Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2020

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΤΩΝ ΕΝΟΡΚΩΝ ΒΕΒΑΙΩΣΕΩΝ

 

 

 

Γεώργιου Περ. Αναγνωστόπουλου

Ειρηνοδίκη Πειραιά

 

Προς τα αξιότιμα μέλη του Δ.Σ της ΕΝΔΕ.

Επιθυμώντας να επικοινωνήσω την εμπειρία που έχω αποκτήσει υπό την ιδιότητα μου ως εισηγητής της Νομικής Ολομέλειας του Ειρηνοδικείου Πειραιά σχετικά με το νομικό καθεστώς των ενόρκων βεβαιώσεων λαμβάνω την τιμή να  σας υποβάλλω σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1  του καταστατικού της ΕΝΔΕ το κάτωθι κείμενο προτάσεων με την ελπίδα ότι μπορεί να χρησιμεύσουν προς την επίτευξη των σκοπών της Ένωσης,  οι οποίοι μεταξύ άλλων είναι η βελτίωση των όρων απονομής της Δικαιοσύνης καθώς και η βελτίωση των συνθηκών εργασίας των Δικαστικών Λειτουργών

 

Εισαγωγικά

Γενικά οι ένορκες βεβαιώσεις μπορούν να διακριθούν :

α) Σε ένορκες βεβαιώσεις μη δικαστικής χρήσης, δηλαδή σε αυτές που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ενώπιον υπηρεσίας της Διοίκησης, όταν αυτό προβλέπεται από νομοθετική διάταξη. Οι περισσότερες από τις διατάξεις που επιβάλλουν την λήψη ενόρκων βεβαιώσεων, που δεν προορίζονται για δικαστική χρήση θεσπίστηκαν υπό παρελθούσες κοινωνικές συνθήκες και σε χρόνο κατά τον οποίο η Δημόσια Διοίκηση δεν διέθετε μηχανοργάνωση. Λόγω της έλλειψης και της αδυναμίας κωδικοποίησης των σχετικών διατάξεων η έρευνα για το αν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη κάθε φορά που ζητείται αίτηση λήψη ένορκης βεβαιώσεις αποτελεί μια εξαιρετικά χρονοβόρα διαδικασία. Συχνά κατά την λειτουργία των Ειρηνοδικείων δημιουργούνται προστριβές, καθώς σε πλήθος περιπτώσεων ζητούνται ένορκες βεβαιώσεις, κατ’ επιταγήν της Διοίκησης, για τις οποίες όμως δεν υπάρχει  αντίστοιχη νομοθετική πρόβλεψη. Όπως έχει επισημανθεί σε σχετικό πόρισμα της από 18ης.10.2019 Ολομέλειας του Ειρηνοδικείου Πειραιά τέτοιες πρακτικές και διοικητικές συνήθεις παραπέμπουν σε μια αναχρονιστική διοικητική λειτουργία, ταλαιπωρούν άνευ λόγου τον πολίτη, και είναι εντελώς ασύμβατες με την σύγχρονη ηλεκτρονική εποχή διοίκησης. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι είναι ενεργή η διάταξη του αρ. 13 ΝΔ 2529/1953 σύμφωνα με την οποία απαιτείται ένορκη βεβαίωση του πάσχοντος από φυματίωση προσωπικού των σιδηροδρομικών δικτύων ΣΑΠ προς είσπραξη του σχετικού επιδόματος. Επίσης ενεργή είναι και μάλιστα γίνεται καθημερινή χρήση αυτής η διάταξη του αρ. 10 ν. 206/1947 σύμφωνα με την οποία η απόδειξη χρόνου πρακτικής ασκήσεως  φαρμακοποιού γίνεται μόνο με ένορκη βεβαίωση.

Για τους λόγους αυτούς αποτελεί πάγιο αίτημα η αντικατάσταση όπου προβλέπεται η χρήση ένορκης βεβαίωσης με υπεύθυνη δήλωση (βλ. ενδεικτικά την με αριθμό πρωτοκόλλου 710/7.5.2020 ανακοίνωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων)  

 

β) Σε ένορκες βεβαιώσεις  δικαστικής χρήσης δηλαδή σε αυτές που προορίζονται για να χρησιμοποιηθούν σε δίκη -συνηθέστερα ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου-.

Οι ένορκες βεβαιώσεις δικαστικής χρήσης είναι το αποδεικτικό μέσο, το οποίο από πολλούς αντιμετωπίζεται με την μεγαλύτερη δυσπιστία ως προς την αποδεικτική του βαρύτητα και αξιοπιστία. Και τούτο διότι εν προκειμένω η αποδεικτική διαδικασία δεν εξελίσσεται ζωντανά και ο μάρτυρας δεν υποβάλλεται στην κατά το λεγόμενον «βάσανο της αποδεικτικής διαδικασίας».

Η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων κατά την απολύτως κρατούσα πλέον άποψη δεν συνιστά δικαιοδοτικό έργο, γεγονός που προκύπτει από την δυνατότητα σύμφωνα με το άρθρο 421 ΚΠολΔ λήψης από τον πρόξενο και ήδη  σύμφωνα με το άρθρο 74 του ν. 4690/2020 και από δικηγόρο. Ακριβώς λόγω της έλλειψης δικαιοδοτικής φύσης και με δεδομένο ότι η επιφόρτιση των Δικαστικών Λειτουργών με μη δικαιοδοτικού χαρακτήρα καθήκοντα προκαλεί βραδύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης αποτελούσε πάγιο  αίτημα η  κατάργηση της λήψης της ένορκης βεβαίωσης από Δικαστικό Λειτουργό και δη από Ειρηνοδίκη, ο οποίος αποφορτισμένος από το δευτερεύον αυτό καθήκον θα μπορεί να εστιαστεί στο κυρίως έργο του που είναι η έκδοση αποφάσεων.

Ωστόσο το πρόβλημα οξύνθηκε γεωμετρικά με το νόμο Ν.4335/2015, δηλαδή  με  την εισαγωγή των διατάξεων της  νέας τακτικής διαδικασίας και την ουσιαστική κατάργηση της προφορικότητας της συζήτησης. Πλέον σύμφωνα με το άρθρο 422 ΚΠολΔ  κάθε διάδικος μπορεί να προσκομίσει προαποδεικτικώς μέχρι πέντε  ένορκες βεβαιώσεις και τρεις ένορκες βεβαιώσεις για την αντίκρουση. Μάλιστα ακριβώς λόγω της προαναφερόμενης δυσπιστίας ως προς την αποδεικτική βαρύτητα των ενόρκων βεβαιώσεων σε δίκες που με την προγενέστερη διαδικασία θα αρκούσε η εξέταση ενός μόνο μάρτυρα απόδειξης από κάθε πλευρά πλέον προσκομίζεται πλήθος ενόρκων βεβαιώσεων.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την γιγαντιαία αύξηση του αριθμού των ενόρκων βεβαιώσεων σε σχέση με το χρονικό διάστημα προ της ισχύος του Ν.4335/2015 με αποτέλεσμα τα Ειρηνοδικεία να αποκαλούνται από πολλούς κατά παίγνιο λόγου   «Ενορκοδικεία». Δημιουργήθηκε εν μία νυκτί στα μεν  μονοεδρικά και  μικρά Ειρηνοδικεία πλήθος πρακτικών προβλημάτων και ζητήματα διαχείρισης της δικαστηριακής ύλης στα δε μεγαλύτερα Ειρηνοδικεία καθημερινός εγκλωβισμός μελών του Ειρηνοδικείου στην λήψη δεκάδων ενόρκων βεβαιώσεων και  εικόνες συνωστισμού στους διαδρόμους έξω από το γραφείο του Ειρηνοδίκη Υπηρεσίας ή όπου έχει προβλεφθεί ειδική υπηρεσία έξω από το γραφείο του Ειρηνοδίκη ενόρκων βεβαιώσεων.

Τον ανωτέρω συνωστισμό κινούμενος προς την ορθή κατεύθυνση   επιχείρησε ενόψει της πανδημίας του ιού covid19 να επιλύσει ο ν. 4960/2020 προβλέποντας στο άρθρο 74 παρ 6  τη δυνατότητα λήψης ένορκης βεβαίωσης ενώπιον Δικηγόρου χωρίς ωστόσο παράλληλα να καταργηθεί η δυνατότητα λήψης  ενώπιων του Ειρηνοδίκη. Παραταύτα στην πράξη αποδείχθηκε ότι ουδόλως ή ελάχιστα έγινε χρήση αυτής της δυνατότητας από τον δικηγορικό κόσμο της χώρας ενδεχόμενα  διότι :  α) Σύμφωνα με το άρθρο 74 του ν. 4690 η ένορκη βεβαίωση δεν μπορεί να ληφθεί ενώπιον των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων,  β) Για το υποστατό της ένορκης βεβαίωσης απαιτείται σπονδυλωτή διαδικασία τριών φάσεων ήτοι  σάρωση της ένορκης βεβαίωσης, αποστολής της στον οικείο δικηγορικό σύλλογο και τέλος  χορήγηση από τον δικηγορικό σύλλογο της ηλεκτρονικής απόδειξης λήψης,  διαδικασία δηλαδή  με την οποία δεν είναι εξοικειωμένος-τουλάχιστον επί του παρόντος- ο νομικός κόσμος και δη το δικηγορικό σώμα ειδικά αν ληφθεί υπόψη ότι ένα μεγάλο μέρος δικηγόρων μεγαλύτερης ηλικίας δεν διαθέτει ή δεν ξέρει να χρησιμοποιεί  σαρωτή που είναι προαπαιτούμενο στάδιο για την μετέπειτα διαδικασία.

 

Περαιτέρω σύμφωνα με την με αριθμό 4899 ΦΕΚ Β/6-11-2020 Κ.Υ.Α με αντικείμενο την προστασία της δημόσια υγείας από την τρέχουσα πανδημία διατάχθηκε αναστολή των εργασιών των πολιτικών δικαστηρίων πλην όμως προβλέφθηκε εξαίρεση για τις δίκες  που συζητούνται χωρίς εξέταση μαρτύρων.

Επίσης στις 3.12.2020 πραγματοποιήθηκε συνάντηση, μέσω τηλεδιάσκεψης, της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος με τον Υπουργό Δικαιοσύνης, κατά την οποία μεταξύ άλλων ενόψει της παράτασης της  περιόδου μερικής λειτουργίας των Δικαστηρίων ζητήθηκε να εκδικάζονται όλες οι υποθέσεις εκουσίας και ασφαλιστικών μέτρων.

 

Στις παραπάνω υποθέσεις που εκδικάζονται χωρίς εξέταση μαρτύρων προς αναπλήρωση της ένορκης κατάθεσης στο ακροατήριο θα χρησιμοποιηθούν ένορκες βεβαιώσεις. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι εκτός από τους μάρτυρες της τακτικής διαδικασίας στους χώρους των Ειρηνοδικείων θα προσέρχονται προς λήψη ένορκης βεβαίωσης και οι μάρτυρες που διαφορετικά θα εξετάζοντο στα ακροατήρια των μικροδιαφορών, αυτοκινήτων, πιστωτικών τίτλων, μισθώσεων, και όσων διαδικασιών εν γένει μπορούν να διεξαχθούν χωρίς μάρτυρες στα πολιτικά δικαστήρια όλης της χώρας.

 

Δεδομένου ότι οι υγειονομικές συνθήκες δεν θα αλλάξουν άμεσα εν όψει των ανωτέρω παρίσταται άμεση ανάγκη να μεταρρυθμιστεί το υπάρχον νομικό πλαίσιο αφενός για να μην παρατηρούνται εικόνες συνωστισμού στους χώρους των Ειρηνοδικείων και αφετέρου προς μόνιμο εκσυγχρονισμό των κείμενων διατάξεων σύμφωνα με πάγιο αίτημα του σώματος των Ειρηνοδικών (βλ. ενδεικτικά αίτημα της με αριθμό 163/19.5.2017 Ολομέλειας του Ειρηνοδικείου Πειραιά προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης καθώς και προτάσεις της υπεύθυνης διαχείρισης οικονομικών της ΕΝΔΕ προς το Δ.Σ. της ΕΝΔΕ που συνεδρίασε στις 30.7.2019). Με βάση τα ανωτέρω προτείνονται  οι κάτωθι αλλαγές :

 

Α) ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΗ

 

ΙΣΧΥΟΝ ΑΡΘΡΟ 421 ΚΠΟΛΔ

 

421.- ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ ΕΝΟΡΚΩΝ ΒΕΒΑΙΩΣΕΩΝ.

Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επόμενων άρθρων

 

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΛΛΑΓΗ 1

 

421.- ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ ΕΝΟΡΚΩΝ ΒΕΒΑΙΩΣΕΩΝ.

Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η δίκη στην  οποία θα χρησιμοποιηθούν ή συμβολαιογράφου ή δικηγόρου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επόμενων άρθρων.

 

Σύντομη σημείωση : Η παραπάνω αλλαγή μπορεί να εφαρμοστεί και μόνο προσωρινά κατά την διάρκεια της πανδημίας διότι θα διαμοιράσει τον αριθμό των ενόρκων σε περισσότερα Δικαστήρια.

 

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΛΛΑΓΗ 2

 

421.- ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ ΕΝΟΡΚΩΝ ΒΕΒΑΙΩΣΕΩΝ.

Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του γραμματέα του ειρηνοδικείου ή συμβολαιογράφου ή δικηγόρου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επόμενων άρθρων.

 

 

B) ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΗ

 

ΙΣΧΥΟΝ ΑΡΘΡΟ  185 ΚΩΔΙΚΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

 

Κατάθεση κατά την Προδικασία

  1. Οι μαρτυρικές καταθέσεις τις οποίες προσάγουν οι διάδικοι

προαποδεικτικώς λαμβάνονται ενόρκως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 184, ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας του μάρτυρα.  2. Ο διάδικος που επιδιώκει τη Λήψη μαρτυρικής κατάθεσης κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο επιδίδει, δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες από την κατάθεση, στους λοιπούς διαδίκους, Κλήση, η οποία αναφέρει το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η κατάθεση, τόπο, ημέρα και ώρα Διεξαγωγής της, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα, καθώς και το θέμα της κατάθεσης.  3. Κατά την κατάθεση του μάρτυρα παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι και μπορούν να απευθύνουν ερωτήσεις προς αυτόν.

 

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΛΛΑΓΗ 1

  1. Οι μαρτυρικές καταθέσεις τις οποίες προσάγουν οι διάδικοι προαποδεικτικώς λαμβάνονται ενόρκως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 184, ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η δίκη στην  οποία θα χρησιμοποιηθούν ή συμβολαιογράφου ή δικηγόρου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας του μάρτυρα.  2. Ο διάδικος που επιδιώκει τη Λήψη μαρτυρικής κατάθεσης κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο επιδίδει, δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες από την κατάθεση, στους λοιπούς διαδίκους, Κλήση, η οποία αναφέρει το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η κατάθεση, τόπο, ημέρα και ώρα Διεξαγωγής της, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα, καθώς και το θέμα της κατάθεσης. 

 

Σύντομη σημείωση :  Είναι αναγκαία η πλήρης απαλοιφή του εδαφίου 3 της παραγράφου 3 περί δυνατότητας υποβολής ερωτήσεων. Η διάταξη αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη.

 

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΛΛΑΓΗ 2

  1. Οι μαρτυρικές καταθέσεις τις οποίες προσάγουν οι διάδικοι προαποδεικτικώς λαμβάνονται ενόρκως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 184, ενώπιον του γραμματέα του ειρηνοδικείου ή συμβολαιογράφου ή δικηγόρου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας του μάρτυρα.  2. Ο διάδικος που επιδιώκει τη Λήψη μαρτυρικής κατάθεσης κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο επιδίδει, δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες από την κατάθεση, στους λοιπούς διαδίκους, Κλήση, η οποία αναφέρει το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η κατάθεση, τόπο, ημέρα και ώρα Διεξαγωγής της, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα, καθώς και το θέμα της κατάθεσης. 

 

 

Γ) ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ

 

Με τη διάταξη του άρθρου 28 του Ν.4055/2012 αντικατέστησε την  παρ. 4 του άρθρου 46 ΚΠΔ και όρισε ότι: «4. Ο εγκαλών μαζί με την έγκληση οφείλει να υποβάλει και τα διαθέσιμα σε αυτόν αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζουν και αποδεικνύουν αυτήν. Οι καταθέσεις μαρτύρων υποβάλλονται με τον τύπο της ένορκης βεβαιώσεως που έχει δοθεί ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου χωρίς κλήση του καθ’ ου στρέφεται η έγκληση.»

Ήδη με το Ν 4620/2019 καταργήθηκε η παράγραφος αυτή οπότε  δεν υπάρχει ζήτημα παρούσας νομοθετικής επέμβασης

 

Κατά παγία νομολογία των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 178 στ’ ΚΠΔ έγγραφα που μπορεί να χρησιμοποιηθούν στην ποινική δίκη. Ωστόσο στον ΚΠΔ δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη (πλην της ως ανωτέρω καταργηθείσας διάταξης) για χρήση ένορκης βεβαίωσης. Για τους λόγους αυτούς δεν κρίνεται επί του παρόντος σκόπιμη νομοθετική επέμβαση.  

 

 

Δ) ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΜΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ

 

Όπως προαναφέρθηκε οι ένορκες βεβαιώσεις μη δικαστικής χρήσης παραπέμπουν  σε μια αναχρονιστική διοικητική λειτουργία και  ταλαιπωρούν  άνευ λόγου τον πολίτη δεσμεύοντας παράλληλα πολύτιμο χρόνο από τον Δικαστικό Λειτουργό. Ήδη η  ΕΝΔΕ τον Μάιο του 2020 πρότεινε την κατάργηση της και την αντικατάσταση τους με υπεύθυνες δηλώσεις, αναλαμβάνοντας την ευθύνη καταγραφής όλων των σχετικών νομοθετικών προβλέψεων και την πρόταση συγκεκριμένης διάταξης για την κατάργησή τους, ώστε με τη ρύθμιση αυτή, που θα έχει μόνιμο χαρακτήρα, να επέλθει αποσυμφόρηση ιδίως των μικρών Ειρηνοδικείων (βλ την με αριθμό πρωτοκόλλου 710/7.5.2020 ανακοίνωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων). Η καταγραφή αυτή εξ όσων γνωρίζω δεν έχει πραγματοποιηθεί μέχρι τώρα αλλά κατά την άποψη του γράφοντος αυτό δεν είναι απαραίτητο να συμβεί.  Και τούτο διότι η καταγραφή όλων των διατάξεων είναι από αδύνατη ως εξαιρετικά δυσχερής, καθώς υπάρχουν διατάξεις σε νομοθετήματα ακόμα και του προπερασμένου αιώνα (πχ  διάταξη νομοθετήματος του 1836 περί απόδειξης της κυριότητας πλοίου), οι οποίες δεν βρίσκονται σε καμία τράπεζα νομικών πληροφοριών. Επίσης πολλές διατάξεις για πρόβλεψη ένορκων βεβαιώσεων μπορεί να βρίσκονται σε άσχετα νομοθετήματα,  όπως π.χ. η πρόβλεψη χρήσης ένορκης βεβαίωσης προς   απόδειξη της κατοχής ακινήτων στην περιοχή  Καράβολα Ηρακλείου που θεσπίστηκε με  το άρθρο 47  του ν. 3130/2003, ο οποίος είχε ως τίτλο «Μισθώσεις για στέγαση Δημοσίου, ομόλογα Δημοσίου, δικαστική δαπάνη απαλλοτριώσεων, Ολυμπιακά έργα». Εν κατακλείδι δεν υπάρχουν προκαθορισμένα κριτήρια ανεύρεσης ένορκης βεβαίωσης και κάθε νομοθέτημα μπορεί να «κρύβει» και μία ένορκη βεβαίωση.

Ενόψει των ανωτέρω λόγω του πλήθους και της δυσκολίας ανεύρεσης όλων των  διατάξεων που επιβάλλουν λήψη ένορκης βεβαίωσης, οι οποίες είναι διάσπαρτες σε εντελώς διαφορετικά νομοθετήματα που έχουν θεσπιστεί σε εντελώς διαφορετικούς χρόνους προτείνεται η πλήρης καθετοποιημένη κατάργηση τους και αντικατάσταση τους με υπεύθυνη δήλωση με νομοθετική διάταξη ως κάτωθι:

 

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ

Όπου σε οποιαδήποτε διάταξη νόμου εκτός των διατάξεων που αφορούν τις πολιτικές, ποινικές και διοικητικές δίκες προς απόδειξη γεγονότος απαιτείται  ένορκη βεβαίωση  η τελευταία αντικαθίσταται με την υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/86.

 

 

Με εκτίμηση

 Πειραιάς 7.12.2020

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε, αναφορικά με τα σχόλια που δημοσιεύονται ότι:
1) Δε θα δημοσιεύονται δυσφημιστικά και εξυβριστικά σχόλια
2) Δε θα δημοσιεύονται ΑΣΧΕΤΑ σχόλια σε ΑΣΧΕΤΕΣ αναρτήσεις
3) Δε θα δημοσιεύονται επαναλαμβανόμενα σχόλια στην ίδια ανάρτηση
4) Δε θα δημοσιεύονται σχόλια σε Greeklish


5) Σχόλια σε ενυπόγραφα άρθρα θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.
6) Σχόλια σε ενυπόγραφο σχόλιο θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.

7) ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ "ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ"