Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων απέστειλε σήμερα στον Υπουργό Δικαιοσύνης τις παρακάτω παρατηρήσεις στο Νομοσχέδιο για τον Κώδικα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών
ΕΝΩΣΗ
ΔΙΚΑΣΤΩΝ & ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(ΠΡΩΗΝ ΣΧΟΛΗ ΕΥΕΛΠΙΔΩΝ)
ΚΤΙΡΙΟ 6 –ΓΡΑΦΕΙΟ 210
ΤΗΛ: 213 215 6114
e- mail: endikeis@otenet.gr
Αθήνα, 28-09-2026
Αρ. πρωτ: 341
Προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης
κ. Γεώργιο Φλωρίδη
κοιν: Υφυπουργό Δικαιοσύνης
κ. Ιωάννη Μπούγα
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο επιχειρείται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης να δοθεί μια συνολική πρόταση για τους θεσμούς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, μεταξύ των οποίων πλέον ειδική θέση λαμβάνει και ο θεσμός της δικαστικής μεσολάβησης. Ένας θεσμός, η ενίσχυση του οποίου υπήρξε αίτημα της Ένωσής μας ήδη από το 2017, προκειμένου να δημιουργηθεί μία αξιόπιστη λύση εξωδικαστικής επίλυσης των αστικών και εμπορικών διαφορών, με την εγγύηση ανεξάρτητου δικαστικού λειτουργού, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις εγγενείς αδυναμίες, όσο και τη χαμηλή αποτελεσματικότητα του υπάρχοντος πλαισίου, στο οποίο επικρατεί ο θεσμός της ιδιωτικής διαμεσολάβησης ή - όπως το παρόν νομοσχέδιο τον ονομάζει - της «διαμεσολάβησης».
Το παρόν νομοσχέδιο, υιοθετεί σημαντικό μέρος των προτάσεών της Ένωσής μας αναφορικά με το σχεδιασμό της δικαστικής μεσολάβησης και για τον λόγο αυτό αποτελεί μια καλή βάση νομοθέτησης. Πλην όμως, όπως αναλυτικά αναλύεται παρακάτω, χρήζει άμεσων νομοτεχνικών βελτιώσεων τόσο στο πεδίο του εύρους του αντικειμένου του νέου θεσμού, όσο και ως προς τις τεχνικές λεπτομέρειες αμφότερων των θεσμών διαμεσολάβησης και δικαστικής μεσολάβησης, καθώς περιλαμβάνει ρυθμίσεις οι οποίες ελέγχονται τόσο ως προς την πολυπλοκότητα, όσο και ως προς το υψηλό κόστος για τους πολίτες. Οι παρατηρήσεις μας, οι οποίες έχουν λάβει υπόψη και τον ήδη διαμορφωθέντα διάλογο τόσο εντός της επιστημονικής κοινότητας, όσο και στα πλαίσια της διαβούλευσης, στοχεύουν ο νέος θεσμός της δικαστικής μεσολάβησης να είναι πραγματικά ισότιμος με τον θεσμό της διαμεσολάβησης και να επιτρέπει την πρόσβαση στους πολίτες με μείωση στο κόστος, αλλά όχι στα προστατευτέα δικαιώματα.
Ειδικότερα:
Α. Ισότιμο πεδίο εφαρμογής των θεσμών διαμεσολάβησης και δικαστικής μεσολάβησης
Ι. Η πιο ουσιώδης παρέμβαση που πρέπει να γίνει άμεσα στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο αφορά το άρθρο 159παρ.1 του ΣχΝ, το οποίο καθορίζει το εύρος του αντικειμένου της δικαστικής μεσολάβησης. Στη διατύπωση του άρθρου αναφέρεται ότι δύνανται να υπαχθούν σε δικαστική διαμεσολάβηση μόνο οι περιπτώσεις α-γ του της παραγράφου 2 άρθρου 76 του ΣχΝ, το οποίο όμως περιλαμβάνει ένα πολύ περιορισμένο εύρος αντικειμένου και συγκεκριμένα «διαφορές από συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου με συμβαλλόμενο το Δημόσιο, ΝΠΔΔ ή φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, αξιώσεις αποζημίωσης κατά ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ κατά τα άρθρα 105–106 ΕισΝΑΚ, διαφορές με δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς». Όμως υπό αυτή τη διατύπωση όλες οι αστικές και εμπορικές διαφορές επί των οποίων τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης δεν καταλαμβάνονται και για εκείνες παραμένει ανοιχτός μόνο ο δρόμος της ιδιωτικής διαμεσολάβησης.
Η παράλειψη είναι απολύτως ουσιώδης, καθώς ένας τέτοιος περιορισμός θα σήμαινε ότι ολόκληρο το σχεδιαζόμενο οικοδόμημα, θα παρέμενε στην ουσία αποκλεισμένο από το κύριο αντικείμενο της διαμεσολάβησης και μάλιστα θα αποτελούσε και συρρίκνωση και υποβάθμιση της δικαστικής μεσολάβησης, αφού θα μείωνε το αντικείμενό της και κάτω από τα όρια του ήδη υπάρχοντος πλαισίου του άρθρου 214Β ΚΠολΔ.
Θεωρούμε πρώτη προτεραιότητα για την Ένωσή μας, την νομοτεχνική αποκατάσταση της ισότιμης μεταχείρισης του αντικειμένου των δύο θεσμών, ώστε η δικαστική μεσολάβηση να καταλαμβάνει το σύνολο των αστικών και εμπορικών υποθέσεων, ως ορίζεται στο άρθρο 76 για τη διαμεσολάβηση και ως εκ τούτου στη διάταξη του άρθρου 159παρ.1 ΣχΝ να προστεθεί αναφορά στην παράγραφο 1 του άρθρου 76 και ακολούθως να λάβει την εξής προτεινόμενη μορφή:
«1. Στη δικαστική μεσολάβηση δύνανται να υπαχθούν οι διαφορές της παρ.1 και των περ. α), β) και γ) της παρ. 2 του άρθρου 76, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης επί του αντικειμένου της διαφοράς σύμφωνα με το ουσιαστικό δίκαιο».
II. Στο άρθρο 17 του ΣχΝ περιγράφεται η προδικασία της προσφυγής των μερών σε διαμεσολάβηση ή δικαστική μεσολάβηση. Σύμφωνα με τη σχεδιαζόμενη ρύθμιση το επισπεύδον μέρος οφείλει να προσκαλέσει, με την αγωγή ή με ιδιαίτερο δικόγραφο το έτερο μέρος σε εισαγωγική συνεδρία διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβησης και το άλλο μέρος, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήψη της πρόσκλησης, δηλώνει εγγράφως εάν αποδέχεται την προτεινόμενη μέθοδο, ενώ αφενός σε περίπτωση αποδοχής, η διαδικασία διεξάγεται σύμφωνα με την προταθείσα μέθοδο και αφετέρου «… σε περίπτωση μη αποδοχής ή άπρακτης παρέλευσης της ανωτέρω προθεσμίας, η διαφορά υπάγεται σε εισαγωγική συνεδρία διαμεσολάβησης».
Θεωρούμε εντελώς αδικαιολόγητη την επιλογή του νομοθέτη να προκρίνεται η ιδιωτική διαμεσολάβηση έναντι της δικαστικής μεσολάβησης σε περίπτωση διαφωνίας ή σιωπής των μερών. Το ορθότερο, είναι σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας ή σιωπής, το κενό που υφίσταται από την απουσία των αναγκαίων συναινέσεων να καλύπτεται από την κλήση σε εφαρμογή του θεσμού που διαθέτει τα μεγαλύτερα δυνατά εχέγγυα αμεροληψίας και ανεξαρτησίας και αυτός είναι προφανώς ο θεσμός που λαμβάνει χώρα με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού. Η πρότασή μας αυτή υπακούει στην θεμελιώδη για το κράτος δικαίου συνταγματική επιταγή για απονομή της δικαιοσύνης αποκλειστικά από τα Δικαστήρια, ενόψει του ότι οι θεσμοί της διαμεσολάβησης και της δικαστικής μεσολάβησης, όπως ρυθμίζονται στο ΣχΝ, δεν περιορίζονται στην καθοδήγηση των μερών για εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης, αλλά κατευθύνουν τα μέρη με μη δεσμευτικές προτάσεις και πρόβλεψη κυρώσεων σε συγκεκριμένες αποφάσεις. Εξάλλου, με την πρότασή μας περιορίζεται η επιβάρυνση των πολιτών με υπέρογκα έξοδα και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για σταδιακή αφομοίωση των εναλλακτικών αυτών μορφών επίλυσης διαφορών. Αντίθετα, αν υιοθετηθεί η διατύπωση του ΣχΝ, οποιοδήποτε μέρος δεν επιθυμεί την παρέμβαση του δικαστικού λειτουργού και την μικρότερη σε κόστος δικαστική μεσολαβηση, θα υποχρεώνει τον αντίδικο να προσφύγει στη διαμεσολάβηση, το κόστος της οποίας λόγω της αμοιβής του διαμεσολαβητή είναι εν δυνάμει μεγαλύτερο, με αποτέλεσμα να ωφελείται το οικονομικά ισχυρότερο μέρος.
Ως εκ τούτου προτείνουμε την τροποποίηση της ρύθμισης της παραγράφου 2 του άρθρου 17, η οποία θα πρέπει να διαμορφωθεί ως εξής:
«2. Το άλλο μέρος, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήψη της πρόσκλησης, δηλώνει εγγράφως εάν αποδέχεται την προτεινόμενη μέθοδο. Σε περίπτωση αποδοχής, η διαδικασία διεξάγεται σύμφωνα με την προταθείσα μέθοδο. Σε περίπτωση μη αποδοχής ή άπρακτης παρέλευσης της ανωτέρω προθεσμίας, η διαφορά υπάγεται σε εισαγωγική συνεδρία δικαστικής μεσολάβησης κατά το Μέρος Δ’ του παρόντος Κώδικα. Η εισαγωγική συνεδρία διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβησης ολοκληρώνεται εντός είκοσι (20) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου»
ΙΙΙ. Νομοτεχνική βελτίωση είναι αναγκαία και στην περίπτωση των άρθρων 180 και 182 ΣχΝ, δυνάμει των οποίων επιχειρείται η τροποποίηση του άρθρου 237 και 591 ΚΠολΔ αντίστοιχα με τρόπο ώστε να καθίσταται πλέον δυνατή τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες η παραπομπή στη διαδικασία εναλλακτικής επίλυσης της διαφοράς, είτε με Διάταξη του Δικαστηρίου, είτε με προδικαστική απόφαση. Πλην όμως, ενώ ο τίτλος του άρθρου 180 είναι «Παραπομπή με διάταξη σε διαμεσολάβηση και δικαστική μεσολάβηση και απόσυρση- Τροποποίηση άρθρου 237 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας», η εισαγόμενη ρύθμιση δεν περιλαμβάνει παραπομπή στη δικαστική μεσολάβηση. Η παραδρομή είναι ουσιώδης, καθώς υπό την υφιστάμενη διατύπωση, το Δικαστήριο δεν θα έχει την επιλογή της παραπομπής σε διαδικασία δικαστικής μεσολάβησης, ως εκ τούτου οι δύο θεσμοί δεν θα αντιμετωπίζονται ισότιμα. Αντίστοιχη παράλειψη υφίσταται και στο άρθρο 182, η οποία εντοπίζεται τόσο στον τίτλο, όσο και στο περιεχόμενο.
Ακολούθως, αναγκαία είναι η διόρθωση ώστε η προς ψήφιση νέα διάταξη του άρθρου 180 ΣχΝ, που τροποποιεί τη διάταξη του άρθρου 237παρ.3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ να διαμορφωθεί ως εξής:
«Ο δικαστής δύναται να παραπέμψει τα μέρη σε διαμεσολάβηση ή δικαστική μεσολάβηση κατά τα Μέρη Γ’ και Δ΄ του Κώδικα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών»
Αντίστοιχα, αναγκαία είναι η διόρθωση του άρθρου 182, ώστε η προς ψήφιση διάταξη που τροποποιεί τη διάταξη του άρθρου 591παρ.4Α ΚΠολΔ να διαμορφωθεί ως εξής:
«Άρθρο 182
Παραπομπή των διαδίκων σε διαμεσολάβηση ή δικαστική μεσολάβηση με προδικαστική απόφαση - Προσθήκη παρ. 4Α στο άρθρο 591 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
4Α. Το δικαστήριο δύναται να εκδίδει προδικαστική απόφαση, με την οποία παραπέμπει τους διαδίκους σε διαμεσολάβηση ή δικαστική μεσολάβηση και αναβάλλει τη συζήτηση της υπόθεσης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες»
Β. Κόστος διαμεσολάβησης και δικαστικής μεσολάβησης
Η φύση του θεσμού της δικαστικής μεσολάβησης, η οποία υπηρετείται από δικαστικό λειτουργό, ήτοι θεσμικό όργανο του Κράτους, ο οποίος δεν αμείβεται ειδικά για την εκτέλεση υπηρεσίας δικαστικού μεσολαβητή, επιτάσσει να είναι οικονομικά πιο προσβάσιμη για τους πολίτες, σε σχέση με τους λοιπούς θεσμούς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών. Πολλώ δε μάλλον, δοθέντος ότι η νομολογία του ΔΕΕ ως προς το θεσμό της διαμεσολάβησης, έχει καθορίσει όρια κόστους, ώστε η ύπαρξή της ως υποχρεωτικό προστάδιο του συστήματος απονομής Δικαιοσύνης, να συνδέεται πάντα με την προϋπόθεση τα έξοδα να είναι μηδενικά ή τουλάχιστον όχι σημαντικά (βλ. αποφάσεις 317/2008 ΔΕΚ Allasini κλπ. κατά Telecom Italia, σκέψη 57 και ΔΕΕ C-75/2016 Menini κλπ. κατά Banco Popolare Societa Cooperativa, σκέψη 33-34 ΤΝΠ NOMOS).
Ως εκ τούτου η προκαταβολή παραβόλου 150 ευρώ (άρθρο 161παρ.4 ΣχΝ) σε συνδυασμό με την πρόβλεψη καταβολής αυξημένου παραβόλου παράστασης δικηγόρου και συγκεκριμένα ίσο με το διπλάσιο του αντίστοιχου γραμματίου δικαστικής παράστασης (173 ΣχΝ), προκειμένου να λάβει χώρα Εισαγωγική Συνεδρία Δικαστικής Μεσολάβησης απέχει αρκετά ακόμα και από την υφιστάμενη κατάσταση του κόστους της ιδιωτικής διαμεσολάβησης, που έως σήμερα ανέρχονταν στο γραμμάτιο προείσπραξης ύψους 40 ευρώ για την αμοιβή των δικηγόρων και σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης και σύνταξης πρακτικού δικαστικής διαμεσολάβησης στην καταβολή παραβόλου 50 ευρώ. Παράλληλα, η οικονομική εξίσωση του κόστους πρόσβασης στους δύο θεσμούς, διαμεσολάβησης και δικαστικής μεσολάβησης, που επιδιώκει το ΣχΝ, επιχειρεί να εισάγει οικονομικούς όρους εσωτερικής ανταγωνιστικότητας, που αποκλίνουν από την ουσιαστική στόχευση της δικαστικής μεσολάβησης, η οποία οφείλει να είναι μια ασφαλής και χαμηλού κόστους διέξοδος εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, οδηγώντας σε ακύρωση των οικονομικών πλεονεκτημάτων της για τον πολίτη.
Είναι, βέβαια, κατανοητή η ανάγκη δημιουργίας κινήτρων για τους εμπλεκόμενους δικηγόρους, ώστε να γίνουν πιο ελκυστικοί οι θεσμοί, όμως ο διπλασιασμός της νομοθετικά οριζόμενης αμοιβής, οφείλει να συνδέεται με την επιτυχή έκβαση της διαμεσολάβησης και όχι μόνο με την συμμετοχή σε αυτή, ενώ η καταβολή παραβόλου δεν κρίνεται αναγκαία, ενόψει της απουσίας οιασδήποτε σαφούς ανταποδοτικής σύνδεσης του καταβαλλόμενου ποσού, με την ενίσχυση υποδομών του σχεδιαζόμενου θεσμού.
Τα παραπάνω, γίνονται εξόχως ουσιώδη για το κόστος πρόσβασης στην απονομή Δικαιοσύνης, ενόψει των προβλέψεων για υποχρεωτική προσφυγή σε Εισαγωγική Συνεδρία διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβησης, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής (άρθρο 16παρ.1 ΣχΝ).
Αντίθετα, εφόσον, το κόστος της δικαστικής μεσολάβησης παραμείνει χαμηλό όπως προτείνουμε, θα καταστεί δυνατή η άρση περιορισμών στο ύψος του ποσού των διαφορών που υπάγονται στην υποχρεωτική Εισαγωγική Συνεδρία δικαστικής μεσολάβησης, περιλαμβάνοντας και τις διαφορές κάτω των 10.000 ευρώ, που υπό την υφιστάμενη εκδοχή του νομοσχεδίου δεν δύνανται να ενταχθούν, λόγω υψηλού κόστους.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ως προς τη δικαστική μεσολάβηση προτείνουμε την απαλοιφή της παραγράφου 4 του άρθρου 161 ΣχΝ, που αφορά την υποχρέωση προκαταβολής παραβόλου 150 ευρώ και την τροποποίηση του άρθρου 173παρ.2 ΣχΝ, ώστε η προβλεπόμενη καταβολή γραμματίου ίσου με το διπλάσιο του γραμματίου παράστασης που θα προβλεπόταν για τη συζήτηση αγωγής ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο θα εισαγόταν η διαφορά βάσει των κανόνων της καθ’ ύλη αρμοδιότητας, να συνέχεται με την επιτυχή έκβαση της δικαστικής μεσολάβησης. Επομένως η διάταξη του άρθρου 173παρ.2 ΣχΝ θα πρέπει να διαμορφωθεί ως εξής:
«173παρ. 2. Για τη συμμετοχή των νομικών παραστατών εκδίδονται δύο (2) αυτοτελή γραμμάτια προκαταβολής εισφορών, ως εξής: α) Γραμμάτιο Εισαγωγικής Συνεδρίας Δικαστικής Μεσολάβησης: Για τη συμμετοχή στην εισαγωγική συνεδρία δικαστικής μεσολάβησης, εκδίδεται γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών, ίσο με το γραμμάτιο παράστασης που θα προβλεπόταν για τη συζήτηση αγωγής ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο θα εισαγόταν η διαφορά βάσει των κανόνων της καθ’ ύλη αρμοδιότητας. Σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της δικαστικής μεσολάβησης εκδίδεται και δεύτερο γραμμάτιο ίσης αξίας με το γραμμάτιο εισαγωγικής συνεδρίας δικαστικής μεσολάβησης.
β) Γραμμάτιο εκούσιας διαδικασίας Δικαστικής Μεσολάβησης: Για τη συμμετοχή σε εκούσια διαδικασία δικαστικής μεσολάβησης, εκδίδεται γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών, ίσο με το γραμμάτιο παράστασης που θα προβλεπόταν ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή θα εισαγόταν η διαφορά βάσει των κανόνων της καθ’ ύλη αρμοδιότητας. Σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της δικαστικής μεσολάβησης εκδίδεται και δεύτερο γραμμάτιο ίσης αξίας με το γραμμάτιο εκούσιας διαδικασίας δικαστικής μεσολάβησης.»
Γ. Εξαίρεση για τις εργατικές διαφορές
Σύμφωνα με το άρθρο 19 β΄ του ΣχΝ, «οι διαφορές του άρθρου 614 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, εκτός της περ. β) της παρ. 4 και της παρ. 8 του άρθρου 614 αυτού». Ως εκ τούτου, από τις ειδικές διαδικασίες του ΚΠολΔ, οι μόνες που εξαιρούνται του υποχρεωτικού σταδίου διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβησης είναι οι διαφορές μεταξύ οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και ασφαλισμένων και οι διαφορές από πιστωτικούς τίτλους. Η ratio της τελευταίας αυτής εξαίρεσης αυτής δεν είναι κατανοητή καθώς δεν ακουμπά σε κάποιο περιορισμό της εξουσίας διαθέσεως των μερών.
Αντίθετα, εντελώς αδικαιολόγητη εμφανίζεται η συμπερίληψη και των εργατικών διαφορών στο εύρος της υποχρεωτικής Εισαγωγικής Συνεδρίας διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβησης, χωρίς μάλιστα το όριο των 10.000 ευρώ. Οι εργατικές διαφορές, ως εκ της φύσεώς τους, ήδη και υπό το προϋφιστάμενο καθεστώς, αποτελούσαν αντικείμενο διχογνωμίας τόσο στη νομολογία, όσο και στην επιστήμη, ως προς τη δυνατότητα υπαγωγής τους στη διαμεσολάβηση, καθώς υφίστανται θεσμοθετημένοι και προστατευτικοί για τον εργαζόμενο θεσμοί, που περιορίζουν το δικαίωμα διάθεσης των εργατικών αξιώσεων. Παράλληλα, στην ίδια τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, υφίστανται ρυθμίσεις περιορισμού του κόστους πρόσβασης στην απονομή Δικαιοσύνης υπέρ των εργαζομένων, που αποτυπώνουν την ανάγκη διευκόλυνσης στην πρόσβασης στο αδύναμο μέρος του κοινωνικού ανταγωνισμού. Η θέσπιση υποχρεωτικού προσταδίου για την πρόσβαση στη δικαστική προστασία και μάλιστα τόσο υψηλού κόστους, ακυρώνει στην πράξη αυτές τις ρυθμίσεις και θέτει δυσανάλογα οικονομικά προσκόμματα στις αξιώσεις των εργαζομένων.
Σύμφωνα με τα παραπάνω προτείνουμε να εξαιρεθούν ρητά οι εργατικές διαφορές και το άρθρο 19β΄ του ΣχΝ να διαμορφωθεί ως εξής:
«….β) οι διαφορές του άρθρου 614 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, εκτός της παρ.3 και της περ. β) της παρ. 4 του άρθρου 614»
Δ. Μη αναγκαίος ο συμβολαιογραφικός τύπος στην δικαστική μεσολάβηση.
Στο άρθρο 170 ΣχΝ ρυθμίζεται η ισχύς και εκτελεστότητα πρακτικού δικαστικής μεσολάβησης. Στην παράγραφο 4 ορίζεται ότι «Αν η συμφωνία που περιέχεται στο πρακτικό της δικαστικής μεσολάβησης περιλαμβάνει και διατάξεις που αφορούν σε δικαιοπραξίες, οι οποίες υπόκεινται εκ του νόμου σε συμβολαιογραφικό τύπο, οι δικαιοπραξίες αυτές περιβάλλονται τον συμβολαιογραφικό τύπο».
Η αναγκαιότητα υποβολής σε συμβολαιογραφικό τύπο μιας δικαιοπραξίας που καταρτίζεται ενώπιον δικαστικού λειτουργού είναι απολύτως μη αναγκαία, ενόψει και του αυξημένου κόστους που συνεπάγεται για τα μέρη. Η εγγύηση της παρουσίας δικαστικού λειτουργού κατά την επικύρωση του πρακτικού επιτυχούς δικαστικής μεσολάβησης είναι απολύτως επαρκής, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά μείζονα λόγο η Πολιτεία αναθέτει στους δικαστικούς λειτουργούς να αποφασίσουν για διαφορές για τις οποίες δεν έχει υπάρξει καμία συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, επομένως καθίσταται απολύτως αντιφατικό να απαιτεί περισσότερες διατυπώσεις και κοστοβόρα τυπολατρία για την επικύρωση μιας συμφωνίας που επέλεξαν τα μέρη να επικυρώσουν.
Ακολούθως, θα πρέπει να απαλειφθεί στο σύνολό της η διάταξη του άρθρου 170παρ.4 ΣχΝ.
|
O Πρόεδρος
Χριστόφορος Σεβαστίδης Εφέτης |
O Γενικός Γραμματέας
Παντελής Μποροδήμος Πρόεδρος Πρωτοδικών |
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δεν επιτρέπονται νέα σχόλια.