Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

ΑΠ 450/2025: Δήμευση με ποινική απόφασση - κτήση κυριότητας από Δημόσιο των κινητών που δημεύθηκαν

 

 

 Με τη δήμευση, η κυριότητα των δημευθέντων περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο με πρωτότυπο τρόπο, από τότε που κατέστη αμετάκλητη η απόφαση που τη διέταξε

τα λείψανα αγίων και οσίων αποτελούν κινητά πράγματα κατά την έννοια της διάταξης 947 ΑΚ και είναι δεκτικά κυριότητας και μεταβιβάσεως, διότι μετά την, εξαιτίας θανάτου, άρση της συνάφειας μεταξύ των μελών του σώματος του ανθρώπου είτε με φυσική επίδραση είτε με άλλη ενέργεια, δεν συνδέονται πλέον με ορισμένη ανθρώπινη προσωπικότητα

 

Απόφαση 450 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 450/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ά., κατά κόσμον Γ. Λ., του Χ. και της Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Σηφάκη, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Τσάκαλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3671/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2023 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-5-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 12-5-2023 και με αρ. καταθ. ...2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αρ. 109/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 24-2-2022 έφεση, που άσκησε ο εκκαλών-ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατά της με αρ. 3671/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως νόμω αβάσιμη.
Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου στις 16-5-2023 (άρθρο 495 παράγραφος 1ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της στις 10-1-2023 (άρθρο 564 παράγραφος 3 ΚΠολΔ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση αυτής.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 ,556, 558 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τη (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, αναγκαίο στοιχείο της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής πράγματος κατά την έννοια της ΑΚ 947, είναι εκτός άλλων , η κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο πράγμα (κινητό ή ακίνητο). Επομένως την αγωγή αυτή έχει ο κύριος του πράγματος κατά το χρόνο εγέρσεως αυτής, εφόσον στερείται τη νομή ή την κατοχή. Περαιτέρω με το άρθρο 76 του ΠΚ παρ. 6 όπως ίσχυε υπό το ν. 4478/2017 αλλά και υπό το ν. 4619/2019 (άρθρο 76 παρ. 1 εδ. α) ορίζεται ότι αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος από δόλο δημεύονται, έστω και χωρίς την καταδίκη ορισμένου προσώπου για την τελεσθείσα πράξη, αν από τη φύση τους προκύπτει κίνδυνος για τη δημόσια τάξη, ρυθμίζοντας έτσι την (ειδική) δήμευση ως μέτρο ασφαλείας. Με τη δήμευση, η κυριότητα των δημευθέντων περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο με πρωτότυπο τρόπο, από τότε που κατέστη αμετάκλητη η απόφαση που τη διέταξε (ΑΠ 2/2023, ΑΠ 1524/2002). Εξάλλου τα λείψανα αγίων και οσίων αποτελούν κινητά πράγματα κατά την έννοια της διάταξης 947 ΑΚ και είναι δεκτικά κυριότητας και μεταβιβάσεως, διότι μετά την, εξαιτίας θανάτου, άρση της συνάφειας μεταξύ των μελών του σώματος του ανθρώπου είτε με φυσική επίδραση είτε με άλλη ενέργεια, δεν συνδέονται πλέον με ορισμένη ανθρώπινη προσωπικότητα. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2022, ΑΠ 453/2023, ΑΠ 124/2022, ΑΠ 319/2017). Εξάλλου η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή (ή η αίτηση) επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή κρίθηκε ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1542/2021, ΑΠ 1836/2011). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 146/2022, ΑΠ 1785/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 279/2019). Ως "πράγματα", που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτόδικης κρίσης (ΑΠ 1827/2022). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1827/2022, ΑΠ 1542/2021, ΑΠ 1446/2019, 460/2019). Στη συνέχεια, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 767/2022, ΑΠ 460/2019,). Τέλος, ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος. Επομένως ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία. (ΑΠ 74/2022, ΑΠ 131/2012)
3.- Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την από 11-5-2018 αγωγή του, εξέθεσε ότι είχε καταστεί κύριος των κινητών πραγμάτων που περιγράφονται στο δικόγραφο αυτής και συγκεκριμένα λειψάνων αγίων και οσίων, με παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο. Ότι κατά την επιχειρηθείσα, στις 23-4-2010, μεταφορά των λειψάνων στην Γερμανία για λατρευτικούς λόγους, συνελήφθη στο αεροδρόμιο ο γερμανικής καταγωγής μεταφορέας αυτών και κατόπιν και ο ίδιος (ο ενάγων), κατασχέθηκαν τα ανωτέρω λείψανα και ασκήθηκε κατ αυτών ποινική δίωξη και ειδικότερα κατά του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, μεταξύ άλλων και για διακεκριμένη κλοπή, πράξη για την οποία αθωώθηκε με την με αρ. 948/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε συγχρόνως η δήμευση των κατασχεθέντων για λόγους δημόσιας τάξης. Ότι κατά της περί δημεύσεως των κατασχεθέντων διάταξης της ανωτέρω ποινικής απόφασης, ο ενάγων δεν άσκησε έφεση αλλά άσκησε αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την με αρ. 598/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου ενώ το αναιρεσίβλητο παρέδωσε τα δημευθέντα προς φύλαξη στην Ιερά Μητρόπολη Σταυρούπολης. Ενόψει των ανωτέρω ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί των δημευθέντων αντικειμένων (λείψανα αποτελούμενα από τεμάχια οστών) και να διαταχθεί η απόδοση αυτών στον ίδιο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ. 3671/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Κατ αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 24-2-2022 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αρ. 109/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που δέχτηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν με την αιτιολογία ότι, μετά το αμετάκλητο της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου περί δήμευσης των κινητών πραγμάτων (λειψάνων), όπως εκτίθεται στην αγωγή, η κυριότητα αυτών περιήλθε αυτοδίκαια στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο απέκτησε την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο χωρίς εμπράγματα βάρη και ελεύθερη από κάθε αξίωση τρίτου και η αγωγή δεν βρίσκει νομικό έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 1000, 1094 ΑΚ.
4.- Ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση, μεταξύ άλλων και για τις πλημμέλειες της παράβασης εκ των αριθμών 11, 12 και 19 του άρθρο 559 ΚΠολΔ ήτοι ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο ίδιος, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αιτιολογίες καθώς και ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι διότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη και δεν ερεύνησε αυτήν κατ ουσίαν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη.
Περαιτέρω ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του λόγου της αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ευθεία παράβαση του νόμου, υπό τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 68, 76 και 79 του Ποινικού Κώδικα και περί κυριότητος των δημευθέντων πραγμάτων. Ειδικότερα εκθέτει στο αναιρετήριο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και κακώς εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του ποινικού δικαίου διότι δεν συντρέχει αποδεδειγμένος κίνδυνος της δημόσιας τάξης για την δήμευση των λειψάνων των Αγίων και Οσίων, ότι ο ίδιος αθωώθηκε με την απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και δεν τελούσε σε δόλο, ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης είναι αντίθετη με τις διατάξεις των άρθρων 13 του Συντάγματος και 9 και 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, για το λόγο ότι του στερεί κινητά πράγματα που χρησιμοποιούνται προδήλως για πνευματικούς σκοπούς σχετικούς με την χριστιανική του πίστη. Από το επισκοπούμενο κατά τα ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής, προκύπτει ότι αυτή είναι νομικά αβάσιμη διότι κατά τα εκτιθέμενα σ αυτήν πραγματικά περιστατικά, μετά την επέλευση του αμετακλήτου της με αρ. 948/2013 του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την οποία διατάχθηκε η δήμευση των επιδίκων πραγμάτων, ως μέτρο ασφαλείας, με την έκδοση της με αρ. 598/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου που απέρριψε την αίτηση αναίρεσής της, η κυριότητα των δημευθέντων επιδίκων αντικειμένων περιήλθε με πρωτότυπο τρόπο στο Δημόσιο, με αποτέλεσμα ο ενάγων, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, να μην είναι κύριος αυτών όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ περί διεκδικητικής αγωγής και κατά τα ήδη εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, κύριος των επιδίκων πραγμάτων είναι το Ελληνικό Δημόσιο μετά την αμετάκλητη δήμευση αυτών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο περί του νόμω βασίμου της διεκδικητικής αγωγής (άρθρο 1094 ΑΚ) και ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι κατά τούτο αβάσιμος. Περαιτέρω και όσον αφορά τις λοιπές αιτιάσεις του ίδιου λόγου περί ευθείας παράβασης των διατάξεων των άρθρων 68 και 76 του ΠΚ, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος α) διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι η υπό κρίση αγωγή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη λόγω έλλειψης κυριότητας στο πρόσωπο του ενάγοντα της διεκδικητικής αυτής αγωγής του άρθρου 1094 ΑΚ και β) διότι όσα εκτίθενται στο αναιρετήριο για ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 68 και 76 του ΠΚ, του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ πλήττουν την κρίση της, περί δημεύσεως των επιδίκων κινητών πραγμάτων ως μέτρου ασφαλείας, αμετάκλητης με αρ. 948/2013 απόφασης ποινικού δικαστηρίου ήτοι του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Εξάλλου λόγω της διάκρισης των δικαστικών δικαιοδοσιών κατά τα άρθρα 93-96 του Συντάγματος, το πολιτικό δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου (ΑΠ 1639/2022) και αναφορικά με τη δήμευση πραγμάτων για λόγους δημόσιας τάξης, δεσμεύεται από την αμετάκλητη διάταξη αυτή του ποινικού δικαστηρίου. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του λόγου της αίτησης αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε την ύπαρξη νόμιμου τίτλου κτήσης των επιδίκων αντικειμένων ήτοι την άτυπη δωρεά ούτε και την αθωωτική απόφαση του Ποινικού Δικαστηρίου, από την οποία προκύπτει ότι δεν τελούσε σε δόλο και ότι η επιβολή της δήμευσης δεν συνάδει με τις λοιπές περιστάσεις. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι α) ο ισχυρισμός περί του τρόπου κατά τον οποίο, πριν από τη δήμευση των κινητών, ο αναιρεσείων είχε καταστεί κύριος, δηλαδή ο ισχυρισμός περί του επικαλούμενου νομίμου τίτλου ήτοι της άτυπης δωρεάς, μετά την παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης ότι το Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα κατά πρωτότυπο τρόπο συνεπεία της δημεύσεως, δεν είναι νόμιμος και δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υπό την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν είναι καταλυτικός της μεταγενέστερης πρωτοτύπως κτηθείσας κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου β) η άνω αθωωτική απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου δεν αποτελεί πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υπό την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ήτοι αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αποδεικτικό μέσο των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) περί της αθωότητάς του για την πράξη της διακεκριμένης κλοπής και αλυσιτελώς προσβάλλεται με τον λόγο αυτή η απόφαση του Εφετείου, υπό τις αιτιάσεις σφαλμάτων της ήδη αμετάκλητης με αρ. 948/2013 απόφασης του ποινικού δικαστηρίου Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, περί της δήμευσης των κατασχεθέντων αντικειμένων για λόγους δημοσίας τάξεως.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ'αριθμ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.5 του ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-5-2023 αίτηση του αναιρεσείοντα για αναίρεση της υπ` αριθ. 109/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

   

Δεν υπάρχουν σχόλια: