Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

ΑΠ ποιν. 24/2025: ανάγνωση εγγράφων πρωτόδικη δίκης - παράλειψη εναντίωσης ανάγνωσης εγγράφων στην πρωτόδικη δίκη

Ανάγνωση εγγράφων

 

Η ανάγνωση στην κατ' έφεση δίκη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχόμενων σ' αυτά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν είναι υποχρεωτική. Η ανάγνωση   των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης έχει την έννοια και της ανάγνωσης του περιεχομένου των εις αυτά αναφερομένων εγγράφων.

Αν δεν προκύπτει εναντίωση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του στην ανάγνωση των αναφερομένων στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ενόρκων καταθέσεων παρέπεται ότι η διατυπωθείσα εναντίωση των συνηγόρων του κατηγορουμένου στην κατ’ έφεση δίκη για την εν συνεχεία, εκ νέου, ανάγνωση των ίδιων ενόρκων καταθέσεων στερείται έννομης επιρροής.

 

 

 

 

 

Απόφαση 24 / 2025    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 24/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού-Εισηγήτρια και Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χρίστου Μπαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Α. του Θ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασσού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Φακή, για αναίρεση της απόφασης 461,560,568/2023 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1.Ε. Μ. χήρα Β. Μ., κάτοικο ... και 2.Σ. Μ. του Β., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αλετρά.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αρ. πρωτ. 3391/8.5.2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η με αρ. πρωτ. 3391/8-5-2024 αίτηση του Ε. Α. του Θ., κρατούμενου στο Κ.Κρ.Αλικαρνασσού, για αναίρεση της υπ' αρ. 461, 560, 568/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ένοχος - κατά πλειοψηφία - των εγκλημάτων :1] της συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση τελεσθείσα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και 2] της συνέργειας σε ληστεία τελεσθείσα με ιδιαίτερη σκληρότητα από κοινού, ασκήθηκε νομότυπα για λογαριασμό του, με δήλωση του ειδικώς εξουσιοδοτηθέντος δικηγόρου Πειραιώς, Στέφανου Φακή, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8/5/2024, και εμπρόθεσμα ,ήτοι εντός είκοσι ημερών από την καταχώρηση (17-4-2024) της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του εκδόσαντος ως άνω Εφετείου, και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή ,κατά τις διατάξεις των άρθρων 464, 466 παρ.1α', 473 παρ.2 και 3 ,474 παρ.2Α και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 περ.α' του ΚΠΔ.
Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ', Ε' και Θ' του ΚΠΔ, αναιρετικών λόγων της. Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του κυρωθέντος με το Ν.4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο 460 αυτού) Ποινικού Κώδικα, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Δηλαδή, εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση, έτσι ώστε να εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως εναιαίο "όλον", όπως συνέβαινε υπό την ισχύ του προηγούμενου ΠΚ. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ ,όπως αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της επί το δυσμενέστερο από το άρ. 63 του ν.4855/2021 ΦΕΚ Α'215/12-11-2021, η οποία είναι εφαρμοστέα στην ένδικη υπόθεση ,κατ' άρ. 2 παρ.1 ΠΚ, ως ευμενέστερη, "1. Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών", ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι "2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη". Οι νέες διατάξεις του άρθρου 299 ΠΚ σε σχέση με τις αντίστοιχες διατάξεις του προϊσχύσαντος ΠΚ ,που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης (15/12/2009) της ένδικης υπόθεσης, δεν διαφέρουν ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του εγκλήματος στοιχεία, είναι όμως ευμενέστερες ως προς τις απειλούμενες ποινές, αφού, κατά μεν την παρ.1 αντί της ποινής της ισόβιας κάθειρξης που πρόβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, προβλέπεται διαζευκτικώς και η ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης από δέκα (10) έως δεκαπέντε (15) έτη, κατά δε την παρ.2, αντί της ποινής της πρόσκαιρης κάθειρξης από πέντε (5) έως είκοσι (20) έτη, προβλέπεται πλέον ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης από πέντε (5) έως δεκαπέντε (15) έτη (άρ.52 παρ.2 του ν. ΠΚ).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος. Με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, δηλαδή την καταστροφή της ζωής του άλλου ανθρώπου, καθώς και αυτός που, ενώ προβλέπει ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του ή της παράλειψής του, δεν αφίσταται αυτής ("αναγκαίος δόλος"), με ενδεχόμενο δε δόλο, η ύπαρξη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, πράττει εκείνος, ο οποίος προβλέπει ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα της θανατώσεως του άλλου και το αποδέχεται.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση του προαναφερόμενου άρθρου 299 ΠΚ συνάγεται, ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε δύο διαβαθμίσεις, ήτοι σε προμελετημένο (της παρ. 1) και απρομελέτητο (της παρ. 2), όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, μολονότι αυτό δεν αναφέρεται ρητώς στη διάταξη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιεγέρσεως και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, διότι, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη. Για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος (οργής, θλίψης, φόβου, πάθους κλπ.), αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάνει σε τέτοια ψυχική κατάσταση και ένταση, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν απ` αυτήν, χωρίς, όμως, η σχετική διατάραξη της συνείδησης να αναιρεί ή να μειώνει σημαντικά την ικανότητα καταλογισμού της πράξης. Προς τούτο, το δικαστήριο, στην πρώτη περίπτωση, πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της αποφάσεώς του ότι ο δράστης ενήργησε με ψυχική ηρεμία. Δεδομένου, όμως, ότι στο νόμο δεν ορίζεται ως στοιχείο του δόλου του δράστη η ψυχική του ηρεμία, απαιτείται αυτό να προκύπτει είτε με ρητή έκθεση, είτε με άλλη παρεμφερή φράση, είτε από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του δράστη (έστω και μη προσδιορισμένης ταυτότητας) δεν είναι πάντοτε εμφανής και κατά το πλείστον προκύπτει από την καταγραφή και εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων, όπως οι προηγούμενες σχέσεις δράστη-θύματος, το είδος του μέσου που χρησιμοποιήθηκε, η κατεύθυνση του πλήγματος ή της βολής, ο αριθμός των πληγμάτων, η απόσταση βολής, το μέρος του σώματος που πιθανόν επλήγη, οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η πράξη, η μεταγενέστερη συμπεριφορά του δράστη κ.ο.κ. (ΑΠ 995/2024, ΑΠ 1510/2023, ΑΠ 1414/2022, ΑΠ 755/2022, ΑΠ 608/2020, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 1862/2019, ΑΠ 591/2019, ΑΠ 160/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ.1 του προϊσχύσαντος Π.Κ, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης (15-12-2009) της ένδικης υπόθεσης, "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη. Η τέλεση της πράξης του προηγούμενου εδαφίου με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη συνιστά επιβαρυντική περίσταση....", ενώ κατά τη διάταξη της παρ.2 του ιδίου ως άνω άρθρου (380 πρ. ΠΚ) "....αν η πράξη εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου......επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη". Με την όμοια, ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος, διάταξη του άρθρου 380 παρ.1 του ισχύοντος (από 1-7-2019) νέου ΠΚ, από την οποία, όμως, απαλείφθηκε η επιβαρυντική περίσταση "της τέλεσης της πράξης με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών", ο δράστης της παραπάνω πράξης (ληστείας) τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή. Η νέα αυτή διάταξη είναι επιεικέστερη, αφού το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής ποινής, είναι από πέντε (5) έως δεκαπέντε (15) έτη (άρθρ. 52 παρ. 2 νέου ΠΚ) ,ενώ με την προηγούμενη ταυτάριθμη διάταξη, που ίσχυε κατά τον ως άνω χρόνο τέλεσης της πράξης, ήταν από πέντε (5) έως είκοσι (20) έτη (άρθρ. 52 παρ. 3 προϊσχύσαντος ΠΚ) και, επομένως, τυγχάνει εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, σε αντίθεση με τη χρηματική ποινή, η οποία δεν προβλεπόταν με την προϊσχύσασα διάταξη και δεν εφαρμόζεται, κατά τούτο, ως δυσμενέστερη. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι, αφενός μεν η κλοπή, αφετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντίστασης του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. Έτσι, η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (άρθρο 372 ΠΚ) και της παράνομης βίας (άρθρο 330 ΠΚ). Το δεύτερο αυτό έγκλημα (παράνομη βία) είναι υπαλλακτικώς μικτό, με την έννοια ότι οι περισσότεροι κατά το νόμο τρόποι πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης μπορούν να εναλλαχθούν. Δηλαδή, στην περίπτωση της ληστείας του άρθρου 380 παρ. 1 του ΠΚ, η παράνομη βία μπορεί να συνίσταται είτε σε σωματική βία κατά του θύματος είτε σε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής. Ως σωματική βία νοείται εκείνη που επιδρά κατά τρόπο άμεσο στο σώμα του εξαναγκασμένου και υπερνικά την προβαλλόμενη ή αναμενόμενη αντίστασή του. Αν η ληστεία τελείται με την άσκηση σωματικής βίας, δεν απαιτείται να προκαλείται επικείμενος κίνδυνος σώματος ή ζωής. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου, τη θέληση να αφαιρέσει το πράγμα από την κατοχή του άλλου και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή την κατοχή τρίτου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση και τη θέληση χρήσης σωματικής βίας ή απειλών προς αφαίρεση του πράγματος.

Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του ιδίου ως άνω άρθρου (380) του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν από τη τροποποίησή της -επί το δυσμενέστερο- με το άρ. 89 του ν. 4855/12-11-2021 , η οποία είναι εφαρμοστέα στην ένδικη υπόθεση κατ' άρ. 2 παρ.1 ΠΚ ως ευμενέστερη, ".....αν η πράξη εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, επιβάλλεται κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή". Η ανωτέρω διάταξη είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης προϊσχύσασας, με την οποία προβλεπόταν ποινή ισόβιας κάθειρξης, αφού με τη νεότερη αυτή διάταξη προβλέπεται διαζευκτικά πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή, η δε πρόσκαιρη κάθειρξη δεν δύναται να υπερβεί, κατ' άρθρο 52 παρ. 2 του ισχύοντος ν. ΠΚ, τα δεκαπέντε (15) έτη. Ιδιαίτερη σκληρότητα συνιστά ο βασανισμός του θύματος, δηλαδή η επί μακρόν χρόνο πρόκληση σ' αυτό ισχυρών σωματικών πόνων, προερχόμενων από μία βούληση στερημένη οιουδήποτε ανθρώπινου αισθήματος, χωρίς τα μέσα αυτά να είναι αναγκαία για την τέλεση της ληστείας. Οι παραδοχές της απόφασης, ως προς τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την κρίση ότι συνέτρεξε ιδιαίτερη σκληρότητα, δεν ελέγχονται αναιρετικά, όμως η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην έννοια της ιδιαίτερης σκληρότητας υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 664/2020). Ήδη, όπως προαναφέρθηκε, η παρ. 2 του άρθρου 380 του νέου ΠΚ, έχει τροποποιηθεί με το άρ. 89 του ν. 4855/12-11-2021, επί το δυσμενέστερο, και ορίζει ότι ".....αν η πράξη εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη", και συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν είναι εφαρμοστέα στην ένδικη περίπτωση (άρ. 2 παρ.1 ΠΚ) (ΑΠ 1510/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 47§1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο τέλεσης των ενδίκων πράξεων, "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ.1 στοιχ.β' του προηγούμενου άρθρου, παρείχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 47 εδ.α' του νέου ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης (26-7-2023) της προσβαλλόμενης απόφασης (ήτοι πριν από τη τροποποίησή της -επί το δυσμενέστερο- με το άρ.5 του ν.5090/1-5-2024), "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Από τα παραπάνω καταφαίνεται ότι με τον ισχύοντα από 1-7-2019 νέο ΠΚ επήλθαν ουσιώδεις αλλαγές στις διατάξεις για τη συνέργεια στο έγκληµα, αφού καταργήθηκε η διάκριση µεταξύ άµεσης και απλής συνέργειας, όπως αποτυπωνόταν στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 46§1εδ.β' και 47§1 του πρ. ΠΚ και προβλέπεται πλέον ενιαία µειωµένη ποινή για όλες τις µορφές της συνέργειας, είτε προσφέρεται κατά, είτε πριν από την τέλεση της πράξης (αιτιολογική έκθεση Ν.4619/2019). Και υπό τον παλαιό ΠΚ, αλλά και υπό τον νέο ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση της συνέργειας τρίτου σε άδικη πράξη του αυτουργού, απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) πράξη υλικής συνδρομής τρίτου, β) τέλεση (ως προς το αντικειμενικό σκέλος της) από τον αυτουργό άδικης πράξης ή απόπειρας άδικης πράξης, γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμμετοχικής πράξης του συνεργού και της άδικης πράξης του αυτουργού, ο οποίος υπάρχει, όταν, χωρίς την πρώτη, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της δεύτερης υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, δηλαδή, η συμβολή του συνεργού πρέπει να ήταν αποφασιστική για την τέλεση της πράξης του αυτουργού, υπό τις περιστάσεις και τις συνθήκες που διαπράχθηκε, ή υπό τις οποίες ο αυτουργός αποπειράθηκε να διαπράξει αυτή και δ) δόλος του συνεργού, ο οποίος έγκειται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης - συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται για την τέλεση της κύριας πράξης. Άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο ,αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη. Για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρέπει να προσδιορίζεται στην απόφαση ο χρόνος τέλεσης της πράξης του αυτουργού ή ο χρόνος που αυτός αποπειράθηκε να τελέσει αυτή και της πράξης του συνεργού, που ως τέτοιος νοείται ο χρόνος της ενέργειας ή της παράλειψης, που συνιστά τη δική του συμμετοχική δράση. Επίσης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του συνεργού, μόνο ως προς το ότι αυτός γνώριζε την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ, ως προς τα λοιπά στοιχεία (θέληση ή αποδοχή συμβολής στην τέλεση της κύριας πράξης), ο δόλος προκύπτει από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του και αρκεί η γενική αιτιολογία για την ενοχή του (ΑΠ 968/2022, ΑΠ 126/2020, ΑΠ 487/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της δικαστικής αποφάσεως συνιστά και η έλλειψη της υπό των διατάξεων των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέτοια δε έλλειψη (αιτιολογίας), προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, υπάρχει, όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, δια των οποίων έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του (Ολ.ΑΠ 3/2012). Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν εξαίρονται, δε, ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατ` άρθρο 26 § 1 ΠΚ για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δεν είναι, καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ` αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω "σκοπού" (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά (ΑΠ 995/2024, ΑΠ 1510/2023, ΑΠ 1414/2022).

Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την ένδικη υπόθεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ` είδος αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφασή του αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ήτοι, κατά πιστή μεταφορά, ότι : "Ο Β. Μ. που γεννήθηκε το έτος 1944, ζούσε στις ΗΠΑ με την οικογένειά του, όπου είχε αναπτύξει εμπορική δραστηριότητα στον τομέα της εστίασης...Στα πλαίσια της δραστηριότητάς του αυτής συνεργάστηκε με την αμερικάνικη εταιρεία "CARBONS GOLDEN MALTED WAFFLE", η οποία κατασκευάζει και εμπορεύεται μηχανές για την παρασκευή βάφλας καθώς και υλικά που απαιτούνται για την παρασκευή της, όπως άλευρα, βούτυρο κ.λπ. Κατά το έτος 1996, ο Β. Μ. αποφάσισε να επεκτείνει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στην Ελλάδα και σε συνεργασία με την αδελφή του Χ. που ζούσε στην Αθήνα, ανέλαβε την πώληση μηχανών και προϊόντων της ως άνω εταιρείας στην Ελλάδα. Έτσι, όταν ο Β. Μ. συνταξιοδοτήθηκε, περί το έτος 1999, αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα και να ασχοληθεί ατομικά με την ως άνω εμπορία, δεδομένου του ότι η ως άνω αμερικάνικη εταιρεία τον όρισε αντιπρόσωπο στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως Ιταλία, Βουλγαρία όπου η εταιρεία αυτή δεν διέθετε ως τότε αντιπρόσωπο. Ο ανωτέρω εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, στην περιοχή του Νέου Κόσμου, σε διαμέρισμα επί της οδού ..., ενώ η επαγγελματική του έδρα βρισκόταν σε ισόγειο κατάστημα στον αρ.22 της ίδιας οδού. Περί το έτος 2002, στα πλαίσια της εμπορικής δραστηριότητας, η οποία είχε αναπτυχθεί σε μεγάλο βαθμό, γνώρισε τον κατηγορούμενο, Ε. Α., ο οποίος το χρόνο εκείνο εργαζόταν σε κατάστημα του Γ. Λ., στη Γλυφάδα, που παρασκεύαζε βάφλες, με υλικά που προμηθευόταν από το Β. Μ. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος συνέστησε με τρίτα πρόσωπα διάφορες ομόρρυθμες εταιρείες, με αντικείμενο εργασιών την εκμετάλλευση καταστημάτων εστίασης, με το διακριτικό τίτλο "ΝΕΝ DELI", στις περιοχές των νοτίων προαστίων της Αθήνας, και έτσι, πλέον, ανέπτυξε στενότερες επαγγελματικές σχέσεις με το Β. Μ., τον οποίο έβλεπε συχνά, τόσο στα καταστήματα που διατηρούσε ο ίδιος (κατηγορούμενος), όσο και επισκεπτόμενος την έδρα της επιχείρησης του Β. Μ. στο Νέο Κόσμο. Από το θέρος του έτους 2009, προέκυψαν διάφορα προβλήματα μεταξύ των εταίρων των προαναφερομένων εταιρειών, στις οποίες συμμετείχε ο κατηγορούμενος, με αποτέλεσμα την καταγγελία των εταιρειών αυτών από το συνέταιρο του τελευταίου Β. Κ. Μάλιστα, οι εταιρείες αυτές είχαν χρέη προς τρίτους, μεταξύ των οποίων και έναντι του Β. Μ. Η Ρ. ή Β. I. (Ί.) του Κ., γεννηθείσα το έτος 1948, Βουλγαρικής υπηκοότητας, ήταν έγγαμη με Έλληνα υπήκοο, με τον οποίο απέκτησε τέσσερα τέκνα, ήτοι τη Χ., το Γ., το Φ. και τη Ρ. - Ε., σύζυγο του κατηγορουμένου. Η Ρ. Ι. μετά το θάνατο του συζύγου της το έτος 1995, εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, και συνέχισε την εμπορική της δραστηριότητα που ήδη είχε αναπτύξει στη Βουλγαρία, απασχολούμενη με την αντιπροσώπευση Ελληνικών εταιρειών στη Βουλγαρία (π.χ. Chipita κ.α.). Ο γυιός της Φ. - Κ. ανέπτυξε επίσης εμπορική δραστηριότητα στη Σ. της Βουλγαρίας, αλλά αυτή απέτυχε και εργαζόταν ως διανομέας σε γραφείο. Το έτος 2009 η ανωτέρω, μη έχοντας κάποια επαγγελματική απασχόληση, αναζητούσε νέα εμπορική δραστηριότητα για την ίδια και το γυιό της Φ. Από το γαμβρό της, Ε. Α., πληροφορήθηκε για το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας του Β. Μ. στην Ελλάδα και ενδιαφέρθηκε να γίνει η ίδια αντιπρόσωπος της Αμερικανικής εταιρείας στη Βουλγαρία. Για το λόγο αυτό, περί τις αρχές Οκτωβρίου του 2009, επικοινώνησε με το Γενικό Διευθυντή της εταιρείας στις ΗΠΑ, T. M. V., ζητώντας γενικές πληροφορίες, τόσο για τους όρους πώλησης των προϊόντων στη Βουλγαρία, όσο και για τη δυνατότητα αντιπροσώπευσης της εταιρείας στη Βουλγαρία απ'την ίδια, αποφεύγοντας, όμως, να αφήσει τα στοιχεία της ταυτότητάς της και να δώσει πληροφορίες για την ίδια. Η αμερικάνικη εταιρεία ζητούσε αυξημένες εγγυήσεις από τους αντιπροσώπους της, όπως κατάθεση μεγάλου χρηματικού ποσού, τουλάχιστον 20.000 ευρώ, καθώς, επίσης, και αγορά μεγάλης ποσότητας αλεύρων και λοιπών υλικών, αξίας περίπου 80.000 ευρώ, η δε Ι. Ρ. ή Β. αδυνατούσε να ανταποκριθεί στους όρους αυτούς. Έτσι, ο T. M. V. την παρέπεμψε στο Β.Μ., που ήταν ο πλησιέστερος αντιπρόσωπος της εταιρείας στη Βουλγαρία, προκειμένου να προμηθευθεί προϊόντα. Περί τα μέσα Οκτωβρίου 2009, αυτή μαζί με το γαμβρό της Ε. Α. και τη θυγατέρα της Ρ. - Ε., επισκέφθηκαν το Β.Μ. στο επί της οδού ... κατάστημά του, προκειμένου να ενημερωθεί και εκείνη, και για λογαριασμό του γυιού της Φ., για το εμπόρευμα, τους όρους προμήθειάς του κ.λπ. Ο Β. Μ., επιθυμώντας να επεκτείνει τις δραστηριότητές του και στο εξωτερικό, ενδιαφέρθηκε αμέσως για τη συνεργασία αυτή και, αφού ξενάγησε τους ανωτέρω στο κατάστημα, επιδεικνύοντας όλα τα προϊόντα και τις μηχανές που βρίσκονταν στην αποθήκη, τους πρότεινε να δηλώσουν συμμετοχή σε έκθεση τροφίμων που επρόκειτο να διοργανωθεί σε λίγες μέρες στη Σ. της Βουλγαρίας, προκειμένου να διαφημίσουν το προϊόν στην αγορά της χώρας και να προσεγγίσουν υποψήφιους πελάτες. Μάλιστα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η συνεργασία του κατηγορουμένου και γυιού της Ι. Ρ., Φ., με το Β.Μ., ο τελευταίος και ο κατηγορούμενος σύστησαν εταιρεία με έδρα στη Σ. της Βουλγαρίας, η οποία θα αναλάμβανε την προώθηση των προϊόντων στη χώρα αυτή. Εντός του Οκτωβρίου του έτους 2009, αφού προμηθεύτηκαν δύο μηχανές παρασκευής βάφλας και αντίστοιχη ποσότητα αλεύρου από το Β.Μ., ο κατηγορούμενος, η Ρ. και ο γυιός της Φ., μετείχαν στην ως άνω έκθεση τροφίμων. Για το λόγο αυτό η Ρ. ταξίδευσε στη Βουλγαρία, μαζί με τον κατηγορούμενο Ε. Α., το Β.Μ. και το γυιό της Φ., όπου επί δύο ημέρες επεδείκνυαν το προϊόν στην έκθεση σε υποψήφιους πελάτες. Κατά τη διάρκεια της έκθεσης υπήρξε μεγάλο ενδιαφέρον για την αγορά του προϊόντος και μετά την έκθεση ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε εκ νέου τον Β.Μ., στην Αθήνα και του παρήγγειλε 20 μηχανές παρασκευής βάφλας και 60 κιβώτια άλευρα, καθώς και λοιπά υλικά (σιρόπια - βούτυρα κα). Ο Β. Μ., όμως, επειδή οι μηχανές επρόκειτο να διατεθούν στο εξωτερικό, και μάλιστα, όχι σε πελάτες του ιδίου, αλλά σε πελάτες της Ρ., του γυιού της Φ. και του κατηγορουμένου, αρνήθηκε να τις παραχωρήσει με χρησιδάνειο, όπως έπραττε με δικούς του πελάτες στην Ελλάδα, αλλά τους ζήτησε να του καταβάλουν τίμημα ύψους 400 ευρώ, για την πώληση εκάστης μηχανής προς αυτούς.

Εκδόθηκε, έτσι, στο όνομα της νεοσυσταθείσας εταιρείας του κατηγορουμένου, ένα συνολικό τιμολόγιο πώλησης για τις μηχανές και τα λοιπά υλικά, ύψους 13.420 ευρώ, από το οποίο καταβλήθηκε εκ μέρους των αγοραστών το ποσό των 7.000 ευρώ και απέμεινε ανεξόφλητο ποσό 6.420 ευρώ, το οποίο η Ρ. και ο κατηγορούμενος υποσχέθηκαν ότι θα κατέβαλαν αργότερα. Το Νοέμβριο του έτους 2009, μία αλυσίδα εστιατορίων στη Βουλγαρία, με το διακριτικό τίτλο "HAPPY" ενδιαφέρθηκε να προμηθευθεί περίπου 35 μηχανές παρασκευής βάφλας και τα αντίστοιχα υλικά. Η εταιρία του κατηγορουμένου και του Φ.Ρ. δεν είχε να της προμηθεύσει την ποσότητα αυτή, ο κατηγορούμενος απευθύνθηκε στο Β.Μ. για να τον βοηθήσει και να του προμηθεύσει τις μηχανές και τα υλικά που χρειαζόταν. Ο Β.Μ., όμως, ενώ επιθυμούσε να συνεχιστεί η συνεργασία του με τους ανωτέρω, καθυστερούσε να απαντήσει καταφατικά, διότι προβληματιζόταν για το προγενέστερο χρέος, ύψους 6.420 ευρώ, που δεν είχε ακόμη εξοφληθεί, αλλά και διότι ο κατηγορούμενος ζητούσε να τους παραχωρήσει τις μηχανές που χρειάζονταν με χρησιδάνειο. Επειδή οι εκπρόσωποι της αλυσίδας εστιατορίων πίεζαν τον κατηγορούμενο και τη Ρ. για την προμήθεια των προϊόντων, αντίστοιχα και οι τελευταίοι πίεζαν το Β. Μ., τόσο τηλεφωνικά όσο και με επίσκεψη στο κατάστημά του, για να τους παραδώσει τις μηχανές και τα υλικά που χρειάζονταν και μάλιστα, να τους παραχωρήσει τις μηχανές με χρησιδάνειο και όχι με πώληση. Ο τελευταίος, επηρεασμένος από τη σύζυγό, τα τέκνα του και τους συνεργάτες του, Γ. Α. και Α. Κ. που αντιμετώπιζαν με καχυποψία τη συναλλαγή αυτή, καθυστερούσε να απαντήσει θετικά, προτείνοντας πρώτα την εξόφληση του προγενέστερου χρέους και μεγάλου μέρους της νέας οφειλής, έτσι ώστε στη συνέχεια να τους προμηθεύσει και τις υπόλοιπες μηχανές.

Τις πρωινές ώρες της 16ης Δεκεμβρίου 2009, ο Β. Μ. επρόκειτο να αναχωρήσει για τις ΗΠΑ, μαζί με την οικογενειακή του φίλη Π. Κ., προκειμένου να παραμείνει εκεί για έναν περίπου μήνα και να περάσει τις διακοπές των Χριστουγέννων με τα τέκνα του. Η σύζυγός του είχε ήδη αναχωρήσει για τις ΗΠΑ από τις 20 Νοεμβρίου περίπου. Η αναχώρηση της συζύγου του, η επικείμενη αναχώρηση του ιδίου καθώς και η παράδοση του σκύλου, που είχε αυτός στην οικία του σε τρίτο πρόσωπο για φύλαξη μέχρι την επιστροφή του, ήταν γεγονότα γνωστά στους συνεργάτες του, στους πελάτες αλλά και στους φίλους του. Άλλωστε, η ενημέρωση των πελατών του για την αναχώρησή του, έγινε, ώστε εάν τυχόν ανέκυπταν διάφορα ζητήματα κατά την απουσία του, να έλθουν αυτοί σε επαφή με το συνεργάτη του Γ. Α. Τα γεγονότα αυτά ήσαν γνωστά και στον κατηγορούμενο αλλά και στην Ι. Ρ., τους οποίους ο Β.Μ. είχε πληροφορήσει για την απουσία του, ενημερώνοντάς τους ομοίως ότι αν ήθελαν κάτι, θα έπρεπε κατά το διάστημα αυτό να επικοινωνούν με τον ως άνω συνεργάτη του.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, με βάση την αριθμ. 301, 311α, 351, 383, 387/2016 αμετάκλητη απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών, η Ι. Ρ. οργάνωσε και σχεδίασε την τέλεση της ανθρωποκτονίας σε βάρος του Β.Μ., προκειμένου, αφενός μεν να καταστεί η ίδια και ο γυιός της Φ. αποκλειστικοί αντιπρόσωποι της αναφερόμενης στην αρχή αμερικάνικης εταιρείας στη Βουλγαρία, της οποίας την αντιπροσωπεία είχε μέχρι τότε ο Β.Μ., αφετέρου δε, ταυτόχρονα με την πιο πάνω πράξη της ανθρωποκτονίας, να αφαιρέσει τις μηχανές και τα υλικά βάφλας που χρειάζονταν για να τα διαθέσει στους πελάτες της στη Βουλγαρία, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους. Για το σκοπό αυτό η Ι. Ρ., την 13-12-2009, με πειθώ, φορτικότητα, παραινέσεις και υπόσχεση αμοιβής, έπεισε τη σύντροφο του γυιού της Φ., P. D. του S. και το φίλο της τελευταίας V. P. I. του I. Y., να μεταβούν στην Αθήνα και στη συνέχεια αυτοί, στις 15-12-2009 χρησιμοποιώντας αρχικά σωματική βία εναντίον του Β.Μ., τον ανάγκασαν να τους παραδώσει το κλειδί της επαγγελματικής έδρας, όπου και μετέβησαν και αφαίρεσαν τις μηχανές και τα υλικά βάφλας, που χρειάζονταν για να τα διαθέσουν στους πελάτες τους στη Βουλγαρία, ιδιοποιούμενοι αυτά παρανόμως και επιπλέον να επιφέρουν και το θάνατο αυτού. Προκειμένου να πραγματοποιήσει το εγκληματικό αυτό σχέδιο, η Ρ. μίσθωσε ένα λευκό φορτηγό μεσαίου κυβισμού, προκειμένου να έλθουν όλοι μαζί από τη Σ. στη Αθήνα και να φορτώσουν σ'αυτό τις μηχανές και τα λοιπά υλικά, προμήθευσε δε τους P. D. και V. P. με ταινίες συσκευασίας, καθώς επίσης και με πλαστικές χειροπέδες, προκειμένου αυτοί, ως φυσικοί αυτουργοί, να ακινητοποιήσουν το θύμα, όση ώρα θα αφαιρούσαν τα κινητά πράγματα από την κατοχή του και, εν συνεχεία, να επιφέρουν με πρόθεση το θάνατό του με ασφυξία, αποφράσσοντας τις αεροφόρους οδούς με την ταινία. Αυτή, μάλιστα, γνώριζε ότι ο φυσικός αυτουργός V. P., λόγω της σωματικής διάπλασης και της ηλικίας του (... ετών), γεννηθείς το ..., καθώς και του τρόπου επελεύσεως του θανάτου με ασφυξία, θα προξενούσε το θάνατο του θύματος με ιδιαίτερη σκληρότητα και βαναυσότητα - όπως και συνέβη - και το γεγονός αυτό το αποδέχθηκε. Όλοι οι ανωτέρω, με την έλευσή τους στην Αθήνα, διέμειναν στην οικία της Ι. Ρ., στην ... Στις 15-12-2009, ο Β.Μ. βρισκόταν στο κατάστημά του, μέχρι περίπου τις 20:30, προτιθέμενος στη συνέχεια να μεταβεί στην οικία του, για να προετοιμαστεί για το ταξίδι του. Η Ρ., μαζί με τους P. και V. P. και το γυιό της Φ., μετέβησαν με το φορτηγό στην οδό ..., όπου στάθμευσαν στη συμβολή της οδού αυτής με την οδό ... Στη συνέχεια, αυτή υπέδειξε στους λοιπούς, το κατάστημα του Β.Μ. και αναχώρησε για την οικία της, προκειμένου να μη γίνει αντιληπτή απ'αυτόν. Όταν ο Β.Μ. εξήλθε από το κατάστημά του, περί ώρα 20:30', οι V. και P. που του ήταν άγνωστοι, καθώς δεν τους είχε συναντήσει ποτέ, τον ακολούθησαν στην οικία του, ενώ ο Φ. Ρ. ανέμενε στο δρόμο, προς επόπτευση της περιοχής, προκειμένου να ειδοποιήσει τους άλλους σε περίπτωση κινδύνου εντοπισμού των. Η P. έπεισε τον Β. Μ. να της ανοίξει την πόρτα του διαμερίσματός του, γεγονός που δεν ήταν δυσχερές, καθώς αυτός, αφενός ήταν διαχειριστής στην πολυκατοικία που διέμενε και επιθυμούσε να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες με τους ενοίκους, πριν την αναχώρησή του, αφετέρου η P. προσποιήθηκε, ότι έχει να παραδώσει ένα δώρο σ'αυτόν. Ο δε V., που ήταν κρυμμένος στη σκάλα, μόλις ο Β. Μ. άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος, επιτέθηκε σ'αυτόν αιφνιδιάζοντάς τον και αφού εισήλθαν αμφότεροι στο διαμέρισμα, ο V. τον κτύπησε επανειλημμένως με γροθιές στο πρόσωπο και στο σώμα, προκαλώντας του εκχύμωση και εξοίδηση στο δεξιό οφθαλμό με διάχυση του κάτω βλεφάρου, εκχύμωση στο κάτω βλέφαρο του αριστερού οφθαλμού, εκχύμωση και εξοίδηση της ρινός μετά μικρών οριζοντίων διασχίσεων στη ράχη και στη δεξιά πλάγια επιφάνεια, μετά πιθανού κατάγματος αυτής, εκχύμωση δεξιάς παρειάς κάτω γνάθου αριστερά, διασχίσει δεξιά περιστοματικής χώρας, ρινορραγία, εκχύμωση στο άνω και κάτω χείλος του στόματος με εκδορές και λύση της συνέχειας του βλεννογόνου στο άνω χείλος κάταγμα, απώλεια οδόντος Νο 21, μικροδιάσχιση και εξοίδηση στη δεξιά μετωπιαία χώρα, εκχυμώσεις αγκώνων αμφοτεροπλεύρως, δύο εκδορές κάτω της δεξιάς κατά γόνυ αρθρώσεως και κάταγμα 2ης έως 10ης πλευράς του δεξιού ημιθωρακίου. Ο Β. Μ. φώναξε απεγνωσμένα "βοήθεια", γεγονός που έγινε αντιληπτό από ορισμένους γείτονές του, αλλά ο φυσικός αυτουργός V. P., συνέχισε τα κτυπήματα, τον έρριξε αιμόφυρτο στο πάτωμα και, σε εκτέλεση του δολοφονικού του σχεδίου, του έδεσε τα χέρια του με τις πλαστικές χειροπέδες που έφερε μαζί του και τα πόδια του με τις πλαστικές ταινίες και στη συνέχεια, περιτύλιξε με την πλαστική ταινία συσκευασίας περιμετρικά την κεφαλή του, αποφράσσοντας πλήρως τις αεροφόρους οδούς της ρινός και του στόματός του και επιφέροντας εκ της αιτίας αυτής το θάνατό του. Στη συνέχεια, αφαίρεσε από την κατοχή του τελευταίου, ένα διαμαντένιο δακτυλίδι που φορούσε στο χέρι του, δύο ρολόγια χειρός, δύο κινητά τηλέφωνα, μάρκας ΝΟΚΙΑ, δύο φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές, 8 μεταχρονολογημένες επιταγές πελατών της επιχείρησής του, εκδοθείσες σε διαταγή του τελευταίου, ήτοι επιταγή της Τράπεζας ALPHA BANK, ποσού 1.161.76 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας "Ελληνική Τουριστική ΑΞΤΕ", επιταγή της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, ποσού 436 ευρώ, εκδόσεως της "C & C HELLAS SA", επιταγή της Τράπεζας PROBANK ποσού 4000 ευρώ, εκδόσεως Μ. Σ., δύο έτερες επιταγές της ως άνω Τράπεζας, ποσού 4000 ευρώ, εκάστης, εκδόσεως Μ. Σ., επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 2.500 ευρώ, εκδόσεως της "Κ. Κ. Ε.Ε.", επιταγή της Eurobank EFG, ποσού 425,10 ευρώ, εκδόσεως της "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ και ΤΟΥΡΙΣΤ. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΗΝΕΙΟΣ ΑΕ", επιταγή της Eurobank EFG, ποσού 3.800 ευρώ εκδόσεως Π. Β., 8 πιστωτικές κάρτες με δικαιούχο το Β. Μ., ήτοι των Τραπεζών: CITIBANK (2) Diners της CITIBANK (1), ALFA BANK (2), AMERICAN EXPRESS (1), DYNAMIC (1), ένα δίπλωμα οδήγησης ΗΠΑ με τη φωτογραφία του θύματος, κάρτες καταστημάτων, μία κάρτα ασφάλισης ΗΠΑ με τα στοιχεία του θύματος καθώς και τα κλειδιά της επί της οδού ... στο ... κείμενης αποθήκης του Β. Μ., όπου, αμέσως μετά, ο V. P. μετέβη μαζί με το Φ. Ρ. και μαζί αφαίρεσαν 78 μηχανήματα παραγωγής βάφλας με τους αναγραφόμενους σ'αυτά σειριακούς αριθμού (βλ. αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας) καθώς, επίσης και 80 σάκους με αλεύρι, τα οποία αφού τα φόρτωσαν στο φορτηγό που είχαν προμηθευθεί, τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα, μεταφεροντάς τα και αποθηκεύοντάς τα σε ιδιωτικό χώρο του Φ. Ρ., στη Σ. της Βουλγαρίας. Ο Β. Μ. βρέθηκε νεκρός στο δάπεδο της οικίας του, δεμένος και φιμωμένος με ταινία και έχοντας πολλαπλές κακώσεις, από τον Α. Κ. και την Κ. Π., περί ώρα 03:00 της 16-12-2009, όταν αυτοί πήγαν στο διαμέρισμά του να τον παραλάβουν, προκειμένου να μεταβούν στο αεροδρόμιο, για να αναχωρήσουν για τις ΗΠΑ και επειδή ο Β.Μ. δεν απαντούσε στις τηλεφωνικές κλήσεις τους, ούτε στα χτυπήματα του κουδουνιού της οικίας του, αυτοί χρησιμοποιήσαν τα εφεδρικά κλειδιά του διαμερίσματος που βρίσκονταν στο κατάστημα και εισήλθαν στο διαμέρισμα. Ο Ιατροδικαστής που διενήργησε την αυτοψία δεν μπόρεσε να προσδιορίσει με ακρίβεια το χρόνο του θανάτου και τον τοποθετεί μετά την 21:00 ώρα της 15-12-2009 και μέχρι την 01:30 της 16-12-2009. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι το θύμα έζησε τις τελευταίες του στιγμές με τρόμο, ότι ο θάνατός του επήλθε με βασανισμό, αφού ξυλοκοπήθηκε άγρια, ότι υπέφερε πολύ μέχρι να πεθάνει και κακοποιήθηκε σε υπερβολικό βαθμό, αφού ξυλοκοπήθηκε άγρια, ότι υπέφερε πολύ μέχρι να πεθάνει, διότι ενδεχομένως οι δράστες προσπάθησαν να τον εξαναγκάσουν να υπογράψει έγγραφα που να έδιναν το δικαίωμα αντιπροσώπευσης της εταιρείας που ο ίδιος είχε την αποκλειστική αντιπροσωπεία σε τρίτα πρόσωπα και ότι, επειδή αυτός δεν υπέκυψε στις απειλές τους, πέθανε από πλήρη ασφυξία και από τα θανατηφόρα πλήγματα. Ο κατηγορούμενος Ε. Α., τόσο κατά την ημέρα της κηδείας του Β. Μ. όσο και μετά απ'αυτή, για χρονικό διάστημα 15 περίπου ημερών, οχλούσε το φίλο και συνεργάτη του αποβιώσαντος, Γ. Α., αρχικά ζητώντας από τον τελευταίο να τον προμηθεύσει με τα μηχανήματα και υλικά της εκκρεμούσας παραγγελίας και στη συνέχεια, ζητώντας να επιστρέψει ένα μέρος των μηχανών και των άλευρων που είχαν αγοράσει αρχικά για την εταιρεία της Βουλγαρίας, ώστε να αποσβεστεί το υφιστάμενο μέχρι τότε χρέος. Όμως, ο Α., επικαλούμενος την άσχημη ψυχολογική κατάσταση της συζύγου του θανόντος, Ε. Μ., και το γεγονός ότι δεν είχε αποφασίσει ακόμη εάν θα συνέχιζε την εμπορική δραστηριότητα της συζύγου της, τον απέπεμψε. Έκτοτε, ούτε ο κατηγορούμενος επικοινώνησε με οποιονδήποτε τρόπο με τον Α. ή τη σύζυγό και τα τέκνα του θανόντος, παρά το γεγονός ότι ο γυιός του τελευταίου, Σ., εγκατέλειψε τις ΗΠΑ και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα, συνεχίζοντας τη δραστηριότητα του πατέρα του, ούτε βέβαια προέβη ποτέ στην εξόφληση της εκκρεμούσας οφειλής του.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, η P. την 15-12-2009, αμέσως μετά την τέλεση των πράξεων της ανθρωποκτονίας και της ληστείας με ιδιαίτερη σκληρότητα, έχοντας στην κατοχή της τις πιστωτικές κάρτες του θανόντος, που αφαιρέθηκαν από το πορτοφόλι του, καθώς, επίσης, και τους κωδικούς ασφαλείας των καρτών αυτών, τις χρησιμοποίησε άμεσα σε μηχανήματα αυτόματων τραπεζικών συναλλαγών και δια του διατραπεζικού συστήματος ΔΙΑΣ προέβη στην ανάληψη διαφόρων χρηματικών ποσών από τους οικείους, συνδεδεμένους με τις πιστωτικές κάρτες, τραπεζικούς λογαριασμούς του θανόντος, από ώρα 23:58 της 15-12-2009 έως ώρα 01:45 της 16-12-2009, στην Αργυρούπολη και στη Δάφνη Αττικής, προβαίνοντας σε 8 αναλήψεις χρηματικών ποσών, συνολικού ύψους 3.690 ευρώ. Οι συναλλαγές αυτές καταγράφηκαν από το σύστημα εικονοσκόπησης των τραπεζών, όπου μάλιστα, η ανωτέρω φαίνεται να φορά μία ρόζ ζακέτα, η οποία ανήκει στη σύζυγο του κατηγορουμένου και θυγατέρα της Ρ., Ρ. - Ε. και βρέθηκε εγκαταλελειμμένη από την κάτοχό της στην οικία της Ρ. Ακολούθως, η P. , την επομένη ημέρα της ανθρωποκτονίας, μαζί με τη Χ. Ρ. επισκέφθηκαν διάφορα καταστήματα και χρησιμοποιώντας τις πιστωτικές κάρτες του θύματος, εξαπάτησαν τους υπαλλήλους των καταστημάτων ότι δήθεν ήσαν θυγατέρες του και προέβησαν σε αγορές ενδυμάτων, υποδημάτων, τσαντών κ.λπ., ενώ κάποιες άλλες συναλλαγές που επιχείρησαν να διενεργήσουν δεν ολοκληρώθηκαν, διότι οι πιστωτικές κάρτες δεν έγιναν αποδεκτές. Μεταξύ άλλων, επισκέφθηκαν το κατάστημα με το διακριτικό τίτλο HUNTER, στη Δάφνη Αττικής και αγόρασαν τσάντες, δερμάτινα είδη υπόδησης κάνοντας χρήση της πιστωτικής κάρτας της Τράπεζας CITIBANK, που είχαν αφαιρέσει από το σπίτι του θύματος. Την παραμονή των Χριστουγέννων του 2009, λίγες ημέρες μετά το θάνατο του Β.Μ., ο Ε. Α. και η σύζυγός του κάλεσαν σε δείπνο τη μητέρα της τελευταίας, Ι. Ρ., τη Χ. Ρ. και την P. D., όπου έφαγαν όλοι μαζί και αντάλλαξαν δώρα, η δε P. δώρισε στη σύζυγο του κατηγορουμένου, μία από τις τσάντες που είχε αγοράσει από το κατάστημα HUNTER με την πιστωτική κάρτα του θανόντος. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, επειδή ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα μετά την καταγγελία των εταιριών του, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η Ι. Ρ. αποφάσισε να εμφανίσει μία από τις επιταγές που αφαιρέθηκαν με τη ληστεία από το διαμέρισμα του Β. Μ. προς πληρωμή. Επρόκειτο για την υπ'αρ. ... επιταγή της Τράπεζας PROBANK εκδόσεως του Σ. Μ., μεταχρονολογημένη, με ημερομηνία έκδοσης την 31-1-2020, ποσού 4000 ευρώ. Στις 2-3-2010 η Ρ. μαζί με τη θυγατέρα της Ρ. - Ε. και τον κατηγορούμενο, σύζυγο της τελευταίας, μετέβησαν στο κατάστημα της πληρώτριας Τράπεζας, στην Αργυρούπολη. Εκεί η Ρ. Ρ. - Ε., η οποία ήταν ήδη 6 μηνών έγκυος, και ο Ε. Α. ανέμεναν την ανωτέρω, η οποία εισήλθε στο κατάστημα και απευθυνόμενη στον υπάλληλο Κ. Φ., ζήτησε την πληρωμή της επιταγής. Ο υπάλληλος διαπίστωσε ότι στο λογαριασμό του εκδότη δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια και ενημέρωσε σχετικά την κατηγορουμένη αλλά και το υποκατάστημα της Τράπεζας στο Ηράκλειο, με το οποίο συνεργαζόταν ο εκδότης, διαπιστώνοντας δε τη δυσχέρεια της Ρ. να μιλήσει Ελληνικά, προθυμοποιήθηκε να επικοινωνήσει ο ίδιος με τον εκδότη, αλλά αυτή αρνήθηκε, πήρε τον αριθμό τηλεφώνου του εκδότη και αποχώρησε από την Τράπεζα. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, που γνώριζε την αληθινή προέλευση της επιταγής, ότι δηλαδή αυτή είχε αφαιρεθεί από το σπίτι του Β.Μ., κατά το χρόνο της ληστείας, θέλοντας να βοηθήσει την πεθερά του να εισπράξει παρανόμως το ποσό των 4000 ευρώ, τηλεφώνησε με δική του πρωτοβουλία στον εκδότη της επιταγής, με απόκρυψη αριθμού, του συστήθηκε ως δημοσιογράφος με το επώνυμο "Σ.", λέγοντάς του ότι κάποια κυρία, με το επώνυμο Ι., είχε μία δική του επιταγή η οποία ήταν ακάλυπτη και του ζήτησε να την πληρώσει. Ο Σ. του απάντησε ότι θα το ελέγξει και του ζήτησε τον αριθμό του τηλεφώνου του, ο κατηγορούμενος όμως δεν του το έδωσε, φοβούμενος ότι θα βρεθούν τα στοιχεία του. Όταν ο Σ. διαπίστωσε ότι επρόκειτο για μία εκ των κλαπεισών επιταγών, ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον Α. και ο τελευταίος την αστυνομία, έλαβε δε εντολή να καθυστερήσει όσο περισσότερο μπορούσε τη διαδικασία, ώστε να προβεί η αστυνομία στη σύλληψη της Ρ. Υπήρξαν και άλλες τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ του κατηγορουμένου και της Ι. Ρ., πάντα με απόκρυψη, οι οποίοι πίεζαν τον εκδότη να καλύψει το ποσό της επιταγής και ο τελευταίος χρονοτριβούσε, επικαλούμενος διάφορες δικαιολογίες. Μάλιστα, όταν ο Σ. ζήτησε κάποιο αριθμό τηλεφώνου, ώστε να επικοινωνήσει μαζί τους, ο κατηγορούμενος έδωσε ως αριθμό τηλεφώνου της Ρ., που εμφανιζόταν ως Ι., όχι τον αριθμό της τελευταίας, αλλά αυτόν της Ρ. Χ., η οποία ήταν απούσα, παρά δε τις προσπάθειες του εκδότη να επικοινωνήσει στον ως άνω αριθμό, δεν του απάντησε κανείς. Η Ι. Ρ. μετέβη για δεύτερη φορά στην Τράπεζα, οπότε πληροφορήθηκε ότι δεν είχε καλυφθεί ακόμη το ποσό της επιταγής και όταν περί ώρα 14:00 επικοινώνησαν με τον Σ. και αυτός τους ενημέρωσε ότι είχε καλυφθεί το ποσό, αυτή μετέβη για τρίτη φορά στην Τράπεζα, ενώ ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του αφού είδαν ότι η Ι. Ρ. αργούσε να εξέλθει, αναχώρησαν για την οικία τους. Στην Τράπεζα τελικά κατέφθασαν αστυνομικοί οι οποίοι την συνέλαβαν και την οδήγησαν στο Αστυνομικό Τμήμα. Όσον αφορά την εμπλοκή του κατηγορουμένου στην πιο πάνω πράξη της Ι. Ρ., που επιχείρησε παρανόμως να εξαπατήσει τους υπαλλήλους της Τράπεζας, ώστε να εισπράξει το ποσό της επιταγής, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ισχυρίζεται αυτός ότι η Ρ. του ανέφερε ότι την επιταγή αυτή της την παρέδωσε ο Β. Μ., κατά τη διάρκεια της έκθεσης και της παραμονής του στη Βουλγαρία, επειδή η ίδια του δάνεισε χρήματα στο νόμισμα της Βουλγαρίας, τα οποία αυτός χρειαζόταν, αφού δεν είχε μαζί του χρήματα. Ότι η ως άνω πεθερά του του ζήτησε επίμονα να μιλήσει στο τηλέφωνο με τον Σ., για να τον πείσει να καλύψει στην Τράπεζα το ποσό της επιταγής, και ότι αυτός περιήλθε σε φόβο και γι'ατό ανέφερε στο Σ. ψευδώς ότι λέγεται "Σ." και ότι ομιλεί εκ μέρους της νόμιμης κατόχου της επιταγής. Ο ισχυρισμός του αυτός, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποτελεί κρίσιμο γεγονός για τη συμμετοχή ή όχι του ανωτέρω στις αποδιδόμενες σ'αυτόν πράξεις, αφού αφορά γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά τις πράξεις της ληστείας και ανθρωποκτονίας, δεν κρίνεται ουσία βάσιμος, καθόσον ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να γνωρίζει πολύ καλά ότι ο Β.Μ. ουδέποτε θα είχε ανάγκη να δανειστεί χρήματα από την Ι. Ρ. και μάλιστα ένα ποσό της τάξης των 4000 ευρώ σε βουλγαρικό νόμισμα, αφενός μεν διότι δεν αποδείχθηκε ότι έκανε αναλόγου ποσού δαπάνες στη Βουλγαρία, αφετέρου δε διότι ένας επιχειρηματίας, όπως αυτός δεν θα είχε ποτέ ανάγκη να δανειστεί χρήματα και μάλιστα από άτομο με σχεδόν ανύπαρκτη οικονομική δυνατότητα. Ο δε ισχυρισμός του ότι φοβήθηκε από τα λεγόμενα της πεθεράς του είναι έωλος και προφανώς αναληθής καθότι δεν εξήγησε τι ακριβώς φοβήθηκε ότι θα πάθει από την πεθερά του με την οποία οι σχέσεις τους ήταν αγαστές μέχρι τότε.

-Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 301, 311α, 351, 383, 387/2016 απόφασης του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών που έκρινε τελεσίδικα επί των ασκηθεισών από τους κάτωθι κατηγορουμένους εφέσεων: α)Η Ρ. Ι. κηρύχθηκε ένοχη για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα και της απλής συνέργειας στην πράξη αυτή καθώς επίσης και για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, εκτελεσθείσα από τον V. P., σε βάρος του παθόντος Β. Μ., β)Η P. D., κηρύχθηκε αθώα της πράξης της άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά συναυτουργία και ένοχη της απλής συνέργειας σε ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα, κατ'επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας και γ)ο V. P. κηρύχθηκε ένοχος της πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τελεσθείσας κατά συναυτουργία αλλά και της πράξης της ληστείας με ιδιαίτερη σκληρότητα.
Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε, κατά την πλειοψηφούσα κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο Ε. Α., συμμετείχε ως συνεργός στις πιο πάνω πράξεις, για τις οποίες ήδη έχουν καταδικαστεί αμετακλήτως η Ρ. ή Ρ. Ι., η P. D. και ο V. P., η δε συμμετοχή του αυτή προκύπτει από τα κάτωθι περιστατικά: Ο κατηγορούμενος συνδέεται με στενό συγγενικό δεσμό με την Ι. Ρ. (πεθερά του), ο ίδιος είχε συστήσει αυτήν στο Β. Μ., εκθέτοντάς της τα αφορούντα της οικονομικής του κατάστασης και τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Την είχε συνοδεύσει, μάλιστα, τον Οκτώβριο του 2009, στο επί της οδού ... κατάστημα του Β. Μ., όπου αυτός, με προοπτική τη συνεργασία τους, τους περιήγησε στο χώρο που βρίσκονταν οι μηχανές βάφλας, τα υλικά και τα λοιπά εμπορεύματα. Περαιτέρω, κατά το χρόνο που τελέστηκαν τα ως άνω αδικήματα σε βάρος του Β.Μ., αυτός ήταν ήδη άνεργος και αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία ο ίδιος σκόπευε να τα επιλύσει, προσδοκώντας στην από κοινού ανάληψη με την Ι. Ρ. και το γυιό της Φ. της αντιπροσωπείας της αμερικάνικης εταιρείας που εκπροσωπούσε μέχρι τότε ο Β.Μ. στις χώρες των Βαλκανίων και δη στη Βουλγαρία. Επίσης, κρίσιμο γεγονός που φανερώνει την επιθυμία του κατηγορουμένου να αποκομίσει ίδια οφέλη από τη συνεργασία του με το Β.Μ. είναι ότι, κατά τις συζητήσεις που είχε ο ίδιος με τον τελευταίο, επιθυμούσε διακαώς την παράδοση σ'αυτόν, στην Ι. και το Φ. Ρ., των μηχανών παρασκευής βάφλας, όχι με πώληση, όπως ζητούσε ο Β.Μ., αλλά με σύμβαση χρησιδανείου. Ο τελευταίος, όμως, ήταν αρνητικώς ως προς αυτό και το είχε διαμηνύσει στον κατηγορούμενο, τόσο ο ίδιος όσο και ο συνεργάτης του, Α. Γ., λεγοντάς του ότι αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει, αν δεν εξοφλούσε προηγουμένως το προηγούμενο χρέος του. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, το γεγονός, όσον αφορά τα εμπορεύματα που αφαιρέθηκαν από την αποθήκη του θανόντος από τους δράστες της ληστείας, ότι ήταν αυτά που μόνο ο κατηγορούμενος γνώριζε το ακριβές περιεχόμενό τους και αυτά που αφορούσαν την παραγγελία που είχε δώσει αυτός στο Β.Μ. και η οποία εκκρεμούσε (μηχανές παρασκευής βάφλας, συγκεκριμένο είδος αλεύρων, ήτοι το original). Επιπλέον, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι κατά την κρίσιμη ημέρα ο Β.Μ. είχε προγραμματίσει την αναχώρησή του από την Ελλάδα, ότι είχε δώσει το σκύλο του, που είχε στο διαμέρισμα, προς φύλαξη και ότι θα ήταν μόνος του σ'αυτό και τις πληροφορίες αυτές που ήσαν άγνωστες στην Ι. Ρ., τις έδωσε στην τελευταία, ώστε αυτή να σχεδιάσει μαζί με τους P. D. και V. P., την τέλεση της ληστείας και μάλιστα να διαπραχθεί αυτή με ιδιαίτερη σκληρότητα αλλά και της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, σε βάρος του Β.Μ.....Από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό, προέκυψε, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, ότι ο Ε. Α. γνώριζε ότι η Ι. Ρ. είχε οργανώσει και σχεδιάσει τη ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα σε βάρος του Β.Μ. καθώς και την ανθρωποκτονία σε βάρος του τελευταίου, την οποία πραγμάτωσε, ως φυσικός αυτουργός, ο V. P., ύστερα από τις συνεχείς προτροπές, συμβουλές, οδηγίες και παραινέσεις και με την υπόσχεση καταβολής χρηματικού ποσού από την Ι. Ρ. προς αυτόν, προκαλώντας του, έτσι, την απόφαση να προβεί στις πράξεις αυτές. Ο κατηγορούμενος δε, με πρόθεση και με τον προπεριγραφόμενο τρόπο, παρείχε απλή συνδρομή στο φυσικό αυτουργό V. P., θέλοντας να συμβάλει ο ίδιος στην πραγμάτωση αμφοτέρων των πράξεων αυτών και συγκεκριμένα, γνωρίζοντας την πρόθεση του δράστη αυτού να επιφέρει το θάνατο του Β.Μ. αλλά και να τελέσει σε βάρος αυτού ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα, τον ενθάρρυνε, μέσω της παροχής στοιχείων και πληροφοριών στην πεθερά του Ι. Ρ. - τις οποίες η ίδια δεν γνώριζε - ως προς τη διεύθυνση της κατοικίας του παθόντος, ως προς το ότι την ημέρα τέλεσης των εγκλημάτων ο παθών βρισκόταν μόνος του στο διαμέρισμα, αφού η σύζυγός του Ε. Μ. είχε αναχωρήσει προ μηνός για τις ΗΠΑ και ότι ο παθών επρόκειτο να ταξίδεψε στις ΗΠΑ τις πρωϊνές ώρες της 16-12-2009, και για το λόγο αυτό είχε αφήσει το σκύλο του προς φύλαξη. Επιπλέον ο ανωτέρω είχε παράσχει πληροφορίες στο δράστη της ληστείας, μέσω της Ρ. Ι., ως προς τη διεύθυνση του γραφείου - αποθήκης του θύματος και τη θέση των αφαιρεθέντων προϊόντων εντός αυτής, τα οποία ο ίδιος και μόνο γνώριζε που αυτά βρίσκονταν και ήταν αυτά ακριβώς που αφαιρέθηκαν από την αποθήκη. Επιπρόσθετα, ενίσχυσε και ενθάρρυνε ψυχικά, μέσω της Ι. Ρ., το δράστη, με την παροχή σε αυτόν υποσχέσεων πριν από την πράξη, για παροχή βοήθειας - εφόσον χρειαστεί - μετά την τέλεσή της, που αφορούσε τη συγκάλυψή τους και την παροχή συνδρομής για τη ρευστοποίηση των αφαιρεθέντων αντικειμένων.
Ο κατηγορούμενος αρνείται τις κατηγορίες για τις αποδιδόμενες σ'αυτόν αξιόποινες πράξεις, ισχυριζόμενος ότι η αιτία της εμπλοκής του σ'αυτές είναι η πεθερά του Ι. Ρ., ότι ουδεμία γνώση είχε ότι αυτή θα σχεδίαζε την εξόντωση του Β.Μ., για οικονομικούς λόγους, ενώ ο ίδιος το μόνο που αποδέχεται είναι ότι υπήρξε ο συνδετικός κρίκος της γνωριμίας του θύματος με την Ι. Ρ. που, όπως αποδείχθηκε, ενορχήστρωσε τη ληστεία και την ανθρωποκτονία σε βάρος του ανωτέρω. Οι ισχυρισμοί του αυτοί, όμως δεν κρίνονται πειστικοί και ουσία βάσιμοι, καθόσον αποδείχθηκε σαφώς ότι τα οικονομικά συμφέροντα της Ι. Ρ. και του κατηγορουμένου ήσαν κοινά, οι σχέσεις των ανωτέρω ήσαν αγαστές, ουδέποτε διαταράχθηκαν, ούτε καν ακόμη και μετά την ανθρωποκτονία του Β.Μ., αφού μάλιστα, όπως προελέχθει, ο ίδιος την είχε καλέσει, μεταξύ άλλων ατόμων, σε οικογενειακό δείπνο την παραμονή Χριστουγέννων του 2009, ανταλλάσσοντας μεταξύ του δώρα. Στο δείπνο, μάλιστα, αυτό, παραβρέθηκε και η άγνωστη μέχρι τότε σ'αυτόν P. D., η οποία λίγες ημέρες νωρίτερα είχε συμμετάσχει ως απλή συνεργός στη ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα σε βάρος του ως άνω θύματος, πράξη για την οποία κρίθηκε αμετάκλητα ένοχη με την προαναφερόμενη απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών. Είναι δε αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο Ε. Α. αν και είχε κληθεί να καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον του ακροατηρίου του ΜΟΕ Αθηνών, με κατηγορουμένη, μεταξύ των άλλων (V. P. και P. D.), την εκκαλούσα Ι. Ρ., για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε: α)ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα, κατά συναυτουργία και β)ανθρωποκτονία, κατά συναυτουργία, σε βάρος του Β.Μ., απέφυγε να παρουσιαστεί και να καταθέσει, προκειμένου να μην εκθέσει περιστατικά που τυχόν την ενοχοποιούσαν. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του, ότι μεταξύ αυτού και της Ι. Ρ., υφίστατο σχέση εμπιστοσύνης, στα πλαίσια της οποίας τη συνέδραμε με την παροχή συμβουλών, οδηγιών και υποδείξεων - όπως αυτές αναφέρθηκαν πιο πάνω - σε σχέση με την τέλεση των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων. Βέβαια, ο κατηγορούμενος δεν προέκυψε ότι ήλθε σε άμεση επαφή με το φυσικό αυτουργό V. P., πριν ή μετά την τέλεση των πράξεων, πλήν, όμως, συνέδραμε αυτόν, μέσω της Ι. Ρ., η οποία του μετέφερε κάθε χρήσιμη πληροφορία, που ο ίδιος (κατ/νος) της είχε χορηγήσει. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε ενεργό παρουσία και δράση, κατά την τέλεση των αδικημάτων, αλλά πριν και μετά από αυτές. Συγκεκριμένα, μετά το θάνατο του Β.Μ., στην προσπάθεια του ο κατηγορούμενος να συγκαλύψει την προαναφερόμενη εγκληματική του δράση και να μην κινήσει υποψίες σε βάρος του, μετέβη στην κηδεία του θύματος και, στη συνέχεια, επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τους συνεργάτες του, επιχειρώντας αρχικά να προμηθευτεί τις μηχανές και τα υλικά βάφλας που είχε ζητήσει από το θανόντα πριν το θάνατό του και, στη συνέχεια, να επιστρέψει, όπως ισχυρίστηκε, τις μηχανές που είχε ήδη προμηθευτεί για την αγορά της Βουλγαρίας, ενώ στη συνέχεια, απομακρύνθηκε και δεν είχε ξανά επικοινωνία με τους συγγενείς και τους συνεργάτες του θανόντος, ούτε προέβει σε εξόφληση ή σε οποιαδήποτε καταβολή των οφειλομένων εκ μέρους του από την πρώτη παραγγελία.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όλα όσα προεκτέθηκαν, αποδείχθηκε, κατά την άποψη της πλειοψηφούσας γνώμης του δικαστηρίου (4-3) ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονται και για τις οποίες ήδη κρίθηκε ένοχος πρωτόδικα και δη: α)της απλής συνέργειας με τη μορφή της ψυχικής συνδρομής σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, τελεσθείσα από τον V. P., σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και β)της απλής συνέργειας με τη μορφή της ψυχικής συνδρομής σε ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα, κατά συναυτουργία, και πρέπει, κατά την ως άνω πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου, να κηρυχθεί ένοχος αυτών". Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και νυν αναιρεσείοντα-κατά πλειοψηφία- των εγκλημάτων :1] της συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση τελεσθείσα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και 2] της συνέργειας σε ληστεία τελεσθείσα με ιδιαίτερη σκληρότητα από κοινού, και αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε'ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης εννέα [9] ετών, με το ακόλουθο διατακτικό, και δη:

"...ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο, ΕΝΟΧΟ, ΚΑΤΑ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ (4-3), για τις πράξεις: 1) της απλής συνέργειας με την μορφή της ψυχικής συνδρομής σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, τελεσθείσας κατά μόνας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και 2) της απλής συνέργειας με την μορφή της ψυχικής συνδρομής σε ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα κατά συναυτουργία, που έλαβαν χώρα στην Αθήνα (Νέος Κόσμος) στις 15-12- 2009, και συγκεκριμένα του ότι: Α) Στην Αθήνα (Νέο Κόσμο), σας 15-12-2009, με πρόθεση παρείχε απλή συνδρομή στην πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τελεσθείσα από τον P. I. V. του I. Y.-V.. Συγκεκριμένα, ενεργώντας με πρόθεση, παρείχε απλή συνδρομή στον δράστη P. I. V. του I. Y.-V. πριν από την τέλεση της άδικης πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που τέλεσε στην Αθήνα (Νέο Κόσμο) στις 15-12-2009, σε βάρος του Β. Μ. του Σ. Πλέον ειδικά, κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο ο P. I. V. του I. Y.- V., ενεργώντας υπό τις προτροπές, οδηγίες και παραινέσεις της Ρ. (ή Β. ή V.) Ι. του Κ. και με την υπόσχεση χρηματικού οφέλους, εισήλθε εντός διαμερίσματος του έκτου ορόφου της κείμενης επί της οδού ... αρ. 34 πολυκατοικίας, που αποτελούσε την οικία του Β. Μ. του Σ. και ευρισκόμενος, τόσο κατά τη λήψη της απόφασης, όσο και κατά την εκτέλεση αυτής, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, επιτέθηκε στον Β. Μ. του Σ., κτυπώντας τον επανειλημμένως με γροθιές στο πρόσωπο και στο σώμα, προκαλώντας του εκχύμωση και εξοίδηση στο δεξιό οφθαλμικό κόγχο μετά διάσχισης του κάτω βλεφάρου, εκχύμωση στο κάτω βλέφαρο του αριστερού οφθαλμού, εκχύμωση και εξοίδηση της ρινός μετά μικρών οριζόντιων διασχίσεων στη ράχη και στη δεξιά πλάγια επιφάνεια μετά πιθανού κατάγματος αυτής, εκχύμωση στο άνω και κάτω χείλος του στόματος μετά εκδορών και λύση της συνεχείας του βλενογόνου στο άνω χείλος, κάταγμα απώλεια σώματος οδόντος 21, μικροδιάσχιση και εξοίδηση στη δεξιά μετωπιαία χώρα, εκχυμώσεις αγκώνων αμφοτεροπλευρώς, δυο εκδορές κάτωθεν της δεξιάς κατά γόνυ άρθρωσης και κάταγμα 2ης έως 10ης πλευράς του δεξιού ημιθωρακίου, έδεσε τα χέρια του θύματος με πλαστικές χειροπέδες και τα πόδια του με πλαστικές ταινίες κα απέφραξε τις αεροφόρες οδούς της ρινός και του στόματος, περιτυλίγοντας την κεφαλή του παθόντος με αυτοκόλλητη πλαστική ταινία συσκευασίας, προκαλώντας σε αυτόν με τα κατάγματα της 2ης και 10ης πλευράς του δεξιού ημιθωρακίου του και την απόφραξη των αεροφόρων οδών, ασφυκτικό μηχανισμό, εκ του οποίου ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του. Η δική του απλή συνδρομή στην ανωτέρω πράξη συνίσταται στο ότι γνωρίζοντας την πρόθεση του προαναφερόμενου δράστη να σκοτώσει τον παθόντα και θέλοντας να συμβάλει στην πραγμάτωση της πράξης αυτής, ενίσχυσε και ενθάρρυνε το φυσικό αυτουργό, μέσω της παροχής στοιχείων και πληροφοριών στην πενθερά του, Ρ. (ή Β. ή V.) Ι. του Κ., ως προς τη διεύθυνση της κατοικίας του παθόντος, καθώς και ως προς το γεγονός ότι την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος ο παθών βρισκόταν μόνος στο διαμέρισμά του, καθόσον γνώριζε ότι η σύζυγος του παθόντος Ε. Μ. είχε αναχωρήσει προ μηνός για τις ΗΠΑ και ότι ο παθών επρόκειτο να ταξιδέψει στις ΗΠΑ τις πρώτες πρωινές ώρες στις 16-12-2009 και για τον λόγο αυτό είχε αφήσει το σκύλο του προς φύλαξη. Τις ανωτέρω πληροφορίες γνώριζε και παρείχε, μέσω της Ρ. (ή Β. ή V.) Ι. του Κ., στο δράστη, διότι από το έτος 2002 διατηρούσε επαγγελματική συνεργασία με τον παθόντα, αντιπρόσωπο της αμερικανικής εταιρείας "CARBONS GOLDEN MALTED WAFFLE" και είχε τακτική προσωπική και τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του και δη, τον τελευταίο μήνα επικοινωνούσε συνεχώς με τον παθόντα, προσπαθώντας να τον πείσει να δεχθεί να προμηθεύσει στην πενθερά του Ρ. (ή Β. ή V.) Ι. του Κ., την οποία εκείνος είχε συστήσει στον παθόντα, τριάντα πέντε (35) μηχανές παρασκευής βάφλας και αντίστοιχα υλικά της αμερικανικής εταιρείας "CARBONS GOLDEN MALTED WAFFLE". Επιπροσθέτως, ενίσχυσε και ενθάρρυνε, μέσω της Ρ. (ή Β. ή V.) Ι. του Κ., τον δράστη με την παροχή σε αυτόν υποσχέσεων ,πριν από την πράξη, για βοήθεια μετά την τέλεσή της, που αφορούσε τη συγκάλυψή τους. Και Β) Στην Αθήνα (Νέο Κόσμο), στις 15-12-2009, με πρόθεση παρείχε απλή συνδρομή στον δράστη P. I. V. του I. Y.-V., πριν από την τέλεση της άδικης πράξης της ληστείας με ιδιαίτερη σκληρότητα, που τέλεσε στην Αθήνα (Νέο Κόσμο) στις 15-12-2009 σε βάρος του παθόντος του Β. Μ. του Σ. Συγκεκριμένα, κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο ο P. I. V. του I. Y.-V., ενεργώντας υπό τις προτροπές, οδηγίες και παραινέσεις της Ρ. (ή Β. ή V.) Ι. του Κ. και με την υπόσχεση χρηματικού οφέλους, εισήλθε εντός διαμερίσματος του έκτου ορόφου της κείμενης επί της οδού ... αρ. ... πολυκατοικίας που αποτελούσε την οικία του Β. Μ. του Σ., με τη συνδρομή της P. D.-S. του S., που εμφανίστηκε έξω από την πόρτα του ανωτέρω διαμερίσματος, φέρουσα ένα δώρο στον παθόντα, γεγονός που ώθησε τον τελευταίο να επιτρέψει την είσοδο εντός τού διαμερίσματος στον ανωτέρω δράστη. Ακολούθως, ο P. I. V. του I. Y.-V. ασκώντας σωματική βία σε βάρος του Β. Μ. και με ιδιαίτερη σκληρότητα αφαίρεσε από αυτόν κινητά πράγματα για να ιδιοποιηθεί παρανόμως. Πλέον ειδικά, ο P. I. V. του I. Y.-V. επιτέθηκε στον Β. Μ. του Σ., κτυπώντας τον επανειλημμένως με γροθιές στο πρόσωπο και στο σώμα, προκαλώντας του εκχύμωση και εξοίδηση στο δεξιό οφθαλμικό κόγχο μετά διάσχισης του κάτω βλεφάρου, εκχύμωση στο κάτω βλέφαρο του αριστερού οφθαλμού, εκχύμωση και εξοίδηση της ρινός μετά μικρών οριζόντιων διασχίσεων στη ράχη και στη δεξιά πλάγια επιφάνεια μετά πιθανού κατάγματος αυτής εκχύμωση στο άνω και κάτω χείλος του στόματος μετά εκδορών και λύση της συνεχείας του βλενογόνου στο άνω χείλος ,κάταγμα απώλεια σώματος οδόντος 21, μικροδιάσχιση και εξοίδηση στη δεξιά μετωπιαία χώρα, εκχυμώσεις αγκώνων αμφοτεροπλευρώς, δυο εκδορές κάτωθεν της δεξιάς κατά γόνυ άρθρωσης και κάταγμα 2ης έως 10ης πλευράς του δεξιού ημιθωρακίου και έδεσε τα χέρια του θύματος με πλαστικές χειροπέδες και τα πόδια του με πλαστικές ταινίες, βασανίζοντάς τον με τον τρόπο αυτό με παρατεταμένες σωματικές αλγηδόνες. Στη συνέχεια, περιτύλιξε με πλαστική ταινία συσκευασίας περιμετρικά την κεφαλή του παθόντος, αποφράσσοντας πλήρως τις αεροφόρες οδούς της ρινός και του στόματος, με αποτέλεσμα να αφαιρέσει ανεμπόδιστα, ένα διαμαντένιο δακτυλίδι που φορούσε ο παθών στο χέρι του, και από το εσωτερικό του διαμερίσματος: δυο ρολόγια χειρός, δυο κινητά τηλέφωνα μάρκας NOKIA με αριθμούς κλήσης ... και ..., δυο φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές, οκτώ μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές πελατών της επιχείρησης του παθόντος, εκδοθείσες σε διαταγή του, ήτοι την υπ' αριθ. ...-2010 τραπεζική επιταγή πληρωτέα στην Alpha Bank ποσού 1.161,76 ευρώ έκδοσης της εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Τουριστική ΑΞΤΕ", την υπ' αριθ. ...-2010 επιταγή πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, ποσού 436 ευρώ έκδοσης της εταιρείας με την επωνυμία "C&CHELLAS SA", την υπ' αριθ. ...-2010 επιταγή πληρωτέα στην Τράπεζα Probank ποσού 4.000 ευρώ έκδοσης του Μ. Σ., την υπ' αριθ. ...-2010 επιταγή πληρωτέα στην Τράπεζα Probank ποσού 4.000 ευρώ έκδοσης του Μ. Σ., την υπ' αριθ. ...-2010 επιταγή πληρωτέα στην Τράπεζα Probank ποσού 4.000 ευρώ έκδοσης του Μ. Σ., την υπ' αριθ. ...-2010 επιταγή πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ποσού 2.500 ευρώ, έκδοσης της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Κ. ΕΕ", την υπ' αριθ. ...-2010 επιταγή πληρωτέα στην Τράπεζα Eurobank EFG ποσού 425,10 ευρώ, έκδοσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΗΝΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και την υπ' αριθ. ...-2010 επιταγή πληρωτέα στην Τράπεζα Eurobank EFG ποσού 3.800 ευρώ έκδοσης του Β. Π., οκτώ πιστωτικές κάρτες με δικαιούχο τον Β. Μ. και δη την υπ' αριθ. ... πιστωτική κάρτα της Τράπεζας Citibank, την υπ'αριθ. ... πιστωτική κάρτα της Τράπεζας Citibank, την υπ' αριθ. ... πιστωτική κάρτα Diners της Τράπεζας Citibank, την υπ' αριθ. ... Bonus Visa πιστωτική κάρτα της Τράπεζας Alpha Bank, την υπ' αριθ. ... Dynamic πιστωτική κάρτα της Τράπεζας Alpha Bank, την υπ' αριθ. ... American Express πιστωτική κάρτα της Τράπεζας Alpha Bank, την υπ' αριθ. ... Dynamic πιστωτική κάρτα της Τράπεζας Alpha Bank και την υπ' αριθ. ... πιστωτική κάρτα της Τράπεζας Alpha Bank ,ένα χαρτάκι με τους προσωπικούς κωδικούς ασφαλείας των πιστωτικών καρτών, ένα δίπλωμα οδήγησης ΗΠA το οποίο έφερε τη φωτογραφία του Β. Μ., μια κάρτα καταστήματος Sams, μία κάρτα του καταστήματος Cosco, μια κάρτα ασφάλισης με αριθμό ασφάλισης ΗΠΑ μετά στοιχεία του Β. Μ., καθώς και τα κλειδιά της κείμενης επί της οδού ... αρ. 22 αποθήκης τού παθόντος, απ' όπου αμέσως μετά ο P. I. V. του IVAN YORDAN αφαίρεσε, ενεργώντας από κοινού με έτερα πρόσωπα, 78 μηχανήματα παραγωγής βάφλας με σειριακούς αριθμούς ..., ..., ... , ..., ... ,καθώς και 80 σακιά αλεύρι. Η δική του απλή συνδρομή στην πιο πάνω πράξη, συνίσταται στο ότι γνωρίζοντας την πρόθεση του προαναφερόμενου δράστη να ληστέψει με ιδιαίτερη σκληρότητα τον παθόντα και θέλοντας συμβάλει στην πραγμάτωση της πράξης αυτής, ενίσχυσε και ενθάρρυνε το φυσικό αυτουργό, μέσω της παροχής στοιχείων και πληροφοριών στην πενθερά του, Ρ. (ή Β. ή V.) Ι. του Κ., ως προς τη διεύθυνση της κατοικίας του παθόντος, καθώς και ως προς το γεγονός ότι την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος ο παθών βρισκόταν μόνος στο διαμέρισμά του, καθόσον γνώριζε ότι η σύζυγος του παθόντος Ε. Μ. είχε αναχωρήσει προ μηνός για τις ΗΠΑ και ότι ο παθών επρόκειτο να ταξιδέψει στις ΗΠΑ τις πρώτες πρωινές ώρες στις 16-12-2009 και για το λόγο αυτό είχε αφήσει το σκύλο του προς φύλαξη. Επιπλέον είχε παράσχει πληροφορίες ως προς τη διεύθυνση του γραφείου- αποθήκης του παθόντος και τη θέση των προϊόντων εντός αυτής. Τις ανωτέρω πληροφορίες γνώριζε και παρείχε, μέσω της Ρ. (ή Β. V.) Ι. του Κ., στον δράστη, διότι από έτος 2002 διατηρούσε επαγγελματική συνεργασία με τον παθόντα, αντιπρόσωπο της αμερικανικής εταιρείας "CARBONS GOLDEN MALTED WAFFLE" και είχε τακτική προσωπική και τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του, και δη τον τελευταίο μήνα επικοινωνούσε συνεχώς με τον παθόντα, προσπαθώντας να τον πείσει να δεχθεί να προμηθεύσει στην πενθερά του Ρ. (ή Β. ή V.) Ι. του Κ., την οποία εκείνος είχε συστήσει στον παθόντα, τριάντα πέντε (35) μηχανές παρασκευής βάφλας και αντίστοιχα υλικά της αμερικανικής εταιρείας "CARBONS GOLDEN MALTED WAFFLE". Επιπροσθέτως, ενίσχυσε και ενθάρρυνε, μέσω της Ρ. (ή Β. ή V.) Ι. του Κ., τον δράστη με την παροχή σε αυτόν υποσχέσεων, πριν από την πράξη, για βοήθεια μετά την τέλεση της, που αφορούσε τη συγκάλυψή τους και την παροχή συνδρομής για τη ρευστοποίηση των αφαιρεθέντων αντικειμένων". Με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την επιβαλλόμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , ως προς την καταδικαστική κρίση της για τη συνέργεια στη τέλεση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, για την οποία (κρίση της) πλήττεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτών, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ.1α', 27, 47 παρ.1, 51, 52, 60 επ., 79, 83, 84 παρ.2ε', 94, 299 παρ.1 και 380 παρ.2 του ν. ΠΚ, όπως τα άρθρα 299 και 380 ΠΚ ίσχυσαν μετά τη τροποποίησή τους με το ν. 4619/2019 και πριν την τροποποίησή τους με το ν. 4855/2021, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία, οπότε δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση της ποινικής υπόστασης της συνέργειας του αναιρεσείοντος στη τέλεση των εγκλημάτων: 1] της ανθρωποκτονίας από πρόθεση τελεσθείσας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και 2] της ληστείας τελεσθείσας με ιδιαίτερη σκληρότητα από κοινού, που είναι τα ακόλουθα, ήτοι ότι : α) Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων πρόσφερε, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, στον φυσικό αυτουργό P. I. V., υπήκοο Βουλγαρίας, τη συνδρομή του, πριν από τη τέλεση των ανωτέρω εγκλημάτων που διέπραξε, και συγκεκριμένα ότι αυτός (αναιρεσείων) ενίσχυσε και ενθάρρυνε τον προαναφερόμενο φυσικό αυτουργό, μέσω της παροχής στοιχείων και πληροφοριών, στην πεθερά του, Ι. Ρ. (ή Β. ή V.), που ο ίδιος (κατηγορούμενος) γνώριζε, αφού από το έτος 2002 και εφεξής διατηρούσε επαγγελματική συνεργασία με το αναφερόμενο θύμα με το οποίο είχε τακτική προσωπική και τηλεφωνική επικοινωνία, και μάλιστα κατά τον τελευταίο μήνα επικοινωνούσε συνεχώς μαζί του προσπαθώντας να το πείσει να δεχθεί να προμηθεύσει την προαναφερόμενη πεθερά του, την οποία ο ίδιος (αναιρεσείων) είχε συστήσει σ' αυτό (θύμα), με τις αναφερόμενες μηχανές παρασκευής βάφλας και τα αντίστοιχα υλικά της αναφερόμενης αμερικανικής εταιρείας της οποίας ήταν αντιπρόσωπος (παθών), αναφορικά με τη διεύθυνση της κατοικίας του θύματος, με το ότι τούτο κατά την ημέρα τέλεσης των σε βάρος του ως άνω εγκλημάτων βρισκόταν μόνο του στο διαμέρισμά του, καθόσον η αναφερόμενη σύζυγός του είχε αναχωρήσει προ μηνός για τις Η.Π.Α., με το ότι το θύμα επρόκειτο να ταξιδέψει στις Η.Π.Α. τις πρωϊνές ώρες της 16ης-12-2009 και για το λόγο αυτό είχε αφήσει το σκύλο του προς φύλαξη, με τη διεύθυνση του γραφείου-αποθήκης του θύματος και με τη θέση των αναφερομένων προϊόντων που βρίσκονταν εντός της εν λόγω αποθήκης και αφαιρέθηκαν, καθώς επίσης και με την παροχή υποσχέσεων στον ως άνω φυσικό αυτουργό -πριν από τη τέλεση των ως άνω πράξεων- για παροχή βοήθειας μετά τη τέλεσή τους, που αφορούσε στη συγκάλυψή τους και στην παροχή συνδρομής σ' αυτόν για τη ρευστοποίηση των αντικειμένων που θα αφαιρούσε από την κατοχή του θύματος. β) Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος γνώριζε την πρόθεση του προαναφερόμενου δράστη να σκοτώσει και να ληστέψει με ιδιαίτερη σκληρότητα τον παθόντα και θέλοντας να συμβάλει στην πραγμάτωση των πράξεων αυτών, ενίσχυσε και ενθάρρυνε τον ως άνω φυσικό αυτουργό, μέσω της παροχής των παραπάνω στοιχείων και πληροφοριών, στην πεθερά του, Ι. Ρ. (ή Β. ή V.). γ) Με την ως άνω συνδρομή του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου προς τον προαναφερόμενο φυσικό αυτουργό τελέστηκαν από τον τελευταίο, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, οι λεπτομερώς περιγραφόμενες ως άνω αξιόποινες πράξεις ,ήτοι η ανθρωποκτονία από πρόθεση τελεσθείσα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και η ληστεία από κοινού τελεσθείσα με ιδιαίτερη σκληρότητα σε βάρος του παθόντος Β. Μ. δ) Ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της κατά τα ανωτέρω συνδρομής του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου και των ως άνω αξιοποίνων πράξεων που τέλεσε ο ανωτέρω φυσικός αυτουργός, αφού όπως συνάγεται από τις παραδοχές της απόφασης, χωρίς την συνδρομή του πρώτου (αναιρεσείοντος), πριν από τη τέλεσή τους, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση αυτών υπό τις αναφερόμενες περιστάσεις και συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκαν. Παράθεση επιπλέον στοιχείων δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή των συγκροτούντων την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της συνέργειας του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου περιστατικών. Περαιτέρω, το δικάσαν Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης για την περί ενοχής κρίση του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος για τις αποδιδόμενες αξιόποινες πράξεις έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι ανωμοτί καταθέσεις των υποστηριζόντων την κατηγορία, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωστέα έγγραφα της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν και απολογία του κατηγορούμενου, χωρίς ουδέν να εξαιρέσει, και δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως να αναφέρει ιδιαιτέρως καθένα αποδεικτικό μέσο, ούτε από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή του, ούτε ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση ή σύγκριση των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο εξ αυτών επηρέασε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου που εμπεριέχονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ, και έλλειψης νόμιμης βάσης, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, αναφορικά με τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση τελεσθείσα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και σε ληστεία από κοινού τελεσθείσα με ιδιαίτερη σκληρότητα, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6§1 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974), 31§2, 105, 244 παρ.3 και 223§4 του ΚΠΔ συνάγεται ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της έγγραφης ένορκης εξέτασής του, που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης ή της ένορκης κατάθεσης που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και η αποδεικτική αξιοποίηση εκ μέρους του Δικαστηρίου, μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορούμενου με κάποιον από τους τρόπους ,που αναφέρονται στο άρθρο 72 ΚΠΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171§1 περ. δ' και 510§1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορούμενου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223§4 ΚΠΔ να αρνηθεί να καταθέσει περιστατικά, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης διακηρύσσεται και στο άρθρο 14§3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν.2462/1997 και έχει, κατά το άρθρο 28§1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, και στο οποίο ορίζεται ότι κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα ,μεταξύ των άλλων, και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το ίδιο δε αυτό αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορούμενου να καταθέσει εναντίον του, επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσης της ιδιότητας αυτής (ΟλΑΠ 2/2021, Ολ ΑΠ 1/2004). Συνακόλουθα, η κατά παράβαση της απαγόρευσης αυτής αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος εκείνου που κατέθεσε και στη συνέχεια κατέστη κατηγορούμενος της με το παραπάνω περιεχόμενο κατάθεσής του, είτε στην προδικασία είτε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171§ 1 περ. δ' του ΚΠΔ που θεμελιώνει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για ένορκες ή ανωμοτί καταθέσεις του κατηγορούμενου, οι οποίες έχουν ληφθεί κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσας διοικητικής εξέτασης, η οποία, εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση ( ΑΠ 995/2024, ΑΠ 738/2024, ΑΠ 834/2022, ΑΠ 462/2021,ΑΠ 697/2019).

Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Θ'ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την άσκησή της (θετική υπέρβαση) ή όταν αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία του (αρνητική υπέρβαση) την οποία του παρέχει ο νόμος (ΟλΑΠ 48/2022). Ακολούθως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 362 του Κ.Ποιν.Δ., "1. Στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, που συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Η ανάγνωση των εγγράφων αυτών στο ακροατήριο γίνεται μόνο ως προς τα ουσιώδη και σημαντικά, κατά την κρίση των διαδίκων, σημεία τους. Αν κατά τη κρίση του διευθύνοντος τη συζήτηση τα σημεία των εγγράφων, η ανάγνωση των οποίων ζητείται από τους διαδίκους, δεν είναι ουσιώδη ή σημαντικά, μπορεί να ασκηθεί αμέσως προσφυγή σε ολόκληρο το δικαστήριο... 2. Διαβάζονται ακόμη τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί. Επίσης οι αμετάκλητες αποφάσεις που εκδόθηκαν σε άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη". Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. γ' του Κ.Ποιν.Δ., "....Σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 363 και τα έγγραφα υπό τους όρους του άρθρου 362". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι η ανάγνωση στην κατ' έφεση δίκη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχόμενων σ' αυτά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν είναι υποχρεωτική (ΑΠ 947/2014). Η ανάγνωση αυτή των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης έχει την έννοια και της ανάγνωσης του περιεχομένου των εις αυτά αναφερομένων εγγράφων και, επομένως, εφόσον δεν προκύπτει εναντίωση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του στην ανάγνωση των αναφερομένων στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ενόρκων καταθέσεων παρέπεται ότι η διατυπωθείσα εναντίωση των συνηγόρων του κατηγορουμένου για την εν συνεχεία, εκ νέου, ανάγνωση των ίδιων ενόρκων καταθέσεων στερείται έννομης επιρροής (ΑΠ 1021/2015). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η ανάγνωση στο ακροατήριο από το δικαστήριο οποιουδήποτε εγγράφου που συμπεριλαμβάνεται στη δικογραφία, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατά πρόταση του Εισαγγελέα και αν αυτό δεν αναφέρεται στο κατηγορητήριο, χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητά του και χωρίς να εναντιωθεί ο κατηγορούμενος στην ανάγνωσή του, δεν επιφέρει ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας, ούτε ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του Κ.Ποιν.Δ. (ΑΠ 1328/2019, ΑΠ 394/2016, 1005/2013, 1049/2013, 928/2015). Για να επέλθει ακυρότητα από την ανάγνωση εγγράφου, πρέπει να υποβλήθηκε αντίρρηση, την οποία είτε αρνήθηκε να ακούσει το δικαστήριο είτε την απέρριψε παρά το βάσιμο αυτής (ΑΠ 184/2013, ΑΠ 909/2007).

Με τον περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας και υπέρβασης εξουσίας, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Θ' του ΚΠΔ, δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι αναγνώστηκε και λήφθηκε υπόψη για την κατάφαση της ενοχής του από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά την δια του συνηγόρου του ρητή εναντίωσή του, ένορκη κατάθεσή του ως μάρτυρος, η οποία περιέχεται στην αναφερόμενη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών και η οποία είχε δοθεί ,πριν αυτός καταστεί κατηγορούμενος για τις ένδικες αξιόποινες πράξεις. Από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες ελέγχου της βασιμότητας του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης [σελ.185 και 207-210], προκύπτει ότι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρισταμένων προς υποστήριξη κατηγορίας υπέβαλαν προφορικά αίτημα, κατ' άρ. 362 ΚΠΔ, το οποίο κατέθεσαν και εγγράφως, περί ανάγνωσης των πρακτικών της υπ'αρ.50, 51, 52, 52α, 87, 91, 91α, 98, 99/2012 αμετάκλητης απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, με κατηγορούμενες την Ι. Ρ. και την P. D. S. για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε: α) ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συναυτουργία, β) ληστεία κατά συναυτουργία, γ) κλοπή και δ) απάτη, στην οποία ως άνω απόφαση, εκτός άλλων, περιλαμβάνεται και ένορκη κατάθεση του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος, εξετασθέντος ως μάρτυρος. Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος υπέβαλε, δια του συνηγόρου του, εγγράφως (σελ. 185-186 προσβαλλόμενης απόφασης) ένσταση περί μη ανάγνωσης της ως άνω απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, την οποία ανέπτυξε και προφορικά, επικαλούμενος ότι η εν λόγω απόφαση εμπεριέχει μαρτυρική του κατάθεση που είχε δοθεί ενόρκως πριν αυτός καταστεί κατηγορούμενος για τις αποδιδόμενες πράξεις, και ότι σε περίπτωση αναγνώσεώς της θα επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο ,κατ' άρ. 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ.1 περ.δ' του ιδίου κώδικα. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατόπιν απορριπτικής εισαγγελικής πρότασης, απέρριψε με την παρεμπίπτουσα υπ' αρ. 560/2023 απόφασή του, μετά από παράθεση νομικών σκέψεων, την ως άνω υποβληθείσα από τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένσταση ως αβάσιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία (σελ. 211-213 απόφασης) ".... Ενόψει των ανωτέρω, προκύπτει ότι η ανάγνωση στην κατ' έφεση δίκη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχομένων σ' αυτά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν είναι υποχρεωτική. Με την ανάγνωση, συνεπώς των πρακτικών της υπ'αρ.50, 51, 52, 52α, 87, 91, 91α, 98, 99/2012 απόφασης του Μ.Ο.Δ. Αθηνών, στην οποία περιέχεται και η ένορκη κατάθεση του κατηγορούμενου στην παρούσα δίκη, δεν επέρχεται καμία παραβίαση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων. Μετά ταύτα, κρίνεται απορριπτέα η ένσταση του κατηγορούμενου περί μη ανάγνωσης της μαρτυρικής κατάθεσης του ιδίου που εμπεριέχεται στην υπ'αρ.50, 51, 52, 52α, 87, 91, 91α, 98, 99/2012 απόφασης του Μ.Ο.Δ. Αθηνών, ως αβάσιμη κατά νόμο".

Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, και δη των πρακτικών της υπ' αρ. 1347,1348,1522, 1523,1629, 1785/2022, 52,53/2023 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών (σελ. 77), που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό για τις ένδικες αξιόποινες πράξεις του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου, προκύπτει ότι αναγνώστηκε κατόπιν σχετικού αιτήματός του, υποβληθέντος δια του συνηγόρου του, μεταξύ άλλων, και η ως άνω υπ'αρ.50,51, 52, 52α, 87, 91, 91α, 98, 99/2012 απόφαση του Μ.Ο.Δ. Αθηνών, στην οποία εμπεριέχεται και η επίμαχη ένορκη κατάθεση του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος, ως μάρτυρος στην δίκη με κατηγορούμενες τις Ι. Ρ. και P. D. S. για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις τους, με συνέπεια η ως άνω αναγνωσθείσα απόφαση να περιληφθεί στα αναγνωστέα έγγραφα της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία είναι υποχρεωτικά αναγνωστέα, κατ' άρ. 502 παρ.1εδ.γ'ΚΠΔ, στην κατ' έφεση δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ως εκ τούτου δε, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, με την ανάγνωση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της επίμαχης ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης του κατηγορούμενου - αναιρεσείοντος, που εμπεριέχεται στην αναγνωσθείσα υπ'αρ.50, 51, 52, 52α, 87, 91, 91α, 98, 99/2012 απόφαση του Μ.Ο.Δ. Αθηνών, παρά τις αντιρρήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης αυτού (κατηγορουμένου), οι οποίες απορρίφθηκαν με την υπ` αριθμ. 560/2023 παρεμπίπτουσα απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ούτε τούτο υπερέβη θετικά την εξουσία του, δεδομένου ότι η επίμαχη κατάθεση του αναιρεσείοντος , η οποία είχε ληφθεί στα πλαίσια άλλης ποινικής δίκης με κατηγορούμενες τις Ι. Ρ. και P. D. S. επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αρ.50, 51, 52, 52α, 87, 91, 91α, 98, 99/2012 απόφαση του Μ.Ο.Δ. Αθηνών, αναγνώσθηκε, κατόπιν σχετικού αιτήματος του κατηγορούμενου, στην πρωτοβάθμια δίκη και έτσι αποτέλεσε περιεχόμενο των πρακτικών αυτής, των οποίων η ανάγνωση και λήψη υπόψη του περιεχομένου τους είναι υποχρεωτική στην κατ` έφεση δίκη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. γ` Κ.Ποιν.Δ. Η δε ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης έχει και την έννοια της ανάγνωσης του περιεχομένου των αναφερόμενων σ` αυτά εγγράφων ,και επομένως, η εναντίωση που διατυπώθηκε από το συνήγορο του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος για την εκ νέου ανάγνωση της ίδιας ένορκης κατάθεσης, στην κατ' έφεση δίκη, στερείται έννομης επιρροής. Εφόσον λοιπόν, εν προκειμένω, αναγνώσθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η πρωτοβάθμια απόφαση με τα πρακτικά της, θεωρείται αναγνωσθείσα και η περιεχόμενη σ` αυτά, μαζί με τα λοιπά έγγραφα, επίμαχη ένορκη μαρτυρική κατάθεση του αναιρεσείοντος που εμπεριέχεται στην, κατόπιν αιτήματός του στον πρώτο βαθμό, αναγνωσθείσα υπ'αρ.50, 51, 52, 52α, 87, 91, 91α, 98, 99/2012 απόφαση του Μ.Ο.Δ. Αθηνών. Συνακόλουθα, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' και Θ' του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας λόγω παραβίασης του δικαιώματος σιωπής και μη αυτενοχοποίησης του αναιρεσείοντος και περί θετικής υπέρβασης εξουσίας του δικάσαντος δικαστηρίου, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331 παρ. 2, 333, 358, 362 παρ. 1 και 367 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι όταν το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, λαμβάνει υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική στο ακροατήριο συζήτηση της υπόθεσης, ώστε να μπορέσει ο κατηγορούμενος να ασκήσει το απορρέον από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαίωμά του να προβεί σε παρατηρήσεις και δηλώσεις για το αποδεικτικό αυτό μέσο, επέρχεται, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του αυτού Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης. Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν το έγγραφο που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο ήταν συντεταγμένο σε ξένη γλώσσα, χωρίς να βεβαιώνεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό του. Δεν υπάρχει, όμως, ακυρότητα, όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του ξενόγλωσσο έγγραφο, όταν τούτο αποτελεί το υλικό αντικείμενο ή το μέσο τέλεσης του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, ο οποίος έτσι, αφού γνώριζε την κατηγορία, μπορούσε να ασκήσει τα από το άρθρο 358 δικαιώματά του και να αντιτάξει τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς ή, αν το περιεχόμενό του προκύπτει από αναγνωσθέντα νομίμως έγγραφα, συντεταγμένα στην ελληνική ή, από άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα ή όταν αναφέρεται απλώς διηγηματικά και το Δικαστήριο δεν το έλαβε υπόψη προς στήριξη της ενοχής του κατηγορουμένου (ΑΠ 1408/2022, ΑΠ 717/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα ,και τα έγγραφα που σημειώνεται ότι αναγνώσθηκαν στις σελίδες 183-185,187-190 των πρακτικών. Μεταξύ δε αυτών των αναγνωσθέντων εγγράφων περιλαμβάνεται και το από 23-11-2009 έγγραφο με τίτλο "INVOICE" της εταιρείας "CARBON WAFLE" προς την εταιρεία "GOLDEN DELICIOUS LTD" με έδρα τη Βουλγαρία, συνταγμένο στην αγγλική γλώσσα, για την ανάγνωση του οποίου ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του, δεν προέβαλαν αντίρρηση. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι με την ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου στη διαδικασία στο ακροατήριο, χωρίς αντίρρηση από τον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο και τον συνήγορό του, αυτοί έλαβαν γνώση και κατανόησαν το περιεχόμενό του, παρότι δεν βεβαιώνεται τούτο ρητά στην απόφαση, και ότι αυτοί είχαν την πλήρη δυνατότητα να ασκήσουν το απορρέον από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαίωμά τους για υποβολή δηλώσεων και εξηγήσεων αναφορικά με το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου, πλην όμως δεν το έπραξαν, όπως τούτο προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης. Σε κάθε περίπτωση, τόσο από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όσο και από τα πρακτικά της, σε σχέση με το συνταγμένο σε ξένη γλώσσα ως άνω αναγνωσθέν και μη μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα έγγραφο, δεν προκύπτει ότι τούτο σχετίζεται με τις ένδικες πράξεις της συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση τελεσθείσα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της συνέργειας σε ληστεία από κοινού τελεσθείσα με ιδιαίτερη σκληρότητα, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Εξάλλου, δεν μνημονεύεται παντελώς στο αιτιολογικό ή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε διαλαμβάνεται σ' αυτήν γεγονός προερχόμενο από το έγγραφο αυτό. Αναφέρεται μεν το εν λόγω ξενόγλωσσο έγγραφο, τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην προσβαλλόμενη δευτεροβάθμια απόφαση, ως αναγνωστέο, πλην όμως τούτο δεν συνεκτιμήθηκε για να στηρίξει την περί ενοχής κρίση του δικάσαντος Δικαστηρίου. Έτσι, από την ανάγνωσή του δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Επομένως, ο από τα άρθρα 171 παρ.1 εδ. δ` και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ συναφής τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τη λήψη υπόψη του ως άνω αναγνωσθέντος, μη μεταφρασμένου στην ελληνική γλώσσα, ξενόγλωσσου εγγράφου, είναι αβάσιμος.

Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ ως τούτο ισχύει μετά τη τροποποίησή του από το ν.5090/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αρ. πρωτ. 3391/ 2024 αίτηση του Ε. Α. του Θ. για αναίρεση της υπ' αρ. 461, 560, 568/2023 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΙ Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: