Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

Σχέση Εισαγγελικών Αρχών με τα Ελεγκτικά Σώματα της Διοίκησης-



  Εισήγηση στο Συνέδριο που διοργάνωσε ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης με την συνδρομή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 19-21/1/2018 με θέμα «Σχέση Εισαγγελέα και Ελεγκτικών Σωμάτων  . Ο Δημόσιος ¨Ελεγχος και ο Ρόλος του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης στην καταπολέμηση της διαφθοράς»
Παναγιώτη Μπρακουμάτσου Εισαγγελέα Εφετών

 Περίληψη : Σχέση Εισαγγελικών Αρχών με τα Ελεγκτικά Σώματα της Διοίκησης- Ποια ελεγκτικά ¨Οργανα έχουν την ιδιότητα του ανακριτικού υπαλλήλου- κριτήρια για την αναγνώριση ενός οργάνου ως προανακριτικού- Υποχρεώσεις και δικαιώματα ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων- Συνέπειες από τη διενέργεια προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης από υπαλλήλους που δεν έχουν την ιδιότητα του προανακριτικού υπαλλήλου

I Ο θεσμός του εισαγγελέα και ο αντίστοιχος των ελεγκτικών σωμάτων της διοίκησης που ασκούν ανακριτικά καθήκοντα δεν άπτεται μόνο του θέματος της καταπολέμησης της διαφθοράς στον δημόσιο τομέα , αλλά και με την διάρθρωση και τα  πεδία δράσης τους ( είδος και περιεχόμενο  εισαγγελικής παραγγελίας, υποχρέωση των ελεγκτικών σωμάτων να εκτελούν αυτές ,   εποπτεία των ελεγκτικών οργάνων ως προς το προανακριτικό έργο από τον εισαγγελέα ,    διάκριση των ελεγκτικών οργάνων σε προανακριτικά ή μη). Ο επακριβής καθορισμός της ανωτέρω σχέσης , καθώς και το συνεφελκόμενο θέμα της εισαγγελικής παραγγελίας καθίστανται  δυσχερή, ενόψει του ότι ο σύγχρονος νομοθέτης στην προσπάθειά του να καταπολεμήσει την εγκληματικότητα και ειδικότερα την διαφθορά ανέπτυξε μηχανισμούς, οι οποίοι μπορούν να διακριθούν σε τρείς κατηγορίες: Α) Ανεξάρτητες Αρχές( ΑΣΕΠ, Συνήγορος του Πολίτη), Β) Αυτοτελή Σώματα( Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης Γ.Ε.Δ.Δ, Σώμα Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης (Σ.Ε.Ε.Δ.Δ), , Σώμα Επιθεωρητών Δημόσιας Υγείας( ΣΕΥΥΠ) , το Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών (( ΣΕΕΥΜΕ), το Σώμα Επιθεώρησης Δημοσίων ¨Εργων (ΣΕΔΕ), την Ειδική υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (ΕΥΕΠ) κλπ και Γ) Ειδικές Υπηρεσίες (όπως η Διεύθυνση Εσωτερικών υποθέσεων της ΕΛΑΣ, Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων ΛΣ κλπ). Η διάσταση αυτή που αποτελεί και το θεματικό άξονα της παρούσας είναι κρίσιμη, καθόσον τα ελεγκτικά όργανα δεν έχουν όλα αδιακρίτως προανακριτικά καθήκοντα , δηλαδή δεν δραστηριοποιούνται όλα στα πλαίσια της ποινικής προδικασίας και φυσικά δεν αποτελούν βοηθητικά όργανα του εισαγγελέα και του ανακριτή. Η οριοθέτηση αυτή δηλαδή ποια ελεγκτικά όργανα της διοίκησης αποτελούν συνάμα και προανακριτικές αρχές συνδέεται άμεσα με τη νομιμότητα της ποινικής προδικασίας και εν τέλει με την νομιμότητα των αποδεικτικών στοιχείων που συνελέγησαν κατ αυτήν.  Η οριοθέτηση του προανακριτικού ή μη ρόλου των ελεγκτικών οργάνων δεν έχει μόνο θεωρητική σημασία αλλά κυρίως πρακτική, αφού τυχόν σύγχυση ως προς τον ρόλο τους και τις αρμοδιότητές τους μπορεί να θέσει εκποδών την ποινική προδικασία , διότι ενδεχομένως τυχόν ανακριτικές πράξεις από λειτουργικά αναρμόδια όργανα να  προκαλέσουν απόλυτες ακυρότητες , κατ άρθρο 171 ΚΠΔ.
II. Κριτήρια διάκρισης ενός οργάνου ως προανακριτικού.
  Η κύρια λειτουργική αρμοδιότητα των ανακριτικών υπαλλήλων ( γενικών και ειδικών ) είναι η διενέργεια προανάκρισης και προκαταρκτικής εξέτασης[i] , ύστερα από γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα  . Στο πλαίσιο της παραγγελίας αυτής οι γενικοί και ειδικοί προανακριτικοί υπάλληλοι ενεργούν όλες τις ανακριτικές πράξεις για να εξακριβωθεί το φερόμενο , ως τελεσθέν έγκλημα , να εντοπισθούν οι υπαίτιοι , να βεβαιωθεί η ζημία που προκλήθηκε και η διασφάλιση της πορείας της ποινικής δίκης.[ii] ¨Ετσι οι γενικοί και ειδικοί προανακριτικοί υπάλληλοι οφείλουν : α) να συγκεντρώνουν πληροφορίες για το έγκλημα και τους υπαιτίους, β) να εξετάζουν μάρτυρες κατά τα άρθρα 209 έως 230 ΚΠΔ, γ) να εξετάζουν υπόπτους και κατηγορουμένους κατά τα άρθρα 31 παρ 2, 270 έως 274 ΚΠΔ, δ) να διενεργούν αυτοψίες σύμφωνα με τα άρθρα 180-182 ΚΠΔ, ε) να διατάσσουν πραγματογνωμοσύνη( άρθρο 183 επ ΚΠΔ), στ)να διεξάγουν έρευνες κατ άρθρα 253 έως 259 ΚΠΔ, ζ) να καταλαμβάνουν πειστήρια  και να ενεργούν σύμφωνα με τα άρθρα 260 έως 269 ΚΠΔ. Πλέον μετά τους Νόμους 3160/2003 και 3346/2005 που αναβάθμισαν την προκαταρκτική εξέταση, οι ανακριτικοί υπάλληλοι μπορούν , κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας , να διενεργούν προκαταρκτική εξέταση διενεργώντας όλες τις ανακριτικές πράξεις . Κατά τη διάρκεια αυτής μπορεί να γίνουν κατά την κρατούσα άποψη ανακριτικές πράξεις όπως  κατάσχεση , έρευνα (  ΑΠ 1575/2012, δημ ΝοΒ 2013/767,Εγκ Εισ ΑΠ 1/2009 ).[iii]
Επίσης μπορεί να είναι δυνατή η διαβίβαση αιτημάτων δικαστικής συνδρομής.
Σαφώς στα πλαίσια των κριτηρίων που προσδίδουν σε κάποιο όργανο της ιδιότητα του ανακριτικού υπαλλήλου είναι και η δυνατότητα διενέργειας αυτεπάγγελτης προανάκρισης, κατ άρθρο 243 πρ 2 ΚΠΔ.[iv]
Κατά το άρθρο 34 ΚΠΔ  η προκαταρκτική εξέταση και η προανάκριση ορισμένων εγκλημάτων γίνεται και από δημοσίους υπαλλήλους , όπου αυτό προβλέπεται από ειδικούς νόμους πάντοτε υπό την εποπτεία του εισαγγελέα.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο προσδιορισμός των γενικών ανακριτικών υπαλλήλων είναι εύκολος, καθώς προσδιορίζεται από το άρθρο 33 ΚΠΔ. Αντίθετα ο εντοπισμός των ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων  δεν είναι πάντοτε ευχερής. Και τούτο διότι : Στην περίπτωση που ο νομοθέτης ορίζει ότι ορισμένοι υπάλληλοι έχουν την ιδιότητα του ανακριτικού υπαλλήλου δεν παρουσιάζονται προβλήματα. Στην περίπτωση όμως που ο νομοθέτης δεν αναφέρει ρητά την ιδιότητά του, αλλά περιγράφει τις αρμοδιότητές του το ζήτημα περιπλέκεται. Σε αυτή την περίπτωση ασφαλές κριτήριο για τη διαπίστωση , αν το εν λόγω όργανο είναι προανακριτικό είναι τόσο το τυπικό ( η ιδιότητα που προσδίδει ρητά ο νομοθέτης) όσο και το λειτουργικό. Δηλαδή αν οι αρμοδιότητες που του δίνει ο νομοθέτης προσιδιάζουν με τις ανακριτικές πράξεις.[v]
III.  Περιπτώσεις Ελεγκτικών Οργάνων που έχουν Προανακριτικές Αρμοδιότητες.
Σε αυτή την ενότητα θα καταγράψουμε ενδεικτικά ποιες αρχές εκτελούν προανακριτικά καθήκοντα
1)  Σώμα Επιθεωρητών- Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης (Σ.Ε.Ε.Δ.Δ )
 Το ανωτέρω Σώμα έχει προανακριτική ιδιότητα όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 2, 6 και 7 Ν 3074/2002.
 Ειδικότερα:ἀρθρο 2
  Αποστολή Σώματος Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης

1. Το συσταθέν δια του Ν. 2477/1997 (ΦΕΚ 59 Α) Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης (Σ.Ε.Ε.Δ.Δ.) είναι αρμόδιο για τη διενέργεια επιθεωρήσεων, εκτάκτων ελέγχων και ερευνών, τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού για την άσκηση ποινικής ή πειθαρχικής δίωξης και για τον έλεγχο των δηλώσεων της περιουσιακής Kατάστασης των υπαλλήλων, που υπηρετούν στους φορείς της επόμενης παραγράφου, με σκοπό τη διασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας της διοίκησης ,ιδιαίτερα δε την επισήμανση φαινομένων διαφθοράς, κακοδιοίκησης, αδιαφανών διαδικασιών, αναποτελεσματικότητας, χαμηλής παραγωγικότητας και ποιότητας των πα ρεχόμενων υπηρεσιών.
  Άρθρο 6
Προανακριτικές αρμοδιότητες του Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. και δικονομικές ρυθμίσεις "1. Οι Επιθεωρητές - Ελεγκτές και οι Βοηθοί Επιθεωρητές - Ελεγκτές δύνανται, κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του επόμενου άρθρου, να διενεργούν προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, για υποθέσεις για τις οποίες διενεργείται ή έχει διενεργηθεί επιθεώρηση - έλεγχος του Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. ή άλλων ελεγκτικών Σωμάτων."Στις προκαταρκτικές εξετάσεις ή προανακρίσεις που διενεργούνται από το Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. μπορούν να εκτελούν  χρέη β` ανακριτικού υπαλλήλου και διοικητικοί υπάλληλοι ΓΙΕ, ΤΕ ή ΔΕ, οι οποίοι υπηρετούν με οποιαδήποτε σχέση στο Σ.Ε.Ε.Δ.Δ.."
 Από τα ανωτέρω συνάγεται  ότι το ΣΕΕΔΔ ασκεί και προανακριτικά καθήκοντα , καθόσον πληρούνται τόσο τα τυπικά κριτήρια ( πρόβλεψη νόμου) , όσο και τα λειτουργικά( ανακριτικές πράξεις ).
2) Σώμα Επιθεωρητών υπηρεσιών Υγείας  και Πρόνοιας( ΣΕΥΥΠ).
.  Κατά το άρθρο 6  παρ 7 του Ν 2920/2001 οι Επιθεωρητές, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, έχουν δικαιώματα και καθήκοντα ανακριτικού υπαλλήλου, εφαρμοζομένων των διατάξεων περί Οικονομικών Επιθεωρητών της παρ. 7 του άρθρου 2 του Ν.2343/1995 "Αναδιοργάνωση Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και άλλες διατάξεις. Εν προκειμένω κατά ρητή επιταγή του νόμου οι επιθεωρητές υγείας είναι προανακριτικοί υπάλληλοι.
3) Διεύθυνση Εσωτερικών υποθέσεων   του Υπουργείου Οικονομικών
. Η αυτοτελής Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Γ.Γ.Δ.Ε είναι ειδική αποκεντρωμένη υπηρεσία, επιπέδου Διεύθυνσης, που συστήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 3943/2011 (Α` 66), όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις της παρ. 18 του άρθρου 55 του ν. 4002/2011 (Α`180) και του άρθρου 12 του ν. 4110/2013 (Α` 17), όπως ισχύουν, μετονομάζεται σε «Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων» και υπάγεται απευθείας στον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.). Οι επιχειρησιακοί στόχοι της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της Γ.Γ.Δ.Ε   είναι μεταξύ άλλων και  οι ακόλουθοι :α) Ο εντοπισμός και η διερεύνηση των υποθέσεων διαφθοράς υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών και των εποπτευόμενων από αυτό Νομικών Προσώπων, πλην του προσωπικού που ανήκει στην Γ.Γ.Δ.Ε., και ειδικότερα η εξιχνίαση των ποινικών αδικημάτων και των πειθαρχικών παραπτωμάτων που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3943/2011 (Α' 66), όπως ισχύει, β) Η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας και αυτεπαγγέλτως, για τη διερεύνηση των αδικημάτων που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 5 του ν.3943/2011 (Α' 66), όπως ισχύει, καθώς και η παραπομπή των υπαιτίων στην αρμόδια εισαγγελική αρχή ή σ,358/τον αρμόδιο πειθαρχικό προϊστάμενο. Εν προκειμένω η εν λόγω Αρχή είναι κατά ρητή επιταγή προανακριτική.
4)  Σώμα Επιθεώρησης και Ελέγχου Καταστημάτων Κράτησης.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ 3 N 3090/2002 όσοι υπηρετούν στην πιο πάνω υπηρεσία και ασκούν ελεγκτικά καθήκοντα έχουν και την ιδιότητα του ειδικού ανακριτικού υπαλλήλου, ενεργούν προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση, σύμφωνα με τα άρθρα 43 παρ. 2 και 243 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και υποβάλλουν τις σχετικές δικογραφίες στον αρμόδιο για την άσκηση της ποινικής δίωξης εισαγγελέα.
5) Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων ΕΛΑΣ.
Κατά το άρθρο 1 παρ 3 του ν 2713/1999 «. Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων διερευνά, συλλέγει, αξιολογεί και αξιοποιεί πληροφορίες και στοιχεία που αφορούν τη διάπραξη των εν λόγω εγκλημάτων, ενεργεί προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση κατ` άρθρο 243 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Οικονομίας για τη βεβαίωσή τους και παραπέμπει τους υπαιτίους στην αρμόδια για την άσκηση της ποινικής δίωξης εισαγγελική αρχή. Οταν ο Εισαγγελέας παραγγέλλει, σύμφωνα με τα όρθρα 43 και 50 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Οικονομίας, προανάκριοη ή προκαταρκτική εξέταση, για τα εγκλήματα της προηγούμενης παραγράφου, δύναται να αναθέτει την ενέργεια αυτής στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων.  η εν λόγω Αρχή είναι κατά ρητή επιταγή προανακριτική.
6) Γραφείο Εσωτερικών Υποθέσεων ΥΕΝ
Σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ 3 Ν 2935/2001  για την εκπλήρωση της αποστολής του, το προσωπικό του Γραφείου Εσωτερικών Υποθέσεων Υ.Ε.Ν. ενεργεί έχοντας τις αρμοδιότητες του ανακριτικού υπαλλήλου και στο πλαίσιο αυτό διερευνά, συλλέγει, αξιολογεί και αξιοποιεί πληροφορίες και στοιχεία που αφορούν τη διάπραξη των παραπάνω εγκλημάτων, διενεργεί προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση κατ` άρθρο 243 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τη βεβαίωσή τους και παραπέμπει τους υπαίτιους στην αρμόδια για την άσκηση της ποινικής δίωξης εισαγγελική αρχή. Ως εκ τούτου η υπηρεσία   Εσωτερικών Υποθέσεων ΥΕΝ είναι προανακριτική Αρχή.
 7) Τελωνειακή Διεύθυνση τελωνείων και ειδικών Φόρων Κατανάλωσης.
Κατά το άρθρο 165 Ν 2960/2001 «. Καθήκον και αρμοδιότητα σε ολόκληρο το Τελωνειακό έδαφος για επιχείρηση κατάσχεσης του αντικειμένου ή του μεταφορικού μέσου ή του προς απόκρυψη ή συγκάλυψη της λαθρεμπορίας χρησιμοποιηθέντος είδους έχουν οι τελωνειακοί υπάλληλοι, και κατά λόγω αρμοδιότητας κάθε Ανακριτικός και Ειδικός ή Γενικός Προανακριτικός Υπάλληλος». Κατά το άρθρο 169 του ιδίου νόμου «1. Οι αναφερόμενοι, στο άρθρο 165 παράγραφοι 1 και 2, αμέσως μετά την κατάσχεση ή τη σύλληψη του δράστη, προβαίνουν στις ανακριτικές πράξεις, προκειμένου να βεβαιώσουν τη λαθρεμπορία, σύμφωνα με τις διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας, αποστέλλουν δε άμεσα την ενεργηθείσα προανάκριση στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών».
Από το συνδυασμό των ανωτέρω άρθρων προκύπτει , ότι οι τελωνειακοί υπάλληλοι για συγκεκριμένα αδικήματα έχουν την ιδιότητα του ειδικού ανακριτικού υπαλλήλου , αφού ο νόμος τους κατονομάζει ρητά και περιγράφει τις αρμοδιότητές τους, οι οποίες έχουν το λειτουργικό κριτήριο της
8) Διεύθυνση Επιθεώρησης Ταμείου Παρακαταθηκών.
  Κατά το άρθρο 24 ΠΔ 95/1996 οι επιθεωρητές « Ενεργούν διοικητικές έρευνες ή ανακρίσεις ως και εκτάκτους επιθεωρήσεις των Καταστημάτων του Τ.Π. & Δ. και των ΓραφείωνΠαρακατα9ηκών και Τελωνειακών Παρακαταθηκών, έπειτα από σχετική εντολή του Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης ή και αυτεπάγγελτα, στις περιπτώσεις που προκύπτουν βάσιμες υπόνοιες ή υφίστανται συγκεκριμένες καταγγελίες περί ατάκτου διαχείρισης διαπράξεως ληστειών ή διαρρήξεων ή αμελούς ή δολίας ενέργειας του προσωπικού κατά την άσκηση των καθηκόντων του». Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η επιθεώρηση του ΤΠΚΔ επιτελεί προανακριτικό έργο.
9) Σώμα Επιθεώρησης Περιβάλλοντος, Δόμησης, Ενέργειας και Μεταλείων (ΣΕΠΔΕΜ).

  Σύμφωνα με το  άρθρο 51 παρ. 8 Ν.4409/2016,ΦΕΚ Α  136/28.07.2016, "Οι αρμοδιότητες της Ειδικής Υπηρεσίας Επιθεωρητών Περιβάλλοντος που συστήθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 2947/2001 (Α` 228), της Ειδικής Υπηρεσίας Επιθεωρητών Δόμησης και Ενέργειας που συστήθηκε με το άρθρο 6 παρ. 4 του Ν. 3818/2010 (Α` 17) και μετονομάστηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 4030/2011 (Α` 249), της Ειδικής Υπηρεσίας Επιθεώρησης και Κατεδάφισης Αυθαιρέτων, που συστήθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 3818/2010 (Α` 17) και μετονομάστηκε με το άρθρο 28 παρ. 2 του Ν. 4014/2011 (Α` 209) και της Ειδικής Υπηρεσίας Επιθεωρητών Δόμησης που συστήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 2 του Ν. 4030/2011 (Α` 249), μεταφέρονται στα αντίστοιχα Τμήματα, του Σώματος Επιθεώρησης Περιβάλλοντος, Δόμησης, Ενέργειας και Μεταλλείων (ΣΕΠΔΕΜ), όπως αυτά ορίζονται στο Π.δ. 100/2014 (Α` 167) και ασκούνται από τους Επιθεωρητές των οικείων Τμημάτων αυτού. Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται η Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος νοείται το Σώμα Επιθεωρητών Περιβάλλοντος, Δόμησης, Ενέργειας και Μεταλλείων (ΣΕΠΔΕΜ) του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας".
 Σύμφωνα με το άρθρο 9Α παρ 4 του Ν 2947/2001 «Οι Επιθεωρητές Περιβάλλοντος της Ε.Υ.Ε.Π. μπορούν να διενεργούν αυτοψίες σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό έργο ή δραστηριότητα που υπάγεται στις διατάξεις περί προστασίας περιβάλλοντος ή επιβάλλεται για την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων της παρ. 2 του παρόντος και να προβαίνουν σε ελέγχους και μετρήσεις, καθώς και στη συλλογή κάθε χρήσιμου κατά την κρίση τους στοιχείου για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ε.Υ.Ε.Π.. Τούτο ισχύει ανεξάρτητα από την τυχόν αρμοδιότητα άλλης αρχής να προβαίνει σε ανάλογο έλεγχο».
Τέλος κατά το άρθρο 9 του Ν 4042/2012 Ειδικές δικονομικές διατάξεις: Η προκαταρκτική εξέταση και η προανάκριση των εγκλημάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 28 του ν. 1650/1986, ενεργείται και από τους Επιθεωρητές Περιβάλλοντος, συνεπικουρούμενους, εφόσον χρειαστεί και μετά από πρόσκληση τους, από τους κατά περίπτωση αρμόδιους γενικούς ή ειδικούς προανακριτικούς υπαλλήλους, πάντοτε υπό τη διεύθυνση και την εποπτεία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος τέλεσης. Οι Επιθεωρητές Περιβάλλοντος έχουν αρμοδιότητα για όλη τη χώρα και εφοδιάζονται για όλη τη διάρκεια της θητείας τους με υπηρεσιακή ταυτότητα, που αποδεικνύει την ιδιότητα τους. Η διενέργεια ή η συμμετοχή τους σε ανακριτικές πράξεις δεν αποκλείει την εξέταση τους ως μάρτυρες, λόγω των εξειδικευμένων γνώσεων τους, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο.

  2. Ειδικά για τα κακουργήματα που προβλέπονται στον ανωτέρω νόμο, η, κατά τη διάταξη του άρθρου 253 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, έρευνα μπορεί να συμπεριλάβει και τη διενέργεια των μορφών έρευνας, που περιγράφονται στις διατάξεις του άρθρου 253Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και υπό τις προϋποθέσεις που τίθενται με αυτές. Από τις ανωτέρω διατάξεις που αναφέρει  πράξεις που προσιδιάζουν με ανακριτικές ( αυτοψία, συλλογή κάθε χρήσιμου στοιχείου) και ειδικότερα του άρθρου 9 του Ν 4042/2012 προκύπτει άμεσα ότι το ΣΕΠΔΕΜ έχει προανακριτικές αρμοδιότητες. ¨Οτι οι αρμοδιότητες αυτές είναι άμεσα προανακριτικές  (ορ Γνωμ Εισ ΑΠ 5/2013 , δημ Νομ). 
10) Υπηρεσία Ελέγχου Δαπανών Υγείας ( ΥΠΕΔΥΦΚΑ)
Κατά το άρθρο 80 παρ 2 εδ τελευτ  Ν 3996/1991που ορίζει “  Οι υπάλληλοι της ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α. κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ενεργούν ως ανακριτικοί υπάλληλοι και έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους.»  συνάγεται ότι υπάλληλοι της ΥΠΕΔΥΦΚΑ είναι προανακριτικοί υπάλληλοι”.
11) Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης- Διεύθυνση Οικονομικής Εποπτείας και Επιθεώρησης Νομικών Προσώπων.
Ο επιχειρησιακός στόχος της Διεύθυνσης Οικονομικής Εποπτείας και Επιθεώρησης Νομικών Προσώπων, σύμφωνα με το άρθρο 16  Ν 134/2017είναι:
α) Η καθοδήγηση των εποπτευόμενων φορέων για την προετοιμασία του Μ.Π.Δ.Σ.β) Η έγκριση, τροποποίηση και εκτέλεση των προϋπολογισμών των εποπτευόμενων φορέων. γ) Η έγκριση των απολογισμών των εποπτευόμενων φορέων. δ) Η οικονομική οργάνωση, εποπτεία και διαχειριστικός έλεγχος των εποπτευόμενων φορέων του Υπουργείου .ε) Η παρακολούθηση της εκτέλεσης των προϋπολογισμών των εποπτευόμενων φορέων και η μέριμνα για την ευθυγράμμισή τους με τους στόχους της δημοσιονομικής πολιτικής. στ) Η έκδοση των ειδικών εγκρίσεων του αρ. 12 του ν. 2731/1999 για τους εποπτευόμενους φορείς της Διεύθυνσης.
Ο επιχειρησιακός στόχος της Διεύθυνσης Οικονομικής Εποπτείας και Επιθεώρησης Νομικών Προσώπων είναι:

 α) Η καθοδήγηση των εποπτευόμενων φορέων για την προετοιμασία του Μ.Π.Δ.Σ.
 β) Η έγκριση, τροποποίηση και εκτέλεση των προϋπολογισμών των εποπτευόμενων φορέων.
 γ) Η έγκριση των απολογισμών των εποπτευόμενων φορέων.
 δ) Η οικονομική οργάνωση, εποπτεία και διαχειριστικός έλεγχος των εποπτευόμενων φορέων του Υπουργείου.
 ε) Η παρακολούθηση της εκτέλεσης των προϋπολογισμών των εποπτευόμενων φορέων και η μέριμνα για την ευθυγράμμισή τους με τους στόχους της δημοσιονομικής πολιτικής.
στ) Η έκδοση των ειδικών εγκρίσεων του αρ. 12 του ν. 2731/1999 για τους εποπτευόμενους φορείς της Διεύθυνσης.
Περαιτέρω το τμήμα ελέγχου της ανωτέρω διεύθυνσης( 16 παρ 2) έχει μεταξύ άλλων τα εξής καθήκοντα «δ) Η διενέργεια διαχειριστικών ερευνών και ανακρίσεων σε υποβαλλόμενες καταγγελίες που αναφέρονται σε θέματα διαχειριστικών ανωμαλιών ή καταχρήσεων στους εποπτευόμενους από το Υπουργείο φορείς όπως επίσης και του Μ.Τ.Π.Υ., της Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε. και της Ε.Α.Α., καθώς και σε περιπτώσεις διαπιστούμενων κατά τον υπηρεσιακό έλεγχο αδικημάτων σε θέματα αρμοδιότητας τους κατόπιν εντολής Υπουργού ή εξουσιοδοτημένου οργάνου και σε έκτακτες περιπτώσεις, μη επιδεχόμενες αναβολή, μετά από άμεση σχετική ενημέρωση και προφορική εντολή.
 Εν  προκειμένω η ανωτέρω διεύθυνση  συνάγεται , ότι  επιτελεί ανακριτικά καθήκοντα , μολονότι στο νόμο δεν αναφέρεται ότι τα στελέχη της είναι προανακριτικοί υπάλληλοι, ενώ επιπλέον ενεργούν κατόπιν εντολής του Υπουργού.  Ωστόσο ο προανακριτικός ρόλος  συνάγεται από την παραπάνω διατύπωση, καθόσον οι φράσεις « διενέργεια διαχειριστικών ερευνών και ανακρίσεων….καθώς και σε περιπτώσεις διαπιστωμένων εγκλημάτων..» έχουν σαφώς το λειτουργικό κριτήριο του ανακριτικού υπαλλήλου.  Η διενέργεια ανάκρισης- έρευνας κατόπιν εντολής του Υπουργού μάλλον δεν οδηγεί σε αντίθετα συμπεράσματα, αφού κάτι ανάλογο ίσχυε με την ολομέλεια της επιτροπής του άρθρου 7 ν 3691/2008( αντικ με 2παρ 1 Ν 3934/2011), η οποία αποφάσιζε τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης ορίζοντας υπάλληλο.
12) Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου Υπουργείου Οικονομικών.
Από το άρθρο 2 παρ 7 του Ν 2343/1995 που ορίζει ότι στις αρμοδιότητες της Μονάδας “ Η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, Ε.Δ.Ε. ή προανάκρισης κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας και αυτεπαγγέλτως, για τη διερεύνηση των αδικημάτων που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3943/2011( διερεύνηση ποινικών αδικημάτων υπαλλήλων Υπουργείου Οικονομικών), όπως ισχύει, καθώς και η παραπομπή των υπαιτίων στην αρμόδια εισαγγελική αρχή ή τον αρμόδιο πειθαρχικό προϊστάμενο” σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ 3 που ορίζει “  Η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, Ε.Δ.Ε. ή προανάκρισης κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας και αυτεπαγγέλτως, για τη διερεύνηση των αδικημάτων που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3943/2011, όπως ισχύει, καθώς και η παραπομπή των υπαιτίων στην αρμόδια εισαγγελική αρχή ή τον αρμόδιο πειθαρχικό προϊστάμεν﨔,συνάγεται ότι η Μονάδα εσωτερικού Ελέγχου έχει προανακριτικές αρμοδιότητες.
13) Σύσταση Διεύθυνσης Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος
Με το άρθρο 381 του Ν 4512/1918 1. Στο Υπουργείο Οικονομικών συστήνεται νέα Υπηρεσία, επιπέδου Διεύθυνσης με τίτλο «Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος», υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό Οικονομικών.

 2. Ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος (άρθρο 17Α ν. 2523/1997, Α' 179), έχει την καθοδήγηση και το συντονισμό λειτουργίας της Υπηρεσίας.
 3. Η κατά τόπο αρμοδιότητα της Υπηρεσίας εκτείνεται σε όλη την Επικράτεια.
 4. Όπου στο παρόν Κεφάλαιο γίνεται αναφορά σε «Υπηρεσία», νοείται η «Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος».
 Άρθρο 382
 Αποστολή και Αρμοδιότητες
 1. Αποστολή της Υπηρεσίας είναι αποκλειστικά η διενέργεια ερευνών, προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης για την εξακρίβωση τέλεσης μείζονος ποινικής απαξίας φορολογικών εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 66 επ. του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ., ν. 4174/93, Α'170) και οποιωνδήποτε άλλων απολύτως συναφών οικονομικών εγκλημάτων, που βλάπτουν σοβαρά τα συμφέροντα του ελληνικού δημοσίου και της ευρωπαϊκής ένωσης, κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του αναπληρωτή του ή των εισαγγελικών λειτουργών που τον επικουρούν, υπό την εποπτεία του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος.

 2. Η Υπηρεσία είναι αρμόδια για: α) την διενέργεια ερευνών, προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης για την εξακρίβωση τέλεσης φορολογικών εγκλημάτων και οποιωνδήποτε άλλων συναφών οικονομικών εγκλημάτων, σύμφωνα με την κατά την παράγραφο 1 αποστολή της, αποκλειστικά κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του αναπληρωτή του ή των εισαγγελικών λειτουργών που τον επικουρούν,

 β) τη σύνταξη πορισματικών εκθέσεων σε εκτέλεση των εισαγγελικών παραγγελιών που της απευθύνονται…»
Από τα ανωτέρω συνάγεται ο σαφής προανακριτικός ρόλος της ανωτέρω αρχής.
 IV.Περιπτώσεις Ελεγκτικών Οργάνων  που δεν έχουν προανακριτικές αρμοδιότητες ή ο προανακριτικός του ρόλος δεν είναι εμφανής.
 A Ελεγκτικά ¨Οργανα των οποίων ή ο προανακριτικός του ρόλος δεν είναι εμφανής.
1).Γενική Διεύθυνση Δημοσιονομικών Ελέγχων.
Κατά το άρθρο 1 Ν 3492/2006 «1. Συνιστάται στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών Γενική Διεύθυνση Δημοσιονομικών Ελέγχων (Γ.Δ.Δ.Ε.), υπαγόμενη στη Γενική Γραμματεία Δημοσιονομικής Πολιτικής.
2. Αποστολή της Γ.Δ.Δ.Ε. είναι η διασφάλιση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του Κρατικού Προϋπολογισμού και του προϋπολογισμού των φορέων ¨ώστε να συμβάλει στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων τους. Κατά το άρθρο 14 του ιδίου νόμου Οι έλεγχοι ασκούνται από Δημοσιονομικούς Ελγκτές Α, Β και Γ, κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 7, καθώς και από υπαλλήλους των Υπηρεσιών Δημοσιονομικού Ελέγχου (Υ.Δ.Ε.), οι οποίοι ορΙζονται από τον Προίστάμενο της Γ.Δ.Δ.Ε. για την εκτέλεση συγκεκριμένου ελέγχου. Οι υπάλληλοι αυτοί κατά τη διάρκεια των ελεγκτικών τους καθηκόντων έχουν όλες τις αρμοδιότητες, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των Δημοσιονομικών Ελεγκτών ή των Βοηθών Ελεγκτών, ανάλογα με το βαθμό τους. Οι ανωτέρω δύναται να συνεπικουρούνται στο έργο τους από Βοηθούς Ελεγκτές, από αποσπασμένους στη Γ.Δ.Δ.Ε. υπαλλήλου.
 Κατά την παράγρ 5 περ α του άρθ 14 του ιδίου νόμου
α) Δικαιούνται άμεσης πρόσβασης σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου ή της αποστολής τους, χωρίς να υπόκεινται στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, υπηρεσιακού, χρηματιστηριακού και επιχειρηματικού απορρήτου. Οι αστυνομικές, λιμενικές, στρατιωτικές και λοιπές αρχές και υπηρεσίες υποχρεούνται, όταν τους ζητηθεί, να συνδράμουν άμεσα και αποτελεσματικά τα ελεγκτικά όργανα και να παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες ή στοιχεία. Την υποχρέωση παροχής πληροφοριών ή στοιχείων έχει και κάθε δημόσια, δημοτική, κοινοτική ή άλλη αρχή, καθώς και κάθε αρμόδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Οι Δημοσιονομικοί Ελεγκτές μπορούν να λαμβάνουν αντίγραφα και αποσπάσματα κάθε εγγράφου και μέσου αποθήκευσης πληροφοριών και, αν χρειάζεται, αναλαμβάνουν τη διαφύλαξη αυτών των εγγράφων και πληροφοριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί κρατικών απορρήτων,
β) Υποχρεούνται να μεριμνούν για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εμπιστευτικών εγγράφων και για την τήρηση του εμπιστευτικού χαρακτήρα των πληροφοριών που συλλέγουν. Οι πληροφορίες αυτές δεν επιτρέπεται να ανακοινώνονται σε πρόσωπα άλλα από εκείνα τα οποία, λόγω των καθηκόντων τους, στο πλαίσιο των θεσμικών Οργάνων των φορέων του άρθρου 3, καλούνται να τις γνωρίζουν, ούτε να χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς, εκτός της καταπολέμησης της απάτης, της δωροδοκίας και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των φορέων. Η υποχρέωση αυτή ισχύει και μετά την αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία. Εξάλλου κατά το άρθρο 45 ΠΔ 111/2004 «1. Ο επιχειρησιακός στόχος της Διεύθυνσης Δημοσιονομικών Ελέγχων είναι ο εντοπισμός φαινομένων κακοδιοίκησης, κακοδιαχείρισης, κατάχρησης, σπατάλης, απάτης ή διαφθοράς μέσω της αποτελεσματικής άσκησης ελέγχων σε φορείς του άρθρου 3 του ν. 3492/2006, αναφορικά με τη διαχείριση του προϋπολογισμού τους και την επάρκεια των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου αυτών.
Εν προκειμένω  ο νόμος δεν ορίζει ότι οι ανωτέρω ελεγκτές είναι προανακριτικοί υπάλληλοι, έτσι ελλείπει το τυπικό στοιχείο. Ωστόσο στην παρ 5α του άρθρου 14 στην παρ 5 περ α (Δικαιούνται άμεσης πρόσβασης σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου ή της αποστολής τους, χωρίς να υπόκεινται στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, υπηρεσιακού, χρηματιστηριακού και επιχειρηματικού απορρήτου), διαφαίνονται  στοιχεία που προσιδιάζουν σε προανακριτικούς  υπαλλήλους , χωρίς όμως με βεβαιότητα να θεωρηθεί  ότι  οι ελεγκτές ανήκουν στην κατηγορία των ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων. Το θέμα γίνεται πλέον περίπλοκο από το άρθρο 13εδ γ του ιδίου νόμου που ορίζει «Οι έκτακτοι έλεγχοι διενεργούνται ύστερα από καταγγελίες, δημοσιεύματα, πληροφορίες και βάσιμες υπόνοιες για δωροδοκίες, δωροληψίες, απάτες, ατασθαλίες ή διαχειριστικές ανωμαλίες ή ύστερα από αίτημα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή παραγγελία του αρμόδιου Εισαγγελέα, "με την επιφύλαξη της περίπτωσης ιβ` της παρ. 2 του άρθρου 10. Οι υποθέσεις που αφορούν τους εν λόγω έκτακτους ελέγχους μπορούν να τίθενται στο αρχείο με απόφαση της Ε.Σ.ΕΛ. και να επανεξετάζονται μετά από εντολή του Υπουργού Οικονομικών». Το γεγονός ότι οι έκτακτοι έλεγχοι διενεργούνται και με εντολή του εισαγγελέα, σημαίνει ότι οι ενέργειες αυτές είναι μάλλον προανακριτικές και δεν δημιουργείται δικονομική ακυρότητα στην περίπτωση που διενεργήσουν προανακριτικές πράξεις ή προκαταρκτική εξέταση. De lege ferenta  θάπρεπε να διευκρινιστεί επακριβώς ο ρόλος των ανωτέρω οργάνων ως προς τα καθήκοντα αυτά, καθόσον στην πράξη έχει δημιουργηθεί σύγχυση. 
2)  Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών.
Κατά το άρθρο 19 παρ 5Ν 2671/1998 Το Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών (Σ.Ε.Ε.) έχει αρμοδιότητα να διενεργεί τακτικούς και έκτακτους ελέγχους, επιθεωρήσεις, έρευνες στις υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, στις Υπηρεσίες των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων που παρέχουν υπηρεσίες ευθύνης του     Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος (ΟΤΕ) και τις θυγατρικές του, Ελληνικά Ταχυδρομεία (ΕΛΤΑ), Ολυμπιακή Αεροπορία (ΟΑ) και τις θυγατρικές της, Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και τις θυγατρικές του, Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (ΟΑΣΑ) και τις θυγατρικές του, Ηλεκτρικοί Σιδηρόδρομοι Αθηνών -Πειραιώς (ΗΣΑΠ), Ηλεκτροκίνητα Λεωφορεία Περιοχής Αθηνών - Πειραιώς
(ΗΛΠΑΠ), καθώς και σε οποιονδήποτε ιδιωτικό φορέα, στον οποίο έχει αν ατεθεί έργο αρμοδιότητας του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών. Σκοπός των Επιθεωρήσεων, των τακτικών και έκτακτων ελέγχων και των ερευνών που το Σ.Ε.Ε. διενεργεί είναι η διασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας των Υπηρεσιών που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο, η εξασφάλιση της συνοχής της έννομης τάξης, η τήρηση των κειμένων διατάξεων - κοινοτικών νομοθετημάτων, νόμων, προεδρικών διαταγμάτων, υπουργικών αποφάσεων, ο εντοπισμός φαινομένων αδιαφάνειας, διαφθοράς και αναποτελεσματικότητας, η πρόληψη τη διαφθοράς, η καταστολή καταστάσεων που αντίκεινται στο δημόσιο συμφέρον, η εξυπηρέτηση του πολίτη, καθώς και η αναβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Οι αρμοδιότητες του ανωτέρω σώματος από την διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων κατ αρχήν δεν συνάδουν με αυτές του προανακριτικού υπαλλήλου , μολονότι οι φράσεις «ο εντοπισμός φαινομένων αδιαφάνειας, διαφθοράς και αναποτελεσματικότητας, η πρόληψη τη διαφθοράς, η καταστολή καταστάσεων που αντίκεινται στο δημόσιο συμφέρον», μπορούν να δημιουργήσουν ενδεχομένως σύγχυση. Συνεπώς είναι απαραίτητη η επαναδιατύπωση των σχετικών διατάξεων , κατά τρόπο που οι προανακριτικές ή μη αρμοδιότητες να προκύπτουν ευθέως από το νόμο και όχι να συνάγονται εμμέσως.
B Ελεγκτικά Σώματα που δεν έχουν προανακριτικές αρμοδιότητες
1) Σώμα Επιθεωρητών Δημοσίων ¨Εργων
 Στην αρμοδιότητα του Σ.Ε.Ε.Υ.Μ.Ε( άρθ 3 ΠΔ 338/2002). εμπίπτουν μεταξύ των άλλων η εξέταση της συνδρομής των όρων νομιμότητας της διοικητικής δράσης και η διαπίστωση τυχόν καταστρατηγήσεων και παρανομιών, ο εντοπισμός των αιτίων κακής λειτουργίας, κακής διαχείρισης, χαμηλής ποιότητας ή υψηλού κόστους των υπηρεσιών, η έρευνα πλημμελούς εφαρμογής της νομοθεσίας, ή παραβίασης της αρχής της ισότητας και διαφάνειας κατά την παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες και ο εντοπισμός γενικά κάθε παράγοντα που επηρεάζει δυσμενώς την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα των ελεγχόμενων Υπηρεσιών, Οργανισμών ή Φορέων.
Από την ανωτέρω διατύπωση συνάγεται ότι το Σώμα Επιθεωρητών Δημοσίων ¨Εργων δεν έχει προανακριτικά καθήκοντα. Εμμέσως σύμφωνα με την παρ 4 περ γ μπορούν να συμπράξουν σε προανακριτικές πράξεις, εάν ζητηθεί από το Σώμα επιθεωρητών – ελεγκτών δημόσιας συζήτησης, τον συνήγορο του πολίτη κλπ, χωρίς όμως εξ αυτού να αποκτούν και την ιδιότητα του ανακριτικού υπαλλήλου.
2) Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.)
 Κατά το άρθρο 41 του 1 Ν 134/2017. Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.) αποτελεί ελεγκτικό μηχανισμό που συστάθηκε με το ν. 3996/2011 (170/Α) και υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Του Σώματος αυτού προΐσταται μετακλητός Ειδικός Γραμμα τέας (άρθρο 53 του π.δ/τος 63/2005, 98/Α), η θέση του οποίου συστάθηκε με το άρθρο 1 του παραπάνω νόμου.

 2. Αποστολή του Σ.ΕΠ.Ε. είναι ο έλεγχος της εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας και έχει ως βασικό σκοπό τη διασφάλιση αφενός των εργασιακών δικαιωμάτων και αφετέρου της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων.
 Εργο του Σ.ΕΠ.Ε. είναι ιδίως:
 α) Η επίβλεψη και ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.
 β) Η βελτίωση των εργασιακών σχέσεων και των συνθηκών ασφάλειας και υγείας στην εργασία.
 γ) Η δημιουργία πνεύματος συμφιλίωσης μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων.
 δ) Η παροχή πληροφοριών, συμβουλών, συστάσεων και υποδείξεων προς εργαζόμενους και εργοδότες σχετικά με τα πλέον αποτελεσματικά μέσα για την τήρηση των κείμενων διατάξεων.
 ε) Η διενέργεια ελέγχων σχετικών με την ασφαλιστική κάλυψη και τη νομιμότητα της απασχόλησης των εργαζομένων.
 στ) Η επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων στο πλαίσιο της κατασταλτικής του δράσης.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας δεν αποτελεί προανακριτικό όργανο, αφού δεν πληροί ούτε το τυπικό στοιχείο , ούτε το λειτουργικό.
V. Ειδικότερες σχέσεις Εισαγγελέα και Ελεγκτικών Οργάνων που έχουν  προανακριτικά  καθήκοντα και διαδικασία και περιεχόμενο εισαγγελικής παραγγελίας.
 Α. Εποπτεία Ειδικών Ανακριτικών Υπαλλήλων από τον εισαγγελέα και απορρέουσες υποχρεώσεις
Από τα άρθρα 31, 33 και 34 και 243 ΚΠΔ συνάγεται ότι η προκαταρκτική εξέταση και η προανάκριση αποτελούν επιμέρους τμήματα της ποινικής δίκης και διενεργούνται από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών είτε προσωπικώς από τον ίδιο, όντας έτσι και ίδιος γενικός προανακριτικός υπάλληλος (Λ. Μαργαρίτης, Εμβάθυνση στην Ποιν. Δικον.), είτε υπό τη διεύθυνση και παραγγελία του από τους ανακριτικούς υπαλλήλους (γενικούς ή ειδικούς προανακριτικούς), προκειμένου να κρίνει αν υπάρχει περίπτωση ποινικής διώξεως( προκ/κή εξέταση) ή η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων για να βεβαιωθεί η τέλεση του εγκλήματος ( προανάκριση). Στα στάδια αυτά της προδικασίας διαφαίνεται τόσο ο κυριαρχικός ρόλος του εισαγγελέα , όσο και το γεγονός ότι οι ανακριτικοί υπάλληλοι υπάγονται απ ευθεία σε αυτόν, όσον αφορά αμιγώς τα δικαστικά τους καθήκοντα. Πλέον συγκεκριμένα από το πλέγμα των διατάξεων των ανωτέρω άρθρων , αλλά και των 251 ΚΠΔ( καθήκοντα εκείνου που διενεργεί την ανάκριση)  και 24 παρ 5 Ν1756/1988 σκιαγραφείται το πλαίσιο της σχέσης εισαγγελέα και ανακριτικών υπαλλήλων , ενώ εξειδικεύονται και οι τους ρόλοι τους. Παράλληλα αναδεικνύεται, όπως προαναφέρθηκε, η αδιαφιλονίκητη κυριαρχία του εισαγγελέα τόσο κατά την προκαταρκτική εξέταση, όσο και κατά την προανάκριση.[vi] Από τη διατύπωση του άρθρου 243 παρ 1 και 2 ΚΠΔ προκύπτει , ότι οι ανακριτικοί υπάλληλοι γενικοί και ειδικοί  είτε στην τακτική προανάκριση , είτε στην αυτεπάγγελτη υπόκεινται απ ευθείας στον πλημμελειοδικών και όχι στην προισταμένη τους αρχή. Εκτελούν κατά μια έννοια, καθήκοντα οιονεί δικαστικής αστυνομίας στα πλαίσια της ποινικής προδικασίας και όχι διοικητικό έργο[vii]. Η εισαγγελική εποπτεία του έργου των ανακριτικών υπαλλήλων και η υπαγωγή αυτών, ως προς το ανακριτικό τους έργο σε αυτόν , σημαίνει ότι ο εισαγγελέας έχει δικαίωμα  να απευθύνει γενικές οδηγίες και γνωμοδοτήσεις προς αυτούς ( άρθρο 24 παρ 5 Ν 1756/1988). Οι οδηγίες και οι παραγγελίες του εισαγγελέα( είτε γενικές , είτε ειδικές για τη διενέργεια προκ/κής εξέτασης  ή προανάκρισης) είναι υποχρεωτικές για τους ανακριτικούς υπαλλήλους , οι οποίοι δεν μπορούν να διαφωνήσουν σε σχέση με την εκτέλεση μιας διατασσόμενης προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης ή άλλης ανακριτικής πράξης. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις ( κίνδυνος συσκότισης της υπόθεσης, κίνδυνος φυγής) οι παραγγελίες μπορεί να είναι και προφορικές.
Κατ άρθρο 37 παρ 1 όλοι οι ανακριτικοί υπάλληλοι οφείλουν να ανακοινώσουν στον αρμόδιο εισαγγελέα, χωρίς χρονοτριβή, κάθε αξιόποινη πράξη που πληροφορούνται και διώκεται αυτεπαγγέλτως. Εν προκειμένω καθιερώνεται ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ανακριτικού υπαλλήλου, κατ άρθρο 15ΠΚ.[viii]
Β. Δικαιώματα Προανακριτικών υπαλλήλων
1) Η ανωτέρω υπηρεσιακή εξάρτηση των προανακριτικών υπαλλήλων , ως προς το προανακριτικό τους έργο δεν πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα , ότι οι τελευταίοι ενεργούν απολύτως μηχανικά και είναι απλώς εκτελεστικά όργανα. Ο θεσμικός κατ αρχήν ρόλος τους είναι σημαντικός. ¨Αλλωστε  ο ανωτέρω ρόλος καταδεικνύεται από τη δυνατότητα των ανωτέρω να επιλέγουν τα κατάλληλα και αναγκαία, κατά τη κρίση τους, αποδεικτικά μέσα, αλλά και με τις άλλες ανακριτικές εξουσίες που τους παρέχουν τα άρθρα 243 παρ 2 ( αυτεπάγγελτη προανάκριση), 251( καθήκοντα ανακριτικού υπαλλήλου  όπως η  συγκέντρωση πληροφοριών, η εξέταση μαρτύρων, η διενέργεια αυτοψίας, πραγματογνωμοσύνης κλπ) και 252 ΚΠΔ (  κλείσιμο κατοικιών, θέση σφραγίδων σε περίπτωση διενέργειας αυτοψίας, κατάσχεσης κλπ) .Επίσης έχουν την ευχέρεια , αλλά και την υποχρέωση ταυτόχρονα , να ενεργούν κάθε ανακριτική πράξη που είναι απαραίτητη, κατά τη κρίση τους, για την εξιχνίαση του εγκλήματος και των υπαιτίων, ακόμα κι αν δεν έχει εισαγγελική παραγγελία( 274 εδ β ΚΠΔ).[ix]
2) Η σύνταξη πορίσματος από τους προανακριτικούς υπαλλήλους μετά την περαίωση της αυτεπάγγελτης προανάκρισης ή της προκαταρκτικής εξέτασης , υπό τη μορφή διαβιβαστικού εγγράφου προς τον εισαγγελέα ,έχει διχάσει θεωρία και πράξη.
 Κατ αρχήν ως προς την αυτεπάγγελτη προανάκριση . Κατά την 1η άποψη ένα τέτοιο πόρισμα είναι επιτρεπτό, αφού δεν απαγορεύεται, ενώ έχει και τον χαρακτήρα ανακοίνωσης εγκλήματος , κατ άρθρο 37 ΚΠΔ.[x] Κατ άλλη άποψη[xi] η σύνταξη τέτοιου πορίσματος πρέπει να αποκλεισθεί, διότι δεν προβλέπεται από το νόμο και αντιβαίνει την αρχή της δίκαιης διεξαγωγής της δίκης.[xii]
Κατά την γνώμη μας που αποτελεί και θέση της εν λόγω ενασχόλησης, η 1η άποψη ( που είναι και η μάλλον κρατούσα στη νομολογία) είναι η πλέον ορθή καθόσον: Στην αυτεπάγγελτη προανάκριση , η οποία προυποθέτει την τέλεση εγκλήματος, ο προανακριτικός υπάλληλος ( γενικός ή ειδικός ) θα υποβάλλει , κατ άρθρο 37 ΚΠΔ, αναφορά στον εισαγγελέα , όπου θα αναφέρει τους λόγους που υπαγόρευσαν τις ενέργειές του για τη βεβαίωση της πράξης κλπ. Συνεπώς αυτού του είδους η ανακοίνωση συνιστά αυτήν και πόρισμα. Εν κατακλείδι η διαφωνία που έχει ανακύψει , όσον αφορά τη σύνταξη πορίσματος επί αυτεπαγγέλτου προανακρίσεως, είναι στην ουσία άνευ σημασίας, αφού η ίδια η αναφορά, κατ άρθρο 37 εμπεριέχει τα στοιχεία του πορίσματος.
¨Οσον αφορά την προκαταρκτική εξέταση έχουν υποστηριχθεί και οι δύο εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις. Κατά την πρώτη είναι επιτρεπτή.[xiii] Κατά την δεύτερη ( Πλημ Πειρ 509/2009, δημ Νομ) δεν είναι επιτρεπτή κι αν συνταχθεί είναι άκυρη. Εν προκειμένων η προκαταρκτική εξέταση είναι σε πρώιμο στάδιο σε σχέση με την αυτεπάγγελτη προανάκριση και συνεπώς η εκφορά γνώμη από τον ανακριτικό υπάλληλο περί του αν τελέσθηκε ή όχι εγκληματική πράξη , είναι εκτός των καθηκόντων του , εκτός αν υπάρχει σχετική παραγγελία από τον εισαγγελέα. Ωστόσο η σύνταξη πορίσματος , μολονότι πρέπει να αποφεύγεται, αν δεν υπάρχει σχετική εισαγγελική παραγγελία, δεν είναι πράξη που υπόκειται σε ακύρωση, όπως δέχθηκε η 2η άποψη(Εισ Προτ Γ. Ζορμπά στην ΕΦ Αθην 754/1991 Ποιν Χρον ΜΑ/918, Συμβ Πλημ Πειρ 509/2009, δημ Νομ) [xiv], αφού το πόρισμα, καθό μέρος περιέχει κρίσεις του υπαλλήλου δεν συνιστά αποδεικτικό μέσο ( Σεβαστίδη  « ΚΠΔ» Τ Γ  σελ 2856, όπου και σχετικές παραπομπές).[xv]
Γ) Ειδικότερο περιεχόμενο της Εισαγγελικής παραγγελίας.
  ¨Οπως προαναφέρθηκε  ο αρμόδιος εισαγγελέας έχει την εποπτεία και την κυριαρχία στην προδικασία και σε από αυτόν λαμβάνουν εντολές οι ανακριτικοί υπάλληλοι( γενικοί και ειδικοί). Ωστόσο υφίσταται κι ένα πλέγμα υποχρεώσεων  του εισαγγελέα που απορρέει από συγκεκριμένες διατάξεις, αλλά και από τη φύση του θεσμού. Ειδικότερα: 1) Ο εισαγγελέας όταν απευθύνεται σε ελεγκτικά σώματα πρέπει να είναι βέβαιος ότι αυτά έχουν προανακριτικές αρμοδιότητες. ¨Αλλως θα εμφιλοχωρήσουν ακυρότητες , τις οποίες θα εξετάσουμε κατωτέρω. 2) Η εισαγγελική παραγγελία προς διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης( όπου στην τελευταία περίπτωση έχουμε και έναρξη της ποινικής δίωξης) πρέπει να απευθύνεται  προς ελεγκτικό όργανο που έχει προανακριτικές αρμοδιότητες για το διερευνώμενο έγκλημα. Σε διαφορετική περίπτωση εγκυμονεί ο κίνδυνος ακυροτήτων και μάλιστα απόλυτων.
3) Η εισαγγελική παραγγελία πρέπει κατά το δυνατό να αναφέρει τα διερευνώνενα εγκλήματα και εφόσον είναι εξ αρχής εφικτό να εξειδικεύει τις ανακριτικές πράξεις που πρέπει να διενεργηθούν.
4) Στην περίπτωση που ο εισαγγελέας ζητάει την λήψη ανωμοτί εξηγήσεων από ένα πρόσωπο, οφείλει να καθιστά γνωστή την πράξη για την οποία θα δοθούν ανωμοτί εξηγήσεις , καθορίζοντας τουλάχιστον σε γενικές γραμμές αυτήν.
 Δ). Συνέπειες από τη μη τήρηση των διατάξεων που προβλέπουν  τις ανακριτικές αρμοδιότητες των Ελεγκτικών Σωμάτων.
 Οι συνέπειες  που απορρέουν από την μη τήρηση της διάταξης του άρθρου 34 ΚΠΔ, δηλαδή τη μη διενέργεια ανακριτικής πράξης από μη ειδικό ανακριτικό υπάλληλο διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: 1η) Σε αυτές που απορρέουν από τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων από ελεγκτικό όργανο ,το οποίο στερείται παντελώς ανακριτικών αρμοδιοτήτων. ) Σε εκείνες που συνεπάγεται η ανάθεση προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης από ειδικό μεν ανακριτικό υπάλληλο , αλλά καθ ύλην αναρμόδιο.
 Ως προς την πρώτη κατηγορία πρέπει να γίνει η διάκριση μεταξύ ανυπόστατων και άκυρων δικονομικών πράξεων , όχι για θεωρητικούς λόγους, αλλά για να κατανοηθούν οι προαναφερθείσες συνέπειες. Ανυπόστατη διαδικαστική πράξη , θεωρείται ένα γεγονός που έλαβε χώρα στα πλαίσια της ποινικής δικονομικής σχέσεως, το οποίο όμως δεν έχει νομική ύπαρξη. Δηλ είναι ακατάλληλο να παράξει έννομα αποτελέσματα και συμπαρασύρει τόσο τις επόμενες διαδικαστικές πράξεις, όσο και τις προηγούμενες.[xvi] Αυτή η αυτοδίκαιη στέρηση εννόμων συνεπειών από την ανυπόστατη διαδικαστική πράξη καθιστά μη αναγκαία την επίσημη κήρυξή της με δικαστική απόφαση, απλώς διαπιστώνεται, σε αντίθεση με την άκυρη διαδικαστική πράξη για την κήρυξη του ανίσχυρου της οποίας απαιτείται δικαστική απόφαση. Δύο ειδών ελαττώματα μπορούν να χαρακτηρίσουν μία πράξη , ως ανυπόστατη ή ανύπαρκτη :α) Η έλλειψη οιασδήποτε εξουσίας από το πρόσωπο που ενεργεί τη δικονομική πράξη. β) Η έλλειψη ουσιώδους συστατικού όρου  της υποστάσεως της πράξεως. Στις ανωτέρω περιπτώσεις η ανυπόστατη πράξη  δεν πρέπει να λαμβάνεται καν υπόψη και δεν απαιτείται δικαστική διαπίστωση του ανυπόστατου. Ο καθηγητής Καρράς  διακρίνει και μία άλλη κατηγορία πράξεων για τις οποίες δεν χρειάζεται δικαστική απόφαση για να  αναγνωρισθεί η ανυπαρξία τους. Είναι αυτές που παρουσιάζουν τόσο κατάδηλα ελαττώματα, ώστε στη περίπτωση αυτή θίγεται το κύρος τους και ονομάζονται «Αυτοδικαίως άκυρες» ή « ανενεργείς» δικονομικές πράξεις. .Οι κατηγορίες των ελαττωμάτων που δίνουν αυτό τον χαρακτηρισμό σε αυτές τις πράξεις είναι: α) Η έλλειψη ποινικής δικαιοδοσίας από το πρόσωπο , που διενεργεί τη δικονομική πράξη πχ η εκδίκαση εγκλήματος από πρόσωπο , που δεν έχει την δικαστική ιδιότητα.
Β) Η έλλειψη ουσιώδους προυποθέσεως του κύρους της πράξεως πχ η έκδοση αποφάσεως κατά προσώπου, που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων ή η άσκηση ποινικής δίωξης κατ ανυπάρκτου προσώπου. Ομοίως και στις περιπτώσεις των αυτοδικαίως ακύρων ή ανενεργών πράξεων αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη δικαστική διαπίστωση της ακυρότητας. Οι αυτοδικαίως άκυρες όμως σε αντίθεση με τις κατ εξοχήν ανυπόστατες μπορούν να προσβάλλονται με ένδικα μέσα.
Τελικώς κριτήριο διακρίσεως ανάμεσα στην ανυπόστατη και στην άκυρη διαδικαστική  πράξη , αποτελεί το γεγονός, ότι η μεν άκυρη πράξη βρίσκει την ίασή της στο δεδικασμένο, που καλύπτει το ελάττωμα που την κατέστησε άκυρη, η δε ανυπόστατη παραμένει εκτός επενεργείας του δεδικασμένου δηλ χωρίς ίαση.
 Εν προκειμένω  αν διενεργηθεί προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση από ελεγκτικό όργανο που στερείται αυτής της δικαιοδοσίας , όλες οι προανακριτικές πράξεις ή οι πράξεις της προκαταρκτικής εξέτασης είναι  στην ουσία ανυπόστατες. Εξ αυτού συνεπάγεται ότι θα πάσχει και η μεταγενέστερα ασκηθείσα δίωξη, σε όσες περιπτώσεις  είναι απαραίτητη η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ( 43 παρ 1 εδ β –περιπτώσεις κακουργημάτων) , ενώ η ακυρότητα αυτή θα  εκτείνεται αυτοδικαίως και στις πράξεις που ενεργήθηκαν μετά την άκυρη πράξη, υπό τον όρο όμως ότι εκείνες εξαρτώνται από αυτήν.
Ως προς την δεύτερη κατηγορία : πρέπει κατ αρχήν να επισημανθούν τα εξής : Οι ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι δεν μπορούν να ενεργήσουν προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση για άλλα εγκλήματα , εκτός από εκείνα για τα οποία υφίσταται καθορισμένη από το νόμο αρμοδιότητα.[xvii] Ωστόσο κατ άρθρο 127 ΚΠΔ  ,  «οι εκθέσεις και τα άλλα έγγραφα που συντάχθηκαν νομότυπα κατά την προδικασία και την κύρια διαδικασία από αναρμόδιο δικαστή ή ανακριτικό υπάλληλο διατηρούν την εγκυρότητα τους. Τα εντάλματα για προσωρινή κράτηση ισχύουν ως εντάλματα σύλληψης». ¨Ετσι λοιπόν  οι  προανακριτικές ενέργειες από καθ ύλην αναρμόδιο όργανο είναι κατ αρχήν έγκυρες.[xviii] Ωστόσο φρονούμε ότι η διαδικασία της προανάκρισης ή της προκαταρκτικής εξέτασης πρέπει να συνεχισθεί από τον καθ ύλην αρμόδιο ανακριτικό υπάλληλο, άλλως εμφιλοχωρεί λόγος ακυρότητας. Επίσης  δεν παράγεται ακυρότητα από το γεγονός ότι ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι   -όπως είναι οι τελωνειακοί- δεν μπορούν να ενεργούν ανακριτικές πράξεις στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξετάσεως και της προανακρίσεως και επί των εγκλημάτων που δεν έχουν αρμοδιότητα (λ.χ. της κλοπής, της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κ.λπ.), όταν οι ενεργηθείσες αυτές ανακριτικές πράξεις έλαβαν χώρα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων των, για την εξακρίβωση της τελέσεως ή μη εγκλημάτων που προβλέπονται από τον Τελωνειακό Κώδικα, το νόμο περί όπλων ή το νόμο περί ναρκωτικών, περί των οποίων, ως ελέχθη, έχουν αρμοδιότητα-οι πράξεις  των δε αυτές παραμένουν έγκυρες (π.χ. η έκθεση κατάσχεσης κλπ).[xix] Βεβαίως οι γενικοί ανακριτικοί υπάλληλοι δικαιούνται να ενεργούν προανάκριση και στα εγκλήματα , για τα οποία προβλέπονται ειδικοί προανακριτικοί υπάλληλοι. [xx]Καλό θα είναι όμως οι εισαγγελικοί λειτουργοί να αποφεύγουν τέτοιες παραγγελίες προκειμένου το έργο της προδικασίας να διενεργηθεί από εξειδικευμένα όργανα. Σε περίπτωση σύγκρουσης αρμοδιότητας ( θετικής ή αρνητικής) ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών είναι αρμόδιος να άρει την σύγκρουση αυτή.[xxi]
Ε) Διαφορές μεταξύ Γενικών και Ειδικών Προανακριτικών Υπαλλήλων.
Οι ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι δεν έχουν τη δυνατότητα να ενεργούν κατ οίκον έρευνες, διότι χρειάζονται τη παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας( 9 παρ 1 Συν/τος). Από τους γενικούς δε κατ οίκον έρευνα μπορούν να διενεργούν οι πταισματοδίκες και οι ειρηνοδίκες. Επίσης μόνον οι τελευταίοι μπορούν να καταδικάσουν μάρτυρα που δεν εμφανίσθηκε από απείθεια( 229 εδ β και γ ΚΠΔ). Επίσης οι ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι δεν έχουν τη δυνατότητα να επιληφθούν , κατ άρθρο 279 ΚΠΔτυχόν αμφισβήτησης του συλληφθέντος.


 




[i]                       Η δυνατότητα προκαταρκτικής εξέτασης προβλέφθηκε με το άρθρο 3 Ν 3160/2003 που τροποποίησετο άρθρο 34 ΚΠΔ.
[ii]                      Χ Δαλακούρα «Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο»τομ Α σελ 192, Κονταξή «ΚΠΔ»τομ Α σελ 454.
[iii]                     Εν προκειμένω η διάκριση από τον εισαγγελέα αν το συγκεκριμένο  ελεγκτικό όργανο έχει προανακριτικά καθήκοντα έχει τεράστια σημασία , αφού επί κακουργημάτων η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης είναι υποχρεωτική κατ άρθρο 43 παρ 1 εδ Β, άλλως εμφιλοχωρούν κίνδυνοι απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας.
[iv]                     Η δυνατότητα αυτή προβλέφθηκε με το άρθρο 11 παρ 1 Ν 316/2003 που τροπ το άρθρο 34 ΚΠΔ.
[v]                      Ενέργειες για την βεβαίωση τέλεσης του εγκλήματος, εξασφάλιση αποδεικτικών στοιχείων, ανακάλυψη δραστών κλπ.
[vi]                       Ν. Ανδρουλάκη « Θεμελιώδεις Εννοιες της Ποινικής Δίκης»σελ 274-275, Δαλακούρα ανωτ σ 197 -200.
[vii]                    Π. Μπρακουμάτσου « Σχέση Εισαγγελίας – Αστυνομίας» Ποιν Δικ 2014/54
[viii]                   Ν. Ανδρουλάκη ανωτ, σελ 275
[ix]                     Α. Παπαδαμάκη»Ποινική Δικονομία» β εκδ , σελ 130-131.
[x]                        Ν. Ανδρουλάκη « Απόρρητο Τραπεζιτικών Καταθέσεων» σειρά «Ποινικά» τευχ 26, σελ 354,ΚΠΔ Λ. Μαργαρίτη όπου σχολ σε άρθρο 243 Β. Αδάμπα Τ Α σελ 880, Α. Κονταξή « ΚΠΔ» σελ 1538, Π. Παπανδρέου « Αστυνομική Προανάκριση» Ποιν Δικ 2006, 758, Χ. Σεβαστίδη «ΚΠΔ» τομ iii σελ 2856
[xi]                     Εις Προτ Γ. Ζορμπά στην ΕΦ Αθην 754/1991 Ποιν Χρον ΜΑ/918, Συμβ Πλημ Πειρ 509/2009, σημ Νομ.
[xii]                    Πλείονα σε Χ. Σεβαστίδη « ΚΠΔ»τομ III, σελ 2856.
[xiii]                   Μελέτη Γ. Κουβέλη Αντ/λέα Εφετ ΠΧ 1990/237
[xiv]                      Εις Προτ Γ. Ζορμπά στην ΕΦ Αθην 754/1991 Ποιν Χρον ΜΑ/918, Συμβ Πλημ Πειρ 509/2009, σημ Νομ
[xv]                    Πάντως κατά τις ΑΠ 1206/2009 Ποιν Δικαιος 2010/273, ΑΠ 1704/2007 Ελλ Δ/νη οι πορισματικές αναφορές είναι αποδεικτικά μέσα.
[xvi]                   Α. Καρρά « οι ελαττωματικές δικονομικές  πράξεις και το πρόβλημα των κυρώσεών τους» ΠΧ Λ/518.
[xvii]                  Παπαδαμάκη ανωτ, σελ 134
[xviii]                 ΑΠ 1633/2008 , ΠΧΝΘ/786, Συμβ Εφετ Ιωα 128/2010 δημ Νομ, contra  Συμβ Πλημ Αθην 248/2010 με πρόταση εις Δεγαίτη.
[xix]                   Συμβ Εφετ Ιωα ανωτ. Κατά μια άποψη σε περίπττωση συναφών εγκλημάτων οι ειδικοί προανακριτικοί υπάλληλοι μπορούν να διενεργήσουν προανάκριση και επί άλλων  εγκλημάτων , αρκεί στη περίπτωση αυτή το βαρύτερο από τα συναφή να είναι από εκείνα, για τα οποία ο νόμος τους αναγνωρίζει την ιδιότητα αυτή( Χ. Σεβασίδη « Κώδικας Ποινικής Δικονομίας» Τ 3 σελ 2849). Ωστόσο στα πλαίσια του άρθρου 243 παρ 2 φρονούμε ότι οι ειδικοί προανακριτικοί υπάλληλοι μπορούν να διενεργήσουν ανακριτικές πράξεις και για άλλα εγκλήματα , αρκεί να είχαν επιληφθεί κατ αρχήν νόμιμα.
[xx]                    Αιτιολ έκθ σχ ΚΠΔ σελ 372
[xxi]                   Γνωμ Εισ ΑΠ 3/2004, δημ Νομ, Γνωμ Εις ΑΠ 13/2009, δημ Νομ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε, αναφορικά με τα σχόλια που δημοσιεύονται ότι:
1) Δε θα δημοσιεύονται δυσφημιστικά και εξυβριστικά σχόλια
2) Δε θα δημοσιεύονται ΑΣΧΕΤΑ σχόλια σε ΑΣΧΕΤΕΣ αναρτήσεις
3) Δε θα δημοσιεύονται επαναλαμβανόμενα σχόλια στην ίδια ανάρτηση
4) Δε θα δημοσιεύονται σχόλια σε Greeklish


5) Σχόλια σε ενυπόγραφα άρθρα θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.
6) Σχόλια σε ενυπόγραφο σχόλιο θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.

7) ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ "ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ"