Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

ΑΠ 562 / 2025 : Διαφορά διαιτησίας και διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης - δικονομική σύμβαση αποκλεισμού υπόλοιπων αποδεικτικών μέσων πλην του συμφωνηθέντος



Διαφορά συμφωνίας για διαιτησία και δικονομική συμφωνία διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης



Η διαιτητική πραγματογνωμοσύνη διαφέρει από την διαιτητική συμφωνία κατά το ότι, στην τελευταία, συμφωνείται η επίλυση διαφοράς ιδιωτικού δικαίου, που υπάρχει ή πρόκειται να ανακύψει και αντικείμενο αυτής μπορεί να είναι έννομη σχέση και όχι η διαπίστωση πραγματικού γεγονότος και, επομένως, ο διαιτητής πραγματοποιεί κρίση όμοια με την κρίση του δικαστηρίου, υποβάλλοντας τα πραγματικά γεγονότα σε κανόνες δικαίου, ενώ ο διαιτητής πραγματογνώμονας προσδιορίζει απλώς ορισμένο πραγματικό περιστατικό που είναι ουσιώδες για την έκβαση της επίδικης έννομης σχέσεων



δικονομική σύμβαση αποκλεισμού υπόλοιπων αποδεικτικών μέσων πλην του συμφωνηθέντος 

 

 

ΧρΙΔ 2026, 285

 

Απόφαση 562 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Διορθώνει την παρούσα με την με αριθμ. 1839/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου


12-11-2025

Ο Γραμματέας

Ι. Ποντίκης

Αριθμός 562/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σκουζό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε., χήρας Ι. Κ., το γένος Β. Χ., 2) Λ. Κ. του Ι., κατοίκου ... και 3) Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ... Η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ οι δεύτερη και τρίτη εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Αικατερίνη Ανδρουλάκη και Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη, οι οποίοι δήλωσαν στο ακροατήριο ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τις ήδη δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες, οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τους ίδιους ως άνω πληρεξουσίους δικηγόρους.

Β. Των αναιρεσειουσών: 1) Ε., χήρας Ι. Κ., το γένος Β. Χ., 2) Λ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., άπασες υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Ι. Κ. και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ", που εδρεύει στο Ζευγολατιό Κορινθίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Αικατερίνη Ανδρουλάκη και Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη, οι οποίοι δήλωσαν στο ακροατήριο ότι η πρώτη αναιρεσείουσα απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τις ήδη δεύτερη και τρίτη αναιρεσείουσες, οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τους ίδιους ως άνω πληρεξουσίους δικηγόρους και η τέταρτη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Αικατερίνη Ανδρουλάκη και Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σκουζό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-5-2007 και 25-6-2007 αγωγές της τέταρτης αναιρεσίβλητης της Β' αίτησης αναίρεσης και του Α' αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7045/2008 μη οριστική, 2446/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, όπως η τελευταία διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 4012/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και 2111/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν ο Α. αναιρεσείων με την από 22-2-2023 αίτησή του και οι Β. αναιρεσείουσες με την από 11-04-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (11-11-2024) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: α) η από 11/4/2023 αίτηση αναίρεσης των Ε., Λ. και Ε. Κ., καθώς και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. ΑΕΓΠ", κατά του Α. Σ. και β) η από 22-2-2023 αίτηση αναίρεσης του τελευταίου κατά των Ε., Λ. και Ε. Κ. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ` αριθμ. 2121/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α`, 287, 289 και 290 ΚΠολΔ, που επίσης εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος και έχει ως συνέπεια ότι είναι άκυρη κάθε διαδικαστική πράξη, εκτός από την έκδοση της απόφασης, αν γίνει μετά τη διακοπή της δίκης και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή(ΟλΑΠ 1/2022, ΑΠ 266/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Σ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ"(στο εξής Σ.-ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη), με την από 8-5-2007 αγωγή της, την οποία απηύθυνε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι Α. Σ. (ήδη αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος) και Κ. Α. (ήδη μη διάδικος), πρώην Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής αντίστοιχα, να της καταβάλουν νομιμοτόκως, εις ολόκληρον έκαστος, α) το ποσό των 517.061,23 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη από την τελεσθείσα σε βάρος της αδικοπραξία και συγκεκριμένα από την από δόλο τους κακή διαχείριση των εταιρικών της υποθέσεων κατά τη χρονική περίοδο 1998-2006, που συγκροτεί το ποινικό αδίκημα της απιστίας σε βαθμό κακουργήματος και συνίσταται στην ανταλλαγή επιταγών ευκολίας με πελάτη της, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται σε πραγματικές συναλλαγές και στην έκδοση εικονικών τιμολογίων, και β) το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την άνω επιζήμια διοίκηση των εναγομένων και η οποία (ηθική βλάβη) συνίσταται στην προσβολή της φήμης της, στη διατάραξη των σχέσεών της με πελάτες και προμηθευτές, καθώς και στην έκθεση αυτής έναντι των φορολογικών αρχών, αναφέροντας περαιτέρω ότι δεν απαιτείται απόφαση της Γενικής της Συνέλευσης για την άσκηση της αγωγής, γιατί η ζημία της οφείλεται σε δόλο των εναγομένων. Ο ενάγων Α. Σ., με την από 25-6-2007 αγωγή του, ζήτησε, μετά από νομότυπο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, 1) να αναγνωριστεί ότι ο πρώτος εναγόμενος (Ι. Κ.- ήδη αποθανών) οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 900.000 ευρώ, ως υπόλοιπο τιμήματος από την πώληση σε αυτόν του πλειοψηφικού πακέτου μετοχών της εταιρίας Σ., νομιμοτόκως από 31-1-2007, που είχε συμφωνηθεί ως δήλη ημέρα, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, 2) να αναγνωριστεί ότι καμία υποχρέωση δεν τον βαραίνει προς την έκτη εναγομένη (Σ.) από τη συμμετοχή του στη διοίκηση αυτής πριν από την πώληση των μετοχών του και ειδικότερα από τις καταλογιζόμενες στην αγωγή της πράξεις, άλλως να αναγνωριστεί ότι οι πέντε πρώτοι εναγόμενοι (Ι. Κ., Β. Κ., Α. Δ., Ι. Μ. και Ι. Ε.- ήδη μη διάδικοι οι τέσσερις τελευταίοι τούτων) είναι συνυπαίτιοι της ζημίας που υπέστη η έκτη εναγομένη, άλλως ότι η ευθύνη του περιορίζεται στο ποσό των 234.338 ευρώ, καταλογιστέο κατά το 1/2 και αποδοτέο στον πρώτο εναγόμενο (Ι. Κ.) αποκλειστικά κατά τη μεταξύ τους σύμβαση πώλησης μετοχών, ως προς την πληρωμή δε του ποσού αυτού οι εναγόμενοι είναι αποκλειστικά υπαίτιοι, άλλως συνυπαίτιοι και 3) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των πέντε πρώτων εναγομένων στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης ποσού 200.000 ευρώ ο πρώτος εναγόμενος και 200.000 ευρώ διαιρετά έκαστος των δεύτερου έως και τέταρτου των εναγομένων για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί αφενός λόγω της δόλιας μεθοδεύσεως αποφυγής υποχρεώσεως του πρώτου εναγομένου, ο οποίος, με τη σύμπραξη και των λοιπών, δια της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως του νομικού ενδύματος της έκτης εναγομένης, την οποία ελέγχει μετοχικώς και διοικητικώς, με μόνο σκοπό την αποφυγή της εκπλήρωσης υποχρέωσης καταβολής μέρους του υπολοίπου τιμήματος μετοχών, ύψους 400.000 ευρώ, κατέθεσε την από 24-1- 2007 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και πέτυχε την έκδοση προσωρινής διαταγής περί δέσμευσης του ποσού αυτού, και αφετέρου λόγω της συκοφαντικής δυσφήμισής του δια δικογράφων και δια της δολίως σκοπούμενης προκλήσεως ζημίας του μέσω απατηλών μέσων ενώπιον δικαστηρίου. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε αρχικά η 7045/2008 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της από 25-6-2007 αγωγής του Α. Σ., προκειμένου να διενεργηθεί διαιτητική πραγματογνωμοσύνη, για το εάν, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης πώλησης μετοχών, υπήρχε ουσιώδης απόκλιση μεταξύ των πραγματικών οικονομικών μεγεθών της εταιρίας Σ. και των εμφανισθέντων από τους πωλητές στον αγοραστή Ι. Κ., και σε καταφατική περίπτωση για να προσδιορισθεί η απόκλιση αυτή με ποσοτικοποίηση της ζημίας του αγοραστή και αναφορικά με την από 8-5-2007 αγωγή της Σ., ανέβαλε την συζήτησή της κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρις εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως επί της ως άνω έτερης αγωγής. Μετά τη διεξαγωγή της διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στο οποίο επανεφέρθηκαν με κλήση οι αγωγές, με την 2446/2017 απόφασή του, όπως αυτή διορθώθηκε με την 2012/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ανακάλεσε την ως άνω μη οριστική απόφαση για την αγωγή της Σ., συνεκδίκασε τις αγωγές, ερήμην του δεύτερου εναγομένου της πρώτης αγωγής Κ. Α. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, αφού για τον αποθανόντα Ι. Κ. συνέχισαν νόμιμα την δίκη οι κληρονόμοι του- ήδη αναιρεσείουσες-αναιρεσίβλητοι Ε., Λ. και Ε. Κ., και προχώρησε στην έκδοση απόφασης, με την οποία 1) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της Σ. και υποχρέωσε τους εναγόμενους Α. Σ. και Κ. Α. να καταβάλουν στην ενάγουσα νομιμοτόκως, εις ολόκληρον έκαστος, ως αποζημίωση για τις αναφερόμενες στην αγωγή αιτίες, το ποσό των 507.061,23 ευρώ, και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 8.000 ευρώ, 2) απέρριψε την αγωγή του Α. Σ. ως προς τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτη των εναγομένων (Β. Κ., Α. Δ., Ι. Μ., Ι. Ε. και Σ. ) και 3) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτή, μόνο ως προς τον πρώτο εναγόμενο (Ι. Κ.), αναγνωρίζοντας ότι ο εν λόγω εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα Α. Σ. το ποσό των 400.000 ευρώ, νομιμοτόκως από 31-1-2007. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση ο Α. Σ. και αντέφεση οι ανωτέρω κληρονόμοι του Ι. Κ., επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά τα ενδιαφέροντα τις αναιρέσεις μέρη της, δέχθηκε όσα θα αναφερθούν στην συνέχεια της απόφασης αυτής. Κατά την εκφώνηση αμφοτέρων των υποθέσεων από τη σειρά τους στο πινάκιο, η δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά Αικατερίνη Ανδρουλακη, η οποία ήταν η πληρεξουσία δικηγόρος της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης Ε. Κ. κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δήλωσε προφορικά στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, η δε δήλωσή της καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς αυτού, ότι η ανωτέρω διάδικος απεβίωσε και συνεχίζουν εκουσίως την δίκη οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ήδη αναιρεσείουσες- αναιρεσίβλητες Λ. και Ε. Κ., προς απόδειξη δε της δήλωσής της προσκομίζει και επικαλείται: 1) το με αρ. πρωτ. ....2023 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Δήμου Βάρης- Βούλας-Βουλιαγμένης Αττικής, 2) το με αρ. πρωτ. ....2023 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του ιδίου Δήμου, 3), το με αριθμό ....2024 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών και το με αριθμό ....2024 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης διαθήκης της θανούσας, 4) το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2024 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών - ΠΕ Κορωπίου και το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2024 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη αποποιήσεως της κληρονομιάς της θανούσας από τις Λ. και Ε. Κ. και 5) το υπ' αριθμ. πρωτ. .../2024 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη κατάθεσης αγωγής αμφισβήτησης του κληρονομικού δικαιώματος των ανωτέρω, από τα οποία αποδεικνύεται ότι η Ε. Κ. απεβίωσε στην Βούλα Αττικής στις ...-2023, δηλαδή μετά την άσκηση αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα μοναδικά τέκνα της - ήδη αναιρεσείουσες-αναιρεσίβλητες Λ. και Ε. Κ., οι οποίες συνεπώς νομίμως συνεχίζουν την δίκη γι' αυτήν. Α) Λόγοι αναίρεσης της από 11-4-2023 αίτησης, που αφορούν στην τέταρτη αναιρεσείουσα αυτής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Σ. ΑΕΓΠ" Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 23 Α' παρ. 2 και 24 παρ. 3 του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", όπως αυτά ίσχυαν κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 189 παρ. α' του ν. 4548/2018, και 68, 713 και 714του ΑΚ, συνάγεται ότι το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου(ΔΣ) ανώνυμης εταιρείας συνδέεται με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας με σχέση εντολής. Αν για τις υπηρεσίες που προσφέρει λαμβάνει αμοιβή, η σχέση του χαρακτηρίζεται ως μίσθωση ανεξάρτητων υπηρεσιών, αφού λόγω της ως άνω ιδιότητάς του ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι όργανο της εταιρείας και υποβάλλεται στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο(ΑΠ 146/2024, ΑΠ 1127/2022, ΑΠ 131/2022).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 22 Α' και 22 Β' του ιδίου Ν. 2190/1920, όπως επίσης ίσχυαν κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, "1. Παν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ευθύνεται έναντι της εταιρείας κατά την διοίκησιν των εταιρικών υποθέσεων διά παν αυτού πταίσμα. Ευθύνεται ιδία εάν ο ισολογισμός περιέχη παραλείψεις ή ψευδείς δηλώσεις αποκρυπτούσας την πραγματικήν κατάστασιν την εταιρείας. 2. Η ευθύνη αύτη δεν υφίσταται εάν αποδείξη ότι κατέβαλε την επιμέλειαν του συνετού οικογενειάρχου. Τούτο δεν ισχύει διά τον Διευθύνοντα Σύμβουλον της Εταιρίας, υπόχρεων εις πάσαν επιμέλειαν. Ωσαύτως η ευθύνη αύτη δεν υφίσταται επί πράξεων ή παραλείψεων στηριζομένων επί συννόμου αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως. 3... 4...5. Αι ως άνω αξιώσεις υπόκεινται εις τριετή παραγραφήν από της τελέσεως της πράξεως, εφ` όσον δε πρόκειται περί ζημίας εκ δόλου εις δεκαετή", (άρθρο 22 Α') και "1. Οι αξιώσεις της εταιρείας κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου που απορρέουν από τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων ασκούνται υποχρεωτικά, εάν το αποφασίσει η γενική συνέλευση, με απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 29 και την παράγραφο 1 του άρθρου 31, ή το ζητήσουν από το διοικητικό συμβούλιο ή τους εκκαθαριστές μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα δέκατο (1/10) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου. Το καταστατικό μπορεί να μειώσει το ποσοστό αυτό. Η αίτηση της μειοψηφίας λαμβάνεται υπ` όψιν μόνο εάν βεβαιωθεί ότι οι αιτούντες έγιναν μέτοχοι τρεις (3) τουλάχιστον μήνες πριν από την αίτηση. Οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου δεν απαιτούνται στην περίπτωση που η ζημία οφείλεται σε δόλο των μελών του διοικητικού συμβουλίου. 2. Η αγωγή δέον να εγερθή εντός εξ μηνών από της ημέρας της γενικής συνελεύσεως ή της υποβολής της αιτήσεως. 3. Προς διεξαγωγήν της δίκης η γενική συνέλευσις δύναται να διορίση ειδικούς εκπροσώπους...4. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται και ως προς την ευθύνη των προσώπων που δεν είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου και ασκούν εξουσίες σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 22". (άρθρο 22 Β'). Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς τις διατάξεις των άρθρων 18 του ιδίου Ν. 2190/1920, 31 και 32 του Εμπορικού Νόμου, οι οποίες ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο και 68, 713,714, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας ευθύνονται έναντι του νομικού προσώπου της εταιρείας, για την ζημία που προξενείται στην εταιρεία συνεπεία πταίσματός τους από δόλο ή από αμέλεια κατά την παραβίαση των υποχρεώσεών τους, που επιβάλλονται από τη σύμβαση μεταξύ αυτών και της εταιρείας, τη νομοθεσία και το καταστατικό της εταιρείας, αλλά και την αυτοτελή υποχρέωση πίστης και ότι η ευθύνη τους αυτή υπάρχει και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του Αστικού Κώδικα (άρθρα 914, 919), όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψή τους αποτελεί και αδικοπραξία, που θεμελιώνει άμεση και αυτοτελή υποχρέωση προς αποζημίωση. (ΑΠ 146/2024, ΑΠ 131/2022, ΑΠ 1572/2014, ΑΠ 1483/2010).

Ο νόμος δηλαδή προβλέπει σύστημα ευθύνης των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας, σε αντιστάθμισμα των μεγάλων εξουσιών τις οποίες έχουν(ΑΠ 1698/2013).

Στις περιπτώσεις αυτές, ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης, που στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρείας, την προς αποζημίωση αξίωση έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό πρόσωπο της εταιρείας το οποίο, νομιμοποιείται να ασκήσει την σχετική αγωγή κατά των μελών της διοικήσεως κατά τους όρους των άρθρων 22 Β' του ιδίου Νόμου 2190/1920 (ΑΠ 146/2024, ΑΠ 131/2022, ΑΠ 1572/2014, ΑΠ 1483/2010). Το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας είναι υποχρεωμένο να ασκήσει την εταιρική αγωγή, η οποία αποβλέπει, κατ` αρχήν, στην αποκατάσταση της ζημίας της εταιρείας, για αξιώσεις της κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου της από πράξεις ή παραλείψεις τους κατά τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων (ΟλΑΠ 5/2015, ΑΠ 131/2022), όταν μεν η ζημία της εταιρείας οφείλεται σε δόλο χωρίς τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων, ενώ σε κάθε περίπτωση αμέλειας, όταν αποφασίσει την άσκηση της αγωγής η γενική συνέλευση των μετόχων με απόλυτη πλειοψηφία ή όταν ζητήσουν τούτο μέτοχοι που εκπροσωπούν το 1/10 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου (ή το τυχόν μικρότερο ποσοστό που προβλέπει το καταστατικό), χωρίς, στην περίπτωση αυτή, να έχει το δικαίωμα να εξετάσει τη βασιμότητα της αγωγής ή αν υφίσταται πράγματι αξίωση της εταιρείας κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ή αν μια τέτοια ενέργεια ενδείκνυται για το συμφέρον της εταιρείας (ΟλΑΠ 5/2015, ΑΠ 131/2022, 189/2018). Μόνη η επέλευση ζημίας ή του αναληφθέντος επιχειρηματικού κινδύνου δεν συνιστά οπωσδήποτε κακή εκπλήρωση των διαχειριστικών καθηκόντων του Δ.Σ., η οποία να έχει ως συνέπεια την δημιουργία υποχρεώσεως για αποζημίωση, καθόσον η φύση των επιχειρηματικών αποφάσεων και σχεδίων ενέχουν πάντοτε τον κίνδυνο της αποτυχίας. Επομένως, εφόσον τα μέλη του Δ.Σ. έλαβαν εύλογη επιχειρηματική απόφαση με καλή πίστη και αποκλειστικώς προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος και πριν δράσουν, έλαβαν επίσης όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και εστάθμισαν με σύνεση τους αναλαμβανόμενους κινδύνους, με βάση τα υπάρχοντα κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως δεδομένα, δεν υπέχουν ευθύνη, έστω και αν η εταιρία υπέστη ζημία, καθόσον το Δ.Σ. πρέπει να έχει ευρύ πεδίο διακριτικής ευχέρειας ως προς τις επιχειρηματικές επιλογές του, η δε ανάληψη μιάς λογικής διακινδυνεύσεως ("ρίσκου") είναι θεμιτή και επιβεβλημένη σε μία εμπορική επιχείρηση. Έτσι, δεν στοιχειοθετείται ενδεχόμενος δόλος από μόνο το γεγονός της αναλήψεως του κινδύνου ενδεχόμενης ζημίας της εταιρίας, ακόμη δε και εσφαλμένες επιχειρηματικές επιλογές δεν δημιουργούν οπωσδήποτε ευθύνη, καθόσον υπερβολική αυστηρότητα θα οδηγούσε σε ατολμία και μαρασμό της επιχειρηματικής δράσεως της εταιρίας, επί πλέον δε, θα ενθάρρυνε την άσκηση καταχρηστικών αγωγών κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου(ΑΠ 1698/2013).

Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ ορισμένη, είναι: 1) η ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) η υπαιτιότητα, 4) η ζημία και 5) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 146/2024, ΑΠ 131/2022).

Παράνομη, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η συμπεριφορά, η οποία αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά(ΑΠ 167/2024, ΑΠ 88/2024). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 390 του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία και εφαρμόζεται κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, αντίστοιχη της οποίας είναι η διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ) "Όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Εάν η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσόν των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (1Ο) ετών". Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται αντικειμενικά μεν η επέλευση βλάβης στην περιούσια τρίτου προσώπου, της οποίας ο δράστης έχει τη διαχείριση ή επιμέλεια με βάση το νόμο ή τη δικαιοπραξία, υποκειμενικά δε δόλος και δη άμεσος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι με την πράξη του επιφέρει ζημία στην περιουσία τρίτου προσώπου. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία οικονομικών αγαθών του προσώπου, που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, κινητών (μεταξύ των οποίων και το χρήμα), ακινήτων, απαιτήσεων, δικαιωμάτων, εμπραγμάτων ή ενοχικών, καθώς επίσης και η νομή. Βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωσή της που επέρχεται με την μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί το έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεως αυτής και της αξίας της περιουσίας που απομένει μετά την διάθεσή της από το δράστη (ΑΠ (ποιν.) 1119/2020, ΑΠ (ποιν.)627/2020).

Εξάλλου, για την κατάφαση της παρανομίας κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 345/2017), η δε κατά τον άνω τρόπο παράνομη συμπεριφορά μπορεί να εκδηλωθεί και κατά την άσκηση των καθηκόντων των μελών του Διοιηκιτικού Συμβουλίου(ΔΣ) ανώνυμης εταιρείας. Στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος. Εφ` όσον δε γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 660/2022, ΑΠ 1206/2019).

Κατά την έννοια της ίδιας ως άνω διατάξεως, ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνο όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να την αποσκοπεί, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία, είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του. Αμέλεια υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις(ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1206/2019). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν ή πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 895/2019). Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2061/2022). Η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, με την έννοια ότι η αιτία η οποία έδωσε αφορμή στην έκδοσή της δεν αποτελεί, κατ` αρχήν προϋπόθεση του κύρους της. Όμως, ο οφειλέτης από επιταγή και ειδικά ο εκδότης μπορεί, όπως σε κάθε περίπτωση αναιτιώδους δικαιοπραξίας, να αποκαλύψει την αιτιώδη σχέση (υποκείμενη αιτία), η οποία τον συνδέει με το λήπτη που ενασκεί την απαίτηση από την επιταγή, αντιτάσσοντας εναντίον του την ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοση της με την ευρεία έννοια, δηλαδή είτε διότι η αιτία είναι παράνομη ή ανήθικη, είτε διότι αυτή έληξε ή δεν επακολούθησε ή δεν υπήρχε καθόλου αιτία από την αρχή κατά την έκδοση της συναλλαγματικής, καθώς και το τυχόν ελάττωμα της αιτιώδους σχέσεως, οπότε, εάν αποδειχθεί η ένσταση αυτή καθίσταται ανενεργός η αξίωση από τη συναλλαγματική. Τέτοια ένσταση είναι και ο ισχυρισμός ότι η επιταγή είναι ευκολίας. Το περιεχόμενο της ένστασης αυτής είναι ότι ουδεμία έννομη σχέση υπήρξε μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής, που να δικαιολογεί την έκδοση της, ενώ κατά την πρόθεση αμφοτέρων η έκδοση της επιταγής δεν πρόκειται να δημιουργήσει πράγματι νομικό δεσμό μεταξύ των προσώπων αυτών, διότι ο σκοπός, στον οποίο απέβλεψαν, ήταν η απόκτηση (από το λήπτη) δυνατότητας πίστωσης έναντι τρίτων προσώπων. Υπό την έννοια αυτή υπάρχει έκδοση επιταγής ευκολίας (δηλαδή επιταγής χωρίς την ύπαρξη ορισμένης έννομης σχέσης ή οικονομικού αντισταθμίσματος), όταν εκδίδεται απλώς και μόνο για την εξυπηρέτηση του λήπτη της επιταγής (ή και άλλου περαιτέρω κατόχου αυτής λ.χ. του πρώτου κομιστή), έτσι ώστε να φανεί αυτός ως φερέγγυος για να δανειστεί το ποσό της επιταγής από τρίτον, χωρίς να υπάρχει μεταξύ των μερών οποιαδήποτε έννομη σχέση και αιτία που δικαιολογεί την παράδοση της επιταγής(ΑΠ 34/2021, ΑΠ 735/2011). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του , δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. .../1998 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Μ., όπως διορθώθηκε, και την υπ' αριθμ. .../1998 άδεια σύστασης του Νομάρχη Αθηνών, που καταχωρήθηκαν στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών (Μ.Α.Ε.) και δημοσιεύθηκαν στο υπ' αριθμ. 8542/3.11.1998 ΦΕΚ (Τεύχος ΤΑΕ και ΕΠΕ), συστάθηκε η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Σ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ - ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΗΣΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ - ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "Σ. ΑΕ"(ήδη τέταρτη αναιρεσείουσα), με έδρα το Ζευγολατιό Κορινθίας. Σκοπός της εν λόγω εταιρίας ορίστηκε, μεταξύ άλλων, η εμπορία και παραγωγή τροφίμων, ποτών και γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων. Μέτοχοι της εταιρίας αυτής ήταν, κατά ποσοστό 48,44% του μετοχικού κεφαλαίου, η εταιρία "SUNHOLDINGS (UK) LIMITED", συμφερόντων του πρώτου εναγομένου - εκκαλούντος Α. Σ.(ήδη αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος), κατά ποσοστό 30,44% η εταιρία "MICROTEC ΑΕ", ομοίως συμφερόντων του εκκαλούντος, και κατά το υπόλοιπο ποσοστό ο Κ. Α.(αρχικός δεύτερος εναγόμενος στην αγωγή της αναιρεσείουσας Σ. ΑΕ -ήδη μη διάδικος). Το πρώτο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας συγκροτήθηκε από τους α) Α. Σ., πρώτο εναγόμενο-εκκαλούντα, β) Δ. Μ., γ) Ε. Γ., δ) Γ. Μ. και ε) Κ. Α., δεύτερο εναγόμενο(ενν. της αγωγής της Σ. ΑΕ )-μη ασκήσαντα έφεση. Στη συνέχεια, με το από 10.12.1998 πρακτικό διοικητικού συμβουλίου με το οποίο συγκροτήθηκε σε σώμα, που καταχωρήθηκε στο Μ.Α.Ε. στις 25.1.1999, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας, με δικαίωμα πλήρους και αποκλειστικής εκπροσώπησης, ορίστηκε ο Α. Σ. και μέλη της τα υπόλοιπα πρόσωπα, με θητεία μέχρι 30.6.2000. Το έτος 2002, με σκοπό την άντληση επενδυτικών κεφαλαίων, η εταιρία "SUNHOLDINGS (UK) LIMITED", δυνάμει του από 17.02.2002 συμφωνητικού, πώλησε στην εταιρία με την επωνυμία "ΕΙΚΟΝ CAPITAL LIMITED" (με έδρα τις Παρθένες Νήσους), μετοχές της ποσοστού 21,62%, έναντι τιμήματος 4.000.000 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 3 εκ. ευρώ κατεβλήθη για τη χρηματοδότηση της Σ. ΑΕ και ποσό 1 εκ. ευρώ στον Α. Σ. Στην ως άνω σύμβαση αγοράς ρητά ορίστηκε ότι για όσο διάστημα η εταιρία "ΕΙΚΟΝ CAPITAL LIMITED" παρέμενε μέτοχος της εταιρίας, θα είχε το δικαίωμα να διορίζει και να διατηρεί στο διοικητικό συμβούλιο της Σ. ΑΕ πρόσωπα της δικής της επιλογής. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, το έτος 2002, στο Δ.Σ. της ενάγουσας ορίστηκαν ως μέλη ο Α. Δ. και ο Ε. Π. και από το έτος 2004, σε αντικατάσταση του τελευταίου ο Γ. Π., όλα πρόσωπα της εμπιστοσύνης της ΕΙΚΟΝ CAPITAL LIMITED. Στη συνέχεια, με το από 3.8.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό αγοραπωλησίας και μεταβίβασης μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο, που καταρτίστηκε μεταξύ των Α. Σ. και της εταιρίας "MICROTEC ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ", ως πωλητών, του Ι. Κ. (αρχικού πρώτου εναγομένου της αγωγής του Α. Σ., ο οποίος απεβίωσε και συνέχισαν γι' αυτόν την δίκη οι αναιρεσείουσες- αναιρεσίβλητες Ε., Λ. και Ε. Κ. και ήδη μόνο οι δύο τελευταίες), ως αγοραστή και του Κ. Α., ως τρίτου, ο πρώτος (Άγγελος Σαλιάρης) πώλησε και μεταβίβασε στον άνω αγοραστή μετοχές της εταιρίας SUNHOLDINGS LIMITED, που κατείχε και εκπροσωπούσαν το 75,43% του μετοχικού της κεφαλαίου και η δεύτερη (MICROTEC) πώλησε και μεταβίβασε στον ίδιο αγοραστή το σύνολο των μετοχών της εταιρίας Σ. ΑΕ (ενάγουσας) που κατείχε και εκπροσωπούσαν ποσοστό 30,44% του μετοχικού της κεφαλαίου, έναντι συνολικού τιμήματος 1.500.000 ευρώ (906.480 ευρώ για της μετοχές της SUNHOLDINGS και 593.520 ευρώ για τις μετοχές της Σ.).
Συνεπώς, ο Ι. Κ., αγοράζοντας, αφενός από τον Α. Σ. (ατομικά) την πλειοψηφία των μετοχών της εταιρίας SUNHOLDINGS LIMITED (75,43%), που ήλεγχε το 48,44% του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας Σ. ΑΕ, και από την εταιρία MICROTEC, ατομικά, μετοχές της ιδίας εταιρίας, που εκπροσωπούσαν το 30,44% του μετοχικού της κεφαλαίου, απέκτησε τον πλήρη έλεγχο της ενάγουσας. Έτσι, μετά τη σύναψη της άνω συμβάσεως, συγκροτήθηκε νέο διοικητικό συμβούλιο της ενάγουσας, αποτελούμενο αρχικά από τους Ι. Κ., ως Πρόεδρο, Β. Κ.(δεύτερο εναγόμενο της αγωγής του Α. Σ.-ήδη μη διάδικο), ως Διεθύνοντα Σύμβουλο και ως μέλη, τους Α. Σ., Κ. Α. και Φ. Κ., ακολούθως, από τους Ι. Κ., Πρόεδρο, Β. Κ., Διευθύνοντα Σύμβουλο και τα μέλη Ι. Μ., Α. Δ. και Ι. Ε. και τέλος από τους Ι. Κ., Πρόεδρο, Β. Κ., Διευθύνοντα Σύμβουλο και τα μέλη Ι. Μ., Α. Δ. και Ι. Ε.(αντιστοίχως τέταρτο, τρίτο και πέμπτο εναγόμενους της αγωγής του Α. Σ.-ήδη μη διαδίκους). Στις 23.1.2007, η ενάγουσα, υπό το τελευταίο της Δ.Σ., κατέθεσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 18.1.2007 μήνυση σε βάρος των Α. Σ. και Κ. Α. για την τέλεση σε βάρος της τού αδικήματος της απιστίας σε βαθμό κακουργήματος, για τη ζημία που προκλήθηκε σ' αυτή, αφενός από την έκδοση και καταχώριση εικονικών τιμολογίων προς τη γερμανική εταιρία Fruchtasa και τον Α. Δ. και αφετέρου από την κινδυνώδη διαχειριστική τους δράση κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του 2004 έως το έτος 2006, η οποία συνίστατο, αφενός στην έκδοση επιταγών προς την εταιρία με την επωνυμία "Β. Α. Α.Ε.", συνολικού ποσού 620.000 ευρώ και αφετέρου στη λήψη από την ίδια εταιρία επιταγών εκδόσεώς της, ποσού 234.338,28 ευρώ, οι οποίες δεν αντιπροσώπευαν υπαρκτές συναλλαγές, όλες δε τις επιταγές αυτές αναγκάστηκε η ίδια να τις εξοφλήσει, υφιστάμενη ισόποση περιουσιακή βλάβη, ύψους 854.338,28 ευρώ. Το περιεχόμενο της μήνυσής της η ενάγουσα επαναλαμβάνει με την παρούσα αγωγή της, διώκοντας, αφού καταλογιστεί σε βάρος των εναγομένων, ενδοσυμβατική ευθύνη, εκ του άρθρου 22α του ν. 2190/1920 σε συνδ. με 713 και 714 ΑΚ και αδικοπρακτική ευθύνη, εκ του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδ. με 390 ΠΚ, να αποκατασταθεί η θετική της ζημία, που ανέρχεται στο ποσό των 517.061,23 ευρώ (και όχι στο επικαλούμενο με τη μήνυσή της ποσό των 854.338,28 ευρώ) και να της επιδικαστεί, για τη δεύτερη συρρέουσα νομική βάση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι από το έτος 2005, ο Α. Σ. και ο Κ. Α., υπό την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας "Σ. Α.Ε." αντίστοιχα, εξέδωσαν για λογαριασμό της ενάγουσας σε διαταγή της εταιρείας "Β. Α. Α.Ε.", μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ύψους 234.338.28 ευρώ, που δεν αντιστοιχούσαν όλες σε παραστατικά και επρόκειτο δηλαδή, κατά ένα μέρος, για επιταγές "ευκολίας". Ειδικότερα, οι ως άνω νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας "Σ. Α.Ε.", εξέδωσαν σε διαταγή της εταιρείας "Β. Α. Α.Ε.", 1)...(Ακολουθεί η παράθεση 30 επιταγών, με αναφορά κάθε φορά της εκδότριας τράπεζας, του αριθμού και του ποσού της επιταγής και της αναγραφόμενης ημερομηνίας λήξης της, η πρώτη χρονολογικά των οποίων είναι η 30-4-2006 και η τελευταία η 21-10-2006). Ωστόσο, από το παραπάνω συνολικό ποσό των επιταγών, ύψους 431.750 ευρώ, μόνο το ποσό των 197.411,72 ευρώ αντιστοιχούσε σε πραγματικές συναλλαγές με την εταιρεία "Β. Α. Α.Ε.", για τις οποίες είχαν εκδοθεί τα παρακάτω τιμολόγια: το υπ' αριθ. ....05 Δ.Α.Τ., ποσού 14.334,63 ευρώ, το υπ' αριθ. ....05 Δ.Α.Τ., ποσού 14.334,63 ευρώ, το υπ' αριθ. ....06 τιμολόγιο, ποσού 56.861,38 ευρώ, το υπ' αριθ. ....06 τιμολόγιο, ποσού 76.345,34 ευρώ, το υπ' αριθ. ....06 τιμολόγιο, ποσού 19.839,74 ευρώ, το υπ' αριθ. ....06 τιμολόγιο, ποσού 15.696 ευρώ, ενώ αντίθετα, το μη καλυπτόμενο από τιμολόγιο ποσό 234.338,28 ευρώ, δεν αντιστοιχούσε σε πραγματικές συναλλαγές με την εταιρεία "Β. Α. Α.Ε.". Οι επιταγές της Σ. ΑΕ, που ενσωματώνουν το ποσό αυτό διακινήθηκ(αν) από την Α. ΑΕ σε τρίτους δανειστές της για την κάλυψη δικών της υποχρεώσεων, χωρίς όμως να εξοφληθούν από αυτήν, με αποτέλεσμα να επιδιωχθεί η είσπραξή τους από την εκδότρια εταιρία (Σ. ΑΕ). Έτσι η τελευταία υποχρεώθηκε να καταβάλει α) στην τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA Τράπεζα Πίστεως", που είχε στο μεταξύ ζητήσει και πετύχει την έκδοση σε βάρος της της υπ' αριθ. .../2006 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση τις προαναφερόμενες υπ' αριθ. 1η, 4η, 8η, 11η, 12η, 16η, 19η, 34η και 30η επιταγές, το συνολικό ποσό των 121.500 ευρώ, β) στην τράπεζα με την επωνυμία "EFG Eurobank Ergasias", το ποσό των 104.600 ευρώ, για τις προαναφερόμενες υπ' αριθ. 3η, 5η, 6η, 7η, 9η και 26η επιταγές, γ) στην "Ελληνική Τράπεζα", που είχε στο μεταξύ ζητήσει και πετύχει την έκδοση σε βάρος της της υπ' αριθ. .../2006 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση τις υπ' αριθ. 10η και 2η προαναφερόμενες επιταγές, το ποσό των 23.000 ευρώ, δ) στον δικηγόρο Κωνσταντίνο Τσέγα, το ποσό των 10.000 ευρώ, για την υπ' αριθ. ... επιταγή, προς αποφυγή εκτέλεσης της υπ' αριθ. .../2006 Διαταγής Πληρωμής του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, ε) για τις υπ' αριθ. ... και ... επιταγές, ποσού 19.000 και 8.000 ευρώ αντίστοιχα, κατέβαλε στο δικηγόρο Θεόδωρο Μακρή, το ποσό των 27.000 ευρώ, προς αποφυγή εκτέλεσης της υπ' αριθ. .../2006 Διαταγής Πληρωμής του Ειρηνοδικείου Νίκαιας και της υπ' αριθ. .../2006 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στ) για την υπ' αριθ. ..., στο δικηγόρο Τσέγα Κωνσταντίνο, το ποσό των 18.350 ευρώ, ζ) για τις υπ' αριθ. ..., ...,... και ... επιταγές, στην εταιρεία "ΝΤΟΛ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ", το συνολικό ποσό των 56.700 ευρώ, η) για τις υπ' αριθ. ..., ... και ... προαναφερόμενες επιταγές, κατέβαλε στην "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος" και προς αποφυγή εκτέλεσης των υπ' αριθ. .../2006 και .../2006 Διαταγών Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το συνολικό ποσό των 43.800 ευρώ και θ) για τις υπ' αριθ. ... και ... προαναφερόμενες επιταγές, κατέβαλε στην "Τράπεζα Πειραιώς" το συνολικό ποσό των 26.800 ευρώ. Από την εξόφληση των ανωτέρω επιταγών ευκολίας που εξέδωσαν οι εναγόμενοι για λογαριασμό της ενάγουσας, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη υποχρέωση της τελευταίας, προς διευκόλυνση και μόνο της εταιρίας Α. ΑΕ, η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το συνολικό ποσό των 234.338,28 ευρώ (431.750 - 197.411,72). Ωστόσο, σύμφωνα με όσα ελέχθησαν στη μείζονα σκέψη, για να καταλογιστεί στους εναγόμενους πρώην διαχειριστές αντίστοιχη αποζημιωτική ευθύνη [ενδοσυμβατική(ς) ή αδικοπρακτική(ς)] από την πράξη αυτή, θα πρέπει πρώτα να διαπιστωθεί εάν η κινδυνώδης αυτή ενέργειά τους αποτελεί μια εύλογη, υπό τις συνθήκες εκείνες, επιχειρηματική επιλογή. Αναγόμενοι λοιπόν στην περίοδο της έκδοσης των επίδικων επιταγών (Μάιος - Αύγουστος 2006), διαπιστώνουμε, όπως εξάλλου δεν αμφισβητείται, ότι η ενάγουσα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, εξαιτίας των οποίων κινδύνευε άμεσα η βιωσιμότητά της. Εξαιτίας τούτων, ο κύριος τότε μέτοχός Α. Σ. επεδίωξε την μεταβίβασή της πριν από τα μέσα Αυγούστου του 2006, όταν θα άρχιζε η παραγωγική περίοδος. Ο αγοραστής και μελλοντικός επενδυτής της επιχείρησης βρέθηκε στο πρόσωπο του εφοπλιστή Ι. Κ., ο οποίος αφού προέβη σε προσυμβατικό έλεγχο της εταιρίας (due diligence) και έλαβε υπόψη του τα σημαντικά περιουσιακά στοιχεία που διέθετε η ενάγουσα (σύγχρονα συσκευαστήρια, εύφορες αγροτικές εκτάσεις, ισχυρό πελατολόγιο κλπ), εκτίμησε ότι υπάρχουν σημαντικές προοπτικές ανάπτυξής της και προχώρησε στην αγορά της. Οι πιεστικές όμως οικονομικές ανάγκες, που αντιμετώπιζε η ενάγουσα το τελευταίο τρίμηνο πριν από τη μεταβίβαση των μετοχών (ήτοι από Μάϊο έως Αύγουστο 2006), ανάγκασαν τους εναγόμενους, για να μην αμαυρωθεί η καλή εικόνα της εταιρίας στην αγορά και μειωθεί η εμπορική της αξία, να αναζητήσουν στήριξη από ένα στρατηγικό συνεργάτη τους, την εταιρία "Β. Α. Α.Ε.", η οποία και αυτή αντιμετώπιζε ανάλογα οικονομικά προβλήματα. Έτσι, για την τόνωση της αξιοπιστίας τους στην αγορά, οι δύο εταιρίες άρχισαν να ανταλλάσσουν μεταξύ τους επιταγές ευκολίας και η μεν ενάγουσα εξέδωσε, άνευ πραγματικών συναλλαγών, μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού 234.338,28 ευρώ, τις οποίες παρέδωσε στην Α. ΑΕ, η δε Α. εξέδωσε, ομοίως άνευ πραγματικών συναλλαγών, μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού 272.922,75 ευρώ, τις οποίες παρέδωσε στην ενάγουσα, με την αμοιβαία συμφωνία, πριν από το χρόνο λήξης τους, να επιστραφούν στους εκδότες τους. Τη συμφωνία αυτή, που διατήρησε την αξιοπιστία της ενάγουσας στην αγορά, οι εναγόμενοι δεν απέκρυψαν από τον Ι. Κ. κατά την αγορά των μετοχών της ενάγουσας. Ειδικότερα, στο Παράρτημα Α της από 3/8/2006 σύμβασης αγοραπωλησίας μετοχών της ενάγουσας, υπό τον τίτλο "ΔΙΑΦΟΡΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΓΝΩΣΗ ΜΟΥ", οι πωλητές παραθέτουν, προς γνώση του αγοραστή, διάφορα οικονομικής φύσεως ζητήματα, που θα κληθεί να αντιμετωπίσει κατά τη λειτουργία της επιχείρησης. Μεταξύ τούτων, στο άρθρο 14, αφιερώνεται ειδικό κεφάλαιο για τη στρατηγική συνεργασία της ενάγουσας με την εταιρία Α. ΑΕ, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "Η Σ. ξεκίνησε με την εταιρία Α. μια συνεργασία Πωλήσεων Φρούτων στην Εσωτερική Αγορά, αρχικά με σταφύλια (καλοκαίρι 2005) και από τον χειμώνα του 2006 κυρίως με μπανάνες. Ο κ. Α., επί σειρά ετών ωριμάζει και εμπορεύεται κυρίως μπανάνες στην εσωτερική αγορά, διατηρώντας σχέσεις με έναν ευρύ κύκλο πελατείας, μεταξύ των οποίων ΑΒ Β., ΑΤΛΑΝΤΙΚ, Β., κ.α. Επίσης, επί σειρά ετών, συνεργάζεται με την CHIUITA και DOLE. Η τελευταία (DOLE) με δική του πρωτοβουλία, αφού ολοκληρώθηκαν επιτυχώς οι εγκαταστάσεις της Σ. ωρίμανσης μπανανών, καθώς και η πιλοτική - εκπαιδευτική λειτουργία τους με εκπληκτικά ποιοτικά αποτελέσματα, επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις της Σ. (2 φορές) προκειμένου να κλείσει συνεργασία. Η συνεργασία, που σημειωτέον εκκρεμεί σήμερα ακόμη, θα είχε (έχει) 2 άξονες. Την ανάπτυξη τοπικού αποκλειστικού δικτύου πωλήσεων και σταδιακά την ωρίμανση και διακίνηση μπανανών για λογαριασμό της DOLE σε μεγάλους Πελάτες (Αλυσιδωτά). Ο διευθυντής της Ν. Ευρώπης κ. V. G. έχει ενημερωθεί για την είσοδο επενδυτών στην Σ. και περιμένει τηλεφωνική επικοινωνία τέλος Ιουλίου για σχετικό update. Εν τω μεταξύ, για να διευκολύνει την Σ., η οποία περιερχόταν ταχέως σε δυσμενή θέση, έδινε επιταγές αποδοχής τους, που η Σ., είτε προχρηματοδοτούσε στις Τράπεζες, είτε έδινε σε προμηθευτές της, αντικαθιστώντας δικές της, μια που οι προμηθευτές, από κάποιο σημείο και μετά, δεν παίρνανε επιταγές της Σ. Η Σ. στο πλαίσιο αυτό έδινε δικές της επιταγές που η εταιρία Α. προεξοφλούσε στις τράπεζες που συνεργάζονταν, οι οποίες αφού δεν πληρώνονταν και με άρνηση των τραπεζών από ένα σημείο και μετά να τις αντικαταστήσουν, η Σ. δημιούργησε ένα τρομακτικό πρόβλημα στην Α. Α.Ε., με αποτέλεσμα να είναι σήμερα σε οριακό σημείο και να αδυνατεί πια να πληρώσει και τις δικές της υποχρεώσεις. Θεωρώ σημαντικό την βοήθεια της συγκεκριμένης επιχείρησης και του επιχειρηματία προσωπικά, αφενός, για να μπορέσει να διακανονίσει κάπως το χρέος του, αλλά και η περαιτέρω, ίσως και με νέα μορφή, συνεργασία, ανοίγει νέους δρόμους μεγάλης δραστηριότητας στην Σ., που κυρίως θα επικεντρώνεται στους χειμερινούς μήνες, αξιοποιώντας το Συσκευαστήριο για 12 μήνες το χρόνο, αντί 3-4 που απασχολείται σήμερα".
Συνεπώς, κατά το χρόνο αγοράς των μετοχών της ενάγουσας από τον Ι. Κ., αυτός γνώριζε τη στρατηγική σχέση, που είχε αναπτύξει η προηγούμενη διοίκηση της εταιρίας με την Α. ΑΕ, την εκατέρωθεν έκδοση επιταγών ευκολίας, την αδυναμία της Α. ΑΕ να ανταποκριθει στην εξόφληση των επιταγών, που είχε λάβει από την ενάγουσα και την ανάγκη στήριξης της τελευταίας, με την προοπτική ανάπτυξης μελλοντικής μεταξύ τους συνεργασίας. Η γνώση από τον άνω αγοραστή της οικονομικής αυτής εκκρεμότητας με την Α. ΑΕ, που στο άμεσο μέλλον επρόκειτο να επιβαρύνει την οικονομική θέση της ενάγουσας με την καταβολή από αυτήν της αξίας των επιταγών ευκολίας που είχε εκδώσει, επηρέασε αναμφισβήτητα την οικονομική αξία των μετοχών της και η εκκρεμότητα αυτή ασφαλώς προσμετρήθηκε στην τιμή αγοράς τους, η οποία, συνεκτιμουμένης και της εν γένει οικονομικής της κατάστασης, διαμορφώθηκε στο 1/3 περίπου της τιμής, που οι μετοχές αυτές είχαν το έτος 2002. Με τον τρόπο αυτό οι εναγόμενοι επιβαρύνθηκαν έμμεσα τη ζημία της ενάγουσας προς όφελος του αγοραστή των μετοχών. Ενόψει των προαναφερθέντων, η έκδοση επιταγών ευκολίας της ενάγουσας προς την εταιρία Α. ΑΕ αποτέλεσε μια επιχειρηματική απόφαση υψηλού μεν ρίσκου για τους εναγόμενους, η οποία όμως συναρτήθηκε αφενός με την προοπτική στρατηγικής συνεργασίας των δύο εταιριών και αφετέρου με τη αντίστοιχη λήψη από την ενάγουσα επιταγών ευκολίας της Α. ΑΕ, μεγαλύτερης μάλιστα αξίας, οι οποίες διευκόλυναν σε μεγάλο βαθμό την εξαιρετικά πιεσμένη την περίοδο εκείνη ρευστότητά της και κατόρθωσαν να την κρατήσουν ζωντανή μέχρι την ημερομηνία της μεταβίβασής της. Υπό αυτές τις συνθήκες η έκδοση των επιταγών αυτών αποτελούσε μια ενδεδειγμένη διαχειριστική ενέργεια από τους εναγόμενους, πολλώ δε μάλλον όταν αυτή δεν απεκρύβη από τον αγοραστή και συνεκτιμήθηκε στο τίμημα αγοράς της επιχείρησης, με την εύλογη σκέψη ότι από το κέρδος, που θα απεκόμιζε ο αγοραστής από τη μειωμένη αξία αγοράς των μετοχών, θα χρηματοδοτούσε ισόποσα τη λειτουργία της εταιρίας, όπως και έγινε. Κατά συνέπεια οι εναγόμενοι, παρά τη ζημία της ενάγουσας, δεν επέδειξαν έλλειψη επιμέλειας και ως εκ τούτου δεν γεννάται στο πρόσωπό τους ούτε ενδοσυμβατική, ούτε αδικοπρακτική ευθύνη, κατά τις προρρηθείσες διατάξεις.

Στην κρίση μάλιστα αυτή κατέληξε και το Α' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την υπ' αριθμ. 1708/2020 αμετάκλητη αθωωτική του απόφαση, στο πλαίσιο διερεύνησης των ποινικών ευθυνών των εναγομένων για το αδίκημα της κακουργηματικής απιστίας, αποφαινόμενο ότι η έκδοση των επιταγών αυτών εντασσόταν στο πλαίσιο του ευρύτερου επιχειρηματικού σχεδιασμού και αποτελούσε μεν κινδυνώδη επιχειρηματική απόφαση, η οποία όμως λήφθηκε με καλή πίστη, με βάση τα δεδομένα του χρόνου εκείνου, ήτοι την επιτυχημένη μεταξύ των δύο εταιριών συνεργασία και επικείμενη προσοδοφόρα συνεργασία τους με την εταιρία DOLE, έγινε δε αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος. Επίσης, από τα ίδια στοιχεία αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα εταιρεία "Σ. Α.Ε." είχε πωλήσει στην εταιρία "Β. Α. Α.Ε." προϊόντα συνολικής αξίας 337.277,05 ευρώ, και σε απόδειξη των συναλλαγών αυτών εκδόθηκε(ενν. εκδόθηκαν) τα παρακάτω παραστατικά:...(Ακολουθεί η παράθεση 18 τιμολογίων με αναφορά του αριθμού, της ημερομηνίας έκδοσης αυτών, που εκτείνεται από ... έως 6-6-2006 και του ποσού τους). Προς κάλυψη των ποσών αυτών, αλλά και προς διευκόλυνση της ενάγουσας, η εταιρία "Β. Α. Α.Ε." παρέδωσε στους Α. Σ. και Κ. Α., επιταγές έκδοσής της, ύψους 610.200 ευρώ, δηλαδή επιταγές, που κατά το ποσό των 272.922,95 ευρώ, δεν αντιπροσώπευαν πραγματικές συναλλαγές, δηλαδή ήταν επιταγές "ευκολίας". Ειδικότερα, ο Α. Σ. και ο Κ. Α., ως νόμιμοι εκπρόσωποι τής ενάγουσας, έλαβαν, στο όνομα και για λογαριασμό της τις παρακάτω επιταγές έκδοσης της εταιρείας Β. Α. ΑΕ":...(Ακολουθεί η παράθεση 38 επιταγών, με αναφορά κάθε φορά της εκδότριας τράπεζας, του αριθμού και του ποσού κάθε επιταγής και της αναγραφόμενης ημερομηνίας λήξης της, που εκτείνεται από 15-3-2006 έως 13-11-2006). Το σύνολο των επιταγών αυτών οι ανωτέρω εκπρόσωποι της Σ. ΑΕ τις οπισθογράφησαν σε τρίτους δανειστές τους, προς κάλυψη αντίστοιχων υποχρεώσεων της εταιρίας. Από τις επιταγές αυτές η εταιρεία "Β.Α. Α.Ε" δεν προέβη σε καμία εξόφληση και έτσι, η νέα διοίκηση της "Σ. Α.Ε." αναγκάστηκε να καταβάλει το μεγαλύτερο μέρος τούτων και συγκεκριμένα α) στην εταιρεία με την επωνυμία "ΗΤΜΕ ΟΕ", ποσό 85.800 ευρώ, β) στην εταιρεία "NGP" το ποσό των 12.000 ευρώ, γ) στην εταιρεία "Τ. Β. Και Σία ΟΕ" το ποσό των 25.000 ευρώ, δ) στην εταιρεία "SCA PACKAGING HELLAS", το ποσό των 20.000 ευρώ, ε) στην εταιρεία "PREPAC ΑΒΕΕ" το ποσό των 171.000 ευρώ, στ) στην τράπεζα "ALPHA BANK" το ποσό των 186.413 ευρώ, ζ) στην "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ" το ποσό των 92.850 ευρώ, η) στην τράπεζα "MARFIN" το ποσό των 84.150 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 577.114 ευρώ. Από την εξόφληση των ανωτέρω επιταγών, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι έχει υποστεί ζημία κατά το ποσό των 272.922,95 ευρώ, για το λόγο ότι αυτές αφορούσαν επιταγές ευκολίας της Α. ΑΕ, που δεν αντιστοιχούσαν σε πραγματικές συναλλαγές της με την Σ. ΑΕ. Ωστόσο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι από τη διακίνηση από την ενάγουσα των παραπάνω επιταγών εκδόσεως της Α. ΑΕ, αυτή (ενάγουσα) ουδεμία ζημία υπέστη, ανεξαρτήτως εάν αυτές εκδόθηκαν από την τελευταία άνευ αιτίας, παρά μόνο για να παράσχει στην πρώτη (Σ. ΑΕ) πίστη στις συναλλαγές. Και τούτο διότι η περαιτέρω οπισθογράφησή τους από την ενάγουσα σε τρίτους έγινε για την κάλυψη δικών της και μόνο οφειλών, με αποτέλεσμα, όταν τις εξόφλησε με χρήματα του ταμείου της, να υπάρχει αντίστοιχη απόσβεση των δικών της υποχρεώσεων προς τους τρίτους. Η ενέργεια δε αυτή της ενάγουσας σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί επιβάρυνση του ισολογισμού της, όπως αβάσιμα αυτή ισχυρίζεται. Επίσης, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα είχε εκδώσει και αποστείλει προς τη γερμανική εταιρία "Fruchtansa GmbH" τα παρακάτω τιμολόγια 1)...(παρατίθενται 8 τιμολόγια συνολικού ποσού 103.175,49 ευρώ). Ωστόσο, η εταιρία Σ. ΑΕ επανεξέδωσε τα ίδια ακριβώς τιμολόγια, αλλά με διαφορετική, μεγαλύτερη της πραγματικής, αναγραφόμενη αξία και στη συνέχεια τα καταχώρισε τα βιβλία με την αξία αυτή. Ειδικότερα... (παρατίθενται τα 8 τιμολόγια, όπως καταχωρήθηκαν) δηλαδή καταχώρισε στα βιβλία της εικονικά τιμολόγια, συνολικής αξίας 169.134,39 ευρώ, με αποτέλεσμα να εμφανίζει πωλήσεις μεγαλύτερες από τις πραγματικές κατά 65.958,90 ευρώ (169.134,39 - 103.175,49). Επιπρόσθετα, η εταιρία Σ. ΑΕ είχε εκδώσει προς τη θυγατρική της εταιρία "S. UK Ltd" πέντε (5) τιμολόγια, για τα οποία, ενώ η εκκαθάριση από τον αντίστοιχο πελάτη ήταν σε ευρώ και το τιμολόγιο ανέφερε αξία ίση με αυτή της αντίστοιχης εκκαθάρισης σε ευρώ, το αναγραφόμενο νόμισμα στο αντίστοιχο πεδίο του τιμολογίου που καταχωρίστηκε στα βιβλία ήταν σε λίρες Αγγλίας, με αποτέλεσμα, ενώ το ποσό ήταν πραγματικά σε ευρώ, βάσει της εκκαθάρισης, να έχει καταχωριστεί ως λίρες με τη χρήση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της ημέρας της καταχώρησης. Συγκεκριμένα, α)...(παρατίθενται 5 τιμολόγια). Ήτοι, εμφάνιζε στα βιβλία της πωλήσεις μείζονος αξίας, κατά 53.472,05 ευρώ. Επιπρόσθετα, η εταιρία Σ. ΑΕ είχε εκδώσει προς τον Α. Δ., έως τότε προμηθευτή της και είχε καταχωρίσει στα βιβλία της δύο (2) εικονικά τιμολόγια και συγκεκριμένα, το υπ' αριθμ. ....2004 τιμολόγιο αξίας 276.778,44 ευρώ και το υπ' αριθμ. ....2004 τιμολόγιο αξίας 80.360,36 ευρώ, δήθεν για την πώληση "LS SMART BAGS" (σακούλες συσκευασίας σταφυλιών), τις οποίες ο τελευταίος ουδέποτε παρήγγειλε, ούτε παρέλαβε. Για να αντιρροπήσουν οι εναγόμενοι την τελευταία αυτή εγγραφή εξέδωσαν το υπ' αριθμ. ....2006 τιμολόγιο αγοράς, ομοίως ποσού 80.360,36 ευρώ, έτσι ώστε να φαίνεται ότι επαναγόρασαν τη φερόμενη ως πωληθείσα ποσότητα σάκων, με αποτέλεσμα στα βιβλία της εταιρίας να υφίσταται ως εικονική μόνο η εγγραφή του υπ' αριθμ. ....2004 τιμολογίου, ποσού 276.778,44 ευρώ. Ως προς τις ανωτέρω αποδιδόμενες στους εναγόμενους παράνομες διαχειριστικές πράξεις, δεν υφίσταται αποζημιωτική ευθύνη τούτων, διότι αυτές δεν επάγονται συγκεκριμένη ζημία της ενάγουσας. Και τούτο διότι αποτελούν φορολογικές και μόνο παραβάσεις, καθώς εμφανίζουν την καθαρή θέση της ενάγουσας μεγαλύτερη από την πραγματική, που επηρεάζει μεν την τιμή αγοράς της, πλην όμως δεν δημιουργεί άμεση ζημία. Τυχόν ζημία μπορεί να προκύψει από ενδεχόμενο φορολογικό έλεγχο και την επιβολή σ' αυτή σχετικού προστίμου, πράγμα όμως το οποίο δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα, ούτε άλλωστε η ενάγουσα επικαλείται τούτο. Αντίθετα μάλιστα, από το από 9.2.2010 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, όπου αναφέρεται ότι "(η ενάγουσα) έχει περαιώσει με το Ν. 3259/04 τα Οικονομικά Έτη 2000-2003 στην Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών και με το Ν. 3697/08 τα Οικονομικά Έτη 2004-2007 στην Δ.Ο.Υ. Κορίνθου" καθώς και ότι "Δεν υπάρχουν παραβάσεις Κ.Β.Σ.", προκύπτει ότι δεν υφίσταται βέβαιη ζημία της ενάγουσας που να συνδέεται αιτιωδώς με τις ανωτέρω πράξεις. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, οι πράξεις αυτές δεν συνιστούν πράξεις διαχείρισης της εταιρίας, καθόσον πρόκειται για "εσωτερικές" συμπεριφορές των διοικούντων και όχι για "εξωτερικές" πράξεις που συνιστούν κατάχρηση αντιπροσωπευτικής εξουσίας της ενάγουσας επί τη βάσει παραβίασης ενός καθήκοντος επιμέλειας, στοιχείο αναγκαίο για τη θεμελίωση της διαχειριστικής ευθύνης των εναγομένων. Για το λόγο άλλωστε αυτό η ενάγουσα δεν περιέλαβε, σχετικά με αυτές, στην αγωγή της κάποιο αποζημιωτικό κονδύλιο, ούτε οι εναγόμενοι κρίθηκαν για τις παραβάσεις αυτές ένοχοι του αδικήματος της απιστίας...". Με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές το Εφετείο, αφού έκανε δεκτούς τους τέσσερεις πρώτους λόγους της εφέσεως του αναιρεσιβλητου Α. Σ., οι οποίοι αφορούν α) στην εναντίον του ιδίου και του Κ. Α. επίδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, και β) στο αίτημα αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, που περιλαμβάνεται στην από 25-6-2007 αγωγής του, που στρέφεται και κατά της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση: α)κατά το μέρος που είχε κάνει δεκτό ότι εξαιτίας της έκδοσης και αποδοχής από τον ίδιο και τον Κ. Α. των ανωτέρω επιταγών ευκολίας και της έκδοσης εικονικών τιμολογίων, αυτοί έγιναν υπαίτιοι για την πρόκληση στην ενάγουσα- αναιρεσείουσα περιουσιακής ζημίας, ίσης με το ποσό των επιταγών αυτών, ήτοι 507.061,23 ευρώ, και επιπλέον της προκάλεσαν ηθική βλάβη, η οποία συνίσταται στη μείωση της εμπορικής της φήμης και αξιοπιστίας, επιδικάζοντας γι' αυτή το ποσό των 8.000 ευρώ, και β) κατά το μέρος, που είχε απορρίψει το αρνητικό αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής του αναιρεσιβλητου και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση , α) απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αποφαινόμενη και ότι, κατά το άρθρο 537 ΚΠολΔ, επεκτείνεται το ευνοϊκό αποτέλεσμα και στον έτερο εναγόμενο (μη διάδικο) Κ. Α., επειδή δεν προέκυψε ότι αυτός αποδέχθηκε την πρωτόδικη απόφαση και β) έκανε δεκτό το αρνητικό αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής του αναιρεσιβλητου και αναγνώρισε ότι αυτός δεν υπέχει καμμία υποχρέωση αποζημίωσης της αναιρεσείουσας από την ανωτέρω άσκηση της διαχείρισης της αναιρεσείουσας. Έτσι που κατά τα ανωτέρω έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 18, 22 Α' και 22 Β' Ν. 2190/1920 και 31, 32 ΕΝ, όπως όλες αυτές ίσχυαν κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, 68, 713, 714, 297, 298, 330 και 914 Α.Κ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 27 και 390 του προϊσχύσαντος Π.Κ. που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, γιατί οι ουσιαστικές παραδοχές του ότι η ανταλλαγή μεταχρονολογημένων επιταγών ευκολίας μεταξύ της αναιρεσείουσας Σ. Α.Ε., την οποία εκπροσωπούσαν ο αναιρεσίβλητος Α. Σ. και ο ήδη μη διάδικος Κ. Α. υπό την τότε ιδιότητά τους του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής αντιστοίχως και της ανώνυμης εταιρείας "Β. Α. Α.Ε.", η οποία ανταλλαγή έγινε προκειμένου η Σ. να αντιμετωπίσει τα σοβαρά προβλήματα ρευστότητας που αντιμετώπιζε, εξαιτίας των οποίων κινδύνευε άμεσα η βιωσιμότητά της και η καλή εικόνα της στην αγορά και να καταστεί δυνατή η μεταβίβασή της σε νέο μέτοχο πριν τα μέσα Αυγούστου 2006, όταν θα άρχιζε η παραγωγική περίοδος, ότι η ανταλλαγή αυτή διατήρησε την αξιοπιστία της Σ. στην αγορά και έτσι έγινε δυνατή η μεταβίβαση της πλειοψηφίας των μετοχών της στον αποθανόντα αρχικό ενάγοντα Ι. Κ., στο 1/3 περίπου της τιμής που είχαν οι μετοχές το έτος 2002, επιβαρυνθέντες έτσι έμμεσα οι ανωτέρω τη ζημία της Σ. προς όφελος του αγοραστή των μετοχών, στον οποίο γνωστοποιήθηκε με την αναφορά της στην σύμβαση αυτή η ανωτέρω ανταλλαγή, δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ενέργεια αυτή αποτελούσε μία ενδεδειγμένη διαχειριστική ενέργεια των ανωτέρω, που έγινε με καλή πίστη, δια της οποίας επέτυχαν τη διάσωση και στη συνέχεια μεταβίβαση της Σ. και συνεπώς ότι αυτοί αφ' ενός δεν παρέβησαν τις υποχρεώσεις τους από τη σύμβαση εντολής που τους συνέδεε με την αναιρεσείουσα ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της και αφ' ετέρου δεν τέλεσαν και παράνομη πράξη και συνεπώς αδικοπραξία εις βάρος της, γιατί δεν τέλεσαν το ποινικό αδίκημα της απιστίας σε βάρος της ούτε παραβίασαν τις υποχρεώσεις πίστεως, πρόνοιας και ασφάλειας έναντι αυτής και συνεπώς δεν ευθύνονται για τη ζημία ποσού 234.338,28 ευρώ, την οποία υπέστη η αναιρεσείουσα, γιατί η εταιρεία "Β. Α. Α.Ε." παρέβη τη συμφωνία με αυτήν, σύμφωνα με την οποία όλες οι επιταγές ευκολίας, που αντηλλάγησαν μεταξύ τους, έπρεπε να επιστραφούν, πριν από τον χρόνο λήξης τους στις αντίστοιχους εκδότριές τους και μεταβίβασε τις επιταγές αυτές σε τρίτους δανειστές της για κάλυψη των δικών της υποχρεώσεων, χωρίς όμως να τις εξοφλήσει με αποτέλεσμα να τις εξοφλήσει η αναιρεσείουσα. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η έκδοση εικονικών τιμολογίων αποτελεί φορολογική παράβαση και συνεπώς αποτελεί παράνομη πράξη του αναιρεσιβλήτου είναι απαράδεκτος, όσον αφορά στην αναταλλαγή των επιταγών ευκολίας, γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού κατά τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης μόνο για τις πραγματικές συναλλαγές της αναιρεσείουσας με την εταιρεία "Β. Α. Α.Ε." εκδόθηκαν σχετικά τιμολόγια, τα οποία συνεπώς δεν ήταν εικονικά και όχι για τις ανύπαρκτες συναλλαγές, για τις οποίες δόθηκαν οι επιταγές ευκολίας.

Εξάλλου, επειδή τα εκδοθέντα σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης εικονικά τιμολόγια προς τη γερμανική εταιρεία "Fruchthansa GMbH", τη θυγατρική της αναιρεσείουσας "S. UK Ltd" και τον Α. Δ., δεν συνδέονται ούτε κατά την αγωγή με συγκεκριμένο αίτημα αποζημίωσης κατά των εναγομένων, συνάγεται ότι αυτά πλεοναστικώς παρατίθενται από το Εφετείο και συνεπώς οι αντίστοιχες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που τα αφορούν, είναι αβάσιμες. Εξάλλου, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) Ότι με το από 3/8/2006 ιδιωτικό συμφωνητικό αγοραπωλησίας και μεταβίβασης μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο, που καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσιβλήτου Α. Σ. και της ανώνυμης εταιρείας "MICROTEC Α.Ε." συμφερόντων του Α. Σ. ως πωλητών και του αποθανόντος ήδη αρχικού ενάγοντος Ι. Κ., ο τελευταίος αγόρασε αντί συνολικού τιμήματος 1.500.000 ευρώ από τον Α. Σ. το 75,43% των μετοχών της εταιρείας "SUNHOLDINGS LIMITED", που κατείχε ποσοστό 48,44% του μετοχικού κεφαλαίου της αναιρεσείουσας και από την εταιρεία MICROTEC μετοχές ποσοστού 30,44% της αναιρεσείουσας και έτσι ο Ι. Κ. απέκτησε τον πλήρη έλεγχο αυτής. β) Ότι επειδή η ιδρυθείσα νομίμως το έτος 1998 αναιρεσείουσα, που εδρεύει στο Ζευγολατιό Κορινθίας και ασχολείτο με την εμπορία και παραγωγή τροφίμων, ποτών και γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, από το έτος 2005 και εφεξής άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ρευστότητας και πιεστικές οικονομικές ανάγκες, εξαιτίας των οποίων κινδύνευε άμεσα η βιωσιμότητά της, ο αναιρεσίβλητος και ο Κ. Α., με την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) και του Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσείουσας, αναζήτησαν στήριξη σε στρατηγικό συνεργάτη τους και δη την ανώνυμη εταιρεία "Β. Α. Α.Ε.", η οποία αντιμετώπιζε ανάλογα οικονομικά προβλήματα. γ) Ότι για την τόνωση της αξιοπιστίας τους στην αγορά οι δύο εταιρείες, κατά τους μήνες από Μάιο έως Αύγουστο 2006 άρχισαν να ανταλλάσσουν, πέραν των επιταγών που αντιστοιχούσαν σε πραγματικές συναλλαγές μεταξύ τους (πωλήσεις προϊόντων από τον ένα στον άλλο) και μεταχρονολογημένες επιταγές ευκολίας, με την αμοιβαία συμφωνία, πριν από τον χρόνο λήξης τους, να επιστραφούν αυτές στους εκδότες τους, στα πλαίσια δε της συμφωνίας αυτής οι ανωτέρω νόμιμοι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας εξέδωσαν σε διαταγή της εταιρείας "Β. Α. Α.Ε." τις αναφερόμενες στην απόφαση 30 επιταγές συνολικού ποσού 431.750 ευρώ, από τις οποίες μόνο το ποσό των 197.411,72 ευρώ αντιστοιχούσε σε πραγματικές συναλλαγές με την εταιρεία "Β. Α. Α.Ε." και το υπόλοιπο ποσό των 234.338,28 ευρώ ήταν επιταγές ευκολίας, οι ίδιοι δε έλαβαν για λογαριασμό της αναιρεσείουσας τις εκδοθείσες εις διαταγήν της αναιρεσείουσας από την εταιρεία "Β. Α. Α.Ε." και αναφερόμενες στην απόφαση 38 επιταγές συνολικού ποσού 610.200 ευρώ, από τις οποίες ποσό 272.922,95 ευρώ δεν αντιπροσώπευε πραγματικές συναλλαγές, αλλά ήταν επιταγές ευκολίας. δ) Ότι με την πρακτική αυτή, που αποτελούσε μεν κινδυνώδη επιχειρηματική απόφαση, ληφθείσα όμως με καλή πίστη με βάση τα δεδομένα του χρόνου εφαρμογής της και αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος, κατέστη δυνατόν να "κρατηθεί ζωντανή" η αναιρεσείουσα μέχρι τη μεταβίβαση της πλειοψηφίας των μετοχών της στον Ι. Κ. στις 3-8-2006, από τον οποίο δεν απεκρύβη το γεγονός αυτό, αφού καταχωρήθηκε στο Παράρτημα Α' της σύμβασης αυτής και συνεκτιμήθηκε στο τίμημα αγοράς των μετοχών, που διαμορφώθηκε στο 1/3 της τιμής που είχαν το έτος 2002, με την εύλογη σκέψη ότι ο Ι. Κ. από τη μειωμένη τιμή αγοράς των μετοχών θα χρηματοδοτούσε ισόποσα τη λειτουργία της αναιρεσείουσας, όπως και έγινε. Πέραν των ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαίο το Εφετείο να περιλάβει στην απόφασή του και άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε και ειδικότερα, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεν ήταν αναγκαίο να περιλάβει παραδοχές για το εάν υπήρξαν ή όχι προηγούμενες ενέργειες των τότε διαχειριστών της, ώστε να εξεύρουν ρευστότητα από άλλες πηγές πριν καταλήξουν στην άκρως επικίνδυνη και υψηλού ρίσκου ενέργεια της ανταλλαγής επιταγών ευκολίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμος.

Μετά την απόρριψη του ανωτέρω λόγου παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση επίσης την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 Α.Κ. και 22 Ν. 2190/1920, δεχόμενο ότι για τις επιταγές ευκολίας ποσού 272.922,95 ευρώ, που εξέδωσε εις διαταγήν της αναιρεσείουσας η εταιρεία "Β. Α. Α.Ε.", δεν υπέστη ζημία η αναιρεσείουσα που πλήρωσε τις επιταγές αυτές στους τρίτους κομιστές, στους οποίους τις είχε παραδώσει και τούτο γιατί η απόρριψη του πρώτου λόγου αναίρεσης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του ανωτέρω δεύτερου λόγου, που αφορά μόνο τη ζημία, αφού κρίθηκε πλέον ότι η επίδικη διαχείριση της αναιρεσείουσας από τον αναιρεσίβλητο και τον Κ. Α. δεν ήταν αντισυμβατική και παράνομη. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι ανωτέρω διαχειριστές της αναιρεσείουσας οπισθογράφησαν τις επιταγές ευκολίας, που είχαν λάβει από την εταιρεία "Β. Α. Α.Ε.", σε τρίτους δανειστές της αναιρεσείουσας προς κάλυψη αντίστοιχων υποχρεώσεών της έναντι αυτών, δικαιολογεί το αποδεικτικό του πόρισμα ότι από τη μεταγενέστερη εξόφληση των επιταγών αυτών η αναιρεσείουσα δεν υπέστη ζημία συνδεόμενη αιτιωδώς με την επικαλούμενη στην αγωγή της αντισυμβατική και παράνομη ανταλλαγή επιταγών ευκολίας, αφού η εξόφληση των επιταγών έγινε για την κάλυψη δικών της υποχρεώσεων προς τους τρίτους, στους οποίους τις είχε οπισθογραφήσει.

Β) Λόγοι αναίρεσης της από 22-2-2023 αίτησης του Α. Σ. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 108, 338§1 και 559 αρ. 11 περ. β` ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων, ακόμη και όταν διατάχθηκε από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 107 του ίδιου Κώδικα, γίνεται με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων, οι οποίοι, επομένως, αφού μπορούν να μην προσκομίσουν ή να μην επικαλεστούν ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα που ο νόμος επιτρέπει για την απόδειξη πραγματικών γεγονότων, μπορούν εγκύρως και να συμφωνήσουν τη μη χρησιμοποίηση, δηλαδή τη μη προσαγωγή και επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων στις μεταξύ τους δίκες. Η ίδια περίπτωση συντρέχει και όταν συμφωνείται η χρήση ορισμένου μόνον αποδεικτικού μέσου, οπότε αποκλείονται τα υπόλοιπα (ΑΠ 755/2023, ΟλΑΠ 27/1993, ΑΠ 1778/2014). Από τη σχετική όμως συμφωνία πρέπει να προκύπτει σαφώς ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο θα αποτελεί τον μόνο τρόπο απόδειξης πραγματικού γεγονότος, αποκλειομένων των υπολοίπων. Στον έλεγχο δε του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό αυτών που αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκαν (ΑΠ 755/2023, πρβλ. ΟλΑΠ 8/2011, ΑΠ 13/2017) και επομένως ελέγχεται αναιρετικώς αν το δικαστήριο προσέδωσε, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, στη σχετική δικονομική σύμβαση τον νομικό χαρακτηρισμό του αποκλεισμού ή μη των υπόλοιπων αποδεικτικών μέσων πλην του συμφωνηθέντος(ΑΠ 755/2023).

Εξάλλου, η περί διαιτησίας συμφωνία (άρθρα 867 επ. του ΚΠολΔ) αποτελεί μικτή σύμβαση, η οποία επενεργεί κατά κύριο λόγο στο πεδίο του δικονομικού δικαίου. Και τούτο διότι αφαιρεί από την εξουσία κρίσεως των τακτικών δικαστηρίων τη διαφορά και την αναθέτει προς επίλυση σε άλλο "δικαιοδοτικό" όργανο, δηλαδή το συμβατικά επιλεγόμενο Διαιτητικό Δικαστήριο. Αντίθετα, με τη διαιτητική ρήτρα, η οποία οδηγεί σε δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα μέρη αφαίρεση της διαφοράς από τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια και υπαγωγή αυτής στη δικαιοδοσία των διαιτητών, η δικονομική συμφωνία διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης, που είναι έγκυρη κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, όπως προαναφέρθηκε, έχει ως αντικείμενο την παραγωγή αποδεικτικού μέσου επί πραγματικών γεγονότων εχόντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης επί ορισμένης διαφοράς ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 1271/1995) και δεν ρυθμίζεται ρητά στο νόμο, με εξαίρεση την έμμεση αναφορά σ' αυτή των άρθρων 16 αριθμ. 11, 677 αριθμ. 3 και 678 παρ. 3 και ήδη (μετά το νόμο 4335/2015) των άρθρων 16 αριθμ. 10 και 614 παρ. 5 περ. γ', που αναφέρονται σε εκδίκαση διαφορών των διαιτητών πραγματογνωμόνων. Ειδικότερα με τη συμφωνία της διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης οι συμβαλλόμενοι αναθέτουν σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να εξακριβώσουν, βάσει των ειδικών γνώσεων που διαθέτουν, ορισμένα αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά, κατά τους κανόνες της επιστήμης ή τέχνης, προκειμένου ο προσδιορισμός αυτός να αποτελέσει στη συνέχεια το πραγματολογικό υλικό της επόμενης δικαιοδοτικής κρίσεως, δεδομένου ότι το δικαστήριο που θα επιληφθεί της υποθέσεως, θα θέσει ως βάση της δικαστικής του κρίσεως την εκτίμηση των διαιτητών πραγματογνωμόνων. Οι αποφάσεις, όμως, των διαιτητών πραγματογνωμόνων δεν επιλύουν την ιδιωτικού δικαίου διαφορά που ανέκυψε ή πρόκειται να ανακύψει, όπως συμβαίνει στην διαιτητική συμφωνία, αλλά δι' αυτών απλώς αίρονται οι διαφωνίες των συμβαλλομένων για ορισμένα αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά. Η διαιτητική πραγματογνωμοσύνη διαφέρει από την διαιτητική συμφωνία κατά το ότι, στην τελευταία, συμφωνείται η επίλυση διαφοράς ιδιωτικού δικαίου, που υπάρχει ή πρόκειται να ανακύψει και αντικείμενο αυτής μπορεί να είναι έννομη σχέση και όχι η διαπίστωση πραγματικού γεγονότος και, επομένως, ο διαιτητής πραγματοποιεί κρίση όμοια με την κρίση του δικαστηρίου, υποβάλλοντας τα πραγματικά γεγονότα σε κανόνες δικαίου, ενώ ο διαιτητής πραγματογνώμονας προσδιορίζει απλώς ορισμένο πραγματικό περιστατικό που είναι ουσιώδες για την έκβαση της επίδικης έννομης σχέσεως. Εξ άλλου, με τη διαιτητική πραγματογνωμοσύνη οι συμβαλλόμενοι δεν αποβλέπουν στη ρύθμιση από τρίτους των ουσιαστικών σχέσεών τους, αλλά αποσκοπούν στη διαπίστωση από αυτούς, με βάση τις ειδικές γνώσεις που διαθέτουν, των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών που αποτελούν, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης Αναγκαίο στοιχείο για τον καθορισμό της έννοιας "διαιτητική πραγματογνωμοσύνη" είναι ο όρος περί δεσμευτικότητας, δηλαδή υποχρεωτικότητας του περιεχομένου της γνωμοδοτήσεως για τα μέρη και το δικαστήριο (ΑΠ 635/2021, ΑΠ 631/2012, ΑΠ 1334/2008). Ο όρος περί δεσμευτικότητας δεν είναι αναγκαίο να είναι οπωσδήποτε και ρητός. Απαιτούνται όμως εκφράσεις που αναμφισβήτητα καταδηλούν βούληση των μερών να αποκλείσουν από την εξουσία του δικαστηρίου ή των διαιτητών το ανατεθέν εις τρίτον ζήτημα(ΑΠ 631/2012).

Συνεπώς, αν η υπόθεση αχθεί στο δικαστήριο πριν από τη διενέργεια της διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης που συμφωνηθηκε, αυτό δεν στερείται δικαιοδοσίας για τη διάγνωση της διαφοράς, όπως θα συνέβαινε αν υπήρχε συμφωνία για τη διαιτητική επίλυση της διαφοράς, είναι δε άλλο το ζήτημα αν και κάτω από ποιές προϋποθέσεις οφείλει το δικαστήριο να αξιώσει τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, όταν αυτή συμφωνήθηκε ως αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο(ΑΠ 1271/1995),το οποίο εξαρτάται από την ειδικότερη συμφωνία των διαδίκων.

Περαιτέρω κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα, που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ,ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε την παραγ. 2 του ίδιου άρθρου "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες. (ΑΠ 1526/2021, ΑΠ 1862/2007), σε κάθε δε περίπτωση, κατά τη διάταξη του άρθρου 387 ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, η οποία συνεπώς δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ώστε να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και, συνεπώς, η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, που να είναι αντίθετη προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 ΚΠολΔ, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 714/2024, ΑΠ 1226/2022). Με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι αλληλοσυμπληρούμενοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 925/2015, ΑΠ 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως όμως αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσομένων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Κατά την έννοια αυτή καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται να υπάρχει στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, αντικειμενικά σκεπτόμενου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας, που προσιδιάζουν, είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών, είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 220/2016). Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1345/2012, 1588/2013), μέσα δε διαπίστωσης της βουλήσεως ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 3/2015).

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022).

Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015). Προσφυγή πάντως στις ερμηνευτικές διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022).

Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 3/2015, ΑΠ 1588/2013). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 84/2020). Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 10/2015). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022). Μόνη, όμως, η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτήν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 854/2020, ΑΠ 896/2019), αλλιώς ο λόγος είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (ΑΠ 1832/2023, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 875/2017).

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 12 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ ισχύει, κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικώς ορίζει γι` αυτό ο νόμος, και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα(ΑΠ 146/2024, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 328/2018). Για να είναι ορισμένος ο λόγος θα πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται: α)το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη, β)ο ουσιώδης ισχυρισμός, σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευε (ή έπρεπε να χρησιμεύσει) και η επίδρασή του στην έκβαση της δίκης, γ)η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε και εκείνη που έχει κατά νόμο, δ)το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης (ΑΠ 146/2024, ΑΠ 1271/2008, ΑΠ 462/2019), ε)ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευε το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 146/2024, ΑΠ 1656/2010, ΑΠ 1038/2019), καθώς και κάθε άλλο στοιχείο, από το οποίο προκύπτει το παραδεκτό του αποδεικτικού μέσου, το οποίο πρέπει για το ουσία βάσιμο να προσκομίζεται στον Αρειο Πάγο(ΑΠ 146/2024).

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, πέραν όσων προαναφέρθηκαν, δέχθηκε και τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο πρώτος εναγόμενος Ι. Κ. αγόρασε από τον ενάγοντα Α. Σ. 11.652 μετοχές της εταιρίας SUNHOLDINGS (U.K.) LIMITED (75,43% του μετοχικού της κεφαλαίου), μετόχου της Σ. ΑΕ και από την Microtec 19.784 μετοχές της Σ. ΑΕ, που αντιστοιχούν στο 30,44% του μετοχικού της κεφαλαίου. Αναπόσπαστο μέρος της άνω σύμβασης πώλησης μετοχών αποτελεί το Παράρτημα Α, το οποίο συνετάγη από τον ενάγοντα πωλητή για τους σκοπούς της σύμβασης αγοραπωλησίας των μετοχών και το οποίο περιλαμβάνει τις οικονομικές καταστάσεις της Σ. ΑΕ, κατάσταση συμβάσεων με τρίτους, ισολογισμούς και λοιπά οικονομικά στοιχεία, ενώ αποτυπώνει και προβληματικά στοιχεία σε σχέση με την πραγματική και νομική κατάσταση της Σ.

Ειδικότερα, αναφορικά με το τίμημα της αγοράς των άνω μετοχών, με την ίδια σύμβαση ορίστηκε ότι αυτό ανέρχεται στο ποσό του 1.500.000 ευρώ, από το οποίο ποσό 600.000 ευρώ πληρώθηκε κατά το χρόνο υπογραφής της Σύμβασης, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 900.000 ευρώ πιστώθηκε και δήλη ημέρα πληρωμής του ορίστηκε η 31.01.2007. Την εξόφληση του ως άνω πιστωθέντος τιμήματος, τα συμβαλλόμενα μέρη την εξάρτησαν από μια σειρά όρους και προϋποθέσεις, όπως αυτές αποτυπώνονται στον όρο 2.2 της εν λόγω Σύμβασης. Ειδικότερα, ορίζεται ότι "2.2. [...] Το υπόλοιπο του Τιμήματος, ήτοι ποσό ύψους εννιακοσίων χιλιάδων ευρώ (900.000), πιστώνεται και συμφωνείται να καταβληθεί από τον Αγοραστή, ως εξής: α) Ποσό τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) ευρώ που αντιστοιχεί στο τίμημα για την αγορά των μετοχών Α (της εταιρίας SUNHOLDINGS LIMITED), θα καταβληθεί την 31 Ιανουάριου 2007. Ρητά συμφωνείται ότι το ποσό αυτό καθίσταται απαιτητό άνευ οχλήσεως κατά την ανωτέρω ημερομηνία (Δήλη ημέρα). Προς εξασφάλιση πληρωμής του ποσού αυτού, ο Επενδυτής (Ι. Κ.) παραδίδει σήμερα στον Δικηγόρο Αθηνών, Ν. Ζ. την υπ' αριθμ. ....2007 δίγραμμη ισόποση επιταγή Τραπέζης Εγνατίας, εκδόσεώς του εις διαταγήν Πωλητή Α (Α. Σ.), προς τον οποίο δίνει την ανέκκλητο εντολή να παραδώσει την επιταγή αυτή στον πωλητή Α την 31.1.2007 προς πληρωμή, β) ποσό πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ, που αντιστοιχεί στο τίμημα για την αγορά των μετοχών Α, παρακρατείται ως εξασφάλιση του Αγοραστή και θα καταβληθεί την 31 Ιανουάριου 2007, σύμφωνα με τα ακολούθως οριζόμενα. Ο Πωλητής Α (Α. Σ.) και ο Πωλητής Β (Microtec) δηλώνουν και αποδέχονται ότι η καταβολή του τιμήματος των 500.000 ευρώ, που θα πιστωθεί, προϋποθέτει ότι τα οικονομικά μεγέθη, τα ουσιώδη περιουσιακά στοιχεία και οι εμπορικές συμφωνίες της εταιρίας Β (Σ. ΑΕ) που αποτυπώνονται στο συνημμένο και αποτελούν ενιαίο σύνολο με την παρούσα, Παράρτημα Α, το οποίο συνετάγη από τον Πωλητή Α και οι δηλώσεις και οι εγγυήσεις που παρέχουν ο Πωλητής Α και ο Πωλητής Β στις ενότητες 4 και 5 του παρόντος είναι ή/και θα αποδειχθούν ουσιωδώς αληθείς και ακριβείς στο μέτρο που δύνανται να γνωρίζουν και σωρευτικά ότι μέχρι την 31.1.2007 δεν θα εμφανιστούν βέβαιες ή εύλογα βάσιμες και ουσιώδεις απαιτήσεις τρίτων ή υποχρεώσεις ή χαριστικές οφειλές προς τρίτους, ο γενεσιουργός λόγος των οποίων θα ανάγεται προ της υπογραφής του παρόντος και αποτυπώνονται ρητά στο Παράρτημα Α και στα βιβλία και στοιχεία της Εταιρίας Β (Σ. ΑΕ)". Ακολούθως, στο ίδιο ως άνω άρθρο, ρητά συμφωνήθηκε η τύχη του πιστούμενου τιμήματος, αν διαπιστωνόταν ουσιώδης απόκλιση από τα οικονομικά μεγέθη της Σ., όπως αυτά είχαν συμφωνηθεί. Ειδικότερα αναφέρεται ότι "...Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ουσιώδης απόκλιση από τα οικονομικά μεγέθη, όπως αυτά εμφανίζονται και προκύπτουν από τα βιβλία και στοιχεία της Εταιρίας Β, καθώς και το Παράρτημα Α, ή εμφανιστεί βέβαιη η εύλογα βάσιμη ουσιώδης απαίτηση τρίτου, υποχρέωση ή χρηματική οφειλή κατά της Εταιρίας Β, ο γενεσιουργός λόγος της οποίας θα ανάγεται προς της υπογραφής του παρόντος και δεν αποτυπώνεται ρητά στο Παράρτημα Α και στα βιβλία και στοιχεία της Εταιρίας Β, το 1/2 της απόκλισης ή της απαίτησης, υποχρέωσης ή οφειλής εκπίπτει αναλογικά από το τίμημα των Μετοχών Α και των Μετοχών Β (μετοχές της Σ. ΑΕ από Microtec) που πιστώνεται, μετά από έγγραφη δήλωση του Αγοραστή που κοινοποιείται στους Πωλητές Α και Β το αργότερο μέχρι την 30/1/2007. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ουσιώδης αναλήθεια ή ανακρίβεια στα εμπορικά στοιχεία ή τις εμπορικές συμφωνίες μέχρι σήμερα ή σε περίπτωση ουσιώδους αναλήθειας ή ανακρίβειας των δηλώσεων και εγγυήσεων που παρέχουν οι Πωλητές Α και Β στο παρόν, ο Αγοραστής θα ποσοτικοποιήσει καλόπιστα τη ζημία της Εταιρίας Β ή του Αγοραστή και το 1/2 της ζημίας εκπίπτει αναλογικά από το τίμημα των Μετοχών Α και των Μετοχών Β που πιστώνεται, μετά από έγγραφο δήλωση του Αγοραστή που κοινοποιείται στους Πωλητές Α και Β, το αργότερο μέχρι την 30/1/2007. Ρητά συμφωνείται ότι η ευθύνη του Πωλητού Α και Β δεν περιλαμβάνει την εφεξής εκτέλεση των εμπορικών συμβάσεων, συμφωνιών και προγραμμάτων της Εταιρίας Β, όπως αυτές καταγράφονται στο Παράρτημα Α και στα βιβλία και στοιχεία της Εταιρίας Β". Σε περίπτωση δε δήλωσης του αγοραστή Ι. Κ. περί ύπαρξης ανακρίβειας ή αναλήθειας των βιβλίων ή εμφάνιση απαίτησης τρίτου μη δηλωθείσας, τα μέρη έθεσαν στον αυτό όρο της σύμβασης την κάτωθι δικονομική συμφωνία: "Από τη λήψη της ως άνω δηλώσεως, οι Πωλητές Α και Β δύνανται, όπως διαφωνήσουν με το περιεχόμενο της δηλώσεως του Αγοραστή μέσα σε αποσβεστική προθεσμία 10 ημερών, οπότε ο Αγοραστής εγγυάται στους Πωλητές άμεση, πλήρη και ακώλυτη πρόσβαση σε όλα τα αναγκαία και απαραίτητα στοιχεία της Εταιρίας Β (Σ. ΑΕ) προκειμένου να θεμελιώσουν και να τεκμηριώσουν τη διαφωνία τους. Στην περίπτωση αυτή, οι Πωλητές Α και Β και ο Αγοραστής θα προσπαθήσουν να διακανονίσουν φιλικά τη διαφορά και σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας εντός 7 ημερών, αποφαίνεται δεσμευτικά ελεγκτικός οίκος εκ των αποκαλούμενων "Big Four", κοινής αποδοχής. Σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας ως προς το πρόσωπο του οίκου, προκρίνεται η χαμηλότερη σε κόστος προσφορά των οίκων. Οι Πωλητές Α και Β και ο Αγοραστής υποχρεούνται να εκδώσουν εντολή προς τον ελεγκτικό οίκο να προσδιορίσει το ύψος της απόκλισης ή της ζημίας κατά τα ανωτέρω. Τόσο οι Πωλητές Α και Β όσο και ο Αγοραστής δύνανται να υποβάλουν υπόμνημα προς τον ελεγκτικό οίκο με τις απόψεις τους. Η έκθεση του ελεγκτικού οίκου αναφορικά με την απόκλιση ή τη ζημία κατά τα ανωτέρω είναι δεσμευτική για τους πωλητές Α και Β και τον Αγοραστή αναφορικά με το τελικό ύψος του αποδοτέου μέρους του πιστωθέντος τιμήματος. Καθόσον διαρκεί η ως άνω διαδικασία αναστέλλεται η υποχρέωση καταβολής του μέρους του πιστωθέντος τιμήματος που αναλογεί στο 1/2 του ποσού της διαφοράς, αυτό δε καθίσταται απαιτητό δέκα (10) ημέρες μετά την ανακοίνωση του ελεγκτικού οίκου προς τους πωλητές Α και Β και τον Αγοραστή. Το κόστος της εκθέσεως του ελεγκτικού οίκου βαρύνει τους Πωλητές Α και Β και τον Αγοραστή εξ ημισείας". Επίσης, με τον όρο 5.2 της σύμβασης, ο Α. Σ., με την ιδιότητα του διοικούντος τη Σ., δήλωσε και εγγυήθηκε στον Ι. Κ., ρητά και ανεπιφύλακτα, ιδίως ότι τα οικονομικά μεγέθη που προκύπτουν από τα βιβλία και στοιχεία της Σ., αλλά και του Παραρτήματος Α της Σύμβασης είναι ακριβή και αληθή και, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "5.2.1. Ότι τα οικονομικά μεγέθη, που προκύπτουν από τα βιβλία και στοιχεία της Εταιρίας Β και από το Παράρτημα Α είναι αληθή, και δίδουν χωρίς ουσιώδεις αποκλίσεις ακριβή, πλήρη και ορθή λογική εικόνα των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της Εταιρίας Β και των υποχρεώσεων και των απαιτήσεών της και ότι πέραν των υποχρεώσεων αυτών δεν υφίστανται ή δεν θα εμφανιστούν άλλες βέβαιες ή εύλογα βάσιμες υποχρεώσεις ή απαιτήσεις τρίτων ή χαριστικές οφειλές προς τρίτους, ο γενεσιουργός λόγος των οποίων ανάγεται προ της σήμερον. 5.2.2. Οικονομικά θέματα: α) Εκτός από ό,τι αναφέρεται ρητά στα βιβλία και στοιχεία της Εταιρίας Β και στο Παράρτημα Α δεν υπάρχει άλλη ουσιώδης υποχρέωση ή ενοχή προς τρίτους ή προς μετόχους παλαιούς ή σημερινούς οποιασδήποτε μορφής (προσωρινές καταθέσεις κλπ) ή προς υπαλλήλους της Εταιρίας (εξαιρέσει των υπό του νόμου προβλεπόμεν(ων) αποζημιώσεων), από οποιδήποτε αιτία. Επίσης, καμμία ληξιπρόθεσμη οφειλή δεν έχει η Εταιρία από συναλλαγματικές, επιταγές, γραμμάτια σε διαταγή, πιστώσεις, δάνεια εν γένει, εγγυήσεις, ή από δημιουργία ή αναγνώριση οποιοσδήποτε οφειλής ή από αναγνώριση ή αφηρημένη υπόσχεση χρέους, πλην αυτών που εμφαίνονται και προκύπτουν από τα οικεία βιβλία, τις Οικονομικές Καταστάσεις και τα στοιχεία της Εταιρίας Β και το Παράρτημα Α και ότι η Εταιρία Β δεν έχει συμβάσεις ή οφειλές προς τρίτους που είναι χαριστικές ή που εθεωρούντο κατ' αποτέλεσμα χαριστικές, β) Η Εταιρία Β δεν έχει εις βάρος της σφραγισμένες επιταγές ή διαμαρτυρημένες συναλλαγματικές ή εγγυητικές επιστολές που έχουν καταπέσει, πλην εκείνων που προκύπτουν ή αναφέρονται στα βιβλία και στοιχεία της Εταιρίας Β και στο Παράρτημα Α και εκείνων των επιταγών που λόγω της προθεσμίας σφραγίσεώς τους δεν έχουν περιέλθει για οιοδήποτε λόγο σε γνώση τους μέχρι σήμερα... 5.2.15. Ο Πωλητής Α και ο Πωλητής Β και ο εκ τρίτου συμβαλλόμενος δηλώνουν ρητά ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί εκ δόλου ή βαρείας αμέλειας καμία παράβαση Νόμου, Καταστατικού ή απόφαση αυτής ή πράξη ή παράλειψη της Εταιρίας Α". Επίσης, στον όρο 5.3 τη Σύμβασης συμφωνήθηκε ότι "... Ρητά περαιτέρω συνομολογείται ότι η ευθύνη των Πωλητών και του εκ τρίτου συμβαλλομένου εξαντλείται και περιορίζεται στο ποσό των 500.000 ευρώ και παύει οριστικά την 31.7.2007, υπό την έννοια ότι οποιαδήποτε απαίτηση του Αγοραστή πρέπει υποχρεωτικά να κοινοποιηθεί σε αυτούς μέχρι την 30.7.2007... Για τον προσδιορισμό του βάσιμου ή μη της απαίτησης του Αγοραστή και το ύψος της τυχόν ζημίας αυτού, ακολουθείται αναλογικά η διαδικασία της δεύτερης και τρίτης παραγράφου του όρου 2.2 (β) του παρόντος... Η ευθύνη των Πωλητών και του εκ τρίτου συμβαλλομένου δεν περιορίζεται από το νομικό, οικονομικό και εμπορικό έλεγχο που διενήργησε ο Αγοραστής". Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι μέρος του τιμήματος ποσού 400.000 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε, συμφωνήθηκε να καταβληθεί από τον αγοραστή των μετοχών στις 31.01.2007, με την παράδοση στον ενάγοντα από τον εντολοδόχο του αγοραστή Ν. Ζ. ισόποσης δίγραμμης επιταγής εκδόσεώς του (αγοραστή). Επίσης, ρητά συμφωνήθηκε ότι το ποσό αυτό κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία θα καθίστατο άμεσα απαιτητό, χωρίς η υποχρέωση αυτή να εξαρτηθεί από οποιονδήποτε όρο, σε αντίθεση με την υποχρέωση καταβολής μέρους του υπολοίπου τιμήματος των 500.000 ευρώ, η οποία εξαρτήθηκε από την αίρεση της μη εμφάνισης μέχρι την 31.01.2007 αναλήθειας ή ανακρίβειας, όσον αφορά τα οικονομικά μεγέθη, τα ουσιώδη περιουσιακά στοιχεία και τις εμπορικές συμφωνίες της Σ. ΑΕ. Δηλαδή, το ποσό των 500.000 ευρώ συμφωνήθηκε ότι θα καθίστατο απαιτητό μόνο εφόσον μέχρι την ως άνω ημερομηνία ο αγοραστής δεν πρόβαλε την ύπαρξη σοβαρής ασυμφωνίας μεταξύ των πραγματικών οικονομικών μεγεθών της εταιρίας που ήθελε ανεύρει κατά την ανάληψη της διοίκησης και εκείνων που αποτυπώνονταν στα βιβλία και στοιχεία της εταιρίας και στο Παράρτημα Α της Σύμβασης κατά το χρόνο κατάρτισής της και αποτέλεσαν ουσιώδη όρο για τη διαμόρφωση του τιμήματος αγοράς των μετοχών. Εάν από τη σύγκριση των οικονομικών αυτών μεγεθών προέκυπτε ουσιώδης απόκλιση σε βάρος του αγοραστή, παρασχέθηκε στον τελευταίο δικαίωμα για μονομερή μείωση του παρακρατηθέντος τιμήματος, υπό την ακόλουθη διαδικασία. Με την εύρεση μιας ουσιώδους διαφοράς, όφειλε ο τελευταίος, με καλή πίστη, να ποσοτικοποιήσει τη ζημία του και, αφού ενημερώσει μέχρι την 30/1/2007 τους πωλητές, το ήμισυ αυτής να πιστωθεί στο παρακρατηθέν ποσό, οπότε άμεσα απαιτητό για τους πωλητές θα ήταν ό,τι θα απέμενε από το ποσό των 500.000. Στη συνέχεια, όφειλε να παράσχει πρόσβαση στους πωλητές στα βιβλία και στοιχεία της εταιρίας, ώστε εντός 10 ημερών να τεκμηριώσουν τη διαφωνία τους. Ακολούθως, θα επιχειρείτο εντός επτά (7) ημερών συμβιβαστική επίλυση της διαφωνίας ως προς το ύψος της απόκλισης και σε περίπτωση μη επιτεύξεως τοιαύτης, ο προσδιορισμός αυτής θα ανετίθετο, κοινή συναινέσει, σε κάποιον από τους τέσσερις παγκοσμίου φήμης ελεγκτικούς οίκους που δραστηριοποιούνται και στην Ελλάδα, ήτοι τις εταιρίες Ernst & Young ΑΕ, PricewaterhouseCoopers ΑΕ, KPMG ΑΕ και Deloitte Touche ΑΕ, ή περίπτωση μη συμφωνίας ως προς το πρόσωπο του ελεγκτή, σε εκείνο που θα προσέφερε τη χαμηλότερη προσφορά. Η έκθεση του ελεγκτικού οίκου αναφορικά με την απόκλιση των οικονομικών δεδομένων της εταιρίας, συμφωνήθηκε να είναι δεσμευτική για τους πωλητές και τον αγοραστή, υπό την έννοια ότι, με βάση τον προσδιορισμό αυτό, ο αγοραστής θα υπολογίσει το 1/2 της διαφοράς και στη συνέχεια θα προβεί μονομερώς σε ισόποση μείωση του πιστωθέντος τιμήματος και έτσι θα προκύψει οριστικά το ύψος του αποδοτέου μέρους. Έτσι, μόνο μετά τη διεξαγωγή της συμφωνηθείσης (διαιτητικής) πραγματογνωμοσύνης, που θα επέλυε κατά τρόπο οριστικό το ύψος της απόκλισης των οικονομικών στοιχείων, θα προσδιοριζόταν αντικειμενικά και θα καθίστατο οριστικά απαιτητό για τους πωλητές το υπόλοιπο (μη εκπεσόν) μέρος του πιστωθέντος τιμήματος των 500.000 ευρώ.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι μετά την αγορά των μετοχών της Σ. ΑΕ, ο πρώτος εναγόμενος Ι. Κ., σε έλεγχο που διενήργησε στα βιβλία και στοιχεία της εταιρίας, διαπίστωσε ότι τα οικονομικά και εμπορικά στοιχεία, τα οποία ο ενάγων είχε δηλώσει και εγγυηθεί για την ακρίβειά τους απέκλιναν από την πραγματικότητα. Τότε, σε εκτέλεση του όρου 2.2. της συμβάσεως, απέστειλε εμπροθέσμως, την από 30.01.2007, εξώδικη δήλωση προς τους πωλητές των μετοχών Α. Σ. και την "Microtec", στην οποία δήλωνε ότι διαπιστώθηκαν αποκλίσεις από τα δηλωθέντα και εγγυηθέντα απ' αυτούς οικονομικά στοιχεία, ποσοτικοποίησε την απόκλιση αυτή στο ποσό του 1.536.038 ευρώ, επιφυλασσόμενος και για ανακάλυψη περαιτέρω ζημίας, και δήλωσε ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του συνόλου του πιστωθέντος τιμήματος των 500.000 ευρώ, σύμφωνα με τον όρο 2.2. της σύμβασης. Ο ενάγων διαφώνησε με τη δήλωση αυτή και άσκησε την κρινόμενη αγωγή, αιτούμενος την καταβολή του συνολικού ποσού των 900.000 ευρώ (ήτοι των 400.000 ευρώ της φυλασσόμενης από το Ν. Ζ. επιταγής και του ως άνω πιστωθέντος ποσού των 500.000 ευρώ), χωρίς να προσφύγει πρώτα σε διαιτητική πραγματογνωμοσύνη, όπως όριζε η σύμβαση. Παράλληλα, την 24.01.2007, η εταιρία Σ. ΑΕ αιτήθηκε τη συντηρητική κατάσχεση πάσης κινητής και ακίνητης περιουσίας του Α. Σ. και του Κ. Α. (συμπεριλαμβανομένης της επιταγής ποσού 400.000 ευρώ) και την 26.01.2007 πέτυχε την έκδοση προσωρινής διαταγής, με την οποία διατάχθηκε ο Ν. Ζ. να μην παραδώσει την επιταγή στον Α. Σ. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που επελήφθη της διαφοράς, με την 7045/2008 μη οριστική απόφασή του, ανέβαλε τη συζήτηση της παραπάνω αγωγής του Α. Σ., και εκτιμώντας ότι δεσμεύεται από το σχετικό όρο της σύμβασης διέταξε αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης από την ελεγκτική εταιρία "ERNST & YOUNG ΑΕ", προκειμένου να αποφανθεί εάν πράγματι υπήρχε ουσιώδης αναλήθεια ή ανακρίβεια στα οικονομικά και εμπορικά στοιχεία της Σ. μέχρι την ημέρα της υπογραφής του ιδιωτικού συμφωνητικού αγοραπωλησίας μετοχών (ήτοι μέχρι 03.08.2006), καθώς επίσης και να ποσοτικοποιήσει την τυχόν ζημία της Σ. ή του αγοραστή. Σε εκτέλεση της ανωτέρω μη οριστικής απόφασης και του όρου 2.2. της σύμβασης, η διορισθείσα ελεγκτική εταιρία "Ernst & Young ΑΕ", μετά από έλεγχο του υλικού της δικογραφίας και των εγγράφων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, κατέθεσε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την υπ' αριθμ. 230/2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, καθώς και την υπ' αριθμ. 299/2010 διορθωτική έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Σε αυτές, απαντώντας στο παραπάνω τεθέν ερώτημα, ανέφερε ότι διέγνωσε ουσιώδεις αποκλίσεις και ανακρίβειες μεταξύ των πραγματικών οικονομικών μεγεθών, όπως αυτά είχαν αποτυπωθεί στα βιβλία της εταιρίας και τη σύμβασης, και των πραγματικών. Ειδικότερα, εκκινώντας από τη δήλωση των πωλητών ότι η καθαρή θέση της εταιρίας, όπως προέκυπτε από το προσκομιζόμενο απ' αυτούς από Ιουλίου 2006 Προσωρινό Ισοζύγιο γενικών και αναλυτικών καθολικών αξιών, ανερχόταν κατά την ημερομηνία της πώλησης σε 8.135.279 ευρώ, προέβη κατ' αρχάς σε μια αναθεώρηση του Ισολογισμού, λαμβάνοντας υπόψη τις υπόψη τις απαιτήσεις και υποχρεώσεις της υπό πώληση επιχείρησης, οι οποίες περιλαμβάνονταν στο Παράρτημα Α της σύμβασης, υπό τον τίτλο "Διάφορα θέματα, πληροφορίες και επεξηγήσεις που είναι σε γνώση μου", αλλά δεν απεικονίζονταν στο πιο πάνω προσωρινό ισοζύγιο της σύμβασης. Με τη συμπερίληψη και των ανωτέρω στοιχείων, η παραπάνω ελεγκτική εταιρία αναπροσάρμοσε την καθαρή θέση της εταιρίας κατά την ημερομηνία της πώλησης των μετοχών στο ποσό των 7.734.428 ευρώ, θέτοντας πλέον το ποσό αυτό ως βάση για τον υπολογισμό της ευρεθησομένης απόκλισης. Εφαρμόζοντας στη συνέχεια τις αρχές του ν. 2190/1920, το Ελληνικό Γενικό Λογιστικό Σχέδιο (Ε.Γ.Λ.Σ.) και τους Κανόνες της Λογιστικής Επιστήμης, διαπίστωσε ότι η πραγματική καθαρή θέση της εταιρίας, κατά το χρόνο πώλησης, ανερχόταν σε 3.212.067 ευρώ, οπότε ο Ισολογισμός που παρουσιάστηκε στον αγοραστή, εμφάνιζε, σε σχέση προς αυτή την πραγματική καθαρή θέση, απόκλιση της τάξεως των 4.522.360 ευρώ (7.734.428 - 3.212.067). Πιο συγκεκριμένα, οι ελεγκτές, κατά τον έλεγχο που διενήργησαν, διαπίστωσαν ότι α) η εταιρία δεν είχε διενεργήσει απόσβεση τόκων δανείων κατασκευαστικής περιόδου και ότι για το λόγο αυτό, τα αποτελέσματα των χρήσεων 2004 και 2005 θα έπρεπε να επιβαρυνθούν κατά το ποσό των 64.182,12 ευρώ και τα αποτελέσματα της περιόδου από 1.1.2006 έως 31.7.2006, κατά το ποσό των 26.419,91 ευρώ και επομένως, τα ίδια κεφάλαια της εταιρίας θα έπρεπε να μειωθούν κατά το συνολικό ποσό των 90.602,03 ευρώ, β) ότι η εταιρία δεν είχε διενεργήσει αποσβέσεις δαπανών διαμόρφωσης αγρών, που παρακολουθούνταν στα Λοιπά Έξοδα Εγκατάστασης και ότι για το λόγο αυτό, τα αποτελέσματα των χρήσεων 2004 και 2005 θα έπρεπε να επιβαρυνθούν κατά το ποσό των 10.819,78 ευρώ και τα αποτελέσματα για την περίοδο από 01.01.2006 έως 31.07.2006 κατά το ποσό των 52.852,60 ευρώ και συνεπώς τα ίδια κεφάλαια της εταιρίας θα έπρεπε να μειωθούν κατά το συνολικό ποσό των 63.678,38 ευρώ, γ) ότι η εταιρία δεν διενεργούσε αποσβέσεις δαπανών διαμόρφωσης αγρών που παρακολουθούνταν στα Γήπεδα - Οικόπεδα, συνολικού ποσού 946.958,49 ευρώ και ότι για το λόγο αυτό, τα αποτελέσματα των χρήσεων 2004 και 2005 θα έπρεπε να επιβαρυνθούν κατά το ποσό των 80.382,41 ευρώ και τα αποτελέσματα χρήσης 2006 κατά το ποσό των 23.673,96 ευρώ και συνεπώς τα ίδια κεφάλαια της εταιρίας θα έπρεπε να μειωθούν κατά το συνολικό ποσό των 104.056,37 ευρώ, δ) ότι η εταιρία δεν είχε διενεργήσει αποσβέσεις για λοιπές ασώματες ακινητοποιήσεις, κτίρια και τεχνικά έργα, μηχανήματα, τεχνικές εγκαταστάσεις και λοιπό μηχανολογικό εξοπλισμό, μεταφορικά μέσα, έπιπλα και λοιπό εξοπλισμό, συνολικού ποσού 466.504,20 ευρώ και ότι συνεπώς, τα ίδια κεφάλαιά της έπρεπε να εμφανίζονται μειωμένα κατά αυτό το ποσό, ε) ότι η εταιρία δεν είχε σχηματίσει προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις, ποσού 3.326.000 ευρώ και επομένως τα ίδια κεφάλαιά της έπρεπε να εμφανίζονται μειωμένα κατ' αυτό το ποσό, στ) ότι η εταιρία δεν είχε σχηματίσει πρόβλεψη για αποζημίωση του προσωπικού της, λόγω εξόδου από την υπηρεσία για συνταξιοδότηση, ποσού 14.750 ευρώ και επομένως, τα ίδια κεφάλαια έπρεπε να εμφανίζονται μειωμένα κατ' αυτό το ποσό, ζ) ότι η εταιρία είχε εκδώσει στις 30.11.2005 οκτώ (8) τιμολόγια προς τη γερμανική εταιρία "Fruchtansa", ποσού 103.175,49 ευρώ, τα οποία είχαν καταχωριστεί στα βιβλία της γερμανικής εταιρίας, πλην όμως η ίδια είχε καταχωρίσει στα δικά της βιβλία οκτώ (8) τιμολόγια μεγαλύτερης συνολικής αξίας 169.134,39 ευρώ, πανομοιότυπα, κατά τα λοιπά, με αποτέλεσμα η εταιρία Σ. ΑΕ να εμφανίζει μεγαλύτερο αποτέλεσμα προηγούμενων χρήσεων και απαίτηση από τον ως άνω πελάτη της, μεγαλύτερη από την πραγματική, κατά το ποσό των 65.958,90 ευρώ, η) ότι η εταιρία είχε καταχωρίσει στα βιβλία της τα ποσά πέντε (5) τιμολογίων προς τη θυγατρική της εταιρία "S. UK", που ήταν σε ευρώ, ως λίρες Αγγλίας, με τη χρήση της συναλλαγματικής ισοτιμίας κατά την ημέρα της καταχώρισης, με αποτέλεσμα να εμφανίζει μεγαλύτερο αποτέλεσμα προηγούμενων χρήσεων και απαίτηση από τον ως άνω πελάτη της, μεγαλύτερη από την πραγματική, κατά το ποσό των 53.471,47 ευρώ και θ) ότι η εταιρία είχε εκδώσει προς τον Α. Δ., δύο (2) εικονικά τιμολόγια, συνολικού ποσού 357.138,80 ευρώ και ως εκ τούτου εμφάνιζε αποτέλεσμα προηγούμενων χρήσεων μεγαλύτερο από το πραγματικό κατά το ποσό αυτό. Ενόψει όλων των ανωτέρω, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της παραπάνω διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης, η απόκλιση της πραγματικής καθαρής θέσης της εταιρίας Σ. ΑΕ από αυτή που δηλώθηκε κατά την κατάρτιση της από 03.08.2006 σύμβασης, ποσού 4.522.360 ευρώ, είναι ουσιώδης για τον αγοραστή Ι. Κ. Επίσης, κατά το ίδιο πόρισμα, εκφράζεται επιφύλαξη και για μεγαλύτερη ακόμη ζημία του αγοραστή, στο βαθμό που αποδειχθεί ότι η αξία των παγίων στοιχείων του Ενεργητικού της εταιρίας, όπως αυτή εμφανίζεται στα λογιστικά τη βιβλία, είναι υπερτιμημένη, καθώς επίσης και λόγω ενδεχόμενης φορολογική(ς) επιβάρυνση(ς) από τις περιπτώσεις εικονικών τιμολογίων και επιταγών ευκολίας που προέκυψαν, ενώ με την υπ' αριθμ. 299/2010 συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη υποστηρίζεται ότι εκ των υστέρων ευρέθη και περαιτέρω απόκλιση, ύψους 2.396.063 ευρώ, μεταξύ της δηλωθείσας αναπόσβεστης αξίας των κτιρίων και τεχνικών έργων και της αγοραίας αξίας τους, αλλά και λόγω πιθανής φορολογικής επιβάρυνσης της Σ. ΑΕ, που μπορεί να ανέλθει στο ποσό των 2.866.438,73 ευρώ. Λαμβάνοντας ως βάση τα πορίσματα της άνω διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης σχετικά το ύψος της απόκλισης, και συγκεκριμένα ότι η πραγματική καθαρή θέση της εταιρίας (Σ. ΑΕ) ανέρχεται σε 3.212.067 ευρώ (άλλως σε 1.934.237 ευρώ εάν δεν συνυπολογιστούν στα ίδια κεφάλαια οι επιχορηγήσεις παγίων επενδύσεων), και ότι μεταξύ των μεγεθών αυτών και της εμφανισθείσης από τον ενάγοντα πωλητή καθαρής θέσης της εταιρίας εκ 7.734.428 ευρώ, παρουσιάζεται απόκλιση της τάξεως τουλάχιστον 4.522.360 ευρώ (η οποία αυξάνεται έως 5.800.191 ευρώ εάν δεν συνυπολογιστούν στα ίδια κεφάλαια οι επιχορηγήσεις παγίων επενδύσεων), τότε, σύμφωνα με το όρο 2.2. της σύμβασης πώλησης μετοχών, το εκπεστέο τίμημα ανέρχεται στο ήμισυ της παραπάνω απόκλισης, και συγκεκριμένα σε 2.900.095,50 ευρώ (5.800.191 X 1/2), άλλως σε 2.261.180 ευρώ (4.522.360 X 1/2).

Συνεπώς, το ποσό αυτό δικαιούται ο εναγόμενος αγοραστής να το αφαιρέσει μονομερώς από το παρακρατηθέν από τον ίδιο υπόλοιπο ποσό τιμήματος αγοράς μετοχών 500.000 ευρώ. Με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς του ο ενάγων παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη δέχθηκε ως ορθό το πόρισμα της προαναφερθείσης πραγματογνωμοσύνης με το οποίο διαπιστώθηκε η άνω ουσιώδης απόκλιση, θεωρώντας μάλιστα τούτο δεσμευτικό για το δικαστήριο, και ακολούθως, εφαρμόζοντας το άρθρο 2.2 της σύμβασης απέρριψε το αγωγικό του αίτημα να αναγνωριστεί η αξίωσή του επί του ανωτέρω ποσού των 500.000 ευρώ, το οποίο εξακολουθεί να παρακρατεί ο πρώτος εναγόμενος...Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, τα συμβαλλόμενα μέρη την εξακρίβωση της τυχόν απόκλισης των οικονομικών μεγεθών που περιλαμβανόταν στον ισολογισμό και στα βιβλία και στοιχεία της εταιρίας κατά το χρόνο σύναψης της συμβάσεως πωλήσεως των μετοχών, σε σχέση με τα πραγματικά, την ανέθεσαν, κατά τρόπο δεσμευτικό, σε κάποια από τις τέσσερις μεγάλες ελεγκτικές εταιρίες που δρουν στην Ελλάδα. Τη δεσμευτικότητα αυτή του πορίσματος του ελεγκτικού οίκου τη διατύπωσαν με σαφήνεια στον όρο 2.2. της εν λόγω σύμβασης με τη φράση "Η έκθεση του ελεγκτικού οίκου αναφορικά με την απόκλιση ή τη ζημία κατά τα ανωτέρω είναι δεσμευτική για τους Πωλητές A και Β και τον Αγοραστή αναφορικά με το τελικό ύψος του αποδοτέου μέρους του πιστωθέντος τιμήματος". Η ρήτρα αυτή, παρότι δεν επιγράφεται ρητά με τον όρο "διαιτητική πραγματογνωμοσύνη", φέρει τα κύρια χαρακτηριστικά της, καθόσον πρόκειται για δικονομική σύμβαση που κατατείνει στην παραγωγή αποδεικτικού μέσου, το πόρισμα δε του εν λόγω πραγματογνώμονα συμφωνήθηκε από τους διαδίκους να είναι δεσμευτικό για το μελλοντικό δικαστήριο, το οποίο οφείλει να οικοδομήσει την κρίση του στο περιεχόμενό της, να θέσει δηλαδή ως βάση της αποφάσεώς του την άνω πραγματογνωμοσύνη, ακόμη και αν δεν συμφωνεί με το περιεχόμενό της. Τούτο σημαίνει ότι τα αξιολογηθέντα από την εν λόγω διαιτητική πραγματογνωμοσύνη πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νέας κρίσης, εκτός εάν το περιεχόμενο του πορίσματος αυτού συνιστά μια προδήλως άδικη κρίση. Μόνο στην περίπτωση αυτή καθίσταται δυνατή η κάμψη της δεσμευτικότητας για το δικαστήριο, με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 371 ΑΚ, καθώς θεωρείται αυτονόητο ότι οι διάδικοι όταν συμφώνησαν στον αποφασιστικό προσδιορισμό του αντικειμένου απόδειξης από τον διαιτητή πραγματογνώμονα, δεν μπορεί παρά να εννοούσαν ότι αποδέχονται το πόρισμά του μόνο εφόσον η πραγματογνωμοσύνη αυτή διεξήχθη υπό όρους πρόσφορους και κατά τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την ίδια τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη προκύπτει, χωρίς να αμφισβητείται, ότι ενεργήθηκε από τον άνω διαιτητή πραγματογνώμονα με βάση τους κανόνες του ν. 2190/1920, του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου και της λογιστικής επιστήμης, οπότε δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το πόρισμά της καταλήγει σε μια προφανώς άδικη κρίση, ώστε να απαιτηθεί ο έλεγχος τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 371 ΑΚ. Ο βασικός ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη, κατά τον υπολογισμό της αξίας της καθαρής θέσης της εταιρίας, στηρίχθηκε εσφαλμένα στη λογιστική και όχι την αγοραία αποτίμηση της αξίας των περιουσιακών της στοιχείων, και ως εκ τούτου κατέληξε σε συμπεράσματα αντίθετα προς τη βούληση των μερών, κρίνεται αβάσιμος, για το λόγο ότι από κανένα σημείο της σύμβασης, ούτε της απόφασης που διέταξε την πραγματογνωμοσύνη προκύπτει ότι το περιεχόμενο της εντολής που ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη να δώσουν προς την ελεγκτική εταιρία ήταν ο καθορισμός της αγοραίας αξίας των περιουσιακών στοιχείων της ελεγχόμενης εταιρίας. Αντίθετα μάλιστα είναι σαφές ότι η εντολή αφορούσε διακρίβωση της απόκλισης των αναφερόμενων στον ισολογισμό στοιχείων από τα πράγματι ευρεθέντα, με βάση τεχνικούς λογιστικούς όρους, οι οποίοι είναι ευθέως συγκρίσιμοι μεταξύ τους. Η εκτίμηση αυτή επιρρωνύεται από το γεγονός ότι τα μέρη δεν συμφώνησαν ότι η οποιαδήποτε απόκλιση της λογιστικής αυτής διαφοράς θα αποτελεί ισόποση ζημία του εναγομένου και θα επιφέρει ανάλογη μείωση του τιμήματος αγοράς των μετοχών, αλλά προσδιόρισαν ότι μόνο το ήμισυ αυτής θα θεωρηθεί ως αφαιρούμενη από το τίμημα ζημία, ένδειξη ότι για τον καθορισμό του τιμήματος αγοράς των μετοχών, συνεκτίμησαν, εκτός από τη λογιστική θέση της εταιρίας, και άλλα εσωτερικής φύσεως στοιχεία. Αλλά και εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι με τον παρόντα λόγο εφέσεως ο εκκαλών αμφισβητεί ότι η ανωτέρω ελεγκτική εταιρία, στο πλαίσιο της ανατεθείσης εντολής, ενήργησε κατά δίκαιη κρίση και επιδιώκει τον προσδιορισμό του επίδικου αντικειμένου από το δικαστήριο, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 371 ΑΚ, τέτοιο αίτημα απαραδέκτως προβάλλεται κατά την παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, καθόσον συνέχεται με σχετική διαπλαστική αγωγή ...η οποία δεν ασκήθηκε ξεχωριστά, ούτε σωρεύθηκε στο αγωγικό δικόγραφο. Ούτε εξάλλου, υποστηρίζεται βάσιμα από τον ενάγοντα ότι η διεξαχθείσα κατ' εντολή του δικαστηρίου πραγματογνωμοσύνη δεν έχει τα στοιχεία της διαιτητικής τοιαύτης, για το λόγο ότι δεν διεξήχθη με πρωτοβουλία των διαδίκων, οπότε όφειλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είτε να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, είτε να αναβάλλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου οι διάδικοι προσφύγουν αυτοβούλως σ' αυτή, σε κάθε δε περίπτωση ότι η άνω διαιτητική πραγματογνωμοσύνη θα πρέπει να εκτιμηθεί ως απλή πραγματογνωμοσύνη, κατ' άρθρα 368 ΚΠολΔ, και να θεωρηθεί μη δεσμευτική για το δικαστήριο. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω, δυνατότητα να διατάξει διαιτητική πραγματογνωμοσύνη έχει και το δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται της διαφοράς πριν τη διεξαγωγή της διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης από τους διαδίκους, το οποίο μάλιστα υποχρεούται να την προκαλέσει και να δεσμευτεί στη συνέχεια από το πόρισμά της. Τούτο έπραξε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που διέταξε την προκειμένη διαιτητική πραγματογνωμοσύνη, σύμφωνα με τη βούληση των συμβαλλομένων, επιλέγοντας τον διαιτητή πραγματογνώμονα, όχι από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων (όπως θα έπραττε στην κοινή πραγματογνωμοσύνη), αλλά από τους ελεγκτικούς οίκους που οι ίδιοι προσδιόρισαν στη σύμβαση.

Συνεπώς, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, την οποία το παρόν δικαστήριο συμπληρώνει, διέγνωσε δεσμευτικότητα από το πόρισμα της διαταχθείσης από το ίδιο διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης και απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η αξίωσή του για καταβολή από τον πρώτο εναγόμενο του υπολοίπου τιμήματος αγοράς μετοχών, ποσού 500.000 ευρώ, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς ο προκείμενος λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, συμπληρώνοντας τις αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε τον πέμπτο λόγο της έφεση του αναιρεσείοντος Α. Σ. και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει το αίτημα της αγωγής του να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ι. Κ. να του καταβάλει νομιμοτόκως το ανωτέρω πιστωθέν τίμημα της πωλήσεως των μετοχών ποσού 500.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, α)αφού παρέθεσε ολόκληρο το περιεχόμενο του άρθρου 2.2 του παραρτήματος Α' της ένδικης από 3-8-2006 σύμβασης μεταβίβασης μετοχών, στο οποίο αναφέρεται μόνο συμφωνία για διεξαγωγή εξώδικης διαιτητικής πραγματογμωμοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, ως προς την τύχη του πιστούμενου τιμήματος της πώλησης ποσού 500.000 ευρώ, αν διαπιστωνόταν ουσιώδης απόκλιση από τα οικονομικά μεγέθη της Σ., όπως αυτά είχαν συμφωνηθεί, υπό τους αναφερόμενους στο άρθρο αυτό όρους, χωρίς να αναφέρεται στο άρθρο αυτό και συμφωνία για διεξαγωγή δικαστικής διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης, και συνεπώς, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπίστωσε εμμέσως την ύπαρξη κενού στην δικονομική συμφωνία των συμβληθέντων, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, που περιέχεται στο άρθρο αυτό, που δημιουργεί αμφιβολία ως προς την αληθινή βούληση τους αναφορικά με το ζήτημα εάν διατηρείται ή όχι η ισχύς της δικονομικής αυτής συμφωνίας μετά την προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο για την επίλυση της διαφοράς ως προς το ανωτέρω ποσό του τιμήματος, εφόσον δεν διεξαχθεί η συμφωνηθείσα και έχουσα δεσμευτικό χαρακτήρα ως προς το πόρισμά της για το ανωτέρω κρίσιμο πραγματικό γεγονός εξώδικη διαιτητική πραγματογνωμοσύνη και συναφώς εάν η τυχόν διαταχθείσα από το δικαστήριο διαιτητική πραγματογνωμοσύνη για το ανωτέρω πραγματικό γεγονός θα έχει την συμφωνηθείσα από τους συμβαλλόμενους δεσμευτική ισχύ, κατ' αποκλεισμό των άλλων αποδεικτικών μέσων ή αντίθετα θα πρέπει να εκτιμηθεί ελευθέρως, όπως ορίζει το άρθρο 387 ΚΠολΔ, β) ακολούθως κατέληξε στο ερμηνευτικό πόρισμα ότι "η ρήτρα αυτή, παρότι δεν επιγράφεται ρητά με τον όρο "διαιτητική πραγματογνωμοσύνη", φέρει τα κύρια χαρακτηριστικά της, καθόσον πρόκειται για δικονομική σύμβαση που κατατείνει στην παραγωγή αποδεικτικού μέσου, το πόρισμα δε του εν λόγω πραγματογνώμονα συμφωνήθηκε από τους διαδίκους να είναι δεσμευτικό για το μελλοντικό δικαστήριο, το οποίο οφείλει να οικοδομήσει την κρίση του στο περιεχόμενό της, να θέσει δηλαδή ως βάση της αποφάσεώς του την άνω πραγματογνωμοσύνη, ακόμη και αν δεν συμφωνεί με το περιεχόμενό της", και απέρριψε έτσι την αγωγή του αναιρεσείοντος για το μέρος αυτό του τιμήματος στηριζόμενο αποκλειστικά όχι στην περιλαμβανόμενη στην ανωτέρω συμφωνία εξώδικης διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης, που δεν πραγματοποιήθηκε, αλλά στην διαταχθείσα από το δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη, που δεν αναφερόταν στην δικονομική συμφωνία, κατ' αποκλεισμό των λοιπών προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, χωρίς όμως να προσφύγει, λόγω του διαπιστωθέντος ως άνω κενού, προς πλήρωση αυτού και διαπίστωση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα, στα αξιολογικά κριτήρια των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή την αληθινή βούληση των μερών, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αφού καμία μνεία δεν κάνει για την εφαρμογή προς πλήρωση του κενού των αξιολογικών αυτών κριτηρίων, αφού ενδεικτικά δεν παραθέτει τα δικαιολογημένα συμφέροντά των συμβαλλομένων και δεν λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως αυτών, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά τους καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος, τον χαρακτήρα της ενδίκου συμβάσεως, την φύση του συγκεκριμένου όρου της που ερμηνεύθηκε, τον τρόπο καθορισμού των εκατέρωθεν υποχρεώσεων που συμφωνήθηκαν για την εκτέλεση της όλης σύμβασης, καθώς και το σκοπό στον οποίο απέβλεπαν τα μέρη. Επομένως, είναι βάσιμοι ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. και ο συναφής δεύτερος λόγος, με τον οποίο αυτός προσάπτει στην απόφαση και την από τον αριθμό 12 του ιδίου άρθρου πλημμέλειά της, εξαιτίας της ως άνω παράβασης, εν συνεχεία παραβίασης των ορισμών του νόμου και ειδικότερα του άρθρου 387 ΚΠολΔ ως προς την αποδεικτική δύναμη της διεξαχθείσας πραγματογνωμοσύνης, το πόρισμα της οποίας εκτιμήθηκε ότι είναι δεσμευτικό για το δικαστήριο, κατ' αποκλεισμό των λοιπών προσκομισθέντων με επίκλησή τους αποδεικτικών μέσων.

Γ) Λόγοι αναίρεσης της από 11-4-2023 αίτησης, που αφορούν στις τρείς πρώτες αναιρεσείουσες αυτής και ήδη μόνο τις αναιρεσείουσες Λ. και Ε. Κ. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, πέραν όσων προαναφέρθηκαν, δέχθηκε και τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Οι κληρονόμοι του πρώτου εναγομένου ( οι τρεις πρώτες αναιρεσείουσες της από 11-4-2023 αίτησης αναίρεσης), με την από 27-11-2020 αντέφεση παραπονούνται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη έκανε εν μέρει δεκτή την αξίωση του ενάγοντος για καταβολή ποσού 400.000 ευρώ από το άνω συμφωνηθέν τίμημα, καθόσον από την ίδια ως άνω διαιτητική πραγματογνωμοσύνη αποδείχθηκε ότι η ζημία που υπέστη ο δικαιοπάροχός τους, αγοραστής των επίδικων μετοχών, είναι μεγαλύτερη από το παρακρατηθέν ποσό των 500.000 ευρώ και επιπλέον υπερκαλύπτει και το υπόλοιπο μη καταβληθέν ποσό τιμήματος των 400.000 ευρώ, δηλαδή αυτό που είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί στον ενάγοντα την 31.01.2007, με την παράδοση από τον δικηγόρο Ν. Ζ. της δίγραμμης επιταγής, εκδόσεως του δικαιοπαρόχου τους. Στην προκειμένη περίπτωση, με τη μεταβίβαση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της Σ. ΑΕ από τον ενάγοντα στον Ι. Κ., δεν συμφωνήθηκε μόνο μεταβίβαση των συγκεκριμένων τίτλων, αλλά και μεταβίβαση αυτής καθαυτής της επιχείρησης. Αυτό καθίσταται σαφές από το γεγονός ότι πριν από τη συμφωνία μεταβίβασης προηγήθηκε η διενέργεια από τον αγοραστή ενδελεχούς προσυμβατικού ελέγχου των οικονομικών στοιχείων της επιχείρησης, αμέσως δε μετά τη σύναψη της σύμβασης ακολούθησε η άμεση ανάληψη από τον ίδιο της διοίκησης της εταιρίας.

Συνεπώς, η παρασχεθείσα από τους πωλητές εγγύηση ότι τα παρουσιασθέντα στον αγοραστή οικονομικά μεγέθη, βάσει των οποίων προσδιορίστηκε η καθαρή θέση της μεταβιβαζόμενης εταιρίας και συνακόλουθα και το τίμημα αγοράς των μετοχών, είναι αληθή, καθώς και ότι δεν θα αναφανούν στο μέλλον άλλες υποχρεώσεις της εταιρίας που προϋπήρχαν της σύμβασης, πλην εκείνων που αναφέρονται στη σύμβαση και το συνοδεύον αυτή Παράρτημα Α, συνιστά συνομολόγηση ιδιότητας, η έλλειψη της οποίας γεννά για τον αγοραστή αξιώσεις από τα άρθρα 540 και 543 ΑΚ. Η πρόβλεψη στη σύμβαση ότι η διαπίστωση ουσιωδών αποκλίσεων από τα υπεσχημένα οικονομικά μεγέθη της εταιρίας θα επιφέρει άμεση έκπτωση του δικαιώματος των πωλητών να αξιώσουν το παρακρατηθέν μέρος του τιμήματος αγοράς, ποσού 500.000 ευρώ, δεν σημαίνει ότι βούληση των μερών ήταν ότι, σε περίπτωση που αποδειχθεί απόκλιση μεγαλύτερη από την ανωτέρω, θα δικαιούται ο αγοραστής, κατά παρόμοιο τρόπο, να εκπέσει το ποσό αυτό από το υπόλοιπο του καταβλητέου τιμήματος των 400.000 ευρώ. Κάτι τέτοιο ούτε προβλέφθηκε στη σύμβαση, ούτε μπορεί να συναχθεί από κάποιο από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, σύμφωνα με όσα ελέχθησαν ανωτέρω, για να αποκαταστήσει την επιπλέον ζημία του ο αγοραστής, όφειλε να ασκήσει είτε κάποιο από τα περιλαμβανόμενα στο άρθρο 540 AK διαπλαστικά δικαιώματα (όπως μείωση του τιμήματος, υπαναχώρηση), είτε, κατ' άρθρο 543 ΑΚ, να διεκδικήσει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας της μεταβιβασθείσης επιχείρησης. Τέτοιο όμως δικαίωμα ο αγοραστής δεν άσκησε στην ένδικη υπόθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είτε με την άσκηση συναφούς αγωγής, είτε με την προβολή σχετικής ένστασης στην αγωγή του ενάγοντος, είτε με την προβολή ένστασης συμψηφισμού με τυχόν δική του αξίωση αποζημίωσης....". Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αντέφεση των κληρονόμων του αρχικού εναγομένου Ι. Κ., Ε.(ήδη αποβιωσάσης), Λ. και Ε. Κ. και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει κατά τον ίδιο τρόπο και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση του Ι. Κ. να καταβάλει νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα Α. Σ. το ποσό των 400. 000 ευρώ για οφειλόμενο τίμημα της πώλησης των μετοχών.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με τις ανωτέρω και τις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές του, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, γιατί δεν ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση και τούτο διότι, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του το Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε και εμμέσως κενό στην από 3/8/2006 σύμβαση μεταβίβασης των μετοχών ως προς την τύχη του μέρους του τιμήματος των 400.000 ευρώ, αφού αυτό, κατά τη συμφωνία των διαδίκων και τις σχετικές ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, ήταν καταβλητέο από τον εναγόμενο αγοραστή Ι. Κ. στον ενάγοντα πωλητή Α. Σ. στις 31/1/2007, που καθορίστηκε ως δήλη ημέρα καταβολής του (άρθρο 2.2α' του Παραρτήματος Α' της σύμβασης), ενώ ρητά συμφωνήθηκε ότι η ευθύνη των πωλητών για την ύπαρξη ουσιωδών αποκλίσεων από τα δηλωθέντα από τους πωλητές περιουσιακά στοιχεία της Σ. εξαντλείται και περιορίζεται στο ποσό τιμήματος των 500.000 ευρώ, που παρακρατήθηκε προς εξασφάλιση του αγοραστή και συνεπώς δεν επεκτείνεται και στο ποσό του τιμήματος των 400.000 ευρώ που ήταν καταβλητέο στις 31/1/2007 (άρθρα 2.2β' και 5.3 του Παραρτήματος Α' της σύμβασης) και επομένως, αφού δεν διαπιστώθηκε κενό στη σύμβαση ως προς το ανωτέρω ζήτημα, ορθώς το Εφετείο δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές αυτές διατάξεις προς κάλυψη του κενού.

Συνεπώς ο τρίτος κατά το πρώτο σκέλος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και για τις εκκρεμείς αναιρέσεις κατά το άρθρο 116 παρ. 2β'του ιδίου νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σχετική σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 279/2019, 201/2017,168/2015).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση αναίρεσης (ειδικότερα δε, αν αφορά τη δημόσια τάξη, που μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την προϋπόθεση πρόσθετης επίκλησης ότι το πραγματικό υλικό στο οποίο στηρίζεται, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ουσίας, ή ότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση) Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 426/2021, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269, 527 και 262 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως προβληθείσα και, επομένως, παραδεκτή η ένσταση, πρέπει να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμον περιστατικά, που επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια, εάν δε έχουν προταθεί αορίστως στην πρώτη συζήτηση και επαναφερθούν σε μεταγενέστερη ή στο εφετείο σαφώς και με πληρότητα, θεωρούνται ότι προτείνονται τότε για πρώτη φορά και υπόκεινται στην απαγόρευση, εκτός εάν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 721/2017). Με τον τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην απόφαση επίσης την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 332 Α.Κ. δεχόμενο τον ανωτέρω, περιεχόμενο στο άρθρο 5.3 του παραρτήματος Α' της σύμβασης περί περιορισμού της ευθύνης των πωλητών στο ποσό των 500.000 ευρώ όρο, επειδή ο όρος αυτός είναι άκυρος, γιατί συντρέχει δόλος του πωλητή. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρεται στον λόγο αυτό ότι τον αποτελούντα ένσταση σχετικό ισχυρισμό τους οι αναιρεσείουσες τον προέβαλαν παραδεκτά είτε στο πρωτόδικο δικαστήριο και τον επανέφεραν παραδεκτά στο Εφετείο είτε για πρώτη φορά στο Εφετείο παραθέτοντας και τους λόγους της παραδεκτής προβολής του για πρώτη φορά σε αυτό.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο κατά το τρίτο σκέλος λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου, την πλημμέλεια από τον αρ. 14 (όχι δε από τον αρ. 1, που επικαλούνται ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δέχθηκε ότι δεν άσκησαν το δικαίωμά τους για μείωση του τιμήματος της πώλησης των 1.500.00 ευρώ κατά το ποσό των 900.000 ευρώ και έτσι δεν εξέτασε την εκ του άρθρου 540 ΚΠολΔ σχετική ένσταση τους και ακολούθως έκανε δεκτή την αγωγή κατά το ποσό των 400.000 ευρώ, ενώ την ένσταση αυτή την είχαν προβάλλει πρωτοδίκως με τις προτάσεις τους και την επανέφεραν στο Εφετείο με την αντέφεσή τους. Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων και της αντέφεσης των αναιρεσειουσών σαφώς προκύπτει ότι αυτές αρνήθηκαν αιτιολογημένα την αγωγή και ως προς την καταβολή μέρους του τιμήματος ποσού 400.000 ευρώ για τους αναφερόμενους στα δικόγραφα αυτά λόγους και δεν προέβαλαν την ένσταση μειώσεως του τιμήματος κατά το ποσό αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 540 Α.Κ. Επομένως το Εφετείο που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν όλων όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει: α) Να απορριφθεί η από 11-4-2023 αίτηση αναίρεσης των Ε., Λ. και Ε. Κ., καθώς και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. ΑΕΓΠ", να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) και β) να γίνει δεκτή η από 22-2-2023 αίτηση αναίρεσης του Α. Σ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει την από 11-4-2023 αίτηση των Ε.(ήδη αποβιωσάσης), Λ. και Ε. Κ., καθώς και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. ΑΕΓΠ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2121/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

- Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

- Δέχεται την από 22-2-2023 αίτηση του Α. Σ. για αναίρεση της ιδίας ανωτέρω απόφασης.

- Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2121/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

- Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.

- Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα.

Και

- Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


https://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=C3I36VQ6V38AUFQNJD6LYM4ZLKXUF1&apof=562_2025&info=%D0%CF%CB%C9%D4%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C12

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: