Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

ΕΔΔΑ: Jesus Pinhal κατά Πορτογαλίας. Νέα μεθοδολογία του ne bis in idem στις παράλληλες ποινικές και διοικητικές κυρωτικές διαδικασίες


  

 

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Jesus Pinhal κατά Πορτογαλίας της 09.07.2026, προσφ. αριθ. 48047/15 και 2276/20, Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης 

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, μέλος και Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας Banco Comercial Português (BCP), και από τον Αύγουστο του 2007 Πρόεδρος της εκτελεστικής επιτροπής της, αντιμετώπισε τρεις παράλληλες διαδικασίες σχετικά με την απόκρυψη ζημιών και τη διαβίβαση ψευδών ή ελλιπών πληροφοριών προς τις εποπτικές αρχές και την αγορά: ποινική διαδικασία, διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (CMVM) και διαδικασία ενώπιον της Τράπεζας της Πορτογαλίας (BdP). Στην ποινική διαδικασία η αρχική έρευνα περιλάμβανε χειραγώγηση αγοράς, πλαστογραφία και απάτη, αλλά ο προσφεύγων παραπέμφθηκε τελικά σε δίκη για χειραγώγηση αγοράς και πλαστογραφία, ενώ δεν παραπέμφθηκε για απάτη. Επικαλέστηκε παραβίαση της αρχής ne bis in idem, κατά το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου.

Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης έκρινε καταρχάς ότι η «δήλωση» της Πορτογαλίας, με την οποία η έννοια της «ποινικής υπόθεσης» στα άρθρα 2 και 4 του 7ου Πρωτοκόλλου περιοριζόταν σε όσα το εσωτερικό δίκαιο χαρακτηρίζει ποινικά, συνιστούσε στην πραγματικότητα επιφύλαξη. Η επιφύλαξη κρίθηκε άκυρη για δύο λόγους: αφενός επειδή ήταν ασυμβίβαστη με το αντικείμενο και τον σκοπό του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, αφετέρου επειδή δεν συνοδευόταν από «σύντομη έκθεση του σχετικού νόμου», όπως απαιτεί το άρθρο 57 § 2 ΕΣΔΑ. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διατήρησε την καθ’ ύλην αρμοδιότητά του.

Επί της ουσίας, το Δικαστήριο επαναδιατύπωσε τη μεθοδολογία των τριών συνιστωσών του ne bis in idem: διατήρησε τα κριτήρια Engel για τον ποινικό χαρακτήρα των διαδικασιών, αποσαφήνισε και αυστηροποίησε την προϋπόθεση idem, απαιτώντας ταυτότητα των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και όχι απλή ομοιότητα, και, ως προς το bis, επιβεβαίωσε την προσέγγιση A και B κατά Νορβηγίας, αλλά την αναδιαμόρφωσε μέσω νέου δομημένου ελέγχου των ολοκληρωμένων κατασταλτικών συστημάτων. Η εξέταση των διαφορετικών προστατευόμενων εννόμων αγαθών μεταφέρθηκε από το στάδιο του idem στο στάδιο του bis, ενώ η αναλογικότητα της συνολικής κύρωσης αναβαθμίστηκε σε πρωταρχικό, ενδεχομένως καθοριστικό, κριτήριο.

Εφαρμόζοντας τη νέα προσέγγιση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι τρεις διαδικασίες εντάσσονταν σε ολοκληρωμένο κατασταλτικό σύστημα, το οποίο επέτρεπε την καταστολή διαφορετικών πτυχών των ίδιων πραγματικών περιστατικών κατά τρόπο προβλέψιμο, συντονισμένο και αναλογικό. Έκρινε, με 15 ψήφους έναντι 2, ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου και, με 16 ψήφους έναντι 1, ότι δεν ήταν αναγκαία η χωριστή εξέταση της αιτίασης υπό το άρθρο 13 ΕΣΔΑ. Η προσφυγή αριθ. 2276/20 χωρίστηκε από την προσφυγή αριθ. 48047/15, διότι το Τμήμα είχε κηρύξει απαράδεκτο το σύνολο των αιτιάσεων της προσφυγής αριθ. 2276/20, με αποτέλεσμα το αντικείμενο ενώπιον της Ευρείας Σύνθεσης να περιοριστεί στην προσφυγή αριθ. 48047/15, ήτοι στην αιτίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, σε συνδυασμό με το άρθρο 13. Διατυπώθηκαν μία εν μέρει μειοψηφούσα γνώμη του δικαστή Pavli και μία μειοψηφούσα γνώμη του δικαστή Serghides.

 

 


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΑΔΕΙΑ ΤΗΣ https://www.echrcaselaw.com ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: