ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΝΑΣΤΑΣΗΣ,
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ
Αναρτήθηκε πριν από λίγες ημέρες σε δημόσια διαβούλευση το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την προστασία από στρατηγικές αγωγές (SLAPP). Σε αυτό περιλαμβάνονται και ρυθμίσεις για την οργάνωση και λειτουργία των Δικαστηρίων. Ειδικότερα, με το άρθρο 36 του Νομοσχεδίου αναστέλλεται μέχρι την 1/4/2027 η μεταφορά της τοπικής αρμοδιότητας από την Αθήνα στον Πειραιά, αλλά ισχύει από 16/9/26 η άμεση εφαρμογή της πλήρους υλικής αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου στις Περιφερειακές Έδρες της Αττικής με εξαίρεση τον Πόρο. Αυτό σημαίνει ότι από τον Σεπτέμβριο οι συνάδελφοι θα δικάζουν στις Περιφερειακές Έδρες των Πρωτοδικείων της Αττικής κάθε υπόθεση αρμοδιότητας Μονομελούς, που ιδρύει τοπική αρμοδιότητα σε Δήμους που υπάγονται σε αυτές. Ωστόσο, δεδομένου ότι υφίστανται δημοσιεύματα ότι δεν υπάρχει ακόμη η κατάλληλη υποδομή για μια τόσο ριζική αλλαγή σε όλα τα κτίρια, που πρόκειται να στεγάσουν τις πιο πάνω έδρες, θα ήταν προτιμότερο να επανεξεταστεί η αναστολή και της διάταξης αυτής μέχρι και την 01/04/2027 τουλάχιστον, όπου έχει μετατεθεί και η έναρξη της τοπικής αρμοδιότητας από την Αθήνα στον Πειραιά, χρονικό σημείο το οποίο συμπίπτει και με την παράδοση του νέου Δικαστικού Μεγάρου Πειραιά. Είναι σαφές εξάλλου, ότι όλες αυτές οι νομοθετικές παρεμβάσεις, που συνοδεύονται με υλικοτεχνικές βελτιώσεις γίνονται στα πλαίσια του Νέου Δικαστικού Χάρτη της χώρας και αποσκοπούν στην επιτάχυνση της απονομής της Δικαιοσύνης και στην ορθολογικότερη οργάνωσή της. Στο πλαίσιο αυτό είναι αναντίρρητο ότι η πιο σημαντική χρονική καθυστέρηση από την κατάθεση μιας αγωγής για αστική ή εμπορική υπόθεση ως την τελεσιδικία της απόφασης (και όχι όσον αφορά τον χρόνο από τη συζήτηση της υπόθεσης έως την έκδοση της απόφασης) εντοπίζεται στο Πρωτοδικείο Αθηνών, απ’ όπου και η Παγκόσμια Τράπεζα και η Ε.Ε. (μέσω της CEPEJ) αντλούν κατά κύριο λόγο τα στατιστικά στοιχεία στις ετήσιες αναφορές τους. Αυτό έχει αποτέλεσμα η χώρα μας να εμφανίζεται ότι υστερεί στους χρόνους απονομής της Δικαιοσύνης, αν και τούτο αδικεί τόσο τους Δικαστές που υπηρετούν στα Δικαστήρια της περιφέρειας, όπου είναι γνωστό ότι δεν παρουσιάζονται συστηματικές αλλά μεμονωμένες καθυστερήσεις, όσο και τους Δικαστές της Αθήνας, αφού ο όγκος των υποθέσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών (άνω του 52% των συνολικώς εισαγόμενων υποθέσεων στα πρωτοβάθμια Δικαστήρια όλης της χώρας) είναι δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με τον αριθμό των υπηρετούντων συνάδελφων στο μεγαλύτερο Δικαστήριο. Συνήθως, μάλιστα, οι περισσότεροι συνάδελφοι που υπηρετούν στην Αθήνα με τον βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών, προέρχονται από την επαρχία και, κυρίως, τη Βόρεια Ελλάδα, με αποτέλεσμα να είναι παρατηρημένη, συν τοις άλλοις, και η υπηρεσιακή και οικονομική τους επιβάρυνση, καθώς, λόγω της κύριας έδρας της ΕΣΔΙ από το 1994 και εντεύθεν στην πόλη της Θεσσαλονίκης, παρατηρείται το φαινόμενο οι περισσότεροι απόφοιτοι να προέρχονται από τη Βόρεια Ελλάδα και να υπερβαίνουν σταδιακά σε βάθος χρόνου σε αριθμό τις διαθέσιμες οργανικές θέσεις σε αυτήν από τον βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών και μέχρι αυτόν του Προέδρου Εφετών, όπου ο αριθμός των θέσεων μοιραία περιορίζεται. Ενόψει αυτών, φρονούμε ότι η λύση που έχει προταθεί στο πρόσφατο παρελθόν, για ανακατανομή των οργανικών θέσεων του πρώτου βαθμού, ώστε να μειωθούν οι θέσεις των υπηρετούντων Πρωτοδικών και Προέδρων Πρωτοδικών στα Δικαστήρια της περιφέρειας και να αυξηθούν οι αντίστοιχες των Πρωτοδικείων Αθηνών και Πειραιά (λόγω της αύξησης της κατά τόπο αρμοδιότητας του τελευταίου), θα δημιουργήσει, τελικά, περισσότερα προβλήματα από αυτά που φιλοδοξεί να επιλύσει. Δηλαδή, θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε επιπλέον δυσβάστακτες υπηρεσιακές μετακινήσεις, που θα αναστατώσουν τον οικονομικό και οικογενειακό προγραμματισμό των συναδέλφων, που έχουν εύλογα επιλέξει για οικογενειακή τους εγκατάσταση την περιφέρεια. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα, τελικά, να τεθεί σε κίνδυνο και ο ίδιος ο σκοπός της επιτάχυνσης, αφού δε θα είναι σε θέση να αφιερωθούν απερίσπαστοι στα καθήκοντά τους. Γι’ αυτό θεωρούμε ως προτιμότερη λύση τη λελογισμένη αύξηση των εισακτέων στην ΕΣΔΙ τα επόμενα χρόνια με παράλληλη αύξηση των οργανικών θέσεων στα Πρωτοδικεία της Αττικής, ώστε οι θέσεις αυτές να καλυφθούν από νεοδιοριζόμενους συναδέλφους, που θα γνωρίζουν εκ των προτέρων τον τόπο όπου θα ασκήσουν τα καθήκοντά τους, τελώντας δηλαδή σε συνθήκες εύλογης εργασιακής ασφάλειας. Τέλος, ο σημαντικός στόχος περί μείωσης του χρόνου απονομής της Δικαιοσύνης, που θα συμβάλει στην αύξηση της αποδοχής της στην ελληνική κοινωνία συνολικά, που τα τελευταία χρόνια φθίνει, όπως δείχνουν οι σχετικές μετρήσεις της κοινής γνώμης, σωστό είναι να συνδεθεί συστηματικά όχι μόνο με την εκτέλεση των μεγάλων και απαραίτητων έργων υποδομής, που ο δικαστικός κόσμος ανέμενε επί χρόνια, όπως η ανέγερση και ανακαίνιση Δικαστικών Μεγάρων και η ψηφιοποίηση της Δικαιοσύνης, αλλά και με τη βελτίωση των λοιπών συνθηκών εργασίας των Δικαστών και των δικαστικών υπαλλήλων, των ανθρώπων, δηλαδή, που καλούνται να προσφέρουν με την προσωπική τους προσπάθεια για την επίτευξη του στόχου. Με άλλα λόγια απαιτείται συστηματική και προγραμματισμένη αύξηση και των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, που καλούνται να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους, ώστε αυτές να φτάσουν τα επίπεδα των Ευρωπαίων συναδέλφων, καθώς και των δικαστικών υπαλλήλων αλλά και αύξηση του αριθμού των τελευταίων, καθώς η αναλογία Δικαστών – δικαστικών υπαλλήλων έχει μειωθεί στο 1 : 1, με αποτέλεσμα αμφότεροι να επιβαρύνονται με δυσβάστακτο φόρτο εργασίας (για όσους συναδέλφους ασκούν τα καθήκοντά τους καθημερινά είναι γνωστό επί παραδείγματι ότι οι Ανακριτές του Πρωτοδικείου Αθηνών στερούνται desktop υπολογιστή στα ανακριτικά τους γραφεία και ότι η νευραλγική Γραμματεία Προσωρινών Διαταγών και Ασφαλιστικών Μέτρων του Πρωτοδικείου Αθηνών λειτουργεί καθημερινά με μικρό αριθμό εργασιακά υπερφορτωμένων υπαλλήλων, ενώ και οι δικηγόροι σχηματίζουν ατέλειωτες ουρές μέχρι να εξυπηρετηθούν). Ας μη διαφεύγει της προσοχής, άλλωστε, ότι, όπως προκύπτει από τη σχετική προκήρυξη, που δημοσιεύθηκε πριν από λίγες ημέρες στην ιστοσελίδα της ΕΣΔΙ, στον επόμενο εισαγωγικό διαγωνισμό έχουν δηλώσει συμμετοχή μόλις 239 δικηγόροι, για να γίνουν δικαστές, αριθμός που αποτελεί περίπου το 25% σε σχέση με τις 900 ως 1.000 δηλώσεις συμμετοχής των προηγούμενων ετών, το στατιστικό δε αυτό εύρημα δεν είναι άσχετο με τις δύσκολες υπηρεσιακές συνθήκες των Δικαστικών Λειτουργών τα τελευταία έτη, λόγω της αυξημένης εργασιακής πίεσης, του αυστηρού πειθαρχικού ελέγχου σε συνδυασμό με τις διαρκείς μεταθέσεις και τις επί πολλά χρόνια χαμηλές – συγκριτικά με την ποιότητα, τη σπουδαιότητα και την ποσότητα του παραγόμενου έργου – αποδοχές τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δεν επιτρέπονται νέα σχόλια.