση της υ.υ. αρκεί η συνδρομή κάθε βαθμού δόλου.
Γ. Ο τρόπος τέλεσης του ά. 197 §4 ΠτΚ
Για πρώτη φορά, στην §4 του ιδίου ως άνω άρθρου τυποποιείται το έγκλημα της παράλειψης παροχής συνδρομής και των απαιτούμενων στοιχείων από τον οφειλέτη στο πλαίσιο διαδικασίας του ΠτΚ, ως ακολούθως:
«4. Παράλειψη παροχής συνδρομής και των απαιτουμένων στοιχείων από τον οφειλέτη ή, στην περίπτωση νομικού προσώπου, από τους εκπροσώπους του, στο πλαίσιο διαδικασίας του παρόντος νόμου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή χρηματική ποινή».
Στην §4 του ά. 197 ΠτΚ τυποποιείται ποινικά η παράλειψη παροχής συνδρομής και των απαιτούμενων στοιχείων από τον οφειλέτη ή στην περίπτωση νομικού προσώπου από τους νομίμους εκπροσώπους του προς τα όργανα της πτώχευσης. Στο ά. 128 ΠτΚ καταγράφονται τα όργανα της πτώχευσης και πρόκειται για το πτωχευτικό δικαστήριο, τον εισηγητή της πτώχευσης, τον σύνδικο και τη συνέλευση των πιστωτών.
Στη γερμανική διάταξη δεν υπάρχει αντίστοιχη ποινική τυποποίηση. Επομένως, ενόψει του νεοπαγούς της ρύθμισης καθίσταται δυσχερής η ερμηνευτική της προσέγγιση.
Πρόκειται για γνήσιο έγκλημα παράλειψης, καθώς η εγκληματική συμπεριφορά αποτυπώνεται ρητά στην α.υ. ως παράλειψη. Η υποχρέωση του πτωχού να συνεργάζεται και να ενημερώνει ειδικά τον σύνδικο αποτυπώνεται ρητώς στο ά. 95 §1 ΠτΚ.
Εδώ θα μπορούσε, κατά μία άποψη, να υπαχθεί κάθε περίπτωση παράλειψης παροχής συνδρομής ή των απαιτούμενων στοιχείων, ακόμη και αν τα όργανα της πτώχευσης δεν ζήτησαν τη συνδρομή ή τα στοιχεία. Η θέση αυτή στηρίζεται στην παραδοχή ότι η υποχρέωση του πτωχού κατ’ ά 95 §1 ΠτΚ για συνεργασία και ενημέρωση του συνδίκου υφίσταται ανεξάρτητα από προηγούμενη πρόσκληση του συνδίκου. Αλλά και η αντίθετη άποψη θα μπορούσε να υποστηριχθεί, δεδομένου ότι ο νόμος κάνει λόγο για «απαιτούμενα» στοιχεία, υπονοεί, δηλαδή, ότι η παροχή τους πρέπει να ζητήθηκε από τα όργανα της πτώχευσης. Πρόκειται για ζήτημα ανοικτό.
Ωστόσο, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για την οριοθέτηση της εγκληματικής συμπεριφοράς. Πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι τιμωρείται η παράλειψη παροχής μόνο εκείνης της συνδρομής και μόνο εκείνων των στοιχείων που η μη παροχή τους βλάπτει πραγματικά την πτωχευτική περιουσία. Πάντως, ως προς τον τρόπο τέλεσης της παρασιώπησης (ά. 197 §1 περ. α’ ΠτΚ) το BGH δέχεται ότι πρόκειται για έγκλημα διακινδύνευσης· θα μπορούσε, επομένως, να υποστηριχθεί ότι αρκεί η διακινδύνευση έστω της πτωχευτικής περιουσίας, μέσω της παράλειψης παροχής συνδρομής και των απαιτούμενων στοιχείων.
Για την πλήρωση της υ.υ. αρκεί η συνδρομή δόλου οποιουδήποτε βαθμού.
[1] Βλ. Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, Πτωχευτικά αδικήματα, βασικά χαρακτηριστικά της οριοθέτησης του αξιοποίνου με το ν. 3588/2007, ΠοινΔικ 2012.156.
[2] Βλ. Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, ό.π., σ.155· Θ. Παπακυριάκου, Τα πτωχευτικά αδικήματα σύμφωνα με το Σχέδιο του νέου Πτωχευτικού Κώδικα, Περιοδική έκδοση ΔΣΘ «Ενώπιον» 2007· Θ. Νικολαΐδου, Ο ποινικός κολασμός πράξεων σχετικών με την πτώχευση κατά τις διατάξεις των άρθρων 197 επ. Ν. 4738/2020, Εισήγηση ΕΣΔΙ, σ. 1.
[3] Βλ. Π. Τσιρίδη, Ποινικές διατάξεις του πτωχευτικού δικαίου, ΕπισκΕΔ 1999.21-39· τον ίδιο, Τα πτωχευτικά αδικήματα, 1996, σ. 21-23.
[4] Βλ. Σ. Κόκκινο, Η επαπειλούμενη αδυναμία πληρωμών ως προϋπόθεση κήρυξης της πτώχευσης, 2020, σ. 554-556, υποσημ. 190, όπου περαιτέρω παραπομπές στη γερμανική θεωρία.
[5] Βλ. Richter σε: Müller-Gugenberger, Wirtschaftsstrafrecht, 7. Aufl. 2021, Bankrott Rz. 81.1.
[6] Βλ. BGH v. 22.1.2013 - 1 StR 234/12 Rz. 5, BGHSt 58, 115.
[7] Βλ. BGH v. 29.4.2010 - 3 StR 314/09 Rz. 30, BGHSt 55, 107 με παρατ. Richter, ZInsO 2016, 1346.
[8] Άρθρο 31 §2 ΚΕΔΕ: «Καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα σε ατομικό ή κοινό λογαριασμό ή τοποθετήσεις σε λογαριασμό πληρωμών στα εγκαταστημένα στη χώρα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και ιδρύματα πληρωμών είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ μηνιαίως για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε ένα μόνο ίδρυμα».
[9] Βλ. Θ. Νικολαΐδου, ό.π., σ. 8.
[10] Βλ. Κ. Παπαθανασίου, Χρεοκοπία – Ερμηνεία των άρθρων 171 επ. ΠτΚ, ΠοινΔικ 2010.1194 και υποσημ. 15, όπου παραπομπή στη γερμανική θεωρία· Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, ό.π., σ. 156. Έτσι και Richter σε: Müller-Gugenberger, Wirtschaftsstrafrecht, 7. Aufl. 2021, Bankrott Rz. 81.28, ο οποίος υποστηρίζει ότι η πλάνη περί την ιδιότητα κάποιου ως οφειλέτη αποτελεί νομική πλάνη. Ορθότερο είναι να κριθεί η πλάνη αυτή ως πραγματική: βλ. έτσι BGH v. 24.1.2018 - 1 StR 331/17, wistra 2018, 339.
[11] Βλ. ΟλΑΠ 5/1996 ΕλλΔνη 1996.1046 = ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Contra Κ. Παπαθανασίου, ό.α.π.
[12] Βλ. Σ. Ψυχομάνη, Εμπορικό Δίκαιο, 2η έκδ., 2007, σ. 211.
[13] Βλ. Κ. Παμπούκη / Π. Παπαδρόσου-Αρχανιωτάκη, Εμπορικό Δίκαιο, 4η έκδ., 2001, σ. 120.
[14] Βλ. Σ. Ψυχομάνη, ό.π., σ. 57-59, όπου αναλυτική επιχειρηματολογία.
[15] Βλ. Σ. Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 2021, σ. 75, όπου κριτική της επιλογής του Ν. 4446/2016 να εισαγάγει ως προϋπόθεση κήρυξης της πτώχευσης και την «πιθανότητα αφερεγγυότητας».
[16] Βλ. Σ. Ψυχομάνη, ό.π., σ. 60-61.
[17] Βλ. Σ. Ψυχομάνη, ό.π., σ. 59.
[18] Με το ά. 35 §1 του Ν. 4818/2021 εισήχθη το συγκεκριμένο εδάφιο, με το οποίο ορίσθηκε ρητώς ότι το εισαγόμενο τεκμήριο είναι μαχητό. Το ίδιο γινόταν ερμηνευτικά δεκτό και προηγουμένως. Βλ. Σ. Ψυχομάνη, ό.π., σ. 68.
[19] Βλ. Σ. Ψυχομάνη, ό.π., σ. 59-60.
[20] Βλ. Κ. Παπαθανασίου, ό.π., σ. 1194.
[21] Βλ. Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, ό.π., σ. 157. Σύμφωνος και ο Χ. Μυλωνόπουλος, Ποινικό Δίκαιο – Ειδικό μέρος, 2021, σ. 596.
[22] Βλ. Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, ό.π., σ. 157, που υποστηρίζει πάντως ότι ο νομοθέτης θα έπρεπε να ορίζει το απώτατο χρονικό όριο μετά την κήρυξη της πτώχευσης ως σημείο χρονικής οριοθέτησης της ποινικής ευθύνης.
[23] Βλ. Richter σε: Müller-Gugenberger, Wirtschaftsstrafrecht, 7. Aufl. 2021, Bankrott Rz. 81.9· Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, ό.π., σ. 158.
[24] Βλ. Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, ό.π., σ. 158.
[25] Βλ. Χ. Μυλωνόπουλο, ό.π., σ. 603.
[26] Βλ. BGHSt 55, 107, 113 = StV 2011, 94, 96· OLG Frankfurt NStZ 1997, 551.
[27] Βλ. BGH-JR 1979, 75, 76 επ.
[28] Βλ. BGHSt 55, 107, 114 = StV 2011, 94, 96; OLG Frankfurt NStZ 1997, 551.
[29] Βλ. BGHSt 55, 107, 114 = StV 2011, 94, 96.
[30] Βλ. BGHSt 55, 107, 116 = StV 2011, 94, 96. Πρβλ. BGH NJW-RR 2004, 134, 134.
[31] Βλ. Schönke / H. Schroder/ P. Cramer, Strafgesetzbuch, 27. Aufl., 2006, §283 Rn. 4, 5· RGSt 64, 138, 140.
[32] Βλ. BGHSt 11, 146.
[33] Βλ. BGH NJW 2016, 1525, 1527: “Beim Verheimlichen von Vermögensbestandteilen gemäß § 283 Abs. 1 Nr. 1 StGB besteht dagegen der tatbestandliche Erfolg nicht in einer Rechtsgutsverletzung, sondern in einer Gefährdung des geschützten Rechtsguts. Damit handelt es sich bei diesem Bankrotttatbestand rechtsgutsbezogen um ein abstraktes Gefährdungsdelikt (vgl. Radtke/Petermann, MüKo-StGB, 2. Aufl., Vor §§ 283 ff. Rn. 22 mwN)“. Ως προς τον χαρακτήρα του εγκλήματος ως διαρκείας: „Da somit nicht nur die Rechtspflicht zur Offenbarung des verheimlichten Vermögensgegenstandes fortbesteht, sondern auch die Gefährdungslage, die noch in eine (endgültige) Verletzung des Rechtsguts umschlagen kann und nach dem Willen des Täters auch soll, handelt es sich beim Verheimlichen gemäß § 283 Abs. 1 Nr. 1 StGB im Ergebnis um ein Dauerdelikt (zum Begriff vgl. Fischer, StGB, 63. Aufl., Vor § 52 Rn. 58)“.
[34] Βλ. BGH v. 27.7.1955 - 3 StR 211/55, GA 1956, 123.
[35] Βλ. BGH v. 22.1.2013 - 1 StR 233/12.
[36] Βλ. RG, JW 1936, 3006; RGSt 64, 141. Βλ. και ΑΠ 1196/2006 ΝοΒ 2006.1849 = ΕλλΔνη 2006.1584· ΑΠ 1229/2010 ΠραξΛογΠΔ 2010.450.
[37] Βλ. ΑΠ 1910/2019, δημ. areiospagos.gr.
[38] Βλ. Achenbach/Ransiek/Rönnau-Wegner, VII 1 Rn 118.
[39] Βλ. Püschel σε: Leipold/Tsambikakis/Zöller, Anwaltkommentar StGB, 3. Aufl. 2020, § 283 Bankrott Rn. 8.
[40] Βλ. Κ. Παπαθανασίου, ό.π., σ. 1195.
[41] Βλ. Κ. Παπαθανασίου, ό.π., σ. 1196.
[42] Βλ. Κ. Παπαθανασίου, ό.α.π.
[43] Βλ. BGH ZInsO 2016, 916, 917.
[44] Βλ. BGH NStZ 1981, 259.
[45] Βλ. § 347 Abs. 1 HGB· § 43 Abs. 1 GmbHG· § 93 Abs. 1 S. 1 AktG· § 34 Abs. 1 S. 1 GenG. Πρβλ. Kindhäuser σε: NK, § 283 Rn 28· Fischer, § 283 Rn 6.
[46] Βλ. Weyand/Diversy σε: Weyand/Diversy, Insolvenzdelikte, 10. Aufl. 2016, 5. Die Tatbestände der §§ 283 bis 283 d StGB Rn. 73.
[47] Βλ. Richter σε: Müller-Gugenberger, Wirtschaftsstrafrecht, 7. Aufl. 2021, Bankrott Rz. 83.54.
[48] Βλ. RGSt 15, 277, 281.
[49] Βλ. Tiedemann, Insolvenz-Strafrecht, § 283 Rn. 57.
[50] Βλ. Bittmann σε: Bittmann, 12 Rn. 122.
[51] Βλ. Tiedemann, Insolvenz-Strafrecht, § 283 Rn. 57.
[52] Βλ. Κ. Παπαθανασίου, ό.π., σ. 1197.
[53] Βλ. BGH v. 9.6.1953 - 1 StR 206/53, NJW 1953, 1480, 1481.
[54] Βλ. Tiedemann σε: LK12, § 283 StGB Rz. 65 επ.
[55] Βλ. RG, GA 1917, 115.
[56] Βλ. BGH σε: Fischer, § 283 Rn. 12.
[57] Βλ. BGH, MDR 1981, 510, 511.
[58] Βλ. BGH, NJW 1953, 1480, 1481.
[59] Πρβλ. μάλλον αντίθετα Χ. Μυλωνόπουλο, ό.π., σ. 600.
[60] Βλ. Weyand/Diversy σε: Weyand/Diversy, Insolvenzdelikte, 10. Aufl. 2016, 5. Die Tatbestände der §§ 283 bis 283 d StGB Rn. 75.
[61] Βλ. Weyand/Diversy σε: Weyand/Diversy, Insolvenzdelikte, 10. Aufl. 2016, 5. Die Tatbestände der §§ 283 bis 283 d StGB Rn. 75. Βλ. και BGHSt 22, 360.
[62] Βλ. Richter σε: Müller-Gugenberger, Wirtschaftsstrafrecht, 7. Aufl. 2021, Bankrott Rz. 83.68.
[63] Βλ. Weyand/Diversy σε: Weyand/Diversy, Insolvenzdelikte, 10. Aufl. 2016, 5. Die Tatbestände der §§ 283 bis 283 d StGB Rn. 77.
[64] Βλ. Weyand/Diversy σε: Weyand/Diversy, Insolvenzdelikte, 10. Aufl. 2016, 5. Die Tatbestände der §§ 283 bis 283 d StGB Rn. 77.
[65] Βλ. Weyand/Diversy σε: Weyand/Diversy, Insolvenzdelikte, 10. Aufl. 2016, 5. Die Tatbestände der §§ 283 bis 283 d StGB Rn. 78.
[66] Βλ. Richter σε: Müller-Gugenberger, Wirtschaftsstrafrecht, 7. Aufl. 2021, Bankrott Rz. 83.44.
[67] Βλ. Richter σε: Müller-Gugenberger, Wirtschaftsstrafrecht, 7. Aufl. 2021, Bankrott Rz. 83.44.
[68] Βλ. Richter σε: Müller-Gugenberger, Wirtschaftsstrafrecht, 7. Aufl. 2021, Bankrott Rz. 83.45.
[69] Βλ. Schork/Fingerle σε: Esser/Rübenstahl/Saliger/Tsambikakis, Wirtschaftsstrafrecht, § 283 StGB Rn. 42.
[70] Βλ. Schork/Fingerle σε: Esser/Rübenstahl/Saliger/Tsambikakis, Wirtschaftsstrafrecht, § 283 StGB Rn. 42.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δεν επιτρέπονται νέα σχόλια.