Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

ΣυμβΠλημΛαρ 373/2016: αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του αρ 110Α ΠΚ


                                           ΑΡΙΘΜΟΣ           373 /2016

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΛΑΡΙΣΑΣ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Φωτεινή Καρανικόλα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Μαρία Γάκη, Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια και Ιωάννη Χήνο Πρωτοδίκη

η Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αγορή Παπακώστα υπέβαλε στο Συμβούλιο αυτό την με αριθμό ΒΧρ560/2016 πρόταση της, η οποία έχει ως εξής: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΛΑΡIΣΑΣ Αριθμ. ΒΧρ560//2016

Σύμφωνα με το άρθρο 87 Συντάγματος «1. Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία.», ενώ κατά το άρθρο το άρθρο 47 Συντάγματος «1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη συμβουλίου που συγκροτείται κατά πλειοψηφία από δικαστές, να χαρίζει, μετατρέπει ή μετριάζει τις ποινές που επιβάλλουν τα δικαστήρια, καθώς και να αίρει τις κάθε είδους νόμιμες συνέπειες ποινών που έχουν επιβληθεί και εκτιθεί.». Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται το συμπέρασμα ότι η δικαιοσύνη απονέμεται αποκλειστικά από τα δικαστήρια και ότι μόνον κατ’ εξαίρεση παρέχεται η εξουσία στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να επεμβαίνει στην κρίση των ποινικών δικαστηρίων και να μετριάζει τις ποινές που επιβλήθηκαν από αυτά, απονέμοντας χάρη στον καταδικασθέντα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 110Α ΠΚ, όπως αντικ. με άρ. 4 N. 4274/2014, 6παρ.4 Ν. 4322/2015 (ΦΕΚ Α΄ 42/27.04.2015) και 23 Ν. 4356/2015 (ΦΕΚ Α΄ 181/24-12-2015) «1. 1. Η απόλυση υπό όρο χορηγείται ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106, εφόσον ο κατάδικος νοσεί από σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας ή από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και υποβάλλεται σε τακτική αιμοκάθαρση ή από ανθεκτική φυματίωση ή είναι τετραπληγικός ή έχει υποστεί μεταμόσχευση ήπατος, μυελού και καρδιάς ή πάσχει από κακοήθη νεοπλάσματα τελικού σταδίου ή από κίρρωση του ήπατος με αναπηρία άνω του εξήντα επτά τοις εκατό (67%) ή από γεροντική άνοια έχοντας υπερβεί το ογδοηκοστό (80ο) έτος της ηλικίας. 2. Η απόλυση χορηγείται, ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106 και στις πιο κάτω περιπτώσεις, που έχει επιβληθεί πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή : α) στους καταδίκους με ποσοστό αναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω εφόσον κρίνεται ότι η παραμονή τους στο κατάστημα κράτησης καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης και β) στους καταδίκους με ποσοστό αναπηρίας εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω. Σε περίπτωση πρόσκαιρης κάθειρξης, απαιτείται να έχει εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέμπτο της ποινής. ...4. Η διακρίβωση των προηγούμενων προϋποθέσεων γίνεται μετά από αίτηση του κρατούμενου από το αρμόδιο συμβούλιο πλημμελειοδικών ή, στην περίπτωση κρατούμενου που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης, από το συμβούλιο εφετών. Ο εισαγγελέας, μετά την υποβολή της αίτησης, διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη για τη διακρίβωση των προϋποθέσεων των προηγούμενων παραγράφων και την πιστοποίηση του ποσοστού αναπηρίας, αν αυτό δεν έχει βεβαιωθεί από το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.). Η κατά τα άνω ειδική πραγματογνωμοσύνη ή η βεβαίωση από το ΚΕ.Π.Α. υποβάλλεται από τον εισαγγελέα στο αρμόδιο συμβούλιο μαζί με την πρότασή του. Κατά του βουλεύματος του συμβουλίου εφετών μπορεί να ασκηθεί αναίρεση. Οι λεπτομέρειες σχετικά με την ως άνω ειδική πραγματογνωμοσύνη καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Υγείας. Η ειδική πραγματογνωμοσύνη ή η βεβαίωση του ΚΕ.Π.Α. υποχρεωτικά προσδιορίζουν εάν η αναπηρία είναι μόνιμη ή πρόσκαιρη και αναφέρουν στην περίπτωση της πρόσκαιρης αναπηρίας τον χρόνο διάρκειάς της και το ποσοστό της. Εάν πρόκειται για πρόσκαιρη αναπηρία ο αρμόδιος εισαγγελέας υποβάλλει ένα (1) μήνα πριν τη λήξη του προσδιοριζόμενου χρόνου αναπηρίας στο αρμόδιο συμβούλιο την πρότασή του για την επανεξέταση της, χορηγηθείσας απόλυσης υπό όρο. Για τον λόγο αυτό δύο (2) μήνες πριν τη συμπλήρωση του χρόνου της προσδιορισθείσας αναπηρίας διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη είτε παραπομπή στο αρμόδιο ΚΕ.Π.Α. για την εκ νέου διακρίβωση των προϋποθέσεων για την πιστοποίηση του ποσοστού αναπηρίας. Εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων διατάσσεται η συνέχιση της εκτέλεσης της ποινής. Ο χρόνος που μεσολάβησε από την απόλυση υπό όρο λογίζεται ως πραγματικός χρόνος έκτισης της ποινής. Η επανεξέταση της αναπηρίας και η διακρίβωση των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού περατώνεται στο χρονικό διάστημα που προβλέπει το άρθρο 109..... 7. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, εκτός της επιβολής ισόβιας κάθειρξης, δύναται να επιβληθεί μόνο ο όρος της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα. Ανάκληση απόλυσης για παραβίαση όρου δεν χωρεί όταν αυτή προκλήθηκε από λόγους υγείας...».
                Από την επισκόπηση της ως άνω νομοθετικής διάταξης προκύπτει με σαφήνεια ότι ο νομοθέτης κατέταξε τους ασθενείς ή ανάπηρους κρατουμένους σε τρεις κατηγορίες, ήτοι : α) της παραγράφου 1 του άρθρου 110Α ΠΚ, στην οποία συμπεριλαμβάνονται εκείνοι που πάσχουν από σοβαρά νοσήματα, που απαριθμούνται περιοριστικά και εξαντλητικά. Πρόκειται δηλαδή για νοσήματα εξαιτίας των οποίων είναι προφανές ότι η συνέχιση της κράτησης μπορεί να επιδεινώσει την υγεία του κρατουμένου και να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του, β) της παραγράφου 2 περ.α του άρθρου 110Α ΠΚ, στην οποία συμπεριλαμβάνονται όλοι οι νοσούντες κρατούμενοι με ποσοστό αναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω, η κράτηση των οποίων κρίνεται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ως ιδιαίτερα επαχθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησής τους. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή αν και δεν απαριθμούνται σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως στην περίπτωση της παραγράφου 1, εντούτοις παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστικό συμβούλιο να κρίνει το ίδιο εάν θα παράσχει το ευεργέτημα της απόλυσης υπό όρους σταθμίζοντας εάν τελικά ο κρατούμενος, λόγω των προβλημάτων υγείας του δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και γ) της παραγράφου 2 περ. β του άρθρου 110Α Ποινικού Κώδικα, στην οποία συμπεριλαμβάνονται οι κατάδικοι με ποσοστό αναπηρίας εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω. Στην περίπτωση αυτή ο νομοθέτης όχι μόνον δεν απαριθμεί κάποια νοσήματα (όπως στην παράγραφο 1) τα οποία κατά γενική ομολογία επιδεινώνονται όταν ο ασθενής βρίσκεται σε συνθήκες κράτησης, αλλά δεν θέτει καν ως κριτήριο η αναπηρία να είναι μόνιμη και σοβαρή ούτε και παρέχει στο συμβούλιο τη δυνατότητα να κρίνει εάν εν πάση περιπτώσει η συνέχιση της κράτησης του κρατουμένου θα είναι επαχθής για αυτόν. Μάλιστα ακόμα και εάν ο κρατούμενος έχει καταδικαστεί σε πρόσκαιρη κάθειρξη, αρκεί να έχει εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο (ακόμα και με ευεργετικό υπολογισμό) το ένα πέμπτο της ποινής. Ως εκ τούτου, κρατούμενος που τέλεσε σοβαρό αδίκημα διακεκριμένης διακίνησης ναρκωτικών και επιβλήθηκε αμετάκλητα πρόσκαιρη ποινή πολυετούς κάθειρξης (π.χ. 20 ετών), σύμφωνα με την εν λόγω νομοθετική πρόβλεψη απολύεται έχοντας εκτίσει πραγματική ποινή στερητική της ελευθερίας μόλις 2 ετών και με ευεργετικό υπολογισμό παροχής εργασίας 2 ετών, ήτοι με συνολική με οποιονδήποτε τρόπο εκτιθείσα ποινή 4 ετών. Χαρακτηριστικό είναι ότι σύμφωνα με την ίδια νομοθετική ρύθμιση ο κρατούμενος, μολονότι του χορηγείται το ευεργέτημα της απόλυσης κατά τα πρώτα έτη της έκτισης της ποινής του λόγω δήθεν αδυναμίας παραμονής εντός της φυλακής, κρίθηκε ικανός από το Συμβούλιο Εργασίας του Καταστήματος Κράτησης και παρείχε ανελλιπώς εργασία λαμβάνοντας και το ευεργέτημα του πλασματικού υπολογισμού των ημερών εργασίας. Ο νομοθέτης με την προεκτεθείσα ισοπεδωτική νομοθετική ρύθμιση που οδηγεί σε αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση των κρατουμένων επιτρέπει την απόλυση πάσχοντος λ.χ. από ορθοπεδική – νευρολογική πάθηση εκ γενετής, όπως εν προκειμένω παράλυση βραχιώνιου πλέγματος, λόγω της οποίας αναγνωρίστηκε στον κρατούμενο ποσοστό αναπηρίας 67% λόγω αδυναμίας εργασίας και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, ωστόσο χωρίς να ελέγχεται κατ’ ελάχιστο εάν η πάθηση είναι ιάσιμη ή εάν κατά το υπέρμετρα μεγάλο χρονικό διάστημα της πενταετίας μειωθεί το ποσοστό αναπηρίας λόγω των ραγδαίων εξελίξεων στην ιατρική και φαρμακευτική επιστήμη. Μάλιστα είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι αν κάποιος πάσχει από γεροντική άνοια θα πρέπει να συμπληρώσει το 80ο έτος για να αποφυλακιστεί με όρους κατά την παράγραφο 1, ενώ κάποιος με ιάσιμη φυματίωση αποφυλακίζεται ασχέτως ηλικίας και ασχέτως εάν το ποσοστό της αναπηρίας του μειωθεί στο μέλλον λόγω ίασής του. Δηλαδή, ο νομοθέτης στην παρ. 2 περ. β΄ χορηγεί την απόλυση, χωρίς να εξετάζει εάν ο κρατούμενος μπορεί να ιαθεί, χωρίς να εξετάζει εάν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί, χωρίς να εξετάζει τη βαρύτητα του αδικήματος και την εν γένει συμπεριφορά του κρατουμένου εντός του καταστήματος κράτησης και κυρίως χωρίς να ελέγχει εάν η πάθηση υφίστατο και κατά το χρόνο τέλεσης του αδικήματος και δεν εμπόδισε το δράστη να τελέσει σοβαρό ποινικό αδίκημα που απαιτεί σωματικές και πνευματικές δυνάμεις, εγρήγορση και κινητικότητα. Μάλιστα στις ποινές πρόσκαιρης κάθειρξης ο νομοθέτης απαιτεί να έχει εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μόνον το ένα πέμπτο της ποινής (δηλαδή με ευεργετικό υπολογισμό λιγότερο από το 1/5), ακόμα και εάν πρόκειται για κρατουμένους που καταδικάσθηκαν για τέλεση σοβαρών αδικημάτων όπως ληστειών (ακόμα και κατ’ εξακολούθηση), βιασμών, διακεκριμένων περιπτώσεων διακίνησης ναρκωτικών με τη μορφή της μεταφοράς, διακομιδής, πώλησης και κατοχής κ.λπ., ανθρωποκτονιών, κατάχρησης σε ασέλγεια κ.λπ., ενώ απαγορεύει την επιβολή οποιουδήποτε όρου (πλην της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα), δηλ. ακόμα και της απαγόρευσης προσέγγισης ορισμένων χώρων (π.χ. κάποιος που καταδικάσθηκε για αποπλάνηση ανηλίκων ή κατοχή παιδικής πορνογραφίας, να μην προσεγγίζει σχολεία ή κάποιος που καταδικάστηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας να μην προσεγγίζει το θύμα). Άλλωστε, ο νομοθέτης για την πιστοποίηση της αναπηρίας αρκείται στην επισύναψη απλής βεβαίωσης του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.), η οποία ως δημόσιο ιατρικό έγγραφο που κατά νόμο αποτελεί τη μοναδική προϋπόθεση για την απόλυση κρατουμένου, κρίνεται ως αόριστη και αναιτιολόγητη, καθώς λόγω της προδιατυπωμένης έντυπης μορφής της αναγράφει κατ’ επιταγή του νόμου τηλεγραφικά και μονολεκτικά ή με ελάχιστους ιατρικούς όρους μόνο το είδος της πάθησης και το ποσοστό αναπηρίας, ενώ δεν αναφέρει κατ’ ελάχιστο τα συμπτώματα και τις επιπλοκές της πάθησης του συγκεκριμένου ασθενούς, τα κλινικά και παρακλινικά ευρύματα, την πρόγνωση για ίαση, τα επίπεδα βαρύτητας της πάθησης, προηγούμενη αναγνώριση αναπηρίας και κυρίως εάν η συνέχιση της κράτησης μπορεί να επιδεινώσει την υγεία του κρατουμένου και να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του. Ως εκ τούτου, κρατούμενος με εκ γενετής παράλυση άνω βραχιονίου στον οποίο αναγνωρίστηκε ποσοστό αναπηρίας 67% λόγω αδυναμίας εργασίας, ο οποίος πάσχων από την ως άνω πάθηση τέλεσε σοβαρό αδίκημα διακίνησης ναρκωτικών, ήτοι μεταφορά και κατοχή μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών, λίγους μήνες πριν την πιστοποίηση της αναπηρίας, και μάλιστα σε χιλιομετρική θέση απομακρυσμένη σε σχέση με τον τόπο κατοικίας του, και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 17 ετών, κατά γραμματική εφαρμογή της εν λόγω διάταξης πρέπει να απολυθεί μόλις δύο έτη μετά τη σύλληψη και ως εκ τούτου η χορήγηση της απόλυσής του αποτελεί υπέρμετρα ευνοϊκή και παντελώς αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτού σε σχέση με έτερο κρατούμενο ή με συγκατηγορούμενό του που δεν φέρει την ως άνω αναπηρία, καθώς αφενός η αναπηρία του δεν τον εμπόδισε να τελέσει αδίκημα που απαιτεί σωματική και πνευματική ετοιμότητα (εμπορία ναρκωτικών), αφετέρου η κράτησή του δεν επιδεινώνει το πρόβλημα υγείας του και η απόλυσή του δεν πρόκειται να οδηγήσει στην ίασή του. Κατόπιν των ανωτέρω, με τη διάταξη της περίπτωσης β της παραγράφου 2 του άρθρου 110 Α του Ποινικού Κώδικα, ο νομοθέτης υπεισέρχεται ανεπίτρεπτα στη δικαστική κρίση, αναιρεί πλήρως την αμετάκλητη δικαιοδοτική κρίση ως προς τη αναγνώριση της ενοχής και την επιβολή ποινής, κατά την οποία πιθανώς συνεκτιμήθηκε και το πρόβλημα υγείας του κατηγορουμένου, καθιστά την επιβληθείσα ποινή χωρίς περιεχόμενο, καταργεί οποιαδήποτε πιθανότητα ειδικής ή γενικής πρόληψης και τελικώς  μεταβάλλει την ποινή όπως στην περίπτωση 47 του Συντάγματος με την απονομή της χάριτος.
…..
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
…..
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 110 Α παρ. 2 ΠΚ : «Η απόλυση χορηγείται, ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106 και στις πιο κάτω περιπτώσεις, που έχει επιβληθεί πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή : α) στους καταδίκους με ποσοστό αναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω εφόσον κρίνεται ότι η παραμονή τους στο κατάστημα κράτησης καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης και β) στους καταδίκους με ποσοστό αναπηρίας εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω. Σε περίπτωση πρόσκαιρης κάθειρξης, απαιτείται να έχει εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέμπτο της ποινής.»
Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση παραδεκτά εισάγεται, ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου, ωστόσο το παρόν Συμβούλιο, κατά πλειοψηφία, κρίνει ότι το αίτημα απόλυσης του ανωτέρου κρατημένου, λόγω αναπηρίας σε ποσοστό 67%, διότι πάσχει από παράλυση βραχιωνίου πλέγματος (μαιευτική παράλυση), κατά ιατρική πρόβλεψη από 20-11-2014 έως 30-11-2019, χωρίς να χρήζει βοήθειας και συμπαράστασης από άλλο άτομο και χωρίς να είναι δικαιούχος εξωιδρυματικού επιδόματος,  αφενός, κατά τη διάταξη  του άρθρου 110Α παρ. 2 περ. β ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, διότι η ανωτέρω διάταξη είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, σύμφωνα με τις ορθές και νόμιμες σκέψεις της προηγηθείσας εισαγγελικής πρότασης, στις οποίες και το Συμβούλιο αναφέρεται, ώστε να αποτελέσουν αιτιολογία του παρόντος βουλεύματος, προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ.4 του Συντάγματος και αφετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. Α παρ. 2 περ.α ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον από τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα, τα οποία και διαλαμβάνονται με λεπτομέρεια στην εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις, της οποίας, και το Συμβούλιο αυτό, εξ ολοκλήρου αναφέρεται, και το Συμβούλιο, κατά πλειοψηφία, κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε ότι η παραμονή του ανωτέρω κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης.
Ένα μέλος του Συμβουλίου και ειδικότερα η Πρόεδρος αυτού, είχε τη γνώμη ότι η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 110Α παρ.2 περ. β ΠΚ, και έπρεπε να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη,
…..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά πλειοψηφία 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε, αναφορικά με τα σχόλια που δημοσιεύονται ότι:
1) Δε θα δημοσιεύονται δυσφημιστικά και εξυβριστικά σχόλια
2) Δε θα δημοσιεύονται ΑΣΧΕΤΑ σχόλια σε ΑΣΧΕΤΕΣ αναρτήσεις
3) Δε θα δημοσιεύονται επαναλαμβανόμενα σχόλια στην ίδια ανάρτηση
4) Δε θα δημοσιεύονται σχόλια σε Greeklish


5) Σχόλια σε ενυπόγραφα άρθρα θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.
6) Σχόλια σε ενυπόγραφο σχόλιο θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.

7) ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ "ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ"