Αντώνη Βόμβα, Πρωτοδίκη
Τα τελευταία έτη η εριστικότητα στις αντιπαραθέσεις και η πόλωση χαρακτηρίζει σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η συγκρότηση οκταμελών “ομάδων” ή “παρατάξεων”, οι οποίες καλούν τα μέλη της Ένωσης “να εξαντλήσουν τους οχτώ σταυρούς” στις εκλογές για την ανάδειξη μελών του Δ.Σ., με σκοπό την επίτευξη πλειοψηφίας που θα επιτρέπει τη λήψη αποφάσεων χωρίς την ανάγκη συνεννόησης με την άλλη πλευρά. Η νοοτροπία και η πρακτική αυτή, πέραν της αποστροφής που μπορούν να δημιουργήσουν ως προς τη συμμετοχή στις υποθέσεις της Ένωσης, δεν συνάδουν με τη στάση νηφαλιότητας και αντικειμενικότητας που πρέπει να διακρίνει κάθε Δικαστή στον δημόσιο βίο και, κυρίως, δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα των Δικαστών και τους σκοπούς της Ένωσης.
Η Ένωση, ως συλλογικό όργανο εκπροσώπησης των Δικαστών, οφείλει να περιορίζει τον δημόσιο λόγο της στους καταστατικούς της σκοπούς. Η διατύπωση απόψεων για θέματα διεθνούς πολιτικής ή ιδεολογικών αντιπαραθέσεων κείται εκτός των σκοπών αυτών και αλλοιώνει τον θεσμικό της ρόλο (βλ. δημόσια ανάρτηση του γράφοντος με άλλους συναδέλφους για τέτοια περίπτωση ανακοίνωσης της Ένωσης για ζήτημα εκτός των καταστατικών σκοπών της[i]). Τούτο δεν περιορίζει το δικαίωμα κάθε μέλους της Διοίκησης της Ένωσης να διατυπώνει δημοσίως τις προσωπικές του απόψεις για οποιοδήποτε θέμα, εφόσον δεν εμφανίζεται ότι ενεργεί ως εκπρόσωπος των συναδέλφων του. Ο αναγκαίος αυτοπεριορισμός κάθε Δικαστή κατά την έκφραση δημοσίου λόγου δεν σημαίνει ότι πρέπει να απέχει από τον δημόσιο διάλογο (βλ. άρθρο γνώμης του γράφοντος για την κριτική στην προστασία της ελευθερίας της έκφρασης στην Ευρώπη, προερχόμενη από την νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ[ii]).
Ο ρόλος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, χωρίς να του προσδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα από αυτήν που πραγματικά του αναλογεί, έχει κατά βάση διττό χαρακτήρα: Από τη μία αμιγώς συνδικαλιστικό, με την επιδίωξη ενίσχυσης της οικονομικών, ασφαλιστικών, εργασιακών και λοιπών συμφερόντων των μελών της και με την παροχή συγκεκριμένης στήριξης σε όσους συναδέλφους χρειάζονται αυτήν, από την άλλη δικαιοπολιτικό, συνυφασμένο με την ανάδειξη των πραγματικών προβλημάτων στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και την πρόταση λύσεων για την αποτελεσματικότερη και αμεσότερη παροχή δικαστικής προστασίας σε όλους τους πολίτες. Χωρίς να παραβλέπεται ο πρώτος άξονας (βλ. πρόταση του γράφοντος για την επιδίωξη νομοθετικής κατοχύρωσης του δικαιώματος δικολογείν για τους Δικαστές στις προσωπικές τους υποθέσεις στα πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια, σύμφωνα και με την αντίστοιχη ρύθμιση που θεσπίστηκε πρόσφατα για τα μέλη του ΝΣΚ με το άρθρο 228 του ν. 5259/2025[iii]), για τον οποίο πρέπει να αναγνωρισθεί ότι όλες οι προηγούμενες Διοικήσεις της Ένωσης έχουν καταβάλει προσπάθειες, με περισσότερο ή λιγότερη επιτυχή αποτελέσματα, εξίσου κρίσιμος είναι ο δεύτερος, στην προάσπιση του οποίου κυρίως κατατείνει και η υποψηφιότητα του γράφοντος στις προσεχείς εκλογές.
Πρέπει να παραδεχθούμε ότι η δυσπιστία σημαντικής μερίδας των πολιτών απέναντι στον θεσμό της Δικαιοσύνης δεν στερείται πραγματικών ερεισμάτων. Όλοι μας, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, έχουμε έρθει σε επαφή κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας μας, με φαινόμενα αναποτελεσματικότητας, δυσλειτουργίας και καθυστέρησης στην απονομή της Δικαιοσύνης που δεν αρμόζουν σε μία σύγχρονη Πολιτεία που σέβεται και προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών της. Ως χαρακτηριστικές παθογένειες, εν πολλοίς αλληλοτροφοδοτούμενες, θα μπορούσαν να αναφερθούν, μεταξύ άλλων:
• ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός εισερχομένων υποθέσεων στο σύστημα της πολιτικής και της ποινικής δικαιοσύνης (πολλές εκ των οποίων αφορούν ένδικα βοηθήματα με πρόδηλες ελλείψεις ως προς το παραδεκτό και το νόμιμο ή περιπτώσεις ποινικοποίησης αστικών κατά βάση διαφορών),
• η καθυστέρηση εκδίκασης των υποθέσεων στα ποινικά ακροατήρια (λόγω, κυρίως, της συσσώρευσης υπερβολικά μεγάλου αριθμού υποθέσεων στα πινάκια, των οποίων δεν είναι εφικτή η ουσιαστική εκδίκαση σε μία δικάσιμο, αλλά και του μεγάλου αριθμού αναβολών που αφορούν τους διαδίκους, τους συνηγόρους τους ή τους μάρτυρες),
• η πολύ περιορισμένη επιτυχία των θεσμών εξωδικαστικής επίλυσης των αστικών διαφορών και των εναλλακτικών μορφών απονομής της ποινικής δικαιοσύνης σε σύγκριση με την αξιοποίηση των θεσμών αυτών σε άλλες έννομες τάξεις,
• η ανυπαρξία θεσμοθετημένου και αποτελεσματικού τρόπου αντίδρασης του Δικαστηρίου απέναντι σε συμπεριφορές μικρού αριθμού δικηγόρων, οι οποίες παρακωλύουν την πρόοδο της διαδικασίας και, ενίοτε, είναι προσβλητικές προς αυτό,
• η μη επίδειξη στοιχειώδους πρόνοιας για τους πολίτες που εμπλέκονται σε δικαστικές διαδικασίες (βλ., μεταξύ άλλων, τις πολύωρες αναμονές στα ποινικά ακροατήρια, οι οποίες συχνά καταλήγουν στην αναβολή των υποθέσεων λόγω ωραρίου Γραμματέως της έδρας, την παράλειψη προηγούμενης ενημέρωσης του κοινού για τη μη διεξαγωγή ορισμένης δίκης λόγω συμμετοχής του Γραμματέα της έδρας σε προγραμματισμένη απεργία ή στάση εργασίας κ.α.),
• η έλλειψη στελέχωσης των Δικαστηρίων με επαρκές προσωπικό (από άποψη αριθμού και αρμοδιοτήτων) για τη συνδρομή στο έργο των Δικαστών και Εισαγγελέων (όπως βοηθών δικαστών, ειδικών επιστημόνων, δικαστικών γραμματέων, κλητήρων) σύμφωνα και με τον μέσο όρο της Ε.Ε.,
• οι υλικοτεχνικές συνθήκες λειτουργίας των δικαστηρίων, οι οποίες συνιστούν προσβολή για τον θεσμό της Δικαιοσύνης και εγκυμονούν κινδύνους για την ασφάλεια των εμπλεκόμενων προσώπων κ.α.
Το γεγονός ότι οι παθογένειες αυτές δεν είναι καινοφανείς και χρονίζουν επί δεκαετίες, δεν πρέπει να οδηγεί σε αδράνεια και υιοθέτηση μοιρολατρικής στάσης. Άλλωστε, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι τα τελευταία έτη έχουν αναληφθεί σημαντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες, οι οποίες είναι σαφώς επιδοκιμαστέες και έχουν ήδη επιφέρει θετικά αποτελέσματα, όπως η μεταρρύθμιση της τακτικής διαδικασίας με τον ν. 4335/2015, η ψηφιοποίηση της Δικαιοσύνης, η (παρά τα αναμενόμενα ως ένα βαθμό, ενόψει του μεγέθους του εγχειρήματος, προβλήματα) ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας (για την ολοκλήρωση της οποίας πρέπει να αναγνωρίσουμε, πέραν του θάρρους του νομοθέτη να προβεί σε μία μεταρρύθμιση που εκκρεμούσε επί περισσότερο από έναν αιώνα, την προσπάθεια και το έργο των Διοικήσεων των μεγάλων Πρωτοδικείων της χώρας), επιμέρους νομοθετικές μεταβολές που διευρύνουν τις δυνατότητες του Δικαστή να προβεί σε ουσιαστική κρίση και να επιλέξει τη δικαιότερη λύση για κάθε υπόθεση που άγεται ενώπιόν του, αστικής ή ποινικής φύσης (ενδεικτικά αναφέρονται η διεύρυνση των περιπτώσεων συμπλήρωσης τυπικών παραλείψεων στο άρθρο 227 ΚΠολΔ, η τροποποίηση των προϋποθέσεων χορήγησης υφ’ όρον απόλυσης στο άρθρο 106 ΚΠΔ, ώστε η σχετική κρίση του δικαστικού συμβουλίου να λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο τέλεσης νέων εγκλημάτων, η κατάργηση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς τη μη αναστολή της εκτέλεσης της ποινής στο άρθρο 99 ΠΚ, η επανεισαγωγή του θεσμού της κοινωφελούς εργασίας). Προς τη σωστή κατεύθυνση κινείται και η πρόσφατη πρωτοβουλία της Διοίκησης της Ένωσης για την πρόταση νομοθετικής μεταρρύθμισης για τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων σε δικηγόρους που παρακωλύουν την πρόοδο της διαδικασίας στην ποινική δίκη, παρά το περιορισμένο εύρος της πρότασης.
Για τα προβλήματα που ταλανίζουν τη Δικαιοσύνη μπορούν να διατυπωθούν πολλές και διαφορετικές απόψεις, αλλά αυτό που προέχει είναι να ομονοήσουμε, κατά το δυνατόν, στην ανάδειξή τους και να καταβάλλουμε συντεταγμένες προσπάθειες για την ανάδειξη των αιτιών και την πρόταση λύσεων, με καλή προαίρεση, ανοιχτό μυαλό, σεβασμό στη διαφορετική άποψη και πρόθεση συνεννόησης. Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να είναι χρήσιμη η επαναπροσέγγιση παγιωμένων αντιλήψεων και θεωρήσεων (βλ. άρθρο του γράφοντος για την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων περί υφ’ όρον παραγραφής:[iv]). Η συμβολή και οι ιδέες έκαστου συναδέλφου, ανάλογα με τον τομέα που έχει υπηρετήσει και τη συσσωρευμένη εμπειρία του, είναι πολύτιμες. Η διεξαγωγή εσωτερικού διαλόγου εντός του δικαστικού σώματος για τα ζητήματα αυτά, η ανάδειξή τους και η υποβολή προτάσεων θεσμικών ή συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων αποτελεί κατεξοχήν έργο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων. Αναφέρονται, ενδεικτικά, δύο θεματικές που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο μίας τέτοιας συζήτησης:
• Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι δικαστικοί λειτουργοί υπήρξαμε στο παρελθόν δικηγόροι και έχουμε ιδία αντίληψη για τη διαφορά μεταξύ των εξετάσεων για τη λήψη της άδειας άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος και για την εισαγωγή στο δικαστικό σώμα στη χώρα μας. Η αναγκαία αναβάθμιση του επιπέδου και των προδιαγραφών των εξετάσεων για την άδεια δικηγορίας θα διασφαλίσει την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών και θα συμβάλλει στον περιορισμό του δικηγορικού υπερπληθωρισμού. Με τον τρόπο αυτό θα ανασχεθεί η τεχνητή διόγκωση της δικηγορικής ύλης, θα αποσυμφορηθεί το σύστημα της Δικαιοσύνης και θα βελτιωθούν ουσιαστικά οι οικονομικοί όροι άσκησης του επαγγέλματος του δικηγόρου. Η σχετική πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης έχει ήδη προκαλέσει τις αντιδράσεις του δικηγορικού σώματος, ενώ η Ένωση δεν έχει ακόμη τοποθετηθεί επίσημα.
• Ένα δεύτερο ζήτημα, επί του οποίου η Ένωση δεν έχει λάβει σαφή θέση, αφορά την αναγκαία νομοθετική οριοθέτηση των συνεπειών που μπορούν να επιφέρουν οι αποφάσεις των Δικηγορικών Συλλόγων για αποχή των μελών τους στην πρόοδο των δικών, ιδίως των ποινικών. Το πρόσφατο παράδειγμα της καθυστέρησης της εκδίκασης των υποθέσεων του άρθρου 187 ΠΚ επί 22 περίπου μήνες τη διετία 2022 – 2024 λόγω παρατεταμένης αποχής δικηγόρων είναι χαρακτηριστικό. Για την νομιμότητα των αποφάσεων αποχής με αόριστη ή μακρόχρονη διάρκεια έχει αποφανθεί επανειλημμένως το Συμβούλιο της Επικρατείας, πρέπει δε να συνεκτιμηθεί, μεταξύ άλλων, το νόημα και ο σκοπός της συνταγματικής απαγόρευσης της απεργίας για τους δικαστικούς λειτουργούς. Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να αντιμετωπισθεί το επαναλαμβανόμενο φαινόμενο αποφάσεων αποχής, οι οποίες στρέφονται προσωπικά κατά δικαστικών λειτουργών (βλ. άρθρο του γράφοντος για την αποχή δικηγόρων ως λόγο αναβολής στην ποινική δίκη[v]).
Ως δικαστικοί λειτουργοί έχουμε αυξημένη ευθύνη να αναδείξουμε τα προβλήματα στη λειτουργία του θεσμού της Δικαιοσύνης. Η ευθύνη αυτή απορρέει από την ξεχωριστή θέση και τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν τον Δικαστή από τους άλλους λειτουργούς που συμμετέχουν ή κατ’ άλλον τρόπο επηρεάζουν τη διαδικασία απονομής της Δικαιοσύνης, όπως τους δικηγόρους, τους θεωρητικούς της νομικής επιστήμης και τα μέλη της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας. Η κατοχυρωμένη αμεροληψία και ανεξαρτησία του Δικαστή σημαίνει ότι μπορεί να προσεγγίσει τα ζητήματα αυτά, χωρίς να επηρεάζεται από παράγοντες, όπως την προάσπιση των συμφερόντων των εντολέων του, πραγματικών ή εν δυνάμει, την ανάγκη εξασφάλισης δικηγορικής ύλης, τη διατήρηση της προνομιακής νομοθετικής αντιμετώπισης ορισμένων κατηγοριών προσώπων και απαιτήσεων ή την προοπτική εκλογής/επανεκλογής σε κάποιο αξίωμα. Η αντίληψη που σχηματίζει, εμπειρικά και όχι θεωρητικά, ο Δικαστής για την πραγματική λειτουργία της Δικαιοσύνης είναι συνολική και σφαιρική, ως αποτέλεσμα της άσκησης του έργου του, αφού απορρέει από την εκδίκαση του συνόλου των υποθέσεων κάθε δικασίμου, τη μελέτη του συνόλου των δικογράφων που καταθέτουν οι διάδικοι, την έρευνα και την απάντηση σε όλους τους υποβληθέντες ισχυρισμούς τους και τη γνώση για την τελική δικαστική έκβαση κάθε υπόθεσης.
Με τις σκέψεις αυτές υποβάλλω την υποψηφιότητά μου στις επικείμενες εκλογές της ΕΝΔΕ.
[ii] https://ende.gr/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%b1%cf%83-%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b5%ce%ba%cf%86%cf%81%ce%b1%cf%83%ce%b7/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δεν επιτρέπονται νέα σχόλια.