Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

Ακυρώση της εκτελεστικής απόφασης 2012/336/ΕΕ της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 2012, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ),

Με την αποστελλόμενη απόφαση του ΓΔΕΕ η Επιτροπή θα επιστρέψει στην Ελλάδα
21.336.120 ευρώ. Σημειώνουμε ότι αποφάσεις της ΕΕ που αφορούν σε θέματα εκκαθάρισης λογαριασμών της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής σπανίως ακυρώνονται από τα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια (ΓΔΕΕ και ΔΕΕ)

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ


ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
1. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕ) στα πλαίσια της εκκαθάρισης λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ -Τμήμα Εγγυήσεων – ΕΓΤΕ και ΕΓΤΑ, με την απόφαση 2012/336/ΕΕ, της 12ης Ιουνίου 2012, επέβαλε, μεταξύ άλλων,

α) κατ’ αποκοπή διόρθωση στις δαπάνες που είχε δηλώσει η Ελληνική Δημοκρατία στον τομέα της σταφίδας για τα οικονομικά έτη 2007, 2008 και 2009, συνολικού ύψους 71.505.741,96 ευρώ  διότι οι μειώσεις της ελάχιστης αποδόσεως (άρθρo 3 παρ.2 περ.δ’ Καν.1621/1999) που εφαρμόστηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία, ήταν υψηλότερες των διαπιστωθεισών ζημιών και είχαν χορηγηθεί χωρίς αξιολόγηση των εν λόγω ζημιών και χωρίς να προσκομισθούν αποδεικτικά στοιχεία, και
β) κατ’ αποκοπή διόρθωση στις δαπάνες που είχε δηλώσει η Ελληνική Δημοκρατία στον τομέα του οίνου συνολικού ύψους 21.336.120 ευρώ.
2. Στον τομέα του οίνου η αρχική πρόταση της Επιτροπής, όπως είχε περιληφθεί στην επίσημη κοινοποίησή της, ήταν η επιβολή δημοσιονομικής διόρθωσης, ύψους 64.900.140 ευρώ. Μετά όμως και από την έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργάνου Συμβιβασμού, στο οποίο προσέφυγε η Ελληνική Δημοκρατία, οι υπηρεσίες της Επιτροπής αποδεχόμενες τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας, προέβησαν σε μείωση του προταθέντος ποσού της διόρθωσης από 64.900.140 ευρώ σε 21.336.120 ευρώ.
3. Με  προσφυγή που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, στις 21 Αυγούστου 2012, η Ελληνική Δημοκρατία  ζήτησε την ακύρωση της απόφασης της ΕΕ (υπόθεση Τ-376/12) κατά τα ανωτέρω μέρη της. Μετά την ολοκλήρωση της γραπτής διαδικασίας με την υποβολή υπομνήματος αντίκρουσης από την ΕΕ, υπομνήματος απάντησης από την Ελληνική Δημοκρατία και υπομνήματος ανταπάντησης από την ΕΕ, υποβολή ερωτήσεων από το Γενικό Δικαστήριο στους διαδίκους και κατάθεση απαντήσεων, η υπόθεση συζητήθηκε στις 09-01-2014 και στις 10-07-2014 εκδόθηκε η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΓΔΕΕ)

4. Με την απόφαση αυτή, έγινε εν μέρει δεκτή η προσφυγή που άσκησε η Ελληνική Δημοκρατία κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ακυρώθηκε η απόφαση 2012/336/ΕΕ της 12ης Ιουνίου 2012, κατά το μέρος κατά το οποίο εξαιρέθηκαν από την κοινοτική χρηματοδότηση δαπάνες που πραγματοποίησε η Ελληνική Δημοκρατία στον τομέα του οίνου συνολικού ύψους 21.336.120 ευρώ.

5. Ειδικότερα, το ΓΔΕΕ, δέχθηκε το λόγο ακύρωσης που πρόβαλε η Ελληνική Δημοκρατία  ότι η επιβληθείσα διόρθωση και ο τρόπος υπολογισμού της παραβιάζουν το άρθρο 31 του κανονισμού 1290/2005 και τις κατευθυντήριες οδηγίες και η επιβληθείσα διόρθωση καταλήγει σε δυσανάλογα αποτελέσματα. Σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Δικαστήριο, « ... η Επιτροπή εφάρμοσε δημοσιονομική διόρθωση η οποία δεν αφορά τις χρηματοδοτούμενες από τα Ταμεία δαπάνες, τούτο δε ακολουθώντας προσέγγιση η οποία δεν στηρίζεται σε καμία νομική βάση ... και αντιβαίνει ευθέως τόσο στο άρθρο 31 του κανονισμού 1290/2005 όσο και στο άρθρο 86, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 479/2008  .....» (σκέψη 200).
6. Με βάση την απόφαση αυτή, το ποσόν των 21.336.120  ευρώ, θα επιστραφεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Ελληνική Δημοκρατία. Η απόφαση έχει δημοσιευτεί στη διεύθυνση http://curia.europa.eu (υπόθεση Τ-376/12 Γενικό Δικαστήριο ΕΕ)
7. Την υπόθεση, τόσο στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Ευρωπαϊκού Οργάνου Συμβιβασμού, όσο και στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, χειρίσθηκε το Ειδικό Γραφείο Κοινοτικού Δικαίου του Ν.Σ.Κ. στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.




ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 10ης Ιουλίου 2014 (*) (1)
«ΕΓΤΠΕ — Τμήμα Εγγυήσεων — ΕΓΤΕ και ΕΓΤΑΑ — Δαπάνες αποκλειόμενες από τη χρηματοδότηση — Σταφίδα — Οίνος — Δαπάνες πραγματοποιηθείσες από την Ελλάδα — Εξατομικευμένη δημοσιονομική διόρθωση — Μέθοδος υπολογισμού — Φύση της διαδικασίας εκκαθαρίσεως λογαριασμών — Σχέση με τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από την Ένωση»
Στην υπόθεση T‑376/12,
Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους I.-Κ. Χαλκιά, E. Λευθεριώτου και Σ. Παπαϊωάννου,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενη από τους Δ. Τριανταφύλλου και Ε. Τσερέπα-Lacombe,
καθής,
με αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της εκτελεστικής αποφάσεως 2012/336/ΕΕ της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 2012, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (EE L 165, σ. 83), καθόσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία στον τομέα της σταφίδας, για τα οικονομικά έτη 2007, 2008 και 2009, και στον τομέα του οίνου,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Dittrich, πρόεδρο, J. Schwarcz (εισηγητή) και V. Tomljenović, δικαστές,
γραμματέας: Σ. Σπυροπούλου, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Ιανουαρίου 2014,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
 Ιστορικό της διαφοράς
1.     Επί της διορθώσεως που εφαρμόστηκε σε ορισμένες δαπάνες στον τομέα της σταφίδας
1        Με έγγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 2006, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κοινοποίησε στην Ελληνική Δημοκρατία, βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΚ) 885/2006 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2006, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1290/2005 του Συμβουλίου σχετικά με τη διαπίστευση των οργανισμών πληρωμών και άλλων οργανισμών και την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (EE L 171, σ. 90), τις παρατηρήσεις της που προέκυψαν από την έρευνα FV/2006/353/GR, σχετικά με τις ενισχύσεις για την καλλιέργεια σταφυλιών για αποξήρανση.
2        Με έγγραφο της 28ης Φεβρουαρίου 2007, η Ελληνική Δημοκρατία κοινοποίησε τις παρατηρήσεις της και τα σχόλιά της επί του εγγράφου της 22ας Δεκεμβρίου 2006.
3        Με έγγραφο της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Ελληνική Δημοκρατία, βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού 885/2006, τις παρατηρήσεις της που προέκυψαν από την έρευνα FV/2007/320/EL, η οποία διενεργήθηκε από τις 3 έως τις 10 Μαΐου 2007, σχετικά με τις ενισχύσεις για την καλλιέργεια σταφυλιών για αποξήρανση.
4        Με έγγραφο της 13ης Νοεμβρίου 2007, η Ελληνική Δημοκρατία κοινοποίησε τις παρατηρήσεις της και τα σχόλιά της επί του εγγράφου της 13ης Σεπτεμβρίου 2007.
5        Με έγγραφο της 18ης Δεκεμβρίου 2007, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 885/2006, η Επιτροπή κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία σε διμερή σύσκεψη, η οποία διεξήχθη στις 24 Ιανουαρίου 2008.
6        Τα πρακτικά της διμερούς συσκέψεως διαβιβάστηκαν από την Επιτροπή στην Ελληνική Δημοκρατία με έγγραφο της 27ης Φεβρουαρίου 2008.
7        Με έγγραφο της 29ης Απριλίου 2008, η Ελληνική Δημοκρατία γνωστοποίησε στην Επιτροπή τα σχόλιά της επί των πρακτικών της διμερούς συσκέψεως.
8        Στις 8 Φεβρουαρίου 2011 η Επιτροπή προέβη στην προβλεπόμενη από το άρθρο 11, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 885/2006 επίσημη κοινοποίηση, γνωστοποιώντας στην Ελληνική Δημοκρατία ότι προτίθεται να επιβάλει δημοσιονομική διόρθωση όσον αφορά τις ενισχύσεις για την καλλιέργεια σταφίδας, ύψους 71 505 741,96 ευρώ.
9        Εφόσον η Ελληνική Δημοκρατία αποφάσισε να υποβάλει στο όργανο συμβιβασμού του άρθρου 12 του κανονισμού 885/2006 τις επισημάνσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή με την επίσημη κοινοποίηση, το όργανο αυτό, αφού άκουσε τους διαδίκους, κατάρτισε την τελική έκθεσή του στις 15 Ιουλίου 2011.
10      Στις 7 Νοεμβρίου 2011 οι υπηρεσίες της Επιτροπής γνωστοποίησαν την τελική θέση τους στην Ελληνική Δημοκρατία. Ενέμειναν στη θέση που είχαν διατυπώσει με το έγγραφο της 8ης Φεβρουαρίου 2011.
11      Με την εκτελεστική απόφαση 2012/336/ΕΕ της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 2012, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ L 165, σ. 83, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή επέβαλε κατ’ αποκοπή διόρθωση στις δαπάνες που είχε δηλώσει η Ελληνική Δημοκρατία στον τομέα της σταφίδας για τα οικονομικά έτη 2007, 2008 και 2009, συνολικού ύψους 71 505 741,96 ευρώ.
12      Οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή επέβαλε την ως άνω διόρθωση παρατίθενται στο σημείο 7 της συνοπτικής εκθέσεως σχετικά με τα πορίσματα των ελέγχων που διενήργησε η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 160, σ. 103), και του άρθρου 31 του κανονισμού (ΕΚ) 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 209, σ. 1).
2.     Επί της διορθώσεως των δαπανών στον τομέα του οίνου
13      Με έγγραφα της 8ης Ιανουαρίου 2008 και της 18ης Φεβρουαρίου 2009, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Ελληνική Δημοκρατία, βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού 885/2006, τις παρατηρήσεις που προέκυψαν από τις έρευνες VT/VI/2007/12/GR και VT/VI/2008/17/GR, σχετικά με το αμπελουργικό δυναμικό, η δεύτερη εκ των οποίων διενεργήθηκε από τις 21 έως τις 25 Απριλίου 2008.
14      Με έγγραφο της 16ης Φεβρουαρίου 2009, η Ελληνική Δημοκρατία γνωστοποίησε τις παρατηρήσεις και τα σχόλιά της επί του εγγράφου που κοινοποιήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2008.
15      Με έγγραφο της 25ης Φεβρουαρίου 2009, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 885/2006, η Επιτροπή κάλεσε, στο πλαίσιο των ερευνών VT/VI/2007/12/GR και VT/VI/2008/17/GR, την Ελληνική Δημοκρατία σε διμερή σύσκεψη, η οποία, κατόπιν αιτήματος αναβολής της Ελληνικής Δημοκρατίας, διεξήχθη στις 4 Ιουνίου 2009.
16      Τα πρακτικά της διμερούς συσκέψεως διαβιβάστηκαν από την Επιτροπή στην Ελληνική Δημοκρατία με έγγραφο της 14ης Σεπτεμβρίου 2009, στο οποίο αυτή απάντησε στις 24 Δεκεμβρίου 2009.
17      Στις 26 Αυγούστου 2010 η Επιτροπή προέβη στην προβλεπόμενη από το άρθρο 11, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 885/2006 επίσημη κοινοποίηση, γνωστοποιώντας στην Ελληνική Δημοκρατία ότι προτίθεται να επιβάλει δημοσιονομική διόρθωση όσον αφορά το αμπελουργικό δυναμικό, ύψους 64 900 140 ευρώ.
18      Καθώς η Ελληνική Δημοκρατία αποφάσισε να υποβάλει στο όργανο συμβιβασμού του άρθρου 12 του κανονισμού 885/2006 τις επισημάνσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή με την επίσημη κοινοποίηση, το όργανο αυτό, αφού άκουσε τους διαδίκους, κατάρτισε την τελική έκθεσή του στις 17 Φεβρουαρίου 2011.
19      Στις 12 Μαρτίου 2012 οι υπηρεσίες της Επιτροπής γνωστοποίησαν την τελική θέση τους στην Ελληνική Δημοκρατία. Προέβησαν σε μείωση του προταθέντος με το έγγραφο της 26ης Αυγούστου 2010 ποσού της διορθώσεως από 64 900 140 ευρώ σε 21 336 120 ευρώ.
20      Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή εφάρμοσε στις δαπάνες που δήλωσε η Ελληνική Δημοκρατία στον τομέα του οίνου κατ’ αποκοπή διόρθωση συνολικού ύψους 21 336 120 ευρώ.
21      Οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή επέβαλε τις εν λόγω διορθώσεις εκτίθενται στο σημείο 7.2 της συνοπτικής εκθέσεως.
 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
22      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Αυγούστου 2012, η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
23      Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον την αφορά,
–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
24      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–        να απορρίψει την προσφυγή,
–        να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
 Σκεπτικό
25      Η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει έξι λόγους ακυρώσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως. Οι δύο πρώτοι στρέφονται κατά του μέρους της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορά τον τομέα της σταφίδας και οι υπόλοιποι τέσσερις κατά του μέρους της εν λόγω αποφάσεως που αφορά τον τομέα του οίνου.
1.     Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
26      Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, κατά πάγια νομολογία, χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ μόνον οι παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών. Συναφώς, στην Επιτροπή απόκειται, οσάκις αρνείται να καταλογίσει ορισμένες δαπάνες στον προϋπολογισμό της Ένωσης λόγω παραβάσεων των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης από κράτος μέλος, να αποδείξει την ύπαρξη των εν λόγω παραβάσεων (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Οκτωβρίου 1999, C‑253/97, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑7529, σκέψη 6 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η Επιτροπή υποχρεούται δηλαδή να αιτιολογεί την απόφαση με την οποία διαπιστώνει την έλλειψη ελέγχων ή την πλημμελή διενέργειά τους από το οικείο κράτος μέλος (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Μαΐου 2003, C-349/97, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-3851, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
27      Εντούτοις, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό την ανεπάρκεια των διενεργούμενων από τις εθνικές αρχές ελέγχων ή το παράτυπο των εκ μέρους τους διαβιβαζόμενων στοιχείων, αλλά να παράσχει αποδείξεις περί των σοβαρών και εύλογων αμφιβολιών που διατηρεί ως προς τους εν λόγω ελέγχους ή τα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C‑263/98, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I-6063, σκέψη 36, και απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 26 ανωτέρω, σκέψη 47).
28      Στο οικείο κράτος μέλος απόκειται, ακολούθως, να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη λήψη της χρηματοδοτήσεως που αρνήθηκε να χορηγήσει η Επιτροπή (απόφαση Βέλγιο κατά Επιτροπής, σκέψη 27 ανωτέρω, σκέψη 36). Το οικείο κράτος μέλος δεν μπορεί δηλαδή να αντικρούει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής χωρίς να στηρίζει τα δικά του επιχειρήματα σε στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη ενός αξιόπιστου και λειτουργικού συστήματος ελέγχου. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το οικείο κράτος μέλος δεν αποδεικνύει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής είναι ανακριβείς, οι διαπιστώσεις αυτές αποτελούν στοιχεία ικανά να δημιουργήσουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την καταλληλότητα και την αποτελεσματικότητα των προβλεπόμενων μέτρων εποπτείας και ελέγχου (απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 1993, C‑55/91, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I-4813, σκέψη 7, και απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 26 ανωτέρω, σκέψη 48).
29      Αυτός ο υπέρ της Επιτροπής μετριασμός του βάρους αποδείξεως εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος μέλος δύναται ευχερέστερα να συλλέξει και να επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ και, επομένως, στο κράτος μέλος αυτό απόκειται να παράσχει την πλέον εμπεριστατωμένη και πλήρη απόδειξη περί του υποστατού των ελέγχων του και περί της ακρίβειας των αριθμητικών στοιχείων, καθώς και, ενδεχομένως, περί του εσφαλμένου χαρακτήρα των υπολογισμών της Επιτροπής (αποφάσεις του Δικαστηρίου, Βέλγιο κατά Επιτροπής, σκέψη 27 ανωτέρω, σκέψη 37· της 24ης Ιανουαρίου 2002, C‑118/99, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑747, σκέψη 37, και Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 26 ανωτέρω, σκέψη 49).
30      Οι προβαλλόμενοι από την Ελληνική Δημοκρατία λόγοι ακυρώσεως πρέπει να εξετασθούν υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων.
2.     Επί της διορθώσεως των δαπανών στον τομέα της σταφίδας
31      Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αφορά εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΚ) 1621/1999 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1999, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 2201/96 του Συμβουλίου, όσον αφορά την ενίσχυση για την καλλιέργεια σταφυλιών που προορίζονται για την παραγωγή ορισμένων ποικιλιών σταφίδων (ΕΕ L 192, σ. 21). Ο δεύτερος λόγος αφορά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του παραρτήματος 2 του εγγράφου VI/5330/97 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1997, με τίτλο «Υπολογισμός των οικονομικών συνεπειών κατά την κατάρτιση της αποφάσεως σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ – [τμήμα] Εγγυήσεων (στο εξής: κατευθυντήριες οδηγίες), του παραρτήματος 17 του εγγράφου AGRI/17933/2000 και του εγγράφου AGRI/60637/2006, ελλιπή αιτιολογία, δυσανάλογο χαρακτήρα των διορθώσεων και υπέρβαση των ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής.
 Θέση των υπηρεσιών της Επιτροπής μετά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας
32      Στην τελική θέση, η Επιτροπή ενέμεινε στα πορίσματα της επίσημης ανακοινώσεως της 8ης Φεβρουαρίου 2011 και αποφάσισε να αποκλείσει από τη χρηματοδότηση της Ένωσης το ποσό των 71 505 741,96 ευρώ.
33      Όσον αφορά τη βασιμότητα της διορθώσεως, η Επιτροπή έκρινε, κυρίως, ότι οι μειώσεις της ελάχιστης αποδόσεως που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999 και εφαρμόστηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία αποσκοπούσαν στην αντιστάθμιση διαρθρωτικών απωλειών αποδόσεως, ήσαν υψηλότερες των διαπιστωθεισών ζημιών και είχαν χορηγηθεί χωρίς αξιολόγηση των εν λόγω ζημιών και χωρίς να προσκομισθούν αποδεικτικά στοιχεία.
34      Όσον αφορά το επίπεδο της διορθώσεως, η Επιτροπή έκρινε ότι, έχοντας υπόψη τις παρατυπίες και την υποβάθμιση του συστήματος της διαχειρίσεως των ενισχύσεων τις οποίες διαπίστωσε, ο κίνδυνος της μη συμμορφώσεως με τις κανονιστικές διατάξεις ήταν εξαιρετικώς υψηλός στην περίπτωση της σουλτανίνας και αφορούσε συντριπτική πλειοψηφία των παραδόσεων. Λόγω αδυναμίας επακριβούς υπολογισμού του κινδύνου για τα Ταμεία, η Επιτροπή διατήρησε ποσοστό διορθώσεως 100 % για τη σουλτανίνα και 25 % για την κορινθιακή σταφίδα.
 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999
 Το νομικό πλαίσιο
35      Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 2201/96 του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά (EE L 297, σ. 29), ορίζει:
«1.      Χορηγείται ενίσχυση για την καλλιέργεια σταφυλιών προοριζόμενων για την παραγωγή σουλτανίνας, σταφίδας της ποικιλίας Moscatel και κορινθιακής σταφίδας.
Το ύψος της ενίσχυσης καθορίζεται ανά εκτάριο ειδικευμένης έκτασης που συγκομίζεται και αποτελεί συνάρτηση της μέσης αποδόσεως ανά εκτάριο αυτής της έκτασης. Λαμβάνεται επίσης υπόψη:
α)      η ανάγκη να εξασφαλισθεί η διατήρηση των εκτάσεων στις οποίες παραδοσιακά γίνονται τέτοιες καλλιέργειες·
β)      η δυνατότητα διάθεσης της σταφίδας.
Το ύψος της ενίσχυσης δύναται να διαφοροποιηθεί ανάλογα με τις ποικιλίες σταφίδας και άλλους παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάζουν τις αποδόσεις.»
36      Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1621/1999, ως «ειδικευμένα αμπελοτεμάχια» νοούνται οι «ειδικευμένες εκτάσεις που είναι φυτευμένες με αμπέλους των ποικιλιών σουλτανίνας, μαύρων σταφυλιών Κορίνθου (κορινθιακής) και Moscatel, των οποίων το σύνολο της συγκομιζόμενης παραγωγής νωπών σταφυλιών αποξηραίνεται με σκοπό τη μεταποίηση σε προϊόντα».
37      Το άρθρο 3 του κανονισμού 1621/1999 έχει ως εξής:
«1.      Η ενίσχυση για την καλλιέργεια σταφυλιών χορηγείται για τα ειδικευμένα αμπελοτεμάχια:
α)      που έχουν εγγραφεί στη βάση δεδομένων·
β)      που έχουν καλλιεργηθεί και συγκομισθεί πλήρως και των οποίων η αποξηραμένη παραγωγή (ανεπεξέργαστες σταφίδες) έχει παραδοθεί σε μεταποιητή στο πλαίσιο σύμβασης·
γ)      οι οποίες έχουν ελάχιστη απόδοση τουλάχιστον ίση με τις ακόλουθες ποσότητες:
–        3 000 χιλιόγραμμα ανεπεξέργαστης σταφίδας για τη σουλτανίνα,
–        2 100 χιλιόγραμμα ανεπεξέργαστης σταφίδας για την κορινθιακή,
–        520 χιλιόγραμμα ανεπεξέργαστης σταφίδας για τις σταφίδες της ποικιλίας “moscatel”·
[…]
2.      Ισχύουν οι ακόλουθες παρεκκλίσεις στην απαίτηση για την ελάχιστη απόδοση:
[…]
–        για τα αμπελοτεμάχια που υπέστησαν ζημιές από φυσικές καταστροφές, τα κράτη μέλη μειώνουν τις ποσότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχείο γ΄, κατά το ποσοστό της ζημίας που πιστοποιήθηκε από τους οργανισμούς ασφάλισης· στην περίπτωση ζημιών που δεν καλύπτονται από τους οργανισμούς ασφάλισης, τα κράτη μέλη καθορίζουν το ποσοστό της μείωσης της ελάχιστης αποδόσεως για τις πληγείσες περιφέρειες και ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή,
[…]».
 Επί της ελάχιστης αποδόσεως των προοριζόμενων για την παραγωγή σταφίδων αμπελοτεμαχίων και της μειώσεώς της από τις ελληνικές αρχές
–       Διαπιστώσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής
38      Οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαπίστωσαν ότι, κατά την περίοδο εσοδείας 2006/2007, μείωση της ελάχιστης αποδόσεως των προοριζόμενων για την παραγωγή σταφίδας αμπελοτεμαχίων, που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1621/1999, εφαρμόζεται σε όλα τα μέρη της ελληνικής επικράτειας με ένα ενιαίο ποσοστό 50 % (στο εξής: μειωμένη ελάχιστη απόδοση). Παρατηρήθηκε ότι οι αποδόσεις του 68 % των αμπελουργικών εκτάσεων σουλτανίνας ευρίσκονται κάτω ή το πολύ 10 % άνω της μειωμένης ελάχιστης αποδόσεως, και από την κατανομή των αποδόσεων για τις αμπελουργικές εκτάσεις με κορινθιακή σταφίδα προκύπτει επίσης ότι οι αμπελώνες έχουν θιγεί από την εγκριθείσα μείωση. Κατά τον τρόπο αυτό, όλοι οι παραγωγοί σταφίδας μπόρεσαν να λάβουν την ενίσχυση (σημείο 4.3.1.1 της συνοπτικής εκθέσεως). Για τις υπηρεσίες της Επιτροπής, οι εφαρμοσθείσες μειώσεις δεν συνάδουν με την κανονιστική ρύθμιση, δεδομένου ότι χορηγήθηκαν για την αντιστάθμιση των διαρθρωτικών αιτίων της μειώσεως των αποδόσεων αντί των φυσικών καταστροφών, ήσαν υψηλότερες από τις διαπιστωθείσες ζημίες και έγιναν χωρίς να εκτιμηθούν οι προβαλλόμενες ζημίες ή χωρίς να υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξή τους.
–       Επιχειρήματα των διαδίκων
39      Κατά πρώτον, η Ελληνική Δημοκρατία υπενθυμίζει ότι, με τον κανονισμό 1621/1999, η Επιτροπή καθόρισε την ελάχιστη απόδοση των καλλιεργούμενων εκτάσεων σε 3 000 κιλά ανά εκτάριο για τη σουλτανίνα και σε 2 100 κιλά ανά εκτάριο για τη μαύρη κορινθιακή σταφίδα, αντιστοίχως. Τέτοιες αποδόσεις μπορούν να επιτευχθούν μόνο με πλήρεις καλλιεργητικές φροντίδες και με πλήρη ειδίκευση του αμπελώνα, σε έδαφος μη εξασθενημένο και με άριστες μετεωρολογικές συνθήκες, δεδομένου ότι οι φυσικές καταστροφές επηρεάζουν δραστικά την παραγωγή των ποικιλιών αυτών ή εξαντλούν εντελώς τους αμπελώνες.
40      Η Επιτροπή, θεωρώντας αφύσικη τη μείωση της ελάχιστης αποδόσεως, δεν έλαβε υπόψη της τις συνθήκες και τις περιόδους παραγωγής σταφίδας στην Ελλάδα, δεδομένης της ιδιαίτερης ευαισθησίας της σουλτανίνας στις δυσμενείς μεταβολές των καιρικών συνθηκών κατά τη διάρκεια του έτους. Εξάλλου, η κατάσταση του αμπελώνα στην Κρήτη οφείλεται στη γήρανσή του, στο σύνδρομο εκφυλισμού, καθώς και σε φυτικούς ιούς και παθήσεις, με συνέπεια να πολλαπλασιάζονται οι επιπτώσεις των φυσικών καταστροφών.
41      Για την περίοδο εσοδείας 2006/2007, η Ελληνική Δημοκρατία υποχρεώθηκε να μειώσει την ελάχιστη απόδοση, καθόσον το άρθρο 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999 δεν της αφήνει καμία διακριτική ευχέρεια συναφώς. Εφάρμοσε σωστά τις εθνικές διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται σε περίπτωση φυσικών καταστροφών, διενεργώντας, μεταξύ άλλων, επιτόπιους δειγματοληπτικούς ελέγχους και καταρτίζοντας εκθέσεις διά των οποίων οι αρμόδιες αρχές εκτίμησαν τη μειωμένη ελάχιστη απόδοση ανά πληγείσα περιοχή. Το μειωμένο ποσοστό ελάχιστης αποδόσεως οφείλεται στη γενίκευση των αιτίων των ιδιαίτερα σημαντικών ζημιών.
42      Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, για την εκτίμηση του εξαιρετικού χαρακτήρα των γεγονότων αυτών, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες που συνήθως επικρατούν στην περιοχή, καθώς και η φύση και τα χαρακτηριστικά του καλλιεργούμενου προϊόντος. Συγκεκριμένα, βροχόπτωση ή χαλάζι τον Αύγουστο στην Ελλάδα ή συνεχής βροχόπτωση το καλοκαίρι στην περιοχή της Κρήτης αποτελούν εξαιρετικά γεγονότα σε σχέση με τις συνήθεις καιρικές συνθήκες και εμπίπτουν στον ορισμό της φυσικής καταστροφής. Το ίδιο ισχύει, στην περίπτωση ενός ιδιαίτερα ευπαθούς προϊόντος όπως η σταφίδα, και για τις εναλλαγές υψηλών και χαμηλών θερμοκρασιών. Τέλος, η Ελληνική Δημοκρατία εμμένει επί του γεγονότος ότι στις υπουργικές αποφάσεις για τη μείωση της ελάχιστης αποδόσεως αναφέρονται αναλυτικώς όλες οι φυσικές καταστροφές που οδήγησαν στο συμπέρασμα αυτό και οι αποφάσεις αυτές δεν στηρίζονται σε άλλους λόγους.
43      Κατά δεύτερον, όσον αφορά τις μειώσεις της ελάχιστης αποδόσεως, η Ελληνική Δημοκρατία επισημαίνει, πρώτον, ότι το ενιαίο ποσοστό 50 % αποτελεί το ανώτατο όριο μειώσεως και ότι το ποσοστό της μειώσεως εξειδικεύεται στη συνέχεια ανά μικρότερη κλίμακα με υπουργική απόφαση, σύμφωνα με την πρακτική που γίνεται δεκτή από την Επιτροπή από το 1997. Εξάλλου, το άρθρο 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999 δεν επιτάσσει τη διαφοροποίηση ή κλιμάκωση του ποσοστού της μειώσεως ανά αγροτεμάχιο ή ανά χωριό, η δε μείωση ανά νομό ισοδυναμεί με τη μείωση ανά περιφέρεια που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός, δεδομένου, άλλωστε, ότι η σταφίδα παράγεται σε δύο μόνο περιοχές της Ελλάδας, την Κρήτη και τη βορειοδυτική Πελοπόννησο. Συνεπώς, η ζημιά δεν είναι ενιαία σε όλη την ελληνική επικράτεια.
44      Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει επίσης ότι οι αποφάσεις περί καθορισμού της μειώσεως της ελάχιστης αποδόσεως στηρίζονται σε υπουργικές αποφάσεις καθώς και στα πορίσματα επιστημονικών επιτροπών και σε κλιματολογικά δεδομένα.
45      Τρίτον, η Επιτροπή παραβλέπει ότι ο κανονισμός 1621/1999 αποσκοπεί, σύμφωνα με την αιτιολογική του σκέψη 3, στην ενίσχυση του εισοδήματος των σταφιδοπαραγωγών και στη στήριξη όλης της αλυσίδας παραγωγής σταφίδας, δεχόμενη ότι τα ποσοστά μειώσεως της ελάχιστης αποδόσεως μπορούν να καθοριστούν χωρίς να ληφθούν υπόψη τα μετεωρολογικά φαινόμενα που εξασθενούν έναν ήδη μεγάλης ηλικίας αμπελώνα.
46      Τέταρτον, η Ελληνική Δημοκρατία φρονεί ότι, όσον αφορά την αιτίαση ότι η μείωση του ποσοστού ελάχιστης αποδόσεως καθορίστηκε κατά τρόπον ώστε να μπορέσουν όλοι οι καλλιεργητές να υποβάλουν αίτηση ενισχύσεως, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι τούτο έγινε με πρόθεση καταστρατηγήσεως των διατάξεων.
47      Πέμπτον, όσον αφορά τη συστηματική χορήγηση μειώσεων και τον επηρεασμό της αποδόσεως των αμπελώνων, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει ότι αμπελώνας ο οποίος επί σειρά ετών πλήττεται από φυσικές καταστροφές έχει μειωμένη απόδοση λόγω εξαντλήσεως των αμπελιών, και ότι η ηλικία και η ποιότητα του αμπελώνα δεν μπορούν να αποτελούν λόγους επιβολής δημοσιονομικών διορθώσεων, ως παράγοντες μειώσεως της αποδόσεως. Εξάλλου, στα πλαίσια προηγούμενης έρευνας, η Επιτροπή αποδέχθηκε τις μειωμένες αποδόσεις, με το σκεπτικό ότι οι καλλιεργητικές τεχνικές έχουν γίνει λιγότερο εντατικές.
48      Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας.
–       Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
49      Κατά πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα περί του φερόμενου ως τεχνητού και εξωπραγματικού χαρακτήρα της ελάχιστης αποδόσεως που καθορίστηκε από τον κανονισμό 1621/1999, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία ούτε προβάλλει ρητώς ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κατά του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού αυτού ούτε κάποιο συγκεκριμένο επιχείρημα προς στήριξη τέτοιας ελλείψεως νομιμότητας. Εφόσον, όμως, δεν αμφισβητείται το κύρος της διατάξεως αυτής, συνάγεται κατ’ ανάγκη το συμπέρασμα ότι η ενίσχυση για τις σταφίδες μπορούσε νομίμως να χορηγηθεί μόνον εφόσον πληρούνταν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις χορηγήσεώς της, περιλαμβανομένης της σχετικής με την ελάχιστη απόδοση προϋποθέσεως. Παρέκκλιση από την απαίτηση της ελάχιστης αποδόσεως θα μπορούσε να γίνει δεκτή μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπει η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων καταλέγεται και η περίπτωση των αμπελοτεμαχίων που υπέστησαν ζημίες από φυσικές καταστροφές (βλ., συναφώς, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 2012, T‑588/10, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 378, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, και κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, υπόθεση C‑71/13 P).
50      Με την αναφερθείσα στη ανωτέρω σκέψη 39 επιχειρηματολογία της, μπορεί να θεωρηθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία τάσσεται υπέρ μιας ελαστικότερης ερμηνείας του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1621/1999, δυνάμενης να δικαιολογήσει παρέκκλιση από τη σχετική με την ελάχιστη απόδοση απαίτηση σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες δεν συντρέχουν οι ιδανικές συνθήκες που, κατά την άποψή της, είναι απαραίτητες για την επίτευξη της ελάχιστης προβλεπόμενης αποδόσεως. Μια τέτοια ερμηνεία αντιστοιχεί, άλλωστε, στην πρακτική την οποία προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία η Επιτροπή με τη συνοπτική έκθεση και η οποία συνίσταται στην ενιαία και γενικευμένη μείωση της ελάχιστης απαιτούμενης αποδόσεως για μια ολόκληρη περιοχή στην Ελλάδα ή και για το σύνολο της ελληνικής επικράτειας (βλ., συναφώς, απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 49 ανωτέρω, σκέψη 379).
51      Πάντως, το επιχείρημα ότι η ελάχιστη απόδοση που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1621/1999 είναι τεχνητή ή εξωπραγματική δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Όσον αφορά τα παραρτήματα του δικογράφου της προσφυγής στα οποία παραπέμπει η Ελληνική Δημοκρατία, διαπιστώνεται ότι, μολονότι πρόκειται για έγγραφα των ελληνικών αρχών προς τις υπηρεσίες της Επιτροπής κατά τη διάρκεια των ετών 1996 έως 1999, καθώς και για τις απαντήσεις του επιφορτισμένου με τη γεωργία μέλους της Επιτροπής, τα εν λόγω έγγραφα αφορούν αιτήσεις μειώσεως της ελάχιστης αποδόσεως λόγω φυσικών καταστροφών και όχι αιτήσεις τροποποιήσεως των όρων του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1621/1999. Ασφαλώς, είναι αληθές ότι, με το από 31 Μαρτίου 2003 έγγραφο, το οποίο επισυνάπτεται επίσης στο δικόγραφο της προσφυγής, η Ελληνική Δημοκρατία υπέβαλε στην Επιτροπή προτάσεις τροποποιήσεως πολλών κανονισμών που ισχύουν στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΚΓΠ). Καίτοι, με το έγγραφο αυτό, η Ελληνική Δημοκρατία πρότεινε την τροποποίηση του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1621/1999, με μείωση του επιπέδου της ελάχιστης αποδόσεως για τη σουλτανίνα και την κορινθιακή σταφίδα, δεν προσκομίστηκε καμία δικαιολογία για την πρόταση αυτή. Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι η ελάχιστη απόδοση την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή καθορίστηκε λαμβάνοντας υπόψη τη μέση πραγματική απόδοση των περιόδων εσοδείας 1987-1990, ήτοι 3 450 κιλά σουλτανίνας ανά εκτάριο και 2 450 κιλά κορινθιακής μαύρης σταφίδας ανά εκτάριο (βλ. απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 49 ανωτέρω, σκέψη 381), όπερ αναγνωρίζει η Ελληνική Δημοκρατία στο δικόγραφο της προσφυγής. Η τελευταία αυτή απόδοση όμως υπερβαίνει την καθορισθείσα με τον κανονισμό 1621/1999.
52      Συνεπώς, το επιχείρημα το οποίο αντλείται από τον τεχνητό ή εξωπραγματικό χαρακτήρα της ελάχιστης αποδόσεως που προβλέπεται από την κανονιστική ρύθμιση πρέπει να απορριφθεί.
53      Κατά δεύτερον, το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999 και, ειδικότερα, η έννοια των «φυσικών καταστροφών» που χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή δεν συνάδει με την ευρεία ερμηνεία της έννοιας αυτής, την οποία προτείνει η Ελληνική Δημοκρατία.
54      Επισημαίνεται ότι η αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού 1621/1999 έχει ως εξής:
«[Ε]κτιμώντας ότι, επιπλέον, προκειμένου να επιτευχθεί ο απαιτούμενος βαθμός εξειδίκευσης και να αποφευχθούν οι καταχρήσεις, η ενίσχυση πρέπει να παρέχεται στις εκτάσεις που έχουν τύχει των κατάλληλων καλλιεργητικών φροντίδων· ότι ο καθορισμός μιας ελάχιστης αποδόσεως η οποία πρέπει να τηρείται και [να] λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά κάθε ποικιλίας, με την επιφύλαξη, ωστόσο, των εξαιρέσεων που έχουν σχέση με εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν τις αποδόσεις, ανεξάρτητα από τις φροντίδες που παρείχε ο παραγωγός, μπορεί να εξασφαλίσει την τήρηση της εν λόγω απαίτησης […]».
55      Εντεύθεν προκύπτει ότι ως «φυσικές καταστροφές» νοούνται οι εξαιρετικές περιστάσεις που μπορούν να επηρεάσουν τις αποδόσεις ανεξάρτητα από τις φροντίδες που παρέχει ο παραγωγός. Συνεπώς, φυσική καταστροφή, υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999, αποτελεί γεγονός που έχει συγκεκριμένη διάρκεια, φύση και αποτελέσματα, προκαλείται από τις δυνάμεις της φύσεως και έχει εξαιρετικό χαρακτήρα σε σχέση με τις συνθήκες, περιλαμβανομένων των καιρικών, που επικρατούν συνήθως στην πληγείσα περιοχή (απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 49 ανωτέρω, σκέψη 385).
56      Η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρει, στο πλαίσιο αυτό και όσον αφορά ειδικότερα την ποικιλία της σουλτανίνας, τις βροχοπτώσεις κατά την περίοδο ανθοφορίας Απριλίου και Μαΐου, τις ασυνήθεις και υπερβολικές βροχοπτώσεις της περιόδου Αυγούστου και Σεπτεμβρίου, τις συνεχείς βροχοπτώσεις, τη χαλαζόπτωση κατά τους θερινούς μήνες, τον καύσωνα που τα τελευταία χρόνια έχει μεγαλύτερη από τη συνήθη διάρκεια τον Ιούλιο στην Ελλάδα, την ξηρασία, καθώς επίσης και τους φυτικούς ιούς και τις ασθένειες του αμπελώνα, ως παραδείγματα φυσικών καταστροφών. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι κανένα από τα ανωτέρω φυσικά φαινόμενα δεν θα μπορούσε εξ ορισμού να θεωρηθεί μη σχετιζόμενο με την έννοια της φυσικής καταστροφής, με τη διευκρίνιση ωστόσο ότι κάθε ένα από τα φαινόμενα αυτά πρέπει να παρεκκλίνει από τις συνήθεις συνθήκες που επικρατούν στην οικεία περιοχή και να ανταποκρίνεται, κατά συνέπεια, στον περιλαμβανόμενο στην προηγούμενη σκέψη ορισμό. Αντιθέτως, η γήρανση του αμπελώνα της Κρήτης ή το γεγονός ότι μπορεί να επηρεαστεί από το σύνδρομο εκφυλισμού, που επικαλείται η προσφεύγουσα, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στην έννοια της φυσικής καταστροφής, όπως αναφέρεται στη σκέψη 55 ανωτέρω.
57      Υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων αυτών πρέπει να εξεταστούν τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας με τα οποία επιδιώκει να αποδείξει ότι η μείωση της ελάχιστης αποδόσεως στην Ελλάδα κατά την περίοδο εσοδείας 2006/2007 ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999, αρχίζοντας από τα γενικότερα επιχειρήματα.
58      Πρώτον, καίτοι η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρει ότι υποχρεώθηκε να μειώσει την ελάχιστη απόδοση, εφόσον ο κανονισμός 1621/1999 της επέβαλε να ενεργήσει συναφώς σε περίπτωση φυσικών καταστροφών, χωρίς να της καταλείπει καμιά διακριτική ευχέρεια να αποστεί από αυτήν την υποχρέωση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η υποχρέωση αυτή, ακόμα και αν υποτεθεί ότι υφίσταται, έχει λόγο υπάρξεως μόνον αν διαπιστωθούν φυσικές καταστροφές. Επομένως, μόνον το επιχείρημα αυτό δεν ασκεί επιρροή επί της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
59      Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία περιγράφει εκτενώς και κατά τρόπο γενικό την εθνική διαδικασία μετά το πέρας της οποίας καθορίστηκε η μείωση της ελάχιστης αποδόσεως. Εντούτοις, από τη λεπτομερή έκθεση της διαδικασίας μετά το πέρας της οποίας οι ελληνικές αρχές αποφάσισαν να θέσουν σε εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999, καθορίζοντας τη μείωση της ελάχιστης αποδόσεως, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι πληρούνται οι επί της ουσίας προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
60      Τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παραβλέπει ότι ο κανονισμός 1621/1999 αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, με την τρίτη αιτιολογική σκέψη αυτού, στην ενίσχυση του εισοδήματος των σταφιδοπαραγωγών και στη στήριξη όλης της αλυσίδας παραγωγής σταφίδας. Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη της τα μετεωρολογικά φαινόμενα που εξασθενούν έναν ήδη μεγάλης ηλικίας αμπελώνα.
61      Καίτοι αληθεύει ότι κατά την αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού 1621/1999 ο σκοπός του καθεστώτος ενισχύσεως για την καλλιέργεια σταφίδας είναι η στήριξη όλης της αλυσίδας παραγωγής σταφίδας καθώς και η διαμόρφωση της απαραίτητης για τον σκοπό αυτό ειδικεύσεως, ο σκοπός αυτός πρέπει να επιτευχθεί τηρουμένου του πλαισίου που θέτει ο κανονισμός 1621/1999. Επομένως, ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί μόνον διασφαλιζομένης της τηρήσεως των διατάξεων που θεσπίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες καταβάλλεται η ενίσχυση στις ειδικευμένες εκτάσεις που έχουν καλλιεργηθεί με σταφύλια προοριζόμενα για αποξήρανση. Αν επιτρεπόταν, όπως φαίνεται να υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, η καταβολή της ενισχύσεως στην καλλιέργεια σταφίδας για τον λόγο και μόνον ότι η ενίσχυση αυτή καθιστά δυνατή τη στήριξη του εισοδήματος των παραγωγών, τούτο θα είχε ως συνέπεια τη μη εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 1621/1999 που επιδιώκουν τον σκοπό αυτό, όπως οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄. Δεν είναι δυνατό να αποδοθεί τέτοιο περιεχόμενο στον σκοπό του καθεστώτος ενισχύσεων για την καλλιέργεια σταφίδας, όπως αυτός προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού 1621/1999.
62      Επιπλέον, από τη θέση της Επιτροπής δεν προκύπτει κατ’ ανάγκη ότι το γεγονός ότι τα μετεωρολογικά φαινόμενα εξασθενούν έναν ήδη μεγάλης ηλικίας αμπελώνα δεν λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της μειωμένης ελάχιστης αποδόσεως. Εντούτοις, απαιτείται τα εν λόγω μετεωρολογικά φαινόμενα να μπορούν να χαρακτηρισθούν ως φυσικές καταστροφές, σύμφωνα με τον ορισμό που δόθηκε στη σκέψη 55 ανωτέρω, και η καταβολή της ενισχύσεως να μην αποσκοπεί στην πραγματικότητα να αντισταθμίσει μόνον τις συνέπειες μιας διαρθρωτικής εξελίξεως όπως είναι η γήρανση του αμπελώνα.
63      Τέταρτον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ένας αμπελώνας ο οποίος επί σειρά ετών πλήττεται από φυσικές καταστροφές έχει μειωμένη απόδοση λόγω εξαντλήσεως των αμπελιών και όχι λόγω πλημμελούς καλλιεργητικής φροντίδας, και ότι η ηλικία και η ποιότητα του αμπελώνα δεν μπορούν να αποτελούν λόγους επιβολής δημοσιονομικών διορθώσεων, ως παράγοντες μειώσεως της αποδόσεως. Εξάλλου, διαπιστώνεται ότι η σχετική με την καλλιέργεια σταφίδας δημοσιονομική διόρθωση δεν εφαρμόστηκε λόγω της ηλικίας ή της κακής καταστάσεως των αμπελιών, αλλά διότι η μειωμένη ελάχιστη απόδοση λόγω φυσικών καταστροφών δεν στηριζόταν σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
64      Πέμπτον, όσον αφορά την ενιαία μειωμένη ελάχιστη απόδοση, επισημαίνεται ότι, καίτοι δεν θα μπορούσε βεβαίως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο φυσικής καταστροφής πλήττουσας το σύνολο της οικείας περιοχής κράτους μέλους, είναι εντούτοις αληθές ότι η έννοια αυτή, όπως ορίζεται στην ανωτέρω σκέψη 55, θα αντιστοιχεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, σε περιστατικό που πλήττει συγκεκριμένη και σαφώς οριοθετημένη περιοχή. Η αναφορά του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999 στις «πληγείσες περιφέρειες» συνηγορεί υπέρ της εκτιμήσεως αυτής. Επιπλέον, στην περίπτωση πλειόνων φυσικών καταστροφών που πλήττουν διάφορες περιφέρειες του ίδιου κράτους μέλους, το ποσοστό μειώσεως θα έπρεπε κανονικά να διαφοροποιείται ανά πληγείσα περιφέρεια σε συνάρτηση με τη φύση, τη διάρκεια και την έκταση της καταστροφής, ιδίως όταν, όπως εν προκειμένω, οι περιοχές που επλήγησαν από τις προβαλλόμενες φυσικές καταστροφές, η βορειοδυτική Πελοπόννησος και η Κρήτη, είναι απομακρυσμένες μεταξύ τους. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, ορθώς η Επιτροπή έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι ο καθορισμός ενιαίου ποσοστού μειώσεως της ελάχιστης αποδόσεως για το σύνολο των οικείων περιοχών της Ελλάδας ενέτεινε τις αμφιβολίες ως προς το αν οι εν λόγω μειώσεις αποφασίστηκαν κατά τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999 (βλ., συναφώς, απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 49 ανωτέρω, σκέψη 397).
65      Όσον αφορά το επιχείρημα ότι το ποσοστό της μειωμένης ελάχιστης αποδόσεως αποτελεί το ανώτατο όριο μειώσεως, δεδομένου ότι τα ποσοστά μειώσεως εξειδικεύονται σε μικρότερη κλίμακα, επισημαίνεται ότι, εν πάση περιπτώσει, το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή, μεταξύ άλλων, καθόσον η Ελληνική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι οι αποφάσεις που ελήφθησαν σε τοπική κλίμακα καθόρισαν τα ποσοστά μειώσεως της ελάχιστης αποδόσεως λαμβάνοντας υπόψη το ενδεχόμενο φυσικών καταστροφών.
66      Έκτον, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι η Επιτροπή όφειλε να αποδείξει ότι η μείωση του ποσοστού της ελάχιστης αποδόσεως έγινε σκοπίμως κατά τρόπον ώστε να μπορέσουν όλοι οι παραγωγοί να υποβάλουν αίτηση ενισχύσεως. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, εκείνο που απλώς διαπίστωσε είναι ότι η εφαρμογή ενιαίου ποσοστού 50 % μειώσεως της ελάχιστης αποδόσεως παρέχει τη δυνατότητα σε όλους σχεδόν τους παραγωγούς να λάβουν την ενίσχυση. Πρόκειται για διαπίστωση αντλούμενη από την κατάσταση που δημιουργήθηκε από τις υπουργικές αποφάσεις και όχι από το ότι η Επιτροπή καταλόγισε εκ προθέσεως συμπεριφορά στις ελληνικές αρχές για να μπορέσουν όλοι οι σταφιδοπαραγωγοί να λάβουν την ενίσχυση.
67      ΄Εβδομον, η Ελληνική Δημοκρατία στηρίζεται επί ένδεκα υπουργικών αποφάσεων της 21ης και 22ας Σεπτεμβρίου 2006, και επί των στοιχείων που περιλαμβάνουν καθώς και επί των στοιχείων επί των οποίων στηρίζονται οι αποφάσεις αυτές, για να υποστηρίξει ότι η μείωση της ελάχιστης αποδόσεως σε ενιαίο ποσοστό 50 % για την περίοδο εσοδείας 2006/2007 δικαιολογούνταν λόγω των φυσικών καταστροφών που έπληξαν γενικώς τις θιγείσες περιοχές. Η Ελληνική Δημοκρατία εμμένει επί του γεγονότος ότι οι υπουργικές αποφάσεις περιγράφουν λεπτομερώς τις φυσικές καταστροφές που οδήγησαν στη μείωση της ελάχιστης αποδόσεως, χωρίς να στηρίζονται σε κανένα άλλο στοιχείο. Αντιθέτως, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της τις συνθήκες και τις περιόδους παραγωγής της σταφίδας στην Ελλάδα, καθόσον η σουλτανίνα εκτίθεται ιδιαίτερα σε διάφορες δυσμενείς κλιματικές μεταβολές που επέρχονται κατά τη διάρκεια του έτους.
68      Διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν παρέχει, με τη συνοπτικώς παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 67 επιχειρηματολογία της, συγκεκριμένα και εμπεριστατωμένα στοιχεία ως προς τη φύση, την ακριβή ημερομηνία ή την ακριβή περίοδο και τις ιδιαίτερες περιστάσεις των φυσικών καταστροφών που δικαιολόγησαν τις εφαρμοσθείσες με τις προβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις μειώσεις της ελάχιστης αποδόσεως.
69      Τα έγγραφα επί των οποίων στηρίζει την επιχειρηματολογία της η Ελληνική Δημοκρατία αποτελούνται, αφενός, από τις ένδεκα υπουργικές αποφάσεις της 21ης και 22ας Σεπτεμβρίου 2006 και τα έγγραφα με τα μετεωρολογικά στοιχεία που αφορούν τις περιοχές παραγωγής της σταφίδας και, αφετέρου, άλλα έγγραφα που αντηλλάγησαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθαρίσεως λογαριασμών, μεταξύ άλλων, την από 28 Φεβρουαρίου 2007 επιστολή, η οποία αποτελεί συνέχεια της ανακοινώσεως της 22ας Δεκεμβρίου 2006, και την από 13 Νοεμβρίου 2007 επιστολή του Οργανισμού πληρωμών και ελέγχου κοινοτικών ενισχύσεων προσανατολισμού και εγγυήσεων (στο εξής: ΟΠΕΚΕΠΕ) προς την Επιτροπή.
70      Διαπιστώνεται ότι οι περισσότερες υπουργικές αποφάσεις αναφέρουν τις αιτίες της μειώσεως της ελάχιστης αποδόσεως. Ειδικότερα, η απόφαση 17579 κάνει λόγο για τις εαρινές βροχές που προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα στην καρπόδεση και στον καρπό, το χαλάζι που προκάλεσε απότομη πτώση των καρπών και επηρέασε σημαντικά την ποσότητα και τον καύσωνα που είχε αρνητικό αντίκτυπο στην παραγωγή. Η απόφαση 17581 επισημαίνει ότι μεγάλο μέρος των αμπελώνων υφίσταται φυσική μείωση της παραγωγής λόγω γήρανσης, ότι πλέον του 50 % αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα από ιούς και μύκητες, που προκαλούν σταδιακή μείωση της παραγωγής, ότι οι μειωμένες βροχοπτώσεις στους καλλιεργούμενους χωρίς άρδευση αμπελώνες προκαλούν έλλειμμα υγρασίας, που αποτελεί τη μείζονα αιτία της μειώσεως της παραγωγής, και τα ακραία καιρικά φαινόμενα είχαν ως αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση της παραγωγής. Στην απόφαση 17583 γίνεται μνεία των κακών μετεωρολογικών συνθηκών που επικράτησαν κατά τη διάρκεια του θέρους, οι δε ζημίες οφείλονταν σε πολύ υψηλή υγρασία, σε συνδυασμό με υψηλή θερμοκρασία.
71      Πάντως, πρέπει να τονισθεί ότι στις υπουργικές αποφάσεις 17581, 17584 και 17586 αναφέρονται, κυρίως, αιτίες που δεν εμπίπτουν στον ορισμό των φυσικών καταστροφών. Οι αποφάσεις αυτές ελήφθησαν για τρεις από τους τέσσερις νομούς της Κρήτης και αφορούν την παραγωγή σουλτανίνας. Ως εκ τούτου, οι αιτίες της χαμηλής αποδόσεως των αμπελιών είναι κυρίως η γήρανση του αμπελώνα, οι μολύνσεις από ιούς και μύκητες, και η έλλειψη άρδευσης που οφείλεται στην τοποθεσία των αγροτεμαχίων. Επιπλέον, όλες σχεδόν οι αποφάσεις αυτές δεν περιελάμβαναν αποδεικτικά στοιχεία για τις κακές καιρικές συνθήκες τις οποίες αναφέρουν.
72      Όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζονται ορισμένες υπουργικές αποφάσεις, η από 2 Αυγούστου 2006 επιστολή της Νομαρχίας του Ηρακλείου Κρήτης είναι προφανώς το έγγραφο βάσει του οποίου ελήφθη η απόφαση 17581. Η εν λόγω επιστολή αναφέρει τη χαμηλή απόδοση των αμπελώνων, η οποία οφείλεται στην ηλικία των αμπελιών, στα προβλήματα από ιούς και μύκητες, στο χαμηλό ύψος των βροχοπτώσεων, που επιδεινώνουν την κατάσταση λαμβανομένης υπόψη της μη αρδεύσεως και την ύπαρξη ακραίων καιρικών φαινομένων. Στην επιστολή αυτή επισυνάπτεται έκθεση επιστημονικής επιτροπής, αποστολή της οποίας ήταν να προσδιορίσει τους λόγους της μειωμένης ελάχιστης αποδόσεως των αμπελοπαραγωγών που καλλιεργούν τη σουλτανίνα. Από την έκθεση αυτή προκύπτει ότι μακροχρόνια φαινόμενα εξηγούν τις μειωμένες αποδόσεις στον νομό του Ηρακλείου, όπως η παρουσία φυλλοξήρας, οι λεπτομέρειες της αναφυτεύσεως των αμπελιών, κατά τη διάρκεια της οποίας χρησιμοποιήθηκε μη εγκεκριμένο αναπαραγωγικό υλικό, με συνέπεια την εξάπλωση μολύνσεων από ιούς, και οι περίοδοι του τρύγου που δεν επιτρέπουν στα σταφύλια να ωριμάσουν πλήρως. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι λόγοι αυτοί δεν αντιστοιχούν στον ορισμό των φυσικών καταστροφών, όπως προκύπτει από τη σκέψη 55 ανωτέρω.
73      Από την έκθεση της επιστημονικής επιτροπής, η οποία πραγματοποιήθηκε για να προσδιοριστούν οι λόγοι της μειωμένης ελάχιστης αποδόσεως στον νομό Χανίων, στην Κρήτη, προκύπτει ότι η καλλιέργεια σουλτανίνας στον νομό αυτό κατανέμεται σε δύο γεωγραφικές περιοχές. Για την πρώτη, επισημάνθηκε, αφενός, ότι τα κλήματα δεν ήσαν αρδεύσιμα, είχαν πληγεί από φυλλοξήρα και άλλους ιούς και ασθένειες, και είχαν ηλικία πλέον των 41 ετών και, αφετέρου, ότι η εκεί καλλιέργεια ήταν δυσχερής λόγω της μορφολογίας του εδάφους, της μειωμένης γονιμότητας του εδάφους, της αδυναμίας αρδεύσεως και των δυσχερειών προσβάσεως, η δε επιτροπή σημείωσε επίσης ότι η αναφύτευση στην περιοχή αυτή ήταν δυσχερής λόγω του γηράσκοντος πληθυσμού. Για τη δεύτερη περιοχή, η επιτροπή τόνισε ότι υπήρξαν πολλά προβλήματα για την αναφύτευση, λαμβανομένης υπόψη της χρησιμοποιήσεως μη εγκεκριμένου και ενίοτε ακατάλληλου αναπαραγωγικού υλικού, που ευνοεί ιούς και ασθένειες του ξύλου, και συνεπάγεται μείωση της παραγωγικότητας. Το χαμηλό ύψος των βροχοπτώσεων κατά τη διάρκεια του χειμώνα και της άνοιξης (2005/2006) επιδείνωσε την υφιστάμενη κατάσταση. Τέλος, η επιτροπή σημείωσε την ύπαρξη ακραίων καιρικών φαινομένων όπως καύσωνα τον Αύγουστο ή ραγδαίες βροχοπτώσεις στα τέλη Αυγούστου, που επηρέασαν την ξήρανση των σταφυλιών. Κατά την έκθεση αυτή, το μικρό ποσοστό αποδόσεως οφείλεται, κυρίως, σε διαρθρωτικούς παράγοντες σχετικούς με τις συνθήκες εκμεταλλεύσεως των αμπελιών, την τοποθεσία τους και την ηλικία τους, εφόσον τα καιρικά φαινόμενα δεν χαρακτηρίστηκαν ως φυσικές καταστροφές και απλώς επιδείνωσαν την κατάσταση.
74      Βάσει των στοιχείων αυτών, συνάγεται ότι, αντιθέτως προς την επιχειρηματολογία της, η Ελληνική Δημοκρατία δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξη φυσικών καταστροφών σε εννέα από τους ένδεκα οικείους νομούς και τον αντίκτυπό τους στο επίπεδο της αποδόσεως των αμπελοτεμαχίων και, όσον αφορά τους δύο νομούς για τους οποίους προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία, τα εν λόγω στοιχεία αποδεικνύουν ότι η χαμηλή απόδοση των αμπελώνων οφείλεται, όπως υποστηρίζει με τα γραπτά υπομνήματά της η Επιτροπή, σε διαρθρωτικούς παράγοντες τους οποίους απλώς επιδείνωσαν τα καιρικά φαινόμενα, που δεν χαρακτηρίστηκαν ως φυσικές καταστροφές.
75      Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για τη χρηματοδότηση την οποία αρνήθηκε να χορηγήσει η Επιτροπή (βλ., συναφώς, απόφαση Βέλγιο κατά Επιτροπής, σκέψη 27 ανωτέρω, σκέψη 36), εφόσον δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής είναι ανακριβείς, ενώ αποτελούν στοιχεία δυνάμενα να δημιουργήσουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την εφαρμογή ενός κατάλληλου και αποτελεσματικού συνόλου μέτρων εποπτείας και ελέγχου (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1993, Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 28 ανωτέρω, σκέψη 7, και Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 26 ανωτέρω, σκέψη 48).
76      Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η επιχειρηματολογία την οποία προέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία για να δικαιολογήσει τη μείωση ύψους 50 % της ελάχιστης αποδόσεως.
 Επί της ειδικεύσεως των αμπελοτεμαχίων

 – Διαπιστώσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής
77      Έχοντας υπόψη τις λεπτομέρειες ελέγχου των παραδόσεων σταφίδας στους μεταποιητές και τις διαπιστωθείσες για τη σουλτανίνα απώλειες βάρους, η Επιτροπή θεωρεί ότι το σύστημα ελέγχου των ελληνικών αρχών δεν επιτρέπει να ληφθεί υπόψη ο κίνδυνος της μη συμβατότητας με τον κανόνα ειδικεύσεως των αμπελοτεμαχίων του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1621/1999 (σημεία 4.3.1.1 έως 4.3.1.3 της συνοπτικής εκθέσεως).
–       Επιχειρήματα των διαδίκων
78      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρερμήνευσε τη θέση της σχετικά με το άρθρο 9, παράγραφος 4, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1621/1999, το οποίο δεν έχει εφαρμογή σε περίπτωση μη επιτεύξεως της ελάχιστης αποδόσεως, όπως αποδεικνύεται από το έγγραφο του ΟΠΕΚΕΠΕ, της 24ης Οκτωβρίου 2006, το οποίο παρέχει οδηγίες για την επιβολή κυρώσεων στους σταφιδοπαραγωγούς κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως αυτής. Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, ο έλεγχος της ειδικευμένης εκτάσεως και της παραδόσεως του συνόλου της παραγωγής προς ξήρανση διενεργείται με επιτόπιους ελέγχους στους χώρους αποξήρανσης και στους μεταποιητές, οι έλεγχοι δε αυτοί ενίοτε διενεργούνται σε όλους τους παραγωγούς που ζητούν αλλαγή χρήσεως, τα δε πορίσματα των ελέγχων διασταυρώνονται με τις αντίστοιχες αιτήσεις ενισχύσεως.
79      Η Ελληνική Δημοκρατία επισημαίνει ότι οι έλεγχοι στους μεταποιητές διεξάγονται από εξουσιοδοτημένους ελεγκτές, βάσει των οδηγιών του ΟΠΕΚΕΠΕ σχετικά με την επιβολή κυρώσεων στους σταφιδοπαραγωγούς, σύμφωνα με τις οποίες διενεργούνται έλεγχοι επί του 100 % των ανακοινώσεων, των συμβάσεων και των αιτήσεων ενισχύσεως, καθώς και επιτόπιοι έλεγχοι σε δείγμα 5 % των ποσοτήτων που έχουν ανακοινωθεί από τους μεταποιητές. Συμπληρωματικοί έλεγχοι διασταυρώσεως στοιχείων διενεργούνται από άλλους υπαλλήλους, προς διαπίστωση της ποιότητας της εργασίας των ελεγκτών και της πληρότητας των επιτόπιων ελέγχων. Όσον αφορά τυχόν απώλειες βάρους, η Ελληνική Δημοκρατία τονίζει ότι αυτές οφείλονται στο ότι η σουλτανίνα έχει υψηλό ποσοστό ζημίας, εξαιτίας της μεθόδου αποξήρανσης με χρήση ποτάσας, ενώ η κορινθιακή σταφίδα αποξηραίνεται φυσικά και αντεπεξέρχεται καλύτερα στις αλλοιώσεις και στην ποιοτική διαλογή.
80      Όσον αφορά τον έλεγχο της χρήσεως των σταφυλιών, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή επέβαλε διόρθωση στη σταφίδα στηριζόμενη σε αναπόδεικτη και αβάσιμη αιτιολογία, δεδομένου ότι οι Διευθύνσεις Αγροτικής Ανάπτυξης των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων ελέγχουν συστηματικά τη διακίνηση της σταφίδας, ιδίως βάσει στοιχείων από τη βάση πληρωμών.
81      Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας.
–       Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
82      Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1621/1999, ως «ειδικευμένα αμπελοτεμάχια» νοούνται οι αμπελουργικές εκτάσεις με ποικιλίες σουλτανίνας, μαύρων σταφυλιών Κορίνθου (κορινθιακής) και Moscatel, των οποίων η συνολική συγκομιζόμενη παραγωγή νωπών σταφυλιών αποξηραίνεται με σκοπό τη μεταποίηση. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του ίδιου κανονισμού, η ενίσχυση για την καλλιέργεια των σταφυλιών χορηγείται για τα ειδικευμένα αμπελοτεμάχια που έχουν εξ ολοκλήρου καλλιεργηθεί και συγκομισθεί και των οποίων η αποξηραμένη παραγωγή (ανεπεξέργαστες σταφίδες) έχει παραδοθεί σε μεταποιητή στο πλαίσιο συμβάσεως.
83      Όπως προκύπτει από τη σκέψη 77 ανωτέρω, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαπίστωσαν ότι υπάρχει κίνδυνος μη συμμορφώσεως της καταστάσεως των αμπελοτεμαχίων που είναι καλλιεργημένα με ποικιλίες σταφυλιών για ξήρανση με τον κανόνα του οποίου έγινε μνεία στη σκέψη 82 ανωτέρω, ο οποίος προκύπτει από την περιορισμένη κατανομή των αποδόσεων των αμπελοτεμαχίων σουλτανίνας, από την οποία μπορεί να υπονοηθεί ότι οι ελληνικές αρχές είχαν συγκατατεθεί στις ανταλλαγές παραδόσεων μεταξύ εκμεταλλεύσεων (σημείο 4.3.1.1 της συνοπτικής εκθέσεως). Έχοντας υπόψη την κατανομή αποδόσεων για τα αμπελοτεμάχια που είναι καλλιεργημένα με κορινθιακή σταφίδα, τα ίδια συμπεράσματα ισχύουν μέχρι ενός σημείου. Περαιτέρω, εφόσον οι έλεγχοι των παραδόσεων των σταφυλιών προς ξήρανση μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν μόνον βάσει των τιμολογίων και των δηλώσεων αποδόσεως που περιλαμβάνονται στις συναφθείσες με τους μεταποιητές συμβάσεις παραδόσεως, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν καλυπτόταν καθόλου ο κίνδυνος διοχετεύσεως της σουλτανίνας στην παραγωγή οίνου ή την αγορά του νωπού σταφυλιού. Επιπλέον, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαπίστωσαν ότι, στον μεταποιητή, τα παραδιδόμενα προϊόντα έχουν χάσει μεταξύ 17,2 και 30 % του βάρους τους κατά την ξήρανση, πράγμα από το οποίο μπορεί να συναχθεί ότι δεν παραδόθηκαν στον μεταποιητή ποσότητες σταφυλιών, προκειμένου να αποκρυβούν ποσότητες διοχετευθείσες προς άλλες χρήσεις ή για να διασφαλιστεί η ενίσχυση στα αμπελοτεμάχια με χαμηλή παραγωγή ή ανεπαρκή απόδοση (σημεία 4.3.1.1 και 4.3.1.2 της συνοπτικής εκθέσεως). Επομένως, βάσει των ελέγχων στους μεταποιητές δεν διασφαλίζεται ότι όλη η παραγωγή που προέρχεται από ειδικευμένα αμπελοτεμάχια παραδόθηκε πράγματι σε αυτούς.
84      Η Ελληνική Δημοκρατία παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 9, παράγραφος 4, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1621/1999. Η διάταξη αυτή προβλέπει τα εξής:
«Εφόσον διαπιστωθούν παρατυπίες κατά τον έλεγχο των αιτήσεων ενίσχυσης, εφαρμόζονται οι ακόλουθες κυρώσεις:
[…]
γ)      εάν διαπιστωθεί ότι η ληφθείσα απόδοση, αν και μεγαλύτερη από την ελάχιστη απόδοση, υπολείπεται του μέσου επιπέδου που έχει εκτιμήσει η εθνική αρχή για την εν λόγω γεωγραφική ζώνη και ποικιλία, ο έλεγχος επεκτείνεται στις ποσότητες που πουλήθηκαν από τον μεμονωμένο παραγωγό ή την οργάνωση παραγωγών στην αγορά του νωπού προϊόντος ή στην οινοποίηση. Εάν ο έλεγχος αυτός καθώς και ο έλεγχος της κατάστασης του αμπελώνα αποδεικνύουν ότι οι συγκομισθείσες ποσότητες στα αμπελοτεμάχια για τα οποία ζητείται ενίσχυση δεν απεξηράνθησαν στο σύνολό τους, η ενίσχυση μειώνεται αναλογικά προς τις ποσότητες που πωλήθηκαν σε άλλες χρήσεις. Ουδεμία ενίσχυση καταβάλλεται εάν οι ποσότητες αυτές υπερβαίνουν το 30 % των παραχθεισών ποσοτήτων […].»
85      Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, η διάταξη αυτή έρχεται εν μέρει σε αντίφαση με τη διάταξη του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1621/1999, δεδομένου ότι φαίνεται να επιτρέπει τη χορήγηση μειωμένης ενισχύσεως, αν ένα ποσοστό μικρότερο του 30 % της παραγωγής σταφυλιών διοχετεύθηκε προς άλλη χρήση. Εν πάση περιπτώσει, η Ελληνική Δημοκρατία υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή παρερμήνευσε την άποψη που είχε διατυπώσει κατά τη διοικητική διαδικασία. Στην πραγματικότητα, αντιθέτως προς όσα διατείνεται η Επιτροπή, στην περίπτωση μειώσεως της ελάχιστης ποσότητας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, η συνολικώς παραχθείσα ποσότητα πρέπει να αποξηρανθεί προκειμένου να γεννηθεί δικαίωμα ενισχύσεως, έστω και αν η ποσότητα αυτή υπερβαίνει την ελάχιστη απαιτούμενη κατόπιν της μειώσεως ποσότητα.
86      Όσον αφορά την επιχειρηματολογία αυτή, πρέπει να επισημανθεί ότι δεν τίθεται ζήτημα αντιφάσεως μεταξύ των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1621/1999 και του άρθρου 9, παράγραφος 4, στοιχείο γ΄, του ίδιου κανονισμού. Η πρώτη από τις διατάξεις αυτές αφορά μια προϋπόθεση επιλεξιμότητας για τη χορήγηση της ενισχύσεως. Κατ’ αυτήν, ένα ή πλείονα ειδικευμένα αμπελοτεμάχια πρέπει να χρησιμοποιούνται εξ ολοκλήρου για την καλλιέργεια σταφυλιών προοριζόμενων για αποξήρανση, υπό την έννοια ότι όλη η ποσότητα της παραγωγής τους πρέπει να αποξηρανθεί. Η δεύτερη αφορά την κύρωση που επιβάλλεται όταν σταφύλια διοχετεύονται σε άλλες αγορές, όπως είναι η αγορά των νωπών προϊόντων ή η αγορά των σταφυλιών που προορίζονται για οινοποίηση. Στην περίπτωση κατά την οποία οι ποσότητες που διοχετεύονται σε άλλες αγορές αντιστοιχούν σε ποσοστό κατώτερο του 30 % των παραχθεισών ποσοτήτων, η ενίσχυση μειώνεται κατ’ αναλογία προς το ποσοστό των διοχετευόμενων σε άλλη αγορά ποσοτήτων. Αντιθέτως, αν οι διοχετευόμενες σε άλλες αγορές ποσότητες αντιστοιχούν σε πλέον του 30 % των παραχθεισών ποσοτήτων, η ενίσχυση καταργείται (απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 49 ανωτέρω, σκέψη 403).
87      Εν πάση περιπτώσει, η ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 4, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1621/1999, αντιθέτως προς όσα φαίνεται να υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, δεν μπορεί να κλονίσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής που μνημονεύονται συνοπτικώς στην ανωτέρω σκέψη 83. Επισημαίνεται, συναφώς, ότι η εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 4, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1621/1999 απαιτεί να ελέγχεται η πραγματοποιηθείσα απόδοση και, αν είναι κατώτερη της μέσης εκτιμώμενης αποδόσεως για την οικεία γεωγραφική περιοχή, ο έλεγχος πρέπει να εκτείνεται στην αγορά των νωπών οπωροκηπευτικών και στην οινοποιία, προκειμένου να προσδιοριστούν οι ποσότητες που έχουν διοχετευθεί σε άλλες αγορές και να επιβληθούν οι κατάλληλες κυρώσεις τις οποίες προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Ωστόσο, μεταξύ άλλων, προσάπτεται στην Ελληνική Δημοκρατία ότι δεν πραγματοποίησε επιτόπιους ελέγχους των παραδόσεων των προϊόντων στους μεταποιητές κατά τρόπο ώστε να καλύψει τον κίνδυνο διοχετεύσεως της παραγωγής σταφυλιών που προορίζονται να αποξηρανθούν σε άλλες χρήσεις (σημεία 4.3.1.1 και 4.3.1.2 της συνοπτικής εκθέσεως). Το κενό αυτό συνιστά τόσο παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 4, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1621/1999 όσο και παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού, και η Επιτροπή ορθώς έκρινε στη συνοπτική έκθεση ότι δεν συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης.
88      Όσον αφορά το επιχείρημα ότι ο έλεγχος της ειδικευμένης εκτάσεως και της παραδόσεως του συνόλου της παραγωγής προς αποξήρανση διενεργείται με επιτόπιους ελέγχους στους χώρους αποξηράνσεως και στους μεταποιητές, οι έλεγχοι δε αυτοί ενίοτε διενεργούνται σε όλους τους παραγωγούς που ζητούν αλλαγή χρήσεως και τα πορίσματα των ελέγχων διασταυρώνονται με τις αντίστοιχες αιτήσεις ενισχύσεως, αρκεί η διαπίστωση, στην οποία κατέληξε και η Επιτροπή, ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για όσα ισχυρίζεται, ούτε για τον αντίκτυπο της αναφερθείσας πρακτικής ως προς την τήρηση του κανόνα για ειδίκευση των αμπελοτεμαχίων του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1621/1999.
89      Το ίδιο συμπέρασμα πρέπει να αντληθεί ως προς το ότι οι έλεγχοι στους μεταποιητές διεξάγονται από εξουσιοδοτημένους ελεγκτές, βάσει των οδηγιών του ΟΠΕΚΕΠΕ σχετικά με την επιβολή κυρώσεων στους σταφιδοπαραγωγούς, στο πλαίσιο διοικητικών ελέγχων επί του 100 % των ανακοινώσεων, των συμβάσεων και των αιτήσεων ενισχύσεως, καθώς και επιτόπιων ελέγχων σε δείγμα 5 % των ποσοτήτων που έχουν ανακοινωθεί από τους μεταποιητές, καθώς και ως προς το ότι άλλοι υπάλληλοι έχουν πραγματοποιήσει ελέγχους διασταυρώσεως στοιχείων, προς διαπίστωση της ποιότητας της εργασίας των ελεγκτών και της πληρότητας των επιτόπιων ελέγχων. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το γεγονός ότι προβλέπονται οι έλεγχοι δεν σημαίνει ότι πραγματοποιήθηκαν. Εφόσον δεν υπάρχουν συναφώς αποδεικτικά στοιχεία, οι τυχόν διεξαχθείσες από τις ελληνικές αρχές διαδικασίες για την πραγματοποίηση των ελέγχων ή τα τυχόν υποτιθέμενα προσόντα των επιφορτισμένων με τον έλεγχο υπαλλήλων ουδόλως επηρεάζουν τις διαπιστώσεις της Επιτροπής όσον αφορά τον κίνδυνο της μη συμμορφώσεως προς τον κανόνα της ειδικεύσεως.
90      Όσον αφορά τις τυχόν απώλειες βάρους, τα προβληθέντα από την Ελληνική Δημοκρατία επιχειρήματα δεν αρκούν για να καταρρίψουν τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, εφόσον, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, ακόμα και αν υποτεθεί ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συνημμένα στο δικόγραφο της προσφυγής έγγραφα, τα έγγραφα αυτά αφορούν μόνον τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν στους μεταποιητές και, επομένως, μόνον αυτά δεν μπορούν να αποδείξουν ότι δεν υπήρχε κίνδυνος μη συμμορφώσεως με τον κανόνα της ειδικεύσεως, λαμβανομένης, μεταξύ άλλων, υπόψη της περιορισμένης κατανομής αποδόσεων των αμπελοτεμαχίων παραγωγής σουλτανίνας.
91      Όσον αφορά τον έλεγχο της χρήσεως των σταφυλιών, μολονότι η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή επέβαλε διόρθωση στη σταφίδα στηριζόμενη σε αναπόδεικτη και αβάσιμη αιτιολογία, διαπιστώνεται ότι δεν απέδειξε ότι οι Διευθύνσεις Αγροτικής Ανάπτυξης των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων ελέγχουν συστηματικά τη διακίνηση της σταφίδας, ιδίως βάσει στοιχείων από τη βάση πληρωμών. Οι διοικητικοί έλεγχοι και οι έλεγχοι διασταυρώσεως στοιχείων με τις αντίστοιχες αιτήσεις ενισχύσεως δεν επαρκούν, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, για να αποκλείσουν ή να μειώσουν τον κίνδυνο μη συμμορφώσεως με τον κανόνα της ειδικεύσεως, δεδομένου ότι αφορούν τεκμηρίωση σχετική με τις ποσότητες σταφίδας που έχουν δηλώσει οι φορείς εκμεταλλεύσεως, όπερ δεν επιτρέπει τον εντοπισμό των ποσοτήτων που τυχόν έχουν διοχετευτεί σε άλλον προορισμό. Εξάλλου, επισημαίνεται επίσης ότι, στην από 13 Σεπτεμβρίου 2007 ανακοίνωση της Επιτροπής, σημειώθηκε ότι, πρώτον, στον νομό Ηρακλείου, υπεύθυνος της Νομαρχίας ανέφερε ότι, για τους φορείς εκμεταλλεύσεως, οι δηλώσεις αποδόσεως συνιστούν αμελητέα διατύπωση, δημιουργώντας αμφιβολία για την αξιοπιστία των εν λόγω δηλώσεων, δεύτερον, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαπίστωσαν ότι δεν υπήρξαν έλεγχοι διασταυρώσεως στοιχείων με τις δηλώσεις των φορέων εκμεταλλεύσεως στον τομέα του οίνου και, τρίτον, ήταν αδύνατος ο έλεγχος των αποθεμάτων πολλών μεταποιητών, καθόσον δεν είχε διατηρηθεί κανένα μητρώο, όπερ ήταν δυνατό κατά την ελληνική εμπορική νομοθεσία.
92      Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να προβληθεί, όπως διατείνεται η Ελληνική Δημοκρατία, ότι τέθηκε σε εφαρμογή αξιόπιστο σύστημα ελέγχου το οποίο αποδεικνύεται από τα συνημμένα στο δικόγραφο της προσφυγής έγγραφα. Επομένως, ορθώς η Επιτροπή υποστήριξε, στην τελική θέση, ότι δεν ελήφθη υπόψη ο κίνδυνος μη συμμορφώσεως του συστήματος ελέγχου με τον κανόνα της ειδικεύσεως των αμπελοτεμαχίων του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1621/1999.
93      Σύμφωνα με τα όσα κρίθηκαν στις σκέψεις 49 έως 76 και 82 έως 92 ανωτέρω, προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί.
 Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του παραρτήματος 2 των κατευθυντηρίων οδηγιών, του παραρτήματος 17 του εγγράφου AGRI/17933/2000 και του εγγράφου AGRI/60637/2006, ελλιπή αιτιολογία, δυσανάλογο χαρακτήρα των διορθώσεων και υπέρβαση των ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής
 Διαπιστώσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής
94      Στην τελική θέση, η Επιτροπή στήριξε την εφαρμογή των ποσοστών διορθώσεως 25 % και 100 %, αφενός, στις διατάξεις των κατευθυντηρίων οδηγιών που αφορούν την πλήρη απουσία ή τον εξαιρετικά ελλιπή χαρακτήρα του συστήματος ελέγχου ενός κράτους μέλους, λαμβανομένων υπόψη των αποδεικτικών στοιχείων περί της αμέλειας στην καταπολέμηση των παράτυπων ή δόλιων πρακτικών, και, αφετέρου, στις διατάξεις περί του προσδιορισμού του ποσοστού δημοσιονομικής διορθώσεως σε ποσοστό υψηλότερο του 25 % όταν τούτο είναι προσήκον, η δε δαπάνη μπορεί μάλιστα να απορριφθεί εξ ολοκλήρου όταν οι παραλείψεις είναι αρκούντως σοβαρές ώστε να συνιστούν πλήρη παράβαση των κανόνων της Ένωσης και να καθιστούν παράτυπες όλες τις πληρωμές. Ανέφερε, επίσης, τις διατάξεις του εγγράφου AGRI/60637/2006 περί της αυξήσεως του ποσοστού δημοσιονομικής διορθώσεως σε περίπτωση υποτροπής.
95      H Επιτροπή έκρινε ότι, όσον αφορά την κορινθιακή σταφίδα, ήταν περιορισμένος ο κίνδυνος για τα Ταμεία, λαμβανομένης υπόψη της επιλεξιμότητας του είδους αυτού σταφίδας για δύο χωριστά καθεστώτα ενισχύσεως και του γεγονότος ότι στους ελέγχους που διενεργούνται στα σταφύλια που προορίζονται για αποξήρανση προστίθενται έλεγχοι στο καθεστώς ενισχύσεως του οίνου. Αντιθέτως, διαπίστωσε ότι η σουλτανίνα μπορεί να έχει τρεις χρήσεις και ο κίνδυνος διοχετεύσεως της παραγωγής προς την οινοποίηση ή την αγορά του νωπού σταφυλιού δεν καλυπτόταν καθόλου, το δε σύστημα ελέγχου δεν διασφάλιζε ότι η παραγωγή παραδιδόταν πράγματι προς ξήρανση, καθόσον δεν εξακριβωνόταν το βασικό κριτήριο επιλεξιμότητας του καθεστώτος ενισχύσεως, ήτοι η υποχρέωση ειδικεύσεως του αμπελοτεμαχίου (σημείο 4.3.5.1, στοιχείο α΄, της συνοπτικής εκθέσεως). H Επιτροπή τόνισε επίσης ότι η κατανομή των αποδόσεων της εσοδείας του 2006 για τη σουλτανίνα ήταν τεχνητώς περιορισμένη, ότι το πιο υψηλό επίπεδο παραγωγής προσέγγιζε τη μειωμένη ελάχιστη απόδοση και το 2,5 % των εκτάσεων είχε μέση απόδοση ανώτερη της ελάχιστης αποδόσεως. Εξάλλου, επισημάνθηκε ότι οι γραφικές απεικονίσεις των αποδόσεων είχαν καταρτιστεί από τις ελληνικές αρχές βάσει των εγκεκριμένων ανά εκμετάλλευση παραδόσεων, ενώ η επιλεξιμότητα για το καθεστώς ενισχύσεως διαπιστωνόταν ανά αμπελοτεμάχιο (σημείο 4.3.5.1, στοιχείο β΄, της συνοπτικής εκθέσεως).
96      Στην τελική θέση, η Επιτροπή εκτίμησε τη σοβαρότητα και την έκταση των παραβάσεων των ελληνικών αρχών από της απόψεως της μη συμμορφώσεως προς πέντε βασικούς ελέγχους, η οποία καθιστά το σύστημα ελέγχου εντελώς αναποτελεσματικό, καθώς και την υποβάθμιση της ποιότητας της διαχειρίσεως του καθεστώτος της ενισχύσεως και του περιβάλλοντος των ελέγχων μετά την προηγούμενη έρευνα, καθόσον είχε εφαρμοστεί μη δικαιολογημένη ενιαία μείωση σε όλες τις ποικιλίες σταφυλιών και σε όλους τους νομούς χωρίς να εφαρμοστούν τα διορθωτικά μέτρα και οι βελτιώσεις που απαιτούνταν από τις προηγούμενες έρευνες. Στη συνέχεια, η Επιτροπή ανέφερε τον τεχνητό χαρακτήρα της περιορισμένης κατανομής των αποδόσεων των φυτευμένων με σουλτανίνα αμπελοτεμαχίων, ο οποίος οφειλόταν ασφαλώς στη μείωση της ελάχιστης αποδόσεως, καθόσον μπορούσαν να έχουν λάβει χώρα ανταλλαγές μεταξύ εκμεταλλεύσεων. Επιπλέον, επισήμανε ότι η εσφαλμένη ερμηνεία του κανόνα ειδικεύσεως των αμπελοτεμαχίων από τις ελληνικές αρχές έπρεπε να εξετασθεί από κοινού με το γεγονός ότι η σουλτανίνα έχει τρεις πιθανές χρήσεις. Κατά την Επιτροπή, η εφαρμογή του καθεστώτος ενισχύσεως παρείχε στους παραγωγούς οι οποίοι δήλωναν ποσότητες ανερχόμενες ή υπερβαίνουσες ελάχιστα τη μειωμένη ελάχιστη απόδοση τη δυνατότητα να ζητήσουν την ενίσχυση και να διοχετεύσουν όλη την πλεονάζουσα παραγωγή προς την αγορά των νωπών προϊόντων ή την οινοποίηση. Κατά την Επιτροπή, τέτοιου είδους στοιχεία δείχνουν σαφώς ότι ο κίνδυνος της μη συμμορφώσεως προς την κανονιστική ρύθμιση στην περίπτωση της σουλτανίνας ήταν εξαιρετικά υψηλός και κάλυπτε τη συντριπτική πλειοψηφία των παραδόσεων. Καθόσον δεν μπορούσε να υπολογίσει επακριβώς τον κίνδυνο για τα Ταμεία, η Επιτροπή εφάρμοσε διόρθωση 100 % ως προς τη σουλτανίνα. Η Επιτροπή απέρριψε όλα τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι ελληνικές αρχές όσον αφορά την ύπαρξη ελέγχων διασταυρώσεως στοιχείων με τους τομείς του οίνου και του νωπού σταφυλιού, καθόσον δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί των ελέγχων αυτών κατά τη διάρκεια διοικητικής διαδικασίας (σημείο 2.2 της τελικής θέσεως).
 Όσον αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση 100 % σχετικά με τη σουλτανίνα
–       Επιχειρήματα των διαδίκων
97      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι διόρθωση 100 % επιβάλλεται μόνον όταν το υφιστάμενο σύστημα ελέγχου δεν έχει καμία σχέση με την ισχύουσα νομοθεσία της Ένωσης, δεν λαμβάνει υπόψη τα ουσιώδη στοιχεία του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεως και τους σκοπούς του και, ως εκ της φύσεώς του, δεν καθιστά δυνατό τον εντοπισμό των πρακτικών των επιχειρηματιών, οι οποίοι καταστρατηγούν ή χρησιμοποιούν δολίως τα ουσιώδη αυτά στοιχεία, με συνέπεια να υφίσταται ο κίνδυνος να είναι παράτυπες όλες οι πριμοδοτήσεις που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο του εν λόγω καθεστώτος ενισχύσεως.
98      Οι πλημμέλειες που επισημαίνονται με τη συνοπτική έκθεση αφορούν τους βασικούς ελέγχους και δεν δικαιολογούν διόρθωση σε ποσοστό 100 %. Συγκεκριμένα, οι διαπιστώσεις της Επιτροπής σχετικά με τη μείωση της ελάχιστης αποδόσεως, την απαίτηση ειδικεύσεως των αμπελοτεμαχίων, τις πραγματικές αποδόσεις των αμπελώνων και τις πραγματικές παραδόσεις προϊόντων προοριζόμενων για αποξήρανση προκύπτουν από τη μη διεξαγωγή των τριών βασικών ελέγχων για τους οποίους γίνεται λόγος στο παράρτημα 17 του εγγράφου AGRI/17933/2000, που δεν συνεπάγεται υψηλό κίνδυνο εκτεταμένων απωλειών για το Ταμείο και δικαιολογεί κατ’ αποκοπή διόρθωση 5 ή 10 %. Η Ελληνική Δημοκρατία επισημαίνει ότι, καίτοι η Επιτροπή κάνει λόγο για την αναποτελεσματικότητα του συστήματος ελέγχου και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος διαχειρίσεως και ελέγχου, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη συστήματος ξένου προς το καθεστώς ενισχύσεως ώστε να δικαιολογείται διόρθωση με ποσοστό 100 %.
99      Κατά την άποψη της Ελληνικής Δημοκρατίας, οι διαπιστώσεις της Επιτροπής δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την επιβολή διορθώσεως 25 %, καθώς δεν διαπιστώθηκε απουσία συστήματος ελέγχου στον τομέα της σταφίδας ούτε υπάρχουν ενδείξεις εκτεταμένων ανωμαλιών, αμέλειας ή ανοχής παράτυπων πρακτικών. Αντιθέτως, στο πλαίσιο του καθεστώτος ενισχύσεως στη σταφίδα διενεργούνται όλοι οι βασικοί και επικουρικοί έλεγχοι που προβλέπονται από τον κανονισμό 1621/1999. Η επιλεξιμότητα των ειδικευμένων αμπελοτεμαχίων διασφαλίζεται με τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων. Με τους ελέγχους της διασταυρώσεως στοιχείων που διενεργούνται στα οινοποιεία και στα συσκευαστήρια επιτραπέζιων σταφυλιών ελέγχεται τυχόν διοχέτευση του προϊόντος σε άλλη χρήση. Οι επιμέρους αδυναμίες του συστήματος ελέγχου που διαπιστώθηκαν από την Επιτροπή δεν αναιρούν την ύπαρξη αξιόπιστου και λειτουργικού συστήματος ελέγχου.
100    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, ακόμα και αν γίνουν δεκτές οι διαπιστώσεις της Επιτροπής, οι επισημανθείσες σοβαρές πλημμέλειες ελέγχου και ενδείξεις δόλιων πρακτικών δικαιολογούν επιβολή ποσοστού διορθώσεως 25 %.
101    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η προσαύξηση του ποσοστού διορθώσεως από 25 σε 100 % ήταν αυθαίρετη, διότι δεν ήταν ανάλογη προς τις διαπιστωθείσες πλημμέλειες ούτε ειδικά αιτιολογημένη, βάσει διαπιστώσεων περί σοβαρότερων παραβάσεων σε σχέση με την κατάσταση λόγω της οποίας επιβλήθηκε η προηγούμενη διόρθωση, και παραβιάζει τις κατευθυντήριες οδηγίες, δεδομένου ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε στο έγγραφο AGRI/60637/2006, προκειμένου να δικαιολογήσει την προσαύξηση του ποσοστού διορθώσεως που είχε επιβάλει κατά το παρελθόν, το οποίο δεν τηρεί τις τεθείσες με τις κατευθυντήριες οδηγίες προϋποθέσεις.
102    Η Ελληνική Δημοκρατία επισημαίνει ότι η συνοπτική έκθεση που είναι συνημμένη στην απόφαση με την οποία επιβάλλεται δημοσιονομική διόρθωση 25 % για την περίοδο εσοδείας 2005/2006 για τη σουλτανίνα περιέχει τις ίδιες διαπιστώσεις όσον αφορά τις αδυναμίες στους βασικούς ελέγχους και τη σημασία των διαπιστωθεισών πλημμελειών για τους πόρους του Ταμείου με αυτές της προκειμένης υποθέσεως, και μάλιστα οι τότε διαπιστωθείσες πλημμέλειες ήταν σοβαρότερες. Επομένως, η αιτιολογία που παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, προς δικαιολόγηση της κατά 75 % προσαυξήσεως σε σχέση με την προηγούμενη διόρθωση, είναι διττώς αντιφατική, εφόσον, αφενός, ο κίνδυνος απωλειών για το Ταμείο είναι μικρότερος ή, έστω, ίσης σημασίας σε σχέση με τον κίνδυνο που διαπιστώθηκε για την περίοδο εσοδείας 2005/2006 και, αφετέρου, η Επιτροπή αναφέρει στο υπόμνημα αντικρούσεως ότι η προσαύξηση δεν στηρίχθηκε στην υποτροπή, αλλά δικαιολογείται ούτως ή άλλως λόγω υποτροπής.
103    Κατά την άποψη της Ελληνικής Δημοκρατίας, η μη λήψη διορθωτικών μέτρων δεν δικαιολογεί την προσαύξηση του ποσοστού διορθώσεως από 25 σε 100 %, το οποίο είναι δυσανάλογο ποσοστό, όπως τόνισε το όργανο συμβιβασμού, καθώς η Επιτροπή ενέμεινε στο ποσοστό αυτό, χωρίς να παραθέσει κανένα στοιχείο που να αιτιολογεί τη διατήρησή του· η δε επιβολή του ποσοστού διορθώσεως πρέπει να διαβαθμίζεται ανάλογα με τη σοβαρότητα των πραγματικών περιστατικών.
104    Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας.
–       Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
105    Οι κατευθυντήριες οδηγίες, βάσει των οποίων επιβλήθηκαν οι διορθώσεις, παρέχουν, μεταξύ άλλων, κατευθύνσεις για την επιβολή κατ’ αποκοπή διορθώσεων, το ύψος των οποίων εξαρτάται από τη σημασία του ελέγχου που παρέλειψε να διενεργήσει το κράτος μέλος και από τον κίνδυνο που συνεπάγεται η παράλειψη αυτή όσον αφορά τους λογαριασμούς των Ταμείων (απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, T‑344/05, Ελλάδα κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 191).
106    Υπενθυμίζεται συναφώς η νομολογία κατά την οποία το οικείο θεσμικό όργανο, θεσπίζοντας κανόνες διοικητικής συμπεριφοράς που σκοπούν να παραγάγουν εξωτερικά αποτελέσματα και αναγγέλλοντας με τη δημοσίευσή τους ότι θα τους εφαρμόζει πλέον στις περιπτώσεις τις οποίες αφορούν οι κανόνες αυτοί, αυτοπεριορίζεται στην άσκηση της εξουσίας του εκτιμήσεως και δεν μπορεί να αποκλίνει από τους κανόνες αυτούς, άλλως θα του επιβληθούν, ενδεχομένως, κυρώσεις λόγω παραβιάσεως γενικών αρχών του δικαίου, όπως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, της αρχής της ασφάλειας δικαίου ή της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Δεν μπορεί συνεπώς να αποκλεισθεί ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και ανάλογα με το περιεχόμενό τους, οι εν λόγω κανόνες συμπεριφοράς που είναι γενικής ισχύος μπορούν να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα αποκλίνουν από τους κανόνες της Συνθήκης (βλ. απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 105 ανωτέρω, σκέψη 192 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
107    Επιπλέον, δεν υφίσταται αμφιβολία ότι οι κατευθυντήριες οδηγίες σκοπούν να οργανώσουν και να καταστήσουν πιο διαφανή έναντι των κρατών μελών την πρακτική της Επιτροπής όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την επιβολή των κατ’ αποκοπή διορθώσεων σε περιπτώσεις πλημμελειών κατά τους ελέγχους. Η Επιτροπή, εξάλλου, διαβεβαίωσε σαφώς ότι επρόκειτο να εφαρμόζει τις κατευθυντήριες οδηγίες στις «μελλοντικές αποφάσεις περί δαπανών που αποκλείονται από την κοινοτική χρηματοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, [στοιχείο] γ΄, του κανονισμού [(ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής» (EE ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), κανονισμός που αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό 1258/1999]» (σ. 2 των κατευθυντήριων οδηγιών) (απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 105 ανωτέρω, σκέψη 193).
108    Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας της να αποφασίζει ποιες δαπάνες θα αποκλείονται από τη χρηματοδότηση της Ένωσης λόγω πλημμελειών κατά τους ελέγχους που διενεργούν τα κράτη μέλη, η Επιτροπή αυτοπεριορίσθηκε με τις κατευθυντήριες οδηγίες της και δεν μπορεί να αποκλίνει από αυτές, άλλως θα παραβιάσει ορισμένες γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη που είναι αποδέκτες των κατευθυντηρίων αυτών οδηγιών δύνανται να τις αντιτάξουν στην Επιτροπή σε περίπτωση λήψεως από την Επιτροπή μέτρων που αντιβαίνουν σ’ αυτές (απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 105 ανωτέρω, σκέψη 194).
109    Οι κατευθυντήριες οδηγίες ορίζουν ως εξής τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δικαιολογείται η επιβολή ποσοστού διορθώσεως 25 % ή και μεγαλύτερου:
«Σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος δεν εφαρμόζει καθόλου ή εφαρμόζει όλως πλημμελώς το σύστημα ελέγχου, αποδεικνύεται ότι οι παρατυπίες είναι όλως συχνές και ότι η καταπολέμηση των παράτυπων και δόλιων πρακτικών είναι πλημμελής, πρέπει να επιβάλλεται διόρθωση ύψους 25 %, καθόσον ευλόγως μπορεί να συναχθεί ότι η ελευθερία υποβολής απαράδεκτων αιτήσεων άνευ κυρώσεων μπορεί να προκαλέσει [στα Ταμεία] εξαιρετικά υψηλές απώλειες. Εφόσον παρίσταται ανάγκη, μπορεί να επιβληθεί ακόμη μεγαλύτερη διόρθωση ή και να απορριφθεί συνολικά η αίτηση χρηματοδοτήσεως της δαπάνης, σε περίπτωση κατά την οποία οι πλημμέλειες είναι αρκούντως σοβαρές ώστε να συνιστούν παντελή αθέτηση της υποχρεώσεως τηρήσεως των κοινοτικών κανόνων και να καθιστούν όλες τις πληρωμές παράτυπες.»
110    Επομένως, το γεγονός ότι «σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος δεν εφαρμόζει καθόλου ή εφαρμόζει ιδιαιτέρως πλημμελώς το σύστημα ελέγχου, αποδεικνύεται ότι οι παρατυπίες είναι ιδιαιτέρως συχνές και ότι η καταπολέμηση των παράτυπων και δόλιων πρακτικών είναι πλημμελής» δεν δικαιολογεί αφεαυτού την επιβολή διορθώσεως ύψους 100 % (απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 105 ανωτέρω, σκέψη 196).
111    Η επιβολή διορθώσεως σε ποσοστό υψηλότερο του 25 % προϋποθέτει ότι έχει αποδειχθεί η ύπαρξη σοβαρότερων περιστάσεων σε σχέση με την κατάσταση που δικαιολογεί την επιβολή διορθώσεως ύψους 25 %. Ένας τέτοιος μηχανισμός προϋποθέτει επιπλέον την ύπαρξη διαβαθμίσεως κατά την επιβολή του ποσοστού της διορθώσεως, αναλόγως της σοβαρότητας των πραγματικών περιστατικών, η δε εφαρμογή διορθώσεως ύψους μεγαλύτερου του 25 % πρέπει να δικαιολογείται ειδικώς, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η κατανόηση των λόγων βάσει των οποίων αποφασίσθηκε η επιβολή του συγκεκριμένου ποσοστού διορθώσεως από την Επιτροπή (απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 105 ανωτέρω, σκέψη 197).
112    Από τη νομολογία προκύπτει ότι διόρθωση ύψους 100 % επιβάλλεται οσάκις το υφιστάμενο σύστημα ελέγχου δεν έχει καμία σχέση με την ισχύουσα νομοθεσία της Ένωσης, δεν λαμβάνει υπόψη τα ουσιώδη στοιχεία του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεως και τους σκοπούς του και, ως εκ της φύσεώς του, δεν καθιστά δυνατό τον εντοπισμό των πρακτικών των οικείων επιχειρήσεων, οι οποίες καταστρατηγούν ή χρησιμοποιούν δολίως τα ουσιώδη αυτά στοιχεία. Οι πλημμέλειες αυτές κατά τους ελέγχους ενέχουν συνεπώς τον κίνδυνο να είναι παράτυπο το σύνολο των πριμοδοτήσεων που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων. Ως εκ τούτου, οι πλημμέλειες αυτές, λόγω των δημοσιονομικών συνεπειών που έχουν όσον αφορά τους πόρους των Ταμείων, ισοδυναμούν με παρεμβάσεις εκτός του καθεστώτος ενισχύσεως της Ένωσης (απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 105 ανωτέρω, σκέψη 200).
113    Υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων αυτών πρέπει να εξεταστεί η αιτίαση της Ελληνικής Δημοκρατίας που στρέφεται κατά της εφαρμογής δημοσιονομικής διορθώσεως 100 % σε ενισχύσεις που καταβλήθηκαν στην καλλιέργεια σουλτανίνας που προορίζεται για ξήρανση.
114    Πρώτον, πρέπει να δοθεί απάντηση στα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με την τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως όσον αφορά την εφαρμογή ποσοστού διορθώσεως υπερβαίνοντος το 25 %. Επί του σημείου αυτού, η Ελληνική Δημοκρατία επικρίνει την προσβαλλόμενη απόφαση για δύο λόγους: η προσαύξηση του ποσοστού διορθώσεως δεν ήταν ειδικώς αιτιολογημένη βάσει διαπιστώσεων περί σοβαρότερων παραβάσεων σε σχέση με την κατάσταση λόγω της οποίας επιβλήθηκε η προηγούμενη διόρθωση· η δικαιολόγηση της προσαυξήσεως κατά 75 % σε σχέση με την προηγούμενη διόρθωση είναι διττώς αντιφατική, εφόσον, αφενός, ο κίνδυνος απωλειών για το Ταμείο είναι μικρότερος ή, έστω, ίσης σημασίας σε σχέση με τον κίνδυνο που διαπιστώθηκε για την περίοδο εσοδείας 2005/2006 και, αφετέρου, η Επιτροπή αναφέρει ότι η προσαύξηση δεν στηρίχθηκε στην υποτροπή, αλλά δικαιολογείται ούτως ή άλλως λόγω υποτροπής.
115    Πρώτον, το επιχείρημα που αφορά την υποχρέωση ειδικής αιτιολογήσεως επαναλαμβάνει την απαίτηση που τέθηκε με την απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 105 ανωτέρω (σκέψη 197).
116    Ωστόσο, από την τελική θέση προκύπτει ότι η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Ελληνική Δημοκρατία ότι το επίπεδο της δημοσιονομικής διορθώσεως σχετικά με τις ενισχύσεις που καταβλήθηκαν στην καλλιέργεια σουλτανίνας εξηγείται από τη σοβαρότητα και την έκταση των διαπιστωθεισών παραβάσεων που αφορούν τη συμμόρφωση προς πέντε βασικούς ελέγχους, η οποία καθιστά το σύστημα ελέγχου εντελώς αναποτελεσματικό, καθώς και την υποβάθμιση της ποιότητας της διαχειρίσεως του καθεστώτος της ενισχύσεως και του περιβάλλοντος των ελέγχων μετά την προηγούμενη έρευνα. Η Επιτροπή δικαιολογεί τις εν λόγω εκτιμήσεις λόγω της εφαρμογής από τις ελληνικές αρχές μη δικαιολογημένης ενιαίας μειώσεως σε όλες τις ποικιλίες σταφυλιών και σε όλους τους νομούς χωρίς να τεθούν σε εφαρμογή τα διορθωτικά μέτρα και οι βελτιώσεις που απαιτούνται από τις προγενέστερες έρευνες. Η Επιτροπή τόνισε επίσης, αφενός, τον τεχνητό χαρακτήρα της περιορισμένης κατανομής των αποδόσεων των αμπελουργικών εκτάσεων με σουλτανίνα, η οποία οφείλεται ασφαλώς στη μείωση της ελάχιστης αποδόσεως, από τις ανταλλαγές παραδόσεων οι οποίες μπόρεσαν να λάβουν χώρα μεταξύ εκμεταλλεύσεων, και, αφετέρου, από εσφαλμένη ερμηνεία του κανόνα της ειδικεύσεως των αμπελοτεμαχίων από τις ελληνικές αρχές καθώς και το γεγονός ότι η σουλτανίνα έχει τρεις πιθανές χρήσεις. Κατά την Επιτροπή, η εφαρμογή του καθεστώτος ενισχύσεως παρέχει στους παραγωγούς που δηλώνουν ποσότητες ανερχόμενες ή υπερβαίνουσες ελάχιστα τη μειωμένη ελάχιστη απόδοση τη δυνατότητα να ζητήσουν την ενίσχυση και να διοχετεύσουν όλη την πλεονάζουσα παραγωγή προς την αγορά των νωπών προϊόντων ή την οινοποίηση (σημείο 2.2 της τελικής θέσεως).
117    Υπό τις περιστάσεις αυτές, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε ειδικώς τους λόγους που την οδήγησαν στην προσαύξηση του ποσοστού δημοσιονομικής διορθώσεως μέχρι 100 %.
118    Δεύτερον, το επιχείρημα που αντλείται από αντίφαση του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί.
119    Όσον αφορά το γεγονός ότι ο κίνδυνος απωλειών για τα Ταμεία είναι μικρότερος ή, το πολύ, ίσος με αυτόν που διαπιστώθηκε για την περίοδο εσοδείας 2005/2006, πρόκειται για επιχείρημα στρεφόμενο κατά της βασιμότητας του επιπέδου της δημοσιονομικής διορθώσεως, καθόσον στηρίχθηκε στη σύγκριση στην οποία προέβη η Ελληνική Δημοκρατία μεταξύ των διαπιστώσεων της Επιτροπής στις δύο αποφάσεις με τις οποίες επιβλήθηκε δημοσιονομική διόρθωση για δύο διαφορετικές περιόδους εσοδείας και όχι σε εσωτερική αντίφαση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση δικαιολογεί την εφαρμογή ποσοστού δημοσιονομικής διορθώσεως υψηλότερου του προηγουμένως εφαρμοσθέντος ποσοστού με την αιτιολογία ότι η ποιότητα της διαχειρίσεως του καθεστώτος της ενισχύσεως και του περιβάλλοντος των ελέγχων υποβαθμίστηκε μετά την προηγούμενη έρευνα, εφόσον η Ελληνική Δημοκρατία εφάρμοσε, για την περίοδο εσοδείας 2006/2007, ενιαίο ποσοστό μειώσεως της ελάχιστης αποδόσεως, ανεξαρτήτως των οικείων ποικιλιών σταφυλιών και την τοποθεσία των αμπελοτεμαχίων. Σημειώθηκε επίσης ότι τα διορθωτικά μέτρα και οι βελτιώσεις των διαδικασιών που απαιτούνται από τις προγενέστερες έρευνες δεν είχαν εφαρμοστεί (σημείο 2.2 της τελικής θέσεως).
120    Όσον αφορά τα φερόμενα ως αντιφατικά γραπτά υπομνήματα της Επιτροπής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στην τελική θέση διευκρινίζονται τα στοιχεία που προκύπτουν από το έγγραφο AGRI/60637/2006 περί της υποτροπής και το αυτό ισχύει για τη συνοπτική έκθεση (σημείο 2.2 της τελικής θέσεως και σημείο 4.3.3.1 της συνοπτικής εκθέσεως). Περαιτέρω, η Επιτροπή έλαβε κατ’ ανάγκη υπόψη της την υποτροπή αφού διαπίστωσε, στην τελική θέση, ότι οι ελληνικές αρχές δεν είχαν θέσει σε εφαρμογή τα διορθωτικά μέτρα και τις βελτιώσεις των διαδικασιών που απαιτούνται από τις προγενέστερες έρευνες. Επομένως, το επιχείρημα που στηρίζεται στις προβαλλόμενες αντιφάσεις των γραπτών υπομνημάτων της Επιτροπής περί της εφαρμογής ή της μη εφαρμογής των σχετικών διατάξεων είναι ανακριβές.
121    Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι πλημμέλειες που επισημαίνονται με τη συνοπτική έκθεση αφορούν αποκλειστικώς τρεις βασικούς ελέγχους και δεν δικαιολογούν διόρθωση σε ποσοστό 100 % υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η παρατεθείσα στην ανωτέρω σκέψη 112 νομολογία. Τέτοιου είδους πλημμέλειες δεν συνεπάγονται υψηλό κίνδυνο εκτεταμένων απωλειών για τα Ταμεία και θα δικαιολογούσαν ποσοστό κατ’ αποκοπή διορθώσεως 5 ή 10 %. Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, από την αναποτελεσματικότητα του συστήματος ελέγχου και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος διαχειρίσεως και ελέγχου, για τις οποίες κάνει λόγο η Επιτροπή, δεν προκύπτει η ύπαρξη συστήματος ξένου προς το καθεστώς ενισχύσεως ώστε να δικαιολογείται διόρθωση με ποσοστό 100 %.
122    Πρέπει να υπομνησθεί ότι διόρθωση ύψους 100 % επιβάλλεται οσάκις το υφιστάμενο σύστημα ελέγχου δεν έχει καμία σχέση με τη συναφή κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης, δεν λαμβάνει υπόψη τα ουσιώδη στοιχεία του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεως και τους σκοπούς του και, ως εκ της φύσεώς του, δεν καθιστά δυνατό τον εντοπισμό των πρακτικών των οικείων επιχειρήσεων, οι οποίες καταστρατηγούν ή χρησιμοποιούν καταχρηστικώς τα ουσιώδη αυτά στοιχεία. Οι πλημμέλειες αυτές κατά τους ελέγχους ενέχουν συνεπώς τον κίνδυνο να είναι παράτυπο το σύνολο των πριμοδοτήσεων που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεως. Ως εκ τούτου, οι πλημμέλειες αυτές, λόγω των δημοσιονομικών συνεπειών που έχουν όσον αφορά τους πόρους των Ταμείων, ισοδυναμούν με παρεμβάσεις εκτός του καθεστώτος ενισχύσεως της Ένωσης (απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 105 ανωτέρω, σκέψη 200).
123    Συνεπώς, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι η επιβολή δημοσιονομικής διορθώσεως 100 % δεν δικαιολογείται τόσο από τις πλημμέλειες κατά την εφαρμογή ορισμένων βασικών ελέγχων όσο από το ότι δεν ελήφθησαν υπόψη ουσιώδη στοιχεία του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεως και οι σκοποί του. Περί αυτού επρόκειτο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 2009, T-259/05, Ισπανία κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 181 έως 185), στην οποία διαπιστώθηκε ότι οι ισπανικές αρχές δεν εφάρμοσαν το σύστημα ελέγχου των ενισχύσεων στην παραγωγή του κλωστικού λίνου στο πλαίσιο απάτης σε μεγάλη κλίμακα που συνίστατο, κυρίως, σε συστηματικές ψευδείς δηλώσεις των μεταποιημένων ποσοτήτων κλωστικού λίνου και σε καταχρηστικές πρακτικές συνιστάμενες σε παραγωγή λίνου άνευ εμπορικής χρησιμότητας. Περί αυτού επρόκειτο επίσης στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 9ης Απριλίου 2008, T‑364/04, Ελλάδα κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 31 έως 39), στην οποία διαπιστώθηκε ότι οι παραγωγοί ροδάκινων καταστρατηγούσαν την υποχρέωση παραδόσεως σε ελάχιστη τιμή παραδίδοντας μεν ποσότητες στους μεταποιητές στην τιμή αυτή, αλλά πραγματοποιώντας και παραδόσεις εκτός της κανονιστικής ρυθμίσεως σε χαμηλότερη και μάλιστα σε μηδενική τιμή. Η μη πλήρωση της ή των ουσιαστικών προϋποθέσεων της χορηγήσεως ενισχύσεως δικαιολογεί τον αποκλεισμό του συνόλου των δαπανών (απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 105 ανωτέρω, σκέψη 203).
124    Εν προκειμένω, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η μειωμένη ελάχιστη απόδοση, καθορισθείσα με ενιαίο τρόπο για όλες τις ποικιλίες σταφυλιών που προορίζονται για ξήρανση και για όλους τους νομούς όπου καλλιεργούνται, κατέστησε δυνατό σε όλους τους παραγωγούς σουλτανίνας να τηρήσουν την υποχρέωση αποδόσεως, ενώ ο λόγος για τον οποίο αποφασίστηκε η μειωμένη ελάχιστη απόδοση, ήτοι η ύπαρξη φυσικών καταστροφών, ουδόλως αποδείχθηκε. Η Επιτροπή διαπίστωσε επίσης ότι η ερμηνεία του κανόνα της ειδικεύσεως των αμπελοτεμαχίων από τις ελληνικές αρχές, δηλαδή ότι ο κανόνας αυτός εφαρμοζόταν μέχρι του ύψους της μειωμένης ελάχιστης αποδόσεως, έδινε τη δυνατότητα, ελλείψει ελέγχων διασταυρώσεως στοιχείων, διοχετεύσεως όλης της πλεονάζουσας παραγωγής προς άλλες χρήσεις πλην της αποξηράνσεως. Με τις δύο αυτές αιτιάσεις, η Επιτροπή τόνισε ότι το σύστημα ελέγχου της παραγωγής της σουλτανίνας που προορίζεται για ξήρανση δεν λαμβάνει υπόψη ένα ουσιώδες στοιχείο του καθεστώτος ενισχύσεων για την παραγωγή αυτή, τον κανόνα ειδικεύσεως των αμπελοτεμαχίων, και δεν επιτρέπει τον εντοπισμό των πρακτικών των επιχειρηματιών που καταστρατηγούν ή χρησιμοποιούν δολίως το ουσιώδες αυτό στοιχείο (βλ., συναφώς, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 105 ανωτέρω, σκέψη 200). Ένα τέτοιο αποτέλεσμα κατέστη δυνατό με την εφαρμογή από τις ελληνικές αρχές ενιαίου ποσοστού μειώσεως 50 % της ελάχιστης αποδόσεως.
125    Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπόρεσε να κλονίσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, οι οποίες εκτίθενται στη σκέψη 124 ανωτέρω, με τα επιχειρήματα που ανέπτυξε προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψεις 56 έως 76 και 82 έως 92 ανωτέρω), πρέπει να κριθεί, λαμβανομένων υπόψη των προαναφερθέντων, ότι ορθώς η Επιτροπή εφάρμοσε δημοσιονομική διόρθωση 100 % σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες, τα δε συνοψισθέντα στη σκέψη 121 ανωτέρω επιχειρήματα πρέπει, ακολούθως, να απορριφθούν.
126    Επομένως, παρέλκει να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του αν, λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων της Επιτροπής, η Επιτροπή όφειλε να επιβάλει δημοσιονομική διόρθωση 25 % ή χαμηλότερου ποσοστού, εφόσον προκύπτει από όσα κρίθηκαν ανωτέρω ότι ορθώς η Επιτροπή εφάρμοσε δημοσιονομική διόρθωση ποσοστού 100 %.
127    Όσον αφορά την επιχειρηματολογία με την οποία η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η αύξηση του ποσοστού διορθώσεως από 25 σε 100 % ήταν αυθαίρετη και η προσαύξηση δεν ήταν ανάλογη προς τις διαπιστωθείσες πλημμέλειες, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες και τη νομολογία που παρατέθηκε στη σκέψη 112 ανωτέρω, διαπιστώθηκε ότι η Επιτροπή απέδειξε, αφενός, ότι το σύστημα ελέγχου της παραγωγής σουλτανίνας που προορίζεται για ξήρανση δεν λαμβάνει υπόψη ένα ουσιαστικό στοιχείο του καθεστώτος ενισχύσεων για την παραγωγή αυτή, τον κανόνα ειδικεύσεως των αμπελοτεμαχίων, όπερ δεν επιτρέπει τον εντοπισμό των πρακτικών των επιχειρηματιών που καταστρατηγούν ή χρησιμοποιούν δολίως το ουσιώδες αυτό στοιχείο, και, αφετέρου, ότι το αποτέλεσμα αυτό κατέστη δυνατό με την εφαρμογή από τις ελληνικές αρχές ενιαίου ποσοστού μειώσεως 50 % της ελάχιστης αποδόσεως (βλ. σκέψη 124 ανωτέρω). Το επιχείρημα που αντλείται από τον αυθαίρετο χαρακτήρα της προσαυξήσεως του ποσοστού διορθώσεως το οποίο στηρίζεται στη μη τήρηση των κατευθυντήριων οδηγιών είναι ανακριβές καθόσον, αντιθέτως, η εν προκειμένω εφαρμοσθείσα δημοσιονομική διόρθωση 100 % θέτει σε εφαρμογή τις κατευθυντήριες οδηγίες. Όσον αφορά τον δυσανάλογο χαρακτήρα της προσαυξήσεως 75 % της διορθώσεως που εφαρμόστηκε στις ενισχύσεις που καταβλήθηκαν στην καλλιέργεια της προοριζόμενης για ξήρανση σουλτανίνας σε σχέση με την έρευνα για την περίοδο εσοδείας 2005/2006, προκύπτει σαφώς από τη δικογραφία, ιδιαίτερα από την τελική θέση της Επιτροπής και τη συνοπτική έκθεση, ότι η προσαύξηση αυτή στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά ιδιαίτερης σοβαρότητας σε σχέση με τις πραγματοποιηθείσες κατά τις προγενέστερες έρευνες διαπιστώσεις. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 116 ανωτέρω, η Επιτροπή ορθώς διαπίστωσε ότι οι ελληνικές αρχές είχαν εφαρμόσει μη δικαιολογημένη ενιαία μείωση σε όλες τις ποικιλίες σταφυλιών και σε όλους τους νομούς τους οποίους αφορά η παραγωγή αυτή, χωρίς να τεθούν σε εφαρμογή τα διορθωτικά μέτρα και οι βελτιώσεις που απαιτούνταν βάσει των προγενέστερων ερευνών, όπερ κατέληξε στο ότι όλοι οι παραγωγοί σουλτανίνας των οικείων νομών ήσαν επιλέξιμοι για το καθεστώς ενισχύσεως, η δε διαπίστωση αυτή προέκυψε από την περιορισμένη κατανομή των αποδόσεων των αμπελοτεμαχίων με σουλτανίνα. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης την εκ μέρους των ελληνικών αρχών εσφαλμένη ερμηνεία του κανόνα της ειδικεύσεως των αμπελοτεμαχίων και, καθόσον η σουλτανίνα έχει τρεις χρήσεις, η εφαρμογή του καθεστώτος ενισχύσεως παρέχει στους παραγωγούς, οι οποίοι δηλώνουν ποσότητες ανερχόμενες ή υπερβαίνουσες ελάχιστα τη μειωμένη ελάχιστη απόδοση, τη δυνατότητα να ζητήσουν την ενίσχυση και να διοχετεύσουν όλη την πλεονάζουσα παραγωγή στην αγορά των νωπών προϊόντων ή την οινοποίηση. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, το επιχείρημα ως προς τον δυσανάλογο χαρακτήρα της δημοσιονομικής διορθώσεως 100 % πρέπει να απορριφθεί.
128    Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί στον βαθμό κατά τον οποίο στρέφεται κατά της δημοσιονομικής διορθώσεως που αφορά την παραγωγή της προοριζόμενης για ξήρανση σουλτανίνας.
 Όσον αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση 25 % που αφορά την κορινθιακή σταφίδα
–       Επιχειρήματα των διαδίκων
129    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο λαμβάνουσα υπόψη μεγαλύτερο αριθμό πλημμελειών από αυτές που επισημάνθηκαν με τη συνοπτική έκθεση και αποδεχόμενη τις ίδιες πλημμέλειες στους βασικούς ελέγχους μόνον για τη σουλτανίνα. Βάσει των πλημμελειών που πράγματι διαπιστώθηκαν, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει ότι δεν δικαιολογείται ποσοστό διορθώσεως υψηλότερο του 5 ή του 10 %. Η Επιτροπή αναγνωρίζει, με το υπόμνημα αντικρούσεως, ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις επιβολής ποσοστού διορθώσεως 25 %.
130    Η Ελληνική Δημοκρατία τονίζει ότι, όσον αφορά την αιτίαση περί μειώσεως της ελάχιστης αποδόσεως, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διαπιστωθείσες πραγματικές αποδόσεις και, όσον αφορά την αιτίαση περί ειδικεύσεως των αγροτεμαχίων, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του καθεστώτος για τον οίνο, διά των οποίων αντιμετωπίζεται ο κίνδυνος διοχετεύσεως προϊόντων προς την οινοποίηση, στοιχεία τα οποία ανατρέπουν τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η συνοπτική έκθεση περί υποβαθμίσεως του περιβάλλοντος διαχειρίσεως και ελέγχου.
131    Τέλος, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι η επιβολή διορθώσεως στην κορινθιακή σταφίδα σε ποσοστό 25 % προκύπτει από εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κατευθυντήριων οδηγιών, στηρίζεται δε σε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το επιλεγέν ποσοστό διορθώσεως και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, διότι το επιβληθέν ποσοστό είναι δυσανάλογο προς τις διαπιστωθείσες πλημμέλειες.
132    Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας.
–       Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
133    Κατά πρώτο λόγο, από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι η διόρθωση 25 % που εφαρμόστηκε στις ενισχύσεις οι οποίες καταβλήθηκαν στην καλλιέργεια της κορινθιακής σταφίδας που προορίζεται για ξήρανση δικαιολογείται, εν μέρει, μεμονωμένα από την εφαρμοσθείσα στην καλλιέργεια σουλτανίνας διόρθωση και, εν μέρει, από κοινού με αυτήν.
134    Πρώτον, παρατηρείται ότι από την κατανομή των αποδόσεων για την περίοδο εσοδείας 2006/2007 προκύπτει ότι η μειωμένη ελάχιστη απόδοση αφορά τις αποδόσεις των αμπελώνων με κορινθιακή σταφίδα και, κατά συνέπεια, ισχύουν επίσης τα σχετικά με τη μη συμμόρφωση συμπεράσματα που αφορούν την καλλιέργεια σουλτανίνας (σημείο 4.3.1.1, στοιχείο δ΄, της συνοπτικής εκθέσεως). Δεύτερον, αναφέρεται, τόσο για την καλλιέργεια σουλτανίνας όσο και για την καλλιέργεια κορινθιακής σταφίδας, η εφαρμογή από τις ελληνικές αρχές μη δικαιολογημένης ενιαίας μειώσεως σε όλες τις ποικιλίες σταφυλιών και σε όλους τους νομούς τους οποίους αφορά η παραγωγή αυτή λόγω φυσικών καταστροφών, όπερ παρέχει τη δυνατότητα σε όλους τους παραγωγούς να λάβουν την ενίσχυση, η δε Επιτροπή στηρίχθηκε στο γεγονός ότι οι χορηγηθείσες μειώσεις αντισταθμίζουν τις αιτίες διαρθρωτικής μειώσεως των αποδόσεων και στην τεχνητώς περιορισμένη κατανομή των αποδόσεων, από την οποία προκύπτει η αθέτηση της υποχρεώσεως ειδικεύσεως των αμπελοτεμαχίων (σημείο 4.3.3.1 της συνοπτικής εκθέσεως). Τρίτον, η Επιτροπή διέκρινε στη συνέχεια την περίπτωση της σουλτανίνας από την περίπτωση της κορινθιακής σταφίδας. Όσον αφορά την κορινθιακή σταφίδα, η Επιτροπή σημείωσε ότι η κατανομή των αποδόσεων περιελάμβανε δύο περιόδους αιχμής, η μία στο επίπεδο της ελάχιστης αποδόσεως, η άλλη στο επίπεδο της μειωμένης ελάχιστης αποδόσεως, που επισημαίνουν ότι το 39,2 % της συνολικής εκτάσεως που είναι επιλέξιμη για το καθεστώς ενισχύσεως είχε απόδοση ίση ή υψηλότερη από την ελάχιστη απόδοση. Η Επιτροπή τόνισε επίσης ότι, αντιθέτως προς τη σουλτανίνα, η κορινθιακή σταφίδα ήταν επιλέξιμη για δύο καθεστώτα ενισχύσεως και ότι στους ελέγχους που διενεργούνται επί των σταφυλιών που προορίζονται για ξήρανση προστίθενται οι έλεγχοι στον τομέα του οίνου.
135    Έχοντας υπόψη τα στοιχεία αυτά, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμο το επίπεδο της διορθώσεως που εφαρμόστηκε στην καλλιέργεια της προοριζόμενης για ξήρανση κορινθιακής σταφίδας, μολονότι ορισμένα στοιχεία της συνοπτικής εκθέσεως μπορεί να αφορούν τόσο τη σχετική με τη σουλτανίνα διόρθωση όσο και τη σχετική με την κορινθιακή σταφίδα. Συγκεκριμένα, με την παρατιθέμενη στη σκέψη 134 ανωτέρω αιτιολογία, η Επιτροπή εξέθεσε σαφώς και άνευ αντιφάσεων τους λόγους που την οδήγησαν να εφαρμόσει ποσοστό διορθώσεως 25 % διαφορετικό του ποσοστού που εφαρμόζεται στην καλλιέργεια σουλτανίνας.
136    Κατά δεύτερο λόγο, παραπέμποντας σε ορισμένα αποσπάσματα της συνοπτικής εκθέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο λαμβάνουσα υπόψη μεγαλύτερο αριθμό πλημμελειών από αυτές που επισημάνθηκαν με τη συνοπτική έκθεση και αποδεχόμενη τις ίδιες πλημμέλειες στους βασικούς ελέγχους μόνον για τη σουλτανίνα. Προβάλλοντας το επιχείρημα αυτό, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κατευθυντήριων οδηγιών.
137    Οι κατευθυντήριες οδηγίες προβλέπουν την εφαρμογή ποσοστού διορθώσεως 25 % των δαπανών, όταν η εφαρμογή του συστήματος έλεγχου είναι ανύπαρκτη ή παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις και υπάρχουν ενδείξεις εκτεταμένων ανωμαλιών και αμέλεια στην αντιμετώπιση των παράτυπων ή δόλιων πρακτικών.
138    Πρέπει να αναλυθεί αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την επιβολή ποσοστού διορθώσεως 25 %, τις οποίες προβλέπουν οι κατευθυντήριες οδηγίες.
139    Από τη σκέψη 134 ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν στήριξε την εκτίμηση περί της μη συμμορφώσεως της καλλιέργειας κορινθιακής σταφίδας με το καθεστώς ενισχύσεως στον αριθμό των βασικών ελέγχων οι οποίοι δεν διενεργήθηκαν ή διενεργήθηκαν τόσο πλημμελώς ώστε ήταν αναποτελεσματικοί για να καθορισθεί η επιλεξιμότητα των αιτήσεων ή να προληφθεί η παρατυπία τους. Η Επιτροπή στηρίχθηκε στην κατανομή των αποδόσεων, αφού διαπίστωσε ότι το 39,2 % της συνολικής εκτάσεως είχε απόδοση ίση ή υψηλότερη της ελάχιστης αποδόσεως (σημείο 4.3.3.1 της συνοπτικής εκθέσεως). Στην επίσημη ανακοίνωση της 8ης Φεβρουαρίου 2011, η Επιτροπή παρουσίασε τη γραφική απεικόνιση της κατανομής των αποδόσεων από την οποία προκύπτει ότι οι αποδόσεις των εκτάσεων είναι πολύ άνισα κατανεμημένες, εφόσον περιλαμβάνουν δύο σημαντικές περιόδους αιχμής οι οποίες αντιστοιχούν, αφενός, σε φάσμα παραγωγής από 100 έως 110 % της ελάχιστης αποδόσεως και, αφετέρου, σε φάσμα παραγωγής από 100 έως 110 % της μειωμένης ελάχιστης αποδόσεως, τα δε άλλα τμήματα της γραφικής απεικονίσεως αντιστοιχούν ως επί το πλείστον σε εκτάσεις δύο ή τρεις φορές λιγότερο σημαντικές από αυτές που διαμορφώνουν τις δύο περιόδους αιχμής. Περαιτέρω, η πλειοψηφία των εκτάσεων έχει απόδοση λιγότερη της ελάχιστης αποδόσεως. Επί του σημείου αυτού, η Επιτροπή κατέληξε ότι ήταν προφανές ότι η καμπύλη της γραφικής απεικονίσεως δεν αντανακλά τη φυσική διαδικασία της γεωργικής παραγωγής, αλλά μάλλον διαδικασία επηρεασμένη από τη μειωμένη ελάχιστη απόδοση και τα σχετικά με τη μη συμμόρφωση συμπεράσματα ισχύουν επίσης για την καλλιέργεια της κορινθιακής σταφίδας. Η Επιτροπή έκρινε ότι οι χορηγηθείσες μειώσεις αντισταθμίζουν τις αιτίες διαρθρωτικής μειώσεως των αποδόσεων και ότι η κατανομή των αποδόσεων ήταν τεχνητώς περιορισμένη, καθόσον με τον τρόπο αυτό δεν τηρούνταν η υποχρέωση ειδικεύσεως των αμπελοτεμαχίων (σημείο 4.3.3.1 της συνοπτικής εκθέσεως).
140    Επομένως, η Επιτροπή εξέθεσε ότι το σύστημα ελέγχου της παραγωγής σταφίδας δεν ελάμβανε υπόψη ένα ουσιώδες στοιχείο του καθεστώτος ενισχύσεων στην παραγωγή αυτή, ήτοι τον κανόνα περί ειδικεύσεως των αμπελοτεμαχίων, όπερ δεν επιτρέπει τον εντοπισμό των επιχειρηματιών που καταστρατηγούν ή χειρίζονται δολίως το εν λόγω ουσιώδες στοιχείο, και το αποτέλεσμα αυτό κατέστη δυνατό με την εφαρμογή ενιαίου ποσοστού μειώσεως 50 % της ελάχιστης αποδόσεως (βλ. σκέψη 124 ανωτέρω).
141    Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις κατευθυντήριες οδηγίες, εφόσον η εφαρμογή του συστήματος ελέγχου είχε σοβαρότατες ελλείψεις, διότι, με την ενιαία μείωση της ελάχιστης αποδόσεως, πλέον του 50 % των αμπελουργικών εκτάσεων κορινθιακής σταφίδας κατέστη επιλέξιμο για το καθεστώς ενισχύσεως και, κατά συνέπεια, δεν ήταν δυνατό να εξακριβωθεί αν είχε τηρηθεί ο κανόνας περί της ειδικεύσεως των αμπελοτεμαχίων.
142    Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στηριζόμενη σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό πλημμελειών από αυτόν που επισημάνθηκε στη συνοπτική έκθεση.
143    Όσον αφορά το επιχείρημα ότι η Επιτροπή αναγνώρισε, με το υπόμνημα αντικρούσεως, ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ποσοστού 25 %, διαπιστώνεται ότι το εν λόγω επιχείρημα δεν στηρίζεται σε κανένα απόσπασμα του εγγράφου αυτού, καθόσον η Επιτροπή απλώς ανέφερε ότι δεν εφάρμοσε το ποσοστό διορθώσεως 100 % λόγω του ότι ένα σημαντικό μέρος των οικείων εκτάσεων τηρούσε την ελάχιστη απόδοση και η παραγωγή αποτελούσε το αντικείμενο ελέγχου στο πλαίσιο του καθεστώτος για τον οίνο, όπερ μείωνε τον κίνδυνο διοχετεύσεως της παραγωγής σε άλλες χρήσεις.
144    Ακολούθως, η Ελληνική Δημοκρατία αβασίμως υποστηρίζει ότι δεν δικαιολογείται ούτε ποσοστό διορθώσεως υψηλότερο του 5 ή του 10 %.
145    Κατά τρίτο λόγο, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει ότι, όσον αφορά την αιτίαση περί μειώσεως της ελάχιστης αποδόσεως, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διαπιστωθείσες πραγματικές αποδόσεις και, όσον αφορά την αιτίαση περί ειδικεύσεως των αγροτεμαχίων, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του καθεστώτος για τον οίνο, διά των οποίων αντιμετωπίζεται ο κίνδυνος διοχετεύσεως προϊόντων προς οινοποίηση, στοιχεία τα οποία ανατρέπουν τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η συνοπτική έκθεση περί υποβαθμίσεως του περιβάλλοντος διαχειρίσεως και ελέγχου.
146    Από τη σκέψη 139 ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις αποδόσεις που δήλωσαν οι ελληνικές αρχές για να εκτιμήσει τον κίνδυνο που αντιμετώπιζαν τα Ταμεία από την ενιαία μείωση του 50 % της ελάχιστης αποδόσεως, η οποία αντισταθμίζει τις αιτίες της διαρθρωτικής μειώσεως των αποδόσεων, και τη μη τήρηση της συνακόλουθης υποχρεώσεως ειδικεύσεως των αμπελοτεμαχίων (σημείο 4.3.3.1 της συνοπτικής εκθέσεως). Η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι τα αριθμητικά στοιχεία που παρατίθενται στη συνοπτική έκθεση, στην τελική θέση και στην επίσημη ανακοίνωση της 8ης Φεβρουαρίου 2011 αντιστοιχούν στα αριθμητικά στοιχεία των αποδόσεων που πράγματι καταχώρισαν οι υπηρεσίες της. Συνεπώς, αντιθέτως προς το προβληθέν επιχείρημα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή κατέληξε στην εκτίμηση του κινδύνου για τα Ταμεία λαμβάνοντας υπόψη τα αριθμητικά στοιχεία των αποδόσεων των αμπελουργικών εκτάσεων με κορινθιακή σταφίδα που κοινοποίησε το κράτος μέλος.
147    Όσον αφορά το επιχείρημα ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του καθεστώτος για τον οίνο, ακριβώς αυτό έπραξε η Επιτροπή, καθορίζοντας το ποσοστό της δημοσιονομικής διορθώσεως στο 25 %, ενώ είχε διαπιστώσει ότι η μείωση της ελάχιστης αποδόσεως αφορούσε σχεδόν το 50 % των εκτάσεων.
148    Κατά τέταρτο λόγο, καίτοι η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας καθορίζοντας το ποσοστό δημοσιονομικής διορθώσεως στο 25 %, επειδή το ποσοστό αυτό είναι δυσανάλογο σε σχέση με τις διαπιστωθείσες πλημμέλειες, διαπιστώνεται ότι ουδόλως διευκρίνισε το επιχείρημα αυτό ούτως ώστε να μπορέσει το Γενικό Δικαστήριο να εκτιμήσει τη βασιμότητά του.
149    Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
3.     Επί της διορθώσεως των δαπανών στον τομέα του οίνου
150    Η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει τέσσερις λόγους κατά της διορθώσεως που επιβλήθηκε στις δαπάνες στον τομέα του οίνου. Κατά τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η Επιτροπή προέβη σε χρηματοοικονομικές διορθώσεις για δαπάνες οι οποίες είχαν πραγματοποιηθεί περισσότερο από 24 μήνες πριν, παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου και προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας και το δικαίωμα ακροάσεως. Ο τέταρτος λόγος αφορά πλάνη περί τα πράγματα καθόσον η διευθέτηση των εκτάσεων πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο μη σύμφωνο με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ L 179, σ. 1). Ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από το γεγονός ότι η επιβληθείσα διόρθωση και ο τρόπος υπολογισμού της παραβιάζουν στο άρθρο 31 του κανονισμού 1290/2005 και τις κατευθυντήριες οδηγίες και η επιβληθείσα διόρθωση καταλήγει σε δυσανάλογα αποτελέσματα. Ο έκτος λόγος αφορά πλάνη περί τα πράγματα όσον αφορά τον καθορισμό της συνολικής διευθετηθείσας εκτάσεως και τη μέση αξία των δικαιωμάτων φυτεύσεως, ελλιπή αιτιολογία και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
 Θέση των υπηρεσιών της Επιτροπής μετά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας
151    Στην τελική θέση της 12ης Μαρτίου 2012, η Επιτροπή επέβαλε στην Ελληνική Δημοκρατία κατ’ αποκοπή διόρθωση ποσού 21 336 120 ευρώ, μειώνοντας το ποσό που είχε προταθεί με την επίσημη ανακοίνωση της 26ης Αυγούστου 2010.
152    Όσον αφορά τη βασιμότητα της κατ’ αποκοπή διορθώσεως, από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι η διευθέτηση από τις ελληνικές αρχές των παρανόμως φυτευθέντων αμπελώνων πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 1998, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1493/1999, δεν συνάδει με την κανονιστική ρύθμιση (σημείο 7.2.1 της συνοπτικής εκθέσεως). Λόγω της μη ολοκληρώσεως του αμπελουργικού μητρώου, οι αιτήσεις διευθετήσεως των παρανόμων φυτεύσεων δεν μπόρεσαν να τύχουν επεξεργασίας κατά τρόπον διασφαλίζοντα τις απαραίτητες εγγυήσεις ελέγχου και διευθετήσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1493/1999, καθόσον οι ελληνικές αρχές δεν απέδειξαν ότι οι εν λόγω φυτεύσεις αντιστοιχούν σε εκτάσεις οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο εκριζώσεως από τον παραγωγό που υπέβαλε την αίτηση διευθετήσεως ή από τους ανιόντες του, ότι η προγενέστερη εκρίζωση δεν δημιούργησε δικαίωμα πριμοδοτήσεως κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας της Ένωσης ή της εθνικής νομοθεσίας και τα σχετικά με τις εν λόγω εκριζώσεις δικαιώματα φυτεύσεως δεν πωλήθηκαν ή μεταβιβάστηκαν από τους παραγωγούς που υπέβαλαν την αίτηση διευθετήσεως (σημείο 7.2.1 της συνοπτικής εκθέσεως).
153    Όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού της διορθώσεως, από τη συνοπτική έκθεση προκύπτει ότι, λαμβανομένης υπόψη, μεταξύ άλλων, της αδυναμίας επακριβούς υπολογισμού του οικονομικού αντίκτυπου των διαπιστωθεισών πλημμελειών, η Επιτροπή υπολόγισε ένα ποσό ισοδύναμο με τα τέλη που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 86, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΚ) 479/2008 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2008, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, την τροποποίηση των κανονισμών 1493/1999, (ΕΚ) 1782/2003, 1290/2005 και (ΕΚ) 3/2008, και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 2392/86 και 1493/1999 (EE L 148, σ. 1), ήτοι τέλη τουλάχιστον ίσα με τη διπλάσια μέση αξία του αντίστοιχου δικαιώματος φυτεύσεως στην οικεία περιοχή (σημείο 7.2.3 της συνοπτικής εκθέσεως). Κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών, η Επιτροπή έκρινε ότι οι διαδικασίες εκκαθαρίσεως λογαριασμών υποκαθίστανται, σε ορισμένες περιπτώσεις, στη διευθέτηση που προβλέπει το άρθρο 86, παράγραφος 1, του κανονισμού 479/2008, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις διευθετήσεις που πραγματοποιούν οι ελληνικές αρχές βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1493/1999, τις οποίες θεωρεί μη συνάδουσες προς τις διατάξεις αυτές (σημείο 7.2.3 της συνοπτικής εκθέσεως). Κατά την άποψη της Επιτροπής, η μέθοδος που βασίζεται επί της αξίας των δικαιωμάτων φυτεύσεως είναι κατάλληλη για τον υπολογισμό της δημοσιονομικής διορθώσεως που δικαιολογείται σε σχέση με τον διαιωνιζόμενο κίνδυνο που αντιμετωπίζουν τα Ταμεία από τις παράνομες πληρωμές λόγω της μη διευθετήσεως των εκτάσεων, όπως προβλέπει το άρθρο 86 του κανονισμού 479/2008 (σημείο 7.2.3 της συνοπτικής εκθέσεως).
154    Πρέπει, καταρχάς, να εξεταστεί ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως της προσφυγής, ο οποίος αφορά το ότι η πραγματοποιηθείσα διόρθωση και ο τρόπος υπολογισμού της αντιβαίνουν προς το άρθρο 31 του κανονισμού 1290/2005 και τις κατευθυντήριες οδηγίες, και καταλήγει σε δυσανάλογα αποτελέσματα, η δε Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί τη νομική βάση επί της οποίας καθορίστηκε η δημοσιονομική διόρθωση.
 Επιχειρήματα των διαδίκων
155    Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, υπολογίζοντας τη δημοσιονομική διόρθωση με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 86, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 479/2008, ενήργησε κατά τρόπο αυθαίρετο, αναιτιολόγητο και αντίθετο προς τις διατάξεις του άρθρου 31 του κανονισμού 1290/2005 και προς τις κατευθυντήριες οδηγίες. Κατά το άρθρο αυτό, η Επιτροπή δύναται μεν να αποκλείει χρηματικά ποσά από τη χρηματοδότηση της Ένωσης, πλην όμως οι διευθετήσεις που δεν είναι σύμφωνες με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1493/1999 δεν μπορούν να θεωρούνται δαπάνες χρηματοδοτούμενες από τα Ταμεία κατά παράβαση των κανόνων της Ένωσης, ώστε να υπάρχει δυνατότητα επιβολής διορθώσεως στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 31 του κανονισμού 1290/2005, μπορεί να επιβληθεί μόνο διόρθωση με κατ’ αποκοπή ποσοστό επί των δαπανών που χρηματοδοτούνται από τα Ταμεία, δεδομένου ότι ο υπολογισμός με κατ’ αναλογία εφαρμογή του άρθρου 86 του κανονισμού 479/2008 δεν προβλέπεται σε κανένα νομοθέτημα σχετικά με την εκκαθάριση λογαριασμών ή από τον κανονισμό αυτόν.
156    Εξάλλου, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η διόρθωση δεν συνδέεται με την παράλειψη κάποιου βασικού ή επικουρικού ελέγχου ούτε με δαπάνη χρηματοδοτούμενη από το Ταμείο κατά παράβαση των κανόνων της Ένωσης ούτε με ζημία του Ταμείου λόγω της παραλείψεως του κράτους μέλους να διενεργήσει έλεγχο. Επιπλέον, τα προβλεπόμενα από το άρθρο 86 του κανονισμού 479/2008 τέλη αποσκοπούν στην κάλυψη των εξόδων του επιφορτισμένου με τη διευθέτηση κράτους μέλους και δεν μπορούν να αντιστοιχούν σε ζημία προκληθείσα στο Ταμείο λόγω διευθετήσεως των παράνομων φυτεύσεων κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις του κανονισμού 1493/1999. Τέλος, η Ελληνική Δημοκρατία επισημαίνει τον δυσανάλογο χαρακτήρα της διορθώσεως.
157    Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η μέθοδος υπολογισμού της επιβληθείσας διορθώσεως δεν προβλέπεται, πλην όμως υποστηρίζει ότι η διαδικασία εκκαθαρίσεως λογαριασμών μπορεί, κατά το άρθρο 86, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 479/2008, να υποκατασταθεί στις μη πραγματοποιηθείσες διαδικασίες διευθετήσεως παράνομων φυτεύσεων. Τα προβλεπόμενα από τη διάταξη αυτή τέλη δεν σκοπούν στην κάλυψη της δαπάνης και του διοικητικού κόστους που συνεπάγεται για το κράτος μέλος λόγω της καθυστερημένης διευθετήσεως των παρανόμων φυτεύσεων, αλλά συναρτώνται προς την αξία του δικαιώματος φυτεύσεως, όπως αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο.
158    Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι μη διευθετηθείσες εκτάσεις συνεπάγονται, εξαιτίας της μη νομιμοποιήσεώς τους, οικονομική επιβάρυνση για την ΚΓΠ, λόγω του διαιωνιζόμενου κινδύνου αχρεωστήτων καταβολών από τα Ταμεία, οι δε οικονομικές συνέπειες δεν είναι δυνατόν να υπολογισθούν με ακρίβεια. Για τον λόγο αυτό, η μέθοδος για τον υπολογισμό της δημοσιονομικής διορθώσεως που βασίζεται στην αξία των δικαιωμάτων φυτεύσεως είναι κατάλληλη, χωρίς να είναι ούτε αυθαίρετη ούτε αναιτιολόγητη. Συγκεκριμένα, εμπνέεται από τον κανονισμό 479/2008, ο δε υπολογισμός ενός κατ’ αποκοπή ποσού έναντι της ζημίας που θα υποστεί το Ταμείο μπορεί να στηριχθεί στην αξία των δικαιωμάτων φυτεύσεως, η οποία λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των τελών διευθετήσεως. Η Επιτροπή επισημαίνει ακόμη ότι, λόγω της αβεβαιότητας σχετικά με το ποσό των ενισχύσεων που θα χορηγηθούν στο μέλλον, δεν μπορούσε να εφαρμόσει την πάγια πρακτική της σχετικά με τις ποσοστιαίες δημοσιονομικές διορθώσεις και μπορούσε να στηριχθεί μόνο στην αξία των δικαιωμάτων φυτεύσεως. Επιπλέον, η εφαρμογή του άρθρου 86 του κανονισμού 479/2008 ενέχει το πλεονέκτημα ότι νομιμοποιούνται οι οικείοι αμπελώνες όπως ακριβώς και μέσω της καταβολής του τέλους διευθετήσεως, οπότε οι αμπελουργοί έχουν στη συνέχεια τη δυνατότητα να λάβουν ενισχύσεις.
 Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
159    Εκ προοιμίου, υπενθυμίζονται οι διατάξεις βάσει των οποίων η Επιτροπή επέβαλε εξατομικευμένη δημοσιονομική διόρθωση στην Ελληνική Δημοκρατία με την αιτιολογία ότι η διευθέτηση των παρανόμως φυτευθέντων αμπελώνων πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 1998, που είχε πραγματοποιηθεί βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1493/1999 δεν ήταν σύμφωνη με την κανονιστική ρύθμιση.
160    Το άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1493/1999, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 479/2008, ορίζει τα ακόλουθα:
«2.      Τα σταφύλια που προέρχονται από εκτάσεις:
α)      όπου οι άμπελοι φυτεύθηκαν πριν την 1η Σεπτεμβρίου 1998
και
β)      των οποίων η παραγωγή, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 ή το άρθρο 7 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 822/87, μπορούσε να διατεθεί μόνον για απόσταξη,
δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται για την παραγωγή οίνου προς εμπορία. Τα προϊόντα τα προερχόμενα από τα σταφύλια αυτά μπορούν να διακινούνται μόνο προς οινοπνευματοποιεία. Εντούτοις, από τα προϊόντα αυτά, δεν μπορεί να παραχθεί αλκοόλη με αποκτημένο κατ’ όγκον αλκοολικό τίτλο ίσο ή κατώτερο από 80 % vol.
3.      Εάν ένα κράτος μέλος έχει καταρτίσει απογραφή του δυναμικού της αμπελουργικής παραγωγής σύμφωνα με το άρθρο 16, μπορεί να παρεκκλίνει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Η παρέκκλιση αυτή πρέπει να χορηγηθεί πριν από τις 31 Ιουλίου 2008 και πρέπει να περιλαμβάνει την άδεια, για τις συγκεκριμένες εκτάσεις, να παράγουν οίνο προς εμπορία.
Η παρέκκλιση χορηγείται:
α)      όταν ο συγκεκριμένος αμπελοκαλλιεργητής έχει προηγουμένως εκριζώσει άλλες αμπέλους από ισοδύναμη έκταση καθαρής καλλιέργειας, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο παραγωγός αυτός έλαβε για τη συγκεκριμένη έκταση πριμοδότηση εκρίζωσης κατ’ εφαρμογή της κοινοτικής ή εθνικής νομοθεσίας, ή/και
[…]»
161    Το άρθρο 86, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 479/2008 προβλέπει:
«1.      Οι παραγωγοί προβαίνουν, έναντι καταβολής τελών και το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2009, σε διευθέτηση των εκτάσεων που έχουν φυτευτεί με αμπέλια χωρίς αντίστοιχο δικαίωμα φύτευσης, ανάλογα με την περίπτωση, πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 1998.
Με την επιφύλαξη τυχόν διαδικασιών στα πλαίσια της εκκαθαρίσεως λογαριασμών, το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις εκτάσεις που αποτέλεσαν αντικείμενο διευθέτησης βάσει των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού […] 1493/1999.
2.      Τα τέλη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθορίζονται από τα κράτη μέλη. Ισοδυναμούν τουλάχιστον με το διπλάσιο της μέσης αξίας του αντίστοιχου δικαιώματος φύτευσης στη σχετική περιοχή.»
162    Όπως προκύπτει από τη σκέψη 158 ανωτέρω, η Επιτροπή έκρινε ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας εκκαθαρίσεως λογαριασμών, είχε το δικαίωμα επιβολής εξατομικευμένης δημοσιονομικής διορθώσεως ίσης προς το ποσό των τελών έναντι καταβολής των οποίων οι παραγωγοί μπορούσαν να διευθετήσουν τις αμπελουργικές εκτάσεις χωρίς αντίστοιχο δικαίωμα φυτεύσεως, τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 86, παράγραφος 1, του κανονισμού 479/2008.
163    Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί η νομολογία σύμφωνα με την οποία η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών από τα κράτη μέλη για τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από τα Ταμεία σκοπεί στην εξακρίβωση, μεταξύ άλλων, του υποστατού και της κανονικότητας των δαπανών (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 15/76 και 16/76, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 141· της 11ης Ιανουαρίου 2001, C‑247/98, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I‑1, σκέψη 13, και της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑377/99, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑7421, σκέψη 51). Επιπλέον, στη διαδικασία εκκαθαρίσεως ως προς τη συμμόρφωση, η Επιτροπή έχει υποχρέωση να προβεί σε δημοσιονομική διόρθωση αν οι δαπάνες των οποίων ζητείται η χρηματοδότηση δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κανόνες της Ένωσης. Η δημοσιονομική αυτή διόρθωση αποσκοπεί στο να μην επιβαρυνθούν τα Ταμεία με ποσά που δεν έχουν χρησιμεύσει στη χρηματοδότηση σκοπού επιδιωκομένου από τη συναφή ρύθμιση της Ένωσης (προπαρατεθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Ιανουαρίου 2001, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 14, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑332/01, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑7699, σκέψη 63).
164    Συναφώς, το άρθρο 31, παράγραφος 1, του κανονισμού 1290/2005, το οποίο, κατ’ ουσίαν, επανέλαβε τις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1258/99, ορίζει ότι, κατά την εκκαθάριση ως προς τη συμμόρφωση, η Επιτροπή αποφασίζει τα ποσά που πρέπει να αποκλειστούν από τη χρηματοδότηση της Ένωσης, όταν διαπιστώνει ότι οι δαπάνες περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 3, παράγραφος 1, και στο άρθρο 4 δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κανόνες της Ένωσης. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το άρθρο 4 του κανονισμού 1290/2005 απαριθμούν τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται με επιμερισμένη διαχείριση μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης, αντιστοίχως, από το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ.
165    Σημειωτέον, επίσης, ότι οι αιτιολογικές σκέψεις 24 και 26 του κανονισμού 1290/2005 υπογραμμίζουν ως προς την προϋπόθεση συμμορφώσεως των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη με τη νομοθεσία της Ένωσης όσον αφορά, αφενός, την εξουσία της Επιτροπής να αποφασίζει συναφώς, και, αφετέρου, την ανάκτηση των καταβληθέντων από το ΕΓΤΕ ποσών.
166    Τέλος, οι κατευθυντήριες οδηγίες οριοθετούν το περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής όσον αφορά τον καθορισμό των δημοσιονομικών διορθώσεων. Από το παράρτημα 2 των κατευθυντηρίων οδηγιών που αφορά τις οικονομικές συνέπειες στο πλαίσιο εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, προκύπτει ότι όλα τα προβλεπόμενα επίπεδα των διαφόρων δημοσιονομικών διορθώσεων αφορούν τις δηλωθείσες από τα κράτη μέλη δαπάνες.
167    Επομένως, από τις σκέψεις 161 έως 166 ανωτέρω προκύπτει ότι η διαδικασία εκκαθαρίσεως λογαριασμών του άρθρου 31, παράγραφος 1, του κανονισμού 1290/2005 και οι εξ αυτού απορρέουσες δημοσιονομικές διορθώσεις εφαρμόζονται μόνον στην περίπτωση κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη δαπάνες και χρηματοδοτήθηκαν από το ΕΓΤΕ ή το ΕΓΤΑΑ.
168    Με γνώμονα τις παρατηρήσεις αυτές πρέπει να εξετασθούν τα επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη του πέμπτου λόγου της προσφυγής.
169    Η επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας στηρίζεται στο ότι η επιβληθείσα διόρθωση είναι αντίθετη προς το άρθρο 31 του κανονισμού 1290/2005 καθώς και τις κατευθυντήριες οδηγίες, με την αιτιολογία ότι, κατ’ ουσίαν, δεν αφορά τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από τα Ταμεία κατά παράβαση των κανόνων της Ένωσης.
170    Διαπιστώνεται ότι η εξατομικευμένη δημοσιονομική διόρθωση την οποία εφάρμοσε η Επιτροπή έχει ως αποτέλεσμα να επιβαρύνει την Ελληνική Δημοκρατία με ποσό ισοδύναμο των τελών με τα οποία οι διατάξεις του άρθρου 86, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 479/2008 επιβαρύνουν τους παραγωγούς που επιθυμούσαν να διευθετήσουν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2009 τις αμπελουργικές εκτάσεις χωρίς το αντίστοιχο δικαίωμα φυτεύσεως.
171    Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι σκοπός των τελών που προβλέπονται στο άρθρο 86 του κανονισμού 479/2008 ήταν να δοθεί η δυνατότητα διευθετήσεως των παρανόμως φυτευθεισών εκτάσεων, οι οποίες μπορούσαν να δημιουργήσουν παράνομες δαπάνες για τα Ταμεία, μέσω της καταβολής από τους οικείους αμπελουργούς ποσού τουλάχιστον ίσου προς τη διπλάσια αξία του αντίστοιχου με το διευθετηθέν αμπελοτεμάχιο δικαιώματος φυτεύσεως. Ουδαμώς προκύπτει από το εν λόγω άρθρο 86 ή από άλλη διάταξη του κανονισμού 479/2008 ότι τα τέλη αυτά πρέπει να επιβαρύνουν το κράτος μέλος ως συνέπεια των παραβάσεων ή πλημμελειών του στον τομέα του ελέγχου των χρηματοδοτούμενων από τα Ταμεία δαπανών. Άλλωστε, η Επιτροπή, ερωτηθείσα στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αναγνώρισε ότι καμία διάταξη του κανονισμού 479/2008 ή άλλης πράξεως της Ένωσης δεν προέβλεπε τη μέθοδο της εν προκειμένω εφαρμοσθείσας δημοσιονομικής διορθώσεως.
172    Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εφαρμοσθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιονομική διόρθωση δεν συναρτάται αρκούντως με οιαδήποτε χρηματοδοτούμενη από τα Ταμεία δαπάνη, πραγματοποιηθείσα κατά παράβαση της κανονιστικής ρυθμίσεως της Ένωσης. Συγκεκριμένα, η διόρθωση αυτή στηρίζεται άμεσα στα τέλη των οποίων αντικείμενο είναι η δυνατότητα διευθετήσεως των παρανόμως φυτευθέντων αμπελώνων, η οποία προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 86, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 479/2008, που δεν έχουν σχέση με τη διαδικασία εκκαθαρίσεως λογαριασμών. Επομένως, η διόρθωση αυτή δεν μπορεί, δυνάμει της νομολογίας, να εφαρμοσθεί στο πλαίσιο διαδικασίας εκκαθαρίσεως λογαριασμών (βλ. σκέψεις 163 έως 167 ανωτέρω).
173    Οι διάφορες ενστάσεις τις οποίες προέβαλε η Επιτροπή κατά της επιχειρηματολογίας της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν μπορούν να ανατρέψουν το συμπέρασμα αυτό.
174    Κατά πρώτον, αν και δέχεται ότι η μέθοδος υπολογισμού της επιβληθείσας διορθώσεως δεν προβλέπεται από την κανονιστική ρύθμιση, η Επιτροπή φρονεί ότι η διαδικασία εκκαθαρίσεως λογαριασμών μπορεί, κατά το άρθρο 86, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 479/2008, να υποκατασταθεί στις μη πραγματοποιηθείσες διαδικασίες διευθετήσεως παράνομων φυτεύσεων. Θεωρεί ότι η επιφύλαξη του νομοθέτη της Ένωσης στην προαναφερθείσα διάταξη πρέπει να αναλυθεί υπό την έννοια ότι της παρέχει τη δυνατότητα να εφαρμόσει, κατά τη διαδικασία εκκαθαρίσεως λογαριασμών, τις διατάξεις του άρθρου 86, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 479/2008 και να επιβάλει την καταβολή των προβλεπομένων με τις διατάξεις αυτές τελών σε ένα κράτος μέλος όταν ο παραγωγός δεν έχει διευθετήσει τις παράνομες φυτεύσεις του αντί καταβολής των εν λόγω τελών.
175    Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, υπό τον τίτλο V του κανονισμού 479/2008, για το δυναμικό παραγωγής, το κεφάλαιο I αφορά τις παράνομες φυτεύσεις, το δε άρθρο 86 προβλέπει υποχρεωτική διευθέτηση των παράνομων φυτεύσεων που έχουν πραγματοποιηθεί πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 1998, περί των οποίων γινόταν προηγουμένως λόγος στο άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1493/1999. Το άρθρο 86, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 479/2008 προβλέπει ότι οι παραγωγοί διευθετούν τις εν λόγω φυτεύσεις έναντι καταβολής τέλους το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2009. Το άρθρο 86, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι, υπό την επιφύλαξη των διαδικασιών που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως λογαριασμών, το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις εκτάσεις που διευθετήθηκαν βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1493/1999, το οποίο εφαρμοζόταν μέχρι τις 31 Ιουλίου 2008, δυνάμει του άρθρου 122 του κανονισμού 479/2008, καθόσον το άρθρο 86 του κανονισμού αυτού τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2008.
176    Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 86, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 479/2008 έχει ως σκοπό τη ρύθμιση της καταστάσεως των εκτάσεων που διευθετήθηκαν βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1493/1999, εφόσον διευκρινίζει ότι ούτε η διευθέτηση ούτε τα τέλη που προβλέπονται στο άρθρο 86, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, έχουν εφαρμογή στις εν λόγω εκτάσεις, καθόσον οι εκτάσεις αυτές έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο διαδικασίας διευθετήσεως υπό το προηγουμένως εφαρμοστέο καθεστώς, και επιφυλάσσει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αντλήσει τις συνέπειες της παράτυπης εφαρμογής της παρεκκλίσεως του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1493/1999 στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως λογαριασμών.
177    Επομένως, η ερμηνεία της Επιτροπής κατά την οποία η διαδικασία εκκαθαρίσεως λογαριασμών υποκαθίσταται στη διαδικασία διευθετήσεως των παράνομων φυτεύσεων του άρθρου 86, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 479/2008 δεν μπορεί να γίνει δεκτή, διότι η εκκαθάριση των λογαριασμών επιτρέπει αποκλειστικά να αντληθούν οι συνέπειες από τις παράτυπες διευθετήσεις που τελέστηκαν κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1493/1999 επί των δαπανών που χρηματοδοτούνται από τα Ταμεία (βλ. σκέψεις 163 έως 167 ανωτέρω).
178    Με την απάντησή της στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι το άρθρο 86, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 479/2008 παρέχει τη δυνατότητα, μεταξύ άλλων, ρυθμίσεως του προβλήματος των αιτήσεων διευθετήσεως δυνάμει του κανονισμού 1493/1999 οι οποίες είχαν απορριφθεί και του ζητήματος της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των ήδη εξετασθεισών αιτήσεων και των διευθετήσεων δυνάμει του κανονισμού 479/2008. Επί του πρώτου σημείου, σημειωτέον ότι οι παρανόμως φυτευθέντες αμπελώνες για τους οποίους η Ελληνική Δημοκρατία είχε απορρίψει τις αιτήσεις διευθετήσεως βάσει του κανονισμού 1493/1999 δεν ενέπιπταν, από την 1η Αυγούστου 2008, στο άρθρο 86, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 479/2008, αλλά στο άρθρο 86, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού, διότι καμία διάταξη δεν απαγόρευε σε παραγωγό να ζητήσει τη διευθέτηση μέσω της καταβολής του προβλεπόμενου στη διάταξη αυτή τέλους. Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ίση μεταχείριση καταλήγει στην ίδια αντιμετώπιση των παραγωγών των οποίων οι αιτήσεις διευθετήσεως για τις παρανόμως φυτεμένες εκτάσεις υποβλήθηκαν υπό διαφορετικές κανονιστικές ρυθμίσεις, οι οποίες καθόριζαν διαφορετικά κριτήρια για τη διευθέτηση, και επομένως οι παραγωγοί αυτοί δεν βρίσκονταν σε παρεμφερείς καταστάσεις.
179    Τέλος, καίτοι η Επιτροπή υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι βρέθηκε ενώπιον νομικού κενού όσον αφορά την τύχη των παρανόμως διευθετηθεισών φυτεύσεων βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1493/1999, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως πλήρως αβάσιμο, εφόσον το άρθρο 86, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 479/2008, το οποίο εξάλλου επικαλέστηκε η Επιτροπή, αποτελεί ακριβώς τη διάταξη μέσω της οποίας ελήφθη υπόψη η κατάσταση των φυτεύσεων αυτών, με συνέπεια την απόρριψη των δαπανών που προκάλεσαν οι εν λόγω φυτεύσεις από τη χρηματοδότηση των Ταμείων.
180    Συνεπώς, η πρώτη ένσταση της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
181    Κατά δεύτερον, κατά την άποψη της Επιτροπής, οι μη διευθετηθείσες φυτεύσεις συνεπάγονται, εξαιτίας της μη νομιμοποιήσεώς τους, οικονομική επιβάρυνση για την ΚΓΠ, λόγω του διαιωνιζόμενου κινδύνου αχρεωστήτων καταβολών από τα Ταμεία, οι δε οικονομικές συνέπειες δεν είναι δυνατόν να υπολογισθούν με ακρίβεια. Για τον λόγο αυτό, η μέθοδος για τον υπολογισμό της δημοσιονομικής διορθώσεως που βασίζεται στην αξία των δικαιωμάτων φυτεύσεως είναι κατάλληλη, χωρίς να είναι ούτε αυθαίρετη ούτε αναιτιολόγητη. Κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν μπορούσε να εντοπίσει τις δαπάνες από τις παρατύπως διευθετηθείσες φυτεύσεις δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1493/1999 και η μέθοδος που χρησιμοποίησε ήταν κατάλληλη για την αντιμετώπιση της δυσχέρειας αυτής.
182    Πρώτον, σημειωτέον ότι, με το από 18 Φεβρουαρίου 2009 έγγραφο παρατηρήσεων, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, βάσει του άρθρου 31 του κανονισμού 1290/2005, μπορούσε να προτείνει τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ένωσης ενός μέρους των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΕ. Εντούτοις, μετά το στάδιο αυτό της διαδικασίας, επικέντρωσε την προσοχή της στο ζήτημα των αμπελώνων που είχαν φυτευθεί παρανόμως πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 1998. Συγκεκριμένα, στο εν λόγω έγγραφο παρατηρήσεων, η Επιτροπή περιέγραψε συνοπτικώς τις παρατυπίες που θεωρούσε ότι έχουν γίνει στη διαδικασία διευθετήσεως μέσω των παρεκκλίσεων του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1493/1999, χωρίς να κάνει καμία άλλη μνεία του ελέγχου των δαπανών που προκύπτουν από τους παρανόμως φυτευθέντες αμπελώνες και του πιθανού αντικτύπου τους στις χρηματοδοτήσεις της Ένωσης.
183    Δεύτερον, από τα πρακτικά της διμερούς συναντήσεως της 14ης Σεπτεμβρίου 2009 προκύπτει ότι η Επιτροπή έκανε μνεία μιας ενημερωτικής συναντήσεως που έλαβε χώρα κατά τις διαπραγματεύσεις της μεταρρυθμίσεως της κοινής οργανώσεως των αγορών του οίνου (στο εξής: ΚΟΑ του οίνου), οι οποίες κατέληξαν στο άρθρο 86 του κανονισμού 479/2008, κατά τη διάρκεια της οποίας εκτέθηκε η άποψη των υπηρεσιών της. Από τη διμερή συνάντηση προκύπτει ότι, όταν οι διευθετήσεις των παρανόμως φυτευθέντων αμπελώνων πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 1998, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1493/1999, δεν είναι σύμφωνες με την κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης, η δημοσιονομική διόρθωση καθορίζεται κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 86 του κανονισμού 479/2008. Βάσει της προσεγγίσεως αυτής καθίσταται δυνατή η διευθέτηση των φυτεύσεων αυτών, «μολονότι η φύση της μη συμμορφώσεως έχει διαρκή αποτελέσματα στην αγορά του οίνου από την ημερομηνία διαπιστώσεως των παράτυπων φυτεύσεων». Περαιτέρω, από τα πρακτικά αυτά προκύπτει επίσης ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η επαναλαμβανόμενη εφαρμογή διορθώσεως μπορούσε να οδηγήσει μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2009 στην υποχρεωτική εκρίζωση των παρανόμως φυτευθέντων αμπελώνων, καθώς και ότι είχε επιδιώξει να καταλήξει σε συμφωνία με την Ελληνική Δημοκρατία επί της προταθείσας από τις υπηρεσίες της προσεγγίσεως, προκειμένου να «περιορίσει τη συζήτηση», μεταξύ άλλων, στη διαπίστωση των στοιχείων σχετικά με την έκταση των παράνομων φυτεύσεων και στην αξία των δικαιωμάτων φυτεύσεως που χρησιμεύουν ως βάση για τον υπολογισμό της δημοσιονομικής διορθώσεως.
184    Επομένως, κατά τη διάρκεια της διμερούς συναντήσεως της 4ης Ιουνίου 2009, η Επιτροπή πρότεινε μια προσέγγιση, την οποία υπέβαλε προς επίτευξη συμφωνίας με την Ελληνική Δημοκρατία, με σκοπό να αντληθούν οι συνέπειες των παρατυπιών κατά την εφαρμογή των παρεκκλίσεων του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1493/1999, επιβαρύνοντάς την με ποσό ισοδύναμο προς τα τέλη που προβλέπονται στο άρθρο 86, παράγραφος 1, του κανονισμού 479/2008 ως αντιπαροχή της διευθετήσεως των παρανόμως φυτευθέντων αμπελώνων.
185    Τρίτον, με την επίσημη ανακοίνωση της 26ης Αυγούστου 2010, η Επιτροπή ενέμεινε στην άποψή της όσον αφορά τη μη τήρηση της απαγορεύσεως φυτεύσεως αμπελιών χωρίς δικαίωμα φυτεύσεως και τη μη σύμφωνη, εν προκειμένω, εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1493/1999 με την κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης. Η Επιτροπή πληροφόρησε την Ελληνική Δημοκρατία ότι, με γνώμονα το άρθρο 86, παράγραφος 1, του κανονισμού 479/2008, επέλεξε να προτείνει ενιαία και όχι επαναλαμβανόμενη δημοσιονομική διόρθωση, παρά τα συνεχιζόμενα αποτελέσματα στην αγορά του οίνου. Ακολούθως, εξέτασε τις παρατυπίες που άπτονται της μη συμμορφώσεως της εφαρμογής των παρεκκλίσεων του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1493/1999. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή παραιτήθηκε ρητώς της εφαρμογής δημοσιονομικής διορθώσεως στις δαπάνες που χρηματοδοτούν τα Ταμεία και οι οποίες προκαλούνται από τις καταγγελθείσες παρατυπίες.
186    Τέταρτον, στη συνοπτική έκθεση, η Επιτροπή έκρινε ότι, λαμβανομένης, μεταξύ άλλων, υπόψη της αδυναμίας επακριβούς υπολογισμού του οικονομικού αντίκτυπου των διαπιστωθεισών παρατυπιών κατά την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1493/1999, η μέθοδος που βασίζεται στην αξία των δικαιωμάτων φυτεύσεως ήταν κατάλληλη για τον υπολογισμό της δημοσιονομικής διορθώσεως η οποία δικαιολογείται λόγω του διαιωνιζόμενου κινδύνου για τα Ταμεία από παράνομες πληρωμές εξαιτίας της μη νομιμοποιήσεως των αμπελώνων, καθόσον οι διαδικασίες εκκαθαρίσεως λογαριασμών υποκαθιστούν σε ορισμένες περιπτώσεις τη διευθέτηση του άρθρου 86, παράγραφος 1, του κανονισμού 479/2008 (σημείο 7.2.3 της συνοπτικής εκθέσεως).
187    Εντούτοις, καίτοι η Επιτροπή αναφέρθηκε με τον τρόπο αυτό στην αδυναμία επακριβούς υπολογισμού των διαπιστωθεισών παρατυπιών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, πριν από την αποστολή του από 18 Φεβρουαρίου 2009 εγγράφου παρατηρήσεων, οι ελληνικές αρχές της είχαν στείλει στοιχεία βάσει των οποίων μπορούσε να γνωρίζει τις εκτάσεις που διευθετήθηκαν με την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1493/1999 για κάθε έναν από τους οικείους νομούς. Η διαπίστωση αυτή αποδυναμώνει την επιχειρηματολογία της Επιτροπής, διότι, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται, στηριζόμενη στα ούτως διαβιβασθέντα στοιχεία, μπορούσε να ζητήσει από τις ελληνικές αρχές να προσδιορίσουν, ανά νομό, τις παρανόμως διευθετηθείσες αμπελουργικές εκτάσεις και τις ενισχύσεις που είχαν καταβληθεί στο πλαίσιο της ΚΟΑ του οίνου για τις εκτάσεις αυτές ή, τουλάχιστον, το συνολικό ποσό των καταβληθεισών στο πλαίσιο αυτό ενισχύσεων, ανά νομό.
188    Από τα στοιχεία των σκέψεων 182 έως 187 ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας εκκαθαρίσεως λογαριασμών, η Επιτροπή δεν επιδίωξε να αξιολογήσει τις χρηματοδοτούμενες από τα Ταμεία δαπάνες οι οποίες προκύπτουν από τις διαπιστωθείσες παρατυπίες, ενώ, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει, δεν ήταν κατ’ ανάγκη αδύνατον να υπολογισθούν οι οικονομικές αυτές συνέπειες.
189    Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η δεύτερη ένσταση της Επιτροπής.
190    Κατά τρίτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η μέθοδος υπολογισμού της δημοσιονομικής διορθώσεως που βασίζεται στην αξία των δικαιωμάτων φυτεύσεως είναι κατάλληλη, καθόσον το κατ’ αποκοπήν ποσό προς αντιστάθμιση των απωλειών που θα υποστούν τα Ταμεία μπορεί να αντληθεί από την αξία των δικαιωμάτων φυτεύσεως, η οποία χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του τέλους διευθετήσεως. Επισημαίνει επίσης ότι, καθόσον δεν είναι γνωστό το ποσό των ενισχύσεων που θα χορηγηθούν στο μέλλον, δεν μπορεί να εφαρμόσει την πάγια πρακτική της στον τομέα των κατ’ αποκοπή δημοσιονομικών διορθώσεων, μπορούσε δε μόνο να βασιστεί στην αξία των δικαιωμάτων φυτεύσεως.
191    Πρώτον, πρέπει να γίνει παραπομπή στις σκέψεις 182 έως 187 ανωτέρω, βάσει των οποίων φαίνεται ότι η Επιτροπή δεν επιδίωξε να προσδιορίσει το ποσό των απωλειών για τα Ταμεία, οι οποίες προκαλούνται από τους παρατύπως διευθετηθέντες αμπελώνες κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1493/1999, ενώ διέθετε στοιχεία βάσει των οποίων μπορούσε να προβεί στον προσδιορισμό αυτό, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως λογαριασμών του άρθρου 31, παράγραφος 1, του κανονισμού 1290/2005. Περαιτέρω, το επιχείρημα που αντλείται από το ότι δεν ελήφθη υπόψη το επίπεδο των ενισχύσεων που δύνανται να χορηγηθούν στο μέλλον δεν είναι λυσιτελές, εφόσον, βάσει των προσκομισθέντων από τις ελληνικές αρχές στοιχείων, ήταν δυνατός ο προσδιορισμός των αμπελοτεμαχίων που έλαβαν παρατύπως ενισχύσεις κατά τη διάρκεια των 24 μηνών που προηγήθηκαν του από 18 Φεβρουαρίου 2009 εγγράφου παρατηρήσεων, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 31, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1290/2005, όπερ, εξάλλου, αναγνώρισε η Επιτροπή στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
192    Δεύτερον, διευκρινίζεται ότι, αν η Επιτροπή βρισκόταν πραγματικά σε αδυναμία να προσδιορίσει ακριβώς το ποσό των παρανόμως καταβληθεισών ενισχύσεων λόγω των παρατύπως διευθετηθέντων αμπελώνων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1493/1999, θα μπορούσε να εφαρμόσει τις δημοσιονομικές διορθώσεις τις οποίες προβλέπουν οι κατευθυντήριες οδηγίες, λαμβάνοντας ως βάση υπολογισμού, σε κάθε νομό, τις ενισχύσεις που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο της ΚΟΑ του οίνου στο σύνολο των παραγωγών και εφαρμόζοντας το ποσοστό διορθώσεως που έκρινε κατάλληλο.
193    Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η τρίτη ένσταση της Επιτροπής.
194    Κατά τέταρτον, η Επιτροπή επικαλείται το γεγονός ότι η εφαρμογή του άρθρου 86 του κανονισμού 479/2008 είχε το πλεονέκτημα νομιμοποιήσεως των παρανόμως φυτευθέντων αμπελώνων όπως ακριβώς και μέσω της καταβολής των τελών διευθετήσεως, οι δε αμπελοκαλλιεργητές μπορούν να λάβουν ενισχύσεις στη συνέχεια.
195    Το επιχείρημα αυτό είναι, διττώς, εσφαλμένο από απόψεως δικαίου.
196    Καταρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά την ημερομηνία που εφαρμόστηκε η δημοσιονομική διόρθωση, ήτοι κατά την ημερομηνία της προσβαλλομένης αποφάσεως, στις 22 Ιουνίου 2012, δεν ήταν πλέον δυνατή, βάσει του άρθρου 86, παράγραφος 1, του κανονισμού 479/2008, η διευθέτηση των παρανόμως φυτευθέντων αμπελώνων, καθόσον η προθεσμία για το μέτρο που προβλέπει η διάταξη αυτή ήταν η 31η Δεκεμβρίου 2009, όπερ, εξάλλου, αναγνώρισε ρητώς η Επιτροπή στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
197    Στη συνέχεια, παρατηρείται ότι η διευθέτηση δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 1, του κανονισμού 479/2008 ήταν δυνατή μόνον αν ο παραγωγός κατέβαλε τα τέλη που προέβλεπε το οικείο κράτος μέλος. Αντιθέτως, καμία διάταξη του κανονισμού αυτού δεν προβλέπει τη δυνατότητα διευθετήσεως των παρανόμως φυτευθέντων αμπελώνων μέσω καταβολής από το εν λόγω κράτος μέλος ποσού ισοδύναμου με τα εν λόγω τέλη στην Επιτροπή, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, δεδομένου ότι η επιφύλαξη που προστέθηκε στο άρθρο 86, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 479/2008 δεν μπορεί να έχει τέτοιο περιεχόμενο (βλ. σκέψεις 175 έως 179 ανωτέρω).
198    Συνεπώς, δεν μπορεί νομίμως να υποστηριχθεί ότι δημοσιονομική διόρθωση, η οποία συνίσταται στην καταβολή, μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2009, από το οικείο κράτος μέλος στην Επιτροπή ποσού ισοδύναμου με τα τέλη του άρθρου 86 του κανονισμού 479/2008 καθιστά δυνατή τη διευθέτηση των παρανόμως φυτευθέντων αμπελώνων, και η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι ο εν λόγω τρόπος διευθετήσεως επιτρέπεται από οιαδήποτε νομική πράξη της Ένωσης.
199    Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η τέταρτη ένσταση της Επιτροπής.
200    Από τις σκέψεις 159 έως 199 ανωτέρω προκύπτει ότι ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως της προσφυγής είναι βάσιμος, καθόσον η Επιτροπή εφάρμοσε δημοσιονομική διόρθωση η οποία δεν αφορά τις χρηματοδοτούμενες από τα Ταμεία δαπάνες, τούτο δε ακολουθώντας προσέγγιση η οποία δεν στηρίζεται σε καμία νομική βάση (βλ. σκέψεις 175 έως 179 ανωτέρω) και αντιβαίνει ευθέως τόσο στο άρθρο 31 του κανονισμού 1290/2005 όσο και στο άρθρο 86, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 479/2008 (βλ. σκέψεις 163 έως 165, 176 και 177 ανωτέρω).
201    Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί καθόσον εφαρμόζει στην Ελληνική Δημοκρατία εξατομικευμένη δημοσιονομική διόρθωση στον τομέα του οίνου και η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά, χωρίς να απαιτείται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του τρίτου, του τέταρτου και του έκτου λόγου της προσφυγής.
 Επί των δικαστικών εξόδων
202    Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων επί ενός ή περισσοτέρων αιτημάτων τους. Υπό τις συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει να οριστεί ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)      Ακυρώνει την εκτελεστική απόφαση 2012/336/ΕΕ της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 2012, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), κατά το μέρος που επιβάλλει στην Ελληνική Δημοκρατία εξατομικευμένη δημοσιονομική διόρθωση στον τομέα του οίνου.
2)      Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3)      Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Dittrich
Schwarcz
Tomljenović
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Ιουλίου 2014.
(υπογραφές)
Περιεχόμενα

Ιστορικό της διαφοράς
1.  Επί της διορθώσεως που εφαρμόστηκε σε ορισμένες δαπάνες στον τομέα της σταφίδας
2.  Επί της διορθώσεως των δαπανών στον τομέα του οίνου
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
1.  Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
2.  Επί της διορθώσεως των δαπανών στον τομέα της σταφίδας
Θέση των υπηρεσιών της Επιτροπής μετά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1621/1999
Το νομικό πλαίσιο
Επί της ελάχιστης αποδόσεως των προοριζόμενων για την παραγωγή σταφίδων αμπελοτεμαχίων και της μειώσεώς της από τις ελληνικές αρχές
–  Διαπιστώσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής
–  Επιχειρήματα των διαδίκων
–  Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί της ειδικεύσεως των αμπελοτεμαχίων
– Διαπιστώσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής
–  Επιχειρήματα των διαδίκων
–  Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του παραρτήματος 2 των κατευθυντηρίων οδηγιών, του παραρτήματος 17 του εγγράφου AGRI/17933/2000 και του εγγράφου AGRI/60637/2006, ελλιπή αιτιολογία, δυσανάλογο χαρακτήρα των διορθώσεων και υπέρβαση των ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής
Διαπιστώσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής
Όσον αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση 100 % σχετικά με τη σουλτανίνα
–  Επιχειρήματα των διαδίκων
–  Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Όσον αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση 25 % που αφορά την κορινθιακή σταφίδα
–  Επιχειρήματα των διαδίκων
–  Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
3.  Επί της διορθώσεως των δαπανών στον τομέα του οίνου
Θέση των υπηρεσιών της Επιτροπής μετά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί των δικαστικών εξόδων

1 σχόλιο:

  1. Συγχαρητήρια στην ομάδα του ΝΣΚ που χειρίστηκε την υπόθεση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε, αναφορικά με τα σχόλια που δημοσιεύονται ότι:
1) Δε θα δημοσιεύονται δυσφημιστικά και εξυβριστικά σχόλια
2) Δε θα δημοσιεύονται ΑΣΧΕΤΑ σχόλια σε ΑΣΧΕΤΕΣ αναρτήσεις
3) Δε θα δημοσιεύονται επαναλαμβανόμενα σχόλια στην ίδια ανάρτηση
4) Δε θα δημοσιεύονται σχόλια σε Greeklish


5) Σχόλια σε ενυπόγραφα άρθρα θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.
6) Σχόλια σε ενυπόγραφο σχόλιο θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.

7) ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ "ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ"