Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΦΕΤΩΝ ΘΩΜΑΙΤΣΑΣ ΠΑΤΡΩΝΑ, ΥΠΟΨΗΦΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ Δ.Σ.ΤΗΣΕ.Δ.Ε.



ΕΜΠΡΟΣ ΝΑ ΑΝΑΚΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΜΑΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ
Αγαπητοί συνάδελφοι
Η διαπίστωση ότι η Δικαιοσύνη στον τόπο μας ανταγωνίζεται σε
απαξίωση την πολιτική εξουσία, είναι πλέον καθολική.  Μία περιήγηση στις σελίδες των ηλεκτρονικών και των συμβατικών  μ.μ.ε.  των δύο τελευταίων μηνών αρκεί για να σας πείσει. Η κρίση αξιών έχει προσβάλει τη Δικαιοσύνη στην ουσία της, ως θεσμό, καθώς η δυσπιστία και η αμφισβήτηση, όχι μόνο του λαϊκού στοιχείου, αλλά και του  νομικού κόσμου,  δεν περιορίζεται απλά σε ζητήματα   ποιότητας  και ταχύτητας  της παροχής υπηρεσιών από τους δικαστές προς τους πολίτες, αλλά  συχνά ακουμπά και ζητήματα ηθικής διαφθοράς, όχι απαραίτητα με υλικά ανταλλάγματα, διότι τα "δώρα" της πολιτικής εξουσίας  μπορεί να είναι ποικίλα.
Στις θλιβερές αυτές διαπιστώσεις, πολύ έχει συντελέσει (και μόνο κάποιος που εθελοτυφλεί  δεν το παραδέχεται)  η όσμωση της πολιτικής με τη  δικαστική εξουσία.  Η όσμωση αυτή, που μόνο κακές παρενέργειες προκαλεί στη δικαστική ανεξαρτησία, είναι αναγκαίο παράγωγο του θεσμοθετημένου τρόπου της επιλογής της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων και εν προκειμένω του Αρείου Πάγου που ενδιαφέρει εμάς. Το ισχύον σύστημα επιλογής από το Υπουργικό Συμβούλιο (έστω και μετά από μία ανούσια ακρόαση στη διάσκεψη των προέδρων της Βουλής) κατακρίνεται σφόδρα, κυρίως με τη σκέψη ότι δημιουργεί εξάρτηση της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την πολιτική εξουσία. 
Έγινε πριν μερικές μέρες συζήτηση  στη Βουλή για την Δικαιοσύνη με κατηγορίες εκατέρωθεν ότι γίνονταν και γίνονται παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη και ότι με κυβερνητικές παρεμβάσεις ναρκοθετείται η ανεξαρτησία της. Το έργο αυτό το έχουμε ξαναδεί γιατί έχει παιχθεί πολλές φορές. Με το Σύνταγμα του 1975 στο άρθρο 90 προβλέπεται ότι η ηγεσία της Δικαιοσύνης ορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, δηλαδή από την εκάστοτε κυβέρνηση, την εκτελεστική εξουσία. 
Είναι διαπιστωμένο πλέον ότι ένας τέτοιος τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης  δημιουργεί τον ομφάλιο λώρο μεταξύ της εκτελεστικής εξουσίας και της δικαστικής  και ότι η εκάστοτε κυβέρνηση επιλέγοντας την ηγεσία της Δικαιοσύνης επεμβαίνει και ασκεί έλεγχο,καταργώντας στην πράξη την διάκριση των εξουσιών. Όλα τα κόμματα, όσο είναι στην αντιπολίτευση, καταγγέλλουν   το γεγονός, υπόσχονται να το αλλάξουν με δημοκρατικότερο τρόπο, αλλά όταν γίνονται  κυβέρνηση, το ξεχνούν, απλά γιατί τους εξυπηρετεί και αυτούς στα σχέδιά τους να μην έχουν μία ενοχλητική δικαστική εξουσία.
Οι πάντες λοιπόν έχουν κατανοήσει ότι ο ομφάλιος λώρος που συνδέει την πολιτική και τη δικαστική εξουσία με κίνδυνο παθολογικών εξελίξεων (ο νοών νοείτω)  είναι βασικά η επιλογή της ηγεσίας μας από την Κυβέρνηση. Και κάθε κυβέρνηση (λογικό είναι) δεν  θέλει να έχει ξένους προς αυτήν στη ηγεσία της δικαιοσύνης. Θέλει να έχει "ημέτερους"  και ελάχιστα ενοχλητικούς. Όχι, ότι αυτό πάντοτε το επιτυγχάνει, αλλά αυτές είναι οι προθέσεις των πολιτικών.
Για να γίνει κατανοητό πόσο επηρεάζει τη Δικαιοσύνη ο  ισχύων σήμερα τρόπος επιλογής, σας αναφέρω τα εξής αριθμητικά στοιχεία: Ο Άρειος Πάγος σήμερα αποτελείται από 60 περίπου αρεοπαγίτες, 10 αντιπροέδρους και τον πρόεδρο, σύνολο 71 δικαστές. Από αυτούς, το υπουργικό συμβούλιο εμπλέκεται στην επιλογή των αντιπροέδρων και του προέδρου, δηλαδή στην επιλογή 11 δικαστών, που σημαίνει ότι η κυβέρνηση εμπλέκεται στην επιλογή του 15% περίπου των μελών του Αρείου Πάγου, κατά το ίδιο δε ποσοστό εμπλέκεται η κυβέρνηση και στα άλλα δύο ανώτατα δικαστήρια.
Γι'  αυτό επανειλημμένα έχουν γίνει και επιλογές με κριτήρια πολιτικής σκοπιμότητας. Υπάρχουν και πολιτικοί που έχοντας τη σχετική εξουσία υποκύπτουν στον πειρασμό να επιλέγουν ηγεσία στη Δικαιοσύνη η οποία νομίζουν ότι θα εξυπηρετεί την πολιτική τους. Επίσης φαίνεται να έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης και ιδίως του νομικού κόσμου στο αδιάβλητο των επιλογών από την εκάστοτε κυβέρνηση. Αυτά αποτελούν επαρκείς λόγους για να αφαιρεθεί (με αναθεώρηση του άρθρου 90 του Συντάγματος) η σχετική αρμοδιότητα από το Υπουργικό Συμβούλιο. 
Η καλύτερη κατά τη γνώμη μου λύση θα ήταν να ανατεθεί η αρμοδιότητα επιλογής της δικαστικής ηγεσίας σε εξωδικαστικό συλλογικό όργανο, με την αντιπροσωπευτικότερη δυνατή σύνθεση, ώστε τυχόν «εξαρτήσεις» να διαχέονται σε ευρύ κύκλο προσώπων από πολλούς χώρους (όχι μόνο της πολιτικής) και έτσι να εξαφανίζονται ή να αποδυναμώνονται. Στο όργανο αυτό θα μπορούσαν να μετέχουν εκπρόσωποι της νομοθετικής εξουσίας- όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων, ανάλογα με τη δύναμή τους-, της εκτελεστικής εξουσίας (π.χ. ο υπουργός Δικαιοσύνης), του νομικού πανεπιστημιακού και δικηγόρου κόσμου, και φυσικά ανώτατοι δικαστικοί. 
Ενώ λοιπόν τυπικά πάντοτε είχαμε ως προμετωπίδα των συνδικαλιστικών μας επιδιώξεων  την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και τη δημοκρατικότερη επιλογή της ηγεσίας μας, εν τούτοις αυτό ουδέποτε  αποτέλεσε μία ουσιαστική και καίρια επιδίωξη των εκάστοτε διοικήσεων της Ενώσεως και μάλλον είχε μία διακοσμητική θέση στην ατζέντα τους. 
Καιρός είναι να το επιδιώξουμε σθεναρά και με υπευθυνότητα και αυτό θα αποτελέσει, αν με τιμήσετε με την ψήφο σας και με εκλέξετε, βασικό αγωνιστικό μέλημά μου, παράλληλα βέβαια με τα άλλα στενά συνδικαλιστικά ζητήματα του κλάδου, τα οποία επίσης είναι σπουδαία και δεν πρέπει να εγκαταλείπουμε γιατί και αυτά θωρακίζουν θεσμικά την ανεξαρτησία μας. 
Τέλος, ένα άλλο σημαντικότατο ζήτημα, το οποίο άπτεται της ουσίας της δικαστικής μας ακεραιότητας και ανεξαρτησίας είναι ο διορισμός συνταξιούχων δικαστών σε θέσεις συνήθως προέδρων αλλά και απλών μελών στα διοικητικά συμβούλια των λεγόμενων Ανεξαρτήτων Αρχών που και πολλές είναι και παχυλούς μισθούς παρέχουν. Η εκτελεστική εξουσία έχει επιλέξει και αυτόν τον τρόπο "διείσδυσης" στο δικαστικό σώμα. Επιλέγεικάποιους εκ των ανωτάτων δικαστών, με κριτήρια που εκείνη ορίζει και, αμέσως μετά τη συνταξιοδότησή τους, τους προσφέρει αυτήν την ποθητή απασχόληση. Αναρωτηθήκαμε όμως γιατί η κάθε Κυβέρνηση επιλέγει τον ένα ή τον άλλο ανώτατο δικαστή για τις περιζήτητες αυτές θέσεις και όχι έναν άλλον; Μεσολάβησαν κάποιες διαβεβαιώσεις ή άλλους είδους  αθέμιτες συναλλαγές;   Αν εξετάσει κάποιος προσεκτικά τις επιλογές των προσώπων των τελευταίων 20 ετών, θα βγάλει τα συμπεράσματά του εύκολα. Θα διαπιστώσει μάλιστα και  εκλεκτικές συγγένειες με τις απελθούσες διοικήσεις της Ενώσεώς μας.
Το ζήτημα λοιπόν αυτό έχει σημαντικότατη διάσταση, καταρχάς διότι με τον τρόπο αυτό κλονίζεται εμμέσως η ανεξαρτησία της εν ενεργεία δικαιοσύνης, λόγω των κινδύνων διαπλοκής που μπορεί να ανακύψουν κατά τα τελευταία χρόνια της καριέρας των δικαστικών λειτουργών.
Έχει όμως και άλλη μία παράμετρο, καθόλου ευκαταφρόνητη. Η πολιτική εξουσία εξασφαλίζει περιζήτητες θέσεις στελεχών των Ανεξαρτήτων Αρχών σε συνταξιούχους άνω των 67 ετών,  τη στιγμή που υπάρχουν άνεργοι νέοι άνθρωποι με ικανότητες και  επιστημονικούς τίτλους αξιοζήλευτους
Το Σύνταγμα απαγορεύει στην ουσία του διορισμούς αυτούς των συνταξιούχων δικαστών  βλ.  άρθρα 21 παρ. 5 (δημογραφική πολιτική) και 22 παρ. 1 του Συντάγματος (δικαίωμα εργασίας και  υποχρέωση του Κράτους να δημιουργήσει συνθήκες απασχόλησης για όλους). Επομένως, όχι μόνο για λόγους έμμεσης  διαφθοράς της συνειδήσεως των ανωτάτων δικαστών με την υπόσχεση  τέτοιων  θέσεων, αλλά και για λόγους συνδεόμενους με την προστασία της εργασίας των νέων (των οποίων η ανεργία εκτιμάται σε εξήντα τοις εκατό τουλάχιστον), πρέπει ως Ένωση να επιδιώξουμε να μπει ένα τέρμα στ'  αυτήν την κατάσταση. Σας υπόσχομαι να αγωνιστώ και γι'  αυτό αν εκλεγώ.
Υπάρχει και ένα τελευταίο, για το οποίο η μέχρι τώρα δράση της Ενώσεώς μας παρουσιάζει μεγάλο έλλειμμα.Το γνωρίζετε από την πρόσφατη συζήτηση για τη Δικαιοσύνη στη Βουλή. Είναι πολύ  ανησυχητικό το γεγονός ότι, όχι μία αλλά αρκετές φορές, τα τελευταία χρόνια με πρόταση της  κυβέρνησης το Κοινοβούλιό μας  ψήφισε τροπολογίες που συνιστούσαν ωμή επέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης  αποποινικοποιώντας αδικήματα κ.λπ. για να ευνοήσουν συγκεκριμένα συμφέροντα και πρόσωπα. Μέσα στον ορυμαγδό των εκατέρωθεν καταγγελιών, δεν αξιολογήθηκε από τη διοίκηση της Ενώσεως  η βαρύτητα του γεγονότος, ότι δηλαδή το Ελληνικό Κοινοβούλιο ψήφισε τροπολογίες που οδηγούσαν στην ατιμωρησία για συγκεκριμένα αδικήματα συγκεκριμένων ατόμων… Είναι και αυτό φαινόμενο της γενικότερης απαξίωσης των θεσμών που με ευθύνη αυτών που τους υπηρετούν μειώνεται το κύρος τους  στη συνείδηση του πολίτη, ενισχύονται αντανακλαστικά ακραίες πολιτικές δυνάμεις  και   δημιουργούνται κίνδυνοι και για την σωστή λειτουργία του πολιτεύματος. Πιστεύω ότι το διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης πρέπει να έχει υγιέστερα αντανακλαστικά σε τέτοια νοσηρά φαινόμενα και να παρεμβαίνει αποτρεπτικά με καταγγελτικές αλλά βαθιά μελετημένες ανακοινώσεις έγκαιρα και όχι εκ των υστέρων. Σας υπόσχομαι να αγωνιστώ και γι'  αυτό με ευσυνειδησία και χωρίς παρωπίδες αν εκλεγώ.
Αγαπητοί συνάδελφοι,  
στα ζητήματα, με τα οποία θέλω να αγωνιστώ και να ασχοληθώ, αν με τιμήσετε με την ψήφο σας και εκλεγώ, περιλαμβάνεται σαφώς η ποιότητα και ταχύτητα της απονομής της Δικαιοσύνης. Κατ' εμέ, δεν νοείται να προβάλλουμε αξιώσεις μόνο για τη βελτίωση της επαγγελματικής και οικονομικής μας θέσεως, χωρίς ταυτόχρονα με τον ίδιο ζήλο να εργαζόμαστε και για τη βελτίωση της κατάστασης της Δικαιοσύνης.
Η Δικαιοσύνη καταξιώνεται στη συνείδηση των πολιτών, όταν είναι αποτελεσματική. Αλλά για να θεωρείται αποτελεσματική, πρέπει να είναι ορθή και ταχεία. Το δίλημμα της επιλογής μεταξύ ταχείας και ορθής δικαιοσύνης είναι ψευδεπίγραφο. Η ορθή δικαιοσύνη δεν μπορεί παρά να είναι και ταχεία. 
Βέβαια για τη βελτίωση της κατάστασης έγιναν και γίνονται προτάσεις πολλές και έλαβαν χώρα πολλές εφαρμογές, πλην όμως το ουσιαστικό αποτέλεσμά τους είναι φτωχό. Τα τελευταία χρόνια πληθώρα νομοθετημάτων περιλάμβαναν στον τίτλο τους την «ταχύτητα απονομής Δικαιοσύνης», τα περισσότερα από αυτά χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα – άλλωστε δεν μπορεί οι νόμοι για τη δικαιοσύνη να αλλάζουν με κάθε Υπουργό.
Φρονώ ότι υπάρχουν πράγματα που απαιτούν χρόνο για να αλλάξουν στη Δικαιοσύνη και άρα χρειάζονται μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Υπάρχουν όμως και "κακώς κείμενα", για τα οποία απαιτείται και είναι εφικτή μία άμεση διορθωτική παρέμβαση. Για τα τελευταία ακριβώς αυτά σκοπεύω να αγωνιστώ κατά τις δυνάμεις μου. 
Οι στόχοι μου κατατείνουν προς την εξής κατεύθυνση: Θέλουμε ή δεν θέλουμε να είμαστε δικαστές με ικανότητα διάκρισης του ουσιώδους από το επουσιώδες; Θέλουμε ή δεν θέλουμε να είμαστε δικαστές με κοινωνική ευαισθησία, με συνείδηση της ιδιαιτερότητας του λειτουργήματός  μας; 
Γι'  αυτό πρέπει (μαζί με τα θεσμικά όργανα της Δικαιοσύνης) και η Ένωσή μας να απαιτήσει νομοθετικές επιλογές που θα εξασφαλίσουν στους δικαστές τις προϋποθέσεις να εργάζονται με επιμέλεια και αυταπάρνηση, μετριοφροσύνη και κοινωνικότητα, ευγένεια του χαρακτήρα και ευπροσηγορία, ικανότητα δημιουργικής ακρόασης, αταραξία και απάθεια κατά τις εντάσεις, συναισθηματική ωριμότητα, έλλειψη προσωπικών εξαρτήσεων κ.α.
Πιστεύω (και θα αγωνιστώ γι'  αυτό) ότι  οι δικαστές πρέπει να αντιμετωπίζονται αξιοκρατικά, αλλά και να ελέγχονται δίκαια και υπεύθυνα από τα αρμόδια προς τούτο όργανα. Η ισοπεδωτική αξιολόγηση με προαγωγές κατ’ αρχαιότητα, ακόμη και στους βαθμούς ή στις θέσεις που απαιτούν εντελώς εξαιρετικά προσόντα, πρέπει να λήξουν. Ομοίως και  η κακώς εννοούμενη συναδελφική επιείκεια. Όλα αυτά αναιρούν την έφεση των (πράγματι πολλών) ικανών δικαστών να μοχθήσουν και να αποδώσουν περισσότερο. Απαιτείται λοιπόν (και πρέπει ως Ένωση να εργασθούμε πάνω σ'  αυτό) μία νέα προσέγγιση του τρόπου ουσιαστικότερης και δικαιότερης επιθεώρησης με ομοιόμορφο τρόπο και αντικειμενική αξιολόγηση.
Έχω τη γνώμη ότι επιβάλλεται άμεσα ο εξορθολογισμός της κατανομής των οργανωτικών υποδιαιρέσεων της Δικαιοσύνης με διασπάσεις και συγχωνεύσεις δικαστικών υπηρεσιών. Κατ' αρχήν το Πρωτοδικείο Αθηνών πρέπει να διασπασθεί, με τη δημιουργία άλλων δύο πρωτοδικείων. Επίσης πρέπει επιτέλους να γίνει και η ενοποίηση των Μονομελών Πρωτοδικείων με τα Ειρηνοδικεία. Η δικαστική χωροταξία της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, με τα 19 Εφετεία και τα 63 Πρωτοδικεία (συν τα μεταβατικά) και το μικρό ποσοστό υπηρετούντων δικαστών σε πρωτοβάθμια δικαστήρια (58%, με ευρωπαϊκό μέσο όρο +/-70%), πρέπει να αναθεωρηθεί. Η αναθεώρηση πρέπει να γίνει σε συνάρτηση με την κίνηση των υποθέσεων ώστε να συνδεθεί ο αριθμός των οργανικών θέσεων με τον πραγματικό φόρτο εργασίας. Παράλληλα πρέπει να συντελέσουμε και εμείς ως Ένωση στην προώθηση του θεσμού της Διαμεσολάβησης. Η επίλυση διαφορών από την πολιτική δικαιοσύνη είναι χρονοβόρα και κοστοβόρα.
Πρέπει η Ένωσή μας επίμονα και συστηματικά να εργασθεί για την απαραίτητη  ενίσχυση εκείνων των υπηρεσιών που διευκολύνουν τις διαδικασίες (βελτίωση τεχνικών υποδομών, αξιοποίηση νέων τεχνολογιών). Ο απαρχαιωμένος τρόπος τήρησης πρακτικών των δικαστηρίων πρέπει να σταματήσει και να αντικατασταθεί με τη στενογραφία με τελικό στόχο την παράλληλη καθιέρωση βιντεοσκόπησης των συνεδριάσεων.
Έχω τη γνώμη και δεν μου λείπει το θάρρος να το υποστηρίξω ότι πρέπει με  σοβαρότητα να εξετασθεί το ζήτημα της πράγματι αργής απονομής της δικαιοσύνης, κυρίως της ποινικής.  Πρέπει να εξευρεθεί επί πλέον προσωπικό, χρόνος και τόπος για την παραγωγή περισσότερου δικαστικού έργου. Δεν πρέπει  φυσικά να παραγνωρίζουμε  και το δικό μας ποσοστό ευθύνης  στο κεφάλαιο της  ταχύτερης διεκπεραιώσεως των ποινικών ιδίως δικών. Σε κάθε δικαστήριο, για κάθε δικάσιμο πρέπει να γίνεται επίσημος απολογισμός: Πόσες υποθέσεις είχαν προσδιορισθεί; Πόσες δικάστηκαν; Πόσες αναβλήθηκαν;  Έτσι θα εξάγεται  δείκτης αποτελεσματικότητας κάθε δικαστή και συνθέσεως.
Πρέπει επίσης ως Ένωση να  επιδιώξουμε να καθιερωθεί ένα νομοθετικό πλαίσιο που θα διευκολύνει την τυποποίηση και απλούστευση του σκεπτικού των αποφάσεων σε δεκτικές τέτοιας τυποποίησης υποθέσεις.
Εν κατακλείδι, αγαπητοί συνάδελφοι, ζητώ την ψήφο σας για να αγωνιστώ για όλα τα παραπάνω αλλά και για άλλα, που δεν είναι λίγα ούτε ασήμαντα, θεσμικά ζητήματαΦυσικά δεν θα παραβλέπω να υποστηρίζω όλα τα δίκαια κλαδικά ζητήματα του συνόλου του δικαστικού κόσμου και ιδιαίτερα των δικαστών του πρώτου βαθμού: α) Των ειρηνοδικών, στους οποίους ουσιαστικά έχει ανατεθεί ύλη και καθήκοντα πρωτοδίκη και  φυσικά τα ανταπεξέρχονται επιτυχώς και γι'  αυτό καιρός είναι να υλοποιηθεί, φυσικά μετά από διαβούλευση των αρμοδίων φορέων και την έκφραση γνώμης βασικά των ειρηνοδικών  για τη μεταβατική κατάσταση, η  ενοποίηση των ειρηνοδικείων με τα πρωτοδικεία σε ενιαία κατηγορία δικαστηρίων πρώτου βαθμού,Και β) των πρωτοδικών, που επωμίζονται το τεράστιο βάρος της διεκπεραιώσεως της ουσιαστικής δικαιοσύνης με ηρωϊσμό και αυτοθυσία. Τους αξίζει η μέγιστη προσοχή και η πλέον υπεύθυνη βοήθεια των παλαιότερων συναδέλφων για να επιτύχουν ακόμα περισσότερα στην ταχύτητα και την ποιότητα τουδικαιοδοτικού έργου τους. Φυσικά, για το σύνολο των δικαστών αξίζει κάθε αγώνας για τη διατήρηση, στα πλαίσια βέβαια της οικονομικής κρίσης που οι Έλληνες σήμερα βιώνουν, των οικονομικών απολαβών μας στο ανάλογο με το λειτούργημά μας ύψος, όπως και το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 88.

 ΕΜΠΡΟΣ ΝΑ ΑΝΑΚΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΜΑΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ




5