Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Διεθνής ποινική δικαστική συνεργασία, εφαρμοστέο δίκαιο, συλλογή αποδείξεων μέσα από τη νομολογία του ΔΕΕ και την εθνική νομολογία. Πρακτικά ζητήματα.


Επιμέλεια:

Λάμπρος Σ. Τσόγκας

Εισαγγελέας Εφετών

 

 

 

 

 

Περίληψη:

Πρακτικά ζητήματα από τις υπ’αριθμ. C-722/23 και C-91/24 αποφάσεις του ΔΕΕ για τη μη εκτέλεση ΕΕΣ.

Η ανάγκη ή μη υποβολής προδικαστικού ερωτήματος σύμφωνα με την υπ’αριθ. C-767/2023 απόφαση του ΔΕΕ.

Η συλλογή βιομετρικών δεδομένων από την αστυνομία με βάση την C-371/24 απόφαση του ΔΕΕ.

Η νομιμότητα της πρόσβασης δημοσίων αρχών στα δεδομένα ταυτοποίησης των κατόχων των καρτών SIM, που ενεργοποιήθηκαν με κλαπέν κινητό τηλέφωνο, όπως το επώνυμο, το όνομα με βάση την υπ’αριθ.C-207/16 απόφαση του ΔΕΕ.

Οι αρχές locus regit actum και forum regit actum στη διεθνή δικαστική συνεργασία

Πρακτικά ζητήματα στην ΕΕΕ.

Οι περιπτώσεις των υπ’αριθμ. 1046/2006, 11150/1989 αποφάσεων του Αρείου Πάγου στις τηλεφωνικές επισυνδέσεις.

Η περίπτωση της μη ικονοποίησης αιτήματος δικαστικής συνδρομής στα πλαίσια της ευρωπαϊκής σύμβασης για τη δικαστική συνδρομή σύμφωνα με την υπ’αριθ. 957/2003 απόφαση  Τριμ.Πλημ.Πειρ.

Η υπ’αριθ.1801/2016 απόφαση του ΑΠ για τα άκυρα αποδεικτικά μέσα και η υπ’αριθ.1068/2003 απόφαση του ΑΠ για το ζήτημα της προβληθείσας πλαστότητας εγγράφου.

Η υπ’αριθ.C-349/21 απόφαση του ΔΕΕ για την αιτιολογία του αιτήματος δικαστικής συνδρομής.

 

 

===Σε ό,τι αφορά την εκτέλεση ΕΕΣ αξίζει να σημειωθεί απόφαση του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-722/23 και C-91/24 | [Rugu και Aucroix]. Σύμφωνα με το ΔΕΕ το Κράτος μέλος, το οποίο αρνείται να εκτελέσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης λόγω των συνθηκών κράτησης, που επικρατούν στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, οφείλει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου η ποινή φυλάκισης να εκτελεστεί στο δικό του έδαφος.

 

===Περαιτέρω σε ό,τι αφορά την ανάγκη υποβολής προδικαστικού ερωτηματος χρήσιμη είναι η απόφαση του ΔΕΕ  στην υπόθεση C-767/23. Στην απόφασή του αυτή το ΔΕΕ τονίζει ότι τα εθνικά δικαστήρια, των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, υπέχουν υποχρέωση υποβολής αίτησης προδικαστικής απόφασης, από την οποία προβλέπονται εντούτοις τρεις εξαιρέσεις (μη κρισιμότητα του ανακύψαντος ζητήματος του δικαίου της Ένωσης· ύπαρξη απόφασης του Δικαστηρίου, με την οποία έχει ήδη ερμηνευθεί ο επίμαχος κανόνας δικαίου της Ένωσης, ή περίπτωση σαφούς πράξης). Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της θεμελιώδους λειτουργίας, που επιτελεί η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής στην έννομη τάξη της Ένωσης, όταν το δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας αποφασίζει να μην υποβάλει αίτηση προδικαστικής απόφασης στο Δικαστήριο βάσει μίας από τις τρεις ως άνω εξαιρέσεις, η απόφασή του πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να είναι αιτιολογημένη και, άρα να εκθέτει, κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο, σε συνάρτηση με τις επίμαχες πραγματικές και νομικές περιστάσεις, τους λόγους, για τους οποίους έχει εφαρμογή μία από τις τρεις παραπάνω εξαιρέσεις. Το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος επιτρέπει σε δικαστήριο να χρησιμοποιεί συνοπτική αιτιολογία, προς τον σκοπό διασφάλισης της ορθής απονομής της δικαιοσύνης χάρη στη συντόμευση της διάρκειας των ένδικων διαδικασιών, δεν μεταβάλλει το παραπάνω συμπέρασμα. Ακόμη και σε μια τέτοια περίπτωση, εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του ανωτάτου δικαστηρίου να εκθέτει, κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο, τους λόγους, για τους οποίους κρίνει δικαιολογημένη τη μη υποβολή αίτησης προδικαστικής απόφασης στο Δικαστήριο. Στο πλαίσιο αυτό, το ανώτατο δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει το σκεπτικό του κατώτερου δικαστηρίου στην επίμαχη διαφορά, εφόσον το κατώτερο δικαστήριο έχει εκθέσει τους λόγους, για τους οποίους έκρινε είτε ότι το ανακύψαν ζήτημα του δικαίου της Ένωσης δεν ήταν κρίσιμο είτε ότι η επίμαχη διάταξη του δικαίου της Ένωσης είχε ήδη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο είτε ότι η ερμηνεία αυτή παρίστατο τόσο προφανής ώστε να μην καταλείπει περιθώριο εύλογης αμφιβολίας.

===Ακόμη σε επίπεδο αστυνομικής έρευνας, κατά την οποία γίνεται συλλογή βιομετρικών δεδομένων, ενδιαφέρει η απόφαση του ΔΕΕ στην υπ’αριθ.C-371/24 υπόθεση. Με την απόφασή του, το Δικαστήριο αποσαφηνίζει τις απαιτήσεις, που επιβάλλονται στις εθνικές αρχές όταν αυτές συλλέγουν βιομετρικά δεδομένα (δακτυλικά αποτυπώματα, φωτογραφίες) για τους σκοπούς ποινικής έρευνας. Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι τα βιομετρικά δεδομένα αποτελούν ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης, γεγονός που επιβάλλει ενισχυμένη προστασία: η επεξεργασία τους επιτρέπεται μόνον εφόσον ανταποκρίνεται σε απόλυτη ανάγκη και εφόσον υπάρχουν κατάλληλες διασφαλίσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων. Επισημαίνει ότι απλώς και μόνον η ύπαρξη βασίμων υπονοιών για ποινικό αδίκημα δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη συλλογή βιομετρικών δεδομένων. Επομένως, κάθε απόφαση για τη συλλογή στοιχείων σήμανσης πρέπει να συνοδεύεται από σαφή αιτιολογία, έστω και συνοπτική, η οποία να παρέχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να κατανοήσει τους λόγους, για τους οποίους ελήφθη το μέτρο και να ασκήσει το δικαίωμά του να το προσβάλει. Η εν λόγω υποχρέωση αιτιολόγησης δεν συνιστά υπέρμετρο βάρος για την αρμόδια αρχή, καθώς η συλλογή τέτοιων δεδομένων δεν μπορεί να έχει συστηματικό χαρακτήρα. Επιπλέον, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι εθνική ρύθμιση, που θα προέβλεπε τη συστηματική εκτέλεση των εν λόγω ενεργειών σήμανσης, χωρίς η αρμόδια αστυνομική αρχή να μπορεί να εκτιμήσει κατά περίπτωση την ύπαρξη απόλυτης ανάγκης, θα ήταν αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης, διότι θα συνεπαγόταν τη συλλογή βιομετρικών δεδομένων αδιακρίτως και γενικώς. Επομένως, το εθνικό δίκαιο πρέπει να διευκρινίζει τους συγκεκριμένους σκοπούς της συλλογής. Όσον αφορά τη νομιμότητα της κύρωσης, που επιβάλλεται για την άρνηση υποβολής σε συλλογή βιομετρικών δεδομένων, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή εξαρτάται από το αν η συλλογή, που αποτελεί τη βάση για την επιβολή κύρωσης, πληροί την προϋπόθεση περί απόλυτης ανάγκης: εάν η συλλογή πληροί την προϋπόθεση αυτή, η κύρωση δεν είναι ασύμβατη προς το δίκαιο της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, που κατοχυρώνεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

===Επίσης το ΔΕΕ απασχόλησε το ζήτημα της νομιμότητας της πρόσβασης δημοσίων αρχών στα δεδομένα ταυτοποίησης των κατόχων των καρτών SIM, που ενεργοποιήθηκαν με κλαπέν κινητό τηλέφωνο, όπως το επώνυμο, το όνομα. Το ΔΕΕ με την απόφασή του στην υπ’αριθ.C-207/16 υπόθεση τόνισε τα εξής: Με τα δύο ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να συνεξετασθούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι η πρόσβαση δημοσίων αρχών στα δεδομένα ταυτοποίησης των κατόχων των καρτών SIM, που ενεργοποιήθηκαν με κλαπέν κινητό τηλέφωνο, όπως το επώνυμο, το όνομα και, ενδεχομένως, η διεύθυνση των κατόχων αυτών, συνεπάγεται επέμβαση στα κατοχυρούμενα στα άρθρα αυτά του Χάρτη θεμελιώδη δικαιώματα των εν λόγω κατόχων έχουσα τόσο σοβαρό χαρακτήρα ώστε η πρόσβαση αυτή να πρέπει να περιορίζεται, όσον αφορά την πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων, στην καταπολέμηση της βαριάς εγκληματικότητας και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, βάσει ποιών κριτηρίων πρέπει να εκτιμηθεί η σοβαρότητα του επίμαχου αδικήματος.

  49 Συναφώς, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, όπως επεσήμανε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 38 των προτάσεών του, σκοπός της αίτησης προδικαστικής απόφασης δεν είναι να κριθεί αν τα επίμαχα στην κύρια δίκη δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διατηρήθηκαν από τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 46 της παρούσας αποφάσεως, η αίτηση αυτή αφορά μόνο το ζήτημα αν και κατά πόσον ο επιδιωκόμενος από την επίμαχη στην κύρια δίκη νομοθεσία σκοπός είναι ικανός να δικαιολογήσει την πρόσβαση δημοσίων αρχών, όπως η δικαστική αστυνομία, σε τέτοια δεδομένα, δεν έχει δε ως αντικείμενο τις λοιπές προϋποθέσεις πρόσβασης που προκύπτουν από το ως άνω άρθρο 15, παράγραφος 1.

50      Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται σχετικά με τα στοιχεία, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη ώστε να εκτιμηθεί αν τα ποινικά αδικήματα σε σχέση με τα οποία μπορεί να επιτραπεί σε αστυνομικές αρχές, για σκοπούς ποινικής έρευνας, να έχουν πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που διατηρούνται από τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, έχουν επαρκή σοβαρότητα ώστε να δικαιολογείται η επέμβαση, την οποία συνεπάγεται μια τέτοια πρόσβαση, στα κατοχυρούμενα στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη θεμελιώδη δικαιώματα, όπως τα δικαιώματα αυτά ερμηνεύθηκαν από το Δικαστήριο στις αποφάσεις της 8ης Απριλίου 2014, Digital Rights Ireland κ.λπ. (C-293/12 και C-594/12, EU:C:2014:238), και Tele2 Sverige και Watson κ.λπ.

51      Όσον αφορά την ύπαρξη επέμβασης στα ως άνω θεμελιώδη δικαιώματα, υπενθυμίζεται ότι, όπως επεσήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 76 και 77 των προτάσεών του, η πρόσβαση των εθνικών αρχών σε τέτοια δεδομένα στοιχειοθετεί επέμβαση στο κατοχυρούμενο στο άρθρο 7 του Χάρτη θεμελιώδες δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, έστω και χωρίς τη συνδρομή περιστάσεων, που θα επέτρεπαν τον χαρακτηρισμό της επέμβασης αυτής ως «σοβαρής» και ανεξαρτήτως του αν οι επίμαχες πληροφορίες για την ιδιωτική ζωή είναι ευαίσθητες ή όχι ή του αν οι ενδιαφερόμενοι υπέστησαν ή όχι πιθανές δυσμενείς συνέπειες εξαιτίας της εν λόγω επέμβασης. Μια τέτοια πρόσβαση στοιχειοθετεί επίσης επέμβαση στο θεμελιώδες δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 του Χάρτη, δεδομένου ότι συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα [βλ., υπό την έννοια αυτή, γνωμοδότηση 1/15 (Συμφωνία PNR ΕΕ-Καναδά), της 26ης Ιουλίου 2017, EU:C:2017:592, σκέψεις 124 και 126 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

52      Όσον αφορά τους σκοπούς, που μπορούν να δικαιολογήσουν εθνική νομοθεσία όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία ρυθμίζει την πρόσβαση των εθνικών αρχών στα δεδομένα, τα οποία διατηρούνται από τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και κατ’·αυτόν τον τρόπο εισάγει παρέκκλιση από την αρχή του απορρήτου των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπενθυμίζεται ότι η απαρίθμηση των σκοπών, που διαλαμβάνονται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2002/58 είναι εξαντλητική, οπότε η πρόσβαση αυτή πρέπει όντως να ανταποκρίνεται σε κάποιον από τους σκοπούς αυτούς και μόνον (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Tele2 Sverige και Watson κ.λπ., σκέψεις 90 και 115).

53      Σχετικά όμως με τον σκοπό, που ανάγεται στην πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη εγκλημάτων, επισημαίνεται ότι το γράμμα του άρθρου 15, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2002/58 δεν περιορίζει τον σκοπό αυτό στην καταπολέμηση των σοβαρών ποινικών αδικημάτων και μόνο, αλλά αναφέρεται γενικώς στα «ποινικά αδικήματα».

54      Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε μεν ότι, όσον αφορά την πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων, μόνον η καταπολέμηση της βαριάς εγκληματικότητας είναι ικανή να δικαιολογήσει πρόσβαση των δημοσίων αρχών σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που διατηρούνται από τους παρόχους υπηρεσιών επικοινωνιών και τα οποία, συνολικώς θεωρούμενα, παρέχουν τη δυνατότητα να συναχθούν ακριβή συμπεράσματα σχετικά με την ιδιωτική ζωή των προσώπων τα οποία αφορούν τα εν λόγω δεδομένα (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Tele2 Sverige και Watson κ.λπ., σκέψη 99).

55      Το Δικαστήριο αιτιολόγησε πάντως την ερμηνεία αυτή με βάση το ότι ο σκοπός, που επιδιώκεται από ρυθμίζουσα την πρόσβαση αυτή νομοθεσία πρέπει να τελεί σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα της επέμβασης στα επίμαχα θεμελιώδη δικαιώματα, την οποία συνεπάγεται η πράξη αυτή (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Tele2 Sverige και Watson κ.λπ., σκέψη 115).

56      Ειδικότερα, βάσει της αρχής της αναλογικότητας, όσον αφορά την πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων, μια σοβαρή επέμβαση μπορεί να δικαιολογείται μόνον από σκοπό καταπολέμησης της εγκληματικότητας, η οποία πρέπει επίσης να χαρακτηρίζεται ως «σοβαρή».

57      Αντιθέτως, όταν η επέμβαση, την οποία συνεπάγεται μια τέτοια πρόσβαση,  δεν έχει σοβαρό χαρακτήρα, η εν λόγω πρόσβαση μπορεί να δικαιολογείται από σκοπό, που ανάγεται στην πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη «ποινικών αδικημάτων» γενικώς.

58      Πρέπει επομένως καταρχάς να κριθεί αν, στην υπό κρίση υπόθεση, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, η επέμβαση στα κατοχυρούμενα στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη θεμελιώδη δικαιώματα, την οποία θα συνεπαγόταν η πρόσβαση της δικαστικής αστυνομίας στα επίμαχα στην κύρια δίκη δεδομένα πρέπει να θεωρηθεί «σοβαρή».

59      Συναφώς, το επίμαχο στην κύρια δίκη αίτημα, με το οποίο η δικαστική αστυνομία ζητεί να της χορηγηθεί, για τις ανάγκες ποινικής έρευνας, δικαστική άδεια πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία διατηρούν πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο την ταυτοποίηση των κατόχων των καρτών SIM, που ενεργοποιήθηκαν, κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος δώδεκα ημερών, με τον κωδικό IMEI του κλαπέντος κινητού τηλεφώνου. Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 40 της παρούσας απόφασης, το αίτημα αυτό αφορά την πρόσβαση μόνο στους τηλεφωνικούς αριθμούς, που αντιστοιχούν στις ως άνω κάρτες SIM καθώς και στα δεδομένα σχετικά με την ταυτότητα των κατόχων των εν λόγω καρτών, όπως είναι το όνομα, το επώνυμο και, ενδεχομένως, η διεύθυνσή τους. Αντιθέτως, τα δεδομένα αυτά δεν αφορούν, όπως επιβεβαίωσαν τόσο η Ισπανική Κυβέρνηση όσο και η εισαγγελική αρχή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τις επικοινωνίες, που πραγματοποιήθηκαν με το κλαπέν κινητό τηλέφωνο ούτε τον εντοπισμό της θέσης του.

60      Προκύπτει συνεπώς ότι τα δεδομένα, τα οποία αφορά το επίμαχο στην κύρια δίκη αίτημα πρόσβασης, παρέχουν απλώς και μόνο τη δυνατότητα συσχετισμού, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρονικού διαστήματος, της κάρτας ή των καρτών SIM, που ενεργοποιήθηκαν με το κλαπέν κινητό τηλέφωνο με την ταυτότητα των κατόχων των ως άνω καρτών SIM. Χωρίς διασταύρωση με τα δεδομένα, που αφορούν τις επικοινωνίες, που πραγματοποιήθηκαν με τις εν λόγω κάρτες SIM και τα δεδομένα θέσης, τα δεδομένα αυτά δεν επιτρέπουν να διαπιστωθεί ούτε η ημερομηνία, η ώρα, η διάρκεια και οι αποδέκτες των επικοινωνιών, που πραγματοποιήθηκαν με την επίμαχη κάρτα ή τις επίμαχες κάρτες SIM ούτε οι χώροι, στους οποίους έλαβαν χώρα οι επικοινωνίες αυτές ή η συχνότητα πραγματοποίησης των επικοινωνιών αυτών με συγκεκριμένα πρόσωπα κατά τη διάρκεια ορισμένου χρονικού διαστήματος. Τα εν λόγω δεδομένα δεν παρέχουν συνεπώς τη δυνατότητα να συναχθούν ακριβή συμπεράσματα σχετικά με την ιδιωτική ζωή των προσώπων, τα οποία αφορούν.

61      Υπό τις συνθήκες αυτές, η πρόσβαση στα δεδομένα και μόνο τα οποία αφορά το επίμαχο στην κύρια δίκη αίτημα δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «σοβαρή» επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα των προσώπων, τα οποία αφορούν τα εν λόγω δεδομένα.

62      Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 53 έως 57 της παρούσας απόφασης, η επέμβαση, την οποία συνεπάγεται η πρόσβαση σε τέτοια δεδομένα, μπορεί κατά συνέπεια να δικαιολογείται από τον σκοπό, που ανάγεται στην πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη «ποινικών αδικημάτων» γενικώς, στον οποίο παραπέμπει το άρθρο 15, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2002/58, χωρίς να απαιτείται χαρακτηρισμός των αδικημάτων αυτών ως «σοβαρών».

63      Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι η πρόσβαση δημοσίων αρχών στα δεδομένα ταυτοποίησης των κατόχων των καρτών SIM, που ενεργοποιήθηκαν με κλαπέν κινητό τηλέφωνο, όπως το επώνυμο, το όνομα και, ενδεχομένως, η διεύθυνση των κατόχων αυτών, συνεπάγεται επέμβαση στα κατοχυρούμενα στα ως άνω άρθρα του Χάρτη θεμελιώδη δικαιώματα των εν λόγω κατόχων η οποία δεν έχει τόσο σοβαρό χαρακτήρα ώστε η πρόσβαση να πρέπει να περιορίζεται, όσον αφορά την πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων, στην καταπολέμηση της βαριάς εγκληματικότητας.

 

===Βέβαια βασικό ζήτημα στη συλλογή αποδείξεων στα πλαίσια της διεθνούς δικαστικής συνεργασίας αποτελεί η εφαρμογή των δύο αρχών ’’locus regit actum’’ και ’’forum regit actum’’. Τούτο διότι η εφαρμογή τους επηρεάζει ποιο δίκαιο θα ρυθμίσει το παραδεκτό των αποδείξεων στα πλαίσια της συνεργασίας δύο κρατών. Με βάση την αρχή ’’locus regit actum’’ οι αποδείξεις συγκεντρώνονται στο κράτος, που εκτελεί το αίτημα άλλου κράτους με βάση τους δικονομικούς κανόνες του κράτους εκτέλεσης το αίτημα, ενώ με βάση την αρχή ’’forum regit actum’’ εφαρμοστέοι στο κράτος της εκτέλεσης το αίτημα είναι οι δικονομικοί κανόνες του κράτους έκδοσης το αίτημα. Σημειώνεται εδώ ότι η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται σε αποφάσεις στην προδικασία, ιδίως σε εκείνες, που επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να εξασφαλίζουν ταχέως αποδεικτικά στοιχεία και να κατάσχουν περιουσιακά στοιχεία, που είναι εύκολο να αποκρυβούν. Τα αποδεικτικά στοιχεία, που συλλέγονται νόμιμα από τις αρχές ενός κράτους μέλους, θα πρέπει να γίνονται δεκτά ενώπιον των δικαστηρίων άλλων κρατών μελών, λαμβανομένων υπόψη των κανόνων, που ισχύουν εκεί, στο κράτος της συλλογής των αποδείξεων.

 

===Η τελευταία παρατήρηση για τις ανωτέρω αρχές είναι ότι η αρχή ’’locus regit actum’’ καθορίζει τη δικαιοδοσία του ΕΔΔΑ για την ευθύνη κράτους ακόμη και αν πράξεις των οργάνων του έλαβαν χώρα εκτός της επικράτειάς του, οι συνέπειες όμως από αυτές επέρχονται σε άτομα εντός της επικράτειάς του (βλ. σκέψη 62 ΕΔΔΑ CASE OF LOIZIDOU v. TURKEY -PRELIMINARY OBJECTIONS).

 

===Μολονότι το ΕΔΔΑ εγγυάται, δυνάμει του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, δεν θεσπίζει κανόνες σχετικά με το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων αυτών καθαυτών, το οποίο, ως εκ τούτου, εμπίπτει πρωτίστως στο εθνικό δίκαιο (Schenk v. Switzerland, 12 July 1988, §§ 45-46, Moreira Ferreira v. Portugal  no 19867/12, § 83, 11 July 2017). Επομένως, δεν απόκειται στο ΕΔΔΑ να κρίνει, κατ' αρχήν, αν ορισμένα είδη αποδεικτικών μέσων –για παράδειγμα, αποδεικτικά μέσα, που αποκτήθηκαν παρανόμως κατά το εσωτερικό δίκαιο– μπορούν να είναι παραδεκτά. Το ερώτημα, που πρέπει να απαντηθεί, είναι αν η διαδικασία στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου, με τον οποίο συνελέγησαν τα αποδεικτικά στοιχεία, ήταν δίκαιη. Αυτό συνεπάγεται την εξέταση της εν λόγω παρανομίας και, όσον αφορά την παραβίαση άλλου δικαιώματος της Σύμβασης, τη φύση της διαπιστωθείσας παραβίασης (βλ., Khan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 35394/97, § 34), αν δηλαδή η παρανομία στην απόκτηση του αποδεικτικού μέσου είχε τέτοια χαρακτηριστικά που τούτη καθεαυτή συνιστά παραβίαση άλλου δικαιώματος της ΕΣΔΑ π.χ. του άρθρου 8 για την προστασία του ιδιωτικού βίου.

 

===Επίσης σημαντικό ζήτημα στη συλλογή των αποδείξων στα πλαίσια ευρωπαϊκής εντολής έρευνας αποτελεί η νομιμότητα της παραγγελίας του οργάνου, που την εξέδωσε από το κράτος έκδοσης και αν περαιτέρω πρέπει να γίνει αποδοχή της από το αρμόδιο όργανο του κράτους εκτέλεσης, αν τούτη η αποδοχή αποτελεί λόγο θεραπείας του προβλήματος ή αν η αρχή εκτέλεσης πρέπει να επιστρέψει την εντολή στην αρχή του κράτους έκδοσης. Προς τούτο είναι χρήσιμα όσα έκανε δεκτά το ΔΕΕ στην πιο κάτω υπόθεση C-724/19.

Σύμφωνα με τη σκέψη 10 της απόφασης το άρθρο 11 της οδηγίας για την ΕΕΕ απαριθμεί τους λόγους, για τους οποίους μπορεί να απορριφθεί από την αρχή εκτελέσεως η αναγνώριση ή η εκτέλεση μιας ευρωπαϊκής εντολής έρευνας.  Τα δε διερευνητικά μέτρα της οδηγίας 2014/41 περιλαμβάνονται στα άρθρα 22 έως 29 (σκέψη 11 της απόφασης). Ακόμη σύμφωνα με τη σκέψη 18 το άρθρο 28 της ως άνω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ερευνητικά μέτρα, που συνεπάγονται τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε πραγματικό χρόνο, συνεχώς και για ορισμένο χρονικό διάστημα»,  ορίζει στην παράγραφο 3, τα εξής: «Η αρχή έκδοσης αναφέρει στην ΕΕΕ τον λόγο, για τον οποίο θεωρεί ότι οι ζητούμενες πληροφορίες έχουν σημασία για την ποινική διαδικασία.» Επιπλέον στη σκέψη 39 αναφέρεται ότι όταν κατά το εθνικό δίκαιο, ο εισαγγελέας δεν είναι αρμόδιος να διατάξει ερευνητικό μέτρο για τη συλλογή δεδομένων κινήσεως και δεδομένων θέσεως τα οποία αφορούν τις τηλεπικοινωνίες, δεν μπορεί αυτός να θεωρηθεί ως αρχή έκδοσης, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, σημείο i, της οδηγίας 2014/41, αρμόδια για την έκδοση ευρωπαϊκής εντολής έρευνας για τη συγκέντρωση των δεδομένων αυτών. 

 ===Επιπλέον η εκτέλεση ευρωπαϊκής εντολής έρευνας δεν θα πρέπει να απορρίπτεται για λόγους άλλους από εκείνους, που αναφέρονται στην οδηγία. Βέβαια η αρχή εκτέλεσης δικαιούται να επιλέξει ένα ερευνητικό μέτρο λιγότερο οχληρό από εκείνο, που αναφέρεται στην οικεία ευρωπαϊκή εντολή έρευνας, αν καταλήγει σε ισοδύναμο αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, η ως άνω κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της αρχής έκδοσης και της αρχής εκτελεσης αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, η οποία πρέπει να διέπει τις επαφές μεταξύ των κρατών μελών, που μετέχουν σε ευρωπαϊκή διαδικασία έρευνας προβλεπόμενη από την οδηγία 2014/41. Εάν η αρχή εκτέλεσης είχε τη δυνατότητα να θεραπεύσει, με απόφαση περί αναγνώρισης ενδεχόμενη παράβαση των προϋποθέσεων περί έκδοσης ευρωπαϊκής εντολής έρευνας του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, θα διασαλευόταν η ισορροπία του συστήματος της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας, το οποίο στηρίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη, διότι η αναγνώριση τέτοιας δυνατότητας θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση στην αρχή εκτέλεσης εξουσίας ελέγχου των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την έκδοση μιας τέτοιας εντολής. Αντιθέτως, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, η αρχή εκτέλεσης επιστρέφει την ευρωπαϊκή εντολή έρευνας στο κράτος εκδόσεως όταν παραλαμβάνει ευρωπαϊκή εντολή έρευνας, η οποία δεν έχει εκδοθεί από αρχή έκδοσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της ίδιας οδηγίας.

 

===Η μη ορθή από άποψης νομιμότητας συλλογή των αποδείξεων οδηγεί  στην εφαρμογή του δόγματος του προϊόντος του δηλητηριώδους δένδρου. Αξίζει μάλιστα να τονιστεί ότι τούτο το δόγμα διατρέχει όλα τα δίκαια και προς τούτο μνημονεύεται μια απόφαση Αγγλικού Δικαστηρίου: ITC Film Distributors Limited v Video Exchange Limited [1982] Ch 431. Σε αυτή την περίπτωση ένας από τους διαδίκους απέκτησε με μεθόδευση ένα αποθηκευτικό μέσο, που περιείχε  βιντεοκασέτες. Τούτες αφέθηκαν σε δικαστήριο μετά από ακρόαση και ένας από τους διαδικους τα απέκτησε μέσω τεχνάσματος σε βάρος του άλλου. Ο δικαστής απέκλεισε τα στοιχεία, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης απαιτούσε τον αποκλεισμό τέτοιων αποδεικτικών μέσων, διαφορετικά υπήρχε κίνδυνος για το δικαστικό σύστημα, εάν ένας διάδικος μπόρεσε να αποκτήσει με τέχνασμα σε βάρος του άλλου έγγραφα, που ανήκαν στον τελευταίο και έτσι (από το τέχνασμα) θα αποκτούσε πλεονέκτημα στη διεξαγωγή της δίκης.

 

===Σε επίπεδο νομολογίας του ΑΠ για την αξιοποίηση τηλεφωνικών συνομιλιών, που έλαβαν χώρα στο εξωτερικό, πρέπει να μνημονευτεί η υπ’αριθ.1046/2006 απόφαση. Σύμφωνα με αυτή από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.1 α ΚΠΔ προκύπτει, ότι στο ακροατήριο του δικαστηρίου διαβάζοντας εκτός των άλλων εγγράφων, περί των οποίων η διάταξη αυτή προνοεί και όσα έγγραφα υποβλήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Τέτοιο έγγραφο, που αναγνώσθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, είναι και εκείνο, που περιέχει σύμφωνα με γενομένη από το Υπουργείο Εξωτερικών μετάφραση, τηλεφωνικές επικοινωνίες, που έγιναν από τους αναιρεσείοντες, ευρισκομένους στην Ελλάδα, με τον στην αλλοδαπή διαμένοντα γνωστό τους.  Ο αναιρεσείων υποστήριξε ότι επήλθε απολυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από την ανάγνωση και λήψη υπόψη του εγγράφου αυτού, που το θεωρεί απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, κατά τα άρθρα 370 Α ΠΚ και 177 παρ.2 ΚΠΔ γιατί, αυτό περιέχει παρακολούθηση και μαγνητοφώνηση ιδιωτικών του συνομιλιών, που έγιναν στην αλλοδαπή χωρίς τη συναίνεσή του και χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις άρσης του απορρήτου των συνομιλιών, που προβλέπει, ως «εγγυήσεις» το Σύνταγμα (άρθρο 19) και ο σχετικός εκτελεστικός νόμος (άρθρ. 4 Ν.2225/1994). Ο ΑΠ τόνισε ότι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, γιατί το αναγνωσθέν έγγραφο δεν θεωρείται αποδεικτικό μέσο, που έχει αποκτηθεί με αξιόποινη πράξη ή μέσω αυτής (άρθρ. 177 παρ.2 ΚΠΔ), αφού η παρακολούθηση και μαγνητοφώνηση της συνομιλίας του αναιρεσείοντος με το βρισκόμενο στην αλλοδαπή πρόσωπο, δεν έγινε στην Ελληνική Επικράτεια, οπότε θα ετίθετο ζήτημα παράνομου αποδεικτικού μέσου, εάν βέβαια η παρακολούθηση και μαγνητοφώνηση είχε γίνει χωρίς τις εγγυήσεις του άρθρου 19 του Συντάγματος και του άρθρου 4 του Ν.2225/1994, αλλά, κατά τις παραδοχές της απόφασης, τα ανωτέρω (παρακολούθηση και μαγνητοφώνηση) έγιναν από τις Ιταλικές και Ελβετικές αρχές μετά την άρση του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας.

 

===Ομοίως ο ΑΠ με την υπ’αριθ.1150/1989 απόφαση έκανε δεκτό ότι ορθά το Πενταμελές Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και το περιεχόμενο τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, που έχουν πραγματοποιηθεί στο εξωτερικό μεταξύ του αναιρεσείοντος και των συνενόχων του σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και οι οποίες έχουν αποτυπωθεί σε μαγνητοταινίες με άδεια του Πρωτοδικείου Στοκχόλμης από την αρμόδια για τη δίωξη της εμπορίας ναρκωτικών υπηρεσία της Σουηδικής Αστυνομίας.

 

===Επίσης το Τριμελές Πλημ/κειο Πειραιά ασχολήθηκε με το ζήτημα της ικανοποίησης αιτήματος δικαστικής συνδρομής στα πλαίσια της ευρωπαϊκής σύμβασης για τη δικαστική συνδρομή, το δε αίτημα όμως δεν ήταν συμβατό με το ελληνικό δίκαιο. Ειδικότερα με την υπ’αριθ. 957/2003 απόφαση Τριμ.Πλημ.Πειρ απορρίφθηκε το υποβληθέν από τις ιταλικές αρχές αίτημα δικαστικής συνδρομής, και συγκεκριμένα αυτό της άρσης του τηλεφωνικού απορρήτου με αναγνώριση στοιχείων συνδρομητών και με απόκτηση πινάκων των τηλεφωνικών κλήσεων, για το έγκλημα της διευκόλυνσης της παράτυπης μετανάστευσης δεδομένου ότι η μεταφορά λαθρομεταναστών δεν περιλαμβανόταν στα εγκλήματα, για τα οποία μπορούσε να επιτραπεί η άρση του απορρήτου σύμφωνα με το Ν. 2225/1994 και δεν προβλεπόταν σχετική ανακρτική πράξη στον περί αλλοδαπών Ν. 2910/2001, που ίσχυε τότε. Μάλιστα, στην πιο πάνω απόφαση αναφέρεται ακόμη ότι η ικανοποίηση του αιτήματος θα προσέκρουσε στο άρθρο 51 εδ. β’ της Συνθήκης Schengen, εφόσον το ελληνικό δίκαιο δεν προβλέπει παρόμοια ανακριτική πράξη. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 51 της Σύμβασης Σένγκεν τα Συμβαλλόμενα Μέρη δεν μπορούν να εξαρτήσουν το παραδεκτό αιτήσεων δικαστικής συνδρομής για έρευνα ή κατάσχεση από άλλους όρους εκτός από τους ακολούθους :

α. Η πράξη, που αποτελεί αντικείμενο της αίτησης δικαστικής συνδρομής να τιμωρείται κατά το δίκαιο και των δύο Συμβαλλόμενων Μερών με ποινή στερητική της ελευθερίας ή μέτρο ασφαλείας περιοριστικό της ελευθερίας, το ανώτατο όριο των οποίων να είναι τουλάχιστον έξι μήνες ή να τιμωρείται κατά το δίκαιο ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη με ισοδύναμες κυρώσεις και κατά το δίκαιο του άλλου Μέρους να τιμωρείται ως παράβαση τάξης από διοικητική αρχή, η απόφαση της οποίας να μπορεί να προσβληθεί ενώπιον ιδίως ποινικού δικαστηρίου.   

β. Η εκτέλεση της αίτησης δικαστικής συνδρομής να μην αντιτίθεται στο δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση

 

===Άλλο ζήτημα, που ανακύπτει στην πράξη,  είναι η ακυρότητα και η απαγόρευση αξιοποίησης ηλεκτρονικών αποδείξεων σε περίπτωση κατάσχεσης ψηφιακών δεδομένων. Τούτη βέβαια λαμβάνει χώρα για τις ανάγκες της ανακάλυψης της αλήθειας στα πλαίσια του άρθρου 265 ΚΠΔ. Έτσι,  είναι δυνατό να ακολουθήσει η ανάλυσή τους και τη διαπίστωση του γεγονότος που τα ψηφιακά δεδομένα πιστοποιούν ή για την αυθεντικότητα των ψηφιακών δεδομένων. Τούτο το στάδιο αφορά ενέργειες, που εμπίπτουν στην πραγματογνωμοσύνη, όπως τονίζεται στην υπ’αριθ.6/2021 γνωμοδότηση του ΕισΑΠ. Αν αυτή είναι άκυρη, επειδή δεν τηρήθηκαν τα δικαιώματα του υπόπτου (π.χ. να διορίσει τεχνικό σύμβουλο) και η ακυρότητα κηρύχθηκε από το αρμόδιο όργανο, πλην όμως δεν επαναλήφθηκε ή δεν έγινε ακόμη η επάνηληψή της, τότε ανακύπτει το ερώτημα η άκυρη παραγματογνωμοσύνη λαμβάνεται υπόψη από το αρμόδιο δικαστήριο. Η απάντηση δίνεται στην υπ’αριθ.1801/2016 απόφαση του ΑΠ σύμφωνα με την οποία από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177, 178 και 179 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικού μέσου ακόμη και άκυρα, εκτός αν η χρησιμοποίηση τους απαγορεύεται από το νόμο, είτε ρητώς είτε γιατί είναι αντίθετα σε διατάξεις του ισχύοντος δικονομικού συστήματος, οπότε η χρησιμοποίηση τους προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δʼ ΚΠοινΔ. Έτσι, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά και άκυρα έγγραφα, που συγκεντρώθηκαν κατά την ανάκριση ή την προανάκριση, αρκεί να μην αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους, χωρίς αυτό να συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα ή να αποτελεί υπέρβαση εξουσίας.

Με βάση την ανωτέρω νομολογιακή θέση μπορεί να υποστηριχθεί ότι η άκυρη πραγματογνωμοσύνη στο προαναφερθέν παράδειγμα μπορεί να ληφθεί υπόψη ως απλό έγγραφο.

 

===Σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση εγγράφων, στα οποία εμπίπτουν και τα ηλεκτρονικά κείμενα, είναι άξιο αναφοράς ότι η κατά το άρθρο 171§1 εδ.δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα για μη τήρηση των διατάξεων, που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, δεν επέρχεται στην περίπτωση που το Δικαστικό Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά έγγραφο της ποινικής δικογραφίας, κατά του οποίου ο κατηγορούμενος προέβαλε ισχυρισμό περί πλαστότητας, χωρίς προηγουμένως να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού, ή δεν αναβάλλει την έκδοση του βουλεύματος ωσότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία (ΣυμβΑΠ 1068/2003). 

==Τέλος στο πεδίο της διεθνούς δικαστικής συνεργασίας άξια μνείας είναι η απόφαση του ΔΕΕ στην υπ’αριθ.C-349/21 υπόθεση. Ειδικότερα το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχει την έννοια ότι:

δεν αντιτίθεται σε εθνική πρακτική, σύμφωνα με την οποία οι δικαστικές αποφάσεις, με τις οποίες χορηγείται άδεια για τη χρήση ειδικών μεθόδων συλλογής πληροφοριών, κατόπιν αιτιολογημένου και εμπεριστατωμένου αιτήματος των ποινικών αρχών, καταρτίζονται βάσει τυποποιημένου κειμένου χωρίς εξατομικευμένη αιτιολογία, όπου απλώς αναγράφεται, πέραν της χρονικής διάρκειας ισχύος των αδειών, ότι έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες από τη νομοθεσία απαιτήσεις, περί των οποίων γίνεται λόγος στις αποφάσεις αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι οι συγκεκριμένοι λόγοι, βάσει των οποίων ο αρμόδιος δικαστής έκρινε ότι τηρούνταν οι προϋποθέσεις του νόμου, υπό το πρίσμα των πραγματικών και νομικών στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την προκειμένη περίπτωση, μπορούν να συναχθούν ευχερώς και επακριβώς από μια συνδυασμένη ανάγνωση της απόφασης και της αίτησης περί χορήγησης άδειας και υπό την προϋπόθεση ότι, μετά τη χορήγηση της άδειας, παρέχεται στο πρόσωπο, εις βάρος του οποίου επετράπη η χρήση ειδικών μεθόδων συλλογής πληροφοριών πρόσβαση στην αρχική αίτηση.

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: