Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΝΟΜΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ





Οι δυσλειτουργίες της Ελληνικής Δικαιοσύνης αντανακλούν τα γενικότερα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας και του
πολιτικού συστήματος. Η διαρκούσα κοινωνικοοικονομική κρίση επιβαρύνει αλλά ταυτόχρονα οξύνει τα ιδιαίτερα σύνθετα και πολύπλοκα προβλήματα. Τα τελευταία τουλάχιστον τριάντα χρόνια ανακυκλώνεται συνεχώς στις συζητήσεις του νομικού κόσμου οι καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης, ένα φαινόμενο που προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία και μπορεί να θέσει σε διακινδύνευση την εμπιστοσύνη των πολιτών στην αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος, ενώ δυστυχώς σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί θεωρηθεί ότι συνιστά εμπόδιο στην πρόσβαση σε δικαστήριο, ήτοι αρνησιδικία.  Είναι αλήθεια ότι υφίσταται μια αντινομία μεταξύ της ταχύτητας και της ορθότητας  στην απονομή της δικαιοσύνης γεγονός που οδηγεί στον εύλογο προβληματισμό αν η προσήλωση στην ταχύτητα μπορεί να αποβεί εις βάρος της δεύτερης. Το σίγουρο είναι ότι οι επιδόσεις και η αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης δεν μπορούν να εκφραστούν με απόλυτα αριθμητικά δεδομένα, ούτε εύκολα μπορούν να αποδοθούν αντικειμενικά. Η χρονικά πιεζόμενη συνεχώς δικαιοσύνη μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνα μονοπάτια. Η δικαιοσύνη αποτελεί τμήμα του ανθρωπολογικού, κοινωνικού και πολιτισμικού γίγνεσθαι μίας κοινωνίας. Επί σειρά ετών παρακολουθούμε μια άνευ προηγουμένου νομοθετική παρέμβαση και μεταβολή νομικών πλαισίων με τρόπο που αποκαλύπτει κοινωνική και νομική απειρία, έχοντας αναγάγει βασικό στόχο την μεταρρύθμιση για την μεταρρύθμιση. Αποτέλεσμα αυτών υπήρξε η αύξηση της επέμβασης των δικαστηρίων στην κοινωνία και η αλόγιστη προσφυγή των πολιτών σ΄αυτή. Όπως ορθώς αναφέρθηκε από τον Καθηγητή Λ. Γεωργακόπουλο «…το δικαστήριο και το δίκαιο δεν είναι «για χόρταση».  Διαφορετικό το ζήτημα της εύκολης πρόσβασης στην δικαιοσύνη, και άλλο εκείνο που κατευθύνει τον πολίτη στο δικαστήριο, διότι η αύξηση αναθέσεως υποθέσεων στο δικαστήριο προκαλούμενη από την ψευδαίσθηση του νομοθέτη ότι όλα μπορούν να επιλυθούν αποκλειστικά από αυτό, δημιουργεί μια κατάσταση που ως υπερβολή βλάπτει και την δικαιοσύνη και τον πολίτη. Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές Αρχές Βελτίωσης του Ρυθμιστικού Πλαισίου κατά τη σύνταξη νέων νομοθετικών ρυθμίσεων πρέπει να τηρούνται οι αρχές της Αναγκαιότητας, της Αναλογικότητας, της Υπευθυνότητας, της Συνέπειας, της Διαφάνειας και της Αποτελεσματικότητας. Συνεπώς η νομοθετική επέμβαση πρέπει να επισυμβαίνει όταν υπάρχει ανάγκη και αφού εξεταστούν όλες οι άλλες εναλλακτικές επιλογές, ο δε νομοθέτης πρέπει να είναι σε θέση να εξηγήσει πώς και γιατί κατέληξε στο συγκεκριμένο περιεχόμενο της ρύθμισης.  Η προσφυγή των πολιτών στη Δικαιοσύνη οφείλει να είναι εκλογικευμένη, ενώ πρέπει να επανεξετασθεί το θέμα εάν χρειάζονται όλοι οι βαθμοί δικαιοδοσίας τόσο στην πολιτική όσο και στην ποινική δίκη. Ο εξωδικαστικός διακανονισμός των διαφορών των πολιτών μπορεί να αποτελέσει ένα μηχανισμό  αποφυγής προσφυγής άνευ σοβαρού λόγου στη Δικαιοσύνη.  Η εμπέδωση και λειτουργία στην ελληνική κοινωνία των μηχανισμών της εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών, θα έχει ως άμεση συνέπεια την αποδέσμευση δικαστών από τις υποθέσεις που θα επιλύονται εξωδικαστικά προς ενίσχυση των υπολοίπων. Εν κατακλείδι ο μέχρι πρότινος κύριος στόχος της Ένωσης για αύξηση οργανικών θέσεων προκειμένου να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της βραδείας απονομής της Δικαιοσύνης, εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι δεν οδήγησε πουθενά. Αντίθετα οδήγησε σε υπερπληθυσμό του Δικαστικού Σώματος και αύξηση του λειτουργικού κόστους της Δικαιοσύνης χωρίς την αντίστοιχη ανταποδοτικότητα. Ήρθε η ώρα να μελετήσουμε και να προτείνουμε στην πολιτεία άλλους τρόπους επίλυσης του φαινομένου, με επίκεντρο τη μείωση της δικαστηριακής ύλης. Τέλος, ενόψει της αναμενόμενης αναθεώρησης του Συντάγματος πρέπει να αναληφθεί πρωτοβουλία για την διατύπωση εμπεριστατωμένης πρότασης για τον λειτουργικό περιορισμό της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης χωρίς έκπτωση των θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων, προασπιστής των οποίων είναι ο Δικαστής. Είναι αναγκαίο να αιτηθούμε την αλλαγή της συνταγματικής διάταξης  με την οποία θα περιοριστεί η αιτιολογία επί αποφάσεων  πολιτικής δίκης.

Ελευθερία Κώνστα
Πρόεδρος Πρωτοδικών
Υποψήφια για το ΔΣ της Ένωσης