Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

ΑΠ 148/2026 (Τμήμα Ζ’): Συν-αναστολή παρεπόμενων ποινών (παρατ. Παντελής Αντ. Μαρκούλης)

 


 

Αριθμός 148 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

 

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Προβατάρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Φ. του Γ., κατοίκου [...], ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μιχαλάρο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 521/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία: 1. Α. Β. του Ι., 2. Θ. Β. του Ν., 3. Ν. Β. του Θ., 4. Π. Α. του Σ., 5. Χ. Ν. του Σ., 6. Χ. Κ. του Κ., 7. Α. Δ. του Σ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

 

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 18 Οκτωβρίου 2023 κρινόμενη αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20.10.2023 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 7814/2024, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2023.

 

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα, και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

I. Η κρινόμενη από 18-10-2023 αίτηση αναίρεσης του Ι. Φ. του Γ., κατά της υπ' αριθμ. 521/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε κατ’ έφεση για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και εννιά (9) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, επιπλέον δε του επιβλήθηκε με αυτήν και η παρεπόμενη ποινή της αφαίρεσης της άδειας οδήγησης αυτοκινήτου για χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με δήλωσή του που επιδόθηκε στις 20-10-2023 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (474 παρ. 2Α) εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ εικοσαήμερης προθεσμίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464,466 παρ. 2, 473 παρ. 1, 2, 3, 504 παρ. 1 εδ. α’ και 505 περ. α’ ΚΠΔ, καθόσον η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στις 02-10-2023. Επιπλέον η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή, αφού περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Δ’ ΚΠΔ) και, συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σ' αυτήν σχετικών λόγων.

 

ΙΙ. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, προβλέπεται ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση, εκτός των άλλων, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

 

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 566/2023, ΑΠ 995/2023).

 

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση απαιτείται να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, κατ’ αρχήν και κυρίως, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος δεν στοιχειοθετείται όταν αναφέρονται σ' αυτήν (απόφαση), με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η κατά τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για τους παραδεκτά προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου (ΑΠ 521/2024).

 

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 παρ. 2 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, η οποία είναι ευμενέστερη από την προϊσχύσασα "2. Οι παρεπόμενες ποινές αναστέλλονται και εξαλείφονται μαζί με την κύρια ποινή. Αν όμως πρόκειται για αποστέρηση θέσεων και αξιωμάτων, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη μη αναστολή", ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ΠΚ "Οι διατάξεις του γενικού μέρους του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται και σε αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται σε ειδικούς νόμους, αν οι νόμοι αυτοί δεν ορίζουν διαφορετικά με ρητή διάταξή της".

III. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο , με την ως ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφασή του, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’) και, ειδικότερα, διότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε ως όφειλε το άρθρο 104 §2 του ν. 4619/19, σύμφωνα με το οποίο οι παρεπόμενες ποινές αναστέλλονται και εξαλείφονται μαζί με την κυρία ποινή, με εξαίρεση αυτήν της αποστέρησης θέσεων και αξιωμάτων και δεν ανέστειλε την εκτέλεση της παρεπόμενης ποινής της αφαίρεσης της άδειας οδήγησης που του επιβλήθηκε και με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει καμία κρίση στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με το δεύτερο σκέλος των αυτοτελών ισχυρισμών που υπέβαλε και αφορά, ειδικότερα, την εφαρμογή του ως ανωτέρω άρθρου 104 § 2 ΠΚ, αντιθέτως δε εντελώς αναιτιολόγητα και σιγή απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο και χωρίς να του δοθεί ο λόγος για να στηρίξει τις απόψεις του, στερώντας του έτσι και το δικαίωμα ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ.

 

IV. Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της υπ' αριθμ. 521/2022 αποφάσεως και πρακτικών του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου [ο οποίος κρίθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ένοχος του ότι [...] και [...] [του] επιβλήθηκε (από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο) - εκτός από την συνολική ποινή φυλακίσεως των τριών(3) ετών και εννιά (9) μηνών - επιπλέον, κατ' εφαρμογή του άρθ. 98 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ., και η παρεπόμενη ποινή της αφαίρεσης της άδειας οδηγήσεως αυτοκινήτου για οκτώ (8) μήνες. Είχε δε προβάλλει αυτός, με εγγράφως κατατεθέντα (βλ. σελ. 2Α και 2Β πρακτικών αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και προφορικώς αναπτυχθέντα, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως αυτοτελή ισχυρισμό, σε σχέση με την επιβολή της παρεπόμενης αυτής ποινής, τα εξής: "Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/19), "αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της, ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά τη διάταξη αυτή, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι’ αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφ' ετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Όπως και παραπάνω αναφέρω, με την υπ' αριθ. 958/2020 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Κορίνθου, μου έχει επιβληθεί συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και δέκα (10) μηνών η οποία έχει ανασταλεί για μια τριετία υπό επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής για τρία (3) έτη. Ταυτόχρονα μου επιβλήθηκε ως παρεπόμενη ποινή, κατ' εφαρμογή του άρθ. 98 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ., αφαίρεση της άδειας οδηγήσεως αυτοκινήτου για ένα έτος, ήτοι δώδεκα (12) μήνες. Σύμφωνα όμως με την παρ. 5 του άρθρου, 463 ΠΚ, "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα (1/7/2019), καταργούνται όλες οι διατάξεις που περιέχονται σε ειδικούς ποινικούς νόμους με τις οποίες καθορίζονται παρεπόμενες ποινές ή άλλες συνέπειες που καταργούνται με αυτόν." Η διάταξη αυτή, η οποία είναι ευμενέστερη για εμένα και ίσχυσε μετά την διάπραξη του αδικήματος, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο μου επέβαλε παρεπόμενη ποινή η οποία προβλέπεται σε ειδικό ποινικό νόμο, (Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας) και έχει ήδη καταργηθεί μετά την έναρξη ισχύος του Νέου Ποινικού Κώδικα. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι καλώς μου επιβλήθηκε η παρεπόμενη ποινή, σύμφωνα με το άρθρο 104 §2 του ίδιου Κώδικα, διάταξη η οποία επίσης τέθηκε σε εφαρμογή την 1/7/2019 με την έναρξη ισχύος του ν. ν. 4619/19, "οι παρεπόμενες ποινές αναστέλλονται και εξαλείφονται μαζί με την κυρία ποινή, με εξαίρεση αυτήν της αποστέρησης δέσεων και αξιωμάτων." Σύμφωνα δε με το άρθρο 12 του ίδιου Κώδικα, "οι διατάξεις του γενικού μέρους του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται και σε αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται σε ειδικούς νόμους, αν οι νόμοι δεν ορίζουν διαφορετικά με ρητή διάταξή τους." Κατά συνέπεια, η παρεπόμενη ποινή που μου επιβλήθηκε, είτε δεν έπρεπε να μου επιβληθεί, είτε, αν θεωρηθεί ότι καλώς μου επιβλήθηκε, θα πρέπει να ανασταλεί μαζί με την κύρια ποινή που θα μου επιβληθεί από το Δικαστήριο Σας".

 

Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απαντώντας στον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό του, τον απέρριψε, διαλαμβάνοντας τα εξής στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 98 §3 Κ.Ο.Κ. η άδεια οδήγησης οδικού οχήματος αφαιρείται με δικαστική απόφαση, αν από τις γενόμενες ανακρίσεις αποδειχθεί ότι ο κάτοχος της έγινε υπαίτιος τραυματισμού ή θανάτου με το όχημα που οδηγούσε, παραβαίνοντας διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, όπως ειδικότερα το ίδιο άρθρο ορίζει στη συνέχεια. Η πρόβλεψη αυτή αποτελεί πράγματι παρεπόμενη ποινή και όντως η διάταξη του άρθρου 463 §5 του ισχύοντος ΠΚ ορίζει ότι από την έναρξη ισχύος του (ήτοι από 1/7/2019) καταργούνται όλες οι διατάξεις που περιέχονται σε ειδικούς νόμους με τις οποίες καθορίζονται παρεπόμενες ποινές ή άλλες συνέπειες που καταργούνται με αυτόν. Ωστόσο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος για τον εξής λόγο: Ο νομοθέτης του νέου Ποινικού Κώδικα σε καμία περίπτωση δεν θέλησε να απαγορεύσει πλήρως κάθε παρεπόμενη ποινή, αλλά διατήρησε με διάφορους τρόπους τις παρεπόμενες ποινές σε περιπτώσεις που θεώρησε σοβαρές. Έτσι, πλην των εξαιρέσεων από την απαγόρευση, που προβλέπει το ίδιο το άρθρο 463, εισήχθη με τον ίδιο κώδικα η διάταξη του άρθρου 66 §1 αυτού, που ορίζει ότι: "Αν ο υπαίτιος διέπραξε έγκλημα που έχει άμεση σχέση με την οδήγηση ή την εκμετάλλευση μεταφορικού μέσου και εφόσον του επιβλήθηκε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον έξι μηνών, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αφαίρεση της άδειας οδήγησης που κατέχει, για όλα ή ορισμένου τύπου μεταφορικά μέσα, ή της άδειας εκμετάλλευσης αντιστοίχως για χρονικό διάστημα από ένα μήνα ως ένα έτος". Συνεπώς η συγκεκριμένη παρεπόμενη ποινή ουδέποτε καταργήθηκε, παρά μόνο επήλθε αλλαγή στο νομοθετικό πλαίσιο που την προβλέπει. Μάλιστα, εκ των δύο διατάξεων που ίσχυσαν από την τέλεση των πράξεων έως σήμερα, εφαρμόζεται εδώ η διάταξη του άρθρου 66 §1 ΠΚ ως επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο", ενώ περαιτέρω απέρριψε σιγή και, επομένως, χωρίς καμία αιτιολογία, το αίτημα του κατηγορουμένου για αναστολή εκτελέσεως και της πιο πάνω παρεπόμενης ποινής, κατά την οποία, όμως, όπως προκύπτει από τη σαφή διάταξη του άρθρου 104 παρ. 2 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, η οποία είναι ευμενέστερη από την προϊσχύσασα, "οι παρεπόμενες ποινές αναστέλλονται και εξαλείφονται μαζί με την κύρια ποινή...", με την δυνητική εξαίρεση της αποστέρησης θέσεων και αξιωμάτων.

 

Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έκανε προηγουμένως δεκτό ότι ..."Η πρόβλεψη αυτή αποτελεί πράγματι παρεπόμενη ποινή και όντως η διάταξη του άρθρου 463 §5 του ισχύοντος ΠΚ ορίζει ότι από την έναρξη ισχύος του (ήτοι από 1/7/2019) καταργούνται όλες οι διατάξεις που περιέχονται σε ειδικούς νόμους με τις οποίες καθορίζονται παρεπόμενες ποινές ή άλλες συνέπειες που καταργούνται με αυτόν", εσφαλμένα, περαιτέρω, εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 104 §2 νέου ΠΚ, αφού, μη αναστέλλοντας την παρεπόμενη ποινή που του επιβλήθηκε (αφαίρεση της άδειας οδήγησης), έκρινε χωρίς, μάλιστα, καμία αιτιολογία, ότι δεν αναστέλλεται αυτή μαζί με την κύρια ποινή φυλακίσεως.

 

V. Επομένως, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως που προβλέπονται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Δ’ ΚΠΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει [μόνο κατά τη διάταξή της που δεν συμπεριελήφθη στην αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως περί ποινής και η παρεπόμενη ποινή (αφαιρέσεως άδειας οδήγησης)] και να συμπληρωθεί το διατακτικό της αποφάσεως κατά τούτο.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 521/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου και ειδικότερα μόνο κατά τη διάταξή της περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής, στην οποία δεν συμπεριελήφθη και η παρεπόμενη ποινή (αφαιρέσεως άδειας οδήγησης).

Συμπληρώνει, κατά τούτο, το διατακτικό της ως άνω αποφάσεως, που διαμορφώνεται έτσι ως ακολούθως:

Αναστέλλει την εκτέλεση της ποινής φυλακίσεως που επέβαλε στον κατηγορούμενο Ι. Φ. του Γ., κάτοικο ..., επί τρία (3) έτη, υπό την επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, καθώς και την επιβληθείσα σε αυτόν παρεπόμενη ποινή της αφαίρεσης της άδειας οδήγησης αυτοκινήτου.

[....]

 

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

 

Παντελής Αντ. Μαρκούλης

Δικηγόρος

ΜΔΕ «Εμπορικό Δίκαιο» (ΑΠΘ)

ΜΔΕ «Ποινικές και Εγκληματολογικές Επιστήμες» (ΑΠΘ)

υπ. ΔΝ (Albert-Ludwigs-Universität Freiburg)

 

Παρατηρήσεις δημοσιευμένες στην ΠοινΔικ 2026 (5), σελ. 454.

 

1. Ο νέος ΠΚ (Ν 4619/2019) προέβλεψε για πρώτη φορά -κατά τρόπο διευρυμένο- τη συν-αναστολή των παρεπόμενων ποινών μαζί με την κύρια ποινή.[1] Σημειωτέον ότι κατά την αρχική διατύπωση του άρθρου 104 παρ. 2 νΠΚ, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να διατάξει τη μη αναστολή, εκτός αν η παρεπόμενη ποινή αφορούσε την αποστέρηση θέσεων και αξιωμάτων κατά το άρθρο 60 νΠΚ. Όμως, με τον Ν 5090/2024, το άρθρο 104 παρ. 2 νΠΚ τροποποιήθηκε επί τα χείρω, καθώς πλέον παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει τη μη αναστολή όλων των παρεπόμενων ποινών. Στην τελευταία περίπτωση γίνεται δεκτό ότι, παρότι ο νόμος δεν το ορίζει ρητώς, θα πρέπει η κρίση περί μη αναστολής να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.[2]

2. Η δημοσιευόμενη απόφαση επέλυσε το (ήδη αντιμετωπισθέν από το Ανώτατο Ακυρωτικό)[3] ζήτημα περί εφαρμογής ή μη του άρθρου 104 παρ. 2 νΠΚ σε παρεπόμενες ποινές προβλεπόμενες σε ειδικούς ποινικούς νόμους για πράξη τελεσθείσα μέχρι την έναρξη ισχύος του νΠΚ.

3. Η διάταξη του άρθρου 104 παρ. 2 νΠΚ (προ της τροποποίησής της με τον Ν 5090/2024) είναι επιεικέστερη σε σχέση με εκείνη του άρθρου 104 παρ. 2 πΠΚ, διότι προβλέπει ευρύτερη υποχρεωτική συν-αναστολή των παρεπόμενων ποινών. Προσθέτουμε ότι η διάταξη του άρθρου 104 παρ. 2 νΠΚ (προ της τροποποίησής της με τον Ν 5090/2024) είναι επιεικέστερη σε σχέση με τη σήμερα ισχύουσα διάταξη του άρθρου 104 παρ. 2 νΠΚ (μετά την τροποποίησή της με τον Ν 5090/2024), διότι περιόριζε τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να διατάξει τη μη αναστολή μόνο σε ορισμένη κατηγορία παρεπόμενων ποινών, ενώ τώρα αυτή η δυνατότητα είναι απεριόριστη.

4. Με αυτά τα δεδομένα αναιρέθηκε η απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποίαν δεν συν-ανεστάλη η επιβληθείσα παρεπόμενη ποινή της αφαίρεσης άδειας οδήγησης για πράξη τελεσθείσα το έτος 2017. Το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το άρθρο 104 παρ. 2 νΠΚ, το οποίο ήταν εφαρμοστέο ως περιέχον επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη (άρθρο 2 παρ. 1 νΠΚ) σε σχέση με την προϊσχύσασα ρύθμιση του άρθρου 104 παρ. 2 πΠΚ.

5. Τέλος, για το ζήτημα της κατάργησης με τον νΠΚ (άρθρο 463 παρ. 5 νΠΚ, προ της κατάργησής του με τον Ν 5090/2024) των παρεπόμενων ποινών που προβλέπονταν (μέχρι την 1.7.2019) σε ειδικούς ποινικούς νόμους, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η κατάργηση δεν αφορά όλες συλλήβδην τις παρεπόμενες ποινές, αλλά μόνο εκείνες που καταργήθηκαν από τον νΠΚ. Έτσι, ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 463 παρ. 5 νΠΚ δεν τίθεται, αφού ο νΠΚ προέβλεψε (από 1.7.2019) στο άρθρο 66 παρ. 1 την ίδια παρεπόμενη ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης, που προβλεπόταν και στο άρθρο 98 παρ. 3 ΚΟΚ.[4] Συμβαίνει, δηλαδή, το αντίστροφο από αυτό που προβλέπει το άρθρο 463 παρ. 5 νΠΚ.



[1] Για το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς βλ. αναλυτικά Ν. Βασιλειάδη σε Α. Χαραλαμπάκη (επιμ.), Ο νέος Ποινικός Κώδικας, 2024, άρθρο 104, αρ. 4. Συνοπτικά το άρθρο 104 παρ. 2 πΠΚ προέβλεπε τη συν-αναστολή μόνο εκείνων των παρεπόμενων ποινών που αφορούσαν σε στερήσεις δικαιωμάτων και σε ανικανότητες, εκτός αν αφορούσαν δημοσίους υπαλλήλους, οπότε το Δικαστήριο μπορούσε να διατάξει τη μη αναστολή.

[2] Βλ. Ν. Βασιλειάδη, ό.π., αρ. 8.

[3] ΑΠ 1980/2019 ΤΝΠ QUALEX.

[4] Έτσι και Γ. Δημήτραινας σε Σ. Παύλου/Γ. Δημήτραινα/Κ. Κοσμάτο, Οι κυρώσεις στον νέο Ποινικό Κώδικα, 2η έκδοση, 2023, σ. 101.

Δεν υπάρχουν σχόλια: