Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Λίγες σκέψεις για την επικείμενη αναθεώρηση του Συντάγματος

 

 

Πριν λίγους μήνες ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι η Βουλή που θα προκύψει από τις επόμενες εθνικές εκλογές, θα είναι αναθεωρητική.[1] Ήδη συγκροτήθηκε η αρμόδια Επιτροπή της Βουλής[2], ενώ έχουν κατατεθεί από μέρους αρκετών θεσμικών οργάνων της δικαιοσύνης προτάσεις για το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων[3]. Στο παρόν άρθρο εκτίθενται περιληπτικά κάποιες σύντομες σκέψεις για τις διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν. Το κείμενο χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο περιέχονται τα άρθρα που αφορούν τη δικαιοσύνη, ενώ στο δεύτερο περιέχονται επισημάνσεις για επιμέρους άρθρα του Συντάγματος

 

Ιωάννης Χήνος

 

Εφέτης

 

Α ΜΕΡΟΣ

 

Άρθρο 9

 

Στο άρθρο 9 κατοχυρώνεται το άσυλο της κατοικίας, ως ένας χώρος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Και ακριβώς επειδή το προστατευόμενο αγαθό είναι η προσωπικότητα του ατόμου σε όλες της τις εκφάνσεις, είναι αναγκαία η παρουσία δικαστικού λειτουργού, ο οποίος  θα διασφαλίζει πως δε θα  υπάρξουν καταχρήσεις από την εκτελεστική εξουσία.[4] Για τον ίδιο λόγο άλλωστε η άρση του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας απαιτεί τη σύμπραξη της δικαστικής εξουσίας (άρθρο 19 Συντ.). Ως εκ τούτου, το άρθρο 9 δεν θα πρέπει να αναθεωρηθεί.

 

Άρθρο 88

 

 Με δεδομένη την κόπωση που έχει σωρεύσει ο δικαστικός λειτουργός κατά τον υπερτριακονταετή εργασιακό βίο του, τα 67 έτη αποτελούν μια εύλογη ηλικία για τη συνταξιοδότησή του. Πιθανόν, για λόγους ισότητας, να πρέπει το όριο να είναι κοινό για όλους τους βαθμούς, σε αντίθεση με το ισχύον καθεστώς, που οι δικαστικοί λειτουργοί, έως και το βαθμό του εφέτη ή του αντεισαγγελέα εφετών και τους αντίστοιχους με αυτούς βαθμούς, αποχωρούν μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον προκριθεί ότι το όριο πρέπει να αυξηθεί στα 70 έτη, αυτό θα πρέπει να είναι προαιρετικό και να ισχύει μόνον κατόπιν αιτήσεως. Το ίδιο άρθρο στην §4  προβλέπει ότι η πειθαρχική διαδικασία κατά των δικαστικών είναι δημόσια[5].  Ο νομοθέτης θεωρεί ότι το πειθαρχικό συμβούλιο αποτελεί στην ουσία ένα δικαστήριο που αποφαίνεται για την υπηρεσιακή κατάσταση του δικαστικού και συνεπώς θα πρέπει να είναι δημόσια η συνεδρίασή του. Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος λόγος πολύ πιο σοβαρός και ουσιώδης, που άπτεται της λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών. Όταν η διαδικασία είναι δημόσια, τότε μπορεί να την παρακολουθήσει  ο καθένας και συνεπώς η απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου τελεί υπό τον άμεσο έλεγχο του ακροατηρίου το οποίο μπορεί να την κρίνει  τόσο ως προς την τήρηση της διαδικασίας όσο και ως προς την ουσία της υπόθεσης. Κατανοώ ότι μερίδα των δημοσιογράφων τον τελευταίο καιρό στην ουσία διαπομπεύουν συναδέλφους (έστω και ανωνύμως) ικανοποιώντας μερίδα του κοινού που «τρέφεται με αίμα». Όμως, η αποτροπή του κινδύνου οι δικαστικοί να αποπέμπονται εν κρυπτώ και παραβύστω θαρρώ ότι είναι πιο σημαντική.

 

Άρθρο 89

 

Στο άρθρο 89 απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα, πλην των εξαιρέσεων της §2 του ίδιου άρθρου. Όμως, το Σύνταγμα δεν προβλέπει περιορισμούς για το χρόνο μετά την αφυπηρέτηση του δικαστικού λειτουργού. Κρίνω ότι για μια τριετία από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του δικαστικού λειτουργού από την υπηρεσία του, αυτός δε θα πρέπει να καταλαμβάνει καμία έμμισθη θέση στον στενό και ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, συμπεριλαμβανομένων των Ανεξαρτήτων Αρχών,  κανένα αιρετό αξίωμα (Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Βουλευτής κ.λ.π.) ή Υπουργικό θώκο στην Κυβέρνηση, με εξαίρεση τη συμμετοχή του ως Δημοτικός Σύμβουλος στο Δήμο της κατοικίας του. Γνωρίζω ότι είναι πολλοί εκείνοι που διαφωνούν με την ανωτέρω απαγόρευση, επικαλούμενοι παραδείγματα του εξωτερικού και ισχυριζόμενοι πως με τον τρόπο αυτό παροπλίζονται άξιοι δικαστές που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν με τις γνώσεις τους. Κατά’ αρχάς αν πράγματι ο δικαστικός είναι άξιος και έχει κάτι να προσφέρει, δε θα ξεχαστεί[6] αλλά θα κληθεί αργότερα να μετάσχει στο δημόσιο βίο. Και μπορεί τα ράσα να μην κάνουν τον παπά, όμως ο παπάς πρέπει να φοράει ράσα. Σκεφτείτε το ακόλουθο παράδειγμα: «ένας δικαστής, καθόλα έντιμος, ηθικός και ικανός, επί πολλά έτη δίκαζε ανακοπές στο Εμπορικό Τμήμα του δικαστηρίου. Όλες του οι αποφάσεις επικυρώνονταν είτε από το Εφετείο είτε από τον Άρειο Πάγο, ενώ οι διάδικοι δεν είχαν να του προσάψουν καμία μομφή. Αποφασίζει να συνταξιοδοτηθεί και αμέσως δέχεται να γίνει μέλος στο Δ.Σ. μιας εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων». Θεωρεί κανείς ότι μια τέτοια επιλογή δε θα προκαλούσε αλγεινά σχόλια για τον ίδιο και το δικαστικό σώμα; Ας μη γελιόμαστε. Ζούμε σε μια χώρα όπου η δικαιοσύνη βάλλεται από παντού, ενώ μια μεγάλη μερίδα του κόσμου θεωρεί  ότι οι δικαστές και οι εισαγγελείς συμμετέχουν σε κάποια αόρατα και απροσδιόριστα κυκλώματα διαφθοράς.. Ζούμε στη χώρα στην οποία η παραίτηση ενός εφέτη ή αρεοπαγίτη προκαλεί ρίγη «συγκίνησης» στους απανταχού συνωμοσιολόγους[7]. Μέχρι να αλλάξουν όλα τα ανωτέρω, κάθε υπόνοια συνδιαλλαγής του δικαστή με την εκτελεστική εξουσία, αποτελεί καίριο πλήγμα στη δικαιοσύνη αυτή καθ’ αυτή.

Συμπληρωματικά θα πρέπει να προστεθεί διάταξη με την οποία να απαγορεύεται η συμμετοχή στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, το Πειθαρχικό Συμβούλιο ή την Επιθεώρηση, δικαστή ο οποίος κατά την τελευταία τριετία είχε συμμετάσχει στο Δ.Σ. κάποιας εκ των δικαστικών ενώσεων[8].

 

Άρθρο 90

 

Πολύ μελάνι έχει χυθεί για τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης και για τον αν πρέπει να αλλάξει η προβλεπόμενη διαδικασία. Προφανώς είναι αναγκαία η μεταφορά της αρμοδιότητας για την ανάδειξη της ηγεσίας της δικαιοσύνης από το Υπουργικό Συμβούλιο σε Ειδική Επιτροπή της Βουλής, με τη συμμετοχή όλων των κομμάτων και με απλή πλειοψηφία[9]. Άλλωστε η Βουλή, ως όργανο με άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση, τίθεται ως αντίβαρο «των συνταγματικών εγγυήσεων της δικαστικής ανεξαρτησίας (άρθρο 90 §§1 έως 4 του Συντάγματος), με σκοπό την αποκατάσταση σημείου επαφής μεταξύ της δικαστικής λειτουργίας και της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία αποτελεί κατά το άρθρο 1 §1 του Συντάγματος το θεμέλιο του πολιτεύματος»[10]. Βέβαια σε ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα, δε νομίζω πως θα υπάρξει κάποια διαφορά, είτε η εκλογή γίνει από το Υπουργικό Συμβούλιο είτε από την Ειδική Επιτροπή της Βουλής. Όμως, διαφορετικό θεσμικό βάρος θα έχει ένας Πρόεδρος Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο οποίος εξελέγη και από τους βουλευτές της αντιπολίτευσης και διαφορετικό κάποιος που αποτελεί επιλογή μόνον της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Εδώ, όμως, είναι αναγκαίο να γίνουν δύο επισημάνσεις:

α) στη διαδικασία επιλογής θα πρέπει να συμμετέχουν μόνον οι Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων, των οποίων η γνωμοδότηση θα είναι απλή και όχι δέσμια. Σε διαφορετική περίπτωση (εκλογή από όλο το δικαστικό σώμα ή δέσμια σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας) υπάρχει ο κίνδυνος δημιουργίας φατριασμών και συνδικαλιστικών νοοτροπιών, πράγμα θανάσιμο για το δικαστικό σώμα.

β) δε θα πρέπει να συμμετέχουν άλλοι θεσμοί (π.χ. δικηγορικοί σύλλογοι[11]) πλην της Βουλής και των Ολομελειών.

 

Μια πρόβλεψη που δεν έχει κάνει το Σύνταγμα, είναι για το τι θα συμβεί αν δεν μπορεί να συγκροτηθεί το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (π.χ. παραιτηθεί ή συνταξιοδοτηθεί μεγάλος αριθμός δικαστών). Το πρόβλημα είναι μεν θεωρητικό αλλά και συνάμα υπαρκτό. Μια λύση θα ήταν το αρμόδιο όργανο για την επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης, να επιλέγει τόσους Προέδρους Εφετών (μεταξύ αυτών που έχουν υποβάλει αίτηση για προαγωγή στο Ανώτατο Δικαστήριο και κατά τη σειρά της αρχαιότητάς τους) μέχρι συμπλήρωσης του απαραίτητου αριθμού για τη συγκρότηση στου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου.

.

 

Άρθρο 97

 

Ίσως ήρθε η ώρα να σκεφτούμε την κατάργηση των Μικτών Δικαστηρίων ή τον περιορισμό τους στην εκδίκαση μόνο των πολιτικών εγκλημάτων. Η διαχρονική αφαίρεση από τα Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια μιας πλειάδας αδικημάτων, δείχνει ότι και ο ίδιος ο νομοθέτης κατανοεί την προβληματική του ορκωτού συστήματος. Και για όσους σπεύσουν να αντιλέξουν, ας σκεφτούν την ακόλουθη υπόθεση: αν υποβαλλόσασταν σε χειρουργείο ανοικτής καρδιάς στο οποίο μετέχει ο χειρουργός, ο βοηθός του και ο αναισθησιολόγος, θα δεχόσασταν να προσκληθούν και τέσσερεις άσχετοι από την αίθουσα αναμονής, οι οποίοι δεν θα είχαν γνώσεις ιατρικής αλλά θα είχαν αποφασιστική γνώμη στην εξέλιξη του χειρουργείου;

 

Άρθρο 100

 

Αν και προτείνεται από πολλούς, εντούτοις  δεν είναι αναγκαία η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, αλλά αρκεί η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του ήδη υπάρχοντος   Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (Α.Ε.Δ.), χωρίς αλλαγή του τρόπου συγκρότησής του. Ειδικότερα στο άρθρο 100 θα μπορούσε να προστεθεί:

α) ο έλεγχος της νομιμότητας των κομμάτων που θέτουν υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές

β) η ανακήρυξη των κομμάτων και των βουλευτών που θέτουν υποψηφιότητα στις εθνικές εκλογές

γ) ο έλεγχος της νομιμότητας των υπό ψήφιση νομοσχεδίων, η οποία δε θα είναι υποχρεωτική για την κυβέρνηση (προκειμένου να μην υπάρξει συμφόρηση υποθέσεων στον Α.Ε.Δ.) αλλά δυνητική. Από τη στιγμή που το Α.Ε.Δ. θα αποφαίνεται πως ο νόμος είναι συμβατός με το Σύνταγμα και το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο, δε θα μπορεί να υποβληθεί ένσταση αντισυνταγματικότητας.

δ) όταν κάποιο δικαστήριο κρίνει πως πρέπει να κηρύξει μια διάταξη αντισυνταγματική, θα οφείλει να παραπέμψει την υπόθεση στο Α.Ε.Δ. Όλοι μας κατανοούμε πως ο διάχυτος έλεγχος το μόνον που κάνει είναι να επιμηκύνει το χρόνο έκδοσης οριστικών αποφάσεων, ενώ ενέχει τον κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών δικαστικών κρίσεων. Εν τέλει, όταν τεθεί ζήτημα αντισυνταγματικότητας, η διαφορά τέμνεται από τα Ανώτατα Δικαστήρια, ενώ στις περιπτώσεις που αυτά έχουν εκδώσει αντιφατικές αποφάσεις εμπλέκεται και το Α.Ε.Δ.. Γιατί, λοιπόν, οι διάδικοι θα πρέπει να περιμένουν 5-8 έτη, όταν το όλο θέμα μπορεί να λυθεί εύκολα και γρήγορα με μια απόφαση του Α.Ε.Δ.;

 

 

Β ΜΕΡΟΣ

 

 Ακολουθώντας το παράδειγμα του ΚΠοινΔ, θα πρέπει  να γίνουν πολιτικοί όλοι οι όρκοι που προβλέπονται στο Σύνταγμα ,  ενώ η ορκωμοσία του Προέδρου της Δημοκρατίας, της Κυβέρνησης και της Βουλής να τελείται ενώπιον του Προέδρου του Α.Ε.Δ. [12].

 

Άρθρο 62

 

Τα τελευταία χρόνια προβάλει όλο και πιο έντονα η ανάγκη συμπλήρωσης του άρθρου 62 με στόχο την προστασία της δικαστικής εξουσίας απέναντι σε βουλευτές οι οποίοι, κάνοντας κατάχρηση της βουλευτικής τους ασυλίας, διαταράσσουν την ομαλή λειτουργία των δικαστηρίων. Μια μορφή του άρθρου 62 θα μπορούσε να είναι και η ακόλουθη: « Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος, ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος. Επίσης δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της Βουλής που διαλύθηκε, από τη διάλυσή της και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Βουλής. Η σχετική άδεια δίδεται από τη Βουλή υποχρεωτικά εφόσον η αίτηση της εισαγγελικής αρχής αφορά αδίκημα το οποίο δεν συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων ή την πολιτική δραστηριότητα του βουλευτή. Η Βουλή, με ευθύνη του Προέδρου της, αποφαίνεται υποχρεωτικά σχετικά με το αίτημα μέσα σε τρεις μήνες αφότου η αίτηση του εισαγγελέα για δίωξη διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Βουλής. Η τρίμηνη προθεσμία αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της Βουλής. Δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα κακουργήματα, καθώς και για αυτόφωρα αδικήματα που τελούνται ενώπιον των δικαστικών αρχών (δικαστηρίων, δικαστικών συμβουλίων, εισαγγελικών και ανακριτικών αρχών) κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.».

 

Άρθρο 86

   Το  άρθρο  86 έχει   δεχθεί πολλή κριτική, αναφορικά με την «προνομιακή» μεταχείριση που επιφυλάσσει στα μέλη της Κυβέρνησης. Πρόκειται για μια «Ειδική, μοναδική, περίπλοκη και μικτή, με έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά διάταξη και διαδικασία για την απόδοση ευθύνης σε Υπουργούς. Αν ψάχναμε έναν και μόνο χαρακτηρισμό: Υπό την ελληνική ιδίως εκδοχή του, ένας θεσμός οριακός»[13]. Αποτελεί παραδοχή  που διαπερνά οριζόντια όλη την κοινωνία αλλά και τα πολιτικά κόμματα, ότι απαιτείται η  τροποποίηση του άρθρου 86, ώστε όλη η διαδικασία που αφορά την ποινική ευθύνη των Υπουργών να μη χρειάζεται την άδεια της Βουλής, αλλά να εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις του ΚΠοινΔ. Εννοείται ότι το Ειδικό Δικαστήριο με τον υφιστάμενο τρόπο  συγκρότησής του θα εξακολουθήσει να είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των υποθέσεων του άρθρου 86.

 



[4] Εκτιμώ ότι το άρθρο είναι τόσο συμβολικά φορτισμένο, που δε θα υπάρξει η αναγκαία πλειοψηφία για την αλλαγή του.

[5] Να υπενθυμίσω ότι δημόσια είναι και η διαδικασία των πειθαρχικών συμβουλίων  των Δικαστικών Υπαλλήλων.

[6] Η αξία του αειμνήστου Αθανασίου Κρητικού, τον ακολουθούσε και μετά την αποχώρησή του από το δικαστικό σώμα.

[7] Πολλές φορές δίκαια, καθώς κάποιοι από τους αφυπηρετήσαντες με άρθρα τους (επώνυμα ή ανώνυμα) φροντίζουν να ρίξουν λάδι στη φωτιά, με αόριστες καταγγελίες (τις οποίες σίγουρα θα έθεταν στο αρχείο αν υπηρετούσαν στο δικαστικό σώμα), χωρίς βεβαίως να κάνουν τον προσωπικό τους απολογισμό για το τι έπραξαν ενόσω βρίσκονταν εντός του δικαστικού σώματος.

[8] Είναι η αντίστροφη μορφή των κωλυμάτων μετά την αφυπηρέτηση.

[9] Είναι ουτοπία να πιστεύουμε πως με αυξημένες πλειοψηφίες μπορεί να υπάρξει αποτέλεσμα. Ας θυμηθούμε το παράδειγμα της αδυναμίας εκλογής των προέδρων των ανεξάρτητων αρχών, λόγω της πλειοψηφίας που απαιτεί το άρθρο 101Α §2 Συντ.

[10] Βλ. και ΟλΣτΕ 1304/2019 βάση νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ

[11]   Οι οποίοι (ορθά) δε δέχονται καμία παρέμβαση στα εσωτερικά τους.

[12]  «εγώ λέγω υμίν  μη ομόσαι όλως»  Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο Ε΄34 

[13]  Κωνσταντίνος Μποτόπουλος «Σύνταγμα. Ερμηνεία κατ’ άρθρο». Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Επιμέλεια Σπ. Βλαχόπουλος, Ξ. Κοντιάδης, Γ. Τασόπουλος, Ηλεκτρονική έκδοση 11ος 2023

Δεν υπάρχουν σχόλια: