Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ που έκρινε «αντισυνταγματικές» τις περικοπές στους υψηλούς μισθούς κρατικών λειτουργών



Sentenza 223/2012 Corte Costituzionale  (Απόφαση 223/2012 Συνταγματικό Δικαστήριο) 
ΙΤΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Αποτελούμενο από του Κυρίους : Πρόεδρος : Alfonso QUARANTA ; Δικαστές : Franco GALLO , Luigi  MAZZELLA  , Gaetano SILVESTRI , Sabino CASSESE , Giuseppe TESAURO , Paolo Maria NAPOLITANO ,Giuseppe FRIGO , Alessandro CRISCUOLO , Paolo GROSSI ,Giorgio LATANZI ,Aldo CAROSI , Marta CARTABIA ,Sergio MATTARELLA , Mario Rosario MORELLI,  δημοσίευσε την παρακάτω

ΑΠΟΦΑΣΗ
 επί των κρίσεων  περί της συνταγματικότητας των  άρθρων 9 , εδάφια 2,21 και 22  και 12 , παράγραφοι 7 και 10 της από  31 Μαΐου 2010 ,υπ’ αριθμ. 78 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου –Π.Ν.Π.  (Επείγοντα μέτρα  για την δημοσιονομική σταθερότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας) , η οποία επικυρώθηκε , κατόπιν τροποποιήσεων  , με το από 30 Ιουλίου 2010 , υπ’ αριθμ. 122 νόμο , ζήτημα το οποίο παραπέμφθηκε από  το Περιφερειακό Διοικητικό Πρωτοδικείο της Campania … , του Piemonte … ,του  Veneto … ,  του Trento…, της Sicilia …,  του  Abruzzo …, της Umbria … , της  Sardegna …,  της Calabria …, της  Emiglia Romagna …, της Lombardia … και της  Liguria … .
Αφού έλαβε υπόψη του   τις παρεμβάσεις των … (διαδίκων).. καθώς και του Πρωθυπουργού … άκουσε την έκθεση του Εισηγητή Δικαστή Giuseppe Tesauro και τους πληρεξούσιους δικηγόρους …
Μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
[ Οι παράγραφοί από 1 έως 11.3. παραλείπονται  για τους λόγους που αναφέρονται ειδικότερα ανά παράγραφο]
1 … (αφορά το περιεχόμενο των παραπεμπτικών αποφάσεων των προαναφερθέντων διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τις οποίες οι ένδικες διατάξεις, κατά την κρίση τους χρήζουν παραπομπής προς το Συνταγματικό Δικαστήριο  προκειμένου να διαπιστωθεί η συνταγματικότητα τους).
2.3.4.5.6. … [αφορά τις απόψεις τις διοίκησης –του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Avvocatura dello Stato) περί της συνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων– την κατάθεση επιπλέον υπομνημάτων των μερών – την πρόταση για ένωση και συν εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων].
Έλαβε υπόψη του τις σχετικές διατάξεις
 1.2.3.4.5.6.7.8. …(αφορά τις διατάξεις των οποίων ετέθη το ζήτημα περί της συμβατότητας τους με το Σύνταγμα).
9. 10… (αφορά δικονομικά θέματα).
11.- Επί τη ουσίας της διαφοράς, οι ενστάσεις περί της αντίθεσης των διατάξεων του άρθρου 9 παράγραφος 22 της ήδη αναφερθείσας Π.Ν.Π. υπ’ αριθμ. 78 του 2010 σε σχέση με τα άρθρα 3, 100, 101, 104 και 108 του Συντάγματος είναι βάσιμες.
11.1.- Η διάταξη αναφέρει ότι, για το προσωπικό που υπάγεται στο νόμο υπ’ αριθμ. 27 του 1981, «δεν θα καταβληθούν χωρίς δυνατότητα ανάκτησης, οι αυξήσεις της τριετίας 2011, 2012 και 2013 και η αναπροσαρμογή της τριετίας 2010-2012», καθώς και ότι για την τριετία 2013-2015 η αύξηση του έτους 2014 θα είναι στο ύψος της προβλεπόμενης για το έτος 2010 και η αναπροσαρμογή για το έτος 2015 θα υπολογισθεί με βάση τα έτη 2009, 2010 και 2014 ». Τέλος, το ανωτέρω εδάφιο προβλέπει ότι στο εν λόγω προσωπικό δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των εδαφίων 1 και 21, δεύτερη και Τρίτη περίοδος.
11.2.- Ο μηχανισμός προσαρμογής των μισθών των δικαστικών λειτουργών της τακτικής δικαιοσύνης, όπως και εκείνων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της στρατιωτικής δικαιοσύνης και του προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους καθορίζεται στα άρθρα 11 και 12 του νόμου της 2ας Απριλίου 1979, υπ’ αριθμ. 97 (Διατάξεις περί της κατάστασης και της μισθοδοσίας των τακτικών και διοικητικών δικαστικών λειτουργών, των δικαστικών λειτουργών της στρατιωτικής δικαιοσύνης και του προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους),όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση τους από το άρθρο 2 του ως άνω νόμου 27 του 1981. Οι διατάξεις αυτές καθορίζουν ότι οι μισθοί των δικαστικών λειτουργών αναπροσαρμόζονται αυτόματα κάθε τριετία, ποσοστιαία με βάση τον μέσο όρο των αυξήσεων των λοιπών δημοσίων υπαλλήλων (οι οποίοι ανήκουν στην κεντρική διοίκηση του κράτους, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στα πανεπιστήμια, στις περιφέρειες, στους νομούς και τους δήμους, τα νοσοκομεία και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης), εξαιρούμενης της ειδικής αποζημίωσης. Το ποσοστό υπολογίζεται από το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής, αφού ληφθεί υπόψη συνολικά το μέσο ύψος μισθού ανά κατηγορία το οποίο αντιστοιχεί στο τελευταίο έτος της τριετίας που αναφέρεται σε σχέση με το ύψος του μισθού του τελευταίου έτους της προηγούμενης τριετίας, και τίθεται σε ισχύ από την 1η  Ιανουαρίου του έτους που έπεται της τριετίας που αφορά. Ο προσδιορισμός της εν λόγω ποσοστιαίας αύξησης θεσπίζεται μέχρι και την 30η Απριλίου, του πρώτου έτους της τριετίας που αφορά με κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού, του Υπουργού Δικαιοσύνης και του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Με βάση την εν λόγω κοινή απόφαση οι μισθοί από 1ης Ιανουαρίου του δεύτερου και τρίτου έτους της τριετίας προσαυξάνονται, συμπληρωματικά, ως περαιτέρω προσαρμογή, για κάθε έτος με βάση πάντα το ισχύον ύψος μισθού την 1η Ιανουαρίου του πρώτου έτους της τριετίας, κατά 30% της ποσοστιαίας αναπροσαρμογής, όπως προκύπτει για τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων την προηγούμενη τριετία, με υποχρέωση καταβολής από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους.
11.3.-
 11.4.- Επί της ουσίας, υπενθυμίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο, καλούμενο να αποφανθεί επί ζητημάτων που αφορούν διατάξεις περί της μισθολογικής κατάστασης και του νομοθετικού πλαισίου του μισθολογίου των δικαστικών λειτουργών, σε σχέση με μέτρα οικονομικού και δημοσιονομικού χαρακτήρα, έκρινε ήδη κατά το παρελθόν ότι η ανεξαρτησία των δικαιοδοτικών οργάνων πραγματοποιείται και «με την θέσπιση εγγυήσεων με τις οποίες περιβάλλεται το status των μελών (των δικαιοδοτικών οργάνων) σε όλους τους βαθμούς και κλάδους, οι οποίες αναφέρονται όχι μόνο στην βαθμολογική τους εξέλιξη, αλλά και στην οικονομική τους μεταχείριση» (απόφαση 1/1978). Με την απόφαση 238/1990 είχε ήδη υπογραμμιστεί η λειτουργία  της τριετούς αναπροσαρμογής (των μισθών) και των μηχανισμών επανεκτίμησης των μισθών των δικαστικών λειτουργών, κρίνοντας σχετικά ότι «Σε εκτέλεση της συνταγματικής επιταγής της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών, η οποία  πρέπει να προασπίζεται και σε οικονομικό επίπεδο (…) ώστε να αποφεύγεται μεταξύ άλλων ο κίνδυνος να υπόκεινται στις κατά καιρούς διαθέσεις των άλλων κρατικών λειτουργιών, ο νομοθέτης, με το άρθρο 2 θέσπισε ένα μηχανισμό αυτόματης προσαρμογής των μισθών των δικαστικών λειτουργών, ο οποίος αποτελεί, μια εγγύηση ικανή προς επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Μεταγενέστερα, με την απόφαση 42/1993 εκρίθη εκ νέου ότι το σύστημα της αυτόματης αναπροσαρμογής χαρακτηρίζεται από την εγγύηση μιας περιοδικής αύξησης των μισθών, διασφαλισμένη από το νόμο και βασισμένη σε ένα μηχανισμό που αποτελεί «ξεκάθαρο στοιχείο της δομής των μισθών», του οποίου η ratio βασίζεται στην «πραγμάτωση της συνταγματικής επιταγής της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών, η οποία προασπίζεται και από οικονομικής απόψεως (…) αποφεύγοντας μεταξύ άλλων να υπόκεινται κατά καιρούς στις διαθέσεις των άλλων κρατικών  λειτουργιών». Το Δικαστήριο επ΄ ευκαιρία της εν λόγω απόφασης είχε διαπιστώσει ότι ο μηχανισμός του άρθρου 2 «κατά τον τρόπο που ήταν καταστρωμένος αποτελούσε μια ικανή εγγύηση για τον σκοπό αυτό». … Σύμφωνα με την παγιωμένη πλέον συνταγματική νομολογία περί του θέματος υφίσταται σύνδεση μεταξύ της ανωτέρω ρύθμισης (του καθορισμού των μισθών των δικαστικών λειτουργών ) και των προαναφερθέντων συνταγματικών επιταγών, υπό την έννοια της υπάρξεως ενός μηχανισμού, έστω και εάν δεν προβλέπεται ευθέως από το σύνταγμα το περιεχόμενο του, ο οποίος αποσυνδέει την μισθολογική εξέλιξη από μια οπτική διαπραγμάτευσης και σε κάθε περίπτωση δεν υπόκειται στην αυθαίρετη βούληση της μια κρατικής λειτουργίας επί της άλλης. Επιπροσθέτως, οι εν λόγω αρχές επιρρωνύονται και από τις εργασίες της Συντακτικής Συνέλευσης, από τις οποίες προκύπτει σαφώς ότι η παράλειψη αναφοράς της οικονομικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών, δεν σημαίνει ότι αυτό το ζήτημα δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του συνόλου των εγγυήσεων που είναι αναγκαίες για την πραγματοποίηση της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας τους (εργασίες της…). Η αναγκαιότητα αυτής της ρύθμισης αποτελεί συνέπεια περάν των ανωτέρω και του γεγονότος ότι η δικαιοσύνη, στο πλαίσιο της οργάνωσης του κράτους, ασκεί μια λειτουργία που της ανατέθηκε απευθείας από το Σύνταγμα. Για το λόγο λοιπόν αυτό, μέσα από έναν μηχανισμό αυτόματης προσαρμογής της οικονομικής μεταχείρισης των δικαστικών λειτουργών, ο νόμος βάσει των ανωτέρω συνταγματικών αρχών, έθεσε στο απυρόβλητο την αυτονομία και την ανεξαρτησία των δικαστών από οιασδήποτε μορφής παρέμβαση, η οποία θα μπορούσε έστω και εν δυνάμει, να θίξει την άσκηση των καθηκόντων τους, διαμέσου μιας διαδικασίας διαπραγμάτευσης. Με δεδομένο το εν λόγω συνταγματικό πλαίσιο, επιπλέον, η σχέση μεταξύ εκτελεστικής λειτουργίας και δικαστικών λειτουργών, ως αυτόνομου και ανεξάρτητου κλάδου, υπερβαίνει τα όρια μιας απλής σχέσης εργασίας, στην οποία ο συμβαλλόμενος εργοδότης δύναται ταυτόχρονα να είναι και ο ρυθμιστής της εν λόγω εργασιακής σχέσης. 
11.5.- Επ΄ ευκαιρία παρελθόντων οικονομικών σχεδιασμών, οι οποίοι προκαλούσαν πρόσκαιρες εξαιρέσεις στους σχετικούς μηχανισμούς προσαρμογής των μισθών, θεσπισθέντες ιδίως κατά το έτος 1992, εξαιτίας της δριμείας οικονομικής κρίσης, το παρόν Δικαστήριο είχε ήδη υποδείξει τα όρια εντός των οποίων μια παρέμβαση μπορεί να θεωρηθεί ως σεβόμενη της προαναφερθείσες αρχές. Ειδικότερα, με την διάταξη υπ’ αριθμ. 299/1999, και λαμβανομένου υπόψη ότι η από 19.9.1992 υπ’ αριθμ. 384 Π.Ν.Π. (Επείγοντα μέτρα για την κοινωνική ασφάλιση, την υγεία και τους δημόσιους υπαλλήλους, και φορολογικές διατάξεις), κατόπιν τροποποιηθείσα και κυρωθείσα με το νόμο υπ’ αριθμ. 438/14.11.1992, είχε εκδοθεί σε ένα ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο για την οικονομική και δημοσιονομική ζωή της χώρας, χαρακτηρισμένο από την αναγκαιότητα της επανάκτησης της ισορροπίας του προϋπολογισμού, είχε κριθεί πώς «εξαιτίας  των ιδιαίτερα επειγόντων συνθηκών  ο νομοθέτης είχε επιβάλλει σε όλους ιδιαίτερα οδυνηρές θυσίες (απόφαση 245/1997) και κανόνες τέτοιας υφής θα μπορούσαν να θεωρηθούν σύμφωνες με το άρθρο 3 του Συντάγματος (υπό την έννοια της μη αντίθεσης προς την αρχή της ουσιαστικής ισότητας, και της αναλογικότητας (principio di non irragionevollezza), υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω θυσίες είναι εξαιρετικού χαρακτήρα, μεταβατικές, όχι αυθαίρετες και σύμφωνες με τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκαν». Συγκεκριμένα, η απόφαση έκρινε πώς μια τέτοιου είδους παρέμβαση «έστω και εάν προκύπτει σε εξαιρετικές συνθήκες, δεν βλάπτει τις προαναφερθείσες επιταγές, εφόσον η θυσία που επιβάλλεται στους δημόσιους υπαλλήλους από το εδάφιο 3 του άρθρου 7 είναι περιορισμένη στο ένα έτος, όπως ομοίως περιορισμένη χρονικά είναι η απαγόρευση της σύναψης νέων συλλογικών συμβάσεων εργασίας, σύμφωνα με το εδάφιο 1 του άρθρου 7, και συνεπώς, η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση δεν επιβάλλει μια θυσία δυσανάλογα εκτεινόμενη στον χρόνο (απόφαση 99/1995), ούτε παράλογα κατανεμημένη μεταξύ των διαφόρων κατηγόριων των πολιτών.
11.6.- Ο μηχανισμός της προσαρμογής των μισθών των δικαστικών λειτουργών, δύναται υπό συγκεκριμένες περιστάσεις να περιοριστεί εκ του νόμου, ιδιαιτέρως, δε όταν οι παρεμβάσεις που γίνονται σε αυτόν αποτελούν μέρος ενός γενικότερου πλαισίου ανάλογων θυσιών επιβαλλόμενων είτε στους δημόσιους υπαλλήλους (διαμέσου της παύσης των διαπραγμάτευσης, βάση της οποίας το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής υπολογίζει την μέση εφαρμοζόμενη αύξηση του μισθού), είτε σε όλους του πολίτες διαμέσου αντίστοιχων μέτρων, και φορολογικού χαρακτήρα. Στην περίπτωση κατά την οποία η σοβαρότητα της οικονομικής κατάστασης και η πρόβλεψη για την ανάκαμψη της οικονομίας επιβάλλουν παρεμβάσεις στις μισθολογικές προσαρμογές, έστω και σε ένα καθεστώς γενικού παγώματος των μισθολογικών δαπανών των δημοσίων υπαλλήλων, οι εν λόγω παρεμβάσεις δεν είναι δυνατόν να αναστείλουν τις μισθολογικές εγγυήσεις πέρα από τον απόλυτα αναγκαίο χρόνο, προκειμένου να ισοσκελιστεί ο προϋπολογισμός. Στην υπό κρίση δε περίπτωση, τα όρια που καθορίστηκαν με την νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου έχουν ήδη παραβιαστεί, κατά τρόπο προφανώς δυσανάλογο.
11.7.-  11.8.- … ( παραλείπονται αφορούν αποκλειστικά το ζήτημα της τριετούς αναπροσαρμογής των μισθών των δικαστικών λειτουργών, σε σχέση με τις διατάξεις περί αναστολής της εν λόγω αυξήσεως κατά το έτος 2012 και την μη δυνατότητα ανακτήσεως των αυξήσεων μεταγενέστερα, σε σχέση με τους λοιπούς δημόσιους υπαλλήλους). …
12.- Η ένσταση περί της αντίθεσης των διατάξεων του άρθρου 9 εδάφιο 22 της ήδη αναφερθείσας Π.Ν.Π. υπ’ αριθμ. 78 του 2010, κατά το μέρος που αφορά την μείωση της αποζημίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 3 του από 19 Φεβρουαρίου 1981, υπ’ αριθμ. 27 νόμου σε σχέση με τα άρθρα 3 και 53 του Συντάγματος είναι βάσιμη.
12.1.- Κατ’ αρχήν, παρατηρείται ότι η νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου είχε ήδη καθορίσει ότι η εν λόγω αποζημίωση, αποτελεί στοιχείο συνδεδεμένο στενά με τον θεσμικό ρόλο των δικαστικών λειτουργών (διάταξη υπ’ αριθμ. 57 του 1990). Μεταγενεστέρως, με την υπ’ αριθμ. 238 του 1990 απόφαση κρίθηκε περαιτέρω, πώς η «ειδική» αποζημίωση συνδεόμενη με το ιδιαίτερο status των δικαστικών λειτουργών, αποτελεί στοιχείο της συνήθους οικονομικής τους μεταχείρισης, υποκείμενο σε αυτόνομη νομοθετική ρύθμιση. Αυτό το στοιχείο, λοιπόν, σύμφωνα με το Δικαστήριο είναι αναγκαίως συνδεόμενο με την με την πραγματική άσκηση του λειτουργήματος, εφόσον είναι φανερά συνδεδεμένο στα ιδιαίτερα «βάρη» που οι δικαστικοί λειτουργοί «αντιμετωπίζουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους», η οποία επιπλέον επιφέρει μια απασχόληση άνευ προκαθορισμένων χρονικών ορίων. Η καταβολή λοιπόν της εν λόγω αποζημίωσης είναι λοιπόν στενά συνδεδεμένη με την εν τοις πράγμασι εκτέλεση των καθηκόντων (απόφαση υπ’ αριθμ. 407 του 1996 και διάταξη υπ’ αριθμ. 106/1997). Σχετικά με την καταβολή της ως άνω αποζημίωσης σε περίπτωση υποχρεωτικής αποχής από τα καθήκοντα των δικαστικών λειτουργών, το Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει την ιδιαιτερότητα του εν λόγω μισθολογικού κονδυλίου και κατά το μέρος που αφορά τις διατάξεις περί της καταβολής του και κατά το μέρος που αφορά την ιδιαιτερότητα της φύσης της και της θεμελίωσης της στην συνταγματική επιταγή της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας (διατάξεις υπ’ αριθμ. 346 του 2008, υπ’ αριθμ. 137 του 2008, υπ’ αριθμ. 290/2006). Επομένως, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη ότι η εν λόγω αποζημίωση, έστω και εάν θεωρήθηκε ως ένα σύνηθες μέρος του μισθολογίου των δικαστικών λειτουργών, δεν απέβαλλε την ιδιαίτερη φύση της ως αντιστάθμισμα ενός συνόλου βαρών απολύτως και στενά συνδεδεμένων με την εκτέλεση των καθηκόντων των δικαστικών λειτουργών.
12.2.- Με δεδομένα τα ανωτέρω, θα πρέπει εισαγωγικά να καθορισθεί η νομική φύση των μειώσεων, σύμφωνα με την διάταξη της οποίας ζητείται η κήρυξη της αντισυνταγματικότητας, η οποία καθορίζει ότι η αποζημίωση «που αναφέρεται στα έτη 2011, 2012 και 2013, μειώνεται κατά 15% για το έτος 2011, κατά 25% για το έτος 2012 και κατά 35% για το έτος 2013».
12.3.-  Το παρόν Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η εξεταζόμενη διάταξη  προβλέπει μια απλή προοδευτική  μείωση της αποζημίωσης. Κατ΄ αρχήν η χρησιμοποιούμενη από τον νομοθέτη μέθοδος δεν καταλείπει αμφιβολίες περί του ότι η αποζημίωση εξακολουθεί να διατηρεί την αρχική της λειτουργία, του να αποτελεί δηλαδή αντιστάθμισμα για τα ιδιαίτερα βάρη που συνδέονται με την εκτέλεση του θεσμικού καθήκοντος των δικαστών. Η «μείωση», στην πραγματικότητα, δεν ενεργείται για σκοπούς κοινωνικής προστασίας, ούτε αποτελεί μια μισθολογική μείωση, αλλά αντιθέτως μια εξαιρετικής φύσεως «ανάληψη» με αυξανόμενους συντελεστές. Εν συνεχεία, το να περιοριστεί το υπό κρίση δημοσιονομικό μέτρο στο πλαίσιο της μισθοδοσίας, θα οδηγούσε σε αντιφατικά συμπεράσματα, δεδομένου ότι υπό την εκδοχή αυτή θα έπρεπε να θεωρηθούν, για το ίδιο χρονικό διάστημα, ομοίως μειωμένα και τα ιδιαίτερα βάρη, τα οποία η αποζημίωση καλείται να αντισταθμίσει, εκδοχή, όμως που προφανώς αποκλείεται. Μια τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση, επίσης θα οδηγούσε σε έτερο ομοίως παράλογο συμπέρασμα, καθόσον θα απένειμε στον νομοθέτη την πρόθεση να μειώσει ένα μέρος της αποζημίωσης, το οποίο συνδέεται με μια οργανωτική δομή, στην οποία η δημόσια διοίκηση, αντί να προτιμήσει την χρήση μοντέλων τα οποία απαλλάσσουν τους δικαστικούς λειτουργούς από τα προαναφερθέντα βάρη, θεώρησε πιο συμφέρον να αναθέσει στους τελευταίους ένα μέρος αυτών, αφού τους αποζημιώσει οικονομικά, με τις αντίστοιχες φορολογικές ελαφρύνσεις, οι οποίες όμως ήδη, μέσω των παρακρατήσεων επιβάλλονται στα σχετικά ποσά. Επιπροσθέτως, εφόσον πρόκειται για μέρος του μισθού, που συνδέεται με τις αρχές της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, η μείωση της αποζημίωσης καθ εαυτή, σε συνδυασμό με την μη αναπροσαρμογή των μισθών αποτελεί ένα επιπλέον πλήγμα (vulnus) στο Σύνταγμα. Αληθές είναι πάντως ότι, αποκλειόμενου του χαρακτηρισμού (των μειώσεων) ως αναγκαστικών περιορισμών των μισθών άνευ νόμιμης αιτίας, θα πρέπει να θεωρηθεί ο υπό εξέταση μισθολογικός περιορισμός, ασχέτως του ότι στο νομοθετικό κείμενο γίνεται αναφορά σε «μείωση» και σε «περιορισμό των εξόδων», ως φορολογικού χαρακτήρα, αφού εν τοις πράγμασι πρόκειται για περιουσιακή παροχή, επιβληθείσα δια κυριαρχική πράξης, την οποία επιβάλλουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, αφού στοχεύει στον περιορισμό των δημοσίων δαπανών. Η λογική της διάταξης είναι εκείνη της ανάκτησης χρημάτων για το δημόσιο ταμείο. Η νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου έχει σταθερά προσδιορίσει ότι τα απαραίτητα χαρακτηριστικά των φορολογικών νομοθετικών παρεμβάσεων είναι τρία: το νομοθετικό πλαίσιο πρέπει να τείνει, επί το πλείστον, σε μια (οριστική) περιουσιακή μείωση σε βάρος αυτού που την υφίσταται, η μείωση δεν πρέπει να τροποποιεί μια συμβατική σχέση (στην υπό κρίση περίπτωση, την μείωση ενός κονδυλίου καταβαλλόμενου προς έναν εργαζόμενο με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου «μη συμβασιούχο»), τα ποσά που προκύπτουν από την εν λόγω μείωση πρέπει να καταλήγουν στην κάλυψη δημοσίων δαπανών. Τα προαναφερθέντα τρία στοιχεία, συμπλεκτικώς θεωρούμενα συντρέχουν στην υπό κρίση περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη ότι η δικαστική αποζημίωση έχει χαρακτήρα ανταποδοτικό και η μείωση της, προκειμένου να «περιοριστούν οι μισθολογικές δαπάνες του δημοσίου» (σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του άρθρου 9), αποτελεί την δεδηλωμένη και προέχουσα πρόθεση του νομοθέτη. Πέραν, όμως αυτών  η επίμαχη διάταξη δεν μετέβαλλε το θεσμό της δικαστικής αποζημίωσης, γιατί στην περιστασιακή μείωση ορισμένων ποσοστιαίων μονάδων του ύψους της εν λόγω αποζημίωσης, δεν αντιστοιχεί, όπως ήδη αναφέρθηκε, ούτε η αντίστοιχη μείωση των υποχρεώσεων και των κοινωνικο-ασφαλιστικών παροχών, ούτε ο φόρτος εργασίας που η αποζημίωση καλείται να αντισταθμίσει. Τέλος, ….
12.4.- Δεδομένου, συνεπώς του φορολογικού χαρακτήρα του υπό εξέταση μέτρου, τούτο δεν καθίσταται απρόσβλητο από τις ενστάσεις περί της συνταγματικότητας του, όπως αυτές διαπιστώθηκαν από τις παραπεμπτικές αποφάσεις σε σχέση με τα άρθρα 3 και 53 του Συντάγματος. Ο φόρος που εν προκειμένω ενδιαφέρει επιβάλλεται σε μια ιδιαίτερη πηγή, η οποία αποτελεί μέρος ενός συνολικότερου εισοδήματος, ήδη υπαχθέν σε φόρο κατά τον ίδιο τρόπο σε σχέση με τους λοιπούς που αποκτούν εισοδήματα από την εργασία τους και, συνεπώς, εισάγει, χωρίς καμία δικαιολογία μια διάκριση σε βάρος μιας συγκεκριμένης κατηγορίας κρατικών λειτουργών, μη συμβασιούχων, που απολαμβάνει τις εν λόγω δικαστικής αποζημίωσης. Με την εφαρμογή της σχετικής μείωσης, πλήττεται βαρύτατα, ενάντια στην συνεισφορά στα δημόσια βάρη, με βάση τα εισοδήματα από την εργασία, αποκλειστικά η εν λόγω κατηγορία. Επιπλέον, από τις ανωτέρω παρατηρήσεις παρέπεται ότι η επιβολή του εν λόγω φόρου θα αποτελούσε οπωσδήποτε μια αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση, σε σχέση με τις λοιπές αποζημιώσεις των λοιπών δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, οι οποίες δεν υποβάλλονται στις ίδιες επιπλέον φορολογικές μειώσεις. Πάντως, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η διαγραφόμενη άνιση μεταχείριση είναι ακόμη πιο αδικαιολόγητη καθόσον η λειτουργία της εν λόγω δικαστικής αποζημίωσης, ως αντιστάθμισμα στην εκτέλεση των καθηκόντων των δικαστικών λειτουργών και κάλυψη των σοβαρών οργανωτικών δομών του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης επιβάλλει τον πλέον υψηλό σεβασμό από την πλευρά του νομοθέτη στους κανόνες της λογικής και της ισότητας.
12.5.- Κηρύσσεται, ως αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 9, εδάφιο 22 της Π.Ν.Ν. υπ’ αριθμ. 78 του 2010 , κατά το μέρος που ορίζει ότι η ειδική αποζημίωση του άρθρου 3 του νόμου υπ’ αριθμ. 27 του 1981, που καταβάλλεται στο προσωπικό που αναφέρεται στον ίδιο νόμο, τα έτη 2011, 2012 και 2013, θα μειωθεί κατά 15% για το έτος 2011, κατά 25% για το έτος 2012 και 32% για το έτος 2013. Η κρίση περί των λοιπών ενστάσεων παρίσταται αλυσιτελής.
13.- Η ένσταση  περί της αντίθεσης των διατάξεων  του άρθρου 9 περίπτωση 2, της Π.Ν.Π. υπ’ αριθμ. 78 του 2010, σε σχέση με τα άρθρα 3 και 53 του Συντάγματος είναι ομοίως βάσιμη.
13.1.- Η διάταξη , κατά το μέρος που άγεται προς κρίση, ορίζει ότι «από της 1ης Ιανουαρίου 2011 και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013 οι μισθοδοσίες των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης, ακόμη και εάν κατέχουν διευθυντικές θέσεις, όπως προβλέπονται από τις αντίστοιχες διατάξεις, καθορίζονται από το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής και ενσωματώνονται στον ενιαίο οικονομικό λογαριασμό δημόσιας διοίκησης, (ISTAT), σύμφωνα με την περίπτωση 3 του άρθρου 1 του από 31 Δεκεμβρίου υπ’ αριθμ. 196 νόμου και υπερβαίνουν τα 90.000 ευρώ μικτά μειώνονται κατά 5% για το μέρος που υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό και μέχρι τα 150.000 ευρώ, καθώς και κατά 10% για το μέρος που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.
13.2.- Η απόφαση επί του ανωτέρω ζητήματος απαιτεί, προκαταρκτικά, να διαπιστωθεί εάν η επίμαχη διάταξη προβλέπει μια απλή μισθολογική μείωση που επιδρά, μόνο στην σχέση εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων (όπως προβάλλει το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους) ή αντίθετα καθιερώνει μια καθαρή φορολογική επιβάρυνση (όπως υποστηρίζουν τα Διοικητικά Πρωτοδικεία, τα οποία παρέπεμψαν τις υποθέσεις).
13.2.1.- Σύμφωνα, με όσα ήδη αναφέρθηκαν ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού ( nomen iuris) που υιοθετεί ο νομοθέτης, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οριστικά μια περιουσιακή μείωση αποτελεί φόρο, θα πρέπει να ερμηνευθεί η νομοθετική ρύθμιση στην οποία προβλέπεται, υπό το φώς των κριτηρίων της συνταγματικής νομολογίας, τα οποία χαρακτηρίζουν συνολικά την έννοια του φόρου, δηλαδή την υποχρεωτικότητα της παροχής, την απουσία συμβατικής υποχρέωσης μεταξύ των μερών και την σύνδεση της εν λόγω παροχής με τις δημόσιες δαπάνες,  σχετιζόμενη ως οικονομικά σημαντική προϋπόθεση (ex plurimis αποφάσεις υπ’ αριθμ. 141 του 2009, υπ’ αριθμ. 335 και 64 του 2008, υπ’ αριθμ. 73 του 2005). Ο φόρος συνίσταται συνεπώς σε «μια υποχρεωτική ανάληψη που στοχεύει στην συμμετοχή στις δημόσιες δαπάνες και επιβάλλεται σε βάρος του φορολογουμένου με βάση την ικανότητα συνεισφοράς του» (απόφαση υπ’ αριθμ. 102 του 2008 ), κανόνας που φανερώνει την ικανότητα του υποκειμένου στην φορολογική υποχρέωση (αποφάσεις υπ’ αριθμ. 91 του 1972, υπ’ αριθμ. 97 του 1968, υπ’ αριθμ. 89 του 1966, υπ’ αριθμ. 16 του 1965, υπ’ αριθμ. 45 του 1964).
13.2.2.- Κατόπιν των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι η προσβαλλόμενη διάταξη (θεσπισθείσα με βάση την ίδια αρχή και βασιζόμενη στην ίδια λογική της εισφοράς αλληλεγγύης σύμφωνα με το άρθρο 2, περίπτωση 2 της από 13 Αυγούστου 2011 υπ’ αριθμ. 138 Π.Ν.Π., υπό τον τίτλο «Επιπλέον επείγοντα μέτρα  για την δημοσιονομική σταθερότητα και την ανάπτυξη», που κυρώθηκε με τροποποιήσεις με τον από 14 Σεπτεμβρίου 2011 υπ’ αριθμ. 148 νόμο, του οποίου ο φορολογικός χαρακτήρας είναι αναμφισβήτητος) φέρει όλα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά στοιχεία της φορολογικής επιβάρυνσης. Κατ ΄αρχήν καθορίστηκε μια περιουσιακή μείωση, υποχρεωτική (μισθολογική «μείωση»), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η θέληση –σχετικά με το πότε, το πόσο , το πώς– αυτού σε βάρος του οποίου επιβάλλεται. Περαιτέρω, η διάταξη καθορίζει ότι το οικονομικό όφελος που θα προκύψει από την «μείωση» των μισθών θα ενταχθεί στον κρατικό προϋπολογισμό, χωρίς διάκριση μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών, και ιδιαίτερα μεταξύ κρατικών και μη κρατικών υπαλλήλων. Συναφώς προκύπτει ότι το υπό εξέταση δημοσιονομικό μέτρο δεν αποτελεί νέο τρόπο ρύθμισης της αμοιβαίας σχέσης μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, γιατί το Κράτος δεν έχει εξουσία να τροποποιήσει με την υπό κρίση διάταξη μισθολογικές σχέσεις, των οποίων δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος. Οι δημόσιοι μη κρατικοί φορείς , δηλαδή (εδαφικοί ή άλλης υφής), ως εργοδότες ουδεμία ωφέλεια αποκτούν από την εν λόγω «μείωση», αλλά λειτουργούν ως ενδιάμεσοι εισπράκτορες των φόρων», από τους φόρους επί των εισοδημάτων, παρακρατώντας τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη διάταξη ποσά τα (ως παρακρατούμενα στην πηγή) και κατόπιν τα «καταβάλλουν άμεσα» στο δημόσιο ταμείο, για λογαριασμό των υπαλλήλων τους (σύμφωνα με τα άρθα 1, περίπτωση β και 3 του από 29 Σεπτεμβρίου 1973 υπ’ αριθμ. 602 Προεδρικού Διατάγματος –Π.Δ.– που αφορά «Διατάξεις περί της καταβολής του φόρου εισοδήματος»). Επιπλέον, το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών υπολογιζόμενο με βάση τις μεικτές αποδοχών, όπως προκύπτουν από την «μείωση» (τρίτη περίοδος της παραγράφου 2: «Η μείωση … δεν επηρεάζει τις ασφαλιστικές εισφορές»), αποτελεί επιπλέον και οριστική απόδειξη ότι η πρόσκαιρη μείωση του εισοδήματος αποτελεί, στην πραγματικότητα, μια αφαίρεση εισοδήματος σε βάρος του δημόσιου υπαλλήλου και λειτουργού και όχι μια μονομερή μεταβολή της σχέσης εργασίας, στην οποία κατά λογική ακολουθία θα έπρεπε να αντιστοιχεί μια τροποποίηση τέτοιου είδους υποχρεώσεων. Ούτε είναι δυνατόν να διαπιστωθεί κάτι διαφορετικό ειδικά για τους καλούμενους «μη συμβασιούχους» δημοσίους υπαλλήλους και λειτουργούς, για τους οποίους μια τροποποίηση του μισθολογικού τους καθεστώτος, θα απαιτούσε αναγκαστικά μια νομοθετική παρέμβαση. Καθίσταται προφανές ότι η ενιαία ρύθμιση που εισάγει η προσβαλλόμενη διάταξη (η οποία όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν διαχωρίζει μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών και «αφορά την συνολική μισθολογική μεταχείριση, περιλαμβάνοντας μισθολογικές και αποζημιωτικές πηγές εισοδήματος, οι οποίες καταβάλλονται στο ίδιο πρόσωπο από διαφορετικούς φορείς της δημόσιας διοίκησης) και το σταθερό σε κάθε περίπτωση ύψος των ασφαλιστικών εισφορών με βάση τις μεικτές αποδοχές, όπως προκύπτουν από την «μείωση» αποκλείουν την περίπτωση να θεωρηθεί  ότι ειδικά για τους «μη συμβασιούχους» δημοσίους υπαλλήλους και λειτουργούς η υπό κρίση διάταξη εισήγαγε μια νέα και, πρόσκαιρη και αποσπασματική ρύθμιση της εργασιακής τους σχέσης . Η μόνη ιδιαιτερότητα για τους δημοσίους υπαλλήλους και λειτουργούς (συμβασιούχους ή μη) βρίσκεται στο γεγονός ότι (μη αποφασιστικής σημασίας για την υπό κρίση υπόθεση) ότι η παρακράτηση των ποσών διενεργείται απευθείας στην πηγή, σύμφωνα με τα άρθρα 1, γράμμα α) και 2 του Π.Δ. υπ’ αριθμ. 602 του 1973. Εξάλλου, υφίσταται στενή σύνδεση μεταξύ της παρακρατήσεως με τις δημόσιες δαπάνες, καθόσον ο νομοθέτης καθορίζει ότι η υπό κρίση διάταξη αντικρίζει την δεδηλωμένη λογική του να εισφέρει τις περιουσιακές μειώσεις που προκύπτουν από την μείωση της μισθολογικής δαπάνης των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών στον κρατικό προϋπολογισμό προκείμενου να επιτύχει εντός του προβλεπόμενου χρονικού ορίζοντα τους συμφωνηθέντες στόχους σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δηλαδή την ισοσκέλιση του προϋπολογισμού και ιδιαιτέρως την μείωση του δημοσίου χρέους. Επιπροσθέτως, το αναγκαίο οικονομικό προαπαιτούμενο με βάση το οποίο προβλέπεται, η σχετική παρακράτηση, είναι προφανώς το συνολικό εισόδημα που προκύπτει από την εργασία των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2011 έως 31 Δεκεμβρίου 2013. Άλλωστε οι μέθοδοι εφαρμογής των μέτρων που ακολουθεί το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, περιλαμβάνοντας το συνολικό μεικτό καταβαλλόμενο ποσό κατά την διάρκεια του έτους, όπως και τα αναδρομικά είτε που αφορούν το τρέχον έτος, είτε τα προηγούμενα έτη, είτε τέλος τις σταθερές και συμπληρωματικές υποχρεώσεις που εγγράφονται στον προϋπολογισμό, συνδέουν το εν λόγω μέτρο, περισσότερο προς το εισόδημα που προκύπτει από την εργασία στο Δημόσιο, παρά στην οικονομική μεταχείριση της εξαρτημένης εργασίας. Συνάγεται λοιπόν ότι η νομοθετική ρύθμιση αυτή, παρά την γραμματική της διατύπωση, δεν δύναται να θεωρηθεί ,ως μείωση των αποδοχών, όπως υποστηρίζει το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, στο υπόμνημα του, εφόσον μάλιστα στο εν λόγω υπόμνημα, υπογραμμίζει την αναγκαιότητα των μέτρων, σύμφωνα με τις σχετικές προτροπές των προέδρων (απελθόντος και εν ενεργεία) της ΕΚ.Τ ( Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), που περιέχονται σε επιστολή προς την Ιταλική Κυβέρνηση. Εν κατακλείδι, πρόκειται για ειδικό φόρο επιβαλλόμενο μόνο σε βάρος των δημοσίων υπαλλήλων.
13.3.- Εν προκειμένω , υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου «το Σύνταγμα δεν επιβάλλει σε καμία περίπτωση μια ενιαία φορολογική μεταχείριση, με κριτήρια απολύτως ενιαία και προοδευτικά, για όλους τους τύπους φορολογικών επιβαρύνσεων, αλλά αντιθέτως απαιτεί μια αδιάσπαστη σύνδεση με την φοροδοτική ικανότητα, στο πλαίσιο ενός συστήματος το οποίο βασίζεται σε κριτήρια προοδευτικότητας ως περαιτέρω εξέλιξη, στο φορολογικό πεδίο, της αρχής της ισότητας, συνδεόμενη με την υποχρέωση άρσης των οικονομικό- κοινωνικών εμποδίων, τα οποία εν τοις πράγμασι υφίστανται, στην ελευθερία και την ισότητα των πολιτών-ανθρώπων, με πνεύμα πολικής, οικονομικής και κοινωνικής αλληλεγγύης (άρθρα 2 και 3 του Συντάγματος) (απόφαση υπ’ αριθμ. 3451 του 2000). Περαιτέρω, ο έλεγχος του Δικαστηρίου, σε σχέση με την παραβίαση των συνταγματικών αρχών του άρθρου 53 του Συντάγματος, ως ειδικότερων της θεμελιώδους αρχής της ισότητας, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Συντάγματος, βασίζεται σε μια «κρίση επί της έλλογου ή μη χρήσεως που ο νομοθέτης έκανε της διακριτικής του εξουσίας στο φορολογικό πεδίο, προκειμένου να διαπιστωθεί η εσωτερική συνέπεια της δομής του επιβαλλόμενου φόρου, με το οικονομικό του προαπαιτούμενο, όπως και το μη αυθαίρετο του ύψους του επιβληθέντος φόρου» ( απόφαση υπ’ αριθμ. 111 του 1997). Στην, υπό κρίση περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη και την διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη στο εν λόγω ζήτημα η προσβαλλόμενη διάταξη έρχεται σε προφανή αντίθεση με τα άρθρα 3 και 53  του Συντάγματος. Η θέσπιση, ενός ειδικού φόρου, έστω και μεταβατικής και εξαιρετικής υφής, σε σχέση μόνο με τα εισοδήματα από την εργασία των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, ενσωματωμένου στον προϋπολογισμό της δημόσιας διοίκησης παραβιάζει συνεπώς την αρχή της φοροδοτικής ικανότητας. Η εν λόγω παραβίαση εμφανίζεται από δυο επόψεις. Κατ’ αρχήν, σε επίπεδο ισότητας φορολογητέου εισοδήματος, η φορολόγηση αδικαιολόγητα περιορίζεται μόνο στους δημοσίους λειτουργούς και υπαλλήλους . Εν συνεχεία, ο νομοθέτης, παρά το ότι επιδίωξε (με το άρθρο 2 του νομοθετικού διατάγματος υπ’ αριθμ. 138 του 2011) την εισφορά αλληλεγγύης (αναμφίβολα φορολογικής φύσεως) ποσοστού 3 % επί των ετησίων εισοδημάτων τα οποία υπερβαίνουν τα 300.000 ευρώ, προκειμένου να εξοικονομήσει πηγές για να επιτύχει την δημοσιονομική σταθερότητα, επέλεξε έξαφνα να επιβάλλει ειδικά στους δημοσίους λειτουργούς και υπαλλήλους, για τον ίδιο σκοπό, τον επιπλέον ένδικο ειδικό φόρο. Στην παρούσα υπόθεση, συνεπώς, ο παραλογισμός δεν έγκειται στο ύψος του φορολογηθέντος ποσού, αλλά στον αδικαιολόγητο περιορισμό εκείνων που υπόκεινται στην εφαρμογή της σχετικής διάταξης. Η ουσιωδώς ταυτόσημη λογική των πολλαπλών παρόμοιων ουσιαστικών παρεμβάσεων «αλληλεγγύης», επίσης, προοιωνίζει μια κρίση περί του παράλογου και αυθαίρετου χαρακτήρα του διαφορετικού χαρακτήρα της μεταχείρισης που επιφυλάσσεται για τους δημοσίους λειτουργούς και υπαλλήλους, και πρόδρομος του αποτελέσματος του προϋπολογισμού το οποίο θα μπορούσε να είναι εντελώς διαφορετικό και ευμενέστερο για το κράτος, στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης είχε σεβαστεί τις αρχές της ισότητας των πολιτών και της οικονομικής αλληλεγγύης, καταστρώνοντας διαφορετικά ένα «γενικό» σύστημα φορολογικών παρεμβάσεων. Η ιδιαιτερότητα της οικονομικής κατάστασης που το κράτος καλείται να αντιμετωπίσει, χορηγεί στον νομοθέτη αναμφίβολα την δυνατότητα να κάνει χρήση εξαιρετικών «εργαλείων», στο δύσκολο έργο του, προκειμένου να συγκεράσει την ικανοποίηση των δημοσιονομικών αναγκών και ταυτόχρονα να εγγυηθεί τις παροχές και την ασφάλεια που όλοι οι πολίτες έχουν ανάγκη. Μολαταύτα, είναι καθήκον του κράτους να εγγυάτα, έστω και υπό τις παρούσες συνθήκες, το σεβασμό των θεμελιωδών αρχών του Συντάγματος, το οποίο, βεβαίως δεν είναι ασύνδετο προς οικονομική και δημοσιονομική πραγματικότητα, αλλά είναι εξίσου βέβαιο ότι δεν επιτρέπει εξαιρέσεις στην αρχή της ισότητας, στην οποία βασίζεται το σύνταγμα. Συμπερασματικά, ο επιβληθείς φόρος προκαλεί  παραλόγως διακριτική μεταχείριση.
13.4.- Κατά συνέπεια κηρύσσεται αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 9 παράγραφος 2 του Π.Δ. υπ’ αριθμ. 78 του 2010, κατά το μέρος που ορίζει ότι αρχής γενόμενης από 1ης Ιανουαρίου 2011 και μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2013 οι μισθοδοσίες των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών, ακόμη και εκείνων που έχουν διευθυντικές θέσεις, όπως προβλέπονται από τις αντίστοιχες νομοθεσίες, της δημόσιας διοίκησης και ενσωματώνονται στον ενιαίο προϋπολογισμό της δημόσιας διοίκησης, όπως καθορίζονται από το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής, σύμφωνα με την παράγραφό 3 του άρθρου 1 του νόμου της 31 Δεκεμβρίου 2009, υπ’ αριθμ. 196 (Νόμος δημοσιονομικής διαχείρισης), οι οποίες υπερβαίνουν τις 90.000 ευρώ μεικτές μειώνονται κατά 5% για το μέρος που υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό μέχρι τις 150.000 ευρώ, καθώς και κατά 10% για το μέρος που υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ.
14.- Η ένσταση περί της συνταγματικότητας του άρθρου 12, παράγραφος 10 του ως άνω Π.Δ. υπ’ αριθμ. 78 του 2010, σε σχέση με τα άρθρα 3 και 36 του Συντάγματος είναι ομοίως βάσιμη.
14. Η ερμηνευτική εισαγωγή του Περιφερειακού Διοικητικού Πρωτοδικείου της Umbria είναι ορθή ιδίως κατά το μέρος που αφορά την ανασυγκρότηση του νομοθετικού πλαισίου, καθώς η μη κατηγορηματική αναφορά της μονιμότητας της παρακράτησης σε βάρος του εργαζόμενου δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην χρήση της σιωπής του νόμου ως ερμηνευτικό επιχείρημα, προκειμένου να επιτευχθεί μια σύμφωνη με το σύνταγμα ερμηνεία. Η διάρκεια της παρακράτησης περί της οποίας γίνεται λόγος, πράγματι, πέρα του ότι απορρέει από την αφηρημένη συμβατότητα ανάμεσα στο νέο νομοθετικό καθεστώς και την ρύθμιση που περιέχεται στο Π.Δ. υπ’ αριθμ. 1032 του 1973, ενισχύεται και από το γεγονός ότι το ήδη αναφερθέν άρθρο 12, παράγραφος 10, δεν περιέχει μια οργανική ρύθμιση για τις ασφαλιστικές παροχές υπέρ των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών σε βαθμό που να αντικαθιστά, ως νεότερη διάταξη το Π.Δ. υπ’ αριθμ. 1032 του 1973, όπως προέβαλλε η Διοίκηση, κατά την συζήτηση. Με δεδομένα τα ανωτέρω παρατηρείται ότι μέχρι τις 30 Δεκεμβρίου 2010 ο νόμος επέβαλλε σε βάρος του Δημοσίου εισφορές σε ποσοστό συνολικού ύψους 9,60 % στο 80% του μεικτού μισθού και μια παρακράτηση σε βάρος του εργαζόμενου ύψους 2,50%, υπολογιζόμενο πάντοτε στο 80 % του μισθού. Η διαφορετική αυτήν νομοθετική προγενέστερη ρύθμιση προέβλεπε, επομένως τον σχηματισμό ενός κεφαλαίου το οποίο καθορίζονταν με βάση έναν υπολογισμό χαμηλότερο και προκειμένου να τύχει ενός καλύτερου εφάπαξ, και επέβαλε την επιστροφή από τον υπάλληλο ο οποίος το έλαβε. Υπό το νεώτερο νομοθετικό καθεστώς, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη διάταξη, το ποσοστό που παρακρατείται για τον σχηματισμό του κεφαλαίου επιβάλλεται στο σύνολο του μισθού, με συνέπεια, δεδομένου ότι η επιστροφή από το εργαζόμενο διατηρείται, ελλείψει της «αφορολόγητης ζώνης» να δημιουργείται μια μείωση του μισθού και ταυτόχρονα να μειώνεται και το προς καταβολή εφάπαξ. Η προσβαλλόμενη διάταξη, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 2120 του Αστικού Κώδικα (προκειμένου να υπολογιστούν τα εφάπαξ) επί των ήδη καταβληθέντων εισφορών από της 1ης Ιανουαρίου του 2011, καθορίζει κατά τρόπο δυσανάλογο την εφαρμογή του συντελεστή 6,91%, στο σύνολο του μισθού, χωρίς να αποκλείει ταυτόχρονα την ισχύ της παρακράτησης σε βάρος του εργαζόμενου, ίση με 2, 50% της βάσης συνεισφοράς για το εφάπαξ, που γίνεται για τον σχηματισμό του κεφαλαίου για τον υπολογισμό του εφάπαξ, σε συνδυασμό με το άρθρο 37 του από 29 Δεκεμβρίου 1973 Π.Δ., υπ’ αριθμ. 1032. Το να επιτρέπεται στο κράτος μια μείωση του ασφαλιστικού κεφαλαίου, η οποία είναι προφανώς δυσανάλογη, αφού δεν συνδέεται με την παρασχεθείσα εργασία και αφού, ενόψει της ισότητας στο δικαίωμα του μισθού, προκαλεί μια αδικαιολόγητη ανισότητα μεταχείρισης των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών σε σχέση με τους απασχολούμενους στον ιδιωτικό τομέα, οι οποίοι δεν υπόκεινται σε υποχρέωση επιστροφής από τον εργοδότη τους και συνεπώς η προσβαλλόμενη διάταξη , για τον ίδιο λόγο παραβιάζει τα άρθρα 3 και 36 του Συντάγματος.
14.1.- Συνεπώς, κηρύσσεται αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 12, παράγραφος 10 του Π.Δ. υπ’ αριθμ. 78 του 2010, κατά το μέρος που δεν αποκλείει την εφαρμογή σε βάρος του εργαζόμενου της επιστροφής ύψους 2,50%, της εισφοράς που προβλέπεται από το άρθρο 37, παράγραφος 1 του Π.Δ. υπ’ αριθμ. 1032 του 1973.
Για Τους Λόγους Αυτούς
ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Συνεκδικάζοντας της υποθέσεις
1)   
2)    Κηρύσσει αντισυνταγματικό το άρθρο 9, παράγραφος 22, της από 31 Μαΐου 2010 υπ’ αριθμ. 78 Π.Ν.Π. (Επείγουσες ρυθμίσεις για την δημοσιονομική σταθερότητα και ανταγωνιστικότητα της οικονομίας) που κυρώθηκε, κατόπιν τροποποιήσεων, από τον από 30 Ιουλίου 2010 υπ’ αριθμ. 122 νόμο, κατά το μέρος που ορίζει ότι το προσωπικό που αναφέρεται στον από 19 Φεβρουαρίου 1981 υπ’ αριθμ. 27 νόμο (προβλέψεις για τους δικαστικούς λειτουργούς) δεν θα καταβληθούν, χωρίς δυνατότητα αναδρομικής ανάκτησης, οι προκαταβολές των ετών 2011, 2012 και 2013 και η εξόφληση της τριετίας 2010-2012 και ότι για το εν λόγω προσωπικό για την τριετία 2013-2015 η προκαταβολή που αντιστοιχεί για το έτος 2014 θα είναι ίση με αυτήν που ήδη προβλέπεται 2010 και η εξόφληση για το έτος 2015 καθορίζεται με βάση τα έτη 2009, 2010 και 2014, όπως και κατά το μέρος που δεν αποκλείει για το εν λόγω προσωπικό την εφαρμογή της πρώτης περιόδου της παραγράφου 21.
3)    Κηρύσσει αντισυνταγματικό το άρθρο 9, παράγραφος 22, της από 31 Μαΐου 2010 υπ’ αριθμ. 78 Π.Ν.Π, κατά το μέρος που ορίζει ότι η ειδική αποζημίωση του άρθρου 3 του νόμου υπ’ αριθμ. 27 του 1981, που καταβάλλεται στο προσωπικό που αναφέρεται στον ίδιο νόμο, για τα έτη 2011, 202 και 2013 μειώνεται κατά 15% για το έτος 2011, κατά 25% για το έτος 2012 και κατά 32% για το έτος 2013.
4)    Κηρύσσει αντισυνταγματικό το άρθρο 9, παράγραφος 2, της από 31 Μαΐου 2010 υπ’ αριθμ. 78 Π.Ν.Π, κατά το μέρος που ορίζει ότι από της 1ης Ιανουαρίου 2011 και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013 οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών, έστω και εάν κατέχουν διευθυντικές θέσεις, όπως προβλέπονται από της οικείες διατάξεις, ενσωματώνονται στον ενιαίο ειδικό λογαριασμό της δημόσιας διοίκησης, όπως καθορίστηκαν από το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 1, του από 31 Δεκεμβρίου 2009 υπ’ αριθμ. 196 νόμου (Νόμος περί της δημοσιονομικής διαχείρισης), οι οποίοι υπερβαίνουν τα 90.000 ευρώ μεικτά μειώνονται κατά 5 % για το μέρος που υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό και μέχρι 150.000 ευρώ, ενώ για το υπερβάλλον το ανωτέρω ποσό μειώνονται κατά 10%.
5)     Κηρύσσει αντισυνταγματικό το άρθρο 12 παράγραφος 10 του Ν.Δ. υπ’ αριθμ. 78 του 2010, κατά το μέρος που δεν αποκλείει την εφαρμογή σε βάρος του εργαζόμενου της επιστροφής του ποσοστού 2,50% της εισφοράς, που προβλέπεται από το άρθρο 37, παράγραφος 1 του από 29 Δεκεμβρίου 1973, υπ’ αριθμ. 1032 Π.Δ. (Κωδικοποίηση των διατάξεων για τις ασφαλιστικές παροχές των πολιτικών και στρατιωτικών υπαλλήλων του Κράτους).
6)   
7)   
Η απόφαση δημοσιεύτηκε στην Ρώμη, στην έδρα του Συνταγματικού Δικαστηρίου, Pallazo della Consulta  στις 18 Οκτωβρίου 2012
===============
Επισημάνσεις αποστολέα απόφασης

Το κείμενο αποτελεί μετάφραση με κάθε επιφύλαξη για την ύπαρξη λαθών
Πάντως πλάκα έχουν τα εξής:
1) Οι Ιταλοί καταλήγουν ότι το status των δικαστών συνδέεται άρρηκτα με τις αποδοχές τους χωρίς να έχουν σχετικό άρθρο στο σύνταγμά τους. Ενώ εμείς έχουμε... 
2) Επίσης η διαπίστωση ότι δεν υπάρχει η κλασική σχέση εργοδότη - εργαζομένου (βλ. όμως δήλωση του Πρωθυπουργού «Το αυτοδιοίκητο της Βουλής, ναι! Και θα παραμείνει. Για σκεφθείτε: Και η Δικαιοσύνη δεν έχει το αυτοδιοίκητοΑλλά οι μισθοί και οι συντάξεις των δικαστών καθορίζονται από την κυβέρνηση. Ασφαλώς οι δικαιολογημένες υπερωρίες των υπαλλήλων της Βουλής είναι απολύτως σεβαστές. Αλλά η Πολιτεία, κυρίες και κύριοι, θα αποφασίζει για τα οικονομικά τους. Όλοι εκτιμούμε το έργο των υπαλλήλων της Βουλής. Όπως εκτιμούμε και το έργο πολλών άλλων λειτουργών του δημοσίου: των στρατιωτικών, των αστυνομικών, των δικαστικών (γιατί τρίτους μόνο, είχε και πιο κάτω κ. Πρωθυπουργέ), των δασκάλων, των πανεπιστημιακών, των γιατρών. Που όλοι τους υφίστανται περικοπές…». Το παραπάνω είναι δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα του πρωθυπουργούhttp://www.primeminister.gov.gr/2012/11/12/9823)

Δηλαδή, αυτοί οι ξένοι, οι κουτόφραγκοι θα έλεγα, δεν έχουν ακόμη καταλάβει την πραγματική θέση ενός δικαστή... Ως πότε θα τους μαθαίνουμε αλήθειες... Άκου status!!! Να δείτε που δεν θα έχουν και προθεσμίες έκδοσης αποφάσεων!!! Και θα έχουν και κώδικες πενταετίας - παλιαντζούρες δηλαδή- χωρίς καμία πάνσοφη ανά τακτά χρονικά διαστήματα νομοθετική αλλαγή!!! Και γραφεία!!! Και ανθρώπινες συνθήκες με καλοριφέρ τον χειμώνα - εννοώ με ζεστό νεράκι - και κλιματισμό το καλοκαίρι!!! Και δεν θα επιθεωρούνται για τις αναβολές που έδωσαν ή δεν έδωσαν!!! Και οι Γάλλοι δικαστές απέργησαν κιόλας!!! Φρίκη!!! Να βγούμε τώρα αμέσως από την ΕΕ γιατί στο τέλος θα χαλάσουν και εμάς...

Σημείωση: τα μέλη του ΝΣΚ είναι ανώτατοι δημόσιοι λειτουργοί, οι αστυνομικοί και οι στρατιωτικοί είναι υπάλληλοι (χωρίς, πάντως, αυτό να είναι μειωτικό),και εμείς είμαστε δικαστικοί λειτουργοί όχι δημόσιοι. Και έχουμε ανεξαρτησία και όχι αυτοδιοίκητο!!!. Επίσης, εμείς και αν έχουμε δικαιολογημένες υπερωρίες!!! Και ο μισθός μας καθορίζεται από την ΒΟΥΛΗ με νόμο όχι από την Κυβέρνηση. Άλλο το ζήτημα αν η μία εξουσία έχει ποδηγετήσει την άλλη (απλά περίμενα από κάποιον, που για να αποδείξει ότι - και καλά - σέβεται την δικαιοσύνη έβαλε τον κ. Αθανασίου - αν ξεχάσατε ποιος είναι δεν έχετε πρόβλημα μνήμης, απλά όταν ήταν στο σώμα έμοιαζε διαφορετικός - 2ο στο ψηφοδέλτιο επικρατείας, να γνωρίζει λίγα παραπάνω).

9 σχόλια:

  1. Αχ
    κ. Μ. Χασιρτζόγλου μου, και κ. ενάγοντα- δικηγόρε της ΕΝΟΒΕ,
    Ούτε το Ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο, συμφωνεί μαζί σας.

    Ούτε οι Ιταλοί Δικαστές θέλουν να είναι εργαζόμενοι/Δημόσιοι Υπάλληλοι/λειτουργοί και, βεβαίως, "φτωχοί" Δικαστές.

    Τι να πεις; Όλοι τελικά οι Δικαστές ανά την Υφήλιο είναι "καθόλου";

    Κρίμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Απόφαση κόλαφος για το Σ.τ.Ε.Αυτές είναι αποφάσεις.Αυτά είναι δικαστήρια.Εμείς , τι θα πεί ο κόσμος.Φοβία και ηττοπάθεια.Ελπίζω να αφυπνιστούν στο Σ.τ.Ε.Καλό προηγούμενο κκαι για το Μισθοδικείο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Να σταλεί αντίγραφο στο Μισθοδικείο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Με αφορμή την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, αναζήτησα στο internet πληροφορίες για το Δικαστήριο αυτό. Επισκέφθηκα την ιστοσελίδα του (cortecostituzionale.it) και διάβασα για τη συγκρότηση και τις αρμοδιότητές του. Είδα επίσης τα βιογραφικά των 15 δικαστών και τις εγκαταστάσεις του Δικαστηρίου στη Ρώμη, ένα πραγματικό παλάτι. Μεταξύ των δικαστών είδα ότι πρόσφατα, το 2011, διορίσθηκε μία νέα γυναίκα 48 ετών, καθηγήτρια νομικής στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνο, ονόματι Marta Cartabia. Αναζήτησα και γι' αυτή πληροφορίες στο internet και στο YouTube βρήκα ένα βίντεο με την ορκωμοσία της ενώπιον του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας, της Βουλής και Γερουσίας της Ιταλίας. Σας συνιστώ να το δείτε όλοι. Θα καταλάβετε από την όλη ατμόσφαιρα τι σημαίνει να είναι κάποιος δικαστής σε μία προοδευμένη δυτική χώρα και ταυτόχρονα θα αντιληφθείτε πόσο μάταια είναι πλέον όλα αυτά που γίνονται στην Ελλάδα, χωρίς καμία εξαίρεση, ούτε με δική μας εξαίρεση, που βάλαμε διαχρονικά τις αποδοχές μας πάνω από τη Δικαιοσύνη, αντί να προσπαθήσουμε για τη δημιουργία υποδομών, κωδίκων, γραμματειακής υποστήριξης, για την ανύψωση του κύρους της Δικαιοσύνης και όχι του προσωπικού μας κύρους, για τη δημιουργία εγκαταστάσεων που θα "εξανάγκαζαν" τον πολίτη να σεβαστεί τη Δικαιοσύνη και συνακόλουθα τους δικαστές του. Προσωπικά πιστεύω ότι ως λαός έχουμε περάσει το σημείο χωρίς επιστροφή, έχουμε γίνει μία ζούγκλα λαϊκισμού αγράμματων ανθρώπων, μέσα στην οποία προσπαθεί να επιβιώσει ο περισσότερο λαϊκιστής, δηλαδή ο μεγαλύτερος απατεώνας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Συμφωνώ με τον ανώνυμο της 27-11 (1.01. μμ. Και φυσικά αυτές είναι αποφάσεις. Και φυσικά αυτά είναι δικαστήρια. Όχι σαν έμας! Και φυσικά στην Ιταλία δεν υπάρχει διάταξη στο Σύνταγμά τους ότι οι αποδοχές των δικαστών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους. Ούτε στη Γερμανία (γερμανοτραφής γαρ). Στην Ευρώπη αυτό ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ, δεν είναι ανάγκη να γραφεί και στο Σύνταγμα. Στις χώρες αυτές, εμπιστεύονται το Δικαστή και τον Εισαγγελέα. Ούτε έχουν τα αναχρονιστικά και ξεπερασμένα κωλύμματα εντοπιότητας. Διαβάστε κύριοι συνάδελφοι την απόφαση! Διαβάστε την καλά! Ισως καταλάβετε γιατί ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε πάντοτε οι ουραγοί της Ευρώπης.
    Δημήτρης Αντεισαγγελέας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ξεχνάτε κάτι βασικό κ. ανώνυμοι σχολιαστές: Η Ιταλία δεν ειναι Ελλάδα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ε όχι κα ηι Ιταλία δεν είναι Ελλάδα! Ούνα φάτσα, ούνα ράτσα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Θα πω κάτι άσχετο επειδή έχω βαρεθεί να διαβάζω περί κωλύματος εντοπιότητας. Ποιος θα πάει στα πανέμορφα νησιά μας ; Ο Σαμιώτης, ο Χιώτης, Ο Κώος, ο Ροδίτης, ο Ζακυνθινός, ο Μυτιληνιός, ο Ναξιώτης ;Κάποιος πρέπει να πάει και εκεί, επιτέλους σώνει με τις γκρίνιες. Και μην πει κανένας ότι είμαι έξω από το χορό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Κύριοι αρχηγοί των κομμάτων της τριμερούς κυβέρνησης της Ελλάδας, τα βλέπετε αυτά που ισχύουν σε πολιτισμένες και υγιείς νομικά χώρες;;;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε, αναφορικά με τα σχόλια που δημοσιεύονται ότι:
1) Δε θα δημοσιεύονται δυσφημιστικά και εξυβριστικά σχόλια
2) Δε θα δημοσιεύονται ΑΣΧΕΤΑ σχόλια σε ΑΣΧΕΤΕΣ αναρτήσεις
3) Δε θα δημοσιεύονται επαναλαμβανόμενα σχόλια στην ίδια ανάρτηση
4) Δε θα δημοσιεύονται σχόλια σε Greeklish


5) Σχόλια σε ενυπόγραφα άρθρα θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.
6) Σχόλια σε ενυπόγραφο σχόλιο θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.

7) ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ "ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ"