Αναιρείται η απόφαση διότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και συναξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων και δη των αποδείξεων καταβολής που προσκόμισε ο κατηγορούμενος
Αντιφατική αιτιολογία καθώς τίθεται ως προϋπόθεση για την εγκυρότητα των πληρωμών που πραγματοποίησε ο κατηγορούμενος προς εξόφληση υποχρεώσεων της εγκαλούσας εταιρίας σε τράπεζες και τρίτους προμηθευτές, η ιδιότητα του μετόχου της εταιρίας ενώ τέτοια δεν απαιτείτο ενόψει του ότι, κατά τις προηγούμενες παραδοχές του δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος ήταν αποκλειστικός διαχειριστής αρμόδιος να ενεργεί υλικές και νομικές πράξεις διαχείρισης των οικονομικών υποθέσεων της εταιρίας.
Απόφαση 721 / 2026 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 721/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Σπυριδούλα Λιάτη, Φωτεινή Αθανασίου και Βασιλική Βλαχοπαναγιώτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νίκης-Αναστασίας Μουζάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αλεξάνδρας Μπερή, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σκουζέ Κωνσταντίνου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 144,145/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών Β' Βαθμού. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε., νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών Β' Βαθμού, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 6.10.2025 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2025.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος εκ των λόγων και να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της από 6/10/2025 αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές πλην των προηγουμένως δικασάντων και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινόμενη με αριθμό έκθεσης …2025 αίτηση του Δ. Κ. για αναίρεση της υπ' αρ. 144-145/2025 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών β' βαθμού, με την οποίαν ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για το έγκλημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, από διαχειριστή ξένης περιουσίας, πράξη που τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2008 έως τον Ιανουάριο 2010 [άρθρο 375 παρ. 1-2 ΠΚ] και επιβλήθηκε σ' αυτόν μετά την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ ποινή καθείρξεως πέντε [5] ετών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, Κωνσταντίνου Σκουζέ, ο οποίος τον εκπροσώπησε και ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Πατρών, εντός της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώρηση [25.9.2025] της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο (άρ. 464, 466 παρ.1, 2, 473 παρ.2 και 3α', 474 παρ.1α' και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 περ.α' του ΚΠΔ). Επί πλέον η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή, αφού περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Ε' και Θ' ΚΠΔ) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σ' αυτήν σχετικών λόγων. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η υποστηρίζουσα την σε βάρος του αναιρεσείοντος σχετική κατηγορία, εταιρία με την επωνυμία "ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", δεν παραστάθηκε κατά την συζήτηση αυτής της υπόθεσης, παρότι κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προ τούτο, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία …2026 αποδεικτικό επίδοσης του υπαρχιφύλακα του ΑΤ … Γ. Κ. προς τον νόμιμο εκπρόσωπό της Δ. Π.
2. Με το άρθρο πρώτο του ν.4619/2019 κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου Π Κ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται, ότι " Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Επιεικέστερος είναι ο νόμος, που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι, εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι` αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου, με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων, εάν δε από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α' του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, ως ξένο δε θεωρείται το πράγμα, το οποίο βρίσκεται σε ξένη, αναφορικά με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο, και δεν έχει περιέλθει στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη, τέτοιο δε θεωρείται και το χρηματικό ποσό, που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου για ορισμένο σκοπό, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη, ιδίως δε με κάποια έννομη σχέση, όπως εντολή, μίσθωση κ.λ.π., γ) παράνομη ιδιοποίηση από το δράστη του πράγματος, η οποία συντρέχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει στην περιουσία του βρισκόμενο στην κατοχή του ξένο κινητό πράγμα, εξουσιάζοντας και διαθέτοντας αυτό σαν να ήταν κύριος, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Έτσι, χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωμάτωσής του στην περιουσία του. Με το άρθρο 14 παρ.3 του ν.2721/1999, στην παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 375 προστέθηκε εδάφιο β', κατά το οποίο "αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Ακολούθως, το αρχικό ποσό των 73.000 ευρώ αναπροσαρμόστηκε σε 120.000 ευρώ (άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 4055/2012).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ.1 εδ. α' του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, "Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση και χρηματική ποινή", κατά δε την παρ. 2 της ίδιας διάταξης, "Αν η αξία του αντικειμένου στην παρ.1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή". Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η νομοτυπική μορφή της κακουργηματικής υπεξαίρεσης ποσού άνω των 120.000 ευρώ, που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχει αλλάξει με το νέο ΠΚ, πλην όμως η διάταξη του παλαιού ΠΚ είναι επιεικέστερη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, διότι η νέα, πλην της απειλούμενης και από τις δύο διατάξεις ποινής κάθειρξης έως δέκα έτη, απειλεί σωρευτικά και χρηματική ποινή (ΑΠ 769/2023, ΑΠ101/2022, ΑΠ 486/2020)
Περαιτέρω, κατά την παρ.2 του άρ.375 του προϊσχύσαντος ΠΚ "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω.......της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου.....ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Με την όμοια διάταξη ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του άρ. 375 παρ.1 εδ. β' του ν. ΠΚ "Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο......λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου.......ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή". Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων του ΠΚ [προϊσχύσαντος και νέου], συνάγεται ότι η υπεξαίρεση πλέον διώκεται σε βαθμό κακουργήματος, αν η αξία του υπεξαιρεθέντος αντικειμένου υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, ενώ, αν η αξία του υπεξαιρεθέντος αντικειμένου δεν υπερβαίνει το εν λόγω ποσό, ακόμη και εάν το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, διώκεται πλέον σε βαθμό πλημμελήματος (άρ.2 παρ.1 ν. ΠΚ) (ΑΠ 101/2022, ΑΠ 548/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των πραγμάτων, τα οποία έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή αποκτά από την εκτέλεσή της και γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσής τους στον εντολέα διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης. Εμπιστευμένο στον εντολοδόχο θεωρείται το πράγμα, όταν με τη θέληση του δικαιούχου παραδόθηκε στην κατοχή εκείνου (εντολοδόχου), υποχρεουμένου να το αποδώσει αυτούσιο ή να το χρησιμοποιήσει προς ορισμένο σκοπό. Ο εντολοδόχος νοείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, δηλαδή πρέπει μεταξύ αυτού και του παθόντος να υπάρχει σύμβαση εντολής, ενώ ως διαχειριστής νοείται αυτός, που ενεργεί όχι απλώς υλικές αλλά και νομικές πράξεις επί περιουσιακών στοιχείων του εντολέως, με εξουσία αντιπροσώπευσης αυτού, την οποία μπορεί να έχει από το νόμο ή από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η άσκηση διαχείρισης "εν τοις πράγμασι". Υπό την έννοια αυτή, αν η πράξη τελέσθηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσης, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση και ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής, εάν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 769/2023, 566/2023, ΑΠ 101/2022, ΑΠ 548/2021,974/2021 ΑΠ 161/2020, ΑΠ 796/2019).
3. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή (ΟΛΑΠ 3/2012, ΑΠ 560/2023, ΑΠ 481/2020, ΑΠ 520/2022, 1/2020), αφού η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα δεδομένα της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν κατ` αυτήν, γιατί δημιουργούνται λογικά κενά και μια τέτοια αιτιολογία δεν θεωρείται εμπεριστατωμένη (ΑΠ 146/2025, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 900/2022, ΑΠ 326/2021 504/2020).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 6/2024, ΑΠ 861/2022, ΑΠ 501/2020) , ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι εάν το Δικαστήριο δεν απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό, που έχει προβληθεί παραδεκτά, δηλαδή εγγράφως με καταχώρησή του στα πρακτικά και με προφορική ανάπτυξή του στο ακροατήριο, τότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης ακρόασης που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (ΑΠ 884/2017). Δεν είναι απαραίτητη όμως, η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά.
Περαιτέρω, η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε, όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία (ΑΠ 457/2022, ΑΠ 528/2020), κάτι που δεν συμβαίνει στο έγκλημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου, αφού δεν καθορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1, 2 ΠΚ το είδος της υπαιτιότητας, ο νόμος αρκείται σε κοινό (απλό) δόλο (ΑΠ 101/2022). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 101/2022). Επίσης, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
4. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας [άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚποινΔ] αναφορικά με την κατάφαση της ενοχής του και την απόρριψη των παραδεκτά προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατά τη συζήτηση ενώπιον του Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών β' βαθμού ανέπτυξε προφορικά και διατύπωσε εγγράφως για καταχώρηση στα πρακτικά τους τους ακόλουθους επί λέξει ισχυρισμούς:
"ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ: ... Συζητείται σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η από 26-2- 2019 ασκηθείσα εμπροθέσμως έφεσή μου, κατά της αριθ. 982/5-12-2018 αποφάσεως του ΤΕΚ Πατρών, με την οποία κρίθηκα ένοχος της τέλεσης του αδικήματος της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση από διαχειριστή ξένης περιουσίας του άρθρ. 375 §§2-1 εδ. α' σε βάρος της ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ και καταδικάστηκα σε ποινή κάθειρξης 10 ετών, ύστερα από την από 15- 10-2010 έγκληση της ως άνω εταιρίας. Η έφεσή μου επανέρχεται για συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου Σας, ύστερα από την αριθ. 829/12-6-2024 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η αριθ. 207/2023 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, που είχε απορρίψει την εμπροθέσμως ασκηθείσα έφεσή μου ως απαράδεκτη (ως εκπροθέσμως ασκηθείσα). Στην παρούσα υπόθεση προτείνω τον επόμενο νόμιμο, βάσιμο και αληθή αυτοτελή ισχυρισμό, ζητώντας την παραδοχή του, και την αθώωσή μου από την ως άνω αποδιδόμενη σε βάρος μου ποινική κατηγορία της υπεξαίρεσης.
ΜΗ ΙΣΧΥΣ ΤΟΥ ΑΠΟ 4-6-2008 ΠΡΟΣΥΜΦΩΝΟΥ, με ενεργοποίηση του όρου ανάληψης εκ μέρους της εταιρίας PROVODOR LTD χρημάτων που είχε δαπανήσει για τις υποχρεώσεις της ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΕ Ι.Με το από 4-6-2008 ιδιωτικό προσύμφωνο [ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΟ Νο 2], που συνήφθη μεταξύ της εταιρίας "ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΕ" και της εταιρίας " PROVODOR LTD ", συνομολογήθηκε ότι οι δύο μοναδικοί μέτοχοι της πρώτης (Δ. Π. και Δ.- Δ. Π.) προσυφωνήθηκε ότι οι μέτοχοι της εταιρίας θα μεταβιβάσουν το σύνολο των μετοχών τους (6.060+6.040= 12.080) στην εταιρία " PROVODOR LTD". Βασικός όρος ισχύος του προσυμφώνου αυτού ήταν ότι η προμηθεύτρια τσιγάρων και καπνού εταιρία "BRITISH AMERICAN TOBACCO" (στο εξής Β.Α.Τ.), θα παρείχε εντός μηνός (δηλαδή μέχρι τις 4- 7-2008) εγγράφως τη σύμφωνη γνώμη της για την αλλαγή της μετοχικής σύνθεσης. Εάν η Β.Α.Τ. είτε δεν απαντούσε μέσα στην προθεσμία αυτή είτε απαντούσε αρνητικό, τότε έπαυε η ισχύς του προσυμφώνου αυτού, δεν ήταν δυνατή η μεταβίβαση του πακέτου των μετοχών, η ως άνω συμφωνία έπαυε να ισχύει και η "PROVODOR LTD" θα εισέπραττε από τη "ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ" τα ποσά που είχε καταβάλει σε αυτήν ή για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών της. Με το ενσωματωθέν στο προσύμφωνο αυτό, συνομολογηθέν από τις αρχές Μαΐου 2008 ιδιωτικό συμφωνητικό: (Α) είχε συμφωνηθεί μεταξύ των άλλων, ότι η ακίνητη περιουσία της "ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΕ" αποτελείτο: (α) από ένα ισόγειο κατάστημα επιφάνειας 344,70τμ επί οικοπέδου 880,63 τ.μ. στην περιφέρεια … στην πόλης της … επί της οδού …, βεβαρυμένο με δύο προσημειώσεις υποθήκης υπέρ της Τράπεζας Πειραιώς για 1.000.000€ και της Τράπεζας ΡRΟΒΑΝΚ (χωρίς αναγραφή εξασφαλισμένου ποσού), και (β) από μία διώροφη κατοικία στη θέση … του Δήμου …, αποτελούμενη από 3 αποθήκες του υπογείου (Υ-1, Υ- 2, Υ-3), 2 θέσεις στάθμευσης του Υπογείου (ΘΣ-1, ΘΣ-2), 2 διαμερίσματα του ισογείου (1-1, 1-2) και 1 διαμέρισμα του Α' ορόφου, που απέκτησε με το αριθ. …2007 συμβόλαιο της Συμ/φου … Ε. Ν., βεβαρυμένη με μία προσημείωση υποθήκης υπέρ της Τράπεζας Πειραιώς για 1.020.000€ (Βιβλίο Υποθηκών Ναυπάκτου Τόμος 140,
Αριθμός 34]. (Β). Αναφέρονταν γενικά και αόριστα οι υποχρεώσεις της εταιρίας προς τρίτους [προμηθευτές, επιταγές, ΙΚΑ, ΦΠΑ] χωρίς όμως αναγραφή αναλυτικών ποσών και προμηθευτών και χωρίς την ενσωμάτωση παραρτήματος με την ανάλυση των κυκλοφορούντων επιταγών και υποχρεώσεων της "ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΕ". (Γ) Η Παροχή Εγγύησης των πωλητών-μετόχων ότι καμία άλλη υποχρέωση δεν βαρύνει την εταιρία και σε αντίθετη περίπτωση είναι υποχρεωμένοι σε αποζημίωση της αγοράστριας κατά το ισόποσο της ζημίας της, πλέον των εξόδων της. 2. Η Εισαγγελέας Πλημ/κών Ζακύνθου με την από 12-11-2010 έγγραφη Παραγγελία της στον Πταισματοδίκη Ζακύνθου (η οποία παραδεκτά επισκοπείται ως διαδικαστικό έγγραφο της δικογραφίας), ζήτησε να ερευνηθεί η ύπαρξη ή μη σύμφωνης γνώμης της προμηθεύτριας εταιρίας καπνικών προϊόντων Β.Α.Τ. ΑΕ νια την πώληση των μετοχών της "ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΕ". Η εγκαλούσα όμως δεν προσκόμισε στο προκαταρκτικό ποινικό στάδιο, ούτε και μέχρι σήμερα, έγγραφη σύμφωνη γνώμη της προμηθεύτριας των καπνικών προϊόντων εταιρίας (Β.Α.Τ.), και τούτο γιατί ποτέ δεν χορηγήθηκε αυτή, μολονότι ο Δ. Π. είχε αποστείλει προς αυτήν (Β.Α.Τ.), την από 27-5-2008 επιστολή του [ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΟ Νο 12]. Επί του θέματος αυτού ο μηνυτής σκοπίμως αποσιώπησε την έλλειψη συγκατάθεσης της B.Α.Τ. για τη μεταβίβαση των μετοχών της εταιρίας. 3. Η Β.Α.Τ. δεν παρέσχε την έγγραφη συμφωνία της μέχρι τις 4-7-2008 (ούτε βέβαια και μετέπειτα), με έννομη συνέπεια να παύσει η ισχύς του από 4-6-2008 προσυμφώνου, οι μέτοχοι να ευθύνονται έναντι της "PROVODOR LTD", η οποία δικαιούταν (κατά τους όρους του προσυμφώνου) να εισπράξει από τη "ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ" τα ποσά που είχε καταβάλει σε αυτήν ή για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών της. Μάλιστα η Β.Α.Τ. κατήγγειλε τη σύμβαση συνεργασίας στις 9-7-2008 με υπόλοιπο οφειλής της "ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΕ" από 121.198,296 [βλ. την επίδοσή της στις 9-7-2008 από τη δικαστική επιμελήτρια Πρωτοδικείου … Α. Χ.]. 4. Για τις υποχρεώσεις της "ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΕ", κατέβαλα από 14-5-2008 μέχρι 31-12-2008 το συνολικό ποσό των (418.102,25 + 44.932,85 + 3.913,04+ 50.800 + 37.312 = ) 555.060,14€, και αναλυτικά: (Α) ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΗ Β.Α.Τ. : στις 14-5-08, 27-5-08, 27-5-08, 4-6-08, 20-6-08, 23-6-08 και 15-7-08 (μετά την καταγγελία) το συνολικό ποσό των (77.000€ + 19.900€ + 35.300€ + 88.120 + 76.383,96 + 200 + 121.198,29=) 418.102,256 στους λογαριασμούς της στην ΡRΟΒΑΝΚ ( (…) και στην ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ (…) [βλ. τις 7 προσκομιζόμενες αποδείξεις των δύο αυτών τραπεζών
[AKΟΛΟΥΘΕΙ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΑΤΑΒΟΛΩΝ ΣΕ VΑΤ ΑΕ].
(Β) ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ για τον αλληλόχρεο λογαριασμό … από τις 1-9-2008 έως 20-10-2008 (συγκεκριμένα στις 1-9-08, 1-9-08, 30-9-08, 30-9-08, 15-10- 08, 16-10-08), από την πώληση εμπορευμάτων και την είσπραξη επιταγών, συνολικού ποσού (4.000€ + 4.690,55€ + 8.442,30€ + 12.000€ + 6.000€ + 9.800€=) 44.932,85€ [βλ. την από 20-10-2008 προσκομιζόμενη καρτέλα πελάτη αυτής της τράπεζας [ακολουθεί συγκεντρωτικός πίνακας καταβολών σε Πειραιώς].
(Γ) ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ποσού 3.913,04€, για τον αλληλόχρεο λογαριασμό … το χρονικό διάστημα από 1-7-2008 έως 1-9-2008 [βλ. τα από 1-7-08 και 1-9-08 προσκομιζόμενα ενημερωτικά της Τράπεζας αυτής].
[ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΑΤΑΒΟΛΩΝ ΣΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ].
(Δ) ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΡRΟΒΑΝΚ ΑΕ, για τον αλληλόχρεο λογαριασμό … από τις 26-9-2008 έως 16-10-2008 (συγκεκριμένα στις 26-9-08, 2-10-08, 6- 10-08, 8-10-08, 16-10-08), από την πώληση εμπορευμάτων και την είσπραξη επιταγών, συνολικού ποσού (5.600€ + 14.400€ + 10.000€ + 9.800€+11.000€ =) 50.800€ [βλ. την από 20-10-2008 προσκομιζόμενη καρτέλα πελάτη της Τράπεζας αυτής].
[ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΑΤΑΒΟΛΩΝ ΣΕ ΡRΟΒΑΝΚ].
(Ε) ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ για τη χρονική περίοδο Ιούνιος 2008-Δεκέμβριος 2008, των Π. Α., Ν. Ε. και Σ. Δ. από 1.500€ (μαζί με την εργοδοτική ασφαλιστική επιβάρυνση) κάθε μήνα ανά εργαζόμενο, πλέον Δώρου Χριστουγέννων και επιδόματος αδείας και συνολικά [(1500€ μισθός X 3 εργαζόμενοι X 7 μήνες) + (1.500 € Δώρο Χριστουγέννων X 2 εργαζόμενοι) + (1.312 € Δώρο Χριστουγέννων X 1 εργαζόμενος) + (750€ Επίδομα αδείας χ 2 εργαζόμενοι) = 31.500€ + 4.312€ + 1.500=)] 37.312€ [βλ. τη μισθοδοτική ανάλυση του Π. Α. σε συνδυασμό με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Ν. Ε.]
[ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑΣ].
5. Περαιτέρω οι μέτοχοι της εταιρίας [Δ. και Δ. Π.] είχαν αποκρύψει ότι υφίσταντο δανειακές υποχρεώσεις της εταιρίας "ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ" προς: (α) την Εθνική Τράπεζα [αλληλόχρεος λογαριασμός …] της οποίας έλαβα γνώση στις 8-12-2008 όταν μου επιδόθηκε η από 28-11-2008 καταγγελία με χρεωστικό υπόλοιπο 92.421,92€ (βλ. την επίδοση στις 8-12-08 του δικαστικού επιμελητή … Α. Κ.),(β) την Τράπεζα ΚΥΠΡΟΥ ΑΕ [αλληλόχρεος λογαριασμός …2005], της οποίας έλαβα γνώση στις 4-9-2008 όταν μου επιδόθηκε η καταγγελία και στη συνέχεια στις 10-11-2008 ακολούθησε η επίδοση της αριθ. …2008 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, με χρεωστικό υπόλοιπο 146.743,86€ (βλ. την επίδοση στις 10-11-08 του δικαστικού επιμελητή … Δ. Ν.), και γ] την Τράπεζα ΜΑRFIN ΑΕ [αλληλόχρεος λογαριασμός …2006], της οποίας έλαβα γνώση στις 25-11-2008 όταν μου επιδόθηκε η καταγγελία και στη συνέχεια στις 13-1-2009 ακολούθησε η επίδοση της αριθ. …2008 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, με χρεωστικό υπόλοιπο 110.973,59€ (βλ. την επίδοση στις 13-1-09 από το δικαστικό επιμελητή Ζακύνθου Α. Κ.). 6. Είχαν επίσης αποκρύψει την από 25-8-2008 εξώδικη διαμαρτυρία της Α. Θ., προς τη "ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ" στην οποία αναφέρει ότι είχε παραδώσει σε αυτήν το Φεβρουάριο του 2008 και για διευκόλυνση μόνον της εταιρίας την αριθ. … επιταγή εκδόσεώς της ποσού 13.800€ από το λογαριασμό της στην Εμπορική Τράπεζα με αριθ. … (βλ. την επίδοση στις 26-8-08 από το δικαστικό επιμελητή … Γ. Θ.). 7. Από την αριθ. …2008 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Α. Κ., προκύπτει ότι από τη δανείστρια Ε. Θ., δυνάμει της αριθ. …/2008 Διαταγής Πληρωμής του Μ.Π. Ζακύνθου και για ποσό 18.000 ευρώ από επιταγή εκδόσεως του Δ. Π. που δεν πληρώθηκε στις 19-12-2007, κατασχέθηκε μεζονέτα από ισόγειο και α' όροφο) επιφάνειας 117,20 τ.μ. , κτισμένης επί τμήματος καθέτου ιδιοκτησίας επιφάνειας 302,17 τ.μ. οικοπέδου συνολικής επιφανείας 1.004,63 τ.μ. στη θέση … του ΔΔ … και με την αριθ. …2008 περίληψη του ίδιου δικαστικού επιμελητή, ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού η 26-11-2008. 8. Από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των αδειών κυκλοφορίας των αναφερομένων οχημάτων στην έγκληση και στην εκκαλουμένη απόφαση, με αριθμούς κυκλοφορίας ... , ... , ... , ..., προκύπτει και αποδεικνύεται ότι κανένα από τα ανωτέρω οχήματα δεν μεταβίβασα σε τρίτους και μέχρι σήμερα βρίσκονται στην κυριότητα της μηνύτριας εταιρίας, ενώ η εταιρία είχε χορηγήσει εξουσιοδότηση στο Δ. Π. να οδηγεί το ... 9. Από τα ανωτέρω έγγραφα αποδεικνύεται ότι το από 4-6-08 προσύμφωνο έπαυσε να ισχύει από τις 4-7-2008, αφού η προμηθεύτρια των τσιγάρων εταιρία V.Α.Τ. ΗΕLLAS ΑΕ, δεν συνήνεσε εγγράφως στην μετοχική αλλαγή της εταιρίας "ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ". Επομένως η "ΡROVODOR LTD" μπορούσε να εισπράξει τα ποσά που από τις 14-5-2008 μέχρι τις 4-7-2008 είχε καταβάλει στη VΑΤ, ανερχόμενα στα (77.000€ + 19.900€ + 35.300€ + 88.120 + 76.383,96 + 200 = ) 296.903,96€, αλλά λόγω της φιλίας μου με το Δ. Π. και της ικετευτικής παράκλησής του, παρέμεινα στη θέση του Δ/ντος Συμβούλου συνεχίζοντας να καταβάλω τα προαναφερθέντα ποσά προς την V.Α.Τ. ΑΕ, η οποία όμως αν και η οφειλή της εξοφλήθηκε ολοσχερώς στις 15-7-2008 με το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των 121.198,28€, εν τούτοις δεν ανανέωσε τη συνεργασία της με τη "ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ" με τη σύναψη νέα σύμβασης, η επακολουθήσασα συνάντησή μου με τους εκπροσώπους της στην Αθήνα στις 18-7-2008 απέβη άκαρπη, με συνέπεια να απωλέσουμε τον προμηθευτή καπνικών προϊόντων. Από τη μη ανανέωση της συνεργασίας αυτής δοκίμασα τεράστια στεναχώρια, που είχε αποτέλεσμα να υποστώ καρδιακό επεισόδιο ευρισκόμενος στον Πειραιά στις 19-7-2008, να μεταφερθώ και νοσηλευθώ στο ΜΕΤRΟΡΟLIΤΑΝ Ιατρικό Κέντρο [βλ. το από 21-7-2008 εξιτήριο]. Από τον Αύγουστο του 2008 άρχισαν να αποκαλύπτονται οι οφειλές της εταιρίας, τις οποίες είχαν αποκρύψει οι Μέτοχοι [από αλληλόχρεους λογαριασμούς προς τις Τράπεζες Εθνική (92.421,92€), Κύπρου (146.743,86), επιταγές ευκολίας που είχε λάβει από τρίτους (Α. Θ. κλπ) και τις είχε ενεχυριάσει προεξοφλώντας αυτές στις Τράπεζες ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΡRΟΒΑΝΚ, ΕΘΝΙΚΗ, ΚΥΠΡΟΥ, καθώς και δάνεια που είχε ζητήσει και λάβει από τοκογλύφους όπως ο Σ. κ.λπ.]. Πλέον η κατάσταση είχε ξεφύγει από τη δυνατότητα ελέγχου, οι προμηθευτές είχαν παύσει από τον Αύγουστο του 2008 (στην κορύφωση δηλαδή της τουριστικής περιόδου για το νησί) να προμηθεύουν την εταιρία, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει εμπόρευμα για διάθεση, αφού δεν υπήρχε ανανέωση του πωλούμενου εμπορεύματος. Οι συνολικές πληρωμές που πραγματοποίησε η εταιρία: α) από τις 14-5-2008 μέχρι τις 3-6-2008 ανέρχονται στο ποσό των (77.000€ + 19.900€ + 35.300€ =) 132.200€, β) από τις 4-6-2008 και μέχρι 31-12-2008 ανέρχονται στο ποσό των [(418.102,24-132.200) + 44.932,85 + 3.913,04 + 50.800 + 37.312 = 285.902,24 + 44.932,85 + 3.913,04 + 50.800 + 37.312 = ] 422.860,13€. Το συνολικό ποσό των πληρωμών της χρονικής περιόδου 14- 5-2008 έως 31-12-2008, ανήλθε στα (132.200 + 422.860,13=) 555.060,13€. Το συνολικό ποσό του ενεργητικού, που αναφέρει η εγκαλούσα στην έγκλησή της, ανήλθε στο ποσό των (78.656,22 + 215.925,44=) 294.581,66€. Έτσι από τον υπολογισμό των πραγματοποιηθέντων εκ μέρους μου πληρωμών (555.060,13€) της χρονικής περιόδου 14-5-2008 έως 31-12-2008 και του υπάρχοντος στις 4-6-2008 ενεργητικού της εταιρίας (294.581,44€) που κατηγορούμαι ότι υπεξαίρεσα, προκύπτει και αποδεικνύεται ότι έχω καταβάλει πέραν της αξίας του ενεργητικού αυτής, το ποσό των (555.060.13 - 294.581.66 = 260.478.47€. [Ακολουθεί συγκεντρωτικός πίνακας ενεργητικού στις 4-6-2008 και πληρωμών από 14-5-2008 έως 31-12-2008]. Όσον αφορά τα οχήματα [..., ..., ..., ..., όλα βρίσκονται μέχρι σήμερα στην κατοχή και στην κυριότητα της εταιρίας ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ, δεν προέβην σε πράξη εκποίησης σε τρίτους όπως αποδεικνύεται από τα αντίγραφα των αδειών κυκλοφορίας τους που έλαβα από τη Διεύθυνση Συγκοινωνιών, για να ιδιοποιηθώ την αξία τους (αν και είχα τη νομική δυνατότητα να το πράξω, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο από 4-6-2008 προσύμφωνο ως νόμιμος εκπρόσωπος της PROVODOR LTD, και αυτά εξακολουθούν και παραμένουν στην περιουσία της εταιρίας και ειδικότερα στο ενεργητικό της. Επισημαίνω ιδιαίτερα ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..., είχε κατά χρήση παραχωρηθεί στον μέτοχο Δ.-Δ. Π. με σχετική εξουσιοδότηση της εταιρίας, προ της 4-6-2008, χρόνος ανάληψης εκ μέρους μου της θέσεως του Διευθύνοντος Συμβούλου του Δ.Σ. της εταιρίας.
II. Επειδή αποδεικνύεται ότι ουδεμία πράξη υπεξαίρεσης διέπραξα, αλλ' αντιθέτως διαχειρίστηκα τα οικονομικά και το επιχειρησιακό περιβάλλον της εταιρίας με απόλυτη υπευθυνότητα, η εταιρία PROVODOR LTD κατέβαλε για οφειλές της ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΕ το ποσό των (555.060,14-294.581,66=) 260.478,48€, χωρίς όμως να αποκτήσει τις μετοχές της ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΕ λόγω του ότι: α) η BRITISH AMERIKAN TOBACCO (Β.Α.Τ.) όχι μόνο δεν συναίνεσε στη μεταβίβαση των μετοχών μέχρι τις 4-7-2008, κατήγγειλε τη σύμβαση συνεργασίας στις 9-7-2008 και δεν προχώρησε σε κατάρτιση νέας αν και εξοφλήθηκε ολοσχερώς η οφειλή της στις 15-7-2008 από 121.198,29€, β) Οι μέτοχοι απέκρυψαν το ύψος των πραγματικών χρεών και τους δανειστές της εταιρίας (όπως η Εθνική Τράπεζα, η Τράπεζα Κύπρου, η Μarfin-ΕΓΝΑΤΙΑ Τράπεζα), ιδιώτες που είχαν χορηγήσει στην εταιρία επιταγές ευκολίας (όπως η Α. Θ. κλπ), καθώς και προϋπάρχοντες δανειστές-μη προμηθευτές της εταιρίας (Σ., Ε. Θ.), οι οποίοι εξέδωσαν διαταγές πληρωμής σε βάρος της εταιρίας. Zητώ να κηρυχθώ αθώος της αποδιδόμενης κατηγορίας σε βάρος μου.".
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών β' βαθμού , που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής επί λέξει στο σκεπτικό: "Από την ένορκη εξέταση του μάρτυρα κατηγορίας και υπεράσπισης, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, - αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη Ζάκυνθο, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2008 έως τον Ιανουάριο του 2010, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, υπερβαίνουσας το ποσό των 120.000 ευρώ συνολικά, τα οποία του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ειδικότερα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ως Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και αποκλειστικός διαχειριστής της εταιρείας με την επωνυμία "ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." που εδρεύει στο Δήμο Ζακύνθου (οδός ...) ενεργώντας μόνος του και ασκώντας με την ανωτέρω ιδιότητα τη διοίκηση, εκπροσώπηση και διαχείριση της περιουσίας της ανωτέρω εταιρίας, ήταν δε αρμόδιος να ενεργεί υλικές και νομικές πράξεις διαχείρισης των οικονομικών υποθέσεων του νομικού προσώπου, καθώς και εξουσίες του διαχειριστή, ωστόσο ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα από την περιουσία της ως άνω εταιρίας, την οποία του είχαν εμπιστευτεί, για να τη διαχειρίζονται οι μέτοχοι αυτής, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά και κινητά πράγματα, τα οποία ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικής δε αξίας μεγαλύτερης των 120.000 ευρώ: ι) το χρηματικό ποσό των 78.656 ευρώ, το οποίο περιεχόταν στο παραδοθέν χρηματοκιβώτιο της εταιρίας και προοριζόταν για την κάλυψη των τρεχουσών υποχρεώσεων της εταιρίας, ιι) το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, μάρκας ... αξίας 5.869,41 ευρώ, το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, μάρκας ... αξίας 8.500 ευρώ, το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο μάρκας ... και αξίας 34.000 ευρώ και το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, μάρκας ... και αξίας 6.503,02 ευρώ και iii] άπαντα τα ευρισκόμενα στις αποθήκες της εταιρίας εμπορεύματα, συνολικής αξίας 215.925,44 ευρώ, όπως αυτά εμφανίζονται στις από 04.06.2008 ετήσιες καταστάσεις της αποθήκης: Όλα τα ανωτέρω πράγματα που ανήκαν στην προαναφερθείσα εταιρία παραδόθηκαν στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το από 4-6-2008 Ιδιωτικό Προσύμφωνο μεταξύ ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΕ και PROVODOR, της τελευταίας κυπριακής OFFSHORE εταιρίας συμφερόντων του ιδίου, ο οποίος τα κράτησε και τα χρησιμοποίησε για την κάλυψη δικών του αναγκών, κατά κατάχρηση της σχέσης του διαχειριστή ξένης περιουσίας που τον συνδέει με την εγκαλούσα, το δε συνολικό αντικείμενο της ανωτέρω πράξης του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, υπερβαίνουσας το ποσό των 120.000 ευρώ και συγκεκριμένα συνολικής αξίας 349.453,87 ευρώ. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι στα πλαίσια της διαχείρισης πουλούσε προϊόντα της εταιρείας και πλήρωνε τις υποχρεώσεις της και με δικά του χρήματα καταβάλλοντας πάνω από 200.000.ευρώ, δεν ευσταθεί, διότι αυτός δεν έγινε ποτέ μέτοχος της εταιρείας, τα ακίνητα της οποίας τελικά πλειστηριάστηκαν λόγω χρεών και περιήλθαν στις τράπεζες αιτία οφειλών. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται".
Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι :
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ΕΝΟΧΟ, του ότι στη Ζάκυνθο, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2008 έως τον Ιανουάριο του 2010, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, υπερβαίνουσας το ποσό των 120.000 ευρώ συνολικά, τα οποία του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ειδικότερα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ως Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και αποκλειστικός διαχειριστής της εταιρείας με την επωνυμία "ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΖΑΝΤΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." που εδρεύει στο Δήμο Ζακύνθου (οδός ...) ενεργώντας μόνος του και ασκώντας με την ανωτέρω ιδιότητα τη διοίκηση, εκπροσώπηση και διαχείριση της περιουσίας της ανωτέρω εταιρίας, ήταν δε αρμόδιος να ενεργεί υλικές και νομικές πράξεις διαχείρισης των οικονομικών υποθέσεων του νομικού προσώπου, όπως εισπράξεις χρημάτων από τους αρμόδιους υπαλλήλους, καταβολές χρηματικών ποσών για την κάλυψη των οικονομικών υποχρεώσεων της ανώνυμης εταιρίας, πληρωμές μισθών των υπαλλήλων, καθώς και τις συναφείς αρμοδιότητες και εξουσίες του διαχειριστή, ωστόσο ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα από την περιουσία της ως άνω εταιρίας, την οποία του είχαν εμπιστευτεί, για να τη διαχειρίζονται οι μέτοχοι αυτής, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά και κινητά πράγματα, τα οποία ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικής δε αξίας μεγαλύτερης των 120.000 ευρώ: ι) το χρηματικό ποσό των 78.656 ευρώ, το οποίο περιεχόταν στο παραδοθέν χρηματοκιβώτιο της εταιρίας και προοριζόταν για την κάλυψη των τρεχουσών υποχρεώσεων της εταιρίας, ιι) το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, μάρκας ... αξίας 5.869,41 ευρώ, το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, μάρκας ... αξίας 8.500 ευρώ, το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο μάρκας ... και αξίας 34.000 ευρώ και το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, μάρκας ... και αξίας 6.503,02 ευρώ και ιιι) άπαντα τα ευρισκόμενα στις αποθήκες της εταιρίας εμπορεύματα, συνολικής αξίας 215.925,44 ευρώ, όπως αυτά εμφανίζονται στις αμέσως πιο κάτω επισυναπτόμενες από 04.06.2008 ετήσιες καταστάσεις της αποθήκης: Όλα τα ανωτέρω πράγματα που ανήκαν στην προαναφερθείσα εταιρία, ο κατηγορούμενος τα κατακράτησε και τα χρησιμοποίησε για την κάλυψη δικών του αναγκών, κατά κατάχρηση της σχέσης του διαχειριστή ξένης περιουσίας που τον συνδέει με την εγκαλούσα, με τον τρόπο δε αυτό ιδιοποιήθηκε παράνομα, χωρίς κανένα δικαίωμα όλα τα προαναφερθέντα πράγματα, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, ανήκαν στην ιδιοκτησία της ως άνω εταιρίας, το δε συνολικό αντικείμενο της ανωτέρω πράξης του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, υπερβαίνουσας το ποσό των ευρώ και συγκεκριμένα συνολικής αξίας 349.453,87 ευρώ και σε αυτό απέβλεπε ο κατηγορούμενος αρχικά ως αποτέλεσμα με τις μερικότερες πράξεις του". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού δεν εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και με τα οποία αιτιολογείται γιατί το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 120.000 ευρώ από διαχειριστή ξένης περιουσίας για το ποσό των 349.453,87 ευρώ, που αναφέρεται στο διατακτικό. Ειδικότερα, η αιτιολογία είναι τυπική και αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού, ενώ δεν πρόκειται περί αλληλοσυμπληρώσεως του αιτιολογικού με το διατακτικό, που προϋποθέτει παράθεση των περιστατικών που αποδείχθηκαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - ήδη αναιρεσείων. Περαιτέρω, η προσβαλλομένη απόφαση δεν αιτιολογεί την απόρριψη των ουσιωδών αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών του ήδη αναιρεσείοντος, ότι ο ίδιος δεν ιδιοποιήθηκε ξένο πράγμα, καθόσον για την κάλυψη των υποχρεώσεων της εγκαλούσας -υποστηρίζουσας την κατηγορίας ''Ζαντεμπορική ΑΕ'' κατέβαλε από τις 14.5.2008 έως 31.12.2008 το συνολικό ποσό των 555.061,14€, προερχόμενο, κατά το ποσό των 294.581,66€ από το συνολικό ενεργητικό της εγκαλούσας, (78.656,22 χρηματικά διαθέσιμα στο ταμείο της εταιρίας και ποσό 215.925,44 από την αξία εμπορευμάτων) το οποίο σύμφωνα με το διατακτικό της απόφασης υπεξαίρεσε, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 260.478,47€ κατέβαλε εξ ιδίων. Μολονότι το δικαστήριο της ουσίας, στο προοίμιο του σκεπτικού αναφέρει ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, κάνοντας ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους, όμως δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και συναξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 178 του Κ.Π.Δ. και δεν περιορίστηκε σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά. Ειδικότερα, δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε τα έγγραφα που προσκόμισε ο κατηγορούμενος για τις πληρωμές που επικαλείται ότι έγιναν εκ μέρους του : α] σε εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων της εγκαλούσας εταιρίας ''Ζαντεμπορική ΑΕ'' προς την εταιρεία BRITISH ΑΜΕΡΙCΑΝ ΤΟΒΑCΟΟ ΑΕ, συνολικού ύψους 418.102,25 ευρώ, β] τις καταβολές στην τράπεζα Πειραιώς συνολικού ποσού 44.932,85 ευρώ σε εκπλήρωση υποχρεώσεων της εγκαλούσας από τον αλληλόχρεο λογαριασμό ..., γ] καταβολές στην τράπεζα Πειραιώς συνολικού ποσού 3.913,04 ευρώ σε εκπλήρωση υποχρεώσεων της εγκαλούσας από τον αλληλόχρεο λογαριασμό ... και δ] καταβολές στην τράπεζα PROBANK συνολικού ποσού 50.800 ευρώ σε εκπλήρωση υποχρεώσεων της εγκαλούσας από τον αλληλόχρεο λογαριασμό ... [τραπεζικές αποδείξεις από τις τράπεζες ALPHA και PROBANK, έγγραφο-καρτέλα της τράπεζας Πειραιώς, τα από 1-7-2008 και 1-9-2008 έγγραφα της τράπεζας Πειραιώς, έγγραφη κατάσταση της τράπεζας ΡΡΟΒΑΝΚ, ήτοι τα αναφερόμενα υπό στοιχ. 3α,3β,3γ,5,6,7, στην οικεία θέση των αναγνωσθέντων εγγράφων -φύλλο 15 της απόφασης], τα έγγραφα για τη μισθοδοσία των υπαλλήλων της εταιρίας και τις καταστάσεις με τα από 25.10.2024 αντίγραφα των αδειών κυκλοφορίας του Υπουργείου Μεταφορών των οχημάτων που φέρονται ως υπεξαιρεθέντα κατά το διατακτικό της απόφασης και τα οποία κατά τα έγγραφα της διεύθυνσης Συγκοινωνιών του Υπουργείου Μεταφορών παραμένουν στην κυριότητα της εγκαλούσας εταιρίας (αναφερόμενα υπό στοιχ. 8,9 στην οικεία θέση των αναγνωσθέντων εγγράφων -φύλλο 15 της απόφασης). Το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως αβάσιμο τον αρνητικό της κατηγορίας, ουσιώδη όμως για την κατάφαση της ενοχής, ισχυρισμό του κατηγορουμένου, παραλείποντας οποιαδήποτε αιτιολογία για τις άνω καταβολές, και αυτές που φέρονται ότι έγιναν μέσω τραπεζικών συναλλαγών, καθόσον δεν υφίσταται καμία παραδοχή σχετικά με το αν υπήρχαν αυτές οι οικονομικές οφειλές της εγκαλούσας κατά τον κρίσιμο χρόνο της διαχείρισης του κατηγορουμένου και αν πραγματοποιήθηκαν οι όχι οι καταβολές εκ μέρους του σε εξόφληση των οφειλών.
Περαιτέρω, η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με την ενοχή του κατηγορουμένου και μάλιστα ενώ δέχεται στο σκεπτικό της πως αυτός είχε αναλάβει από τις 4-6-2008 την εξουσία διαχείρισης του νομικού προσώπου της εταιρίας Ζαντεμπορική ΑΕ και ήταν αρμόδιος, ενεργώντας μόνος του ως πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και αποκλειστικός διαχειριστής της εγκαλούσας εταιρίας να ενεργεί υλικές και νομικές πράξεις διαχείρισης των οικονομικών υποθέσεων της εταιρίας και τις εξουσίες του διαχειριστή, εν τούτοις ακολούθως, στο σκεπτικό δέχεται ότι: ''ο ισχυρισμός του ότι στα πλαίσια της διαχείρισης πουλούσε προϊόντα της εταιρίας και πλήρωνε τις υποχρεώσεις της και με δικά του χρήματα καταβάλλοντας, πάνω από 200.000 ευρώ, δεν ευσταθεί διότι δεν έγινε ποτέ μέτοχος της εταιρίας, τα ακίνητα της οποίας εκπλειστηριάστηκαν λόγω χρεών και περιήλθαν στις τράπεζες αιτία οφειλών'', αιτιολογία αντιφατική, καθόσον θέτει ως προϋπόθεση για την εγκυρότητα των πληρωμών που πραγματοποίησε ο κατηγορούμενος προς εξόφληση υποχρεώσεων της εγκαλούσας εταιρίας σε τράπεζες και τρίτους προμηθευτές, την ιδιότητα του μετόχου της εταιρίας ενώ τέτοια δεν απαιτείτο ενόψει του ότι, κατά τις προηγούμενες παραδοχές του δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος ήταν αποκλειστικός διαχειριστής αρμόδιος να ενεργεί υλικές και νομικές πράξεις διαχείρισης των οικονομικών υποθέσεων της εταιρίας. Με αυτά που δέχθηκε το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασής του, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, σε σχέση με την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπερβαίνουσας το συνολικό ποσό των 120.000 ευρώ, από διαχειριστή ξένης περιουσίας τελεσθείσας κατ' εξακολούθηση, κατ' άρθρα 375 παρ. 2-1 και 98 ΠΚ, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, δεν διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σχετικά με το πόρισμά του και υπάρχουν ελλείψεις, αντίφαση, ασάφεια και λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 375 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, οι οποίες παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρο 519 ΚΠΔ].
Εξάλλου, λόγω της εμβέλειας των άνω αναιρετικών λόγων, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης ως προς την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 β του ΠΚ και της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, επειδή το δικαστήριο της ουσίας δεν έλεγξε αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις και δεν αποφάνθηκε για την κατ' οίκον έκτιση της ποινής καθείρξεως πέντε ετών που επέβαλε στον κατηγορούμένο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 144-145/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών β' βαθμού κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δεν επιτρέπονται νέα σχόλια.