Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Για τη ΣτΕ 380/2026 (απόσπασμα αθωωτικής απόφασης για την απόδειξη ισχυρισμού από το άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.)


Παντελής Αντ. Μαρκούλης

Δικηγόρος

ΜΔΕ «Εμπορικό Δίκαιο» (ΑΠΘ)

ΜΔΕ «Ποινικές και Εγκληματολογικές Επιστήμες» (ΑΠΘ)

υπ. ΔΝ (Albert-Ludwigs-Universität Freiburg)

 

Η απόφαση ΣτΕ 380/2026 (5μ) (της οποίας μέχρι σήμερα - 14.04.2026 - μόνο η περίληψη είναι διαθέσιμη) επιλύει ένα εμφανιζόμενο συχνά στην πράξη ζήτημα: του πως οφείλει να χειριστεί το διοικητικό δικαστήριο της ουσίας τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι παραβιάζεται το άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.) ή η αρχή ne bis in idem ή το τεκμήριο αθωότητας, όταν ο διάδικος προσκομίζει απόσπασμα μόνο της αθωωτικής απόφασης.

Όσον αφορά τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο[1], το ΣτΕ αναγνωρίζει σε αμφότερα τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν προδικαστική απόφαση για τη συμπλήρωση των αποδείξεων. Από το κείμενο της δημοσιευμένης περίληψης προκύπτει ότι η σχετική δικονομική επιλογή υλοποιείται μέσω του άρθρου 155 παρ. 1 Κ.Δ.Δ., που ορίζει ότι: «το δικαστήριο, με απόφασή του, μπορεί να ζητά, από κάθε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, καθώς και από κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, πληροφορίες και στοιχεία χρήσιμα για τη διάγνωση της υπόθεσης». Ζήτημα, πάντως, ανακύπτει ως προς το αν το ποινικό δικαστήριο εμπίπτει στην έννοια της δημόσιας αρχής.[2] Πέραν, όμως, της γραμματικής διατύπωσης της διάταξης του άρθρου 155 παρ. 1 Κ.Δ.Δ., η οποία καθιστά αμφίβολη την ένταξη του ποινικού δικαστηρίου στην έννοια της «δημόσιας αρχής», η παραδοχή της δικονομικής εκδοχής ενεργοποίησης του άρθρου 155 παρ. 1 Κ.Δ.Δ. προσκρούει και στη συνταγματικά κατοχυρωμένη (άρθρο 93 Συντάγματος) αρχή της διάκρισης των δικαιοδοσιών των δικαστηρίων (séparation des juridictions). Η τελευταία δεν εξαντλείται στο ζήτημα της κατανομής των υποθέσεων στα δικαστήρια εκάστου κλάδου δικαιοδοσίας (οργανική όψη). Αναπτύσσει την κανονιστική της ισχύ και στην επίλυση των διαφορών (λειτουργική όψη): η αρμονική συνύπαρξη των δικαιοδοσιών μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την αποτροπή επεμβάσεων της μίας στο δικαιοδοτικό έργο της άλλης.[3]

Τα παραπάνω, πάντως, δεν δημιουργούν κάποιο αδιέξοδο: το διοικητικό δικαστήριο μπορεί να εκδώσει προδικαστική απόφαση με το άρθρο 152 παρ. 1 Κ.Δ.Δ. και να διατάξει τη συμπληρωματική απόδειξη, προσδιορίζοντας ως αποδεικτικό μέσο (άρθρο 152 παρ. 2 στοιχ. γ’ Κ.Δ.Δ.) την καθαρογραμμένη απόφαση, και ως βαρυνόμενο διάδικο τον προσφεύγοντα. Εδώ δεν δημιουργείται το ίδιο πρόβλημα που φαίνεται να γεννάται από την κλήση σε εφαρμογή του άρθρου 155 παρ. 1 Κ.Δ.Δ.: το διοικητικό δικαστήριο δεν διατάσσει το ποινικό δικαστήριο να καθαρογράψει την απόφαση, αλλά διατάσσει τον διάδικο να προσκομίσει καθαρογραμμένη την απόφαση. Η διαφορά είναι ουσιώδης. Ο διάδικος, έχοντας στα χέρια του την προδικαστική απόφαση, θα ζητήσει, κατά την προβλεπόμενη διαδικασία, την καθαρογραφή της ποινικής απόφασης, ανταποκρινόμενος σε δικό του βάρος, που του έταξε το διοικητικό δικαστήριο. Επίσης, αποφεύγεται το ερμηνευτικό ζήτημα της υπαγωγής ή μη του ποινικού δικαστηρίου στην έννοια της δημόσιας αρχής, κατ’ άρθρο 155 παρ. 1 Κ.Δ.Δ. Ο προσδιορισμός της νέας δικασίμου γίνεται κατ’ άρθρο 153 Κ.Δ.Δ.

Το δικαστήριο μπορεί, επίσης, να μην εκδώσει προδικαστική απόφαση (ασκώντας τη σχετική διακριτική ευχέρειά του) και να εξετάσει τους ισχυρισμούς του διαδίκου, περί εφαρμογής του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. β’ Κ.Δ.Δ. ή της αρχής ne bis in idem (άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. ΕΣΔΑ ή 48 παρ. 1 και 50 Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.) ή της αρχής σεβασμού του τεκμηρίου της αθωότητας (άρθρο 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α.), βάσει του αποσπάσματος της αθωωτικής απόφασης, έστω και αν ο διάδικος αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών, ακόμη και αν δεν προκύπτει ότι η αθώωση στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση σχετικά με την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή τη μη τέλεση της παράβασης. Αν το δικαστήριο κρίνει, βάσει του αποσπάσματος, ότι συντρέχει ταυτότητα παράβασης, δεσμεύεται από την αθωωτική απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., και οφείλει να ακυρώσει την ένδικη καταλογιστική πράξη.

Ως προς όλα αυτά λεκτέα τα εξής:

Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 εδ. β’ ΚΔΔ, τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα να μην γίνει η κατηγορία βουλεύματα. Περαιτέρω, στην παράγραφο 2 του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ορίζεται ότι «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του». Σε ενίσχυση τούτων υπενθυμίζουμε ότι εντελώς προσφάτως (20-05-2025) το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με την από 20-05-2025 απόφασή του στην υπόθεση Αρουτσίδης κατά Ελλάδας (αρ. προσφυγής 47604/13), έκρινε ότι η Ελλάδα παραβίασε το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (τεκμήριο αθωότητας), διότι το διοικητικό δικαστήριο εκδικάζοντας προσφυγή κατά διοικητικών πράξεων επιβολής φόρου και προστίμων για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την απέρριψε, αγνοώντας την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου για τις ίδιες πράξεις. Το ΕΔΔΑ επανέλαβε με την παραπάνω απόφασή του (σκ. 14) τη νομολογία του ότι όταν η ποινική διαδικασία καταλήγει με αθωωτική απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, τότε το τεκμήριο της αθωότητας επιβάλλει ότι η έλλειψη ποινικής καταδίκης γίνεται σεβαστή σε κάθε άλλη διαδικασία οποιασδήποτε φύσης και ότι το διατακτικό τμήμα της αθωωτικής απόφασης πρέπει να γίνεται σεβαστό από κάθε αρχή που αναφέρεται άμεσα ή έμμεσα στην ποινική ευθύνη του ενδιαφερόμενου μέρους (ΕΔΔΑ, Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Ευρεία Σύνθεση, σκ. 102 και ΕΔΔΑ, Nealon και Hallam κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Ευρεία Σύνθεση, σκ. 106). Σημειωτέον ότι η αθωωτική απόφαση λόγω αμφιβολιών δεν στερείται σε τίποτα σε σχέση με μία αθωωτική απόφαση όπου διαπιστώνεται θετικά η έλλειψη ποινικής ευθύνης. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ,  δυνάμει της αρχής «in dubio pro reo», η οποία αποτελεί μία ιδιαίτερη έκφραση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας, καμία ποιοτική διαφορά δεν πρέπει να υφίσταται μεταξύ μίας αθώωσης λόγω έλλειψης αποδείξεων και μίας αθώωσης που απορρέει από τη διαπίστωση της αδιαμφισβήτητης αθωότητας του προσώπου. Πράγματι, οι αθωωτικές αποφάσεις δεν διαφοροποιούνται σύμφωνα με τους λόγους που επιλέγει κάθε φορά ο δικαστής επί ποινικών υποθέσεων. Απεναντίας, μέσα στα πλαίσια του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, το διατακτικό μίας αθωωτικής απόφασης πρέπει να τηρείται από κάθε άλλη αρχή η οποία αποφαίνεται με άμεσο ή έμμεσο τρόπο επί της ποινικής ευθύνης του ενδιαφερομένου (ΕΔΔΑ, Βασίλειος Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, σκ. 39).

Άρα, βάσει της ΣτΕ 380/2026, οι δυνατότητες του πρωτοβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου σχηματικά είναι οι εξής: 

 


Ενώ του δευτεροβάθμιου είναι οι ακόλουθες:  


 



[1] Που επιλαμβάνεται κατόπιν έφεσης από τον ηττηθέντα προσφεύγοντα κατά της απορριπτικής κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έστω και αν αυτό δεν διέταξε συμπληρωματικές αποδείξεις.

[2] Επισημανθέν ήδη από τον Ι. Χήνο, Παρατήρηση υπό την περίληψη της ΣτΕ 380/2026, σε: https://dikastis.blogspot.com/2026/03/3802026-ne-bis-in-idem.html

[3] Περί της αρχής της διάκρισης των δικαιοδοσιών βλ. ενδ. Ι. Συμεωνίδη, Τα όρια της δικαιοδοσίας των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων, 1995, passim · Β. Μπουκουβάλα, Το δίκαιο της απόδειξης στις διοικητικές διαφορές ουσίας, 2022, σ. 3 κ. εξ. με περαιτέρω παραπομπές (υποσημ. 1)· Ε. Παυλίδου, Η δεσμευτική ενέργεια των αποφάσεων της ποινικής και πολιτικής δικαιοδοσίας στη διοικητική δίκη, 2014, σ. 398.


Δεν υπάρχουν σχόλια: