ΧρΔΔ 2026, 750
Δε χρειάζεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα
"Δεν ήταν αναγκαίο να προβεί το Εφετείο σε ειδική μνεία και αξιολόγηση του απαλλακτικού αυτού βουλεύματος και να αντικρούσει ρητώς αυτό, ενόψει του ότι βάση της επίδικης αξίωσης δεν ήταν κάποια αξιόποινη συμπεριφορά, που κρίθηκε από το ανωτέρω βούλευμα ότι δεν συνέτρεξε, αλλά πράξεις αντίθετες στα χρηστά ήθη, οι οποίες συνιστούν τον νόμιμο λόγο ευθύνης που κρίθηκε στην προκειμένη περίπτωση ότι στοιχειοθετείται με την πλήρωση του πραγματικού αυτού."
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Δημήτριος Κ. Μηχιώτης
Επ. Καθηγητής Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ.
https://sakkoulaslibrary.com/read/article/25752/
====================================
Απόφαση 3 / 2026 (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 3/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α' Σύνθεσης: Αναστασία Παπαδοπούλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Μαρία Πετσάλη, Βαΐα Ζαρχανή, Σπυριδούλα Λιάτη, Ευαγγελία Στεργίου, Στυλιανή Μπλέτα, Ηλία Γιαρένη, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη, Αικατερίνη Πατσιαρά, Ελένη - Παναγιώτα Λεβεντέλη, Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Βασιλική Μουγιάντση, Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Νικολέττα Παναγιωτίδου, Μαργαρίτα Νικάκη, Αναστάσιο Σάββα, Αγγελική Καρδαρά, Αμαλία Βασιλοπούλου, Χρυσούλα Μανέτα, Μαρία - Γεωργία Τσάμη, Νικόλαο Κουτσούκο, Μαρία Παπαδημητρίου, Ανθία Τσαφίτσα, Γεσθημανή Τσουλφόγλου και Χριστίνα Πουρνάρα, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών δικαστών της σύνθεσης).
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Νικολάου (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Aγγελικής Ανυφαντή για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων - καθ' ων η κλήση - αναιρεσειόντων: 1.ανώνυμης βιομηχανικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "... AE", πρώην "... A.E. ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ", η οποία εδρεύει στο Πικέρμι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. 2.εταιρίας με την επωνυμία "... HOLDINGS LIMITED", που εδρεύει στην Κύπρο και εκπροσωπείται νόμιμα, και 3.των νομίμων κληρονόμων του αρχικώς τρίτου εφεσιβλήτου Κ. Φ. του Α., ήτοι: α.Δ. Φ. του Κ., κατοίκου ..., β.Ε. Φ.-Κ. του Κ., κατοίκου ... και γ.Α.-Κ. Φ. του Κ., κατοίκου .... Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Σωτηρόπουλο και Πλάτωνα Νιάδη. Οι ως άνω Δ. Φ. και Α. - Κ. Φ. εκπροσωπήθηκαν επιπροσθέτως και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ασπρογέρακα - Γρίβα, οι οποίοι κατέθεσαν κοινές προτάσεις. Των καθ' ων η κλήση - καλούντων - αναιρεσιβλήτων: 1.Ε. χήρας Ι. Ρ., 2.Σ. Ρ. του Ι. και 3.Ι. Ρ. του Ι., απάντων κατοίκων .... Η πρώτη παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους της δικηγόρους Γρηγόριο Τιμαγένη και Παναγιώτη Μάζη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, ο δεύτερος παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους του δικηγόρους Σπυρίδωνα Τσαντίνη και Ιάκωβο Βενιέρη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και ο τρίτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξανδρο Δοβλέ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08-08-2006 (με αριθμό έκθ. κατάθεσης .../2026) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4515/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4960/2012, 1831/2015, 4110/2015, 2414/2017 και 4720/2017 μη οριστικές και 4508/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας εφετειακής (4508/2018) απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 428/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές. Κατόπιν της απόφασης αυτής το Τριμελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3816/2023 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 31-08-2023 αίτησή τους και τους από 15-04-2024 πρόσθετους αυτής λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η 661/2025 απόφαση του Α3' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε τον πέμπτο, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό σκέλος του, των πρόσθετων λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Κατόπιν αυτής της απόφασης, η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την από 16-06-2025 κλήση των καλούντων - αναιρεσειόντων και την από 25-06-2025 κλήση των καλούντων - αναιρεσιβλήτων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν τον λόγο από την Πρόεδρο, ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, οι οποίοι αναφέρονται και στις προτάσεις τους, ζήτησαν οι μεν των αναιρεσειόντων την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, οι δε των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε να απορριφθεί ως αβάσιμος ο, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., πέμπτος πρόσθετος λόγος, κατά το ανωτέρω αναφερόμενο σκέλος του, των προσθέτων λόγων της από 31-08-2023 ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την υπ' αριθ. 3816/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά την 29η Ιανουαρίου 2026, ημέρα που συγκροτήθηκε το δικαστήριο αυτό προκειμένου να διασκεφθεί για την ανωτέρω υπόθεση, ήταν απoύσα η Αρεοπαγίτης Ευαγγελία Στεργίου, η οποία είχε δηλώσει κώλυμα αρμοδίως. Παρά ταύτα, παρισταμένων, πλην αυτής, πλέον των δέκα πέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 27 παρ.2 του ν. 4938/2022, το Δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη με αριθμό 661/2025 απόφαση του Α3 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, παραπέμφθηκε ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 563 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 27 παρ. 2, εδάφιο β' του Ν. 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις" [ΦΕΚ Α' 109/6.6.2022] ο, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πέμπτος πρόσθετος λόγος της από 31-08-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2023 αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τους από 15-04-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2024, με ιδιαίτερο δικόγραφο, πρόσθετους λόγους, με τους οποίους διώκεται η αναίρεση της με αριθμό 3816/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα, με τη με αριθμό 661/2025 απόφαση του Α3 Πολιτικού Τμήματος παραπέμφθηκε, ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ο πέμπτος πρόσθετος λόγος, προκειμένου να κριθεί το βάσιμο του λόγου αυτού, κατά το αντίστοιχο αναφερόμενο σκέλος του, επειδή η απόφαση για την μη παραδοχή του λήφθηκε με διαφορά μίας ψήφου. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες απέδωσαν στο Εφετείο την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι δεν έλαβε υπόψη του, παρότι είχε γίνει επίκληση και είχαν προσκομίσει το με αριθμό 2151/1993 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τη με αριθμό 4673/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τη με αριθμό 692/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τη με αριθμό 7120/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, τη με αριθμό 4508/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και τη με αριθμό 889/1990 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά την επικρατήσασα γνώμη, ο ανωτέρω λόγος κρίθηκε ως αβάσιμος στο σύνολό του, ενώ κατά τη μειοψηφήσασα άποψη, ο λόγος αυτός, αναφορικά με το με αριθμό 2151/1993 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, έπρεπε να κριθεί βάσιμος και να γίνει δεκτός. Ενόψει αυτών, νόμιμα φέρεται ενώπιον της παρούσας Α' Τακτικής Ολομέλειας του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πέμπτος πρόσθετος λόγος του από 15-4-2024 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τον οποίο συμπληρώθηκε ο τέταρτος λόγος της ως άνω από 31-8-2023 αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τους από 15-4-2024 πρόσθετους λόγους, με την από 16-6-2025 κλήση των αναιρεσειόντων και την από 25-6-2025 κλήση των αναιρεσίβλητων.
Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 563 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι : "Στην αρμοδιότητα της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου υπάγονται : α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου, β) αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων, που παραπέμπονται για εκδίκαση στην Ολομέλεια με κοινό πρακτικό του προέδρου και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με απόφαση του τμήματος που δικάζει. Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή για μερικούς μόνο από τους λόγους της αναίρεσης, αν σε κάθε περίπτωση κριθεί ότι δημιουργούνται ζητήματα με γενικότερο ενδιαφέρον ή ότι τούτο είναι αναγκαίο για την ενότητα της Νομολογίας. Το τμήμα που δικάζει είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει την εκδίκαση της υπόθεσης στην Ολομέλεια, αν η απόφασή του για την αίτηση αναίρεσης, αναιρετική ή απορριπτική, λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου ή αν αρνείται να εφαρμόσει νόμο ως αντισυνταγματικό. Αν, όμως, το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας έχει ήδη κριθεί με απόφαση της ολομέλειας, η παραπομπή είναι δυνητική". Από την ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 570, 576 και 577 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι προπαρατεθείσες διατάξεις, αναφορικά με την αρμοδιότητα της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, είναι περιοριστικές, με την έννοια, ότι δεν είναι επιτρεπτή η επέκτασή τους και επί άλλων περιπτώσεων, πλην των πιο πάνω αναφερομένων, με εξαίρεση του παραδεκτού ή μη της άσκησης αναίρεσης, η έρευνα του οποίου προηγείται της εξέτασης του βάσιμου ή μη των λόγων αυτής, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 2 του άρθρου 27 του Ν. 4938/2022, με την οποία ορίζονται οι υποθέσεις που υπάγονται στη πλήρη Ολομέλεια, προκύπτει, εξ αντιδιαστολής, ότι στην περίπτωση κατά την οποία η απόφαση του Τμήματος λήφθηκε με πλειοψηφία μιας ψήφου, η υπόθεση παραπέμπεται στην Τακτική Ολομέλεια . Επομένως, η παραπομπή στην Ολομέλεια στην περίπτωση κατά την οποία η απόφαση του Τμήματος λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, είναι υποχρεωτική και μπορεί να αναφέρεται, είτε στο κατά νόμο παραδεκτό της άσκησης της αναίρεσης, είτε στο παραδεκτό ή βάσιμο ενός ή όλων των λόγων της αναίρεσης αρκεί ο λόγος αναίρεσης να περιέχεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ή των προσθέτων λόγων (Ολ. Α.Π. 51/2005, Ολ. Α.Π. 11/1992, Ολ. Α.Π. 10/1987, Ολ. Α.Π. 16/1990, Ολ. Α.Π. 24/1990, Ολ. Α.Π. 1043/1976) και να μην έχει προβληθεί αλυσιτελώς (Ολ. Α.Π. 483/1975). Εφόσον, δε, στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου παραπέμπεται το ζήτημα του παραδεκτού ή μη της αναίρεσης, αν κριθεί ότι η αναίρεση είναι παραδεκτή, επακολουθεί αναπομπή της υπόθεσης στο Τμήμα, για να αποφανθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ (Ολ. Α.Π. 16/1990). Από τις ίδιες δε ως άνω διατάξεις, συνάγεται ότι κατά την ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου εκδίκαση του λόγου ή των λόγων της αναίρεσης, που έχουν παραπεμφθεί σε αυτήν, προκειμένου να κριθεί το βάσιμο ή μη αυτών, δεν είναι παραδεκτή η προβολή από τον αναιρεσίβλητο ενστάσεων απαραδέκτου του λόγου ή των λόγων της αναίρεσης, είτε αυτές προβλήθηκαν στο Τμήμα του Αρείου Πάγου, που έχει εκδώσει την απόφαση περί παραπομπής είτε προβάλλονται για πρώτη φορά, παρά τη δυνατότητα της προβολής τους στο Τμήμα του Αρείου Πάγου, αφού η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση μόνον κατά το μέρος που παραπέμφθηκε (πρβλ. Ολ. Α.Π. 29/2002, Ολ. Α.Π. 57/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με τη με αριθμό 661/2025 απόφαση του Α3 Τμήματος του Αρείου Πάγου, παραπέμφθηκε ενώπιον της παρούσας Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ο πέμπτος πρόσθετος λόγος (συμπληρωματικός του τέταρτου λόγου του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης), προκειμένου να κριθεί το βάσιμο αυτού, ενόψει του ότι, κατά την πλειοψηφήσασα άποψη του ανωτέρω Τμήματος, ο λόγος αυτός έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ κατά την μειοψηφήσασα άποψη έπρεπε να κριθεί βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της παραπεμπτικής απόφασης, η πλειοψηφήσασα γνώμη δέχθηκε, επί λέξει, ότι : " [...] ανεξαρτήτως της αοριστίας του άνω αναιρετικού λόγου [...] πρέπει [...] ο παραπάνω λόγος να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο τούτο" (σελ. 33 - 34 και 45 - 46 αντίστοιχα της παραπεμπτικής απόφασης), για να καταλήξει στη σελ. 86, όπου παρατίθεται το τελικό πόρισμα αυτής και ο λόγος της παραπομπής, επί λέξει, ότι : " Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον η απόφαση για το βάσιμο του ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πέμπτου πρόσθετου λόγου των πρόσθετων λόγων της ένδικης αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο αναφερόμενο σκέλος του, λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας (1) ψήφου, πρέπει το ζήτημα αυτό να παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 563 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 27 παρ. 2 εδ. β' του Ν. 4938/2022, επιφυλάσσεται δε το Δικαστήριο να κρίνει ως προς τη βασιμότητα των λοιπών, μη εξετασθέντων, λόγων της υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, μετά την έκδοση απόφασης της Ολομέλειας, ως προς τον ως άνω λόγο που παραπέμπεται". Από τις ρητές ως άνω παραδοχές της παραπεμπτικής απόφασης προκύπτει με σαφήνεια ότι, στην παρούσα Ολομέλεια του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε ο πέμπτος πρόσθετος λόγος, από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, για να ερευνηθεί μόνον το βάσιμο αυτού, οποιεσδήποτε δε ενστάσεις απαραδέκτου του λόγου αυτού λόγω αοριστίας, που προβάλουν οι αναιρεσίβλητοι ενώπιον της παρούσας Ολομέλειας, πρέπει, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον η Ολομέλεια περιορίζεται να αποφανθεί μόνο για το παραπάνω νομικό ζήτημα, το οποίο παραπέμφθηκε ενώπιόν της προς επίλυση και δεν δύναται να ερευνήσει το παραδεκτό του λόγου αυτού, αφού σε αντίθετη περίπτωση, θα διεύρυνε ανεπίτρεπτα το αντικείμενό της σε νομικά ζητήματα, τα οποία δεν παραπέμφθηκαν προς επίλυση, δεδομένου ότι και η πλειοψηφήσασα άποψη έκρινε περί του αβασίμου του λόγου αυτού, εξ ου και προέκυψε η διαφορά μίας ψήφου (βλ. ως προς το ζήτημα αυτό και την Εισαγγελική πρόταση, η οποία ουδέν περιέλαβε ως προς το παραδεκτό ή μη του παραπεμπόμενου λόγου). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του, ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Ολ. Α.Π. 42/2002, Α.Π. 1492/2025, Α.Π. 691/2025, Α.Π. 1756/2024, Α.Π. 579/2024, Α.Π. 895/2024), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) (Α.Π. 579/2024, Α.Π. 139/2024). Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το αποδεικτικό μέσο, που φέρεται ότι αγνοήθηκε, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή έχει ιδιάζουσα αποδεικτική σπουδαιότητα (Α.Π. 566/2017, Α.Π. 209/2014), ή ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα (Α.Π. 1955/2022, Α.Π. 7/2022) και το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου (Α.Π. 579/2024 Α.Π. 575/2024 Α.Π. 321/2024 Α.Π. 139/2024, Α.Π. 566/2023), με την έννοια ότι το αποδεικτικό μέσο, που φέρεται ότι αγνοήθηκε, αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (Α.Π. 895/2024). Καμία ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αρκεί δε η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή να καθορίζεται η βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή η σχέση και επιρροή καθενός αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων από αυτά, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Α.Π. 242/2023, Α.Π. 257/2022, Α.Π. 1269/2021). Εξάλλου, για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο : α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο κρίσιμος ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίσθηκε και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ. Α.Π. 8/2016, Α.Π. 1185/2022, Α.Π. 92/2020, Α.Π. 1277/2019, Α.Π. 1091/2019). Τέλος, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης, και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (Α.Π. 427/2024, Α.Π. 1575/2023, Α.Π. 34/2021, Α.Π. 50/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, χωρίς να ληφθούν υπόψη άλλα έγγραφα, τα οποία προσκομίστηκαν το πρώτον από τους αναιρεσίβλητους, ενώπιον της παρούσας Ολομέλειας, η οποία δεν ερευνά εκ νέου την ουσία της υπόθεσης, ως εξής : Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, Ε. χήρα Ι. Ρ., Σ. Ρ. του Ι. και Ι. Ρ. του Ι., με την από 08-08-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2006 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε. ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ", της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", της εταιρείας με την επωνυμία " ... HOLDING S.A." και του Κ. Φ., εξέθεταν ότι τυγχάνουν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ι. Ρ., ενός εκ των ιδρυτών και μετόχου της εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", η οποία το έτος 1973 μετατράπηκε σε Α.Ε., με την επωνυμία "... Α.Ε.". Ότι το έτος 1988 απέκτησαν πλειοψηφική συμμετοχή, στο μετοχικό κεφάλαιο της παραπάνω εταιρείας, η ελεγχόμενη από τον τέταρτο εναγόμενο, Κ. Α.. Φ., πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, με την επωνυμία "... Α.Ε." (εφεξής ....), με ποσοστό 66,6%, καθώς και η εταιρεία "... Α.Ε.", με ποσοστό 4,17%, επίσης, συμφερόντων του τέταρτου εναγομένου, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό 29,17%, κατείχαν οι ενάγοντες. Ότι, έχοντας αποκτήσει η εταιρεία .... τον έλεγχο της εταιρείας " ... Α.Ε.", o τέταρτος εναγόμενος, μετά των νομίμων εκπροσώπων των λοιπών εναγομένων εταιρειών, συμφερόντων του, έθεσε σε εφαρμογή σχέδιο λήψης και πραγμάτωσης αποφάσεων των νομίμων οργάνων αυτών, προκειμένου να εκμηδενίσει τη συμμετοχή των μειοψηφούντων εναγόντων στην παραπάνω ανώνυμη εταιρεία (εχόντων το έτος 1988 συμμετοχικό ποσοστό 29,17 %) υπέρ της συναποκομίσεως κερδών από τον ίδιο, ως πλειοψηφούντα μέτοχο και των λοιπών εταιρειών, αποκλειστικών συμφερόντων του και συγκεκριμένα οι εναγόμενοι, ως πλειοψηφούντες μέτοχοι και ουσιαστικά διοικούντες την εταιρεία "... Α.Ε.", η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε "... ΑΕ." προέβησαν από κοινού με τους νομίμους εκπροσώπους των λοιπών εναγομένων εταιρειών στις λεπτομερώς εκτιθέμενες στην αγωγή νομιμοφανείς ενέργειες , οι οποίες όμως είχαν ως αποτέλεσμα να περιοριστεί η έμμεση συμμετοχή των εναγόντων στο μετοχικό κεφάλαιο της προελθούσας από απόσχιση εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", από 29,17% σε 0,139% το έτος 2004, καθώς και η άμεση συμμετοχή τους στην παλαιά εταιρεία "... Α.Ε." (μετονομασθείσα σε "... Α.Ε."), η οποία από βιομηχανική εμπορική εταιρεία κατέστη εταιρεία συμμετοχών, από 29,17% το έτος 1988 σε 12,96% το έτος 2004. Ότι, ειδικότερα, στις 26-8-1988, η νέα διοίκηση της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." (εφεξής ...), αποφάσισε τη σύναψη εμπορικής συμφωνίας με την ...., σύμφωνα με την οποία η τελευταία ανέλαβε την αποκλειστική διανομή και πώληση των προϊόντων της πρώτης. Ότι αποτέλεσμα της συμφωνίας ήταν να εγκατασταθεί η .... στις ιδιόκτητες εγκαταστάσεις της "... Α.Ε.", να χρησιμοποιεί το προσωπικό της, να εκμεταλλεύεται το δίκτυο διανομής και το σήμα της και να αποκτήσει σημαντικά κέρδη από τη διάθεση των προϊόντων, τα οποία προμηθεύονταν σε χαμηλές τιμές σε σχέση με εκείνες, που τα διέθετε στην αγορά, μειώνοντας, ταυτόχρονα τα κέρδη της "... Α.Ε.". Ότι, η διοίκηση της ... αποφάσισε την εξαγορά ποσοστού 80,25% της εταιρείας "... Α.Ε.", ομοίως συμφερόντων του τέταρτου εναγόμενου, αντί τιμήματος 1,72 δισ. δραχμών και προέβη, για το σκοπό αυτό σε σύναψη δανείου με τη " Γενική Τράπεζα" ύψους 1 δισ. δραχμών, παρά το γεγονός ότι η ως άνω εταιρεία είχε ιδιαίτερα βεβαρημένη οικονομική θέση την περίοδο εκείνη και η αξία της ήταν μικρότερη. Ότι, το έτος 1991 συστήθηκε η εταιρεία "... Α.Ε.", από τον τέταρτο εναγόμενο, η οποία ανέλαβε τη διάθεση στην αγορά των προϊόντων της "... Α.Ε." και εκμεταλλευόταν την πελατεία και το δίκτυο διανομής της, με αποτέλεσμα η ως άνω εταιρεία να σταματήσει να δραστηριοποιείται, ενώ οι δανειακές υποχρεώσεις της "... Α.Ε.", που λήφθηκαν για την εξαγορά της, συνέχιζαν να την βαρύνουν και ότι, εν τέλει, το έτος 1997 πωλήθηκε η συμμετοχή της στην παραπάνω εταιρεία, έναντι 56 εκατομμυρίων δραχμών, δηλαδή, με μικρότερο τίμημα από αυτό της αγοράς της. Ότι, κατά τις έκτακτες γενικές συνελεύσεις των μετόχων, στις 23-09-1994 και ...1994, αποφασίστηκε η μετονομασία της ... σε "... Α.Ε." (εφεξής "... Α.Ε.") και η απόσχιση του βιομηχανικού της κλάδου, ο οποίος εισφέρθηκε στη νεοσύστατη θυγατρική "... Α.Ε." (εφεξής "..."), στην οποία, κατά τη σύστασή της, συμμετείχε η " ... Α.Ε.", κατά ποσοστό 99,9% και ο τέταρτος εναγόμενος, κατά ποσοστό 0,1%, ενώ το ποσοστό των εναγόντων στο μετοχικό κεφάλαιο της "... Α.Ε." παρέμεινε στο 29,17%. Ότι, κατά το έτος 1996, η εταιρεία "..." συγχωνεύθηκε με την εταιρεία "... Α.Ε.", η οποία ανήκε έμμεσα, μέσω της αρχικώς δεύτερης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", κατά ποσοστό 100% στον τέταρτο εναγόμενο, με αποτέλεσμα οι μέτοχοι της "... Α.Ε." να λάβουν μετοχές, αντιστοιχούσες σε ποσοστό 9,71% του μετοχικού κεφαλαίου της "..." και αντίστοιχα το ποσοστό της "... Α.Ε." να μειωθεί σε 90,28%,, ενώ το έμμεσο ποσοστό των εναγόντων μειώθηκε σε 26,33%. Ότι, κατά τα έτη 1997 έως 2001, αποφασίστηκαν αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "...", στις οποίες παρίστατο εκπρόσωπος της "... Α.Ε.", ως πλειοψηφούσα μέτοχος, εγκρίνοντας τις αυξήσεις, ενώ παράλληλα το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής αποφάσισε να μην ασκήσει το δικαίωμα προτίμησης, με αποτέλεσμα ο έτερος μέτοχος της "...", ήτοι η εταιρεία "... Α.Ε." και η θυγατρική της ...., η οποία από τον Δεκέμβριο του έτους 2000 είχε μετονομαστεί σε "... Α.Ε." (πρώτη εναγόμενη) να συμμετάσχουν στις αυξήσεις και να αποκτήσουν την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της «...». Ότι, με τον τρόπο αυτό, η πρώτη εναγομένη εταιρεία απέκτησε το 70% των μετοχών της «...», ενώ η έμμεση δια της εταιρείας " ... Α.Ε." συμμετοχή των εναγόντων στο μετοχικό κεφάλαιο της «...» μειώθηκε στο 3,73 %. Ότι, τα έτη 2002-2004 έλαβαν χώρα οι αναφερόμενες στην αγωγή μεταβιβάσεις μετοχών μεταξύ των ανωτέρω εταιρειών συμφερόντων του τετάρτου εναγομένου, ύστερα από επιχειρηματικές αποφάσεις αυτού, με τελικό αποτέλεσμα η έμμεση, δια της "... Α.Ε.", συμμετοχή των εναγόντων στο μετοχικό κεφάλαιο της «...» να διαμορφωθεί εντός του έτους 2004 σε 0,1391%. Ότι, από την ανωτέρω παράνομη, υπαίτια και αντίθετη στα χρηστά ήθη συναλλακτική συμπεριφορά του τέταρτου εναγομένου Κ. Α.. Φ., ήδη αποβιώσαντος και κληρονομηθέντος από τους τρίτη, τέταρτη και πέμπτο των αναιρεσειόντων (χήρα και τέκνα αυτού), καθώς και των νομίμων εκπροσώπων των πρώτης, δεύτερης και τρίτης των εναγομένων εταιρειών (ήδη πρώτης και δεύτερης των αναιρεσειόντων) υπέστησαν τις διαλαμβανόμενες στο αγωγικό δικόγραφο θετικές και αποθετικές ζημίες και συγκεκριμένα απώλεια κερδών ποσού 25.216.808 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από το έτος 1998 έως και το έτος 2004, τα οποία θα αποκέρδαιναν, αν δεν μεσολαβούσαν οι παραπάνω παράνομες πράξεις και παραλείψεις. Ότι, επίσης, υπέστησαν αποθετική ζημία και από την απομείωση της αξίας των μετοχών, που κατείχαν στην εταιρεία " ... Α.Ε.", η οποία ζημία ανέρχεται στο ποσό των 11.535.143 ευρώ και προσδιορίζεται από τη διαφορά μεταξύ της αξίας της εταιρείας "... Α.Ε." στις 31-12-2004 και, κατ' επέκταση, και των μετοχών των εναγόντων και της αξίας της αναπροσαρμοσμένης "... Α.Ε.", δηλαδή της αξίας των μετοχών που θα μπορούσαν να έχουν οι ενάγοντες, αν δεν ελάμβαναν χώρα τα παραπάνω ζημιογόνα γεγονότα και η εταιρεία " ... Α.Ε." συνέχιζε να λειτουργεί, με την οργανωτική και διοικητική δομή, που είχε το έτος 1988. Ότι, περαιτέρω, από την παραπάνω αδικοπρακτική και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά των εναγόμενων, υπέστησαν ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον παραδεκτό, κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, μόνο στο αναγνωριστικό της σκέλος, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, το συνολικό χρηματικό ποσό των 36.751.951 ευρώ διαιρετώς, κατά το εξ αδιαιρέτου κληρονομικό ποσοστό του 1/3 εκάστου αυτών (εναγόντων), ως αποζημίωση για τις θετικές και αποθετικές ζημίες που υπέστησαν εξαιτίας των μεθοδευμένων και νομιμοφανών ενεργειών των εναγομένων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθώς και το ποσό του 1.000.000,00 ευρώ σε έκαστο αυτών, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της υπόθεσης αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 4515/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Ακολούθως οι ενάγοντες άσκησαν την από 29-10-2009 έφεσή τους και τους από 18-01-2011 πρόσθετους λόγους έφεσης και επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 4960/2012 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, εξαφάνισε την εκκληθείσα με αριθμό 4515/2009 απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου και, στη συνέχεια, κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή, την οποία έκρινε ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914, 919, 926 και 932 του Α.Κ. και ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου να εμφανιστούν αυτοπροσώπως ενώπιον του Εφετείου οι ήδη αναιρεσείοντες και αρχικά ο τέταρτος εναγόμενος Κ. Α.. Φ., λόγω δε της συγχώνευσης της δεύτερης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." με την πρώτη εναγομένη εταιρεία, τρίτος εναγόμενος, ο οποίος απεβίωσε στις ...2021 και τη δίκη συνέχισαν οι εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Δ. Φ. του Κ., Ε. Φ. - Κ. του Κ. και Α. - Κ. Φ. του Κ., καθώς και οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εναγομένων νομικών προσώπων. Επιπλέον, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου : α) να προσκομιστεί επικυρωμένο αντίγραφο της με αριθμό 4673/1993 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη με τη φροντίδα του επιμελέστερου εκ των διαδίκων, επί των αναφερομένων στο σκεπτικό θεμάτων της. Μετά την κατάθεση της με αριθμό …/2013 γνωμοδότησης του ορισθέντος με την ανωτέρω απόφαση πραγματογνώμονα, με την από 07-01-2013 αίτηση - κλήση των εναγόντων, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών και αφού εξετάσθηκαν στο ακροατήριό του, κατά τη δικάσιμο της …2013 οι εμφανισθέντες διάδικοι, πλην του τέταρτου εναγομένου, εκδόθηκε η με αριθμό 1831/2015 μη οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία ανέβαλε εκ νέου την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε τη διενέργεια νέας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης επί των ίδιων θεμάτων, που είχαν τεθεί με την προαναφερόμενη με αριθμό 4960/2012 απόφαση και διόρισε προς τούτο τρεις πραγματογνώμονες. Στη συνέχεια, εκδόθηκαν οι με αριθμούς 4110/2015, 2414/2017 και 4720/2017 μη οριστικές αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και μετά από συνεχείς αντικαταστάσεις πραγματογνωμόνων οι τελικά διορισθέντες πραγματογνώμονες Δ. Γ., Ν. Κ. και Ε. Κ. κατέθεσαν την από 12-3-2018 γνωμοδότησή τους. Μετά την κατάθεση της ως άνω πραγματογνωμοσύνης, με την από 13-2-2018 κλήση των εναγόντων, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η ένδικη υπόθεση και εκδόθηκε η με αριθμό 4508/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, λόγω παραγραφής. Την αναίρεση της απόφασης αυτής αιτήθηκαν οι ενάγοντες - ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 18-2-2019 αίτησή τους και τους από 11-11-2019 πρόσθετους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 428/2020 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η προαναφερόμενη απόφαση, λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 559 αριθμός 2 του ΚΠολΔ και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ενώπιον του ιδίου Εφετείου, συγκροτούμενου από άλλους δικαστές, από αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, με την από 29-07-2020 κλήση των εναγόντων - ήδη αναιρεσίβλητων και εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία η προσβαλλόμενη με αριθμό 3816/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την εκληθείσα απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Κατ' αυτής ασκήθηκε η από 31-08-2023 αίτηση αναίρεσης και οι από 15-04-2024 πρόσθετοι λόγοι και επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 661/2025 απόφαση του Α3 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου το βάσιμο του πέμπτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της υπόθεσης, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή, τα ακόλουθα : "... Από την επανεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων Κ. Φ. του Λ. και Κ. Χ. του Δ., οι οποίοι εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τη χωρίς όρκο εξέταση των διαδίκων, που εμφανίστηκαν αυτοπροσώπως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 1831/2015 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις νόμιμα διενεργηθείσες και κατατεθείσες, στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου, λογιστικές πραγματογνωμοσύνες, ήτοι την υπ' αριθμ. ...2013 λογιστική πραγματογνωμοσύνη του Η. Κ. (διορισθέντος με την υπ' αριθμ. 4960/2012 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου) και την από ...2018 λογιστική πραγματογνωμοσύνη των Δ. Γ. (διορισθέντος με την υπ' αριθμ. 1831/2015 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου), Ν. Κ. (διορισθέντος με την υπ' αριθμ. 2414/2017 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου) και Ε. Κ. (διορισθείσας με την υπ' αριθμ. 4720/2017 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου), τις με επίκληση προσκομισθείσες εκθέσεις - γνωμοδοτήσεις των τεχνικών συμβούλων, ήτοι την από Απριλίου 2018 έκθεση σχολιασμού πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων τεχνικών συμβούλων Δ. Ν. και Γ. Μ., την από 15/5/2013 γνωμοδότηση του διορισθέντος τεχνικού συμβούλου Γ. Α., την από 25/9/2013 τεχνική έκθεση του διορισθέντος τεχνικού συμβούλου Δ. Κ. - Κ., την από 15/10/2013 γνωμοδότηση του διορισθέντος τεχνικού συμβούλου Η. Κ., την από 25/4/2018 γνωμοδότηση του διορισθέντος τεχνικού συμβούλου Δ. Τ., από την υπ' αριθμ. ...2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αντιόπης Κυρούση του Α. Δ., η οποία λήφθηκε κατόπιν νομίμου κλητεύσεως [...], από τις υπ' αριθμ. ...2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων Α. Μ. και Κ. Δ., οι οποίες λήφθηκαν κατόπιν νομίμου κλητεύσεως [...], εκτός από την υπ' αριθμ. ...2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών του μάρτυρα Χ. Κ., η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη, καθώς δεν γίνεται επίκληση, αλλά ούτε προκύπτει νομότυπη επίδοση στην τρίτη εναγόμενη, με έδρα την Κύπρο εταιρία, αλλά ούτε και ως δικαστικό τεκμήριο, αφού λήφθηκε για να χρησιμεύσει στη συγκεκριμένη δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου [...] και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν του, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [...], για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη του το Δικαστήριο [...], αποδεικνύονται τα ακόλουθα : Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1968 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέου Ιωσήφ Αμιραδάκη, το οποίο δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών και στο Δελτίο Ανώνυμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης, οι Β. Ρ., Δ. Ζ. και Ι. Ρ. συνέστησαν την εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", με έδρα το ... Αττικής, με ίσα ποσοστά συμμετοχής έκαστος. Στις ...1969 η εταιρία "... Ε.Π.Ε. " μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.". Στην εταιρία αυτή εισήλθαν οι αδελφοί Ι., Ν. και Δ. Χ.. Το μετοχικό κεφάλαιο ανερχόταν σε 7.560.000 δραχμές, με συμμετοχή ανά 25% για έκαστο των συγγενών Β. Ρ., Δ. Ζ. και Ι. Ρ. και 25% για τους αδελφούς Χ. συνολικά. Η επωνυμία της εταιρίας τροποποιήθηκε με απόφαση της Γ.Σ. των μετόχων της εταιρίας στις …1974 και μετονομάσθηκε σε "... Α.Ε.". Στις ...1974 απεβίωσε αδιάθετος, εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, ο Ι. Ρ., ο οποίος κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Ε. Ρ. - πρώτη ενάγουσα (και ήδη πρώτη των αναιρεσίβλητων) και τα τρία ανήλικα τότε τέκνα του, Σ. Ρ. - δεύτερο ενάγοντα (και ήδη δεύτερο των αναιρεσίβλητων), Ι. Ρ. - τρίτο ενάγοντα (και ήδη τρίτο των αναιρεσίβλητων) και Χ. Ρ. (ο οποίος απεβίωσε, επίσης, εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, πριν από την άσκηση της υπό κρίση αγωγής), οι οποίοι απέκτησαν το 25% των μετοχών της εταιρίας, με αναλογία 1/4 ο καθένας. Ακολούθως, στις …1976 ο Β. Ρ. και Δ. Ζ. αγόρασαν το 25% του συνόλου των μετοχών της εταιρίας " ... Α.Ε. ", που ανήκε στους αδελφούς Χ. κι έτσι η συμμετοχή τους σε αυτή διαμορφώθηκε σε 37,5% για το Β. Ρ., 37,5% για το Δ. Ζ. και 25% για την πρώτη ενάγουσα και τα ανήλικα τέκνα της. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. ΕΜ ...1977 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. ...1977 ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ, εγκρίθηκε η συγχώνευση των ανωνύμων εταιριών των αυτών μετόχων "... Α.Ε." και "... Α.Ε. " και προέκυψε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία " ... Α.Ε. ", το καταστατικό της οποίας καταρτίσθηκε με την υπ' αριθμ. ...1977 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Μετρέλη. Το έτος 1980 η πρώτη ενάγουσα Ε. Ρ. αγόρασε από τον Δ. Ζ. μετοχές, που αντιστοιχούσαν στο 4,17% του μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω εταιρίας, με αποτέλεσμα η μετοχική σύνθεση να διαμορφώνεται σε ποσοστό 29,17% για την πρώτη ενάγουσα και τα ανήλικα τέκνα της, 37,5 % για το Β. Ρ. και 33,33 % για το Δ. Ζ.. Στις ...1988, οι Β. Ρ. και Δ. Ζ. πώλησαν τις μετοχές τους, που αντιστοιχούσαν στο 66,66 % του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας " ... Α.Ε. " (" ... Α.Ε. ") στην εταιρία " ... " (....), κύριος μέτοχος της οποίας ήταν ο τέταρτος εναγόμενος Κ. Φ., ο οποίος με τον τρόπο αυτό έλεγχε εμμέσως την πλειοψηφία των μετόχων της εταιρίας ... Α.Ε. Έτσι, η μετοχική σύνθεση της εταιρίας " ... Α.Ε. " (" ... Α.Ε. "), το θέρος του έτους 1988, είχε διαμορφωθεί ως εξής : α) Ε. Ρ. και τέκνα 29,17%, β) .... Α.Ε. 66,66% και γ) Β. Ρ. 4,17%. Ακολούθως, κατά την ....1988 Γενική Συνέλευση των μετόχων της ... Α.Ε., η παραπάνω πλειοψηφία έλαβε τις ακόλουθες αποφάσεις: α) εξέλεξε νέο Δ.Σ. και β) ενέκρινε σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ της " ... Α.Ε. " και της ...., την οποία υπέγραψε το νέο Δ.Σ. στις 26/8/1988. Με τη συμφωνία αυτή, η .... Α.Ε., δηλαδή η πλειοψηφούσα εκείνη τη χρονική περίοδο μέτοχος της " ... Α.Ε." ανέλαβε την αποκλειστική διανομή και πώληση των προϊόντων της " ... Α.Ε. " στην Ελλάδα και το εξωτερικό, με διάρκεια της σύμβασης έως την 31/8/1994. Από τον όρο 3 της ανωτέρω συμφωνίας προκύπτει ότι η .... θα παραλάμβανε όλα τα προϊόντα της " ... Α.Ε. " από την επόμενη ημέρα της παραγωγής τους και θα τα φύλασσε σε αποθηκευτικούς χώρους ευθύνης της ...., τους οποίους θα της εκμίσθωνε η " ... Α.Ε. ", καθώς η .... δεν διέθετε δικούς της αποθηκευτικούς χώρους. Επίσης, στον όρο 5 της σύμβασης ορίστηκε ότι η .... αναλάμβανε την υποχρέωση να αυξήσει τις πωλήσεις των προϊόντων της " ... Α.Ε. " στην επόμενη διετία, κατά ποσοστό τουλάχιστον 10%, σε σχέση με τις πραγματοποιηθείσες το έτος 1977 πωλήσεις του εσωτερικού και να αυξήσει στο δεκαπλάσιο τις πωλήσεις, που πραγματοποιήθηκαν το έτος 1977 στο εξωτερικό, δηλαδή η υποχρέωση αύξησης των πωλήσεων έγινε όχι σε σχέση με πρόσφατα της σύμβασης έτη, οπότε οι πωλήσεις της " ... Α.Ε. " ήταν ιδιαίτερα αυξημένες, καθώς είχε ισχυροποιηθεί η θέση της στην αγορά, ύστερα από δεκαέξι χρόνια λειτουργίας, αλλά ανέτρεξε μία δεκαετία πίσω. Εξάλλου, ο αποκλειστικός χαρακτήρας της σύμβασης, ως προς όλη την παραγωγή προϊόντων της εταιρίας ..., μετέβαλε πλέον την τελευταία σε αποκλειστικά βιομηχανική εταιρία, χωρίς το δικό της εμπορικό δίκτυο πωλήσεων, ενώ η πλήρης εξάρτηση της διαθέσεως των προϊόντων ... από το εμπορικό δίκτυο της ...., είχε ως αποτέλεσμα αφενός την περιέλευση της γνώσεως ολόκληρου του πελατολογίου και ολόκληρου του δικτύου διανομής της εταιρίας ... στην ...., χωρίς ειδικό αντάλλαγμα και παρά το γεγονός ότι αφορούσε ολόκληρο τον εμπορικό της κλάδο, ο οποίος, λόγω της κερδοφορίας του, είχε αξία αποτιμητή σε χρήμα [ goodwill ] και αφετέρου την αδυναμία της εταιρίας " ... Α.Ε. " να προβαίνει σε απευθείας πωλήσεις των προϊόντων της. Επίσης, με την ανωτέρω σύμβαση συμφωνήθηκε ο καθορισμός των τιμών πωλήσεως των προϊόντων της ... προς την .... να γίνεται μονομερώς από την τελευταία, δηλαδή τον αγοραστή, χωρίς συμβατική δέσμευση, ως προς τις τιμές και χωρίς δέσμευση, ως προς τα κέρδη, που θα περιέρχονταν στην " ... Α.Ε.". Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η εγκριθείσα από την πλειοψηφία της Γενικής Συνέλευσης της εταιρίας "... Α.Ε." σύναψη εμπορικής συμφωνίας με την .... για την ανάληψη από την τελευταία της αποκλειστικής διανομής και πώλησης των προϊόντων της "... Α.Ε." από την ...., δηλαδή την πλειοψηφούσα μέτοχο, ήταν συμφωνία που δέσμευε υπέρμετρα την " ... Α.Ε. ", δεν έγινε επί ίσοις όροις και ήταν πράξη καταχρηστική και αντικείμενη στα χρηστά ήθη, αφού εκ της ανωτέρω συμπεριφοράς του μετόχου της πλειοψηφίας, μόνο αυτός άντλησε οφέλη από την ουσιαστικά μεταβίβαση του εμπορικού κλάδου της ..., χωρίς να ωφελείται η εταιρία, με αντίστοιχη ζημία των εναγόντων, ως μετόχων της μειοψηφίας. Ειδικότερα, αποτέλεσμα της συμφωνίας αυτής ήταν να εγκατασταθεί η .... στις ιδιόκτητες εγκαταστάσεις της " ... Α.Ε. ", να χρησιμοποιεί το μέχρι τότε προσωπικό της τελευταίας, να εκμεταλλεύεται το πελατολόγιο, το δίκτυο διανομής και το σήμα της, ενώ παράλληλα η .... απέκτησε σημαντικά κέρδη από τη διάθεση των προϊόντων της εταιρίας " ... Α.Ε. ", τα οποία προμηθευόταν σε χαμηλές τιμές, σε σχέση με εκείνες που τα διέθετε στην αγορά, αποκομίζοντας σημαντικά κέρδη από τη διανομή τους, με αντίστοιχη μείωση των κερδών της " ... Α.Ε. ", η οποία, ενώ είχε τη φήμη και το δίκτυο διανομής, δεν συμμετείχε στα κέρδη από τη διανομή των προϊόντων της. Αντίθετα, δεν αποδείχτηκαν οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι η .... διέθετε καλύτερη τεχνογνωσία πωλήσεων ή υπέρτερα δίκτυα διανομής, καθόσον η τελευταία δεν διέθετε την αναγνωρισιμότητα και εμπειρία της εταιρίας " ... Α.Ε. ", η οποία δραστηριοποιούνταν στο χώρο περίπου 15 χρόνια και διέθετε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις και πλήρως οργανωμένο δίκτυο διανομής, το οποίο μάλιστα είχε πολύ χαμηλό κόστος, συγκριτικά με τις άλλες εταιρίες του κλάδου των τροφίμων. Ακολούθως, η πλειοψηφία των μετόχων της "... Α.Ε.", στη Γενική Συνέλευση της ...1988 [η οποία όπως και το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, ελεγχόταν από τον τέταρτο εναγόμενο Κ. Φ.] ενέκρινε την αγορά των μετοχών της εταιρίας " ... Α.Ε. " μέχρι και του συνόλου αυτών, πάντως όχι κατώτερου του ποσοστού των 2/3 αυτού. Η εταιρία " ... Α.Ε. ", επίσης συμφερόντων Κ. Φ., δραστηριοποιούνταν στην παραγωγή και εμπορία ειδών συσκευασίας και πλαστικών. Τελικώς, η " ... Α.Ε. " αγόρασε μετοχές της " ... Α.Ε." που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 80,25% του μετοχικού κεφαλαίου της, έναντι συνολικού τιμήματος 1,72 δισεκατομμυρίων δραχμών. Προκειμένου να καταβληθεί το τίμημα των μετοχών αυτών, το οποίο ορίστηκε σε 1.720.000.000 δραχμές, αν και η εν λόγω εταιρία παρουσίαζε εκείνο το χρονικό διάστημα αρνητική περιουσιακή θέση, η εταιρία " ... Α.Ε." διέθεσε ολόκληρο το ταμείο μετρητών της εταιρίας, ύψους 800 εκατομμυρίων δραχμών, το οποίο είχε μέχρι τότε για τη χρηματοδότησή της κι επιπλέον έλαβε δάνειο από τη Γενική Τράπεζα Α.Ε., ύψους ενός (1) δισεκατομμυρίου δραχμών, ήτοι ποσό πολλαπλάσιο των ιδίων κεφαλαίων της, τα οποία ανήλθαν, κατά τη συγκεκριμένη χρήση, σε 296.900.000 δραχμές. Σημειώνεται ότι η εταιρία " ... Α.Ε." δεν είχε δανειοδοτηθεί ποτέ μέχρι τότε. Ο τραπεζικός αυτός δανεισμός, είχε ως συνέπεια τη διατάραξη της κεφαλαιακής ισορροπίας της εταιρίας " ... Α.Ε. " και την επιβάρυνση αυτής με την πληρωμή τόκων. Σημειωτέον ότι επιχείρημα του Διοικητικού Συμβουλίου της " ... Α.Ε. " για την εξαγορά της ..., ήταν το γεγονός ότι η τελευταία κατείχε το 27% των μετοχών της βιομηχανίας γαλακτοκομικών προϊόντων "... Α.Ε." και το δικαίωμα επαναγοράς από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος του 40% των μετοχών αυτής (" ... Α.Ε. ") στη συμβατικώς προκαθορισμένη από το έτος 1981 και για τελευταία φορά στις 2/6/1988 αναπροσαρμοσμένη τιμή των 400.000.000 δραχμών. Ωστόσο, με απόφασή του, το Διοικητικό Συμβούλιο της ..., ελεγχόμενο από τον τέταρτο εναγόμενο, Κ. Φ., αποφάσισε την εκχώρηση του δικαιώματος προτίμησης, το οποίο είχε η ... προς αγορά μετοχών της εταιρίας ..., οι οποίες ήταν ενεχυρασμένες στην Εθνική Τράπεζα, καθώς και την πώληση των μετοχών, που της ανήκαν στον τέταρτο εναγόμενο Κ. Φ., με αποτέλεσμα να αποστερηθεί η ανωτέρω εταιρία το μόνο αξιόλογο περιουσιακό της στοιχείο και αντίστοιχα να το αποκτήσει ο τέταρτος εναγόμενος Κ. Φ., χωρίς αυτός να επιβαρυνθεί με τα χρέη της αγοράς της εταιρίας και το κόστος της δανειοδότησης για την αγορά των μετοχών της. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η απόφαση του Δ.Σ. της " ... Α.Ε. " περί εξαγοράς ποσοστού 80% των μετοχών της εταιρίας ..., αντικείμενη στα χρηστά ήθη (και) αποτέλεσε μέρος του σχεδίου του τετάρτου εναγομένου για απομείωση της αξίας της εταιρίας " ... Α.Ε. ", αφού με τον τρόπο αυτό διαταράχθηκε η κεφαλαιακή της ισορροπία, επιβαρύνθηκε με πληρωμή τόκων και επήλθε συρρίκνωση αντίστοιχα της αξίας των μετοχών των εναγόντων. Ακολούθως, το έτος 1990 ιδρύθηκε η δεύτερη εναγόμενη εταιρία " ... " (... Α.Ε.), συμφερόντων του τέταρτου εναγόμενου Κ. Φ.. Δυνάμει του από 19/4/1995 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της ανωτέρω εταιρίας και του Β. Ρ., ο τελευταίος προσυμφώνησε να μεταβιβάσει στην πρώτη τις μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 4,17% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "... ... Α.Ε." (... Α.Ε.), οι οποίες βρίσκονταν υπό δικαστική μεσεγγύηση, χορηγώντας ταυτόχρονα στην ως άνω εταιρία εντολή και πληρεξουσιότητα να ασκεί για λογαριασμό του όλα τα εκ των ως άνω μετοχών δικαιώματα τις οποίες και τελικώς μεταβίβασε το έτος 1998. Το έτος 1991 συστήθηκε από τον Κ. Φ. η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ... ", η οποία εγκαταστάθηκε στα ακίνητα της ... Α.Ε. και ανέλαβε την παραγωγή των προϊόντων της ... (κατά τρόπο αντίστοιχο με τη διάθεση των προϊόντων της ... από την ....), εκμεταλλευόμενη την πελατεία και το δίκτυο διανομής της, με αποτέλεσμα να παύσει η δραστηριότητα της εταιρίας ..., ενώ οι δανειακές της υποχρεώσεις συνέχιζαν να τη βαραίνουν. Εξάλλου, η απόφαση της διοίκησης της εταιρίας "... Α.Ε." να αναλάβει η νεοσύστατη εταιρία " ... Α.Ε. ", η οποία ήταν αποκλειστικών συμφερόντων του τέταρτου εναγόμενου Κ. Φ., όλες τις δραστηριότητες της εταιρίας " ... ", δεν ήταν επιχειρηματική ενέργεια, που αποσκοπούσε στην καθετοποίηση της παραγωγής μέχρι του σταδίου της συσκευασίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, διότι, σε αυτή την περίπτωση, σύμφωνα με την επιχειρησιακή ηθική, τις αρχές της διοίκησης των επιχειρήσεων και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η " ... Α.Ε. " θα έπρεπε να διατηρήσει μετοχική θέση όχι μόνο στην ..., αλλά να αποκτήσει και στην εταιρία " ... Α.Ε. " (μετοχική σχέση), η οποία καρπώθηκε τα οφέλη της εξαγοράς, ήτοι τα άυλα στοιχεία της ... (τεχνογνωσία και πελατολόγιο), ενώ η ... σταμάτησε να δραστηριοποιείται προς όφελος της τελευταίας, παραμένοντας χρηματοοικονομικά βεβαρημένη κι εν τέλει πωλήθηκε το έτος 1997, αντί τιμήματος 57 εκατομμυρίων δραχμών. Το έτος 1993 συστήθηκε από τον τέταρτο εναγόμενο Κ. Φ., η τρίτη εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία " ... HOLDING S.A.", αποκλειστικών συμφερόντων του ανωτέρω, η οποία είχε το 100% του χαρτοφυλακίου της εταιρίας χαρτοφυλακίου " ... Α.Ε. ", επίσης συμφερόντων Κ. Φ., η οποία κατείχε το 100% της εταιρίας .... Ακολούθως, με την από ...1994 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της " ... Α.Ε. " [ κύρια μέτοχος της οποίας με 720.000 μετοχές, σε σύνολο 1.150.216 μετοχών, ήταν η τρίτη εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία " ... HOLDING S.A. ", συμφερόντων 100% του Κ. Φ., όπως δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους ], στη λήψη της οποίας οι ενάγοντες δεν συναίνεσαν, αποφασίσθηκε η απόσχιση του βιομηχανικού κλάδου αυτής και η εισφορά του σε νέα εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ " [εφεξής... ]. Η ίδια Γενική Συνέλευση ενέκρινε την έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 9 Ν. 2190/1920, η οποία αποτίμησε την περιουσία του υπό απόσχιση βιομηχανικού κλάδου στο ποσό των 2.157.600.000 δραχμών. Εξάλλου, με την από ...1994 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της εταιρίας " ... Α.Ε. " [παλαιά ...] αποφασίσθηκε η τροποποίηση της επωνυμίας της σε "... Α.Ε. ". Κατά τη σύσταση της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ " [... ] συμμετείχαν κατά ποσοστό 99,9% η εταιρία ... και κατά ποσοστό 0,1% ο Κ. Φ.. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η απόσχιση του βιομηχανικού κλάδου της αρχικής ... και η εισφορά του σε νέα εταιρία, υπό παρόμοια επωνυμία και διακριτικό τίτλο, χωρίς όμως να αποτιμηθεί η εμπορική αξία του σήματος της " ... Α.Ε. " και η υπεραξία της επιχείρησης, που εισφερόταν, λόγω της καλής φήμης και πελατείας της, ώστε να εμφανισθεί η πραγματική περιουσιακή της κατάσταση και να επιτευχθεί έτσι υψηλότερη αξία των μετοχών, ήταν πράξη καταχρηστική και αντίθετη στα χρηστά ήθη και είχε ως σκοπό την απομείωση της αξίας των μετοχών των εναγόντων, αφού αυτές, λόγω των προαναφερόμενων ενεργειών, αποτιμήθηκαν σε αξία υποδεέστερη της πραγματικής. Επίσης, η μετονομασία της αρχικής ... σε "... Α.Ε." και η αλλαγή του σκοπού αυτής, από βιομηχανική, σε απλή εταιρία συμμετοχών, χωρίς να υπάρχει εμφανής επιχειρηματική, λειτουργική ή οργανωτική σκοπιμότητα, ήταν ομοίως πράξη καταχρηστική και αντίθετη στα χρηστά ήθη και ζημίωσε άμεσα τους ενάγοντες, ως μετόχους της μειοψηφίας, διότι οι τελευταίοι έχασαν την άμεση σχέση τους με την εταιρία, στην οποία κατείχαν ποσοστό 29,17%, καθώς και τα οιονεί δικαιώματα των ιδρυτών, για τους οποίους θα μπορούσαν να έχουν εκδοθεί Κοινοί ή Εξαιρετικοί Ιδρυτικοί Τίτλοι. Επιπροσθέτως, δε, μετά την απόσχιση του βιομηχανικού κλάδου, η αρχική " ... Α.Ε. ", ήδη " ... Α.Ε. ", παρέμεινε απλώς μια εταιρία συμμετοχών, μη παραγωγική, με περιουσία τις μετοχές που είχε στην υπερχρεωμένη και μη λειτουργούσα ... και στη .... Oι ανωτέρω εξόχως βλαπτικές ενέργειες του τέταρτου εναγόμενου, Κ. Φ. και των ελεγχόμενων από αυτόν εταιριών και οργάνων αυτών, σε βάρος των εναγόντων, δια της αποσχίσεως του βιομηχανικού κλάδου της εταιρίας "... Α.Ε." [παλαιά ...] και της περιέλευσης αυτού (βιομηχανικού κλάδου) στην ελεγχόμενη από τον ίδιο εταιρία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ " [...], συνιστούν περίπτωση καταχρηστικής εκμετάλλευσης της εξουσιαστικής του θέσης, καθώς οι ενέργειες αυτές δεν υπαγορεύθηκαν από το συμφέρον της εταιρίας, αλλά με αποκλειστικό σκοπό την εξυπηρέτηση των ατομικών του συμφερόντων, ως μετόχου της πλειοψηφίας και συγχρόνως την επέλευση βλάβης των εναγόντων, ως μετόχων μειοψηφίας. Ειδικότερα, με τις μεθοδευμένες αυτές κινήσεις του εκμεταλλευόμενου τη δεσπόζουσα θέση του, Κ. Φ., περιήλθαν στην ελεγχόμενη από αυτόν... όλα τα καίρια για αυτήν πάγια στοιχεία της παλαιάς ..., ενώ αντίθετα η τελευταία υποβαθμίσθηκε πλήρως τόσο από την απόσχιση του βιομηχανικού της κλάδου, αλλά και από τη μεταβολή της επωνυμίας της σε ..., χωρίς να φαίνεται σε αυτή το διεθνώς αναγνωριζόμενο στις αγορές σήμα της ... και μετατράπηκε έτσι σε εταιρία συμμετοχών, κατά παράβαση των άρθρων 919 Α.Κ. και 914 Α.Κ., σε συνδυασμό με άρθρο 281 Α.Κ. Ακολούθως, το έτος 1996 η "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ " [...], συγχωνεύθηκε με την εταιρία " ... Α.Ε.", η οποία ανήκε έμμεσα, μέσω της εταιρίας συμμετοχών ... Α.Ε., κατά 100% στον Κ. Φ.. Με τη συγχώνευση αυτή, οι μέτοχοι της εταιρίας " ... Α.Ε. " έλαβαν μετοχές αντιστοιχούσες σε ποσοστό 9,71% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας " ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ " [...] και το ποσοστό της εταιρίας ... μειώθηκε σε 90,28%, ενώ το ποσοστό των εναγόντων, ως μετόχων της ... στη νέα εταιρία, μετά τη συγχώνευση μειώθηκε σε 26,33%. Η συγχώνευση των δύο εταιριών, η οποία έγινε ως προς τη συμμετοχή των μετόχων τους στη νέα εταιρία, με βάση τη σχέση μετατροπής 9:1, ήταν εξαιρετικά βλαπτική για τους ενάγοντες μετόχους της μειοψηφίας της " ... Α.Ε. " κι εμμέσως συμμετεχόντων στην εταιρία " ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ " [...], διότι η τελευταία ήταν ηγέτιδα του κλάδου της, ενώ η εταιρία " ... " ήταν επί πολλά χρόνια ανενεργή κι επομένως, η ανωτέρω σχέση μετατροπής με αυτή την αναλογία ήταν επιζήμια για την εταιρία " ... Α.Ε. ", η οποία απώλεσε το ποσοστό της 99,9% επί της εταιρίας " ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙA " [...] και κατ' επέκταση και για τους ενάγοντες. Ακολούθως, τα έτη 1996, 1997, 1998 και 1999 αποφασίστηκαν αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας " ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...], με αποτέλεσμα το μετοχικό της κεφάλαιο από 2.390.000.000 δραχμές, που ήταν μετά τη συγχώνευση με την εταιρία " ... Α.Ε." να διαμορφωθεί στις 29/11/1999 σε 8.000.000.000 δραχμές. Στις ως άνω συνελεύσεις, ο εκπρόσωπος της εταιρίας " ... Α.Ε. ", ο οποίος παρίστατο ως μέτοχος της πλειοψηφίας της εταιρίας " ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [... ] στις γενικές συνελεύσεις που ενέκριναν τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου, αλλά και το διοικητικό συμβούλιο της " ... Α.Ε.", άπαντες ελεγχόμενοι από τον τέταρτο εναγόμενο Κ. Φ., αποφάσιζαν αφενός να μην ασκήσει η εταιρία " ... Α.Ε." το δικαίωμα προτίμησής της στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [... ], αλλά ούτε και να πωλήσει τα δικαιώματα προτίμησης, σε αντίθεση με την ...., η οποία συμμετείχε στις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου. Κατά τον τρόπο αυτό, η .... απέκτησε το 68% των μετοχών της εταιρίας " ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ " [...], ενώ η συμμετοχή της εταιρίας " ... Α.Ε. " μειώθηκε, μέσω των αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου της ως άνω εταιρίας, έτι περαιτέρω, σε 52,45% το έτος 1996, σε 48,97% το έτος 1997 και σε 28,78% το έτος 1999, ποσοστό το οποίο διατηρήθηκε μέχρι το έτος 2001. Αντίστοιχα, η άμεση συμμετοχή των εναγόντων στην εταιρία " ... Α.Ε." κατά τα ανωτέρω έτη παρέμεινε στο 29,17%, ενώ η έμμεση συμμετοχή αυτών [δια της εταιρίας " ... Α.Ε. "] στη μετοχική σύνθεση της εταιρίας " ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ " [...] μειώθηκε σε 15,30% το έτος 1996, σε 14,28% το έτος 1997 και σε 8,40% το έτος 1999, ποσοστό το οποίο διατηρήθηκε μέχρι το έτος 2001. Το Δεκέμβριο του έτους 2000, η εταιρία .... μετονομάστηκε σε "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ". Tο έτος 2003 πωλήθηκε από την εταιρία "... Α.Ε." στην " ... Α.Ε. " ποσοστό 27,69% των μετοχών της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ " [...] κι έτσι το ποσοστό συμμετοχής της εταιρίας " ... Α.Ε. " στην ως άνω εταιρία μειώθηκε σε 1,08%, ενώ το έτος 2004 μετά από αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας " ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...], στην οποία η εταιρία " ... Α.Ε." δεν συμμετείχε, το ποσοστό συμμετοχής της μειώθηκε σε 1,07%. Αντίστοιχα, η έμμεση συμμετοχή των εναγόντων στην εταιρία " ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ " [... ], διαμορφώθηκε σε 3,73% το έτος 2001, σε 1,08% το έτος 2003 και σε 0,139% το έτος 2004. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι, οι ως άνω διαδοχικές αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας " ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ " [... ] και η εξ αυτών μείωση της μετοχικής θέσης της εταιρίας " ... Α.Ε. ", έγιναν κατά τρόπο αντίθετο στην επιχειρησιακή δεοντολογία και τα χρηστά ήθη, καθώς αφενός οι ενάγοντες αποκλείσθηκαν να συμμετάσχουν στις αυξήσεις αυτές, αφετέρου διότι οι αυξήσεις αυτές, σε αντίθεση προς την κρατούσα επιχειρησιακή πρακτική, έγιναν στην ονομαστική αξία της μετοχής, ενώ θα μπορούσε ευχερώς να επιτευχθεί ανώτερη τιμή, αν είχε γνωστοποιηθεί ευρέως η πρόθεση πώλησής τους. Με αυτό τον τρόπο οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι εκμεταλλεύτηκαν την αυξημένη δυνατότητα επιρροής τους στις εταιρικές υποθέσεις της αρχικής ... και μετέπειτα της " ... Α.Ε. ", προς επιδίωξη αποκλειστικά δικών τους συμφερόντων, παραβιάζοντας την υποχρέωση πίστεως προς τους ενάγοντες, ως μετόχους μειοψηφίας, με συνέπεια το βαθμιαίο εκμηδενισμό του ποσοστού συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο αυτής. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι προαναφερόμενες ενέργειες του τέταρτου εναγόμενου Κ. Φ. (ήδη αποβιώσαντος), ο οποίος είχε την πλειοψηφία και ήλεγχε τις λοιπές εναγόμενες εταιρίες, είτε εμφανιζόμενος ο ίδιος, είτε δια παρένθετων προσώπων, δεν ήταν αυτοτελείς και ανεξάρτητες επιχειρηματικές ενέργειες, μη συνδεόμενες μεταξύ τους, αλλά αντίθετα επρόκειτο για ένα σύνθετο οργανωμένο σχέδιο (αποτελούμενο από διαδοχικές, μεθοδευμένες και αλληλένδετες μεταξύ τους παράνομες και ζημιογόνες και μάλιστα με πρόθεση πρόκλησης ζημίας, κατά τρόπο αντιβαίνοντα στα χρηστά ήθη ενέργειες), του τέταρτου εναγομένου και των ελεγχόμενων από αυτόν διοικήσεων και των γενικών συνελεύσεων των μετόχων των λοιπών εναγόμενων εταιριών, το οποίο αποσκοπούσε στην προώθηση και ενίσχυση των ιδίων τους συμφερόντων, σε βάρος των εταιρικών και στην εκμηδένιση της συμμετοχής των εναγόντων στην εταιρία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ " [... ], το οποίο δεν έλαβε χώρα άπαξ, αλλά ολοκληρώθηκε το έτος 2004, οπότε η έμμεση συμμετοχή δια της εταιρίας " ... Α.Ε. " των εναγόντων στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ " [... ] διαμορφώθηκε σε 0,1391%, κατόπιν των προαναφερόμενων μετασχηματισμών και εξαγορών μεταξύ των εμπλεκόμενων εταιριών. Ειδικότερα, ο τρίτος εφεσίβλητος ακολουθώντας συστηματικά και εξακολουθητικά συγκεκριμένο σχέδιο, επωφελούνταν από την καλή πορεία και φήμη της αρχικής εταιρίας ..., μεταφέροντας τα κέρδη της σε εταιρίες που έλεγχε κατ' αποκλειστικότητα ο ίδιος ή σε νέες εταιρίες, που συνέστηνε για το σκοπό αυτό, μεταβιβάζοντας ταυτόχρονα περιουσιακά στοιχεία της ευημερούσας εταιρίας ..., για να αποκομίσει ο ίδιος και οι εταιρίες αποκλειστικών συμφερόντων του κέρδη, επιβαρύνοντας ταυτόχρονα την ... με χρέη και δάνεια άλλων εταιριών, που εκείνος ήλεγχε, επιδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό, τόσο ο ίδιος, όσο και οι διοικήσεις και οι γενικές συνελεύσεις των μετόχων των λοιπών εναγόμενων εταιριών, οι οποίες ελέγχονταν πλήρως από αυτόν, καταχρηστική και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά, κατά παράβαση των άρθρων 919, 914 και 281 Α.Κ. Το οργανωμένο αυτό σχέδιο κατανόησαν οι ενάγοντες όταν ολοκληρώθηκε, το έτος 2004, όπως προαναφέρθηκε, ενώ, με την εκτιμητική έκθεση της DELOITTE έλαβαν γνώση της πραγματικής έκτασης της ζημίας τους. Η προκληθείσα ζημία ήταν κατά τα προαναφερόμενα συνδυαστική, υπό την έννοια της μεθοδευμένης εκτέλεσης του οργανωμένου σχεδίου του τέταρτου εναγόμενου και των ελεγχόμενων και κατευθυνόμενων από τον ίδιο διοικητικών συμβουλίων και γενικών συνελεύσεων των μετόχων των λοιπών εναγόμενων ανωνύμων εταιρών. Έτσι, οι φαινομενικά ανεξάρτητες μεταξύ τους ενέργειες των εναγομένων, αποτελούσαν τα διαδοχικά στάδια του σχεδίου αυτού πριν την ολοκλήρωση του οποίου το έτος 2004, οι τελευταίοι παρέλειπαν να άρουν τη δημιουργηθείσα από την παράνομη, υπαίτια και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά τους επιζήμια κατάσταση, η διατήρηση της οποίας συνέχιζε να προκαλεί ζημία στους ενάγοντες, στη συνέχεια δε προέβαιναν σε περαιτέρω ενέργειες σε βάρος των εναγόντων. Εξαιτίας δε αυτής της συνδυαστικής κατά τα άνω ζημίας, οι ενάγοντες δεν ήταν δυνατόν να διατυπώσουν συγκεκριμένο αγωγικό αίτημα, καθώς δεν μπορούσαν να γνωρίζουν, ούτε να προβλέψουν τη ζημία που θα προκαλούσε η εκάστοτε πράξη, σε συνδυασμό με τις μεταγενέστερες κάθε φορά παράνομες, καταχρηστικές και ζημιογόνες, κατά τρόπο αντιβαίνοντα στα χρηστά ήθη πράξεις του σχεδίου του Κ. Φ. και των ελεγχόμενων από αυτών εταιρικών οργάνων των εναγόμενων εταιριών. Επομένως, αφού η ζημία των εναγόντων είναι άμεση συνέπεια των άνω παράνομων και με πρόθεση διαδοχικών ενεργειών των εναγομένων, της διατήρησης και εξακολούθησης των ως άνω παράνομων παραλείψεων των εναγόμενων να άρουν την προκληθείσα από αυτούς ζημιογόνο κατάσταση, η οποία εν προκειμένω εξακολούθησε έως το έτος 2004, οπότε η έμμεση συμμετοχή των εναγόντων δια της εταιρίας " ... Α.Ε. " στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας " ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...] διαμορφώθηκε σε 0,1391% κι ως εκ τούτου ολοκληρώθηκε το οργανωμένο σχέδιο των εναγόμενων, η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο εμπίπτουν τα εν λόγω χρονικά σημεία, ήτοι από 31/12/2004.
Συνεπώς, κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής στις 8/8/2006, με την οποία διακόπηκε η παραγραφή, δεν είχε παρέλθει η, κατ' άρθρο 937 Α.Κ., πενταετής παραγραφή κι ως εκ τούτου η προβαλλόμενη από τους εναγόμενους ένσταση περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης των εναγόντων, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως από την από ...2018 λογιστική πραγματογνωμοσύνη των Δ. Γ., Ν. Κ. και Ε. Κ., την υπ' αριθμ. ...2013 λογιστική πραγματογνωμοσύνη του Η. Κ. και τις προσκομισθείσες εκθέσεις - γνωμοδοτήσεις των τεχνικών συμβούλων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : Από τους ελεγμένους και δημοσιευμένους ισολογισμούς της εταιρίας "... Α.Ε." της περιόδου 1986 - 1988 προκύπτει ότι : 1) Η εταιρία λειτουργούσε κατά τις χρήσεις 1987-1988, με περιθώριο καθαρών κερδών της τάξεως του 23,19%, 2) Η εταιρία την 31/12/1987 είχε στο ταμείο της διαθέσιμα ύψους 586 εκατομμυρίων δραχμών, 3) Η εταιρία πριν από την αγορά του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της, την 31/12/1987 δεν είχε δανειακές υποχρεώσεις, 4) Μετά την εξαγορά του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της εταιρίας "... Α.Ε." από την εταιρία "... Α.Ε.", η "... ... Α.Ε." την 14/10/1988 αγόρασε το 80,83% των μετοχών της ... Α.Ε., έναντι τιμήματος 1,72 δισεκατομμυρίων δραχμών, με αποτέλεσμα να δανειστεί η "... Α.Ε." το ποσό του 1 δισεκατομμυρίου δραχμών, το ταμείο της να μειωθεί σε 94 εκατομμύρια και οι δαπάνες τόκων να ανέλθουν, κατά τη χρήση 1988, σε 65 εκατομμύρια δραχμές, από μηδέν, που ήταν τις προηγούμενες χρήσεις, 5) Στις 26/8/1988 μετά την υπογραφή σχετικής σύμβασης, ανέλαβε τη διανομή των προϊόντων της εταιρίας "... Α.Ε. " η εταιρία " ... Α.Ε." (....). Εξάλλου, το μικτό περιθώριο κέρδους του δείγματος των ανταγωνιστριών εταιριών [ " ... Α.Β.Ε.Ε.", " ... Α.Ε.", " ... Α.Β.Ε.Ε." και " ..." ] για τη χρήση 1988 ήταν 20,14%, δηλαδή σημαντικά χαμηλότερο του μικτού κέρδους της εταιρίας "... Α.Ε.", το οποίο την ίδια χρήση ανήλθε στο 30,52%. Περαιτέρω, από τους ελεγμένους και δημοσιευμένους ισολογισμούς της εταιρίας "... Α.Ε." των χρήσεων 1989, 1990 και 1991 προκύπτει ότι : 1) οι ονομαστικές πωλήσεις της εταιρίας αυξήθηκαν κατά 49,54% τη χρήση 1991, ως προς τη χρήση 1988, 2) Το μικτό περιθώριο κέρδους παρέμεινε στα ίδια επίπεδα της τάξεως του 31%-28%, με ελαφρά μειωτική τάση την εν λόγω τριετία, 3) οι τόκοι των δανείων απορρόφησαν το 10% των εσόδων, με αποτέλεσμα, παρά τη σημαντική ονομαστική αύξηση των πωλήσεων, να μην καταγραφεί αύξηση στα κέρδη προ φόρων, τα οποία παρέμειναν σταθερά ως ονομαστικό μέγεθος (404-429 εκατ. δρχ.), 4) Το περιθώριο του κέρδους προ φόρων μειώθηκε σημαντικά από 23%, σε 13% (προφανής η επίδραση των τόκων των δανείων), 5) Τα κέρδη προ φόρων παρέμειναν σταθερά, ως απόλυτο μέγεθος, στα επίπεδα του έτους 1987 , δηλ. στο επίπεδο των 420 εκατ. δραχμών. Ωστόσο, ο μέσος όρος του μικτού περιθωρίου κέρδους των τεσσάρων εταιριών του κλάδου της εποχής εκείνης παρουσίασε σημαντική αύξηση (22,12% για τη χρήση 1989, 26,31% για τη χρήση 1990 και 29,18% για τη χρήση 1991), ενώ για την εταιρία " ... Α.Ε. " 31,08%, 29,10% και 27,92% αντίστοιχα, δηλαδή, ενώ ο κλάδος βελτίωνε σημαντικά τα περιθώρια μικτού κέρδους, η " ... ... Α.Ε. " παρουσίασε ελαφρά μείωσή του. Αποτέλεσμα αυτής της πορείας ήταν ότι το έτος 1991 το ποσοστό μικτού κέρδους του κλάδου ξεπέρασε το ποσοστό μικτού κέρδους της εταιρίας για πρώτη φορά. Συμπερασματικά, κατά την τριετία 1989 - 1991 τα κέρδη προ φόρων της εταιρίας " ... ... A.E. " παρέμειναν ελαφρά μειωμένα, αλλά σταθερά ως προς το 1988, δηλαδή δεν συνεχίστηκε η σημαντική αυξητική δυναμική τους, όπως καταγράφηκε στους ισολογισμούς 1986 - 1988. Περαιτέρω, ως προς το σύνολο του κύκλου εργασιών της, κατά την περίοδο 1989 -1991 καταγράφηκε ονομαστική αύξηση 49,54% (δηλαδή 1988 εκατ. δρχ. 2.172, 1989 εκατ. δρχ. 2.619, 1990 εκατ. δρχ. 2.955 και 1991 εκατ. δρχ. 3.248), ενώ το δείγμα των τεσσάρων εταιριών κατέγραψε αύξηση πωλήσεων για το ίδιο διάστημα 104,15% (δηλ. υπερδιπλασιασμός των πωλήσεων). Έτσι, μετά την ανάληψη της αποκλειστικής διανομής των προϊόντων της εταιρίας " ... Α.Ε. " από την ...., η εταιρία συνέχιζε μεν την ονομαστική αύξηση των πωλήσεών της (49,54%), με ρυθμό όμως σημαντικά χαμηλότερο από το ρυθμό αύξησης του κλάδου (104,15%). Επίσης, στα αρνητικά της τριετίας αυτής καταγράφεται κυρίως ο δανεισμός της εταιρίας, δεδομένου ότι τα έτη 1983 - 1987 δεν υπήρχε δανεισμός, ενώ μετά την εξαγορά του πλειοψηφικού πακέτου από το νέο επενδυτή, άλλαξε η στρατηγική μη δανειοδότησης, με αποτέλεσμα να προκύψουν σημαντικές δαπάνες τόκων για την εταιρία. Συγκεκριμένα, για την εξαετία 1986 - 1991, οι δαπάνες τόκων ήταν οι ακόλουθες : 1986 : 0, 1987 : 0, 1988 : εκατ. δρχ. 65, 1989 : εκατ. δρχ. 251, 1990 : εκατ. δρχ. 378, 1991: εκατ. δρχ. 358. Εξάλλου, κατά την περίοδο 1989 - 1991 οι τόκοι, ως ποσοστό επί των πωλήσεων, ξεπέρασαν το 10%, ενώ ως απόλυτο συνολικό μέγεθος δαπάνης ανήλθε στο ποσό 1.052 εκατομμυρίων δραχμών ή 3,09 εκατομμύρια ευρώ, δηλαδή όσο περίπου και το ύψος του δανεισμού της εταιρίας την 31/12/1991. Περαιτέρω, από τους δημοσιευμένους ισολογισμούς της εταιρίας κατά την τριετία 1991-1994 (η χρήση 1994 αφορά την εταιρία " ... Α.Ε.") προέκυψε ότι : 1) την 31/12/1994 το σύνολο του ενεργητικού της εταιρίας μειώθηκε κατά 1.932 εκατ. δρχ. ή 5,67 εκατ. ευρώ, σε σχέση με την 31/12/1993, λόγω της απόσχισης του βιομηχανικού της κλάδου, ο οποίος εισφέρθηκε σε νέα εταιρία, μαζί με το σύνολο των δανειακών της υποχρεώσεων, οι οποίες δημιουργήθηκαν λόγω της εξαγοράς του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της .... Τα εισφερόμενα στη νέα εταιρία στοιχεία του ενεργητικού της εταιρίας "... ... Α.Ε." αποτιμήθηκαν ως εισφερόμενη αξία ποσού 4.568 εκατ. δραχμές και μετά από αφαίρεση του παθητικού της που εισφέρθηκε σε 2.410 εκατ. δραχμές. Έτσι, η διαφορά ύψους 2.158 εκατ. δρχ. αποτέλεσε σχεδόν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της νέας εταιρίας που συστήθηκε με Μ.Κ. 2.257 εκατ. Εξάλλου, στη νέα εταιρία " ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ", δεν ήταν πλέον άμεσοι μέτοχοι οι ενάγοντες, ως φυσικά πρόσωπα, αλλά έμμεσοι, λόγω της συμμετοχής τους στην εταιρία " ... Α.Ε. ", 2) Κατά την περίοδο 1992 - 1994 ο κύκλος εργασιών της εταιρίας σταθεροποιήθηκε στα 3,7 δις δραχμές, ενώ στα αποτελέσματα της χρήσης 1994 συμπεριελήφθησαν στα αποτελέσματά της μέρος της δραστηριότητάς της, λόγω της απόσχισης του βιομηχανικού της κλάδου το Νοέμβριο του ίδιου έτους, 3) Το μικτό περιθώριο κέρδους της εταιρίας περιορίστηκε σημαντικά από το επίπεδο του 30% σε 18,50% (1992 : 24,71%, 1993: 21,85% και 1994 : 18,50%), ενώ το μικτό περιθώριο κέρδους του κλάδου συνέχισε την αυξητική του πορεία (1992 : 30,45%, 1993 : 32,64% και 1994 : 33,16%). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την τριετία 1992 -1994, το σημαντικότερο γεγονός είναι η απόσχιση του βιομηχανικού και εμπορικού κλάδου της εταιρίας, ο οποίος αποτέλεσε σχεδόν το σύνολο της καθαρά εισφερόμενης περιουσίας (2,158 δις δραχμές) σε είδος [καταβλήθηκαν και 100 εκατ. δραχμές μετρητά της νεοσύστατης τότε εταιρίας " ... Α.Ε. "], αλλά και το μετοχικό της κεφάλαιο. Τα κέρδη προ φόρων της εταιρίας " ... ... Α.Ε.", παρουσίασαν σημαντικότατη πτώση κατά την τριετία αυτή και συγκεκριμένα από 429 εκατ. δραχμές τη χρήση 1991, περιορίστηκαν σε 28 εκατ. δραχμές το 1994. Εξάλλου, ως προς τον κύκλο εργασιών της εταιρίας, κατά την περίοδο 1992 - 1994, αυξήθηκε ελαφρά η ονομαστική του αξία, καταγράφοντας αύξηση των πωλήσεών της κατά 14,84%, ενώ ο κλάδος, την ίδια περίοδο, κατέγραψε αύξηση των πωλήσεών του κατά 51,82%, δηλαδή σημαντικό ρυθμό αύξησης. Επιπροσθέτως, το μικτό περιθώριο κέρδους της εταιρίας "... Α.Ε." περιορίστηκε σημαντικά την τριετία αυτή από 24,71% το έτος 1992, σε 18,50% το έτος 1994, σε αντίθεση με τη βελτίωση που παρουσίασε o κλάδος από 30,45% το έτος 1992, σε 33,16% το έτος 1994. Oι δαπάνες τόκων επηρέασαν σημαντικά και την παρούσα τριετία [ 1992 : 395 εκατ. δραχμές, 1993 : 518 εκατ. δραχμές και 1994 : 457 εκατ. δραχμές ]. Οι τόκοι, ως ποσοστό επί πωλήσεων, κυμάνθηκαν την περίοδο αυτή στο 13%, ενώ ως απόλυτο συνολικό μέγεθος για το διάστημα 1992 - 1994 ανήλθε στο ποσό των 4,02 εκατομμυρίων ευρώ κι επομένως η συνολική δαπάνη τόκων περιόδου 1988 - 1994 ανήλθε σε 7,11 εκατομμύρια ευρώ. Περαιτέρω, αναφορικά με τα οικονομικά στοιχεία της εταιρίας "... Α.Ε.", η οποία είναι συνέχεια της παλαιάς " ... Α.Ε." για τις υπόλοιπες εννέα χρήσεις 1996 - 2004, από τα δημοσιευμένα της στοιχεία προκύπτει ότι για τις χρήσεις αυτές, που ακολούθησαν την απόσχιση του βιομηχανικού και εμπορικού της κλάδου, λόγω απουσίας εμπορικής δραστηριότητας για την εταιρία (μετατράπηκε ουσιαστικά σε εταιρία συμμετοχών) καταγράφηκαν συνολικές ζημίες 452 εκατομμυρίων δραχμών, με αποτέλεσμα κατά τη χρήση του έτους 2000 να γίνει αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, χωρίς τη συμμετοχή των εναγόντων και να μειωθεί το ποσοστό συμμετοχής τους από 29,17% σε 12,96%. Σημειωτέον ότι η εταιρία " ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία δημιουργήθηκε κυρίως από την απόσχιση του βιομηχανικού κι εμπορικού κλάδου της εταιρίας "... ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", συνέχισε τη δραστηριοποίησή της με μία ελαφρά κερδοφορία, η οποία, κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, της απέφερε στους εννέα δημοσιευμένους ισολογισμούς της συνολικά κέρδη προ φόρων 609 εκατ. δραχμές, ενώ τα κέρδη προ φόρων, που προκύπτουν από τους δημοσιευμένους ισολογισμούς περιόδου 1988 - 2004 της εταιρίας "... Α.Β.Ε.Ε.", η οποία την περίοδο 1992 - 2004, εκτός από τα προϊόντα ... διακινούσε και άλλα εμπορικά σήματα, ανήλθαν σωρευτικά στις δεκαεπτά χρήσεις σε 15.547 εκατομμύρια δραχμές ή 45,6 εκατομμύρια ευρώ. Από την ανωτέρω ανάλυση των δημοσιευμένων ισολογισμών της περιόδου 1988 - 2004 αποδείχθηκε ότι προκλήθηκε σοβαρή απώλεια εισοδήματος στους ενάγοντες, μετόχους μειοψηφίας, κατά το έτος 1988 του 29,17% της εταιρίας " ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" οφειλόμενη, κατά κύριο λόγο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν : α) στο δανεισμό της εταιρίας " ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ " για την αγορά της ..., β) στη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας της εταιρίας " ... Α.Ε. " με την εταιρία " ... A.E.B.E.", γ) στην απόσχιση του βιομηχανικού και εμπορικού κλάδου της εταιρίας "... Α.Ε.", δ) στην αλλαγή του ονόματος της εταιρίας " ... ... Α.Ε. " σε " Επιχειρήσεις ... Α.Ε.", με αποτέλεσμα να αποξενωθούν οι ενάγοντες από τη χρήση του σήματος ..., ε) στην επιβάρυνση των αποτελεσμάτων της εταιρίας με τόκους, στ) στη μικρότερη αύξηση του κύκλου εργασιών της εταιρίας, έναντι της αύξησης του κλάδου, ενώ από τη χρήση 1997 και εντεύθεν δεν υπήρχαν πωλήσεις, ούτε εισπράχθηκε μέρισμα (τα κέρδη του έτους 2003 συμψήφισαν - παλαιότερες ζημίες), ζ) στη μείωση του μικτού περιθωρίου κέρδους της εταιρίας, το οποίο μηδενίστηκε από τη χρήση 1997 κι εντεύθεν, ενώ αντίθετα την εποχή αυτή ο κλάδος επιτύγχανε διαρκή βελτίωση του μικτού περιθωρίου κέρδους, η) στη μείωση του ποσοστού της άμεσης και έμμεσης συμμετοχής των εναγόντων, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει άμεση συμμετοχή των εναγόντων σε μία πολύ κερδοφόρο επιχείρηση, όπως ήταν η εταιρία " ... Α.Ε. ", αλλά και λόγω της μη συμμετοχής της εταιρίας " ... Α.Ε. "στις διαδοχικές αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου της" ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ " (...) να μειώνεται και το έμμεσο ποσοστό συμμετοχής τους, το οποίο το έτος 2004 κατήλθε σε 1,073% για την εταιρία "... Α.Ε." και, κατά συνέπεια, σε 0,1391% για τους ενάγοντες. Περαιτέρω, με βάση τα ανωτέρω πραγματικά ιστορικά μεγέθη των δημοσιευμένων και ελεγμένων οικονομικών καταστάσεων των εταιριών " ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ", " ... Α.Ε.", αλλά των τεσσάρων μεγάλων εταιριών του κλάδου, αποδεικνύεται ότι η θετική ζημία, που υπέστησαν οι ενάγοντες κατά τη χρονική περίοδο 1988 - 2004, η οποία συνίσταται στο άθροισμα των απωλεσθέντων κερδών προ φόρων της εταιρίας " ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ", υπό την παραδοχή ότι η εταιρία θα συνέχιζε να λειτουργεί υπό τη δομή, την οποία είχε το έτος 1988, " Αναπροσαρμοσμένη ... " [δηλαδή με βάση τους χρηματοοικονομικούς δείκτες της ... ], αφού ληφθούν υπόψη οι παρακάτω διαφοροποιήσεις : 1) Ο κύκλος εργασιών των χρήσεων 1989 - 1991 προσδιορίζεται από το σύνολο των πωλήσεων του εμπορικού κλάδου της ...., 2) Δεν θα διατεθούν κεφάλαια για την αγορά της εταιρίας ... και αναφορικά με τις χρήσεις 1992-2004 : 1) Δεν πραγματοποιείται η απόσχιση του βιομηχανικού κλάδου της "... ΑΝΩΝΥΜH ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 2) Δεν μειώνεται το ποσοστό συμμετοχής των εναγόντων στην "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", λόγω της απορρόφησης της ..., 3) Δεν παραιτείται η εταιρία "... Α.Ε." από τις αυξήσεις Μετοχικού Κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκαν και μάλιστα χωρίς την είσπραξη της αξίας των σχετικών δικαιωμάτων τους, 4) Η μειοψηφία του 29,17% δεν αποξενώνεται με την ονομασία - σήμα ..., ανέρχεται αναλυτικά : 1) Προκληθείσα ζημία από την αγορά της εταιρίας " ... Α.Β.Ε. " : α) Από το τίμημα για την εξαγορά του 80,25% των μετοχών της, το οποίο ανήλθε σε 1.720 εκατομμύρια δραχμές, πλέον της συμμετοχής της εταιρίας στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, που πραγματοποιήθηκε την επόμενη χρήση κατά 242,3 εκατ. δραχμές, δηλαδή αντί συνολικού ποσού 1.962,3 εκατ. δρχ. από το ταμείο της εταιρίας και το δάνειο που έλαβε β) από το γεγονός ότι, κατά την περίοδο δέκα περίπου ετών, που η ως άνω εταιρία " ... Α.Β.Ε. " εμφανιζόταν ως περιουσιακό στοιχείο (συμμετοχή) της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία μετασχηματίστηκε σε "... Α.Ε.", στην οποία ήταν μέτοχοι και οι ενάγοντες, δεν εισπράχθηκε μέρισμα, λόγω των μεγάλων ζημιών που παρήγαγε, τεθείσα υπό εκκαθάριση στις ...1999 και η οποία τελικώς μεταβιβάστηκε έναντι 56,1 εκατομ. δραχμών, αποδεικνύεται ότι η ονομαστική λογιστική ζημία της εταιρίας ανέρχεται σε 1.906,2 εκατ. δραχμές και η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες, ως μέτοχοι ποσοστού 29,17%, με αναγωγή σε τιμές 2004 [ χωρίς ανατοκισμό, με βάση το μέσο πληθωρισμό της περιόδου 1997 - 2004 ] ανέρχεται στο ποσό των 720,35 εκατ. δραχμών ή 2,11 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να λαμβάνεται υπ' όψιν η επιβάρυνση των αποτελεσμάτων της εταιρίας από τους χρεωστικούς τόκους. 2) Απώλεια κερδών : Για τις χρήσεις 1988 - 1991, με βάση το προπεριγραφόμενο χρηματοοικονομικό μοντέλο της Αναπροσαρμοσμένης ..., αλλά και το γεγονός ότι οι πωλήσεις του εμπορικού κλάδου της εταιρίας " ... Α.Β.Ε.Ε. " (....) μέχρι το τέταρτο τρίμηνο της χρήσης 1992, αφορούσαν μόνο προϊόντα της ..., ως κύκλος εργασιών της Αναπροσαρμοσμένης ... λαμβάνεται ο κύκλος εργασιών του εμπορικού κλάδου της E.E.M., ενώ για τα υπόλοιπα μεγέθη του Ισολογισμού και των αποτελεσμάτων χρήσεως οι χρηματοοικονομικοί δείκτες της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ", που λειτουργούσε ακόμα με την αρχική της δομή, με εξαίρεση την αγορά της εταιρίας .... Για τις χρήσεις 1992 - 2004, για τον υπολογισμό του κύκλου εργασιών της Αναπροσαρμοσμένης ..., λαμβάνονται ως βάση οι μέσοι χρηματοοικονομικοί δείκτες, που αποτυπώθηκαν την εποχή εκείνη στις τέσσερις εταιρίες του δείγματος του κλάδου των συσκευασμένων τροφίμων, που αποτέλεσαν κατά τη χρονική αυτή περίοδο και το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς συσκευασμένων τροφίμων [...]. Με βάση τα πραγματικά ιστορικά στοιχεία του κλάδου, τα οποία βασίζονται στους δημοσιευμένους ισολογισμούς των ανωτέρω εταιριών προκύπτει ότι η συνολική απώλεια κερδών των εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των 8.799 εκατ. δραχμών ή 25,82 εκατομμύρια ευρώ, ενώ η αναγωγή των απωλεσθέντων κερδών σε τιμές 2004, με βάση το μέσο ετήσιο ποσοστό πληθωρισμού, ανέρχεται σε 35,42 εκατομμύρια ευρώ. Ακολούθως, με βάση τις προβλεπόμενες από τη φορολογική νομοθεσία διατάξεις την εποχή εκείνη και συγκεκριμένα τη μεθοδολογία, με την οποία αποτιμούσε την εποχή εκείνη την πραγματική αξία της μετοχής το καθ' ύλην αρμόδιο Υπουργείο Οικονομικών, για λόγους φορολογίας, προκύπτει ότι η αποθετική ζημία των εναγόντων, που απορρέει από την απομείωση της αξίας των μετοχών, που κατείχαν στην εταιρία " ... Α.Ε. ", σε σχέση με την αξία των μετοχών που θα είχαν στην εταιρία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", υπό την παραδοχή ότι η εταιρία θα συνέχιζε να λειτουργεί υπό τη δομή, την οποία είχε το έτος 1988 [Αναπροσαρμοσμένη ...], με ημερομηνία αναφοράς την 31/12/2004, ανέρχεται στο ποσό των 3,82 εκατομμυρίων ευρώ, όπως αυτό προκύπτει από το εκτιμώμενο σύνολο ιδίων κεφαλαίων της Αναπροσαρμοσμένης ... στις 31/12/2004, το οποίο προσαυξάνεται με το μέσο όρο του Συντελεστή Απόδοσης Ιδίων Κεφαλαίων για τη χρονική περίοδο 2000 - 2004, αφαιρουμένων από τα προσαυξημένα ίδια κεφάλαια της ... στις 31/12/2004 [ ήτοι 1.640,93 εκατ. δραχμές μείον 339,37 εκατομ. δραχμών ] [...] Επομένως, η συνολική περιουσιακή ζημία των εναγόντων [ απώλεια κερδών και αποθετική ζημία ] ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 41,35 εκατομμυρίων ευρώ, από το οποίο θα επιδικαστεί στους ενάγοντες το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 36.751.951 ευρώ (διότι οι ενάγοντες δεν συμπεριέλαβαν στην αγωγή τους, τους αναλογούντες τόκους επί των απωλεσθέντων κερδών τους), ήτοι το ποσό των 12.250.650,33 ευρώ σε καθένα από αυτούς. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η περιουσιακή ζημία των εναγόντων μπορούσε ευχερώς να προσδιοριστεί, όπως και προσδιορίστηκε, με βάση πραγματικά και ιστορικά μεγέθη, καθώς δεν πρόκειται περί εκτίμησης αβέβαιων μελλοντικών κερδών, αλλά περί πραγματοποιημένων κερδών, τα οποία έχουν περιληφθεί και εμφανίζονται στις δημοσιευμένες και ελεγμένες οικονομικά καταστάσεις των εταιριών "... Α.Ε. ", " ... Α.Β.Ε. " και των τεσσάρων μεγάλων εταιριών του κλάδου, ενώ όσον αφορά την αποθετική ζημία των εναγόντων, ο υπολογισμός της έγινε με τη μεθοδολογία με την οποία αποτιμούσε, την εποχή εκείνη, την πραγματική αξία της μετοχής, το καθ' ύλην αρμόδιο Υπουργείο Οικονομικών, για λόγους φορολογίας, απορριπτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων [...]. Εξάλλου, οι ενάγοντες από την παράνομη, υπαίτια και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά των εναγόμενων, δοκίμασαν μεγάλη στεναχώρια, δηλαδή ενδιάθετη ψυχική κατάσταση, παραγωγική ηθικής τους βλάβης, για την οποία δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής της προσωπικότητάς τους, την έκταση της ζημίας των εναγόντων, τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το πολύπλοκο και πολυσχιδές οργανωμένο σχέδιο των εναγόμενων και δη της μεθοδευμένης, μέσω νομιμοφανών ενεργειών, εκτέλεσής του και του μακρού χρόνου αυτού (από το έτος 1988 μέχρι το έτος 2004), την ένταση του δόλου τους, την πρόκληση μακροχρόνιων και πολυδάπανων δικαστικών αγώνων, καθώς και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι ενάγοντες ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (250.000 ευρώ) για καθένα των εναγόντων. Το ποσό αυτό κρίνεται ως δίκαιο και εύλογο, δηλαδή, ανάλογο με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της προκείμενης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας [ ]".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι οι αναλυτικά περιγραφόμενες ενέργειες του αρχικά τετάρτου των εναγομένων Κ. Α.. Φ., δεν ήταν αυτοτελείς και ανεξάρτητες επιχειρηματικές ενέργειες, μη συνδεόμενες μεταξύ τους, αλλά αντίθετα ότι επρόκειτο για ένα σύνθετο οργανωμένο σχέδιο (αποτελούμενο από διαδοχικές, μεθοδευμένες και αλληλένδετες μεταξύ τους παράνομες και ζημιογόνες και μάλιστα με πρόθεση πρόκλησης ζημίας, κατά τρόπο αντιβαίνοντα στα χρηστά ήθη, ενέργειες), αυτού και των ελεγχόμενων και κατευθυνόμενων από τον ίδιο Διοικητικών Συμβουλίων και των γενικών συνελεύσεων των μετόχων των λοιπών εναγομένων εταιριών, το οποίο αποσκοπούσε στην προώθηση και ενίσχυση των ιδίων τους συμφερόντων εις βάρος των εταιρικών και στην εκμηδένιση της συμμετοχής των εναγόντων στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [... ], το οποίο δεν έλαβε χώρα άπαξ, αλλά ολοκληρώθηκε το έτος 2004, οπότε η έμμεση συμμετοχή δια της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." των εναγόντων στο μετοχικό κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [... ] διαμορφώθηκε, κατόπιν των προαναφερόμενων μετασχηματισμών και εξαγορών μεταξύ των εμπλεκόμενων εταιριών, σε 0,1391%. Κατόπιν αυτών, οδηγήθηκε στην κατάφαση της συνδρομής παράνομης, υπαίτιας αντίθετης στα χρηστά ήθη, καταχρηστικής και ζημιογόνας, σε βάρος των εναγόντων, συμπεριφοράς του τέταρτου των εναγομένων και των ελεγχόμενων και κατευθυνομένων από τον ίδιο διοικήσεων και γενικών συνελεύσεων των μετόχων των λοιπών εναγόμενων εταιρειών. Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων εγγράφων, το με αριθμό 2151/1993 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο κατέστη αμετάκλητο με τη με αριθμό 1733/1993 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) και το οποίο νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του ανωτέρω επίμαχου Βουλεύματος προκύπτει ότι με αυτό, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση και συμπλήρωση του σκεπτικού του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εις βάρος είκοσι οκτώ (28) φυσικών προσώπων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται ο αρχικά τέταρτος των εναγομένων Κ. Α. Φ. (ήδη αποβιώσας, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν στη δίκη οι νόμιμοι εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του), για τις αξιόποινες πράξεις: α) της απάτης σε βάρος Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή και από την οποία το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, β) της απάτης με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, κατ' εξακολούθηση, γ) της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, κατ' εξακολούθηση, δ) της απιστίας κατ' εξακολούθηση και ε) της άμεσης και απλής συνέργειας στην υπό το στοιχείο (β) πράξη, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσαν στην Αθήνα και το Πικέρμι Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1984 μέχρι και τις ...1988, σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.". Συγκεκριμένα, κατόπιν της από 25-07-1991 έγκλησης της πρώτης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Ε. χήρας Ι. Ρ., ασκήθηκε ποινική δίωξη, εις βάρος τριάντα (30) φυσικών προσώπων (μετόχων και μελών του Δ.Σ. της "... Α.Ε.", υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας, κ.λ.π.) και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων και εις βάρος των: 1) Β. Ρ. ή Ρ., 2) Δ. Ζ. για τις αξιόποινες πράξεις : α) της απάτης με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, κατ' εξακολούθηση και β) της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, κατ' εξακολούθηση, 3) Α. Μ., 4) Ι. Ζ., 5) Π. Σ., για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, κατ' εξακολούθηση, 6) Κ. Φ., για την αξιόποινη πράξη της απάτης σε βάρος Τράπεζας, που εδρεύει στην ημεδαπή και από την οποία το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, 7) Γ. Κ. - Γ., 8) Ε. Δ., για την αξιόποινη πράξη της απιστίας, 9) Κ. Δ., για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, κατ' εξακολούθηση, 10) Α. Α. 11) Δ. Μ. και 12) Ν. Ζ., για την αξιόποινη πράξη της απιστίας. Ειδικότερα, οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στους ανωτέρω κατηγορουμένους, ήταν οι ακόλουθες : Α) Οι Β. Ρ. και Δ. Ζ. στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1984 μέχρι και τον Μάιο του 1988 (με εξαίρεση το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 1986 μέχρι τον Οκτώβριο του 1987), όντες μέτοχοι και Πρόεδρος ο δεύτερος και Γενικός Διευθυντής ο πρώτος, του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", αφενός μεν, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στα λοιπά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, στους λοιπούς μετόχους κατά τις Γενικές Συνελεύσεις και στους ελεγκτές της, σαν αληθινά τα ψευδή γεγονότα ότι : α) άλλαξαν οι τεχνικές προδιαγραφές παραγωγής φρυγανιάς και έτσι κάθε φρατζόλα ψωμιού παρήγαγε λιγότερες φρυγανιές, β) η φύρα παραγωγής φρυγανιών είναι μεγαλύτερη της πραγματικής και γ) το τρίμμα των φρυγανιών που απέμενε κατά την κοπή τους ήταν μεγαλύτερο του πραγματικού, αφετέρου δε, αθέμιτα απέκρυψαν αληθινά γεγονότα και ειδικότερα την αληθινή παραγωγή φρυγανιών από την εταιρεία. Τα αναληθή αυτά αποτελέσματα εμφάνισαν στα λογιστικά βιβλία και στους ετήσιους ισολογισμούς της εταιρείας, με σκοπό να ωφεληθούν παράνομα από την πώληση, χωρίς τιμολόγια, των ποσοτήτων φρυγανιάς, που πραγματικά παρήγε η εταιρεία, επιπλέον των εμφανιζομένων στα λογιστικά βιβλία και τους ισολογισμούς της και έτσι απέτρεψαν τα προαναφερόμενα πλανηθέντα πρόσωπα να ασκήσουν, επί σειρά ετών, τις νόμιμες αξιώσεις τους και να προβούν στις νόμιμες ενέργειες. Η ζημία που προξενήθηκε στην περιουσία της εταιρείας είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει οπωσδήποτε τα 400.000.000 δραχμές, με ζημία και στους μετόχους της μειοψηφίας της εταιρείας, ανάλογη του ποσοστού των μετοχών τους. Τις ποσότητες δε των φρυγανιών, που πραγματικά παρήγε η εταιρεία, επιπλέον των εμφανιζομένων στα λογιστικά βιβλία και τους ισολογισμούς της και οι οποίες της ανήκαν, πωλούσαν χωρίς τιμολόγια σε τρίτους αγοραστές, εισπράττοντας για λογαριασμό τους το τίμημα των πωλήσεων αυτών. Β) Οι Α. Μ., Ι. Ζ., Π. Σ. και Κ. Δ., στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1984 μέχρι και τον Μάιο του 1988 (με εξαίρεση το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 1986 μέχρι τον Οκτώβριο του 1987), όντες υπάλληλοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και ειδικότερα ο πρώτος, ως προϊστάμενος λογιστηρίου (αρμόδιος για τον έλεγχο του λογιστηρίου και της παραγωγής), ο δεύτερος, ως αποθηκάριος (αρμόδιος για τη διακίνηση των παραγόμενων προϊόντων), ο τρίτος, ως οικονομικός διευθυντής (αρμόδιος για τον έλεγχο του λογιστηρίου) και ο τέταρτος ως χημικός (γνώστης των στοιχείων παραγωγής της εταιρείας), με πρόθεση άμεση συνέδραμαν τους Β. Ρ. και Δ. Ζ. να παραστήσουν εν γνώσει τους ψευδώς στα λοιπά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, στους λοιπούς μετόχους της, κατά τις Γενικές Συνελεύσεις και στους ελεγκτές της, σαν αληθινά τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα και έτσι να πραγματώσουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος. Γ) Ο Κ. Φ., στην Αθήνα, τον Σεπτέμβριο του 1988, με σκοπό να αποκτήσει κατά κυριότητα το 40% περίπου των μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ... Α.Β.Ε.Ε.", σε συμφέρουσα σ' αυτόν τιμή, τις οποίες κατείχε ως ενέχυρο η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, έπεισε τα αρμόδια όργανά της να του πουλήσουν σε συμφέρουσα τιμή τις μετοχές αυτές, με την εν γνώσει του ψευδή προς αυτούς παράσταση ότι το 67% των μετοχών της ίδιας εταιρείας, που κατείχε η εταιρεία " ... Α.Ε.", είχε τρέχουσα αξία μόνο 571.000.000 δραχμές και ότι ήταν επιβεβλημένο και συμφέρον για την Τράπεζα να του παραδοθούν οι προαναφερόμενες ενεχυρασμένες μετοχές, γιατί θα ανελάμβανε τη ρύθμιση των χρεών της "... Α.Ε." προς την Τράπεζα ύψους 5,5 δισεκατομμυρίων δραχμών, με διακανονισμό, που τελικά δεν έκανε, με αποτέλεσμα η Τράπεζα να υποστεί ζημία, που οπωσδήποτε υπερβαίνει το ένα δισεκατομμύριο δραχμές, αφού δεν κατάφερε να εισπράξει ούτε μέρος των χρεών της "... Α.Ε.", με την ευκαιρία της πώλησης των μετοχών της "... Α.Β.Ε.Ε.", που κατείχε και οι οποίες είχαν μεγάλη ζήτηση. Δ) Οι Γ. Κ. - Γ., Ε. Δ., Α. Α., Δ. Μ. και Ν. Ζ., στο Πικέμι Αττικής, στις ...1988, κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", του οποίου (Δ.Σ.) ήταν μέλη ψήφισαν υπέρ της σύναψης σύμβασης εμπορικής συνεργασίας με την εταιρεία "..." (....), η οποία ήταν κυρία της πλειοψηφίας των μετοχών της " ... A.E.", με πρόθεση να ζημιώσουν την περιουσία της τελευταίας, όπως και έγινε και η ζημία ανήλθε στο ποσό των έξι δισεκατομμυρίων δραχμών περίπου μέχρι και το έτος 1992 δεδομένου ότι οι δυσμενείς για την " ... A.E." όροι της σύμβασης ήταν ότι: α) η .... ανέλαβε κατ' αποκλειστικότητα την πώληση και διανομή όλων των προϊόντων της "... A.E." β) το τίμημα πώλησης από την "... A.E." στην .... θα καταβαλλόταν από την τελευταία 30 ημέρες μετά την παράδοση των προϊόντων σ' αυτήν και γ) οι τελικές τιμές πώλησης των προϊόντων θα καθορίζονταν μονομερώς από την ...., ότι η .... οικειοποιήθηκε την τεχνογνωσία κατασκευής φρυγανιών και κατασκευάζει δικές της φρυγανιές με δικό της σήμα (...) και τις διαθέτει στην αγορά, ανταγωνιζόμενη τις φρυγανιές ... και ότι η λειτουργία της σύμβασης είχε ουσιαστικό αποτέλεσμα την περιέλευση μέρους των κερδών της " ... Α.Ε." στην .... και αντίστοιχα ζημία της πρώτης από την έναρξη της συνεργασίας μέχρι και το έτος 1992, περίπου 5 δισεκατομμυρίων δραχμών, πλέον ενός δισεκατομμυρίου δραχμών, στο οποίο ανέρχεται η ζημία της " ... A.E.", λόγω του ποσού που πρέπει να καταβάλει για την ανάκτηση της θέσης που έχασε στην αγορά. Ε) Οι Ε. Δ. Α. Α. και Ν. Ζ., στο Πικέρμι Αττικής, στις ...1988, κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", του οποίου (Δ.Σ.) ήταν μέλη, ψήφισαν υπέρ της απόφασης για την αγορά από την εταιρεία 86.000 μετοχών της υπερχρεωμένης εταιρείας " ... Α.Β.Ε.Ε.", ή του 80,25% των μετοχών αυτής, αντί του ποσού των δραχμών 1.720.000.000, με πρόθεση να ζημιώσουν την περιουσία της " ... Α.Ε.", όπως και έγινε και η ζημία της ανήλθε τελικά σε 2.962.000.000 δραχμές, αφού η εταιρεία αυτή κατέβαλε και 242.000.000 δραχμές, για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ..., μέρος δε του τελευταίου ποσού εξεύρε από δανεισμό, ένεκα του οποίου κατέβαλε 1.000.000.000 δραχμές σαν τόκους, η αξία όμως των μετοχών της ... που αγόρασε και κατέχει είναι πλέον μηδενική, δεδομένου ότι αν και γνώριζαν ότι τα μόνα θετικά περιουσιακά στοιχεία που είχε η εταιρεία ... ήταν το 67% της υγιούς εταιρείας "... Α.Β.Ε.Ε." και η option (δικαίωμα προτίμησης) για την αγορά και άλλου ενός μέρους των μετοχών της " ... Α.Β.Ε.Ε.", τις οποίες κατείχε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, εν τούτοις δεν μερίμνησαν, ώστε να εξασφαλιστούν τα θετικά αυτά περιουσιακά στοιχεία για την " ... Α.Ε.", αφού αυτά μεταβιβάστηκαν στον Κ. Φ.. Με το παραπάνω βούλευμα απαλλάχθηκαν όλοι οι κατηγορούμενοι των αποδιδόμενων σε αυτούς κατηγοριών. Ωστόσο, ως προς την συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, το με αριθμό 2151/1993 απαλλακτικό βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο κατέστη αμετάκλητο με τη με αριθμό 1733/1993 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), μετά την απόρριψη της σχετικής αίτησης αναίρεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι πρόδηλο ότι δεν διαθέτει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα, το δε περιεχόμενό του δεν είναι σχετικό προς το προαναφερόμενο πόρισμα του δικαστηρίου, καθώς δεν υφίσταται οιαδήποτε συνάφεια ή ουσιαστικός σύνδεσμος μεταξύ του ως άνω απαλλακτικού βουλεύματος και της ένδικης από αδικοπραξία αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων. Ειδικότερα : Α) Οι πράξεις, των οποίων η τυποποίηση ή μη ως ποινικών αδικημάτων ελέγχθηκε από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, καταλαμβάνουν μικρό χρονικό διάστημα (ειδικότερα δε, μόνο μέχρι 18/10/1988) από το ιδιαίτερα εκτεταμένο και πολυετές χρονικό διάστημα από το έτος 1988 (ειδικότερα δε, μετά τις 31-5-1988, οπότε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." απέκτησε πλειοψηφική συμμετοχή, με ποσοστό 66,66% η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (....), συμφερόντων του αρχικά τέταρτου εναγομένου) μέχρι και το έτος 2004, κατά το οποίο, σύμφωνα με τις, αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, εκδηλώθηκε και πραγματώθηκε η ανωτέρω περιγραφόμενη παράνομη, υπαίτια και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά εις βάρος των εναγόντων, το πραγματικό της οποίας δεν έχει καμία σχέση με την κατάφαση ή μη ποινικής απαξίας στις όποιες πράξεις του αρχικά τετάρτου εναγομένου Κ. Α. Φ. και των ελεγχόμενων από αυτόν διοικήσεων και γενικών συνελεύσεων των μετόχων των λοιπών εναγόμενων εταιρειών συμφερόντων αυτού από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του οποίου προκλήθηκε ζημία, περιουσιακή και μη, στους ενάγοντες, Β) Η μοναδική αξιόποινη πράξη, η τέλεση της οποίας αποδόθηκε στον αρχικά τέταρτο εναγόμενο Κ. Α. Φ. και επί της οποίας έκρινε το Συμβούλιο Εφετών, συνίστατο στην πλήρωση της νομοτυπικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, κατά την απόκτηση από αυτόν της κυριότητας, λόγω πώλησης, ενεχυρασμένων, υπέρ της Τράπεζας, μετοχών σε ποσοστό 40% περίπου του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ... Α.Β.Ε.Ε." από την οποία - αξιόποινη πράξη - το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Η αξιόποινη αυτή πράξη, στρεφόμενη εναντίον των οικονομικών συμφερόντων του νομικού προσώπου της Τράπεζας και όχι κατά των αναιρεσιβλήτων, κατά κανέναν τρόπο δεν σχετίζεται με την κατάφαση του πραγματικού της αδικοπραξίας - με τη συμπληρωματική μορφή της αντίθεσης στα χρηστά ήθη - που τελέστηκε σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, σε βάρος των εναγόντων. Επομένως, η μη απόδοση κατηγορίας για την πράξη αυτή στον αρχικά τέταρτο εναγόμενο, ως πόρισμα συναγόμενο από το αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δεν βρίσκεται σε αντίθεση με το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και, ως εκ τούτου δεν ασκεί - και δεν ήταν δυνατό να ασκήσει - καμία επίδραση και σε κάθε περίπτωση, επίδραση ουσιώδη, στην έκβαση της δίκης και στη διαμόρφωση του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, Γ) Ομοίως, οι αξιόποινες πράξεις, η τέλεση των οποίων αποδόθηκε στους Γ. Κ. - Γ., Ε. Δ., Α. Α., Δ. Μ. και Ν. Ζ. και επί των οποίων έκρινε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συνίσταντο στην πλήρωση της νομοτυπικής υπόστασης του εγκλήματος της απιστίας (από τον πρώτο και τον τέταρτο από αυτούς) και της απιστίας κατ' εξακολούθηση (από τους υπολοίπους), κατά την ψήφιση από το Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ... Α.Ε.", του οποίου και οι πέντε αυτοί κατηγορούμενοι ήταν μέλη, αφενός μεν από όλους (και τους πέντε), της απόφασης για την κατάρτιση σύμβασης εμπορικής συνεργασίας της εταιρείας αυτής με την εταιρεία "..." (....), αφετέρου δε από τους κατηγορουμένους αυτούς (εκτός των Γ. Κ. - Γ. και Δ. Μ.), της απόφασης για την απόκτηση της κυριότητας από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ... Α.Ε.", λόγω πώλησης, 86.000 μετοχών της εταιρείας " ... Α.Β.Ε.Ε.", αντί του τιμήματος των 1.720.000.000 δραχμών, με πρόθεση των κατηγορουμένων να ζημιώσουν την περιουσία της ανώνυμης εταιρείας, όπως και πραγματικά συνέβη, εξαιτίας του ζημιογόνου χαρακτήρα των συμβάσεων αυτών. Ωστόσο, οι αξιόποινες αυτές πράξεις, στρεφόμενες εναντίον των οικονομικών συμφερόντων νομικού προσώπου, ήτοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ... Α.Ε.", κατά κανέναν τρόπο δεν σχετίζονται με την κατάφαση της πλήρωσης του πραγματικού της αδικοπραξίας - με τη συμπληρωματική μορφή της αντίθεσης στα χρηστά ήθη - που τελέστηκε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, σε βάρος των εναγόντων. Επομένως, η μη απόδοση κατηγορίας από το Συμβούλιο Εφετών για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν, ως πόρισμα συναγόμενο από το επίμαχο βούλευμα, δεν βρίσκεται σε σχέση αντίθεσης με το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και, ως εκ τούτου, δεν ασκεί - και δεν ήταν δυνατό να ασκήσει - καμία επίδραση και σε κάθε περίπτωση, επίδραση ουσιώδη στην έκβαση της δίκης και στη διαμόρφωση του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Για τους λόγους αυτούς, δεν ήταν αναγκαίο να προβεί το Εφετείο σε ειδική μνεία και αξιολόγηση του απαλλακτικού αυτού βουλεύματος και να αντικρούσει ρητώς αυτό, ενόψει του ότι βάση της επίδικης αξίωσης δεν ήταν κάποια αξιόποινη συμπεριφορά, που κρίθηκε από το ανωτέρω βούλευμα ότι δεν συνέτρεξε, αλλά πράξεις αντίθετες στα χρηστά ήθη, οι οποίες συνιστούν τον νόμιμο λόγο ευθύνης που κρίθηκε στην προκειμένη περίπτωση ότι στοιχειοθετείται με την πλήρωση του πραγματικού αυτού. Άλλωστε, από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (15ο φύλλο οπίσθια σελίδα και 16ο φύλλο, εμπρόσθια σελίδα) ότι, κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του έλαβε υπόψη του -μεταξύ άλλων και- όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφετέρου δε, από το σύνολο των επιμέρους σκέψεων, παραδοχών και αποδεικτικών αναλύσεων, που διαλαμβάνονται ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται βέβαιο, χωρίς να καταλείπεται καμία απολύτως αμφιβολία γι' αυτό, ότι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, το προαναφερόμενο βούλευμα, ως προς το οποίο παραπονούνται οι αναιρεσείοντες με τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης (όπως συμπληρώθηκε με πρόσθετο λόγο) ότι δεν λήφθηκε υπόψη και φέρεται ότι αγνοήθηκε, μετά ταύτα δε, κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που κατά την αντίληψη των αναιρεσειόντων είναι ορθό και ειδικότερα στις προαναφερόμενες αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του.
Επομένως, κατά την επικρατήσασα στην Ολομέλεια γνώμη, ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ 'του ΚΠολΔ, για αναίρεση της με αριθμό 3816/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο οποίος παραπέμφθηκε στην Α' Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με τη με αριθμό 661/2025 απόφαση του Α3 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, είναι αβάσιμος και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί, ακολούθως δε να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Α3 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθούν και οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης, για τους οποίους το Τμήμα αυτό επιφυλάχθηκε με την παραπεμπτική απόφασή του.
Κατά τη γνώμη όμως έντεκα (11) μελών του Δικαστηρίου, ήτοι της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αναστασίας Παπαδοπούλου και των Αρεοπαγιτών, Κλεόβουλου - Δημητρίου Κοκκορού, Σπυριδούλας Λιάτη, Αικατερίνης Πατσιαρά, Άλκηστης Σιάννου - Εισηγήτριας, Βασιλικής Μουγιάντση, Παναγιώτας Γιαννακοπούλου, Νικολέττας Παναγιωτίδου, Αναστασίου Σάββα, Γεσθημανής Τσουλφόγλου και Χριστίνας Πουρνάρα, έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο παραπεμφθείς ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας, από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ, πέμπτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα: 1. Με την υπ' αριθ. 661/2025 απόφαση του Α3 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 563 § 2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 27 § 2 εδάφιο β' του Ν. 4938/2022, ο από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πέμπτος πρόσθετος λόγος της από 31-8-2023 αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τους από 15-4-2024 πρόσθετους λόγους, με τους οποίους διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθ. 3816/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα, με την 661/2025 απόφαση του Α3 Πολιτικού Τμήματος παραπέμφθηκε ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ο πέμπτος πρόσθετος λόγος προκειμένου να κριθεί (από την Ολομέλεια) το βάσιμο αυτού του λόγου, κατά το αντίστοιχο αναφερόμενο σκέλος του, επειδή η απόφαση για την μη παραδοχή του λήφθηκε με διαφορά μίας ψήφου. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο για την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι δεν έλαβε υπόψη του, παρότι είχε γίνει επίκληση και είχαν προσκομιστεί το με αριθμό 2151/1993 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η με αριθμό 4673/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η με αριθμό 692/1993 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η με αριθμό 7120/1994 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η με αριθμό 4508/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η με αριθμό 889/1990 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά την επικρατήσασα γνώμη, ο ανωτέρω λόγος κρίθηκε ως αβάσιμος στο σύνολό του, ενώ κατά τη μειοψηφήσασα άποψη ο λόγος αυτός, αναφορικά με το με αριθμό 2151/1993 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κρίθηκε βάσιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός. Ενόψει αυτών, ο ανωτέρω λόγος παραδεκτά εισάγεται στην παρούσα Α' Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την από 16-6-2025 κλήση των αναιρεσειόντων και την από 25-6-2025 κλήση των αναιρεσίβλητων.
2. Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 563 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Στην αρμοδιότητα της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου υπάγονται α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου, β) αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων που παραπέμπονται για εκδίκαση στην ολομέλεια με κοινό πρακτικό του προέδρου και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με απόφαση του τμήματος που δικάζει. Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή για μερικούς μόνο από τους λόγους της αναίρεσης, αν σε κάθε περίπτωση κριθεί ότι δημιουργούνται ζητήματα με γενικότερο ενδιαφέρον ή ότι τούτο είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας. Το τμήμα που δικάζει είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει την εκδίκαση της υπόθεσης στην Ολομέλεια αν η απόφασή του για την αίτηση αναίρεσης, αναιρετική ή απορριπτική, λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου ή αν αρνείται να εφαρμόσει νόμο ως αντισυνταγματικό. Αν όμως το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας έχει ήδη κριθεί με απόφαση της ολομέλειας, η παραπομπή είναι δυνητική". Από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 570, 576 και 577 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι προπαρατεθείσες διατάξεις, αναφορικά με την αρμοδιότητα της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, είναι περιοριστικές, με την έννοια, ότι δεν είναι επιτρεπτή η επέκτασή τους και επί άλλων περιπτώσεων, πλην των πιο πάνω αναφερομένων, με εξαίρεση του παραδεκτού ή μη της άσκησης αναίρεσης, η έρευνα του οποίου προηγείται της εξέτασης του βάσιμου ή μη των λόγων αυτής, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 577 § 1 ΚΠολΔ. Επομένως, η παραπομπή στην Ολομέλεια, στην περίπτωση κατά την οποία η απόφαση του Τμήματος λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, είναι υποχρεωτική και μπορεί να αναφέρεται, είτε στο κατά νόμο παραδεκτό της άσκησης της αναίρεσης είτε στο παραδεκτό ή βάσιμο ενός ή όλων των λόγων της αναίρεσης, αρκεί ο λόγος αναίρεσης να περιέχεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ή των προσθέτων λόγων (ΟλΑΠ 51/2005, ΟλΑΠ 11/1992, ΟλΑΠ 10/1987, ΟλΑΠ 16/1990, ΟλΑΠ 24/1990, ΟλΑΠ 1043/1976) και να μην έχει προβληθεί αλυσιτελώς (ΟλΑΠ 483/1975). Εφόσον, δε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου παραπέμπεται το ζήτημα του παραδεκτού ή μη της αναίρεσης, αν κριθεί ότι η αναίρεση είναι παραδεκτή, επακολουθεί αναπομπή της υπόθεσης στο Τμήμα για να αποφανθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης, κατ' άρθρο 577 § 3 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 16/1990). Από τις ίδιες δε ως άνω διατάξεις, συνάγεται ότι κατά την ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου εκδίκαση του λόγου ή των λόγων της αναίρεσης, που έχουν παραπεμφθεί σε αυτήν προκειμένου να κριθεί το βάσιμο ή μη αυτών, δεν είναι παραδεκτή η προβολή από τον αναιρεσίβλητο ενστάσεων απαραδέκτου του λόγου ή των λόγων της αναίρεσης, είτε αυτές προβλήθηκαν στο Τμήμα του Αρείου Πάγου, που έχει εκδώσει την απόφαση περί παραπομπής είτε προβάλλονται για πρώτη φορά, παρά τη δυνατότητα της προβολής τους στο Τμήμα του Αρείου Πάγου, αφού η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση μόνον κατά το μέρος που παραπέμφθηκε (πρβλ ΟλΑΠ 29/2002, ΟλΑΠ 57/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με την 661/2025 απόφαση του Α3 Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε προς την παρούσα Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο πέμπτος πρόσθετος λόγος (συμπληρωματικός του τέταρτου λόγου του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης) προκειμένου να κριθεί το βάσιμο αυτού, ενόψει του ότι κατά την πλειοψηφήσασα άποψη του ανωτέρω Τμήματος ο λόγος αυτός έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ κατά την μειοψηφήσασα άποψη έπρεπε να κριθεί βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της παραπεμπτικής απόφασης, η πλειοψηφήσασα γνώμη δέχθηκε επί λέξει ότι "...ανεξαρτήτως της αοριστίας του άνω αναιρετικού λόγου...πρέπει... ο παραπάνω λόγος να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο τούτο" (σελ. 33 - 34 και 45 - 46 αντίστοιχα της παραπεμπτικής απόφασης), για να καταλήξει στη σελίδα 86, όπου παρατίθεται το τελικό πόρισμα αυτής και ο λόγος της παραπομπής, επί λέξει ότι "Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον η απόφαση για το βάσιμο του ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ πέμπτου πρόσθετου λόγου των πρόσθετων λόγων της ένδικης αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο αναφερόμενο σκέλος του, λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας (1) ψήφου, πρέπει το ζήτημα αυτό να παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 563 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 27 παρ. 2 εδ. β' του Ν. 4938/2022, επιφυλάσσεται δε το Δικαστήριο να κρίνει ως προς τη βασιμότητα των λοιπών, μη εξετασθέντων, λόγων της υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, μετά την έκδοση απόφασης της Ολομέλειας ως προς τον ως άνω λόγο που παραπέμπεται". Από τις ρητές ως άνω παραδοχές της παραπεμπτικής απόφασης προκύπτει με σαφήνεια ότι στην παρούσα Ολομέλεια του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε ο πέμπτος πρόσθετος λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 11γ του ΚολΔ, για να ερευνηθεί μόνον το βάσιμο αυτού, οποιεσδήποτε δε ενστάσεις απαραδέκτου του λόγου αυτού λόγω αοριστίας, που προβάλουν οι αναιρεσίβλητοι ενώπιον της παρούσας Ολομέλειας, πρέπει, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον η Ολομέλεια περιορίζεται να αποφανθεί μόνον για το παραπάνω νομικό ζήτημα, το οποίο παραπέμφθηκε ενώπιόν της προς επίλυση και δεν δύναται να ερευνήσει το παραδεκτό του λόγου αυτού, αφού σε αντίθετη περίπτωση θα διεύρυνε ανεπίτρεπτα το αντικείμενό της σε νομικά ζητήματα, τα οποία δεν παραπέμφθηκαν προς επίλυση, δεδομένου ότι και η πλειοψηφήσασα άποψη έκρινε περί του αβασίμου του λόγου αυτού, εξ ου και προέκυψε η διαφορά μίας ψήφου (βλ. ως προς το ζήτημα αυτό και την Εισαγγελική πρόταση, η οποία ουδέν περιέλαβε ως προς το παραδεκτό ή μη του παραπεμπόμενου λόγου). Σε κάθε δε περίπτωση, η πλεοναστική αιτιολογία της παραπεμπτικής απόφασης περί αοριστίας του ως άνω λόγου ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί εν προκειμένω, ως μη τελούσα σε συνάρτηση προς το διατακτικό της ως άνω απόφασης (ΑΠ 201/2025, ΑΠ 466/2025). 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός, που πλήττει την απόφαση για σφάλματα που αναφέρονται στα αποδεικτικά μέσα, αποτελεί εκδήλωση του συζητητικού συστήματος (ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 279/2011), κατοχυρώνει αναιρετικά το δικαίωμα απόδειξης και ανταπόδειξης, που έχει συνταγματική θεμελίωση (άρθρο 20 του Συντάγματος) και διασφαλίζει και τη διεξαγωγή της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την προαναφερόμενη έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 14/2022) και συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν ιδιάζουσα αποδεικτική σπουδαιότητα (ΑΠ 95/2005) και εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση αυτού του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων η επίκληση έλαβε χώρα, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αρκεί δε η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή να καθορίζεται η βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή η σχέση και επιρροή καθενός αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων από αυτά, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος (ΑΠ 43/2025, ΑΠ 45/2025, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 257/2022, ΑΠ 1269/2021), σημειώνοντας ότι το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση και καθήκον να διερευνά κάθε αποδεικτικό μέσο που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ώστε να δημιουργείται σε αυτούς ασφάλεια δικαίου ότι ερευνήθηκαν οι ισχυρισμοί τους και είτε αυτοί έγιναν δεκτοί είτε απορρίφθηκαν, η απόφαση να είναι με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως ορίζει το Σύνταγμα (άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος). Ειδικά δε, όταν πρόκειται για έγγραφο, όπως είναι και η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου (αθωωτική ή καταδικαστική), η οποία εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο (ΑΠ 43/2025), το δικαστήριο της ουσίας δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει όμως, ενόψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει και συγκεκριμένα να το συνεκτιμήσει ειδικά ως ισχυρό τεκμήριο και να διαφοροποιηθεί - εάν πραγματικά το κρίνει σκόπιμο - από αυτό, με ειδική αιτιολογία, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αμετάκλητης ποινικής απόφασης (ΑΠ 43/2025, ΑΠ 679/2024, ΑΠ 306/2024, ΑΠ 151/2024, ΑΠ 459/2023, ΑΠ 1374/2023, ΑΠ 917/2023, ΑΠ 1770/2022, ΑΠ 394/2022, ΑΠ 1071/2021, ΑΠ 671/2021, ΑΠ 68/2020). Η συνεκτίμηση δε και η αξιολόγηση ενός τέτοιου ισχυρού δικαστικού τεκμηρίου (ποινικής απόφασης) πρέπει να λαμβάνει χώρα ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία, αν και γίνεται ρητή αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι κατά το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του το δικαστήριο έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων και την συγκεκριμένη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, δεν καθίσταται βέβαιο, αλλά αντίθετα γεννάται αμφιβολία γι' αυτό, ότι δηλαδή για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος το δικαστήριο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, και το παραπάνω αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 43/2025). Τέλος, σημειώνεται ότι για να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της αστικής η αμετάκλητη ποινική απόφαση, είναι αναγκαίο να ταυτίζονται (να συνδέονται ουσιαστικά) τα πραγματικά περιστατικά αυτής με εκείνα της αστικής αξίωσης του ενάγοντος, ως βιοτικά συμβάντα (ΑΠ 233/2025, ΑΠ 110/2024, ΑΠ 7/2022, ΑΠ 688/2016), οπότε, αν η ποινική απόφαση έκρινε τα ίδια βιοτικά συμβάντα, καθίσταται αναγκαία η αναφορά της στην απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας και η συναξιολόγησή της με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Απόλυτη ταυτότητα αντικειμένου και προσώπων είναι απαραίτητη μόνο για την έρευνα του δικονομικού ισχυρισμού της εκκρεμοδικίας και του δεδικασμένου, που τυχόν υποβληθούν, όχι όμως και όταν απλώς το αποδεικτικό πόρισμα της αστικής δίκης πρόκειται να αξιολογηθεί σε σχέση με το αποδεικτικό τεκμήριο προηγούμενης ποινικής απόφασης ή βουλεύματος (βλ. ιδίως ΑΠ 876/2019, ΑΠ 688/2019, ΑΠ 688/2016, οι οποίες ερεύνησαν τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, αν και το πρόσωπο του κατηγορουμένου δεν ταυτιζόταν με αυτό του αναιρεσείοντος στην αστική δίκη, πλην όμως επρόκειτο για το ίδιο βιοτικό συμβάν). Άλλωστε στην ποινική διαδικασία ύποπτος ή κατηγορούμενος είναι μόνο φυσικό πρόσωπο, γεγονός που φυσικά δεν ισχύει στην αστική δίκη. Τούτο δε καθίσταται εναργέστερο στις περιπτώσεις όπου στην αστική δίκη η αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, όπως αυτή περιγράφεται στην αγωγή, δεν αποδίδεται σε συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα αλλά επιχειρείται να θεμελιωθεί σε συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, υπό το νομικό ένδυμα δηλαδή της διάταξης του άρθρου 919 του ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση αδικοπραξίας και απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται δε σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον αυτή (παράνομη συμπεριφορά) έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας (ΟλΑΠ 10/1991, ΑΠ 59/2025, ΑΠ 271/2025, ΑΠ 582/2024). Αντίθετη άποψη θα κατέληγε στο άτοπο συμπέρασμα ότι μία (αμετάκλητη) αθωωτική ή καταδικαστική ποινική απόφαση θα λαμβάνεται υπόψη στην αστική δίκη και θα συναξιολογείται με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα μόνον στις περιπτώσεις που με την αγωγή αποδίδεται συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη στον εναγόμενο, για την οποία και μόνον αυτός έχει αθωωθεί ή καταδικασθεί αντίστοιχα. Επίσης, ο εκ του αριθμού 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος δεν αφορά στο σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας, ο οποίος ερευνάται με τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 208/2025, ΑΠ 233/2025, ΑΠ 1009/2025), αλλά, ως δικονομικός λόγος αναίρεσης, εξυπηρετεί στην άμβλυνση της απόλυτης κυριαρχίας του ουσιαστικού δικαστηρίου στο πραγματικό υλικό της υπόθεσης, την οποία θεσπίζει το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ και στην αύξηση της πιθανότητας ορθής απονομής δικαιοσύνης, κατά το άρθρο 87 § 1 του Συντάγματος, ώστε να διασφαλίζεται η λήψη υπόψη όλων των εγγράφων που έχουν, όπως προαναφέρθηκε, ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα, διότι μόνον έτσι εξασφαλίζεται ο κύριος σκοπός της δίκης που είναι η δικαιοσύνη (πρβλ ΑΠ 1034/1997). Τέλος, σημειώνεται ότι τα ίδια ισχύουν και όταν πρόκειται για βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετείου, καθώς και για τις διατάξεις που εκδίδονται από τους Εισαγγελείς, κατά τα άρθρα 43 και 51 του ΚΠΔ (ΑΠ 7/2022, ΑΠ 1933/2014, ΑΠ 507/2010, ΑΠ 1856/2009).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, χωρίς να ληφθούν υπόψη άλλα έγγραφα τα οποία προσκομίστηκαν το πρώτον από τους αναιρεσίβλητους ενώπιον της παρούσας Ολομέλειας, η οποία δεν ερευνά εκ νέου την ουσία της υπόθεσης, ως εξής: Οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι, Ε. χήρα Ι. Ρ., Σ. Ρ. του Ι. και Ι. Ρ. του Ι., με την από …2006 (αριθμ. καταθ. ...2006) αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... A.E. ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ", της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", της εταιρείας με την επωνυμία "... HOLDING S.A." και του Κ. Φ., ισχυρίστηκαν ότι τυγχάνουν κληρονόμοι του Ι. Ρ., ιδρυτή και μετόχου της εταιρείας, με την επωνυμία "… ΕΠΕ", η οποία το έτος 1973 μετατράπηκε σε ΑΕ, με την επωνυμία "... Α.Ε.". Ότι το έτος 1988 απέκτησαν συμμετοχή, στο μετοχικό κεφάλαιο της παραπάνω εταιρείας, η ελεγχόμενη από τον τέταρτο εναγόμενο, Κ. Φ., πρώτη εναγομένη εταιρεία, ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, που, αρχικά, είχε την επωνυμία "... Α.Ε." (εφεξής …), με ποσοστό 66,6%, καθώς και η εταιρεία "... Α.Ε.", με ποσοστό 4,17%, επίσης, συμφερόντων του τέταρτου εναγομένου, το, δε, υπόλοιπο ποσοστό 29,17%, κατείχαν οι ενάγοντες. Ότι, έχοντας αποκτήσει η εταιρεία ... τον έλεγχο της εταιρείας "... Α.Ε.", ο τέταρτος εναγόμενος έθεσε σε εφαρμογή οργανωμένο σχέδιο, προκειμένου να εκμηδενίσει τη συμμετοχή των εναγόντων στην παραπάνω εταιρεία και, συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι, ως πλειοψηφούντες μέτοχοι και ουσιαστικά διοικούντες την εταιρεία "... Α.Ε." και μετέπειτα την εταιρία "... ΑΕ", προέβησαν σε δήθεν επωφελείς πράξεις και παραλείψεις, έτσι, ώστε, να περιοριστεί η έμμεση συμμετοχή των εναγόντων στο μετοχικό κεφάλαιο της προελθούσας από απόσχιση της εταιρείας με την "... Α.Ε." εταιρείας "...", από 29,17% σε 0,139% το έτος 2004, καθώς και η άμεση συμμετοχή τους στην παλαιά εταιρεία "... Α.Ε." (και ήδη "... ΑΕ"), η οποία από βιομηχανική κατέστη μία εταιρεία συμμετοχών, από 29,17% σε 12,96%. Ότι, α) ειδικότερα, στις 26-8-1988, η νέα διοίκηση της εταιρείας "... Α.Ε.", η οποία συγχωνεύθηκε με την εταιρεία "... ΑΕ" και προέκυψε η "... Α.Ε." (εφεξής ...) αποφάσισε τη σύναψη εμπορικής συμφωνίας με την ..., σύμφωνα με την οποία η τελευταία ανέλαβε την αποκλειστική διανομή και πώληση των προϊόντων της πρώτης. Ότι αποτέλεσμα της συμφωνίας ήταν να εγκατασταθεί η ... στις ιδιόκτητες εγκαταστάσεις της ..., να χρησιμοποιεί το προσωπικό της, να εκμεταλλεύεται το δίκτυο διανομής και το σήμα της και να αποκτήσει σημαντικά κέρδη από τη διάθεση των προϊόντων, τα οποία προμηθεύονταν σε χαμηλές τιμές, σε σχέση με εκείνες, που τα διέθετε στην αγορά, μειώνοντας, ταυτόχρονα, τα κέρδη της .... Ότι, β) η διοίκηση της ... αποφάσισε την εξαγορά ποσοστού 80,25% της εταιρίας "... ΑΕ" (συμφερόντων του τέταρτου εναγόμενου) και προέβη σε σύναψη δανείου με τη Γενική Τράπεζα, ύψους 1,72 δισ. δραχμών, για το σκοπό αυτό, παρά το γεγονός ότι η ως άνω εταιρεία είχε ιδιαίτερα βεβαρημένη οικονομική θέση την περίοδο εκείνη και η αξία της ήταν μικρότερη. Ότι, το έτος 1991 συστήνεται η εταιρεία "... ΑΕ", από τον τέταρτο εναγόμενο, η οποία αναλαμβάνει τη διάθεση στην αγορά των προϊόντων της "... ΑΕ" και εκμεταλλεύεται την πελατεία και το δίκτυο διανομής της, με αποτέλεσμα η ως άνω εταιρεία να σταματήσει να δραστηριοποιείται, ενώ οι υποχρεώσεις της από συμβάσεις δανείων, που λήφθηκαν για την εξαγορά της, συνέχιζαν να την βαρύνουν και ότι, εν τέλει, το έτος 1997 πωλήθηκε η συμμετοχή στην παραπάνω εταιρεία έναντι 56 εκατομμυρίων δραχμών, δηλαδή, με μικρότερο τίμημα από αυτό της αγοράς της. Ότι, γ) κατά τις έκτακτες γενικές συνελεύσεις των μετόχων, στις ...1994 και ...1994, αποφασίστηκε η μετονομασία της ... σε "... ΑΕ" (εφεξής ...) και η απόσχιση του βιομηχανικού της κλάδου, ο οποίος εισφέρθηκε στη νεοσύστατη θυγατρική "... ΑΕ" (εφεξής ...), στην οποία, κατά τη σύστασή της, συμμετείχε η ..., κατά ποσοστό 99,9% και ο τέταρτος εναγόμενος, κατά ποσοστό 0,1%. Ότι, δ) κατά το έτος 1996, η εταιρεία ... συγχωνεύθηκε με την εταιρεία "... ΑΕ", η οποία ανήκε, έμμεσα, μέσω της δεύτερης εναγομένης εταιρείας, κατά ποσοστό 100% στον τέταρτο εναγόμενο, με αποτέλεσμα οι μέτοχοι της "... ΑΕ" να λάβουν μετοχές, αντιστοιχούσες σε ποσοστό 9,71% του μετοχικού κεφαλαίου της ... και το ποσοστό της ... μειώθηκε σε 90,28%, ενώ το έμμεσο ποσοστό των εναγόντων μειώθηκε σε 26,33%. Ότι, ε) κατά τα έτη 1997, 1998, 1999, αποφασίστηκαν αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της ..., στις οποίες παρίστατο εκπρόσωπος της ..., ως πλειοψηφούσα μέτοχος, εγκρίνοντας τις αυξήσεις, ενώ παράλληλα το Δ.Σ. αυτής αποφάσισε να μην ασκήσει το δικαίωμα προτίμησης, με αποτέλεσμα ο έτερος μέτοχος της ..., "... ΑΕ" και η θυγατρική της ..., η οποία πλέον είχε μετονομαστεί σε "... Α.Ε." (πρώτη εναγόμενη), να συμμετάσχουν στις αυξήσεις και να αποκτήσουν την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της .... Ότι, με τον τρόπο αυτό, η πρώτη εναγομένη εταιρεία απέκτησε το 70% των μετοχών της ... και μειώθηκε το έμμεσο ποσοστό των εναγόντων σε αυτήν. Ότι, από την ανωτέρω παράνομη, υπαίτια και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά του τέταρτου εναγομένου, Κ. Φ., και των εκπροσώπων των λοιπών εναγομένων εταιρειών, οι οποίες ελέγχονταν απόλυτα από αυτόν, υπέστησαν ζημία, η οποία συνίσταται στην απώλεια κερδών ποσού 25.216.808 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από το έτος 1998 έως και το έτος 2004, τα οποία θα αποκέρδαιναν, αν δεν μεσολαβούσαν οι παραπάνω παράνομες πράξεις και παραλείψεις. Επίσης, υπέστησαν αποθετική ζημία και από την απομείωση της αξίας των μετοχών, που κατείχαν στην εταιρεία "... Α.Ε.", η οποία ζημία προσδιορίζεται, ως η διαφορά ποσού 11.535.143 ευρώ μεταξύ της αξίας της εταιρείας ... στις 31-12-2004 και κατ' επέκταση και των μετοχών των εναγόντων και της αξίας της αναπροσαρμοσμένης ..., δηλαδή της αξίας των μετοχών που θα μπορούσαν να έχουν οι ενάγοντες, αν δεν ελάμβαναν χώρα τα παραπάνω ζημιογόνα γεγονότα και η εταιρεία ... συνέχιζε να λειτουργεί, με την oργανωτική και διοικητική δομή, που είχε το έτος 1988. Ότι, περαιτέρω, από την παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων, οι ενάγοντες υπέστησαν και ηθική βλάβη. Ζητούσαν δε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός τους, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, 1) το συνολικό ποσό των (25.216.808 + 11.535,143) = 36.751.951 ευρώ και ειδικότερα, το 1/3 του παραπάνω ποσού, ήτοι το ποσό των 12.250.650,33 ευρώ, έκαστος εξ αυτών, ως αποζημίωση για την αποθετική ζημία, που υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους και 2) το ποσό του 1.000.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Από το περιεχόμενο της ως άνω αγωγής προκύπτει με σαφήνεια ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προς θεμελίωση των αγωγικών τους αξιώσεων επικαλούνται την ύπαρξη οργανωμένου σε βάρος τους σχεδίου του Κ. Φ. και των εκπροσώπων των λοιπών εναγομένων εταιρειών, οι οποίες ελέγχονταν απόλυτα από αυτόν, το οποίο (σχέδιο) υλοποιήθηκε κυρίως με συγκεκριμένες, κατά τους αναιρεσίβλητους, παράνομες και υπαίτιες, κατ' άρθρο 914 του ΑΚ αλλά και αντίθετες στα χρηστά ήθη, κατ' άρθρο 919 του ΑΚ, ζημιογόνες ενέργειες, από τις οποίες όμως πρωτεύοντα ρόλο, ως έναρξη του οργανωμένου εγκληματικού σχεδίου του Κ. Φ. (το οποίο κατά την αγωγή αποδίδεται σε διαδοχικές ενέργειες των εναγομένων), ήταν α) η σύναψη από την "... ΑΕ" με την "... ΑΕ", ελεγχόμενες από τον Κ. Φ., της από 26-8-1988 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας τους και β) η αγορά από την "... ΑΕ" των μετοχών της "... ΑΒΕΕ", συμφερόντων επίσης του Κ. Φ., τον Οκτώβριο του έτους 1988, υπολογίζοντας μάλιστα (οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι), κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, την ζημία τους και την αιτούμενη αποζημίωση με βάση τις δύο (πρώτες) ως άνω συναλλαγές, τις οποίες χαρακτηρίζουν ως "Ζημιογόνα Γεγονότα Α1, Α2 και Β" στην υπό κρίση αγωγή (βλ. σελ. 35επ της υπό κρίση αγωγής). Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 4515/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε ως μη νόμιμη. Ακολούθως, οι ενάγοντες άσκησαν την από 29-10-2009 έφεσή τους και τους από 18-1-2011 πρόσθετους λόγους έφεσης και επ' αυτών εκδόθηκε η 4960/2012 μη οριστική απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη 4515/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή, την οποία, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914, 919, 926, 932 του ΑΚ, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης προκειμένου να εμφανιστούν αυτοπροσώπως ενώπιον του Εφετείου οι αναιρεσείοντες και αρχικά ο τέταρτος εναγόμενος, Κ. Φ., λόγω δε της συγχώνευσης της δεύτερης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" με την πρώτη εναγομένη εταιρεία, ήδη τρίτος εναγόμενος, ο οποίος απεβίωσε στις ...2021 και τη δίκη συνέχισαν οι εκ διαθήκης και εξ αδιαιρέτου κληρονόμοι του, Δ. Φ. του Κ., Ε. Φ. - Κ. του Κ. και Α. - Κ. Φ. του Κ., καθώς και οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εναγομένων νομικών προσώπων και διέταξε επιπλέον την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου α) να προσκομιστεί επικυρωμένο αντίγραφο της 4673/1993 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη με τη φροντίδα του επιμελέστερου εκ των διαδίκων επί των αναφερομένων στο σκεπτικό θεμάτων της. Μετά την κατάθεση της υπ' αριθ. …/2013 γνωμοδότησης του ορισθέντος με την ανωτέρω απόφαση πραγματογνώμονα, με την από 7-1-2013 αίτηση - κλήση των εναγόντων η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών και αφού εξετάσθηκαν στο ακροατήριό του, κατά τη δικάσιμο της 17-10-2013 οι εμφανισθέντες διάδικοι, πλην του τέταρτου εναγομένου, εκδόθηκε η 1831/2015 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία ανέβαλε εκ νέου την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε τη διενέργεια νέας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης επί των ίδιων θεμάτων που είχαν τεθεί με την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 4960/2012 απόφαση και διόρισε προς τούτο τρεις πραγματογνώμονες. Στη συνέχεια, εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 4110/2015, 2414/2017 και 4720/2017 μη οριστικές αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και μετά από συνεχείς αντικαταστάσεις πραγματογνωμόνων, οι τελικά διορισθέντες πραγματογνώμονες Δ. Γ., Ν. Κ. και Ε. Κ. κατέθεσαν την από 12-3-2018 γνωμοδότησή τους. Μετά την κατάθεση της ως άνω πραγματογνωμοσύνης, με την από 13-2-2018 κλήση των εναγόντων επαναφέρθηκε προς συζήτηση η ένδικη υπόθεση και εκδόθηκε η 4508/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη λόγω παραγραφής. Την αναίρεση της απόφασης αυτής αιτήθηκαν οι ενάγοντες με την από 18-2-2019 αίτησή τους και επ' αυτής εκδόθηκε η 428/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η προαναφερόμενη απόφαση, λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 2 του ΚΠολΔ. Ακολούθως, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών με την από 29-7-2020 κλήση των εναγόντων - ήδη αναιρεσίβλητων και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 3816/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατ' αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 661/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το βάσιμο του πέμπτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, όπως προαναφέρθηκε. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έγιναν ανέλεγκτα δεκτά τα ακόλουθα: "...Από την επανεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων Κ. Φ. του Λ. και Κ. Χ. του Δ., οι οποίοι εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τη χωρίς όρκο εξέταση των διαδίκων, που εμφανίστηκαν αυτοπροσώπως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 1831/2015 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις νόμιμα διενεργηθείσες και κατατεθείσες στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου λογιστικές πραγματογνωμοσύνες, ήτοι την υπ' αριθμ. ...2013 λογιστική πραγματογνωμοσύνη του Η. Κ.... και την από ...2018 λογιστική πραγματογνωμοσύνη των Δ. Γ...., Ν. Κ.... και Ε. Κ...., τις με επίκληση προσκομισθείσες εκθέσεις -γνωμοδοτήσεις των τεχνικών συμβούλων, ήτοι την από Απριλίου 2018 έκθεση σχολιασμού πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων τεχνικών συμβούλων Δ. Ν. και Γ. Μ., την από 15/5/2013 γνωμοδότηση του διορισθέντος τεχνικού συμβούλου Γ. Α., την από 25/9/2013 τεχνική έκθεση του διορισθέντος τεχνικού συμβούλου Δ. Κ. - Κ., την από 15/10/2013 γνωμοδότηση του διορισθέντος τεχνικού συμβούλου Η. Κ., την από 25/4/2018 γνωμοδότηση του διορισθέντος τεχνικού συμβούλου Δ. Τ., από την υπ' αριθμ. ...2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αντιόπης Κυρούση του Α. Δ., η οποία λήφθηκε κατόπιν νομίμου κλητεύσεως... από τις υπ' αριθμ. ...2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων Α. Μ. και Κ. Δ., οι οποίες λήφθηκαν κατόπιν νομίμου κλητεύσεως... εκτός από την υπ' αριθμ. ...2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών του μάρτυρα Χ. Κ., η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη καθώς δεν γίνεται επίκληση αλλά ούτε προκύπτει νομότυπη επίδοση στην τρίτη εναγόμενη με έδρα την Κύπρο εταιρία αλλά ούτε και ως δικαστικό τεκμήριο αφού λήφθηκε για να χρησιμεύσει στη συγκεκριμένη δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου... και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν του, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων... για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη του το Δικαστήριο... αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1968 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέου Ιωσήφ Αμιραδάκη, το οποίο δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών και στο Δελτίο Ανώνυμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης οι Β. Ρ., Δ. Ζ. και Ι. Ρ. συνέστησαν την εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", με έδρα το ... Αττικής, με ίσα ποσοστά συμμετοχής έκαστος. Στις ...1969 η εταιρία "... ΕΠΕ" μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ". Στην εταιρία αυτή εισήλθαν οι αδελφοί Ι., Ν. και Δ. Χ.. Το μετοχικό κεφάλαιο ανερχόταν σε 7.560.000 δραχμές, με συμμετοχή ανά 25% για έκαστο των συγγενών Β. Ρ., Δ. Ζ. και Ι. Ρ. και 25% για τους αδελφούς Χ. συνολικά. Η επωνυμία της εταιρίας τροποποιήθηκε με απόφαση της ΓΣ των μετόχων της εταιρίας στις …1974 και μετονομάσθηκε σε "... ΑΕ". Στις ...1974 απεβίωσε αδιάθετος, εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, ο Ι. Ρ., ο οποίος κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του Ε. Ρ. - πρώτη ενάγουσα (και ήδη πρώτη των αναιρεσίβλητων) και τα τρία ανήλικα τότε τέκνα του, Σ. Ρ. - δεύτερο ενάγοντα (και ήδη δεύτερο των αναιρεσίβλητων), Ι. Ρ. -τρίτο ενάγοντα (και ήδη τρίτο των αναιρεσίβλητων) και Χ. Ρ. (ο οποίος απεβίωσε επίσης εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, πριν από την άσκηση της υπό κρίση αγωγής), οι οποίοι απέκτησαν το 25% των μετοχών της εταιρίας με αναλογία 1/4 ο καθένας. Ακολούθως, στις 3/9/1976 ο Β. Ρ. και Δ. Ζ. αγόρασαν το 25% του συνόλου των μετοχών της εταιρίας "... ΑΕ", που ανήκε στους αδελφούς Χ. κι έτσι η συμμετοχή τους σε αυτή διαμορφώθηκε σε 37,5% για το Β. Ρ., 37,5% για το Δ. Ζ. και 25% για την πρώτη ενάγουσα και τα ανήλικα τέκνα της. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. ... 1977 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. ...1977 ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ εγκρίθηκε η συγχώνευση των ανωνύμων εταιριών των αυτών μετόχων "... ΑΕ" και "... ΑΕ" και προέκυψε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ", το καταστατικό της οποίας καταρτίσθηκε με την υπ' αριθμ. ...1977 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Μετρέλη. Το έτος 1980 η πρώτη ενάγουσα Ε. Ρ. αγόρασε από τον Δ. Ζ. μετοχές, που αντιστοιχούσαν στο 4,17% του μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω εταιρίας με αποτέλεσμα η μετοχική σύνθεση να διαμορφώνεται σε ποσοστό 29,17 % για την πρώτη ενάγουσα και τα ανήλικα τέκνα της, 37,5 % για το Β. Ρ. και 33,33 % για το Δ. Ζ.. Στις ...1988 οι Β. Ρ. και Δ. Ζ. πώλησαν τις μετοχές τους, που αντιστοιχούσαν στο 66,66 % του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "... ΑΕ" (... ΑΕ) στην εταιρία "..." (...), κύριος μέτοχος της οποίας ήταν ο τέταρτος εναγόμενος Κ. Φ., ο οποίος με τον τρόπο αυτό έλεγχε εμμέσως την πλειοψηφία των μετόχων της εταιρίας ... ΑΕ. Έτσι η μετοχική σύνθεση της εταιρίας "... ΑΕ" (... ΑΕ) κατά το θέρος του έτους 1988 είχε διαμορφωθεί ως εξής: α) Ε. Ρ. και τέκνα 29,17%, β) ... ΑΕ: 66,66% και γ) Β. Ρ. 4,17%. Ακολούθως, κατά την ....1988 Γενική Συνέλευση των μετόχων της ... ΑΕ, η παραπάνω πλειοψηφία έλαβε τις ακόλουθες αποφάσεις, α) εξέλεξε νέο ΔΣ και β) ενέκρινε σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ της ... ΑΕ και της ..., την οποία υπέγραψε το νέο ΔΣ στις 26/8/1988. Με τη συμφωνία αυτή η ... ΑΕ, δηλαδή η πλειοψηφούσα εκείνη τη χρονική περίοδο μέτοχος της ... ΑΕ, ανέλαβε την αποκλειστική διανομή και πώληση των προϊόντων της ... ΑΕ στην Ελλάδα και το εξωτερικό με διάρκεια της σύμβασης έως την 31/8/1994. Από τον όρο 3 της ανωτέρω συμφωνίας προκύπτει ότι η ... θα παραλάμβανε όλα τα προϊόντα της ... ΑΕ από την επόμενη ημέρα της παραγωγής τους και θα τα φύλασσε σε αποθηκευτικούς χώρους ευθύνης της ..., τους οποίους θα της εκμίσθωνε η ... ΑΕ καθώς η ... δεν διέθετε δικούς της αποθηκευτικούς χώρους. Επίσης στον όρο 5 της σύμβασης ορίστηκε ότι η ... αναλάμβανε την υποχρέωση να αυξήσει τις πωλήσεις των προϊόντων της ... ΑΕ στην επόμενη διετία κατά ποσοστό τουλάχιστον 10% σε σχέση με τις πραγματοποιηθείσες το έτος 1977 πωλήσεις του εσωτερικού και να αυξήσει στο δεκαπλάσιο τις πωλήσεις, που πραγματοποιήθηκαν το έτος 1977 στο εξωτερικό, δηλαδή η υποχρέωση αύξησης των πωλήσεων έγινε όχι σε σχέση με πρόσφατα της σύμβασης έτη, οπότε οι πωλήσεις της ... ΑΕ ήταν ιδιαίτερα αυξημένες, καθώς είχε ισχυροποιηθεί η θέση της στην αγορά, ύστερα από δεκαέξι χρόνια λειτουργίας αλλά ανέτρεξε μία δεκαετία πίσω. Εξάλλου, ο αποκλειστικός χαρακτήρας της σύμβασης ως προς όλη την παραγωγή προϊόντων της εταιρίας ..., μετέβαλε πλέον την τελευταία σε αποκλειστικά βιομηχανική εταιρία, χωρίς το δικό της εμπορικό δίκτυο πωλήσεων, ενώ η πλήρης εξάρτηση της διαθέσεως των προϊόντων ... από το εμπορικό δίκτυο της ... είχε ως αποτέλεσμα αφενός την περιέλευση της γνώσεως ολόκληρου του πελατολογίου και ολόκληρου του δικτύου διανομής της εταιρίας ... στην ..., χωρίς ειδικό αντάλλαγμα και παρά το γεγονός ότι αφορούσε ολόκληρο τον εμπορικό της κλάδο, ο οποίος, λόγω της κερδοφορίας του, είχε αξία αποτιμητή σε χρήμα [goodwill] και αφετέρου την αδυναμία της εταιρίας ... ΑΕ να προβαίνει σε απευθείας πωλήσεις των προϊόντων της. Επίσης με την ανωτέρω σύμβαση συμφωνήθηκε ο καθορισμός των τιμών πωλήσεως των προϊόντων της ... προς την ... να γίνεται μονομερώς από την τελευταία, δηλαδή τον αγοραστή χωρίς συμβατική δέσμευση ως προς τις τιμές και χωρίς δέσμευση ως προς τα κέρδη, που θα περιέρχονταν στην ... ΑΕ. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η εγκριθείσα από την πλειοψηφία της Γενικής Συνέλευσης της εταιρίας "... ΑΕ" σύναψη εμπορικής συμφωνίας με την ... για την ανάληψη από την τελευταία της αποκλειστικής διανομής και πώλησης των προϊόντων της ... ΑΕ από την ..., δηλαδή την πλειοψηφούσα μέτοχο ήταν συμφωνία που δέσμευε υπέρμετρα την ... ΑΕ, δεν έγινε επί ίσοις όροις και ήταν πράξη καταχρηστική και αντικείμενη στα χρηστά ήθη, αφού εκ της ανωτέρω συμπεριφοράς του μετόχου της πλειοψηφίας, μόνο αυτός άντλησε οφέλη από την ουσιαστικά μεταβίβαση του εμπορικού κλάδου της ..., χωρίς να ωφελείται η εταιρία, με αντίστοιχη ζημία των εναγόντων ως μετόχων της μειοψηφίας. Ειδικότερα, αποτέλεσμα της συμφωνίας αυτής ήταν να εγκατασταθεί η ... στις ιδιόκτητες εγκαταστάσεις της ... ΑΕ, να χρησιμοποιεί το μέχρι τότε προσωπικό της τελευταίας, να εκμεταλλεύεται το πελατολόγιο, το δίκτυο διανομής και το σήμα της, ενώ παράλληλα η ... απέκτησε σημαντικά κέρδη από τη διάθεση των προϊόντων της εταιρίας ... ΑΕ, τα οποία προμηθευόταν σε χαμηλές τιμές σε σχέση με εκείνες που τα διέθετε στην αγορά, αποκομίζοντας σημαντικά κέρδη από τη διανομή τους, με αντίστοιχη μείωση των κερδών της "... ΑΕ", η οποία ενώ είχε τη φήμη και το δίκτυο διανομής δεν συμμετείχε στα κέρδη από τη διανομή των προϊόντων της. Αντίθετα δεν αποδείχτηκαν οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι η ... διέθετε καλύτερη τεχνογνωσία πωλήσεων ή υπέρτερα δίκτυα διανομής, καθόσον η τελευταία δεν διέθετε την αναγνωρισιμότητα και εμπειρία της εταιρίας ... ΑΕ, η οποία δραστηριοποιούνταν στο χώρο περίπου 15 χρόνια και διέθετε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις και πλήρως οργανωμένο δίκτυο διανομής, το οποίο μάλιστα είχε πολύ χαμηλό κόστος συγκριτικά με τις άλλες εταιρίες του κλάδου των τροφίμων. Ακολούθως, η πλειοψηφία των μετόχων της ... ΑΕ στη Γενική Συνέλευση της ...1988 [η οποία όπως και το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής ελεγχόταν από τον τέταρτο εναγόμενο Κ. Φ.] ενέκρινε την αγορά των μετοχών της εταιρίας ... ΑΕ μέχρι και του συνόλου αυτών, πάντως όχι κατώτερου του ποσοστού των 2/3 αυτού. Η εταιρία ... ΑΕ, επίσης συμφερόντων Κ. Φ., δραστηριοποιούνταν στην παραγωγή και εμπορία ειδών συσκευασίας και πλαστικών. Τελικώς, η ... ΑΕ αγόρασε μετοχές της ... ΑΕ, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 80,25% του μετοχικού κεφαλαίου της έναντι συνολικού τιμήματος 1,72 δισεκατομμυρίων δραχμών. Προκειμένου να καταβληθεί το τίμημα των μετοχών αυτών, το οποίο ορίστηκε σε 1.720.000.000 δραχμές, αν και η εν λόγω εταιρία παρουσίαζε εκείνο το χρονικό διάστημα αρνητική περιουσιακή θέση, η εταιρία ... ΑΕ διέθεσε ολόκληρο το ταμείο μετρητών της εταιρίας, ύψους 800 εκατομμυρίων δραχμών, το οποίο είχε μέχρι τότε για τη χρηματοδότηση της κι επιπλέον έλαβε δάνειο από τη Γενική Τράπεζα ΑΕ ύψους ενός (1) δισεκατομμυρίου δραχμών, ήτοι ποσό πολλαπλάσιο των ιδίων κεφαλαίων της, τα οποία ανήλθαν κατά τη συγκεκριμένη χρήση σε 296.900.000 δραχμές. Σημειώνεται ότι η εταιρία ... ΑΕ δεν είχε δανειοδοτηθεί ποτέ μέχρι τότε. Ο τραπεζικός αυτός δανεισμός είχε ως συνέπεια τη διατάραξη της κεφαλαιακής ισορροπίας της εταιρίας "... ΑΕ" και την επιβάρυνση αυτής με την πληρωμή τόκων. Σημειωτέον, ότι επιχείρημα του Διοικητικού Συμβουλίου της ... ΑΕ για την εξαγορά της ..., ήταν το γεγονός ότι η τελευταία κατείχε το 27% των μετοχών της βιομηχανίας γαλακτοκομικών προϊόντων "... ΑΕ" και το δικαίωμα επαναγοράς από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος του 40% των μετοχών αυτής (... ΑΕ) στη συμβατικώς προκαθορισμένη από το έτος 1981 και για τελευταία φορά στις 2/6/1988 αναπροσαρμοσμένη τιμή των 400.000.000 δραχμών. Ωστόσο με απόφαση του, το Διοικητικό Συμβούλιο της ..., ελεγχόμενο από τον τέταρτο εναγόμενο, Κ. Φ., αποφάσισε την εκχώρηση του δικαιώματος προτίμησης, το οποίο είχε η ... προς αγορά μετοχών της εταιρίας ..., οι οποίες ήταν ενεχυρασμένες στην Εθνική Τράπεζα καθώς και την πώληση των μετοχών, που της ανήκαν στον τέταρτο εναγόμενο Κ. Φ., με αποτέλεσμα να αποστερηθεί η ανωτέρω εταιρία το μόνο αξιόλογο περιουσιακό της στοιχείο και αντίστοιχα να το αποκτήσει ο τέταρτος εναγόμενος Κ. Φ., χωρίς αυτός να επιβαρυνθεί με τα χρέη της αγοράς της εταιρίας και το κόστος της δανειοδότησης για την αγορά των μετοχών της. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η απόφαση του ΔΣ της ... ΑΕ περί εξαγοράς ποσοστού 80% των μετοχών της εταιρίας ... αντικείμενη στα χρηστά ήθη και αποτέλεσε μέρος του σχεδίου του τετάρτου εναγομένου για απομείωση της αξίας της εταιρίας "... ", αφού με τον τρόπο αυτό διαταράχθηκε η κεφαλαιακή της ισορροπία, επιβαρύνθηκε με πληρωμή τόκων και επήλθε συρρίκνωση αντίστοιχα της αξίας των μετοχών των εναγόντων. Ακολούθως, το έτος 1990 ιδρύθηκε η δεύτερη εναγόμενη εταιρία "..." (... ΑΕ) συμφερόντων του τέταρτου εναγόμενου Κ. Φ.. Δυνάμει του από 19/4/1995 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της ανωτέρω εταιρίας και του Β. Ρ., ο τελευταίος προσυμφώνησε να μεταβιβάσει στην πρώτη τις μετοχές που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 4,17% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "... ΑΕ" (... ΑΕ), οι οποίες βρίσκονταν υπό δικαστική μεσεγγύηση, χορηγώντας ταυτόχρονα στην ως άνω εταιρία εντολή και πληρεξουσιότητα να ασκεί για λογαριασμό του όλα τα εκ των ως άνω μετοχών δικαιώματα, τις οποίες και τελικώς μεταβίβασε το έτος 1998. Το έτος 1991 συστήθηκε από τον Κ. Φ. η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", η οποία εγκαταστάθηκε στα ακίνητα της ... ΑΕ και ανέλαβε την παραγωγή των προϊόντων της ... (κατά τρόπο αντίστοιχο με τη διάθεση των προϊόντων της ... ΑΕ από την ...), εκμεταλλευόμενη την πελατεία και το δίκτυο διανομής της, με αποτέλεσμα να παύσει η δραστηριότητα της εταιρίας ... ενώ οι δανειακές της υποχρεώσεις συνέχιζαν να τη βαραίνουν. Εξάλλου, η απόφαση της διοίκησης της εταιρίας "... ΑΕ" να αναλάβει η νεοσύστατη εταιρία "... ΑΕ", η οποία ήταν αποκλειστικών συμφερόντων του τέταρτου εναγόμενου Κ. Φ., όλες τις δραστηριότητες της εταιρίας "..." δεν ήταν επιχειρηματική ενέργεια, που αποσκοπούσε στην καθετοποίηση της παραγωγής μέχρι του σταδίου της συσκευασίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, διότι σε αυτή την περίπτωση σύμφωνα με την επιχειρησιακή ηθική, τις αρχές της διοίκησης των επιχειρήσεων και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η ... ΑΕ θα έπρεπε να διατηρήσει μετοχική θέση όχι μόνο στην ..., αλλά να αποκτήσει και στην εταιρία ... ΑΕ (μετοχική σχέση), η οποία καρπώθηκε τα οφέλη της εξαγοράς, ήτοι τα άυλα στοιχεία της ... (τεχνογνωσία και πελατολόγιο), ενώ η ... σταμάτησε να δραστηριοποιείται προς όφελος της τελευταίας παραμένοντας χρηματοοικονομικά βεβαρημένη κι εν τέλει πωλήθηκε το έτος 1997 αντί τιμήματος 57 εκατομμυρίων δραχμών. Το έτος 1993 συστήθηκε από τον τέταρτο εναγόμενο Κ. Φ., η τρίτη εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "... HOLDING SA" αποκλειστικών συμφερόντων του ανωτέρω, η οποία είχε το 100% του χαρτοφυλακίου της εταιρίας χαρτοφυλακίου "... ΑΕ" επίσης συμφερόντων Κ. Φ., η οποία κατείχε το 100% της εταιρίας .... Ακολούθως, με την από ...1994 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της ... ΑΕ, [κύρια μέτοχος της οποίας με 720.000 μετοχές σε σύνολο 1.150.216 μετοχών ήταν η τρίτη εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "... HOLDING SA" συμφερόντων 100% του Κ. Φ., όπως δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους], στη λήψη της οποίας οι ενάγοντες δεν συναίνεσαν, αποφασίσθηκε η απόσχιση του βιομηχανικού κλάδου αυτής και η εισφορά του σε νέα εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [εφεξής ...]. Η ίδια Γενική Συνέλευση ενέκρινε την έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 9 Ν. 2190/1920, η οποία αποτίμησε την περιουσία του υπό απόσχιση βιομηχανικού κλάδου στο ποσό των 2.157.600.000 δραχμών. Εξάλλου, με την από ...1994 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της εταιρίας "... ΑΕ" [παλαιά ...] αποφασίσθηκε η τροποποίηση της επωνυμίας της σε "... ΑΕ". Κατά τη σύσταση της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...] συμμετείχαν κατά ποσοστό 99,9% η εταιρία ... και κατά ποσοστό 0,1% ο Κ. Φ.. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η απόσχιση του βιομηχανικού κλάδου της αρχικής ... και η εισφορά του σε νέα εταιρία υπό παρόμοια επωνυμία και διακριτικό τίτλο χωρίς όμως να αποτιμηθεί η εμπορική αξία του σήματος της ... ΑΕ και η υπεραξία της επιχείρησης που εισφερόταν λόγω της καλής φήμης και πελατείας της, ώστε να εμφανισθεί η πραγματική περιουσιακή της κατάσταση και να επιτευχθεί έτσι υψηλότερη αξία των μετοχών ήταν πράξη καταχρηστική και αντίθετη στα χρηστά ήθη και είχε ως σκοπό την απομείωση της αξίας των μετοχών των εναγόντων, αφού αυτές, λόγω των προαναφερόμενων ενεργειών, αποτιμήθηκαν σε αξία υποδεέστερη της πραγματικής. Επίσης, η μετονομασία της αρχικής ... σε ... ΑΕ και η αλλαγή του σκοπού αυτής από βιομηχανική σε απλή εταιρία συμμετοχών χωρίς να υπάρχει εμφανής επιχειρηματική, λειτουργική ή οργανωτική σκοπιμότητα ήταν ομοίως πράξη καταχρηστική και αντίθετη στα χρηστά ήθη και ζημίωσε άμεσα τους ενάγοντες ως μετόχους της μειοψηφίας, διότι οι τελευταίοι έχασαν την άμεση σχέση τους με την εταιρία, στην οποία κατείχαν ποσοστό 29,17% καθώς και τα οιονεί δικαιώματα των ιδρυτών, για τους οποίους θα μπορούσαν να έχουν εκδοθεί Κοινοί ή Εξαιρετικοί Ιδρυτικοί Τίτλοι. Επιπροσθέτως δε, μετά την απόσχιση του βιομηχανικού κλάδου η αρχική ... ΑΕ, ήδη ... ΑΕ παρέμεινε απλώς μια εταιρία συμμετοχών, μη παραγωγική, με περιουσία τις μετοχές που είχε στην υπερχρεωμένη και μη λειτουργούσα ... και στη Νέα .... Οι ανωτέρω εξόχως βλαπτικές ενέργειες του τέταρτου εναγόμενου, Κ. Φ. και των ελεγχόμενων από αυτόν εταιριών και οργάνων αυτών σε βάρος των εναγόντων δια της αποσχίσεως του βιομηχανικού κλάδου της εταιρίας "... ΑΕ" [παλαιά ...] και της περιέλευσης αυτού (βιομηχανικού κλάδου) στην ελεγχόμενη από τον ίδιο εταιρία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...] συνιστούν περίπτωση καταχρηστικής εκμετάλλευσης της εξουσιαστικής του θέσης, καθώς οι ενέργειες αυτές δεν υπαγορεύθηκαν από το συμφέρον της εταιρίας αλλά με αποκλειστικό σκοπό την εξυπηρέτηση των ατομικών του συμφερόντων, ως μετόχου της πλειοψηφίας και συγχρόνως την επέλευση βλάβης των εναγόντων ως μετόχων μειοψηφίας. Ειδικότερα, με τις μεθοδευμένες αυτές κινήσεις του εκμεταλλευόμενου τη δεσπόζουσα θέση του, Κ. Φ., περιήλθαν στην ελεγχόμενη από αυτόν ... όλα τα καίρια για αυτήν πάγια στοιχεία της παλαιάς ... ενώ αντίθετα η τελευταία υποβαθμίσθηκε πλήρως τόσο από την απόσχιση του βιομηχανικού της κλάδου αλλά και από τη μεταβολή της επωνυμίας της σε ..., χωρίς να φαίνεται σε αυτή το διεθνώς αναγνωριζόμενο στις αγορές σήμα της ... και μετατράπηκε έτσι σε εταιρία συμμετοχών, κατά παράβαση των άρθρων 919 ΑΚ και 914 ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρο 281 ΑΚ. Ακολούθως, το έτος 1996 η "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...] συγχωνεύθηκε με την εταιρία "... ΑΕ", η οποία ανήκε έμμεσα, μέσω της εταιρίας συμμετοχών ... ΑΕ, κατά 100% στον Κ. Φ.. Με τη συγχώνευση αυτή οι μέτοχοι της εταιρίας "... ΑΕ" έλαβαν μετοχές αντιστοιχούσες σε ποσοστό 9,71% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...] και το ποσοστό της εταιρίας ... μειώθηκε σε 90,28%, ενώ το ποσοστό των εναγόντων ως μετόχων της ... στη νέα εταιρία μετά τη συγχώνευση μειώθηκε σε 26,33%. Η συγχώνευση των δύο εταιριών, η οποία έγινε ως προς τη συμμετοχή των μετόχων τους στη νέα εταιρία με βάση τη σχέση μετατροπής 9:1 ήταν εξαιρετικά βλαπτική για τους ενάγοντες - μετόχους της μειοψηφίας της ... ΑΕ κι εμμέσως συμμετεχόντων στην εταιρία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...], διότι η τελευταία ήταν ηγέτιδα του κλάδου της ενώ η εταιρία "..." ήταν επί πολλά χρόνια ανενεργή κι επομένως, η ανωτέρω σχέση μετατροπής με αυτή την αναλογία ήταν επιζήμια για την εταιρία "... ΑΕ", η οποία απώλεσε το ποσοστό της 99,9% επί της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...] και κατ' επέκταση και για τους ενάγοντες. Ακολούθως, τα έτη 1996, 1997, 1998 και 1999 αποφασίστηκαν αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...] με αποτέλεσμα το μετοχικό της κεφάλαιο από 2.390.000.000 δραχμές που ήταν μετά τη συγχώνευση με την εταιρία "... ΑΕ" να διαμορφωθεί στις 29/11/1999 σε 8.000.000.000 δραχμές. Στις ως άνω συνελεύσεις ο εκπρόσωπος της εταιρίας ... ΑΕ, ο οποίος παρίστατο ως μέτοχος της πλειοψηφίας της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...] στις γενικές συνελεύσεις που ενέκριναν τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου αλλά και το διοικητικό συμβούλιο της ... ΑΕ, άπαντες ελεγχόμενοι από τον τέταρτο εναγόμενο Κ. Φ., αποφάσιζαν αφενός να μην ασκήσει η εταιρία "... ΑΕ" το δικαίωμα προτίμησης της στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...] αλλά ούτε καν να πωλήσει τα δικαιώματα προτίμησης, σε αντίθεση με την ..., η οποία συμμετείχε στις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου. Κατά τον τρόπο αυτό, η ... απέκτησε το 68% των μετοχών της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...], ενώ η συμμετοχή της εταιρίας "... ΑΕ" μειώθηκε, μέσω των αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου της ως άνω εταιρίας, έτι περαιτέρω σε 52,45% το έτος 1996, σε 48,97% το έτος 1997 και σε 28,78% το έτος 1999, ποσοστό το οποίο διατηρήθηκε μέχρι το έτος 2001. Αντίστοιχα η άμεση συμμετοχή των εναγόντων στην εταιρία ... ΑΕ κατά τα ανωτέρω έτη παρέμεινε στο 29,17% ενώ η έμμεση συμμετοχή αυτών [δια της εταιρίας ... ΑΕ] στη μετοχική σύνθεση της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...] μειώθηκε σε 15,30% το έτος 1996, σε 14,28% το έτος 1997 και σε 8,40% το έτος 1999, ποσοστό το οποίο διατηρήθηκε μέχρι το έτος 2001. Το Δεκέμβριο του έτους 2000 η εταιρία ... μετονομάστηκε σε "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ". Το έτος 2003 πωλήθηκε από την εταιρία ... ΑΕ στην ... ΑΕ ποσοστό 27,69% των μετοχών της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...] κι έτσι το ποσοστό συμμετοχής της εταιρίας "... ΑΕ" στην ως άνω εταιρία μειώθηκε σε 1,08%, ενώ το έτος 2004 μετά από αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...], στην οποία η εταιρία "... ΑΕ" δεν συμμετείχε, το ποσοστό συμμετοχής της μειώθηκε σε 1,07%. Αντίστοιχα η έμμεση συμμετοχή των εναγόντων στην εταιρία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...], διαμορφώθηκε σε 3,73% το έτος 2001, σε 1,08% το έτος 2003 και σε 0,139% το έτος 2004. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι ως άνω διαδοχικές αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...] και η εξ αυτών μείωση της μετοχικής θέσης της εταιρίας ... ΑΕ έγιναν κατά τρόπο αντίθετο στην επιχειρησιακή δεοντολογία και τα χρηστά ήθη καθώς αφενός οι ενάγοντες αποκλείσθηκαν να συμμετάσχουν στις αυξήσεις αυτές, αφετέρου διότι οι αυξήσεις αυτές σε αντίθεση προς την κρατούσα επιχειρησιακή πρακτική έγιναν στην ονομαστική αξία της μετοχής, ενώ θα μπορούσε ευχερώς να επιτευχθεί ανώτερη τιμή αν είχε γνωστοποιηθεί ευρέως η πρόθεση πώληση τους. Με αυτό τον τρόπο οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι εκμεταλλεύτηκαν την αυξημένη δυνατότητα επιρροής τους στις εταιρικές υποθέσεις της αρχικής ... και μετέπειτα της ... ΑΕ προς επιδίωξη αποκλειστικά δικών τους συμφερόντων παραβιάζοντας την υποχρέωση πίστεως προς τους ενάγοντες ως μετόχους μειοψηφίας με συνέπεια το βαθμιαίο εκμηδενισμό του ποσοστού συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο αυτής. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι προαναφερόμενες ενέργειες του τέταρτου εναγόμενου Κ. Φ. (ήδη αποβιώσαντος), ο οποίος είχε την πλειοψηφία και ήλεγχε τις λοιπές εναγόμενες εταιρίες, είτε εμφανιζόμενος ο ίδιος είτε δια παρένθετων προσώπων δεν ήταν αυτοτελείς και ανεξάρτητες επιχειρηματικές ενέργειες, μη συνδεόμενες μεταξύ τους, αλλά αντίθετα επρόκειτο για ένα σύνθετο οργανωμένο σχέδιο (αποτελούμενο από διαδοχικές, μεθοδευμένες και αλληλένδετες μεταξύ τους παράνομες και ζημιογόνες και μάλιστα με πρόθεση πρόκλησης ζημίας κατά τρόπο αντιβαίνοντα στα χρηστά ήθη ενέργειες), του τέταρτου εναγομένου και των ελεγχόμενων από αυτόν διοικήσεων και των γενικών συνελεύσεων των μετόχων των λοιπών εναγόμενων εταιριών, το οποίο αποσκοπούσε στην προώθηση και ενίσχυση των ιδίων τους συμφερόντων σε βάρος των εταιρικών και στην εκμηδένιση της συμμετοχής των εναγόντων στην εταιρία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...], το οποίο δεν έλαβε χώρα άπαξ, αλλά ολοκληρώθηκε το έτος 2004, οπότε η έμμεση συμμετοχή δια της εταιρίας "... ΑΕ" των εναγόντων στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...] διαμορφώθηκε σε 0,1391% κατόπιν των προαναφερόμενων μετασχηματισμών και εξαγορών μεταξύ των εμπλεκόμενων εταιριών. Ειδικότερα, ο τρίτος εφεσίβλητος ακολουθώντας συστηματικά και εξακολουθητικά συγκεκριμένο σχέδιο επωφελούνταν από την καλή πορεία και φήμη της αρχικής εταιρίας ..., μεταφέροντας τα κέρδη της σε εταιρίες που έλεγχε κατ' αποκλειστικότητα ο ίδιος ή σε νέες εταιρίες που συνέστηνε για το σκοπό αυτό, μεταβιβάζοντας ταυτόχρονα περιουσιακά στοιχεία της ευημερούσας εταιρίας ... για να αποκομίσει ο ίδιος και οι εταιρίες αποκλειστικών συμφερόντων του κέρδη, επιβαρύνοντας ταυτόχρονα την ... με χρέη και δάνεια άλλων εταιριών που εκείνος ήλεγχε επιδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό, τόσο ο ίδιος όσο και οι διοικήσεις και οι γενικές συνελεύσεις των μετόχων των λοιπών εναγόμενων εταιριών, οι οποίες ελέγχονταν πλήρως από αυτόν, καταχρηστική και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά κατά παράβαση των άρθρων 919, 914 και 281 ΑΚ. Το οργανωμένο αυτό σχέδιο κατανόησαν οι ενάγοντες όταν ολοκληρώθηκε, το έτος 2004, όπως προαναφέρθηκε, ενώ, με την εκτιμητική έκθεση της DELOITTE έλαβαν γνώση της πραγματικής έκτασης της ζημίας τους. Η προκληθείσα ζημία, ήταν κατά τα προαναφερόμενα συνδυαστική υπό την έννοια της μεθοδευμένης εκτέλεσης του οργανωμένου σχεδίου του τέταρτου εναγόμενου και των ελεγχόμενων και κατευθυνόμενων από τον ίδιο διοικητικών συμβουλίων και γενικών συνελεύσεων των μετόχων των λοιπών εναγόμενων ανωνύμων εταιρών. Έτσι, οι φαινομενικά ανεξάρτητες μεταξύ τους ενέργειες των εναγομένων αποτελούσαν τα διαδοχικά στάδια του σχεδίου αυτού, πριν την ολοκλήρωση του οποίου το έτος 2004, οι τελευταίοι παρέλειπαν να άρουν τη δημιουργηθείσα από την παράνομη, υπαίτια και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά τους επιζήμια κατάσταση, η διατήρηση της οποίας συνέχιζε να προκαλεί ζημία στους ενάγοντες, στη συνέχεια δε προέβαιναν σε περαιτέρω ενέργειες σε βάρος των εναγόντων. Εξαιτίας δε αυτής της συνδυαστικής κατά τα άνω ζημίας οι ενάγοντες δεν ήταν δυνατόν να διατυπώσουν συγκεκριμένο αγωγικό αίτημα, καθώς δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ούτε να προβλέψουν τη ζημία που θα προκαλούσε η εκάστοτε πράξη σε συνδυασμό με τις μεταγενέστερες κάθε φορά παράνομες, καταχρηστικές και ζημιογόνες κατά τρόπο αντιβαίνοντα στα χρηστά ήθη πράξεις του σχεδίου του Κ. Φ. και των ελεγχόμενων από αυτών εταιρικών οργάνων των εναγόμενων εταιριών. Επομένως, αφού η ζημία των εναγόντων είναι άμεση συνέπεια των άνω παράνομων και με πρόθεση διαδοχικών ενεργειών των εναγομένων, της διατήρησης και εξακολούθησης των ως άνω παράνομων παραλείψεων των εναγόμενων να άρουν την προκληθείσα από αυτούς ζημιογόνο κατάσταση, η οποία εν προκειμένω εξακολούθησε έως το έτος 2004, οπότε η έμμεση συμμετοχή των εναγόντων δια της εταιρίας ... ΑΕ στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...] διαμορφώθηκε σε 0,1391% κι ως εκ τούτου ολοκληρώθηκε το οργανωμένο σχέδιο των εναγόμενων, η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο εμπίπτουν τα εν λόγω χρονικά σημεία, ήτοι από 31/12/2004.
Συνεπώς, κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής στις 8/8/2006, με την οποία διακόπηκε η παραγραφή δεν είχε παρέλθει η κατ' άρθρο 937 ΑΚ πενταετής παραγραφή κι ως εκ τούτου η προβαλλόμενη από τους εναγόμενους ένσταση περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης των εναγόντων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Από τους ελεγμένους και δημοσιευμένους ισολογισμούς της εταιρίας "... ΑΕ" της περιόδου 1986 - 1988 προκύπτει ότι 1) Η εταιρία λειτουργούσε κατά τις χρήσεις 1987 -1988 με περιθώριο καθαρών κερδών της τάξεώς του 23,19%, 2) Η εταιρία την 31/12/1987 είχε στο ταμείο της διαθέσιμα ύψους 586 εκατομμυρίων δραχμών 3) Η εταιρία πριν από την αγορά του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της, την 31/12/1987 δεν είχε δανειακές υποχρεώσεις, 4) Μετά την εξαγορά του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της εταιρίας "... ΑΕ" από την εταιρία "... ΑΕ", η "... ΑΕ" την 14/10/1988 αγόρασε το 80,83% των μετοχών της ... ΑΕ έναντι τιμήματος 1,72 δισεκατομμυρίων δραχμών, με αποτέλεσμα να δανειστεί η "... ΑΕ" το ποσό του 1 δισεκατομμυρίου δραχμών, το ταμείο της να μειωθεί σε 94 εκατομμύρια και οι δαπάνες τόκων να ανέλθουν κατά τη χρήση 1988 σε 65 εκατομμύρια δραχμές από μηδέν που ήταν τις προηγούμενες χρήσεις. 5) Στις 26/8/1988 μετά την υπογραφή σχετικής σύμβασης ανέλαβε τη διανομή των προϊόντων της εταιρίας "... ΑΕ" η εταιρία "... ΑΕ". Εξάλλου, το μικτό περιθώριο κέρδους του δείγματος των ανταγωνιστριών εταιριών ["... Α.Β.Ε.Ε.", "... ΑΕ", "... Α.Β.ΕΕ." και "ΑΕ …"] για τη χρήση 1988 ήταν 20,14%, δηλαδή σημαντικά χαμηλότερο του μικτού κέρδους της εταιρίας "... ΑΕ", το οποίο την ίδια χρήση ανήλθε στο 30,52%. Περαιτέρω από τους ελεγμένους και δημοσιευμένους ισολογισμούς της εταιρίας "... ΑΕ" των χρήσεων 1989,1990 και 1991 προκύπτει ότι: 1) Οι ονομαστικές πωλήσεις της εταιρίας αυξήθηκαν κατά 49,54% τη χρήση 1991 ως προς τη χρήση 1988, 2) Το μικτό περιθώριο κέρδους παρέμεινε στα ίδια επίπεδα της τάξεως του 31%-28% με ελαφρά μειωτική τάση την εν λόγω τριετία, 3) Οι τόκοι των δανείων απορρόφησαν το 10% των εσόδων με αποτέλεσμα παρά τη σημαντική ονομαστική αύξηση των πωλήσεων να μην καταγραφεί αύξηση στα κέρδη προ φόρων, τα οποία παρέμειναν σταθερά ως ονομαστικό μέγεθος (404-429 εκατ. Δρχ), 4) Το περιθώριο του κέρδους προ φόρων μειώθηκε σημαντικά από 23% σε 13% (προφανής η επίδραση των τόκων των δανείων), 5) Τα κέρδη προ φόρων παρέμειναν σταθερά ως απόλυτο μέγεθος στα επίπεδα του έτους 1987 δηλ. στο επίπεδο των 420 εκατ. Δραχμών. Ωστόσο ο μέσος όρος του μικτού περιθωρίου κέρδους των τεσσάρων εταιριών του κλάδου της εποχής εκείνης παρουσίασε σημαντική αύξηση (22,12% για τη χρήση 1989, 26,31% για τη χρήση 1990 και 29,18% για τη χρήση 1991) ενώ για την εταιρία "... ΑΕ" 31,08%, 29,10% και 27,92% αντίστοιχα, δηλαδή ενώ ο κλάδος βελτίωνε σημαντικά τα περιθώρια μικτού κέρδους, η "... ΑΕ" παρουσίασε ελαφρά μείωση του. Αποτέλεσμα αυτής της πορείας ήταν ότι το έτος 1991 το ποσοστό μικτού κέρδους του κλάδου ξεπέρασε το ποσοστό μικτού κέρδους της εταιρίας για πρώτη φορά. Συμπερασματικά κατά την τριετία 1989 - 1991 τα κέρδη προ φόρων της εταιρίας "... ΑΕ" παρέμειναν ελαφρά μειωμένα αλλά σταθερά ως προς το 1988, δηλαδή δεν συνεχίστηκε η σημαντική αυξητική δυναμική τους, όπως καταγράφηκε στους ισολογισμούς 1986 - 1988. Περαιτέρω ως προς το σύνολο του κύκλου εργασιών της κατά την περίοδο 1989 -1991 καταγράφηκε ονομαστική αύξηση 49,54%, (δηλαδή 1988 εκατ. δρχ 2.172, 1989 εκατ. δρχ 2.619, 1990 εκατ. δρχ 2.955 και 1991 εκατ. δρχ 3.248) ενώ το δείγμα των τεσσάρων εταιριών κατέγραψε αύξηση πωλήσεων για το ίδιο διάστημα 104,15% (δηλ. υπερδιπλασιασμός των πωλήσεων). Έτσι μετά την ανάληψη της αποκλειστικής διανομής των προϊόντων της εταιρίας "... ΑΕ" από την ... η εταιρία συνέχιζε μεν την ονομαστική αύξηση των πωλήσεων της (49,54%) με ρυθμό όμως σημαντικά χαμηλότερο από το ρυθμό αύξησης του κλάδου (104,15%). Επίσης στα αρνητικά της τριετίας αυτής καταγράφεται κυρίως ο δανεισμός της εταιρίας, δεδομένου ότι τα έτη 1983 - 1987 δεν υπήρχε δανεισμός, ενώ μετά την εξαγορά του πλειοψηφικού πακέτου από το νέο επενδυτή, άλλαξε η στρατηγική μη δανειοδότησης με αποτέλεσμα να προκύψουν σημαντικές δαπάνες τόκων για την εταιρία. Συγκεκριμένα για την εξαετία 1986 - 1991 οι δαπάνες τόκων ήταν οι ακόλουθες: 1986: 0, 1987: 0, 1988: εκατ. δρχ 65, 1989: εκατ. δρχ 251, 1990: εκατ. δρχ 378, 1991: εκατ. δρχ 358. Εξάλλου, κατά την περίοδο 1989 - 1991 οι τόκοι ως ποσοστό επί των πωλήσεων ξεπέρασαν το 10% ενώ ως απόλυτο συνολικό μέγεθος δαπάνης ανήλθε στο ποσό 1.052 εκατομμυρίων δραχμών ή 3,09 εκατομμύρια ευρώ, δηλαδή όσο περίπου και το ύψος του δανεισμού της εταιρίας την 31/12/1991. Περαιτέρω από τους δημοσιευμένους ισολογισμούς της εταιρίας κατά την τριετία 1991-1994 (η χρήση 1994 αφορά την εταιρία "... ΑΕ") προέκυψε ότι 1) Την 31/12/1994 το σύνολο του ενεργητικού της εταιρίας μειώθηκε κατά 1.932 εκατ. δρχ ή 5,67εκατ.ευρώ σε σχέση με την 31/12/1993, λόγω της απόσχισης του βιομηχανικού της κλάδου, ο οποίος εισφέρθηκε σε νέα εταιρία μαζί με το σύνολο των δανειακών της υποχρεώσεων, οι οποίες δημιουργήθηκαν λόγω της εξαγοράς του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της .... Τα εισφερόμενα στη νέα εταιρία στοιχεία του ενεργητικού της εταιρίας "... ΑΕ" αποτιμήθηκαν ως εισφερόμενη αξία ποσού 4.568 εκατ. δραχμές και μετά από αφαίρεση του παθητικού της που εισφέρθηκε σε 2.410 εκατ. δραχμές. Έτσι η διαφορά ύψους 2.158 εκατ. δρχ. αποτέλεσε σχεδόν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της νέας εταιρίας που συστήθηκε με Μ.Κ. 2.257 εκατ. Εξάλλου στη νέα εταιρία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" δεν ήταν πλέον άμεσοι μέτοχοι οι ενάγοντες ως φυσικά πρόσωπα, αλλά έμμεσοι λόγω της συμμετοχής τους στην εταιρία "... ΑΕ", 2) Κατά την περίοδο 1992 - 1994 ο κύκλος εργασιών της εταιρίας σταθεροποιήθηκε στα 3,7 δις δραχμές, ενώ στα αποτελέσματα της χρήσης 1994 συμπεριελήφθησαν στα αποτελέσματα της μέρος της δραστηριότητας της, λόγω της απόσχισης του βιομηχανικού της κλάδου το Νοέμβριο του ίδιου έτους, 3) Το μικτό περιθώριο κέρδους της εταιρίας περιορίστηκε σημαντικά από το επίπεδο του 30% σε 18,50% (1992: 24,71%, 1993: 21,85% και 1994: 18,50%) ενώ το μικτό περιθώριο κέρδους του κλάδου συνέχισε την αυξητική του πορεία (1992: 30,45%, 1993: 32,64% και 1994:33,16%). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι κατά την τριετία 1992 - 1994 το σημαντικότερο γεγονός είναι η απόσχιση του βιομηχανικού και εμπορικού κλάδου της εταιρίας, ο οποίος αποτέλεσε σχεδόν το σύνολο της καθαρά εισφερόμενης περιουσίας (2,158 δις δραχμές) σε είδος [καταβλήθηκαν και 100 εκατ. δραχμές μετρητά της νεοσύστατης τότε εταιρίας "... ΑΕ"] αλλά και το μετοχικό της κεφάλαιο. Τα κέρδη προ φόρων της εταιρίας "... ΑΕ" παρουσίασαν σημαντικότατη πτώση κατά την τριετία αυτή και συγκεκριμένα από 429 εκατ. δραχμές τη χρήση 1991 περιορίστηκαν σε 28 εκατ. δραχμές το 1994. Εξάλλου, ως προς τον κύκλο εργασιών της εταιρίας κατά την περίοδο 1992 - 1994 αυξήθηκε ελαφρά η ονομαστική του αξία καταγράφοντας αύξηση των πωλήσεων της κατά 14,84% ενώ ο κλάδος την ίδια περίοδο κατέγραψε αύξηση των πωλήσεων του κατά 51,82%, δηλαδή σημαντικό ρυθμό αύξησης. Επιπροσθέτως, το μικτό περιθώριο κέρδους της εταιρίας "... ΑΕ" περιορίστηκε σημαντικά την τριετία αυτή από 24,71% το έτος 1992 σε 18,50% το έτος 1994 σε αντίθεση με τη βελτίωση που παρουσίασε ο κλάδος από 30,45% το έτος 1992 σε 33,16% το έτος 1994. Οι δαπάνες τόκων επηρέασαν σημαντικά και την παρούσα τριετία [1992: 395 εκατ. δραχμές, 1993: 518 εκατ. δραχμές και 1994: 457 εκατ. δραχμές]. Οι τόκοι ως ποσοστό επί πωλήσεων κυμάνθηκαν την περίοδο αυτή στο 13% ενώ ως απόλυτο συνολικό μέγεθος για το διάστημα 1992 - 1994 ανήλθε στο ποσό των 4,02 εκατομμυρίων ευρώ κι επομένως η συνολική δαπάνη τόκων περιόδου 1988 -1994 ανήλθε σε 7,11 εκατομμύρια ευρώ. Περαιτέρω, αναφορικά με τα οικονομικά στοιχεία της εταιρίας "... ΑΕ", η οποία είναι συνέχεια της παλαιάς "... ΑΕ" για τις υπόλοιπες εννέα χρήσεις 1996 - 2004 από τα δημοσιευμένα της στοιχεία προκύπτει ότι για τις χρήσεις αυτές που ακολούθησαν την απόσχιση του βιομηχανικού και εμπορικού της κλάδου, λόγω απουσίας εμπορικής δραστηριότητας για την εταιρία (μετατράπηκε ουσιαστικά σε εταιρία συμμετοχών) καταγράφηκαν συνολικές ζημίες 452 εκατομμυρίων δραχμών με αποτέλεσμα κατά τη χρήση του έτους 2000 να γίνει αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου χωρίς τη συμμετοχή των εναγόντων και να μειωθεί το ποσοστό συμμετοχής τους από 29,17% σε 12,96%. Σημειωτέον ότι η εταιρία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία δημιουργήθηκε κυρίως από την απόσχιση του βιομηχανικού κι εμπορικού κλάδου της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" συνέχισε τη δραστηριοποίηση της με μία ελαφρά κερδοφορία, η οποία κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, της απέφερε στους εννέα δημοσιευμένους ισολογισμούς της συνολικά κέρδη προ φόρων 609 εκατ. δραχμές ενώ τα κέρδη προ φόρων, που προκύπτουν από τους δημοσιευμένους ισολογισμούς περιόδου 1988 - 2004 της εταιρίας "... ΑΕ", η οποία την περίοδο 1992 - 2004 εκτός από τα προϊόντα ... διακινούσε και άλλα εμπορικά σήματα ανήλθαν σωρευτικά στις δεκαεπτά χρήσεις σε 15.547 εκατομμύρια δραχμές ή 45,6 εκατομμύρια ευρώ. Από την ανωτέρω ανάλυση των δημοσιευμένων ισολογισμών της περιόδου 1988 - 2004 αποδείχθηκε ότι προκλήθηκε σοβαρή απώλεια εισοδήματος στους ενάγοντες, μετόχους μειοψηφίας κατά το έτος 1988 του 29,17% της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" οφειλόμενη κατά κύριο λόγο σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν: α) στο δανεισμό της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για την αγορά της ..., β) στη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας της εταιρίας "... ΑΕ" με την εταιρία "... Α.Ε.Β.Ε.", γ) στην απόσχιση του βιομηχανικού και εμπορικού κλάδου της εταιρίας "... ΑΕ", δ) στην αλλαγή του ονόματος της εταιρίας "... ΑΕ" σε "Επιχειρήσεις ... ΑΕ" με αποτέλεσμα να αποξενωθούν οι ενάγοντες από τη χρήση του σήματος ..., ε) στην επιβάρυνση των αποτελεσμάτων της εταιρίας με τόκους, στ) στη μικρότερη αύξηση του κύκλου εργασιών της εταιρίας έναντι της αύξησης του κλάδου, ενώ από τη χρήση 1997 και εντεύθεν δεν υπήρχαν πωλήσεις ούτε εισπράχθηκε μέρισμα (τα κέρδη του έτους 2003 συμψήφισαν - παλαιότερες ζημίες), ζ) στη μείωση του μικτού περιθωρίου κέρδους της εταιρίας, το οποίο μηδενίστηκε από τη χρήση 1997 κι εντεύθεν ενώ αντίθετα την εποχή αυτή ο κλάδος επιτύγχανε διαρκή βελτίωση του μικτού περιθωρίου κέρδους, η) στη μείωση του ποσοστού της άμεσης και έμμεσης συμμετοχής των εναγόντων, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει άμεση συμμετοχή των εναγόντων σε μία πολύ κερδοφόρο επιχείρηση όπως ήταν η εταιρία "... Α.Ε." αλλά και λόγω της μη συμμετοχής της εταιρίας "... ΑΕ" στις διαδοχικές αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου της "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (...) να μειώνεται και το έμμεσο ποσοστό συμμετοχής τους, το οποίο το έτος 2004 κατήλθε σε 1,073% για την εταιρία "... ΑΕ" και κατά συνέπεια σε 0,1391% για τους ενάγοντες. Περαιτέρω, με βάση τα ανωτέρω πραγματικά ιστορικά μεγέθη των δημοσιευμένων και ελεγμένων οικονομικών καταστάσεων των εταιριών "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "... ΑΕ" αλλά και των τεσσάρων μεγάλων εταιριών του κλάδου αποδεικνύεται ότι η θετική ζημία, που υπέστησαν οι ενάγοντες κατά τη χρονική περίοδο 1988 - 2004, η οποία συνίσταται στο άθροισμα των απωλεσθέντων κερδών προ φόρων της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" υπό την παραδοχή ότι η εταιρία θα συνέχιζε να λειτουργεί υπό τη δομή, την οποία είχε το έτος 1988, "Αναπροσαρμοσμένη ..." [δηλαδή με βάση τους χρηματοοικονομικούς δείκτες της ...], αφού ληφθούν υπόψη οι παρακάτω διαφοροποιήσεις : 1. Ο κύκλος εργασιών των χρήσεων 1989 - 1991 προσδιορίζεται από το σύνολο των πωλήσεων του εμπορικού κλάδου της ..., 2) Δεν θα διατεθούν κεφάλαια για την αγορά της εταιρίας ... και αναφορικά με τις χρήσεις 1992-2004: 1) Δεν πραγματοποιείται η απόσχιση του βιομηχανικού κλάδου της "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 2) Δεν μειώνεται το ποσοστό συμμετοχής των εναγόντων στην "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" λόγω της απορρόφησης της ..., 3) Δεν παραιτείται η εταιρία "... ΑΕ" από τις αυξήσεις Μετοχικού Κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκαν και μάλιστα χωρίς την είσπραξη της αξίας των σχετικών δικαιωμάτων τους, 4) Η μειοψηφία του 29,17% δεν αποξενώνεται με την ονομασία - σήμα ...] ανέρχεται αναλυτικά: 1) Προκληθείσα ζημία από την αγορά της εταιρίας "... ΑΒΕ": α) Από το τίμημα για την εξαγορά του 80,25% των μετοχών της, το οποίο ανήλθε σε 1.720 εκατομμύρια δραχμές, πλέον της συμμετοχής της εταιρίας στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκε την επόμενη χρήση κατά 242,3 εκατ. δραχμές, δηλαδή αντί συνολικού ποσού 1.962,3 εκατ. δρχ. από το ταμείο της εταιρίας και το δάνειο που έλαβε β) από το γεγονός ότι κατά την περίοδο δέκα περίπου ετών που η ως άνω εταιρία ... ΑΒΕ εμφανιζόταν ως περιουσιακό στοιχείο (συμμετοχή) της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία μετασχηματίστηκε σε "... ΑΕ", στην οποία ήταν μέτοχοι και οι ενάγοντες, δεν εισπράχθηκε μέρισμα, λόγω των μεγάλων ζημιών που παρήγαγε τεθείσα υπό εκκαθάριση στις ...1999 και η οποία τελικώς μεταβιβάστηκε έναντι 56,1 εκατομ. δραχμών αποδεικνύεται ότι η ονομαστική λογιστική ζημία της εταιρίας ανέρχεται σε 1.906,2 εκατ. δραχμές και η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες ως μέτοχοι ποσοστού 29,17% με αναγωγή σε τιμές 2004 [χωρίς ανατοκισμό με βάση το μέσο πληθωρισμό της περιόδου 1997 - 2004] ανέρχεται στο ποσό των 720,35 εκατ. δραχμών ή 2,11 εκατομμύρια ευρώ χωρίς να λαμβάνεται υπ' όψιν η επιβάρυνση των αποτελεσμάτων της εταιρίας από τους χρεωστικούς τόκους. 2) Απώλεια κερδών: Για τις χρήσεις 1988 -1991 με βάση το προπεριγραφόμενο χρηματοοικονομικό μοντέλο της Αναπροσαρμοσμένης ... αλλά και το γεγονός ότι οι πωλήσεις του εμπορικού κλάδου της εταιρίας "... ΑΒΕΕ" (...) μέχρι το τέταρτο τρίμηνο της χρήσης 1992 αφορούσαν μόνο προϊόντα της ... ως κύκλος εργασιών της Αναπροσαρμοσμένης ... λαμβάνεται ο κύκλος εργασιών του εμπορικού κλάδου της ... ενώ για τα υπόλοιπα μεγέθη του Ισολογισμού και των αποτελεσμάτων χρήσεως οι χρηματοοικονομικοί δείκτες της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που λειτουργούσε ακόμα με την αρχική της δομή με εξαίρεση την αγορά της εταιρίας .... Για τις χρήσεις 1992 - 2004 για τον υπολογισμό του κύκλου εργασιών της Αναπροσαρμοσμένης ... λαμβάνονται ως βάση οι μέσοι χρηματοοικονομικοί δείκτες, που αποτυπώθηκαν την εποχή εκείνη στις τέσσερις εταιρίες του δείγματος του κλάδου των συσκευασμένων τροφίμων, που αποτέλεσαν κατά τη χρονική αυτή περίοδο και το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς συσκευασμένων τροφίμων ..... Με βάση τα πραγματικά ιστορικά στοιχεία του κλάδου, τα οποία βασίζονται στους δημοσιευμένους ισολογισμούς των ανωτέρω εταιριών προκύπτει ότι η συνολική απώλεια κερδών των εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των 8.799 εκατ.δραχμών ή 25,82 εκατομμύρια ευρώ ενώ η αναγωγή των απωλεσθέντων κερδών σε τιμές 2004 με βάση το μέσο ετήσιο ποσοστό πληθωρισμού ανέρχεται σε 35,42 εκατομμύρια ευρώ. Ακολούθως, με βάση τις προβλεπόμενες από τη φορολογική νομοθεσία διατάξεις την εποχή εκείνη και συγκεκριμένα τη μεθοδολογία με την οποία αποτιμούσε την εποχή εκείνη την πραγματική αξία της μετοχής το καθ' ύλην αρμόδιο Υπουργείο Οικονομικών για λόγους φορολογίας προκύπτει ότι η αποθετική ζημία των εναγόντων που απορρέει από την απομείωση της αξίας των μετοχών, που κατείχαν στην εταιρία "... ΑΕ" σε σχέση με την αξία των μετοχών που θα είχαν στην εταιρία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" υπό την παραδοχή ότι η εταιρία θα συνέχιζε να λειτουργεί υπό τη δομή, την οποία είχε το έτος 1988, [Αναπροσαρμοσμένη ...] με ημερομηνία αναφοράς την 31/12/2004 ανέρχεται στο ποσό των 3,82 εκατομμυρίων ευρώ, όπως αυτό προκύπτει από το εκτιμώμενο σύνολο ιδίων κεφαλαίων της Αναπροσαρμοσμένης ... στις 31/12/2004, το οποίο προσαυξάνεται με το μέσο όρο του Συντελεστή Απόδοσης Ιδίων Κεφαλαίων για τη χρονική περίοδο 2000 - 2004, αφαιρουμένων από τα προσαυξημένα ίδια κεφάλαια της ... στις 31/12/2004 [ήτοι 1.640,93 εκατ. δραχμές μείον 339,37 εκατομ. δραχμών]... Επομένως η συνολική περιουσιακή ζημία των εναγόντων [απώλεια κερδών και αποθετική ζημία] ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 41,35 εκατομμυρίων ευρώ, από το οποίο θα επιδικαστεί στους ενάγοντες το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 36.751.951 ευρώ, (διότι οι ενάγοντες δεν συμπεριέλαβαν στην αγωγή τους, τους αναλογούντες τόκους επί των απωλεσθέντων κερδών τους), ήτοι το ποσό των 12.250.650,33 ευρώ σε καθένα από αυτούς. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η περιουσιακή ζημία των εναγόντων μπορούσε ευχερώς να προσδιοριστεί, όπως και προσδιορίστηκε με βάση πραγματικά και ιστορικά μεγέθη, καθώς δεν πρόκειται περί εκτίμησης αβέβαιων μελλοντικών κερδών αλλά περί πραγματοποιημένων κερδών, τα οποία έχουν περιληφθεί και εμφανίζονται στις δημοσιευμένες και ελεγμένες οικονομικά καταστάσεις των εταιριών "... ΑΕ", "... ΑΒΕ" και των τεσσάρων μεγάλων εταιριών του κλάδου, ενώ όσον αφορά την αποθετική ζημία των εναγόντων ο υπολογισμός της έγινε με τη μεθοδολογία με την οποία αποτιμούσε την εποχή εκείνη την πραγματική αξία της μετοχής το καθ' ύλην αρμόδιο Υπουργείο Οικονομικών για λόγους φορολογίας, απορριπτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων. Κατόπιν αυτών, το παραδεκτά στο στάδιο αυτό προβαλλόμενο από τους εναγόμενους αίτημα ανάκλησης τόσο της υπ' αριθμ. 1831/2015 μη οριστικής απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, [με την οποία διατάχθηκε νέα πραγματογνωμοσύνη, μετά την ενώπιον του κατάθεση της υπ' αριθμ. …/2013 πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αριθμ. 4960/2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου πραγματογνώμονα Η. Κ., με την οποία ο τελευταίος οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν δυνατόν να αποφανθεί με επιστημονικά τεκμηριωμένη λογιστική πραγματογνωμοσύνη περί τυχόν ύπαρξης ζημίας των εναγόντων] όσο και της υπ' αριθμ. 4960/2012 μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αφού κρίθηκε ορθώς ότι η υπό κρίση αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη έκανε δεκτή την έφεση των εκκαλούντων - εναγόντων κι εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 4515/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάσσοντας πραγματογνωμοσύνη] πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Εξάλλου, οι ενάγοντες από την παράνομη, υπαίτια και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά των εναγόμενων δοκίμασαν μεγάλη στεναχώρια, δηλαδή ενδιάθετη ψυχική κατάσταση παραγωγική ηθικής τους βλάβης για την οποία δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής της προσωπικότητάς τους, την έκταση της ζημίας των εναγόντων, τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το πολύπλοκο και πολυσχιδές οργανωμένο σχέδιο των εναγόμενων και δη της μεθοδευμένης, μέσω νομιμοφανών ενεργειών, εκτέλεσής του και του μακρού χρόνου αυτού (από το έτος 1988 μέχρι το έτος 2004), την ένταση του δόλου τους, την πρόκληση μακροχρόνιων και πολυδάπανων δικαστικών αγώνων, καθώς και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι ενάγοντες ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (250.000 ευρώ) για καθένα των εναγόντων. Το ποσό αυτό κρίνεται ως δίκαιο και εύλογο δηλαδή, ανάλογο με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της προκείμενης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας... Μετά από αυτά πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων έτσι όπως παρίστανται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (μετά τη συγχώνευση της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας "... ΑΕ" με την πρώτη των εναγόμενων εταιρία "... ΑΕ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" και τη συνέχιση της δίκης του αποβιώσαντος αρχικώς τέταρτου εναγόμενου Κ. Φ. από τους νόμιμους κληρονόμους του) να καταβάλλουν η εταιρία "... ΑΕ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" και η εταιρία "... HOLDINGS LIMITED" εις ολόκληρον η καθεμία και κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικώς τέταρτου εναγόμενου και εις ολόκληρον ευθυνόμενου Κ. Φ., σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των δώδεκα εκατομμυρίων διακοσίων πενήντα χιλιάδων εξακοσίων πενήντα ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (12.250.650,33 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, καθώς και το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (250.000 ευρώ) [για το οποίο οι ενάγοντες δεν αιτούνται νόμιμους τόκους] σε καθένα των εναγόντων...". Με βάση τα παραπάνω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (3816/2023) δέχθηκε ανέλεγκτα, κατά το ενδιαφέρον του αναιρετικού λόγου μέρος, ότι οι δύο παραπάνω πρώτες συμβάσεις, ήτοι α) η σύναψη από την "... ΑΕ" με την "... ΑΕ", ελεγχόμενες από τον Κ. Φ., της από 26-8-1988 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας τους και β) η αγορά από την "... ΑΕ" των μετοχών της "... ΑΒΕΕ", συμφερόντων επίσης του Κ. Φ., τον Οκτώβριο του έτους 1988, ως τμήμα διαδοχικών ενεργειών και μάλιστα ως έναρξη του εγκληματικού σχεδίου του Κ. Φ., ήταν παράνομες και ζημιογόνες για την συμβληθείσα ... ΑΕ και κατ' επέκταση για τους αναιρεσίβλητους ως μετόχους αυτής, επιδικάζοντας αποζημίωση, η οποία, μάλιστα, αφορά και, κατά τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά, προκληθείσα ζημία από τις δύο παραπάνω συναλλαγές. Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα: α) αναφορικά με τη σύναψη της από 26-8-1988 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας ότι "...η εγκριθείσα από την πλειοψηφία της Γενικής Συνέλευσης της εταιρίας "... ΑΕ" σύναψη εμπορικής συμφωνίας με την ... για την ανάληψη από την τελευταία της αποκλειστικής διανομής και πώλησης των προϊόντων της ... ΑΕ από την ..., δηλαδή την πλειοψηφούσα μέτοχο ήταν συμφωνία που δέσμευε υπέρμετρα την ... ΑΕ, δεν έγινε επί ίσοις όροις και ήταν πράξη καταχρηστική και αντικείμενη στα χρηστά ήθη, αφού εκ της ανωτέρω συμπεριφοράς του μετόχου της πλειοψηφίας, μόνο αυτός άντλησε οφέλη από την ουσιαστικά μεταβίβαση του εμπορικού κλάδου της ..., χωρίς να ωφελείται η εταιρία, με αντίστοιχη ζημία των εναγόντων ως μετόχων της μειοψηφίας. Ειδικότερα, αποτέλεσμα της συμφωνίας αυτής ήταν να εγκατασταθεί η ... στις ιδιόκτητες εγκαταστάσεις της ... ΑΕ, να χρησιμοποιεί το μέχρι τότε προσωπικό της τελευταίας, να εκμεταλλεύεται το πελατολόγιο, το δίκτυο διανομής και το σήμα της, ενώ παράλληλα η ... απέκτησε σημαντικά κέρδη από τη διάθεση των προϊόντων της εταιρίας ... ΑΕ, τα οποία προμηθευόταν σε χαμηλές τιμές σε σχέση με εκείνες που τα διέθετε στην αγορά, αποκομίζοντας σημαντικά κέρδη από τη διανομή τους, με αντίστοιχη μείωση των κερδών της "... ΑΕ", η οποία ενώ είχε τη φήμη και το δίκτυο διανομής δεν συμμετείχε στα κέρδη από τη διανομή των προϊόντων της. Αντίθετα δεν αποδείχτηκαν οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι η ... διέθετε καλύτερη τεχνογνωσία πωλήσεων ή υπέρτερα δίκτυα διανομής, καθόσον η τελευταία δεν διέθετε την αναγνωρισιμότητα και εμπειρία της εταιρίας ... ΑΕ, η οποία δραστηριοποιούνταν στο χώρο περίπου 15 χρόνια και διέθετε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις και πλήρως οργανωμένο δίκτυο διανομής, το οποίο μάλιστα είχε πολύ χαμηλό κόστος συγκριτικά με τις άλλες εταιρίες του κλάδου των τροφίμων" (βλ. φύλλο 17, σελίδα 2 και φύλλο 18, σελίδα 1 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης) και β) αναφορικά με την αγορά από την "... ΑΕ" των μετοχών της "... ΑΒΕΕ", τον Οκτώβριο του έτους 1988, ότι "...η απόφαση του ΔΣ της ... ΑΕ περί εξαγοράς ποσοστού 80% των μετοχών της εταιρίας ... αντικείμενη στα χρηστά ήθη αποτέλεσε μέρος του σχεδίου του τέταρτου εναγομένου (Κ. Φ.) για απομείωση της αξίας της εταιρίας "... ΑΕ", αφού με τον τρόπο αυτό διαταράχθηκε η κεφαλαιακή της ισορροπία, επιβαρύνθηκε με πληρωμή τόκων και επήλθε συρρίκνωση αντίστοιχα των μετοχών των εναγόντων" (φύλλο 18, σελίδα 2 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης), κατέληξε δε, αφού αναφέρθηκε και σε άλλες, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, δόλιες ενέργειες του Κ. Φ. και των εκπροσώπων των λοιπών εναγομένων νομικών προσώπων, τους οποίους αυτός ήλεγχε, ότι "οι φαινομενικά ανεξάρτητες μεταξύ τους ενέργειες των εναγομένων (μεταξύ των οποίων και οι δύο πρώτες ως άνω συναλλαγές) αποτελούσαν τα διαδοχικά στάδια του σχεδίου αυτού, πριν την ολοκλήρωση του οποίου το έτος 2004, οι τελευταίοι (ενάγοντες) παρέλειπαν να άρουν τη δημιουργηθείσα από την παράνομη, υπαίτια και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά τους επιζήμια κατάσταση, η διατήρηση της οποίας συνέχιζε να προκαλεί ζημία στους ενάγοντες...Επομένως, ...η ζημία των εναγόντων είναι άμεση συνέπεια των άνω παράνομων και με πρόθεση διαδοχικών ενεργειών των εναγομένων..." (βλ. φύλλο 22, σελίδα 2 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης). Στη συνέχεια, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για τον υπολογισμό της ζημίας των εναγόντων, δέχθηκε ανέλεγκτα, αναφορικά με τις δύο πρώτες συμβάσεις, που αποτέλεσαν, κατά τις παραδοχές της, την έναρξη του εγκληματικού σχεδίου του Κ. Φ., ότι και αυτές συνετέλεσαν στην ζημία των εναγόντων και συγκεκριμένα επί λέξει ότι: "Από την ανωτέρω ανάλυση των δημοσιευμένων ισολογισμών της περιόδου 1988 - 2004 αποδείχθηκε ότι προκλήθηκε σοβαρή απώλεια εισοδήματος στους ενάγοντες, μετόχους μειοψηφίας κατά το έτος 1988 του 29,17% της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" οφειλόμενη κατά κύριο λόγο σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν: α) στο δανεισμό της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για την αγορά της ..., β) στη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας της εταιρίας "... ΑΕ" με την εταιρία "... Α.Ε.Β.Ε.", γ)...δ)...ε)...στ)...ζ)...η)..." (βλ. 25ο φύλλο, σελίδες 1 και 2 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης), για να καταλήξει τελικά ότι : "1) Προκληθείσα ζημία από την αγορά της εταιρίας "... ΑΒΕ": α) Από το τίμημα για την εξαγορά του 80,25 % των μετοχών της, το οποίο ανήλθε σε 1.720 εκατομμύρια δραχμές, πλέον της συμμετοχής της εταιρίας στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκε την επόμενη χρήση κατά 242,3 εκατ. Δραχμές, δηλαδή αντί συνολικού ποσού 1.962,3 εκατ. Δραχμές, δηλαδή αντί συνολικού ποσού 1.962,3 εκατ. δρχ από το ταμείο της εταιρίας και το δάνειο που έλαβε...". Πλην όμως, πριν την άσκηση της εν λόγω αγωγής (το έτος 2006) η πρώτη αναιρεσίβλητη, Ε. χήρα Ι. Ρ., είχε υποβάλει την από 25-7-1991 έγκλησή της εναντίον τριάντα φυσικών προσώπων (μετόχων και μελών του ΔΣ της ... AE, υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας κλπ) και συγκεκριμένα εναντίον των 1) Β. Ι. Ρ., 2) Δ. Ζ., 3) Α. Μ., 4) Ι. Ζ., 5) Π. Σ., 6) Κ. Φ., 7) Γ. Κ. - Γ., δικηγόρου, 8) Ε. Δ., 9) Κ. Δ., 10) Ε. Μ., 11) Ι. Κ., 12) Δ. Τ., υπαλλήλου της Εθνικής Τράπεζας, 13) Δ. Α., 14) Α. Α., 15) Σ. Φ., 16) Φ. Κ., 17) Δ. Μ., 18) Ι. Σ., 19) Γ. Ζ., 20) Ν. Ζ., δικηγόρου, 21) Γ. Α., 22) Κ. Τ., 23) Π. Χ., 24) Α. Π., 25) Σ. Φ., 26) Δ. Μ., 27) Π. Δ., 28) Π. Κ., 29) Η. Χ. και 30) Κ. Μ. για διάφορα αδικήματα. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ως άνω έγκλησης, όπως αυτό προκύπτει από την ενσωματωμένη στην εισαγγελική πρόταση του επίμαχου 2151/1993 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών έγκληση, που αφορά στον παραπεμπόμενο λόγο αναίρεσης, η πρώτη αναιρεσίβλητη είχε ισχυρισθεί, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "...Οι δύο πρώτοι μηνυόμενοι (Β. Ρ. και Δ. Ζ.) επώλησαν δήθεν στον 6ο μηνυόμενο (Κ. Φ.) το 67% περίπου των μετοχών της ... Α.Ε. Τις μετοχές αυτές ο 6ος μηνυόμενος (Κ. Φ.) τις ενεχυρίασε στην Τράπεζα Πίστεως η οποία του έδωσε δάνειο 1.710.000 δραχμών με το οποίο αγόρασε την ... Α.Ε.Β.Ε. Η πλειοψηφία των μετόχων των Γενικών Συνελεύσεων των ανωνύμων εταιρειών ... Α.Ε. και ... Α.Ε. απεφάσισε και υπογράφηκε σύμβαση σύμφωνα με την οποία η εταιρεία ... Α.Ε. αναλάμβανε επί μία 15ετία να διακινεί τα προϊόντα της ... Α.Ε. με παραχώρηση του 50% των κερδών της, μετατρέποντας έτσι την τελευταία σε εταιρεία φασόν. Ο 6ος μηνυόμενος αγόρασε την υπερχρεωμένη εταιρεία πλαστικών ... την οποία στη συνέχεια πούλησε στην ... Α.Ε. αφού κράτησε για τον εαυτό του το μόνο αξιόλογο στοιχείο της ... την εταιρεία γάλακτος ... Α.Ε. που ήταν θυγατρική της .... Στην απάτη αυτή σε βάρος του νομικού προσώπου της ... Α.Ε. και υπεξαίρεση των μετοχών της ... ΑΒΕΕ παρά του Κ. Φ. συνήργησαν και μέλη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και διευθυντικά στελέχη αυτής. Αποτέλεσμα της εγκληματικής αυτής δραστηριότητας ήταν α) το ταμείο της εταιρείας από 850.000.000 δρχ. που ήταν τον Ιούλιο του 1988 να κατέλθει στο ποσό των 3.520.942 δρχ, β) να οφείλει η εταιρεία 356.534.244 δρχ, ενώ ουδέποτε όφειλε, γ) να οφείλει η εταιρεία στις Τράπεζες 1.011.403.261 δρχ. με υποθήκευση των ακινήτων της, ενώ μέχρι το 1988 είχε τεράστιες καταθέσεις και δ) να βαρύνεται η εταιρεία ετησίως με τόκους 377.997.468 δρχ, ενώ κατά το παρελθόν ουδέποτε είχε καταβάλει αξιόλογους τόκους...Οι οκτώ πρώτοι μηνυόμενοι (μεταξύ αυτών και ο Κ. Φ. - έκτος μηνυόμενος) με τη βοήθεια των υπολοίπων παρέστησαν ψευδώς ότι η σύμβαση εμπορικής συνεργασίας της ... Α.Ε. με τη … ΑΒΕΕ και η αγορά των μετοχών της ... είναι συναλλαγές οικονομικώς συμφέρουσες για το νομικό πρόσωπο της ... Α.Ε. με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η τελευταία με το ποσό των 8,2 δισεκατομμυρίων δραχμών. Κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Ιουλίου 1988 μέχρι 31.10.1988 οι οκτώ πρώτοι μηνυόμενοι (μεταξύ αυτών και ο Κ. Φ. - έκτος μηνυόμενος) υπεξήρεσαν από το νομικό πρόσωπο της ... Α.Ε. το ποσό του ενός δισεκατομμυρίου δραχμών το οποίο αφήρεσαν από το ταμείο της για ν' αγοράσουν δήθεν τις μετοχές των εταιρειών ... ΑΒΕΕ και ... ΑΒΕΕ τις οποίες χρέωσαν με το ποσό του 1.720.000.000 δραχμών, μολονότι οι μετοχές της ... ήταν μηδενικής αξίας. Τέλος οι 1ος, 2ος και 6ος μηνυόμενοι (Β. Ρ., Δ. Ζ. και Κ. Φ.) εξηπάτησαν την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος η οποία κατείχε ως ενέχυρο το 40% των μετοχών της εταιρείας ... ΑΒΕΕ...". Από το περιεχόμενο της ως άνω έγκλησης προκύπτει αβίαστα ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη είχε εγκαλέσει, μεταξύ άλλων, και τον Κ. Φ. για αδικήματα (απάτη και υπεξαίρεση) σε βάρος της ... Α.Ε. με αφορμή τις δύο επίμαχες συναλλαγές, ήτοι τη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας της ... Α.Ε. με την ... ΑΕ και την αγορά από την ... Α.Ε. των μετοχών της ... ΑΕ. Μετά την υποβολή της παραπάνω έγκλησης, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των προαναφερομένων προσώπων για α) απάτη σε βάρος Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή και από την οποία το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης, ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε υπερβαίνει τα πέντε εκατομμύρια δραχμές (που αφορούσε τον Κ. Φ.), β) απάτη με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, κατ' εξακολούθηση, σε βάρος της ... ΑΕ (που αφορούσε τον Β. Ρ. και Δ. Ζ., μελών του ΔΣ της ... ΑΕ), γ) υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης κατ' εξακολούθηση, σε βάρος της ... ΑΕ (που αφορούσε τον Β. Ρ. και Δ. Ζ., μελών του ΔΣ της ... ΑΕ), δ) απιστία κατ' εξακολούθηση, σε βάρος της ... ΑΕ (που αφορούσε τους Ε. Δ., Α. Α., Δ. Μ., Ν. Ζ. και Γ. Κ., με την ιδιότητά τους ως μέλη του ΔΣ της εταιρείας ... ΑΕ, επειδή αυτοί ψήφισαν υπέρ της σύναψης εμπορικής συνεργασίας με την ...), ε) άμεση συνέργεια στην ως άνω υπό στοιχ. β πράξη και στ) απλή συνέργεια στην ίδια ως άνω υπό στοιχ. β' πράξη (που αφορούσαν τους Α. Μ., Ι. Ζ., Π. Σ. και Κ. Δ.), ενώ τα λοιπά καταγγελλόμενα από την μηνύτρια σε βάρος του Κ. Φ. αναφορικά με τις δύο κρίσιμες συναλλαγές σε βάρος της ... ΑΕ, κατά τους ισχυρισμούς της, ουδόλως αξιολογήθηκαν ποινικά ως προς αυτόν και δεν ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για τα καταγγελλόμενα από αυτήν ποινικά αδικήματα. Επί της ως άνω έγκλησης της πρώτης αναιρεσίβλητης εκδόθηκε το επίμαχο υπ' αριθ. 2151/1993 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απαλλάχθηκαν όλοι οι κατηγορούμενοι από όλες τις κατηγορίες. Από το παραπάνω βούλευμα προκύπτει ότι αυτό διέλαβε επί λέξει, με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση και συμπλήρωση του σκεπτικού του, τις ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές, ως προς τις δύο κρίσιμες συμβάσεις: "Εισαγγελική πρόταση: Οι συγγενείς Β. Ρ., Δ. Ζ. και Ι. Ρ. δυνάμει του υπ' αριθ. .../1968 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέου Ιωσήφ Αμιραδάκη....συνέστησαν Ε.Π.Ε. με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." εδρεύουσα στο Πικέρμι Αττικής, με ίδια ποσοστά συμμετοχής έκαστος. Στις ...1969 η εταιρεία "... Ε.Π.Ε." μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε."....Η επωνυμία της εταιρείας τροποποιήθηκε, με απόφαση της Γ.Σ. των μετόχων της εταιρείας, στις …1974 και μετονομάσθηκε "... Α.Ε.". Στις …1974 πέθανε, εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο Ι. Ρ., ο οποίος κληρονομήθηκε από τη μηνύτρια σύζυγό του και τα τρία τότε ανήλικα τέκνα του Σ., Χ. και Γ., οι οποίοι έτσι κατέστησαν εξ αδιαιρέτου με αναλογία 1/4 ο καθένας τους επί του 25% των μετοχών της εταιρείας. Στις …1976 οι Β.. Ρ. και Δ.. Ζ. αγόρασαν το 25% του συνόλου των μετοχών της εταιρείας "... Α.Ε." που ανήκε στους αδερφούς Χ. κι έτσι η συμμετοχή στην εν λόγω εταιρεία διαμορφώθηκε σε 37,5% για το Β. Ρ., 37,5% για το Δ. Ζ. και 25% για τη μηνύτρια και τα παιδιά της. Με την υπ' αριθ. ΕΜ ...1977 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής...εγκρίθηκε η συγχώνευση των Ανωνύμων Εταιρειών α) "... Α.Ε." και β) "... Α.Ε." ...Μεταξύ μηνυτρίας και Δ. Ζ. δημιουργήθηκαν "στενές σχέσεις" συνεπεία των οποίων κλονίστηκε ο γάμος του τελευταίου. Στις 20.5.1980 ο Δ. Ζ. δώρησε στη μηνύτρια 9.833 μετοχές τις οποίες ο τελευταίος ζήτησε να του επιστραφούν όταν το Μάϊο του 1986 διεκόπησαν οι "στενές τους σχέσεις". Επειδή η μηνύτρια αρνήθηκε να τις επιστρέψει ο Δ. Ζ. α) τη μήνυσε και β) κατέθεσε εναντίον της την από 23.5.1986 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ζητείται η ανάκληση της δωρεάς. Η μηνύτρια και ο Δ. Ζ., έχοντες την πλειοψηφία των μετοχών 62,5%, από το έτος 1980 μέχρι του έτους 1986, ότε διεκόπησαν οι μεταξύ τους "στενές σχέσεις", συνέπηξαν μέτωπο στην εταιρεία πολλές δε φορές σε βάρος του τρίτου εταίρου Β. Ρ.. Καθόλη την περίοδο αυτή η μηνύτρια ήλεγχε απόλυτα την εταιρεία με την αρωγή του Δ. Ζ.. Συγκεκριμένα α) προέβη σε αντικατάσταση του Δ.Σ. στο οποίο ο Β.. Ρ. ήταν Διευθύνων Σύμβουλος. Το νέο Δ.Σ. αποτελούσαν οι Δ. Ζ., Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, Ε. Ρ. (μηνύτρια) Αντιπρόεδρος, Β. Ρ. μέλος, Η. Γ., αδελφός της μηνύτριας, μέλος και Ι. Ζ., αδελφός του Δ. Ζ., μέλος. β) ανέλαβε τη διεύθυνση των πωλήσεων της εταιρείας με σχέση εξηρτημένης εργασίας με την εταιρεία για την οποία αμείβετο με μηνιαίο μισθό 250.000 δρχ. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι τα μέσα του 1986 και γ) προσέλαβε να εργασθούν στην εταιρεία στενούς συγγενείς της και ανθρώπους της εμπιστοσύνης της τους οποίους τοποθέτησε σε σημαντικές θέσεις όπως τον αδελφό της Η. Γ., υπεύθυνο στην παραγωγή, τον πρώτο της εξάδελφο Ε. Κ., προϊστάμενο στο τμήμα πωλήσεων, τη σύζυγό του Τ. Κ. βοηθό του αδελφού της Η. Γ. στην παραγωγή και την πρώτη εξαδέλφη της Σ. Α., βοηθό του Χημικού της εταιρείας Κ. Δ.. Επί πλέον η μηνύτρια, παρά την αντίθεση του Β. Ρ. προσέλαβε τον προσωπικό της δικηγόρο Θ. Α., νομικό σύμβουλο στην εταιρεία. Περαιτέρω δε θέλοντας να έχει τον απόλυτο έλεγχο στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων απομάκρυνε από τις οικονομικές υπηρεσίες τους φερόμενους ως προσκείμενους στο Β. Ρ., Γ. Κ., Γ. Π. και Γ. Κ. και προσέλαβε σε αντικατάστασή τους, τους νυν κατηγορουμένους Α. Μ. ως προϊστάμενο λογιστηρίου και Π. Σ. ως οικονομικό διευθυντή. Μετά τη διατάραξη των στενών σχέσεων μηνυτρίας και Δ. Ζ. και την ανάκληση της παραπάνω δωρεάς από τον τελευταίο η μηνύτρια άρχισε ένα έντονο δικαστικό αγώνα εναντίον των λοιπών μετόχων και υπαλλήλων της εταιρείας. Ύστερα από αίτηση της μηνυτρίας το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 174-73/1986 απόφασή του διέταξε το διορισμό προσωρινού Δ.Σ. σε αντικατάσταση του αιρετού και άμεσο διαχειριστικό και οικονομικό έλεγχο. Πρόεδροι και Διευθύνων Σύμβουλος του προσωρινού Δ.Σ. ορίστηκε η μηνύτρια η οποία άσκησε τα καθήκοντά της από 5-11-1986 μέχρι 14.1.1987 επειδή με την Α35/1987 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου ανακλήθηκε η προηγούμενη απόφασή του και επανήλθε το παλαιό αιρετό Δ.Σ. από 15.1.1987 μέχρι 1.6.1987, καθότι με νεότερη απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ήτοι την υπ' αριθ. 8167/1987 διέταξε το διορισμό προσωρινού Δ.Σ. Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, και πάλι, του νέου προσωρινού Δ.Σ. ορίστηκε η μηνύτρια η οποία άσκησε τα καθήκοντα της από 2.6.1987...Οι Β. Ρ. και Δ. Ζ. στις 31-5-1988 πούλησαν το 66,66% των μετοχών τους στην ... (....) της οποίας κύριος μέτοχος ήταν ο Κ. Φ., ο οποίος με την αγορά αυτή ήλεγχε εμμέσως την πλειοψηφία των μετοχών της ... Α.Ε. Η παραπάνω πλειοψηφία κατά την .... 1988 Γενική Συνέλευση των μετόχων της ... ΑΕ α) εξέλεξε νέο Δ.Σ. και β) ενέκρινε σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ της ... Α.Ε. και της Ε. Ε.Μ., την οποία υπέγραψε το νέο Δ.Σ. στις 26.8.1988...Με την παραπάνω σύμβαση εμπορικής συνεργασίας η .... ανέλαβε την κατά αποκλειστικότητα πώληση και διανομή στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό όλων των προϊόντων της θυγατρικής εταιρείας ... Α.Ε. Θέλοντας να αποσείσουν τις σε βάρος τους κατηγορίες οι Ε. Δ., Α. Α., Ν. Ζ. και Γ. Κ., ισχυρίστηκαν ότι υπέγραψαν την παραπάνω σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιρειών με πρόθεση να ωφελήσουν την ... Α.Ε., εκμεταλλευόμενοι τα πλεονεκτήματα της .... στην αγορά και να την καταστήσουν ανταγωνιστική καθότι α) εστερείτο παντελώς μέσων διανομής και κεντρικών σημείων διανομής αφού το 1984 η τότε Διοίκηση της ... Α.Ε., στην οποία μετείχε και η μηνύτρια, πούλησε όλα τα φορτηγά αυτοκίνητα της εταιρείας και απέλυσε όλους τους υπαλλήλους του κλάδου πωλήσεων (επιθεωρητή, πωλητές - πλασιέ), β) εστερείτο αντιπροσώπων σε όλο τον Ελλαδικό χώρο, γ) εστερείτο πολιτικής προμηθειών, τρόπον πώλησης, πιστωτικής πολιτικής, πολιτικής εκπτώσεων και δ) δεν είχε υπηρεσία MARKETING, έρευνα αγοράς και πολιτική διαφημίσεων και προβολής. Αντιθέτως η ... διέθετε ένα πλήρες δίκτυο διανομής και πωλήσεων που κάλυπτε όλη την Ελλάδα με παραπάνω από 40 αντιπροσώπους οι οποίοι διέθεταν 165 αυτοκίνητα και 330 άτομα προσωπικό, 60 φορτηγά μεταφοράς, τμήμα πωλήσεων με προσωπικό 55 άτομα, τμήμα αποθηκεύσεως και διανομής προϊόντων με 81 άτομα, διεύθυνση μάρκετινγκ με 10 άτομα (ήτοι στον ευρύτερο τομέα πωλήσεων περίπου 150 άτομα) και υποκατάστημα διανομής στη Θεσσαλονίκη. Επιπλέον δε η ... Α.Ε. μέχρι την εξαγορά της πλειοψηφίας της από την .... ήταν μία τυπική, οικογενειακή επιχείρηση, που λειτουργούσε χωρίς σχεδίασμα και προγραμματισμό πωλήσεων και MARKETING, χωρίς ανάλογο ειδικό προσωπικό πρόχειρα και εκ των ενόντων και είχε πράγματι μεγάλη επιτυχία, χάρις στο παρθένο της αγοράς και στη σχεδόν παντελή έλλειψη ανταγωνισμού. Αν η ... Α.Ε. είχε μείνει με το παλαιό ανύπαρκτο σύστημα πωλήσεων και μάρκετινγκ δεν θα υπήρχε σήμερα. Και τούτο διότι στην αγορά φρυγανιάς εισήλθαν γιγαντιαία ονόματα του κλάδου τροφίμων που εξαγόρασαν τις μικρές επιχειρήσεις όπως έγινε και για την ... Α.Ε. Έτσι οι φρυγανιές "..." εξαγοράσθηκαν το 1986 από την εταιρεία ..., ενώ η ... συνεργάζεται από το 1990 με τη μεγαλύτερη εταιρεία τροφίμων στην Ευρώπη τη Γαλλική .... Η ... Α.Ε. αναβαθμίστηκε διότι παράγει και νέα προϊόντα, όπως οι φρυγανιές ... που είναι προϊόν της ... Α.Ε. και μόνο και για τις οποίες η .... παρεχώρησε δωρεάν το πασίγνωστο εμπορικό σήμα της (...) στην ... Α.Ε. Με αυτόν τον τρόπο η ... Α.Ε. έγινε μία σύγχρονη μεγάλη εταιρεία ξεφεύγοντας από το στάδιο της οικογενειακής μικροεπιχείρησης. Η .... πληρώνει την ... Α.Ε. σε 21 ημέρες για τα προϊόντα της που διακινεί, ενώ πιστώνει τους δικούς της πελάτες για 57 ημέρες χωρίς να λάβει υπόψη της άλλες διευκολύνσεις προς αυτούς όπως εκπτώσεις, επιδοτήσεις κ.λ.π. Όσον αφορά την τιμή πώλησης των προϊόντων αυτή καθορίζεται από το σύνολο των εξόδων διανομής, αποθήκευσης, πιστώσεων, προσφορών και διαφήμισης στα οποία υποβάλλονταν η .... με εξαίρεση τα έξοδα παραγωγής και συσκευασίας. Τέλος το σύνολο των κερδών της .... κατά την περίοδο 1988 - 1992 ανήλθε στο ποσό των 2.842.000.000 δρχ. και είναι αδιανόητο να ζημιώθηκε η ... Α.Ε. με 5 δις δρχ. και να τα ωφελήθηκε αντίστοιχα η .... Τα έγγραφα που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι, σε επίρρωση των ισχυρισμών τους, αποδεικνύουν ότι όταν στις 26.8.1988 υπέγραφαν τη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας των δύο εταιριών δεν είχαν πρόθεση να ζημιώσουν την ... ΑΕ και να ωφελήσουν αντίστοιχα την .... αλλά να αναβαθμίσουν την ... Α.Ε. και να την κάνουν βιώσιμη και ανταγωνιστική στην αγορά εκμεταλλευόμενοι την πλεονεκτική θέση στην αγορά της .... της οποίας ήταν θυγατρική....". Επίσης, η ανωτέρω εισαγγελική πρόταση, η οποία υιοθετήθηκε πλήρως από το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο σκεπτικό της και παραδοχές ως προς την έτερη σύμβαση, αυτή της αγοράς της εταιρείας ... και .... Συγκεκριμένα, η Εισαγγελική πρόταση διέλαβε επί λέξει τα ακόλουθα: "...Η Ελληνική εταιρεία πλαστικών ειδών ... κατείχε το 67% των μετοχών της ... "... ΑΒΕΕ". Στις 23.4.1981 η εταιρεία ... πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ (ΕΤΕ) 23.100 μετοχές της ... που αντιπροσώπευαν το 40% του μετοχικού της κεφαλαίου αντί του εύλογου, δικαίου και αγοραίου τιμήματος των δραχμών 100.000.000 και με δικαίωμα επαναγοράς (OPTION) των ως άνω μετοχών εντός προθεσμίας πέντε ετών αντί τιμήματος σταδιακώς καθοριζομένου. Ήτοι αν η επαναγορά ήθελε πραγματοποιηθεί εντός ενός έτους το τίμημα θα ήταν 120.000.000 δρχ, για το δεύτερο έτος 140.000.000 δρχ, για το τρίτο έτος 170.000.000 δρχ, για το τέταρτο έτος 205.000.000 δρχ και για το πέμπτο έτος 248.000.000 δρχ. Η συμφωνία αυτή ανανεώθηκε αρκετές φορές όπως την 26.10.1987 με δικαίωμα επαναγοράς των μετοχών μέχρι την 23.4.1988 αντί συνολικού τιμήματος δρχ. 360 εκατ. και την 2.6.1988 με δικαίωμα επαναγοράς των μετοχών μέχρι 23.10.1988 αντί συνολικού τιμήματος δρχ. 400 εκατ. Στις 21.10.1988 η ΕΤΕ παρέτεινε μέχρι 22.11.1988 το δικαίωμα επαναγοράς αντί του ιδίου πάλι τιμήματος των 400.000.000 δρχ. Η πλειοψηφία των μετόχων της ... A.E. στη Γενική Συνέλευση της 14ης Οκτωβρίου 1988, ενέκρινε την αγορά των μετοχών της εταιρείας ... ΑΕ μέχρι και του συνόλου αυτών, πάντως όχι κατώτερου του ποσοστού των 2/3 αυτού. Ανέθεσε δε στο Δ.Σ. τη συνέχιση των για την αγορά αυτή διαπραγματεύσεων, προς τον σκοπό επιτεύξεως του πλέον επωφελούς τιμήματος. Το Δ.Σ. της ... A.E....στη συνεδρίαση της 18ης.10.1988 αποδέχθηκε ομόφωνα την παραπάνω απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως και έδωσε εντολή στα αρμόδια όργανα να προβούν στην αγορά των μετοχών της ... ΑΕ καταβάλλοντας προσπάθεια να επιτύχουν την χαμηλότερη δυνατή τιμή, που δεν θα ήταν ανώτερη των 20.000 δρχ. κατά μετοχή. Τελικά η ... A.E. αγόρασε αντί 1.720.000.000 δρχ. την πλειοψηφία (80,25%) των μετοχών της ... ΑΕ, η οποία κατείχε το 27% των μετοχών της ... και το δικαίωμα της επαναγοράς από την Ε.Τ.Ε. των 40% των μετοχών της ... στη συμβατικώς προκαθορισμένη από το 1981 και για τελευταία φορά στην, 2.6.1988, αναπροσαρμοσμένη τιμή των 400 εκατ. Η αγορά της εταιρείας πλαστικών ειδών συσκευασίας ... στην τιμή του 1.720.000.000 δρχ. παρά τα μεγάλα χρέη της θεωρήθηκε συμφέρουσα για την ... Α.Ε. επειδή α) εξεπληρούτο ένας από τους ιδρυτικούς σκοπούς της που ήταν η ίδρυση βιομηχανίας ειδών συσκευασίας των παραγομένων προϊόντων της και β) θα αποκτούσε την πλειοψηφία των μετοχών της υγιούς βιομηχανίας γάλακτος ... των οποίων (μετοχών) η αγορά περνούσε μέσα από την αγορά της ......Στις 22.11.1988 ο εκπρόσωπος και τότε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ... ΑΒΕ Λ. Κ. άσκησε το δικαίωμα επαναγοράς των 23.100 μετοχών της εταιρείας ... από την ΕΤΕ καταβάλλοντας το συμβατικό τίμημα που είχε ορισθεί μετά από διαδοχικές αυξήσεις από την ΕΤΕ με την από 2.6.1988 επιστολή της προς τον Κ. Π., στον οποίο ανήκε τότε η ..., σε 400.000.000 δρχ. Η ... ΑΒΕ με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της επώλησε στον Κ. Φ. αρχικά το 27% και μετά την άσκηση του δικαιώματος το 40% ακόμη των μετοχών της ..., με αποτέλεσμα η ... A.E. να πληρώσει το τίμημα για την αγορά της ... χωρίς όμως να αποκτήσει τελικά την .... Με την παραπάνω ενέργειά του το ΔΣ της ... έβλαψε ενδεχομένως την περιουσία της ... A.E. επ' ωφελεία του Κ. Φ.. Ο τελευταίος δε δεν διαπραγματεύθηκε αυτοπροσώπως με την ΕΤΕ την επαναγορά του 40% των μετοχών της ..., ούτε αυτός ή άλλος παρέστησαν ψευδή γεγονότα ως αληθή στον αρμόδιο υπάλληλο της ΕΤΕ ως προς την τιμή επαναγοράς των μετοχών, καθότι η τιμή ήταν καθορισμένη από την ίδια την Τράπεζα..." και συμπληρωματικά το παραπάνω Βούλευμα, στο σκεπτικό του, δέχθηκε ότι: "...Καθόσον αφορά την πώληση των μετοχών της ...., και την ρύθμιση των χρεών της ..., που αποδίδονται στον κατηγορούμενο Κ. Φ., ότι δήθεν επέτυχε με απάτη σε βάρος της Ε.Τ.Ε. πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Το έτος 1981 η εταιρεία ... επώλησε και παρέδωσε στην Ε.Τ.Ε. μετοχές που αντιπροσώπευαν το 40% του μετοχικού της κεφαλαίου, αντί του ευλόγου τιμήματος των 100.000.000 δραχμών (βλ. από 23- 4-81 συμφωνητικό). Με την υπό ιδίαν ημερομηνία επιστολή της η .... υποβάλλει προς την Ε.Τ.Ε. την παράκληση να δεχθεί και να της χορηγήσει ευχέρεια (OPTION) επαναγοράς των ως άνω μετοχών εντός πέντε ετών, έναντι του αναφερομένου σ' αυτή τιμήματος, αναπροσαρμοσμένου κατ' έτος, την οποία παράκληση δέχθηκε η Ε.Τ.Ε. Ασκώντας αυτό το συμβατικό δικαίωμα εξωνήσεως, η ... αγόρασε την 22-11-88, δια του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της, στην συμβατικώς καθορισμένη από το έτος 1981 και για τελευταία φορά στις 2-6-88 αναπροσαρμοζομένη τιμή των 400 εκατομμυρίων δρχ. το 40% των μετοχών της .... Εξάλλου τον διακανονισμό των χρεών της .... με την Ε.Τ.Ε. έκανε η ίδια η .... δια του διευθύνοντος συμβούλου και προέδρου της Λ. Κ. και επέτυχε δια της καταβολής σε μετρητά 1,3 δις. δραχμές και την ένταξη της .... που έμειναν ως ενέχυρο στην Ε.Τ.Ε., την ρύθμιση των υπολοίπων χρεών της .... προς την Ε.Τ.Ε., χωρίς εκ τούτου να προκύπτει ζημία στην Ε.Τ.Ε. Ο Κ. Φ. λοιπόν, δεν είχε συμμετοχή στην συμφωνία πωλήσεως των μετοχών της ... και την ρύθμιση των χρεών της ... προς την Ε.Τ.Ε. Εντεύθεν δεν παρέστησε ψευδή γεγονότα ως αληθή για να επιτύχει την αγορά των μετοχών της .... και την ρύθμιση των χρεών της .......και δεν πρέπει να γίνει κατηγορία και κατ' αυτού" (βλ. φύλλο 22, σελίδα 2 και φύλλο 23 σελίδες 1 και 2 του επίμαχου Βουλεύματος). Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε συμπληρωματικά ως προς την εμπορική συνεργασία της ... A.E. με την ... (....), επί λέξει, και τα ακόλουθα: "Τέλος, αποδίδεται στους κατηγορούμενους Ε. Δ., Α. Α., Δ. Μ., Ν. Ζ. και Γ. Κ. δικηγόρο, ότι διέπραξαν απιστία, σε βάρος της ... Α.Ε. …, διότι με την ιδιότητά τους ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας αυτής, εψήφισαν υπέρ της συνάψεως εμπορικής συνεργασίας, με δυσμενείς όρους με την ... (....), εκ της οποίας επήλθε ζημία στην περιουσία της ... Α.Ε. Εκ των εγγράφων όμως που προσκομίζουν οι άνω κατηγορούμενοι και τις καταθέσεις των μαρτύρων, προκύπτει ότι η εμπορική αυτή συνεργασία ήταν επωφελής και επικερδής, κατ' αρχήν, για την ... και σκοπό είχε να αναβαθμίσει την ... και να την κάνει βιώσιμη και ανταγωνιστική, δεδομένου ότι η .... είχε πλήρες δίκτυο διανομής και πωλήσεων που καλύπτει όλη την Ελλάδα, με παραπάνω από 40 αντιπροσώπους οι οποίοι διαθέτουν 165 αυτοκίνητα, 330 άτομα προσωπικό, 60 φορτηγά μεταφοράς και διεύθυνση μάρκετινγκ με 10 άτομα. Μάλιστα το σύνολο των κερδών της .... κατά τη διάρκεια των ετών 1988 - 1992 ανέρχεται σε 2.842 δις και δεν δικαιολογείται η ... να έχει ζημιωθεί, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα 5 δις. Αν πάλι η ζημιά αυτή επήλθε με την αγορά της .... και την πώληση της ..., για την επιβάρυνση αυτοί δεν ευθύνονται οι κατηγορούμενοι, δεδομένου ότι η αγορά της .... και η πώληση, από το Δ.Σ. αυτής, της ...., εγένετο μετά την υπογραφή της άνω εμπορικής συνεργασίας με την .... και δεν ήταν στους στόχους αυτής...". Τέλος, με το παραπάνω βούλευμα απηλλάγησαν όλοι οι κατηγορούμενοι των αποδιδόμενων σε αυτούς κατηγοριών. Παρά τα όσα αναλυτικά δέχθηκε το παραπάνω βούλευμα ως προς τις δύο ως άνω κρίσιμες και με πρωτεύοντα ρόλο και για την αστική υπόθεση συναλλαγές, αφού αυτές, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κρίθηκαν όχι μόνο παράνομες, αντίθετες στα χρηστά ήθη και ζημιογόνες για την ... και τους μετόχους της (ενάγοντες) αλλά και η έναρξη του εγκληματικού σχεδίου του Κ. Φ. (ο οποίος μάλιστα, κατά τις παραδοχές της, ήλεγχε τα ΔΣ και ΓΣ των λοιπών εναγομένων εταιρειών, οι εκπρόσωποι όμως των οποίων απηλλάγησαν όλων των κατηγοριών για απιστία σε βάρος της ...), με άμεση συνέπεια την ζημία των εναγόντων και εξαιτίας των δύο παραπάνω επιχειρηματικών ενεργειών της ... Α.Ε., ουδεμία αναφορά περιέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση για το συγκεκριμένο απαλλακτικό βούλευμα, το οποίο οι αναιρεσείοντες νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσον και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (βλ. σελίδες 23-24, 60-64 και 130 των από 1.12.2022 προτάσεων των εφεσίβλητων ενώπιον του Εφετείου Αθηνών). Αλλά και από το σύνολο των σκέψεων, παραδοχών και αποδεικτικών αναλύσεων που διαλαμβάνονται ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει καμία συνεκτίμηση - και ακόμη περισσότερο, καμία ρητή ή σιωπηρή, άμεση ή έμμεση αντίκρουση, με τις εκ του πράγματος παραδοχές της, ως αποδεδειγμένων, αντίθετων πραγματικών περιστατικών ως προς τις παραδοχές του απαλλακτικού βουλεύματος, ότι δηλαδή, οι αναφερόμενες σε αυτήν ενέργειες του Κ. Φ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι δύο ως άνω αρχικές συναλλαγές "...υπήρξαν μέρος ενός σύνθετου οργανωμένου σχεδίου, (αποτελούμενο από διαδοχικές, μεθοδευμένες και αλληλένδετες μεταξύ τους παράνομες και ζημιογόνες και μάλιστα με πρόθεση πρόκλησης ζημίας κατά τρόπο αντιβαίνοντα στα χρηστά ήθη ενέργειες), του τέταρτου εναγομένου (Κ. Φ.) και των ελεγχόμενων από αυτόν διοικήσεων και των γενικών συνελεύσεων των μετόχων των λοιπών εναγομένων εταιρειών, το οποίο αποσκοπούσε στην προώθηση και ενίσχυση των ιδίων τους συμφερόντων σε βάρος των εταιρικών και στην εκμηδένιση της συμμετοχής των εναγόντων στην εταιρία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" [...], το οποίο δεν έλαβε χώρα άπαξ..." (βλ. φύλλο 21, σελίδα 2 και φύλλο 22 σελίδα 1 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης) καθώς και ότι "η ζημία των εναγόντων είναι άμεση συνέπεια των ως άνω παράνομων και με πρόθεση διαδοχικών ενεργειών των εναγομένων...". Σημειώνεται δε ότι τα πραγματικά περιστατικά, ως προς τις δύο κρίσιμες συναλλαγές που διαλαμβάνονται στο επίμαχο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ταυτίζονται και συνδέονται απόλυτα, ως βιοτικά συμβάντα, με αυτά της αστικής υπόθεσης, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ούτε στην συναφή αυτή ποινική υπόθεση έγινε ποινική αξιολόγηση των καταγγελλομένων από την πρώτη αναιρεσίβλητη σε βάρος του Κ. Φ., ώστε να του αποδοθεί κατηγορία ότι διέπραξε κάποιο αδίκημα σε βάρος της ... A.E. (όπως αυτή αντίθετα αποδόθηκε στους Ε. Δ., Α. Α., Ν. Ζ. και Γ. Κ., εκπροσώπους των λοιπών εταιρειών, τους οποίους, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, ήλεγχε ο Κ. Φ., οι οποίοι όμως και πάλι απηλλάγησαν πάσης κατηγορίας) ούτε όμως και με την υπό κρίση αγωγή, αλλά και με την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία οι δύο παραπάνω συμβάσεις κρίθηκαν ως αντικείμενες στα χρηστά ήθη, χωρίς όμως και πάλι να αποδοθεί στον Κ. Φ. κάποια συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη, αλλά μόνο συμπεριφορά αντικείμενη στα χρηστά ήθη και δόλια πρόθεση πρόκλησης ζημίας στους ενάγοντες. Έτσι, είναι νομικά αδιάφορο ότι στην ως άνω συναφή ποινική υπόθεση ο Κ. Φ. δεν κατέστη κατηγορούμενος για τις δύο συγκεκριμένες συναλλαγές ως προς την ... A.E., αφού το κρίσιμο ζήτημα εν προκειμένω είναι αν το επίμαχο αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών έκρινε τα ίδια βιοτικά συμβάντα με αυτά της αστικής δίκης, έστω και μερικώς, αφού το μικρό χρονικό διάστημα ουδόλως αναιρεί την κρισιμότητα των συναλλαγών αυτών, γεγονός που είναι αναμφισβήτητο εν προκειμένω, όπως προκύπτει και από τις εκτενείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σε αυτές τις συναλλαγές, οπότε και ήταν αναγκαία η αναφορά του αμετάκλητου ποινικού βουλεύματος στην προσβαλλόμενη απόφαση και η συναξιολόγησή του με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ούτε βέβαια συνιστά προϋπόθεση της υποχρέωσης ειδικής αντίκρουσης από το δικαστήριο της ουσίας μίας καταδικαστικής ή αθωωτικής απόφασης, η κρίση της τελευταίας "να αφορά ευθέως την καταγόμενη σε δίκη αξίωση εξ αδικοπραξίας", διότι τότε η υποχρέωση συναξιολόγησης μίας τέτοιας ποινικής απόφασης θα περιοριζόταν μόνον στις περιπτώσεις που η αστική αξίωση θεμελιώνεται σε συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, ταυτιζόμενο με αυτό της ποινικής κατηγορίας και όχι όταν τα βιοτικά γεγονότα που δέχθηκε η ποινική απόφαση είναι τα ίδια με αυτά της αστικής δίκης, όπως εν προκειμένω και ανεξαρτήτως της ποινικής αξιολόγησης αυτών, οπότε και θα διδόταν τυχόν η δυνατότητα σε διάδικο να επικαλεσθεί συμπεριφορά του αντιδίκου του αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, υπό το νομικό ένδυμα δηλαδή της διάταξης του άρθρου 919 του ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση αδικοπραξίας και ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, προκειμένου να μην ληφθεί υπόψη αντίθετη τυχόν αθωωτική ποινική διάσταση, όπως εν προκειμένω. Εξάλλου, απόλυτη ταυτότητα αντικειμένου και προσώπων, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, είναι απαραίτητη μόνο για την έρευνα των δικονομικών ισχυρισμών της εκκρεμοδικίας και του δεδικασμένου αντίστοιχα, που τυχόν θα υποβληθούν, όχι όμως και όταν το αποδεικτικό πόρισμα της αστικής δίκης πρόκειται απλώς να αξιολογηθεί σε σχέση με το αποδεικτικό τεκμήριο προηγούμενης ποινικής απόφασης ή βουλεύματος, όπως εν προκειμένω, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών ισχυρισμών των αναιρεσίβλητων. Σε κάθε περίπτωση δε η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του Κ. Φ. σχετιζόταν άμεσα με τις δύο επίμαχες, ζημιογόνες κατά τους αναιρεσίβλητους συναλλαγές, αφού η φερόμενη απάτη σε βάρος της ΕΤΕ αφορούσε την υπόθεση των μετοχών της ..., που κατείχε η ... Α.Ε. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγορά των μετοχών της ... Α.Ε. από την ... A.E. αποτελεί, μαζί με άλλες, ζημιογόνο πράξη και μέρος του εγκληματικού σχεδίου του Κ. Φ., η δε ζημιά προήλθε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, από την εκποίηση των μετοχών της ... Α.Ε. και την εκχώρηση του δικαιώματος προαίρεσης επ' αυτών από την ... Α.Ε. στον Κ. Φ. μετά την απόκτηση από την ... A.E. των μετοχών της ... Α.Ε., γεγονός, στο οποίο, όπως δέχθηκε το αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ο Κ. Φ. δεν είχε καμία συμμετοχή. Ως εκ τούτου το παραπάνω έγγραφο (το υπ' αριθ. 2151/1993 αμετάκλητο ποινικό βούλευμα), κατά την άποψη της μειοψηφίας, έχει ουσιώδη σημασία για την έκβαση της δίκης (ΑΠ 235/2025, ΑΠ 7/2022, ΑΠ 1456/2021), δηλαδή ιδιάζουσα αποδεικτική σπουδαιότητα (ΑΠ 95/2005), δεδομένου ότι αν και το περιεχόμενό του, που είναι αντίθετο με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά τουλάχιστον με τις δύο ως άνω κρίσιμες συναλλαγές, δύναται να χρησιμεύσει προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, το έγγραφο αυτό δεν αναφέρεται στην απόφαση ούτε αντικρούεται ούτε σχολιάζεται ειδικώς. Από τη γενική δε αναφορά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και έγγραφα, δεν καθίσταται βέβαιο, αλλά αντίθετα γεννάται σφοδρή αμφιβολία γι' αυτό, ότι δηλαδή για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, το προαναφερόμενο αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, ως προς το οποίο παραπονούνται οι αναιρεσείοντες με τον ερευνώμενο και παραπεμπόμενο στην παρούσα Ολομέλεια λόγο αναίρεσης ότι δεν λήφθηκε υπόψη και αγνοήθηκε από το Εφετείο. Τούτο δε, διότι είναι μεν ακριβές ότι το Εφετείο δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο του ως άνω απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο κατέστη αμετάκλητο με την υπ' αριθ. 1733/1993 απόφαση του ΑΠ, μετά την απόρριψη της σχετικής αίτησης αναίρεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης και δύναται το Εφετείο - όπως τελικά και έπραξε - να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο από εκείνο του ως άνω βουλεύματος, πλην όμως, ενόψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, όφειλε να το συνεκτιμήσει ειδικά ως δικαστικό τεκμήριο και να διαφοροποιηθεί - εάν πραγματικά το κρίνει σκόπιμο - από αυτό, με ειδική όμως αιτιολογία, κατά την πάγια νομολογία του Ακυρωτικού (ΑΠ 679/2024, ΑΠ 306/2024, ΑΠ 151/2024, βλ. ιδίως ΑΠ 43/2025, η οποία αναίρεσε απόφαση του Εφετείου, κάνοντας δεκτό ως βάσιμο τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, αν και η απόφαση έκανε ρητή αναφορά ότι έλαβε υπόψη της συναφή αμετάκλητη ποινική απόφαση, επειδή δεν περιέλαβε ειδική αιτιολογία για την αντίκρουση της ως άνω απόφασης). Τέλος, ο εκ του αριθμού 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος δεν αφορά στο σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας, ο οποίος ερευνάται με τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά είναι δικονομικός λόγος αναίρεσης και αποτελεί εκδήλωση του συζητητικού συστήματος, κατοχυρώνει δε αναιρετικά το δικαίωμα απόδειξης και ανταπόδειξης, που έχει συνταγματική θεμελίωση (άρθρο 20 του Συντάγματος) και την αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, διασφαλίζοντας έτσι και τη διεξαγωγή της δίκαιης δίκης, υπό το πρίσμα του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Σημειώνεται δε ότι με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, εξυπηρετείται η άμβλυνση της απόλυτης κυριαρχίας του ουσιαστικού δικαστηρίου στο πραγματικό υλικό της υπόθεσης, την οποία θεσπίζει το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ και η αύξηση της πιθανότητας ορθής απονομής δικαιοσύνης, κατά το άρθρο 87 § 1 του Συντάγματος, ώστε να διασφαλίζεται η λήψη υπόψη όλων των εγγράφων που έχουν, όπως προαναφέρθηκε, ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα, διότι μόνον έτσι εξασφαλίζεται ο κύριος σκοπός της δίκης που είναι η δικαιοσύνη.
Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, με το να μην λάβει υπόψη του το υπ' αριθ. 2151/1993 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά την άποψη της μειοψηφίας, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ και έτσι ο από το άρθρο αυτό πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης που παραπέμφθηκε στην Α' Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, είναι βάσιμος, έπρεπε να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί στο σύνολό της η υπ' αριθ. 3816/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με τη μνεία ότι, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του γενόμενου δεκτού λόγου, παρέλκει η εξέταση των λοιπών μη εξετασθέντων αναιρετικών λόγων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο, από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, πέμπτος πρόσθετος λόγος της από 31-08-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2023 αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τους από 15-04-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2024 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της με αριθμό 3816/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο οποίος παραπέμφθηκε στην Α' Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με τη με αριθμό 661/2025 απόφαση του Α3 Πολιτικού Τμήματος, ακολούθως δε να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Α3 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθούν και οι υπόλοιποι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, για τους οποίους το Τμήμα αυτό επιφυλάχθηκε (άρθρο 580 παρ. 5 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τον Ν.4315/2015) με την παραπεμπτική απόφασή του, αλλά και για να αποφανθεί για το σύνολο της δικαστικής δαπάνης της αναιρετικής δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τον παραπεμφθέντα στην Α' Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με τη με αριθμό 661/2025 απόφαση του Α3 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου πέμπτο πρόσθετο λόγο, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της από 31-08-2023 αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τους από 15-04-2024 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της με αριθμό 3816/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναπέμπει την υπόθεση στο Α3 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθούν και οι υπόλοιποι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, για τους οποίους το Τμήμα αυτό επιφυλάχθηκε με την παραπεμπτική απόφασή του.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2026.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δεν επιτρέπονται νέα σχόλια.