Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Διαμεσολάβηση : ένταξή της στη λειτουργία του πολιτικού δικαστή και στους σκοπούς της πολιτικής δίκης.



Δημητρίου Τίτσια, πρωτοδίκη
εισήγηση στο σεμινάριο της ΕΣΔι για τη διαμεσολάβηση 

Ι. Εισαγωγή : η διαμεσολάβηση και τα «πλεονεκτήματά» της


Για τους περισσότερους από εμάς ο όρος διαμεσολάβηση εισήλθε στον ορίζοντα αντίληψής μας όταν ψηφίστηκε από την ελληνική βουλή o Νόμος 3898/2010 (ΦΕΚ Α΄ 211/16-12-2010) υπό τον τίτλο «ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΣΕ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ»[1]. Με το νόμο αυτό ενσωματώθηκε  στην εσωτερική έννομη τάξη η Οδηγία 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008 «για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις»[2]. Στόχος της  Οδηγίας, που αποτέλεσε τη βάση του νόμου  3898/2010  είναι η διασφάλιση καλύτερης πρόσβασης στη δικαιοσύνη, η δημιουργία υγιούς σχέσης μεταξύ της διαµεσολάβησης και των δικαστικών διαδικασιών και η ενθάρρυνση της προσφυγής στη διαμεσολάβηση. Κατά την εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η προώθηση της μεσολάβησης δύναται να συμβάλει αποφασιστικά στη μείωση του φόρτου εργασίας των δικαστηρίων και κατ' επέκταση στη μείωση του χρόνου απονομής δικαιοσύνης. Τούτο, ωστόσο, δεν επιδιώκεται ως ανεξάρτητος στόχος της πρότασης Οδηγίας. Θεωρείται μάλιστα ότι "η διαµεσολάβηση έχει αξία από µόνη της σαν µέθοδος επίλυσης των διαφορών...ανεξάρτητα από τη δυνατότητά της να µειώσει την πίεση του δικαστικού συστήµατος" [3]. Όπως σημειώνεται και στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 3898/2010  η διαμεσολάβηση ως θεσμός διακρίνεται από ορισμένα πλεονεκτήματα, τα οποία η πολιτική δίκη ως εκ του προορισμού και της δομής της δεν μπορεί να εγγυηθεί στον ίδιο βαθμό : α)  Επίλυση διαφορών ταχύτερα και οικονομικότερα. Αποτελεί καθημερινό βίωμα το γεγονός ότι η αντιδικία εκτός του ότι συχνά δεν ανταποκρίνεται στα συμφέροντα των μερών είναι χρονοβόρα και πολλές φορές όταν ολοκληρώνεται έχει χάσει το πρακτικό της ενδιαφέρον ή η νίκη, και αν ακόμη έλθει, μοιάζει με «πύρρειο». Επιπλέον, όταν η υπόθεση έλθει ενώπιον των δικαστηρίων οι δαπάνες είναι συνεχείς και κατ’ αποτέλεσμα βεβαρυμένες. Είναι μια οικονομική αιμορραγία διαρκείας, που αφορά την εξέλιξη της δίκης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης και την οριστική εκτέλεση αυτής. Το δε συνολικό της ύψος δύσκολα μπορεί να υπολογισθεί, δεδομένου ότι εξαρτάται όχι μόνο από τα διαθέσιμα ένδικα βοηθήματα και μέσα, σε συνδυασμό με τις αμοιβές των πληρεξουσίων δικηγόρων, αλλά και από το αβέβαιο της τελικής επιδίκασης από το Δικαστήριο της δικαστικής δαπάνης. Αντίθετα στη διαμεσολάβηση τα έξοδα μπορούν εκ των προτέρων να υπολογιστούν και είναι (τώρα ίσως και στη χώρα μας) χαμηλότερα  σε σχέση με τα δικαστικά έξοδα.   β)  Ευέλικτη και γρήγορη διαδικασία – δεν υπάρχουν «κανόνες», η διαδικασία καθορίζεται από τον Διαμεσολαβητή σε συνεργασία με τα μέρη, και από τον έλεγχο των ίδιων των μερών επί της διάρκειας και κυρίως της έκβασής της, αφού εναπόκειται σε αυτά και μόνο να αποφασίσουν με ποιον τρόπο θα επιλύσουν την διαφορά τους ή να τερματίσουν τη διαδικασία όποτε το επιθυμούν (άρθρο 8 § 3 εδ. α του νόμου), γ)  Εμπιστευτική διαδικασία  – τυχόν εμπιστευτικές πληροφορίες που εκμυστηρεύεται ένα μέρος στον Διαμεσολαβητή δεν κοινοποιούνται στο άλλο μέρος, εκτός αν ο Διαμεσολαβητής ζητήσει την «άδεια» του κάθε μέρους (άρθρο 8 § 3 εδ. β-δ του νόμου), ενώ εν γένει η διαμεσολάβηση  διεξάγεται κατά τρόπο που να μην παραβιάζει το απόρρητο αυτής, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν άλλως (άρθρο 10 του νόμου),  δ)  Δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι – κερδίζουν και τα δύο μέρη (win-win-solution) και αποφεύγεται η άκαμπτη λύση «όλα ή τίποτε» αναφορικά με τις έννομες συνέπειες, που είναι συχνά χαρακτηριστική για μια δικαστική απόφαση, ε) Η λύση διαμορφώνεται «στα μέτρα των μερών», δηλ. τα μέρη επιλέγουν τη λύση που ικανοποιεί τα αληθινά συμφέροντα τους, χωρίς να δεσμεύονται από νομικά επιχειρήματα/βάσεις. Κατά γενική εκτίμηση ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της μεσολάβησης σε σύγκριση με τη δικαστική οδό είναι η αυξημένη πιθανότητα επίτευξης κοινά αποδεκτής λύσης, η οποία ανταποκρίνεται στα συμφέροντα και των δύο μερών. Η διαμεσολάβηση δεν επιδιώκει ένα συμβιβασμό, ο οποίος βασίζεται στο συγκερασμό των νομικών θέσεων των μερών, άλλα στοχεύει στη "δημιουργία αξίας" εστιάζοντας στα συμφέροντά τους και συχνά έχει το βλέμμα στο μέλλον και όχι στο παρελθόν. Προσφέρει μία ταχύτερη, οικονομικότερη, απλούστερη και απαλλαγμένη από δικονομικούς φορμαλισμούς εναλλακτική, η οποία βασίζεται στον αυτοκαθορισμό αντί του δικαστικού ετεροκαθορισμού[4]. Ειδικότερα η ανάδειξη και συνεκτίμηση από τα μέρη, με τη βοήθεια του διαμεσολαβητή, ακόμα και μη νομικών στοιχείων που εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους, η δυνατότητα δηλαδή αποδέσμευσης από νομικά στοιχεία και επιχειρήματα, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της διαμεσολάβησης, αφού οι λύσεις είναι περισσότερο προσανατολισμένες στα συμφέροντα και όχι στα δικαιώματα των μερών ( “interest based”  than arights based”) . Ομοίως, είναι δυνατή η ένταξη στη διαμεσολάβηση ακόμα και απαιτήσεων που δεν συνέχονται με την αρχική διαφορά, κάτι που δεν είναι δυνατόν στο πλαίσιο της δίκης, στ) Αποφεύγεται η αντιδικία και διαφυλάσσονται οι επιχειρηματικές ή φιλικές σχέσεις των μερών. Η διαμεσολάβηση επιτελεί συμφιλιωτική λειτουργία. Η διευθέτηση της διαφοράς με τη σύμμετρη και φιλική ικανοποίηση των κατ’ ιδίαν συμφερόντων των μερών επιτρέπει στα μέρη να συνεχίσουν την επιχειρηματική ή άλλη συνεργασία τους προς όφελος των ιδίων και  του ευρύτερου επαγγελματικού ή κοινωνικού τους χώρου. Αντίθετα στη δημόσια δίκη οι σχέσεις των μερών σπάνια αποκαθίστανται ενώ ενίοτε η αντιδικία γεννά και παράπλευρες διαφορές και δίκες. Συχνά μάλιστα και τα δύο αντίδικα μέρη είναι δυσαρεστημένα με την έκβαση της δίκης, διότι σπάνια η απόφαση των Δικαστηρίων ικανοποιεί (πλήρως) τις επιδιώξεις τους, ζ) Στη διαμεσολάβηση δεν νοούνται ένδικα μέσα, αφού αυτή ή καταλήγει σε φιλικό διακανονισμό ή αποτυγχάνει. Αν η διαμεσολάβηση έχει θετική  κατάληξη «από την κατάθεση στη γραμματεία του μονομελούς πρωτοδικείου το πρακτικό διαμεσολάβησης, εφόσον περιέχει συμφωνία των μερών για ύπαρξη αξίωσης που μπορεί να εκτελεσθεί αναγκαστικά, αποτελεί εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με το άρθρο 904 παράγραφος 2 εδ. γ ΚΠολΔ»,  η) Αν η Διαμεσολάβηση δεν καταλήξει σε συμφωνία, τα μέρη μπορούν σε κάθε περίπτωση να προσφύγουν στα Δικαστήρια, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις των μερών δεν θίγονται και η διαδικασία της Διαμεσολάβησης θεωρείται «σαν να μην έγινε», θ) Η διαδικασία είναι μη δεσμευτική. Τα μέρη συμμετέχουν με δική τους πρωτοβουλία και είναι ελεύθερα να αποχωρήσουν όποτε το επιθυμούν. Εντούτοις, είναι προς το συμφέρον τους να προσεγγίσουν τη Διαμεσολάβηση με διάθεση να θέσουν τέρμα στη μεταξύ τους διαφορά.
            Η παράθεση των ανωτέρω πλεονεκτημάτων ουδόλως σημαίνει εξιδανίκευση της διαμεσολάβησης και θεώρησή της ως κατάλληλου και πρόσφορου μέσου επίλυσης κάθε είδους διαφοράς και μάλιστα χωρίς προϋποθέσεις. Απέναντι σε μια προσδοκία μεγαλύτερης ταχύτητας, λιγότερου κόστους, ελαστικότητας, εχεμύθειας, εμπιστευτικότητας, διατήρησης των καλών σχέσεων μεταξύ των μερών, η θεωρητική επεξεργασία έχει αναδείξει και ενδοιασμούς – μειονεκτήματα, όπως ο κίνδυνος επιβολής του πιο δυνατού διαδίκου στον ασθενέστερο, η μη εφαρμογή της δίκαιης δίκης, η εξασθένιση της εφαρμογής του δικαίου, η έλλειψη επαρκών εγγυήσεων όσον αφορά την επαγγελματικότητα, ικανότητα και αμεροληψία των διαμεσολαβητών[5]. Γι’ αυτό και ο έλληνας νομοθέτης στην εισηγητική έκθεση του νόμου σημειώνει με ρεαλισμό και μετριοπάθεια : «Μια σύγχρονη έννομη τάξη οφείλει να προσφέρει στους πολίτες περισσότερους από έναν τρόπους επίλυσης των διαφορών τους, οι οποίοι συνδέονται με διαφορετικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Έτσι, διευκολύνεται η δυνατότητα επιλογής εκείνης ακριβώς της λύσης που προσήκει στην εκάστοτε περίπτωση. Πράγματι, όλες οι διαφορές δεν είναι επιδεκτικές επίλυσης με το ίδιο πάντα μέσο. Υφίστανται λ.χ. διαφορές που έχουν αναχθεί από τα μέρη σε θέμα αρχής, ώστε η δικαστική απόφαση να αποτελεί τον μόνο κατάλληλο τρόπο για την αυθεντική επίλυσή τους. Υφίστανται, όμως, από την άλλη πλευρά, και διαφορές, ως προς τις οποίες η σχετικότητα της ορθής λύσης, η ύπαρξη επαγγελματικών σχέσεων, οι σχέσεις γειτονίας κλπ. αναδεικνύουν την από κοινού διευθέτηση ως το ενδεδειγμένο μέσο. Εξάλλου, ο μεγάλος φόρτος των δικαστηρίων, η συχνή κατάχρηση των υφιστάμενων δικονομικών δυνατοτήτων και οι ελλείψεις και δυσλειτουργίες που παρουσιάζονται στην υλικοτεχνική υποδομή επηρεάζουν αρνητικά την αποτελεσματική παροχή της τακτικής δικαιοσύνης, με συνέπεια τις τελευταίες δεκαετίες να έχουν αναπτυχθεί σε πολλές χώρες εναλλακτικές διαδικασίες, που υποκαθιστούν σε μεγάλο βαθμό το συνηθισμένο μοντέλο της δίκης που περατώνεται με δικαστική απόφαση». Ο έλληνας νομοθέτης έχοντας πλέον ως προτεραιότητα την εμπέδωση της διαμεσολάβησης προχώρησε με το νόμο Ν.4055/2012 (όπως τροποποιήθηκε με και 4139/2013) στην προσθήκη στον ΚΠολΔ του άρθρου 214 Β που ρυθμίζει τη δικαστική μεσολάβηση, δηλαδή τη διαμεσολάβηση όχι από δικηγόρο ή άλλο πιστοποιημένο επαγγελματία αλλά από δικαστικό λειτουργό.

Θα θέλαμε με την παρέμβασή μας να διερευνήσουμε με απλές σκέψεις εάν η διαμεσολάβηση μπορεί να επιτελέσει το διττό στόχο που έθεσε η ανωτέρω κοινοτική οδηγία (μείωση της πίεσης του δικαστικού συστήματος, δυνατότητα για ουσιαστικότερη επίλυση ορισμένων έστω διαφορών) και ιδίως εάν αυτά μπορεί να υπηρετηθούν από τη δικαστική διαμεσολάβηση, εάν δηλαδή ο δικαστής είναι ή πρέπει να είναι και διαμεσολαβητής.  Εάν οι στόχοι αυτοί μπορούν ρεαλιστικά να υπηρετηθούν από τη διαμεσολάβηση τότε αξίζει να εντείνουμε τις προσπάθειές μας ώστε ο θεσμός να εμπεδωθεί και να επιτύχει. Σε διαφορετική περίπτωση βρισκόμαστε για ακόμη μια φορά, όπως φοβούνται πολλοί, μπροστά στον κίνδυνο δημιουργίας ενός ακόμη συστήματος – θεσμού που όχι μόνο δεν θα συμβάλλει στην επίλυση των προβλημάτων του κυρίως συστήματος (του δικαστικού) αλλά θα δημιουργήσει απλώς ένα νέο σύστημα, μια περιττή και ανούσια γραφειοκρατία, η οποία εν πολλοίς θα έχει ως σκοπό την αυτοεπιβεβαίωσή της.   

ΙΙ. Σχετικές  πλην αναγκαίες ορολογικές προσεγγίσεις

Η βιβλιογραφία και στη χώρα μας για την έννοια και τη σημασία του θεσμού αυξάνεται καθημερινά[6] ενώ ο νόμος 3898/2010 βρίσκεται πλέον σε φάση  ουσιαστικής λειτουργίας ενδεικτικό δε τούτου είναι ότι  σε τέσσερις μεγάλες πόλεις (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιά και Λάρισα) λειτουργούν φορείς εκπαίδευσης δικηγόρων - διαμεσολαβητών. Η εκπαίδευση αυτή γίνεται κατά τα αγγλοσαξωνικά πρότυπα και συχνά απευθείας από αγγλοσάξωνες  εκπαιδευτές. Τούτο δεν είναι τυχαίο, διότι ο θεσμός της διαμεσολάβησης με την σύγχρονη μορφή του είναι αναμφίβολα αμερικανικής έμπνευσης[7]. Εύστοχα δε επισημαίνεται[8] ότι αποτελεί ένα ακόμη πεδίο προσέγγισης ηπειρωτικού και αγγλοσαξωνικού δικαίου, καθώς ο θεσμός εξαπλώνεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ιδίως μετά την ώθηση που δέχθηκε από την προαναφερθείσα  κοινοτική οδηγία. Στην αγγλοσαξωνική θεωρία αναφέρονται τέσσερις μεγάλες κατηγορίες εναλλακτικής επίλυσης των διαφορών (που εντάσσονται στην καθιερωμένα πια συντομογραφία  ADR Alternative Dispute Resolution), η negotiation, δηλ. η διαπραγμάτευση, η mediation, δηλ. η διαμεσολάβηση, η conciliation, δηλ. η συμβιβαστική παρέμβαση και βεβαίως η διαιτησία (arbitration). Η διάκριση αυτή δεν μας είναι καθόλου ξένη όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται και αξίζει να τη δούμε εγγύτερα,  διότι ακόμη και αν είναι σχηματική και σχετική (όπως κάθε διάκριση) μας βοηθά να αποσαφηνίσουμε τη φύση της διαμεσολάβησης και κυρίως να δούμε με φρέσκια θεώρηση θεσμούς που είχαμε ήδη στον ΚΠολΔ αλλά δεν είχαν βρει ανταπόκριση στην πράξη.
Α) Υπό τον γνωστό όρο διαπραγμάτευση (negotiation) νοείται η προσπάθεια εξώδικης επίλυσης της διαφοράς των μερών με απ’ ευθείας πάσης φύσης διαπραγματεύσεις χωρίς την συμμετοχή τρίτου ουδέτερου προσώπου και χωρίς βεβαίως προηγούμενη ρύθμιση της διαδικασίας. Εδώ θα πρέπει να ενταχθεί η προσπάθεια επίλυσης της διαφοράς κατά το άρθρο 214Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυσε και ισχύει.  
Β) Υπό τον όρο διαμεσολάβηση (mediation), νοείται η προσπάθεια εκούσιας επίλυσης της διαφοράς που επιχειρείται από τα μέρη υπό την καθοδήγηση ενός ουδέτερου τρίτου προσώπου, του διαμεσολαβητή, ο οποίος υποστηρίζει τα μέρη κατά τις διαπραγματεύσεις (υποβοηθούμενη διαπραγμάτευση), ώστε να καταλήξουν αυτά σε μια κοινή και ικανοποιητική για αυτά λύση. Κατά τη διατύπωση του νόμου 3898/2010  (άρθρο 4β) « Ως διαμεσολάβηση νοείται διαρθρωμένη διαδικασία ανεξαρτήτως ονομασίας, στην οποία δύο ή περισσότερα μέρη μιας διαφοράς επιχειρούν εκουσίως να επιλύσουν με συμφωνία τη διαφορά αυτή με τη βοήθεια διαμεσολαβητή». Ουσιώδες, επομένως, γνώρισμα της[9], είναι  η συμμετοχή ενός ουδέτερου «τρίτου σε σχέση με τους διαδίκους προσώπου, από το οποίο ζητείται να αναλάβει διαμεσολάβηση με κατάλληλο, αποτελεσματικό και αμερόληπτο τρόπο» (άρθρο 4 γ).   Όπως αναφέρει η εισηγητική έκθεση του νόμου «κύριος στόχος του διαμεσολαβητή – και σε αυτό το σημείο κυρίως διακρίνεται από τον διαιτητή – είναι να διευκολύνει τα μέρη να επιλύσουν τα ίδια την διαφορά τους. Ο διαμεσολαβητής δεν έχει εξουσία να αποφασίσει ο ίδιος ή να υποδείξει στα μέρη πιθανές λύσεις για την επίλυση της διαφοράς. Δύναται όμως ο διαμεσολαβητής να διατυπώσει προτάσεις προς επίλυσή της. Η διατύπωση εμφανίζεται αντιφατική, διότι από τη μια ο διαμεσολαβητής εμφανίζεται να μην έχει εξουσία να  υποδείξει στα μέρη πιθανές λύσεις για την επίλυση της διαφοράς ενώ από την άλλη δύναται  να διατυπώσει προτάσεις προς επίλυσή της. Κατά τη φιλοσοφία της διαμεσολάβησης χαρακτηριστικό της εμπλοκής του τρίτου σ’ αυτήν είναι, ότι κατ’ αρχάς ο τρίτος απαγορεύεται να επηρεάσει τα μέρη, δεν υποδεικνύει σε αυτά δικής του έμπνευσης λύσεις, ούτε βεβαίως εκδίδει απόφαση για την διαφορά, αλλά αντίθετα υποβοηθά τα μέρη με κατάλληλες διαπραγματευτικές τεχνικές να συνειδητοποιήσουν τα αληθή συμφέροντα τους, να αναδείξουν (τα μέρη) μέσα από την διαπραγμάτευση κοινά αποδεκτές λύσεις για την όλη σχέση τους και να επιλέξουν, αυτά και πάλι, τις λύσεις εκείνες που θεωρούν μετά την διαμεσολάβηση ότι πρέπει να διέπουν τις σχέσεις τους[10]. Η ευελιξία όμως που από της φύσης της έχει η διαδικασία αλλά και η «οικονομία» της κάθε υπόθεσης δίδουν την ευχέρεια στον διαμεσολαβητή - ο οποίος έχει αφομοιώσει τις θέσεις των μερών, τα σημεία σύγκλισης και απόκλισης και επιπλέον διαθέτει γνώση και εμπειρία - να διατυπώσει διακριτικά  μια πρόταση λύσης,[11] την οποία όμως δεν μπορεί να επιβάλλει στα μέρη, όπως ο διαιτητής. 
Γ) Υπό τον όρο συμβιβαστική παρέμβαση (conciliation), νοείται η διαδικασία, κατά την οποία ουδέτερος τρίτος συνήθως ηυξημένου κύρους ex officio επιχειρεί να υποδείξει στα μέρη δική του λύση προς επίλυση της διαφοράς ή προς επίτευξη συμβιβασμού. Η παρέμβαση του τρίτου «συμβιβαστή» λοιπόν αφενός  δεν είναι πάντα εκούσια επιλογή των μερών αφετέρου είναι πολύ πιο έντονη απ’ ό,τι ο ρόλος του διαμεσολαβητή επιτρέπει στην διαμεσολάβηση, διότι παραδοσιακά η παρέμβαση του «ουδέτερου» τρίτου οδηγεί σε πρόταση λύσεων από αυτόν. Εδώ λοιπόν υπάγονται άνετα γνωστές ρυθμίσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (208, 209, 233 παρ.2, 524 παρ.1, 573, 548, 591, 602, 667, 681Β παρ. 2,681Γ παρ.2 ΚΠολΔ). Ο όρος πάντως αυτός περιπίπτει σταδιακά σε αχρησία και θεωρείται μορφή της διαμεσολάβησης.
Δ) Τέλος η διαιτησία (arbitration), είναι η διαδικασία που αποβλέπει στη διάγνωση (συνήθως) του δικαιώματος και την έκδοση απόφασης από τον ουδέτερο τρίτο διαιτητή. Είναι προφανές ότι ακριβώς το χαρακτηριστικό στοιχείο αυτό, της έκδοσης δηλ. απόφασης από τον τρίτο, ελλείπει σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις. Ούτε ο διαμεσολαβητής, ούτε ο «συμβιβαστής» εκδίδουν απόφαση κρίνοντας την ενώπιόν τους διαφορά.

ΙΙΙ. Ο δικαστής ως «συμφιλιωτής» κατά τα το σύστημα του ΚΠολΔ πριν την εισαγωγή του άρθρου 214 Β ΚΠολΔ.         
 Με την εισαγωγή του άρθρου 214 Β υιοθετείται μια λειτουργία εντελώς πρωτόγνωρη για τον έλληνα δικαστή και για τους σκοπούς της πολιτικής δίκης ;  Προφανώς όχι, διότι απαριθμήσαμε ήδη αρκετές διατάξεις του ΚΠολΔ που προβλέπουν συμβιβαστική – διαμεσολαβητική παρέμβαση του Δικαστή. Ας τις δούμε εγγύτερα :   α) το άρθρο 208 ΚΠολΔ σύμφωνα με το οποίο « Ο ειρηνοδίκης είναι υποχρεωμένος κατά την συζήτηση στο ακροατήριο οποιασδήποτε υπόθεσης που δικάζει και πριν από κάθε συζήτηση να προσπαθήσει να συμβιβάσει τους διαδίκους. Η συζήτηση της υπόθεσης προχωρεί μόνο αν αποτύχει η απόπειρα συμβιβασμού. Η παράλειψή της δεν προκαλεί απαράδεκτο ή ακυρότητα, β) το άρθρο 209 ΚΠολΔ . 1. Όποιος έχει την πρόθεση να ασκήσει αγωγή μπορεί πριν από την κατάθεσή της να ζητήσει τη συμβιβαστική επέμβαση του κατά τόπο αρμόδιου για την εκδίκαση της αγωγής ειρηνοδίκη, έστω και αν αυτός είναι καθ' ύλην αναρμόδιος. Για το σκοπό αυτόν ή υποβάλλεται αίτηση προς τον ειρηνοδίκη, στην οποία πρέπει να αναγράφεται συνοπτικά το αντικείμενο της διαφοράς, ή εμφανίζονται αυθόρμητα οι ενδιαφερόμενοι ενώπιόν του,  γ) το άρθρο  233 § 2 (όπως ίσχυε πριν την σημαντική του τροποποίηση με το νόμο 3994/2011 για την οποία θα γίνει λόγος πιο κάτω) « Το δικαστήριο κατά τη διάρκεια της δίκης μπορεί, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, να επιχειρεί συμβιβαστική λύση της διαφοράς και να καλεί για το σκοπό αυτό τους διαδίκους ενώπιόν του, δ) το άρθρο 667 ΚΠολΔ : «Το δικαστήριο πρέπει να προσπαθήσει να συμβιβάσει τους διαδίκους κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο. Η παράλειψη της απόπειρας συμβιβασμού δεν επιφέρει απαράδεκτο ή ακυρότητα».  Εντονότερη πρωτοβουλία για την κατάρτιση συμβιβασμού αναλαμβάνει ο δικαστής σε δίκες γονικής μέριμνας ή επικοινωνίας με το τέκνο εφαρμόζοντας το άρθρο 681 Γ § 2 που ορίζει ότι  «το μονομελές ή πολυμελές δικαστήριο είναι εξάλλου υποχρεωμένο, κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής και πριν από κάθε συζήτηση να προσπαθήσει, με την ποινή του απαράδεκτου, να επιλύσει συμβιβαστικά τη διαφορά, ύστερα από ακρόαση των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους». Η εντονότερη επέμβαση του δικαστή στις υποθέσεις αυτές (όπως συνάγεται και  από τη θέσπιση απαραδέκτου της συζήτησης) εξηγείται από το ότι η φύση των υποθέσεων είναι τέτοια που ο αμερόληπτος τρίτος είναι αδύνατο να μην επισημάνει στους γονείς ότι το συμφέρον του τέκνου επιτάσσει η μεταξύ τους διαφορά να μην επιλυθεί αντιπαραθετικά. Από τη συνολική θεώρηση των ανωτέρω διατάξεων και φυσικά του ρυθμισμένου σον ΚΠολΔ δικαστικού συμβιβασμού (άρθρο 293 ΚΠολΔ) μπορεί να συναχθεί  ότι ο νομοθέτης δεν θεωρεί αποστολή του δικαστή την επίλυση της διαφοράς αποκλειστικά με αυθεντική απόφαση. Και αν ακόμη ο δικαστικός συμβιβασμός ερείδεται κατά την κρατούσα άποψη επαρκώς στην αρχή της διαθέσεως, ωστόσο αποτελεί μέλημα και του δικαστικού έργου, δεν παύει δηλαδή ο δικαστής να αποτελεί συστατικό μέρος της διαδικασίας και η ειρηνευτική του λειτουργία να εντάσσεται στους σκοπούς της πολιτικής δίκης[12]. Η κανονιστική πρόβλεψη του συμβιβασμού, η συστηματική της ένταξη και η υπαγωγή του στους σκοπούς της δίκης και στα καθήκοντα του δικαστηρίου επιφέρει αναμφίβολα μια αναβάθμιση της συμβιβαστικής επίλυσης και ενισχύει τη σημασία και τις διαστάσεις της. Μάλιστα η δικαιοπολιτική θεώρηση του ζητήματος επισημαίνει ότι μια έννομη τάξη που διαπνέεται από τις αρχές του φιλελευθερισμού και θεωρεί το ατομικό δικαίωμα κεντρικό άξονα της φιλοσοφίας της θεωρεί την συμβιβαστική επίλυση των ιδιωτικών διαφορών ως τον ιδανικότερο τρόπο διευθέτησής τους και την προσφυγή στην κρατική ρύθμιση ως την ultima ratio  ενώ αντίθετα μια έννομη τάξη που αντιλαμβάνεται το δίκαιο ως μέσο επηρεασμού και πηδαλιούχησης των κοινωνικών φαινομένων, δεν μπορεί παρά να ενδιαφέρεται περισσότερο για την πραγμάτωση του δικαίου, οπότε και ο συμβιβασμός, ακόμη και στις ιδιωτικές διαφορές,  να θεωρείται ως η λιγότερη καλή λύση.[13]  
Οι διατάξεις αυτές δεν βρήκαν την επιθυμητή ανταπόκριση στην πράξη. Ακόμη και στην περίπτωση του άρθρου 681 Γ § 2 ΚΠολΔ, παρόλο που συχνά ο δικαστής με το κύρος του μπορεί να δώσει ώθηση σε μια συμβιβαστική λύση, αυτή συνήθως δεν επιτυγχάνεται εάν οι διάδικοι δεν έχουν οι ίδιοι ήδη σχεδόν καταλήξει. Όπως έχει εύστοχα επισημανθεί[14]  η εξήγηση μπορεί να αναζητηθεί στο γεγονός ότι οι δικαστές, στους οποίους έχει ανατεθεί η εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, είναι υπερφορτωμένοι και δεν έχουν ούτε το χρόνο, αλλά ούτε και τη διάθεση να ασχοληθούν σοβαρά με τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και ότι αντιλαμβάνονται ως πρωταρχικό τους έργο την εφαρμογή του δικαίου και λιγότερο την ειρηνική διευθέτηση της διαφοράς, αντίληψη την οποία ενισχύει και ο παθητικός τους ρόλος στην πολιτική δίκη που δεν ευνοεί την ανάληψη πρωτοβουλιών για την επίτευξη συμβιβασμού.
Δεν είναι όμως, νομίζω, μόνο αυτός ο λόγος που οι διατάξεις αυτές δεν έτυχαν της δέουσας εφαρμογής. Παρόλο που συχνά ο δικαστής με το κύρος του μπορεί να δώσει ώθηση σε μια συμβιβαστική λύση, το έργο αυτό δεν είναι δυνατόν να επιτελεστεί ορθολογικά και μεθοδικά (ιδίως από έδρας, όπως κατά κανόνα επιχειρείται)  κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (και ενώ πλήθος άλλων διαδίκων αναμένουν την εκδίκαση των υποθέσεών τους). Η συναινετική επίλυση της διαφοράς μπορεί να γίνει σε ορισμένο «κλίμα» (ακόμη και «τεχνικά – χωροταξικά» θέματα μπορεί να έχουν σημασία),  αποτελεί μια αλυσιδωτή διαδικασία που αφετηριάζεται με την ενημέρωση του διαδίκου για τις δυνατότητες και διαδικασίες που προβλέπει ο νόμος προς επίλυση διαφορών και τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα  της καθεμιάς και συνεχίζεται με την καλλιέργεια κατάλληλου κλίματος εμπιστοσύνης και κατανόησης[15], την απορρόφηση αρνητικών συναισθημάτων και προϊδεάσεων των μερών, εύστοχη ένταξη προβληματισμών – θεματικών ιδίως μέσω ανοικτών ερωτήσεων[16], ανάλυση των συγκρουόμενων συμφερόντων,  εντοπισμό των πιθανών σημείων ταύτισης, έγκαιρη και επινοητική διαχείριση των αδιεξόδων[17] και πολλά άλλα[18]. Εκ των πραγμάτων, όμως, όταν έλθει η ώρα του ακροατηρίου η συζήτηση διεξάγεται με βάση το νομικό οπλοστάσιο και είναι προσανατολισμένη στα δικαιώματα των μερών και όχι στα συμφέροντά τους  (“rights basedthan ainterest based” ). Η συμβιβαστική παρέμβαση ή η διαμεσολάβηση είναι μια απαιτητική διαδικασία, που απαιτεί προετοιμασία, γίνεται όχι επιθετικά αλλά μεθοδικά, συντονισμένα, σε στάδια και η διεξαγωγή της απαιτεί χρόνο (κατά κανόνα τουλάχιστον χρόνο, ίσως μία μέρα ή και περισσότερο).
IV. Ο διαμεσολαβητής δικαστής του άρθρου 214 Β
  Ο νομοθέτης λοιπόν καταστρώνοντας τη δικαστική διαμεσολάβηση στο άρθρο 214 Β έχει ορισμένα νέα δεδομένα υπόψη του : α) πρώτον έχει ήδη δημιουργηθεί το νομοθετικό πλαίσιο για τη λειτουργία της διαμεσολάβησης γενικά και  για την εξοικείωση των δικηγόρων είτε με το ρόλο του διαμεσολαβητή είτε με το ρόλο του νομικού παραστάτη στη διαμεσολάβηση (κατ’ επέκταση έχει δημιουργηθεί το υπόβαθρο ώστε οι πολίτες και οι επιχειρήσεις – «πελάτες» των δικηγόρων να μπορούν να εντάξουν τη διαμεσολάβηση στους τρόπους που θα επιλύσουν τις διαφορές τους), β) η πρόβλεψη φορέων κατάρτισης και πιστοποίησης διαμεσολαβητών δεικνύει την παραδοχή ότι η διαμεσολάβηση είναι κάτι που μπορεί να «διδαχθεί» και σε κάθε περίπτωση απαιτεί εξειδικευμένη ενασχόληση. Γι’ αυτό ο  νομοθέτης καταστρώνοντας τη δικαστική πλέον μεσολάβηση προέβλεψε το έργο αυτό να επιτελούν ορισμένοι προς τούτο δικαστές  § 2. Σε κάθε πρωτοδικείο και εφετείο ορίζονται, για δύο έτη, με δυνατότητα ανανέωσης για ένα επιπλέον έτος, ένας ή περισσότεροι από τους υπηρετούντες προέδρους πρωτοδικών και εφετών ή από τους αρχαιότερους πρωτοδίκες και εφέτες, ως μεσολαβητές μερικής ή πλήρους απασχόλησης». Η δικαστική διαμεσολάβηση όπως διαγράφεται στο άρθρο 214 Β ΚΠολΔ δεν διαφέρει στη βασική της σύλληψη  από αυτή που διενεργεί οποιοσδήποτε διαμεσολαβητής[19] και διαπλάθεται με ελευθερία ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης. Η  § 3 δεν περιλαμβάνει κάποιο δεσμευτικό πλαίσιο αλλά απλές κατευθυντήριες οδηγίες. Λέει συγκεκριμένα : «Η δικαστική μεσολάβηση περιλαμβάνει ξεχωριστές και κοινές ακροάσεις και συζητήσεις των μερών και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους με τον μεσολαβητή δικαστή, ο οποίος και μπορεί να απευθύνει στα μέρη μη δεσμευτικές προτάσεις επίλυσης της διαφοράς».
Από τη διατύπωση αυτή μπορούμε να εξάγουμε κάποια πρώτα συμπεράσματα : α) ο νομοθέτης δεν επιδιώκει, και ορθά, να θεσπίσει κανόνες και «τρόπο» διαμεσολάβησης, διότι αυτό θα εμπόδιζε την ευελιξία και το εύπλαστο που είναι συστατικά της διαμεσολάβησης. Αναφέρει όμως την ύπαρξη «ξεχωριστών και κοινών ακροάσεων και συζητήσεων των μερών και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους με τον μεσολαβητή δικαστή». Για όσους είναι εξοικειωμένοι με τις πρακτικές της διαμεσολάβησης όπως έχουν καθιερωθεί και παρουσιάζονται σε σχετικά εγχειρίδια[20] αυτό το «πέρα δώθε» - η εναλλαγή ξεχωριστών και κοινών συζητήσεων είναι ένα βασικό εργαλείο δουλειάς του μεσολαβητή[21]. Εμμέσως θα μπορούσε να πει κανείς ότι δίδεται το μήνυμα στο μεσολαβητή – δικαστή  ότι προκειμένου να διευκολυνθεί στην αποστολή του αξίζει να εξοικειωθεί με «Αρχές και δεξιότητες της Διαμεσολάβησης».[22] Επίσης δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία η ρητή επισήμανση του νόμου ότι ο δικαστής «μπορεί να απευθύνει στα μέρη μη δεσμευτικές προτάσεις επίλυσης της διαφοράς». Είναι εμφανές ότι στην αντίληψη του ιστορικού νομοθέτη ο ρόλος του δικαστή (ως προσώπου αυξημένου κύρους) θα πρέπει να είναι ενεργητικότερος από αυτόν του κλασσικού διαμεσολαβητή και η δράση του να εγγίζει αυτό που ονομάσαμε ανωτέρω συμβιβαστική παρέμβαση (conciliation)[23].


V. Αξιολόγηση  προοπτικών

Η δικαστική διαμεσολάβηση (όπως και η διαμεσολάβηση γενικότερα) θα συνδράμει αποφασιστικά στην επιτάχυνση απονομής της πολιτικής δικαιοσύνης ; Το ελπίζουμε αλλά αυτό δεν είναι αυτονόητο και πάντως δεν θα γίνει κατά τρόπο «γραμμικό» ή «λογιστικό». Όπως ειπώθηκε η διαμεσολάβηση μιας μόνο υπόθεσης μπορεί να απαιτήσει μια ολόκληρη ημέρα (ή και περισσότερο) οπότε αντιλαμβανόμαστε όλοι πως όσες διαμεσολαβήσεις και αν κάνει ο δικαστής- μεσολαβητής, ακόμη και αν είναι επιτυχείς δεν θα ελαφρυνθούν κατ’ ανάγκη αισθητά τα πινάκια των δικαστηρίων (πέραν του ότι ο δικαστής αυτός αφιερώνει πολύτιμο χρόνο ακόμη και για «αποτυχημένες» διαμεσολαβήσεις στις υποθέσεις δε αυτές δεν θα εκδώσει στη συνέχεια δικαστική απόφαση). Βέβαια η διαμεσολάβηση άπαξ και επιτύχει μπορεί να σημάνει την αποφυγή όχι μιας αλλά περισσοτέρων δικών (αποφυγή ενδίκων μέσων, δικών περί την εκτέλεση, νέων συναφών αγωγών ή και μηνύσεων λόγω της συχνής ποινικοποίησης ακόμη και αστικών διαφορών). Φυσικά τα δεδομένα μπορούν ν’ αλλάξουν αισθητά εάν επιτύχει στην πράξη η διαμεσολάβηση και του Ν. 3898/2010.  Κατ’ εμέ, όμως, το σημαντικότερο είναι το ποιοτικό στοιχείο, ότι δηλαδή συχνά η φύση ορισμένων διαφορών απαιτεί τουλάχιστον να επιχειρηθεί αλλά οργανωμένα η αντιμετώπισή τους στα πλαίσια της διαμεσολάβησης. Γι’ αυτό και μελετώντας τυχόν  στατιστικά στοιχεία δεν αρκεί να δούμε μόνο πόσες υποθέσεις οδηγούνται σε διαμεσολάβηση αλλά πόσες από τις υποθέσεις που οδηγούνται στη διαμεσολάβηση καταλήγουν θετικά, τα οποία συνήθως είναι ικανοποιητικά (γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία της σωστής αξιολόγησης της υπόθεσης και αν αυτή είναι δεκτική διαμεσολάβησης). Είναι κοινή πείρα σε πολλές έννομες τάξεις ότι η διαμεσολάβηση έχει να διαδραματίσει ένα σημαντικό ρόλο σε διαφορές όπως οι οικογενειακές, όπου η κατ’ αντιδικία δίκη τείνει να επιτείνει και να αυξάνει τις υπάρχουσες διαφορές. Σ’ αυτές άλλωστε τις διαφορές παραδοσιακά οι δικαστές δείχνουν ιδιαίτερη ευαισθησία και ενδεχομένως τώρα να μπορούν να συνεισφέρουν ακόμη περισσότερο γιατί μια λύση που εν τέλει δεν επιβάλλεται στους διαδίκους αλλά είναι δημιούργημα δικό τους έχει το ανεκτίμητο πλεονέκτημα ότι μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη και να μην υπονομευθεί, πλεονέκτημα που συχνά στερείται ακόμη και μια καλή και ισορροπημένη δικαστική απόφαση. Ο ίδιος ο νομοθέτης με βάση την αιτιολογική έκθεση φαίνεται να δίδει έμφαση στη συνεισφορά που μπορεί να έχει ειδικά η δικαστική διαμεσολάβηση στο «να εμπεδωθεί  καλύτερα η εµπιστοσύνη των πολιτών στους εξώδικους τρόπους επίλυσης διαφορών και να καταστεί  ευχερέστερη η προσφυγή τους σε αυτούς, µε τελικό αποτέλεσμα την ευρύτερη κατά το δυνατόν επιτυχία των τρόπων τούτων και την αντίστοιχη ελάφρυνση των δικαστηρίων, ώστε τα τελευταία να ασχολούνται µε τις υποθέσεις εκείνες που πράγµατι χρειάζονται δικαστική διερεύνηση και απόφαση». Προς αυτή την κατεύθυνση σημαντική είναι νομίζω η  πρόβλεψη της § 4 του άρθρου 214 Β. « Το δικαστήριο στο οποίο είναι εκκρεμής η υπόθεση μπορεί σε κάθε στάση της δίκης, ανάλογα με την περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να καλεί τα μέρη να προσφύγουν στη δικαστική μεσολάβηση για την επίλυση της διαφοράς τους και ταυτόχρονα, αν συμφωνούν τα μέρη, να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης σε σύντομη δικάσιμο και πάντως όχι πέραν του εξαμήνου»[24] 
Συχνά, όταν η κρίσιμη ώρα της αντιπαράθεσης φτάνει, τα μέρη, οι νομικοί τους παραστάτες αλλά και το δικαστήριο αντιλαμβάνονται ότι για τη συγκεκριμένη υπόθεση η κατ’ αντιδικία δίκη δεν είναι ο κατάλληλος μηχανισμός επίλυσης και είναι υπαρκτός ο κίνδυνος οι διάδικοι είτε να  «ενταφιαστούν αμφότεροι  υπό των κοινών ερειπίων» είτε ακόμη και αν κερδίσουν, η νίκη να είναι πύρρειος και χειρότερη από ένα συμβιβασμό.  Το χρονικό αυτό σημείο συνήθως συνοδεύεται και από ωρίμανση των θέσεων, των προσδοκιών και των συνειδήσεων των διαδίκων και γι’ αυτό είναι ίσως από τα καταλληλότερα ώστε να ακολουθήσει διαμεσολάβηση, η οποία έχει το επιπλέον πλεονέκτημα ότι μπορεί να ρυθμίσει τις διαφορές των διαδίκων συνολικά καθώς δεν δεσμεύεται από το αντικείμενο της δίκης όπως οριοθετήθηκε από την αγωγή. 
Εδώ θα ήθελα να αναδείξω τη σημαντική τροποποίηση που επήλθε (με το άρθρο 22 παρ.3 Ν.3994/2011) και στο άρθρο 233 ΚΠολΔ, το οποίο στις νέες § § 2 -4  θεσπίζει την υποχρεωτική με πρωτοβουλία του δικαστηρίου απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς ως γενικό θεσμό της τακτικής διαδικασίας[25]. « § 2 Εάν αντικείμενο της δίκης είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορά, για την οποία επιτρέπεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο να συνομολογηθεί συμβιβασμός, και οι διάδικοι δικάζονται αντιμωλία, το δικαστήριο επιχειρεί συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Η Απόπειρα συμβιβασμού μπορεί να γίνει μετά την έναρξη της Συζήτησης και καθ` όλη τη διάρκεια της, σε κάθε στάση της δίκης μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Για το σκοπό αυτόν το δικαστήριο μπορεί να συνεχίσει τη συζήτηση της υπόθεσης που εκφωνήθηκε, αφού εκδικάσει τις υπόλοιπες υποθέσεις του πινακίου, ή να διακόψει τη Συζήτηση της για άλλη ημέρα και ώρα. Η συνεχιζόμενη συζήτηση μπορεί να λάβει χώρα σε οποιαδήποτε αίθουσα ή και γραφείο του οικείου δικαστικού καταστήματος, που ορίζεται με προφορική ανακοίνωση του δικαστηρίου και καταχωρίζεται στα Πρακτικά. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να αναβάλει μία φορά τη Συζήτηση για την αμέσως επόμενη δικάσιμο του ίδιου δικαστή ή της ίδιας πολυμελούς συνθέσεως, διατάσσοντας και την αυτοπρόσωπη εμφάνιση διαδίκου ή την προσκομιδή ειδικού πληρεξουσίου κατά το άρθρο 98 περίπτωση β`. Οι ανακοινώσεις του δικαστηρίου για τη διακοπή ή Αναβολή της Συζήτησης επέχουν θέση κλήτευσης όλων των παρισταμένων διαδίκων. 3. Εάν η απόπειρα αποτύχει, η Συζήτηση της υπόθεσης συνεχίζεται κανονικά. Οι επισημάνσεις ή οι προτάσεις του δικαστηρίου, οι θέσεις που έλαβαν οι διάδικοι και οι τυχόν υποχωρήσεις τους κατά την προσπάθεια επίτευξης του συμβιβασμού δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την έκδοση της απόφασης και δεν επηρεάζουν την έκβαση της δίκης. Στα Πρακτικά αναφέρεται ότι επιδιώχθηκε συμβιβασμός και ότι η απόπειρα απέβη ανεπιτυχής. 4. Αν επέλθει συμβιβασμός, καταχωρίζεται στα Πρακτικά και εφαρμόζεται το άρθρο 293 παράγραφος 1.» Νομίζω πως είναι εμφανές ότι το άρθρο 214 Β πρέπει να το δούμε σε ενιαίο πλαίσιο και σε άμεση συνάρτηση με το νέο άρθρο 233 ΚΠολΔ, διότι με τα δύο αυτά άρθρα οι δικαστές μπορούν να αναπτύξουν πρωτοβουλία για μια πιο «ουσιαστική» αντιμετώπιση ορισμένων τουλάχιστον υποθέσεων. Το άρθρο 233 ΚΠολΔ μάλιστα έχει κατά τη γνώμη μου ένα κρίσιμο πλεονέκτημα : καλείται να το εφαρμόσει άμεσα ο κάθε δικαστής (όχι μόνο ο διαμεσολαβητής), ο οποίος έχει ήδη ενημερωθεί για την υπόθεση (τόσο από την προμελέτη όσο και ακούγοντας τους διαδίκους) και έχει απέναντί του διαδίκους που έχουν και οι ίδιοι ολοκληρωμένη εικόνα για την υπόθεσή τους. Όπως εύστοχα αναφέρει η εισηγητική έκθεση : «Έχει διαπιστωθεί στην πράξη ότι οι διάδικοι, αλλά και οι πληρεξούσιοι τους, δέχονται ευμενέστερα την προσπάθεια συμβιβασμού, όταν τους έχει ήδη δοθεί η ευκαιρία να αναπτύξουν τις θέσεις τους και έχουν λάβει γνώση των ισχυρισμών και των αποδεικτικών στοιχείων της αντί­δικης πλευράς. Το γεγονός ότι τότε γνωρίζουν τα όπλα του αντιδίκου τους δεν είναι αρνητικό, αλλά αντιθέτως επιδρά ευνοϊκά στη συμβιβαστική επίλυση. Αυτοί έχουν πλέον συνολική θεώρηση όλου του υλικού της υπόθεσης και αποκτούν συναίσθηση των κινδύνων, που μπορεί να συνεπάγεται για τα συμφέροντα τους η έκδοση δικαστικής απόφασης, η οποία ενδεχομένως θα δικαιώνει συνολικώς ή εν μέρει τον αντίδικο τους. Στην αρχή της συζήτησης γνωρίζουν μόνο τους δικούς τους ισχυρισμούς και τα δικά τους όπλα, με συνέπεια να πιστεύουν εύλογα ότι είναι προδιαγεγραμμένη η νίκη τους στη δικαστική διαμάχη. Ρητώς προβλέπεται ότι όσα λάβουν χώρα κατά την απόπειρα του δικαστηρίου δεν προδικάζουν την τελική κρίση επί της υποθέσεως, αν η προσπάθεια αποτύχει. Οι θέσεις που λαμ­βάνουν οι διάδικοι και οι υποχωρήσεις, στις οποίες προέβησαν, δεν καταχωρού­νται στα πρακτικά, ώστε να μην αποτελούν υλικό της δίκης σε περίπτωση αποτυ­χίας. Έτσι αποφεύγονται τυχόν ενδοιασμοί τους ως προς τις προτάσεις που μπο­ρούν να υποβάλλουν ή να αποδεχθούν κατά τη διάρκεια της απόπειρας. Η σύντα­ξη του πρακτικού θα γίνεται ατελώς και αυτό μπορεί επίσης να αποτελέσει παρά­γοντα που θα επαυξήσει τις πιθανότητες συμφωνίας. Εάν υπάρχει καταψήφιση, ο διάδικος που δικαιούται να προβεί σε εκτέλεση θα επιβαρύνεται μόνο με το τέλος απογράφου. Η ενδεχόμενη θέσπιση και διαδικασίας διαμεσολάβησης χωρίς την παρουσία δικαστή, δεν αποτελεί κώλυμα για την καθιέρωση της απόπειρας δικα­στικού συμβιβασμού, η οποία γίνεται σε ένα διαφορετικό στάδιο εξέλιξης της διαφοράς».
Θεωρώ επίσης αυτονόητο ότι σε περίπτωση που ο δικαστής αξιοποιώντας τις δυνατότητες του άρθρου αυτού εξασφαλίσει τον δικαστικό συμβιβασμό τούτο θα πρέπει αυτομάτως να προσμετράται ωσάν να είχε περαιώσει την υπόθεση με έκδοση απόφασης. 
Από την ανωτέρω ανάπτυξη προκύπτει νομίζω ευκρινώς ότι εάν δούμε τη (δικαστική) διαμεσολάβηση μόνο ως ένα επιπλέον σύστημα που δήθεν θα λύσει ή θα αμβλύνει (και μάλιστα με ένα τρόπο «μηχανικό») τα προβλήματα του δικαστικού συστήματος[26] διακινδυνεύουμε να επαληθευτεί  αυτό που πολλοί  λένε[27], ότι πρόκειται για ένα θεσμό που δεν θα περπατήσει και που θα καταντήσει κενός τύπος όπως η υποχρεωτική απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης του άρθρου 214 Α ΚΠολΔ όπως ίσχυε.
Και αν δεν δούμε τη διαμεσολάβηση ως ένα επιπλέον «σύστημα – θεσμό» πως θα τη δούμε είναι το ουσιαστικό  ερώτημα : Η  απάντηση νομίζω, που μπορεί να υποστηριχθεί και από την ανάπτυξη που προηγήθηκε, είναι πως θα τη δούμε ως μια άλλη  ν ο ο τ ρ ο π ί α, ένα άλλο π ρ ό τ υ π ο αντιμετώπισης των ανθρώπινων διαφορών που δεν έρχεται απλά να διαχειριστεί προβλήματα και ελλείψεις ενός άλλου συστήματος (της πολιτικής δίκης) αλλά έχει αξία καθ’ εαυτή, όπως σωστά νομίζω έθεσε το ζήτημα εξαρχής και η κοινοτική οδηγία.
Είναι «εκ των ων ουκ άνευ» (sine qua non) σε μια κοινωνία να υπάρχει μια νομική παράδοση που προσπαθεί να αποδίδει «το προσήκον εκάστω δικαίω» μέσα από επεξεργασμένους νομικούς τύπους - καλούπια στους οποίους ο τρίτος κριτής δικαστής υπάγει  πρόσωπα και πράγματα και βγάζει ένα «δια ταύτα» που ανταποκρίνεται στο ρόλο το δικό του αλλά και τους ρόλους που υποδύονται αυτοί  που εξ ανάγκης προστρέχουν ενώπιόν του. Είναι, όμως, επίσης σημαντικό να υπάρχουν (και ιστορικά πάντοτε υπήρχαν) και παραδόσεις που δεν στοχεύουν στην κατά νόμο επίλυση των διαφορών μέσω της αναζήτησης ενός (σχετικού) θετικού δικαίου αλλά βοηθούν τους κοινωνούς να συνειδητοποιούν ότι η λύση της διαφοράς από τους ίδιους (με την αναγκαία υποβοήθηση) είναι συχνά (όχι πάντοτε‼) από μόνο του ένα ξέχωρο αγαθό, ένα όντως συμφέρον. Γιατί και οι  καθημερινές μας συγκρούσεις όπως και πολλά άλλα ευρύτερα ζητήματα (ο πολιτικός ανταγωνισμός, το εμπόριο,  η εξωτερική πολιτική, ο πόλεμος) δεν είναι πάντοτε παίγνιο μηδενικού αθροίσματος. Ό,τι δηλαδή χάνει ο ένας δεν το κερδίζει υποχρεωτικά ο άλλος. Μπορεί να κερδίσουν και οι δύο ανταγωνιστές είτε να χάσουν και οι δύο, ακόμα και να «ενταφιαστούν υπό των κοινών ερειπίων». Είναι συνεπώς αναγκαία η καλλιέργεια πρακτικών που βοηθούν τους κοινωνούς να λύνουν τις διαφορές τους οι ίδιοι με βάση όχι προκαθορισμένες νόρμες – νομικούς τύπους αλλά με βάση τις ιδιαίτερες (ακόμη και τις πολύ ιδιαίτερες) ανάγκες και ιδιομορφίες τους ώστε μάλιστα να επιτυγχάνεται η σίγαση του παθους, η λύση του δράματος, η συνέχιση της συνεργασίας, η επιλογή λύσεων που εν τέλει θα εφαρμοστούν γιατί θα είναι  δημιούργημα – κατόρθωμα των ιδίων των ενδιαφερομένων. Αυτό που περιέγραψα μόλις τώρα είναι ένα άλλο π ρ ό τ υ π ο για το τι θα πει λύνω τις διαφορές μου, αναζητώ το σωστό, το δέον γενέσθαι σε συγκεκριμένη περίπτωση. Τονίζω τη λέξη πρότυπο λέγοντας ότι γενικά τα πρότυπα  «ορίζουν» με τον τρόπο τους τι είναι «καλό», «ωραίο», ή «σωστό» και ελκύουν τα άτομα προς τις ανάλογες, τις «επαινετές» πράξεις που μεταμορφώνουν το ζην σε ευ ζην [28].
Το πρώτο ζητούμενο είναι εάν το πρότυπο αυτό θα γίνει ελκυστικό, εάν δηλαδή θα αρχίσει να εγγράφεται στο συνειδητό και το ασυνείδητό όλων μας[29], εάν θα αρχίζει να αναπαράγεται και να βελτιώνεται ώστε να σχηματίσει μια καλή πρακτική (bonne pratique) ή αλλιώς μια παράδοση. Όπως η εύρεση του δικαίου δια της αντιδικίας είναι μια παράδοση (και αυτό το καταλαβαίνουμε όταν επικοινωνήσουμε εκ βαθέων με έναν έμπειρο δικαστή ή δικηγόρο), το ίδιο και η διαμεσολάβηση.  Και όταν λέμε παράδοση εννοούμε μαστορική, η οποία περιλαμβάνει πρότυπα, εργαλεία και προπαντός μαστόρους[30]. Και αν η νομική εργασία του δικαστή και του δικηγόρου είναι ένας συνδυασμός επιστήμης και μαστορικής, η διαμεσολάβηση είναι πρωτίστως μαστορική. Αυτοί που την κάνουν με επιτυχία δεν τα καταφέρνουν τόσο πολύ επειδή έχουν συγκεντρώσει κάποιες γνώσεις αλλά επειδή πρώτα συνεπαίρνονται με τη διαδικασία, αφοσιώνονται σ’ αυτή, αναπτύσσουν πρακτικές δεξιότητες και χαρίσματα, τα οποία φυσικά υπερβαίνουν τη νομική επιστήμη και άπτονται πληθώρας άλλων επιστημών όπως της ψυχολογίας, των διαπραγματεύσεων κ.λ.π..  
Είναι προφανές ότι μιλάμε για κάτι διαφορετικό από αυτό που σχεδόν αποκλειστικά  κάναμε έως τώρα και ανέμεναν και οι πολίτες από εμάς. Από τα φοιτητικά μας χρόνια αρχίζουμε να μαθαίνουμε ότι η διαφορά επιλύεται μέσα από ένα ατέρμονο πέρα δώθε του ματιού και της σκέψης ανάμεσα στον παράδεισο των νομικών εννοιών από τη μια και την «κόλαση» των πραγματικών περιστατικών από την άλλη ώστε οι νομικές έννοιες να δεξιωθούν τα πραγματικά περιστατικά και τα τελευταία να υποταχθούν στις νομικές έννοιες. Μπορούμε παράλληλα με αυτό το κυρίως καθήκον μας να κάνουμε και κάτι τόσο διαφορετικό όπως η διαμεσολάβηση, που υποβαθμίζει τις νομικές έννοιες και εστιάζει σε ανάγκες, επιθυμίες, συμφέροντα των ενδιαφερομένων  ; Δεν ούτε απλό ούτε αυτονόητο. Μπορεί  λ.χ. ο δικαστής – διαμεσολαβητής  να έχει εχέγγυα αμεροληψίας και απόθεμα εμπειριών από την τριβή στις αίθουσες δικαστηρίων άλλα είναι άλλο πράγμα η έκδοση δικαστικής απόφασης και άλλο η γεφύρωση του χάσματος μεταξύ των αντιδίκων με την αμοιβαία προσέγγιση των θέσεων αμφοτέρων. Άρα πρέπει πρώτ’ απ’ όλα ν’ αντιληφθούμε ότι το μέχρι τώρα οπλοστάσιο σπουδών και επαγγελματικής εμπειρίας μας δεν επαρκεί. Γι’ αυτό το ζήτημα άπτεται και της δικαστικής εκπαίδευσης και ευλόγως βρισκόμαστε εδώ σήμερα στον οικείο χώρο της Σχολής Δικαστών.
Η διαδικασία αυτή - η οποία μάλιστα έχει το χαρακτηριστικό  αφορά όχι μόνο τη χώρα μας αλλά το ευρύτερο δικαιϊκό μας περιβάλλον[31] - φυσικά, εάν τελεσφορήσει, θα είναι χρονοβόρος και λεπτή και θα περιλαμβάνει αναζητήσεις και αναστοχασμούς όπως αυτούς που παρουσιάζει ο Βασίλης Καραποστόλης, καθηγητής Επικοινωνίας σε ένα επινοημένο διάλογο «περί της δυνατότητας συμβιβασμού»[32] είναι ο τίτλος, ο οποίος διασκευασμένος παρουσιάζεται κατωτέρω (οι υπογραμμίσεις δικές μου).  
Α: Είναι λοιπόν τόσο δύσκολος ο συμβιβασμός;
Β: Λίγο ώς πολύ ναι. Ειδικά, εδώ, στον τόπο μας.
Α Πάλι ο τόπος μας. Δηλαδή, αλλού είναι ευκολότερος;
Β: Εξαρτάται. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, δεν εγκαταλείπουν εύκολα την προσπάθεια να βρίσκουν σημεία ισορροπίας. Το θεωρούν μάλιστα επίτευγμα να φτάσουν εκεί, μπορεί μάλιστα να πει κανείς ότι ενισχύεται έτσι η αυτοπεποίθησή τους. Δεν νιώθουν οι αντίπαλοι ότι παραχωρώντας κάτι ο ένας στον άλλο, κινδυνεύουν στη συνέχεια να τα χάσουν όλα. Αυτό που μένει στην κατοχή τους το θεωρούν αρκετό, και η απόδειξη ότι έχουν αποθέματα δύναμης βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι μπορούν να παραχωρούν κάποια οφέλη.
Α: Μοιάζει λίγο με υπεροψία αυτό. Είναι σαν να λέει κανείς: «ό,τι και να σου παραχωρήσω, πάλι ακλόνητος θα ’μαι».
Β: Εσύ τη λες υπεροψία, εγώ αυτοπεποίθηση. Πάντως ένα είναι βέβαιο: ότι τον συμβιβασμό οι Εγγλέζοι δεν τον βλέπουν σαν ήττα.
Α: Δεν τους πολυκαταλαβαίνω, ξέρεις. Προτιμώ τους Γάλλους. Αυτοί έχουν και το «κοινωνικό τους συμβόλαιο», αλλά έχουν και τις κοινωνικές εξεγέρσεις τους. Πηγαίνουν από το ένα στο άλλο, ζουν, θυμώνουν, διεκδικούν και μετά... τα βρίσκουν.
Β: Τους αναγκάζουν οι αποτυχίες τους να τα βρουν.
Α: Εστω κι έτσι.
Β: Το ζήτημα όμως είναι αν υποφέρει κανείς κατά βάθος επειδή κατέληξε στον συμβιβασμό ή αν τον βλέπει σαν μια λύση που τη βρήκε με τις ικανότητές του.
Α: Τι ικανότητες εννοείς;
Β: Να, πρώτα απ’ όλα την ικανότητα να αποκηρύσσεις εν μέρει τον προηγούμενο εαυτό σου. Είναι αυτό που στην Ελλάδα μοιάζει σχεδόν αδύνατο. Αποτελεί όμως όρο για να πετύχει ένας συμβιβασμός. Να παραδεχθούν σιωπηρά οι αντίδικοι ότι όσα σκέπτονταν και έπρατταν προηγουμένως δεν ήταν απολύτως ορθά. Κατηγορούσες τον αντίπαλο για περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Τώρα όμως πρέπει να διορθώσεις. Αλλά το να διορθώνεις τον εαυτό σου σημαίνει ότι του κόβεις ένα κομμάτι, και το θέμα είναι μήπως φοβάσαι ότι το υπόλοιπο που θα μείνει θα είναι πολύ μικρό.
Α: Εξακολουθείς να μιλάς πολύ εγγλέζικα. Το πολύ, το λίγο, το αρκετό, το υπόλοιπο... Την ανθρώπινη ψυχή δεν την εξετάζει κανείς με όρους cost-benefit ανάλυσης.
Β: Γιατί όχι; Ο Πλάτων δεν μιλούσε για τη «μετρητική» τέχνη; Οι ηδονές και οι λύπες κάπως πρέπει να μπαίνουν κι αυτές στη ζυγαριά. Δεν έχεις ποτέ νιώσει την ευχαρίστηση που έρχεται όταν μπορείς να διακρίνεις σωστά τα πράγματα, να τα χωρίζεις, να τα διαιρείς;
Α: Τι σχέση έχει τώρα η διαίρεση;
Β: Έχει σχέση και μεγάλη. Για να πετύχει ένας συμβιβασμός πρέπει να φανταζόμαστε ότι το αντικείμενο της διαμάχης είναι διαιρετό. Ένα τμήμα του θα το πάρεις εσύ, ένα άλλο εγώ.
Α: Ναι, αλλά ποιος θα υπολογίσει την αξία του κάθε τμήματος;
Β: Είδες πού καταλήγουμε στην ανάγκη της μέτρησης; Δεν υπάρχει άλλος για να εκτιμήσει την αξία του κάθε μεριδίου εκτός από τους ίδιους τους αντιμαχόμενους. Ο συμβιβασμός θα δυσκόλευε εάν ανέθεταν σ’ ένα διαιτητή, σ’ έναν τρίτο τον διακανονισμό.
Α: Μα αυτό που λες είναι τι να πω... τουλάχιστον παράδοξο. Όλοι λένε πως οι τρίτοι  διευκολύνουν.
Β: Το λένε αόριστα και χωρίς να εξετάζουν συγκεκριμένα το πρόβλημα κάθε φορά. Και στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι ακριβώς ότι οι αντίδικοι σπάνια έρχονται σε απ’ ευθείας επαφή μεταξύ τους. Παρεμβάλλονται άλλοι ενδιαφερόμενοι κι αυτό νοθεύει τη γνησιότητα της αναμέτρησης.
Α: Δεν καταλαβαίνω. Λες ότι έχουμε μια τάση προς τη μονομαχία, και απ’ την άλλη μια ανάγκη να δώσουμε διέξοδο μόνοι μας. Τελικά τι θέλουμε;
Β: Θέλουμε να μην είμαστε πιόνια. Πάνω κι από τη σύγκρουση, πάνω κι από την τυχόν ανακωχή, βρίσκεται η ανάγκη που έχει κανείς να είναι κύριος των πράξεών του. Αυτό έχει σημασία: να διαλέγει κανείς και να μπορεί στη συνέχεια να δέχεται τις συνέπειες της εκλογής του.
Επιλογικά θα ήθελα να σημειώσω  εμφατικά ότι η διαμεσολάβηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει ελκυστική επειδή θα δυσλειτουργεί και δεν θα είναι ελκυστικό το δικαστικό σύστημα. Δεν αποτελεί πανάκεια και αντίδοτο για τις δυσλειτουργίες (καθυστέρηση, κόστος, δικονομικός φορμαλισμός, ακαμψία) της τακτικής δικαιοσύνης[33] Το αντίθετο ισχύει : Η διαμεσολάβηση θα πρέπει να αναπτυχθεί στη βάση ενός καλά λειτουργούντος συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Αυτό διασφαλίζει και την ποιότητα του περιεχομένου της συμφωνίας στο πλαίσιο της διαμεσολάβησης. Η δυνατότητα αποφυγής των εναλλακτικών διαδικασιών μέσω της πολιτικής δίκης ενισχύει την ποιότητα και αποτελεσματικότητά τους και αντίστροφα.[34]
Καταλήγοντας θα ήθελα να πω είναι ότι ειδικά στη χώρα μας, απωθώντας ίσως και κοινωνικούς εθισμούς αιώνων[35] προσαρμοστήκαμε όλοι μοιρολατρικά στη λογική του ατομοκεντρισμού, της εγωκεντρικής κατίσχυσης παραβλέποντας συχνά ότι η επανεύρεση της κοινότητας, η οικοδόμηση σχέσεων κοινωνίας, επικοινωνίας και καταλλαγής (αξίες που υπηρετούνται από τη διαμεσολάβηση), δεν είναι μια δευτερεύουσα ανθρώπινη ανάγκη, «ανάγκη πολυτελείας» αλλά θεμελιώδες αιτούμενο του ανθρώπου ως κοινωνικού και πολιτικού όντος[36]










[1]  Για την επιστημονική προεργασία στη χώρα μας που συνέβαλε στην υιοθέτηση του θεσμού βλ. Κλαμαρή Ν. Η ρύθμιση της διαμεσολαβήσεως στα ελληνικά σχέδια νόμου ΕΠολΔ 2010 σελ. 473 επ. με περαιτέρω παραπομπές και Χαμηλοθώρη Ι. Εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών Αθήνα 2000.
[2] αναλυτική παρουσίαση της οδηγίας βλ. ιδίως σε Χριστοδούλου Κ. Η οδηγία 2008/52 για τη διαμεσολάβηση στις ιδιωτικές διαφορές ΝοΒ 2010 σελ. 287-310
[3] βλ. Κόμνιο Κομνηνό, Εισαγωγή στο δίκαιο της Μεσολάβησης - Η πρόταση Οδηγίας για ορισµένα θέµατα διαµεσολάβησης σε αστικές και εµπορικές υποθέσεις Δ 38 σελ. 31 επ.
[4] Βλ. Κόμνιο Κομνηνό, Εισαγωγή στο δίκαιο της Μεσολάβησης - Η πρόταση Οδηγίας για ορισµένα θέµατα διαµεσολάβησης σε αστικές και εµπορικές υποθέσεις Δ 38 σελ. 31 επ.
[5] Βλ. Γιάννη Βαλμαντώνη «Μερικές σκέψεις για τη διαμεσολάβηση και τη σχέση της με τη δικαστική διαδικασία»  ΕλλΔνη 54 (2013) σελ. 350
[6] βλ. μεταξύ άλλων (εκτός από τις ανωτέρω παραπομπές)  Ιωάννα Αναστασοπούλου (επιμέλεια), «Η Διαμεσολάβηση στις Αστικές και Εμπορικές Διαφορές», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2011, Ορφανίδη Γ, Εναλλακτικές μορφές επίλυσης διαφορών συμφιλίωση – διαμεσολάβηση, Εθνική εισήγηση στο 8ο Παγκόσμιο Συνέδριο Πολιτικής Δικονομίας στην Ουτρέχτη, 1987, δημοσιευμένη στον τόμο του Ερευνητικού Ινστιτούτου Δικονομικών Μελετών 1988,  Πολυζωγόπουλο Κ, Η διαμεσολάβηση, Μύθοι και πραγματικότητα, Νομικές Μελέτες ΙΙ σελ. 266 (αναδημοσιευμένες  στην ιστοσελίδα diamesolavisi.com), Παμπούκη Χ., Εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης διαφορών – Μια εισαγωγή, εισήγηση σε ημερίδα του ΔΣΑ στις 18.5.2006, Στέφανο Ματθία, ‘Συμβιβαστική επίλυση ιδιωτικών διαφορών – Ερμηνευτική προσέγγιση’ σε ΝοΒ 2000 (48), τεύχ. 10, σ. 98 & σε ΕλλΔ 2000(41), σ. 1509. Ρίζο Κ., Εξωδικαστικοί τρόποι επίλυσης των διαφορών Δ.Α.Ε.& Ε.Π.Ε. 1.10.2007,  Γιάννη Βαλμαντώνη «Μερικές σκέψεις για τη διαμεσολάβηση και τη σχέση της με τη δικαστική διαδικασία»  ΕλλΔνη 54 (2013) 344 επ. , Απόστολο Άνθιμο Η έλευση ενός «νέου θεσμού» - διαμεσολάβηση Αρμενόπουλο 2010, σελ. 469 επ. Δημήτριο  Τίτσια «Η διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.  Μια θετική πρόκληση για το δικαιικό μας σύστημα γενικά και για το δικηγορικό λειτούργημα ειδικότερα» Δικογραφία 2010 σελ. 411 επ.
[7] Η προέλευση του θεσμού δεν είναι χωρίς σημασία. Ισχύει και εδώ η γενική σκέψη ότι όσο εύλογη εμφανίζεται η επιθυμία για οικείωση και έμπνευση από ένα θεσμό που λειτουργεί ήδη σε άλλο περιβάλλον ανταποκρινόμενος σε ιδιαίτερα προβλήματα και ανάγκες άλλο τόσο απλοϊκή είναι η πεποίθηση ότι η μεταφορά μπορεί να είναι «αυτόματη» χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και αναγκών της κάθε έννομης τάξης και κοινωνίας.   
[8] Ενδεικτικά Βαλμαντώνης, ο.π.  σελ. 357
[9]  Βέβαια με την  παράγραφο 4 του άρθρου  214Α παρ. 4 ΚΠολΔ («επικουρούμενοι, εφόσον το επιθυμούν, και από τρίτο πρόσωπο κοινής επιλογής») προβλέπονταν, ως δυνατότητα, η αναζήτηση από τα μέρη ενός τρίτου διαμεσολαβητή, αλλά η δυνατότητα αυτή ελλείψει περαιτέρω θεσμικής κατοχύρωσης όχι μόνο δεν αξιοποιήθηκε αλλά δεν συνειδητοποιήθηκε καν.
[10] Βλ.  Πολυζωγόπουλο  ο.π.
[11] Πρόταση του διαμεσολαβητή "mediator's proposal". Όπως παρατηρεί ο Χριστοδούλου ο.π. σελ. 290 «αυτό καθ’ αυτό ένα τέτοιο εγχείρημα όχι μόνο δεν αντιβαίνει στην επιταγή για διάρθρωση της διαδικασίας αλλά μάλλον την προάγει».
[12] Βλ.  Νίκα  Δικαστικός Συμβιβασμός 1984  σελ. 28
[13] Βλ. την ανωτέρω πάντα επίκαιρη μονογραφία του καθηγητή Νικολάου Νίκα (ιδίως σελ. 25 επ.) και τις αναπτύξεις του ιδίου στο βιβλίο του «Πολιτική Δικονομία ΙΙ (2005) § 59
[14] Χαμηλοθώρη Ι. Εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών Αθήνα 2000 σελ. 42 .
[15] Ο διαμεσολαβητής πρέπει να διακρίνεται από «ενσυναίσθηση» (empathy) «έχω την ικανότητα να κατανοήσω το πρόβλημά μου αλλά είμαι τρίτος και μπορώ με ψυχραιμία να βοηθήσω»
[16] Οι οποίες δεν απαντιούνται μονολεκτικά αλλά απαιτούν αναλυτική απάντηση ώστε να βγουν τα βαθύτερα ζητήματα που απασχολούν τα μέρη.
[17] Κυρίως με τη διερεύνηση των συνεπειών που έχει η επιμονή στην ανελαστικότητα.
[18] Στη βασική εκπαίδευση των διαμεσολαβητών είναι κλασσικό ένα σχήμα που παρουσιάζει τις θέσεις και τα συμφέροντα της κάθε πλευράς σαν δύο παγόβουνα που βρίσκονται το ένα δίπλα στο άλλο. Το κομμάτι του κάθε παγόβουνου που είναι εμφανές πάνω από το νερό  είναι οι θέσεις που εκφράζει το κάθε μέρος. Όμως  τα πραγματικά  συμφέροντα  βρίσκονται στο κομμάτι του παγόβουνου που είναι κάτω από το νερό, και γι’ αυτό δεν φαίνονται από την αρχή. Κάτω από το νερό, όμως τα παγόβουνα ενώνονται και κάποιο κομμάτι τους είναι κοινό και για τις δύο πλευρές. Αυτό λοιπόν που πρέπει να κάνει ο διαμεσολαβητής είναι να βοηθήσει τα μέρη να γυρίσουν ανάποδα τα παγόβουνα και να  φέρουν στην επιφάνεια τα πραγματικά συμφέροντά τους και ιδίως όσα συμφέροντα είναι κοινά.

[19] Διαφορές βέβαια υπάρχουν και πηγάζουν κυρίως από το γεγονός ότι ο δικαστικός λειτουργός δεν παύει να είναι ένα πρόσωπο αυξημένου κύρους και αυτό μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τόσο τη δική του δράση όσο και τη στάση αυτών που προσέρχονται ενώπιόν του.
[20] Ενδεικτικά το CEDR mediation handbook
[21] Στις κοινές συναντήσεις τα μέρη λένε πράγματα που θέλουν ν’ ακούσει το άλλο. Στις κατ’ ιδίαν αποφορτίζονται από το διαμεσολαβητή και του εκμυστηρεύονται, αν είναι ικανός στο να δημιουργεί σχέσεις εμπιστοσύνης, πράγματα που τα εμπόδισαν να βρουν μια συμβιβαστική λύση και τις ανησυχίες τους για την υπόθεση. Βλ. Σπύρο Αντωνέλο, «Διαμεσολάβηση και Αυτοκινητικές Διαφορές» 5η Επιστημονική Διημερίδα ΕΝΔΙΑΑΕΤΑ 2013
[22] Όπως αυτές που θα μας αναπτύξει ο δικηγόρος – διαμεσολαβητής κ. Σπύρος Αντωνέλος
[23] Δεν θα επεκταθώ, διότι νομίζω είναι σημαντικότερο να αναμένουμε την ανάπτυξη της εφέτη κ. Ιωάννας Στρατσιάνη, η οποία ως μεσολαβήτρια στο Πρωτοδικείου Αθηνών είχε  το προνόμιο της εμπειρίας αρκετών και μάλιστα επιτυχών διαμεσολαβήσεων.

[24] όμοια η πρόβλεψη του άρθρου 3 §2 του Ν.  3898/2010.
[25] Βλ. ιδίως Καλαβρό Πολιτική Δικονομία – Γενικό Μέρος 2012 § 31 αρ. 30 επ.
[26] Η διαμεσολάβηση επ’ ουδενί δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποκαταστήσει την κρατική δικαιοσύνη. Μπορεί όμως να λειτουργήσει συμπληρωματικά ιδίως όταν η φύση ορισμένων υποθέσεων το «καλεί» βλ. ιδίως τις αναπτύξεις του Γιάννη Βαλμαντώνη ο.π.  .   
[27] Οι επιφυλάξεις του καθηγητή Κων/νου Καλαβρού στον ανωτέρω έργο του (Πολιτική Δικονομία – Γενικό Μέρος 2012 § 31) είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση.
[28] Βλ.  Θεόδωρο Ζιάκα  «Πατριδεγωφάγος» εκδ. Αρμός 2012, σελ. 42
[29] Και τελευταίων αλλά όχι έσχατων των πολιτών ώστε εν τέλει να γίνει «κοινωνική συνείδηση», όπως τίθεται ως προϋπόθεση επιτυχίας από τους εκφράζοντες καλόπιστες αμφιβολίες (Καλαβρό ο.π. σελ. 32)
[30] Ζιάκας  «Πατριδεγωφάγος» ο.π. σελ.  47
[31] Όπως θα αναπτυχθεί ιδίως από την εφέτη κ. Μαρία Σιμιτζή
[32] Εφημερίδα Καθημερινή 27.5.2012
[33] Βλ. ιδίως Βαλμαντώνη ο.π. Το ότι η διαμεσολάβηση δεν είναι ούτε πανάκεια ούτε ανάθεμα είχε με αυτό τον χαρακτηριστικό τρόπο επισημανθεί ήδη από τον   Edwards H., Alternative Dispute Resolution Panacea or Anathema ; Harvard Law Review 1986 σελ. 668-684
[34] βλ. ιδίως τις αναπτύξεις του Ορφανίδη ο.π. σελ. 42.   
[35] Όπως παρατηρεί ο καθηγητής Νίκας, ο.π  § 59 αρ. 3 «η συμβιβαστική επίλυση διαφορών έχει στον τόπο μας πανάρχαια παράδοση. Στη λαϊκή συνείδηση ο χειρότερος συμβιβασμός ισοδυναμεί με την καλύτερη δικαστική απόφαση».
[36] Βλ. Χρήστο Γιανναρά  Η απανθρωπία του δικαιώματος εκδ. Δόμος 1998  σελ. 217

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε, αναφορικά με τα σχόλια που δημοσιεύονται ότι:
1) Δε θα δημοσιεύονται δυσφημιστικά και εξυβριστικά σχόλια
2) Δε θα δημοσιεύονται ΑΣΧΕΤΑ σχόλια σε ΑΣΧΕΤΕΣ αναρτήσεις
3) Δε θα δημοσιεύονται επαναλαμβανόμενα σχόλια στην ίδια ανάρτηση
4) Δε θα δημοσιεύονται σχόλια σε Greeklish


5) Σχόλια σε ενυπόγραφα άρθρα θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.
6) Σχόλια σε ενυπόγραφο σχόλιο θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.

7) ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ "ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ"