Μια κυβερνοεπίθεση μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να κλείσει ένα νοσοκομείο, να παραλύσει τις μεταφορές και να διαταράξει τις διασυνοριακές πληρωμές. Όσα άλλοτε έμοιαζαν επιστημονική φαντασία, είναι πλέον καθημερινότητα για τις κυβερνήσεις, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες. Καθώς οι δουλειές μας, οι δημόσιες υπηρεσίες και οι κοινωνικές συναναστροφές μας βασίζονται όλο και περισσότερο σε ψηφιακά συστήματα, ο αντίκτυπος των περιστατικών που έχουν να κάνουν με την κυβερνοασφάλεια γίνεται σοβαρότερος και αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις. Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) διερευνά αυτή τη στιγμή πόσο αποτελεσματικά η ΕΕ εντοπίζει και αντιδρά σε αυτού του είδους τα περιστατικά. Η σχετική έκθεση ελέγχου αναμένεται το δεύτερο εξάμηνο του 2026.
Η κυβερνοασφάλεια αποτελεί πλέον τη βάση των οικονομιών και των δημοκρατικών συστημάτων μας. Οι δημόσιες αρχές παρέχουν περισσότερες υπηρεσίες διαδικτυακά, οι επιχειρήσεις βασίζονται στη νεφοϋπολογιστική και στις συνδεδεμένες τεχνολογίες, και οι πολίτες αποθηκεύουν περισσότερα προσωπικά δεδομένα σε ψηφιακή μορφή. Και ενώ αυτός ο ψηφιακός μετασχηματισμός φέρνει μαζί του αδιαμφισβήτητα οφέλη, πολλαπλασιάζει και τα σημεία εισόδου για αυτούς που επιχειρούν επιθέσεις.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν επιτείνει την αίσθηση του επείγοντος. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει δημιουργήσει πρόσθετες ανησυχίες: οι κυβερνοεπιχειρήσεις διεξάγονται παράλληλα με τη συμβατική στρατιωτική δράση, ενώ από την έναρξη της σύγκρουσης παρατηρείται ένα νέο κύμα «χακτιβισμού». Τα κυβερνοπεριστατικά δεν αφορούν πλέον μόνο την εξασφάλιση οικονομικού κέρδους, αλλά συνδέονται όλο και περισσότερο με στρατηγικούς και πολιτικούς στόχους.
Σε αυτό το διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο τίθεται ένα θεμελιώδες ερώτημα: πόσο αποτελεσματικά βοηθά η δράση της ΕΕ τα κράτη μέλη στον εντοπισμό και στην απόκριση σε περιστατικά που έχουν να κάνουν με την κυβερνοασφάλεια;
Μια συντονισμένη κυβερνοεπίθεση σε ένα ευρωπαϊκό σύστημα πληρωμών, που διαταράσσει τις τραπεζικές λειτουργίες σε διάφορες χώρες, θα μπορούσε να έχει σοβαρές επιπτώσεις στις εμπορικές συναλλαγές και στην καθημερινότητα των πολιτών. Σε ακραίες περιπτώσεις, τα περιστατικά αυτά θα μπορούσαν να κλιμακωθούν σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή κρίση που θα επέβαλλε την ανάληψη πολιτικής δράσης.
Η ευθύνη της πρόληψης και της απόκρισης βαρύνει πρωτίστως τα κράτη μέλη της ΕΕ. Ωστόσο, οι κυβερνοαπειλές δεν σταματούν στα εθνικά σύνορα και αυτό το στοιχείο αναδεικνύει τη σημασία της συνεργασίας σε επίπεδο ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, βασικός είναι ο ρόλος της Γενικής Διεύθυνσης Επικοινωνιακών Δικτύων, Περιεχομένου και Τεχνολογιών (ΓΔ CONNECT), η οποία χαράσσει και υλοποιεί την ενωσιακή πολιτική σχετικά με την κυβερνοασφάλεια, και του ENISA, του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κυβερνοασφάλεια.
Στο πλαίσιο του τρέχοντος προϋπολογισμού 2021-2027 της ΕΕ, το πρόγραμμα «Ψηφιακή Ευρώπη» (DIGITAL) διαθέτει 1,6 δισ. ευρώ ειδικά για την κυβερνοασφάλεια, προκειμένου να βελτιωθεί ο συντονισμός μεταξύ κρατών μελών, να δημιουργηθούν εργαλεία και υποδομές δεδομένων, και να αναπτυχθούν οι ικανότητες που χρειάζονται στον τομέα της κυβερνοασφάλειας σε ολόκληρη την ΕΕ.
Στόχος του ελέγχου ήταν να αξιολογηθεί αν οι δράσεις της ΕΕ συμβάλλουν αποτελεσματικά στον εντοπισμό και στην αντιμετώπιση σοβαρών και μεγάλης κλίμακας κυβερνοπεριστατικών. Ειδικότερα, αξιολογήσαμε την αποτελεσματικότητα των δικτύων και των μηχανισμών που λειτουργούν σε επίπεδο ΕΕ, συγκεκριμένα δε των ομάδων αντιμετώπισης περιστατικών ασφάλειας υπολογιστών (CSIRT) και του ευρωπαϊκού οργανισμού διασύνδεσης για τις κρίσεις στον κυβερνοχώρο (EU-CyCLONe), του ευρωπαϊκού συστήματος προειδοποίησης για την κυβερνοασφάλεια, του κέντρου κυβερνοκατάστασης και της εφεδρείας της ΕΕ στον τομέα της κυβερνοασφάλειας, όπως και των δράσεων που χρηματοδοτούνται από το πρόγραμμα «Ψηφιακή Ευρώπη».
Τα βασικά ερωτήματα που θέσαμε είναι τα εξής: Λειτουργούν αποτελεσματικά οι μηχανισμοί συνεργασίας της ΕΕ; Συμβάλλει η χρηματοδότηση της ΕΕ στην ανάπτυξη των απαιτούμενων ικανοτήτων;
Δεν είναι η πρώτη φορά που το ΕΕΣ στρέφει την προσοχή του στον τομέα της κυβερνοασφάλειας. Έχει ήδη διερευνήσει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η πολιτική της ΕΕ για την κυβερνοασφάλεια, τα ζητήματα ασφάλειας που θέτει η ανάπτυξη των δικτύων 5G και την ετοιμότητα των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ. Ο εν προκειμένω έλεγχος βασίζεται μεν σε αυτές τις εμπειρίες, αλλά υιοθετεί ευρύτερη προοπτική, καθώς εστιάζει στον τρόπο λειτουργίας του συνολικού συστήματος σε περίπτωση κυβερνοπεριστατικού. Τα ευρήματά μας θα συμβάλουν στη διαμόρφωση ανεξάρτητων συμπερασμάτων ως προς το κατά πόσον οι μηχανισμοί συνεργασίας και η χρηματοδότηση της ΕΕ οδηγούν στα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, όπως και ως προς το ποιοι τομείς χρειάζονται ενδεχομένως βελτίωση.
Μετά τη δημοσίευσή της, η έκθεση θα είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο του ΕΕΣ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δεν επιτρέπονται νέα σχόλια.