Πέμπτη 17 Μαρτίου 2022

ΕνΔΕ: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΗΣ 15ης Μαρτίου 2022 - θέσεις ΕνΔΕ επί του ΣχΝ για τις αλλαγές στον ΚΟΔΔΛ

 


                                       

 

 

 

 

      ΕΝΩΣΗ

                           ΔΙΚΑΣΤΩΝ   &   ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

                            ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

                           ΚΤΙΡΙΟ 6 –ΓΡΑΦΕΙΟ 210                                                

                      ΤΗΛ: 2132156114 -  FAX 210 88 41 529

                        Τ.Κ. 101. 71

                            e- mail: endikeis@otenet.gr

                                                                                                   Αθήνα, 16-3-2022

                                                                      Αρ. πρωτ.: 146

 

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ

ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΗΣ 15ης Μαρτίου 2022

 

Κατά της συνεδρίαση της 15ης Μαρτίου 2022, που διεξήχθη με τηλεδιάσκεψη παραστάθηκαν 14 μέλη. Απουσίασε το μέλος του Δ.Σ. Δημήτριος Φούκας. Κατά τη συνεδρίαση αποφασίσθηκαν τα εξής:

-      Στο θέμα που αφορούσε στη διαμόρφωση των θέσεων της Ένωσης επί του νομοσχεδίου για τις αλλαγές στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών, στη βάση έγγραφων προτάσεων, που κάθε μέλος του Δ.Σ. όφειλε να καταθέσει έως την Τρίτη, 15 Μαρτίου, ώρα 10.00 π.μ., σύμφωνα με την πρόσκληση για σύγκληση του ΔΣ: Υπερψηφίστηκε από τα οκτώ (8) μέλη του Προεδρείου η πρόταση που αναλυτικά εκτίθεται παρακάτω, η οποία ήταν η μόνη πρόταση που κατατέθηκε, καθώς εκ μέρους των μελών της μειοψηφίας του Δ.Σ. δεν κατατέθηκε καμία έγγραφη πρόταση, ούτε πριν ούτε κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Τα μέλη της μειοψηφίας του ΔΣ μειοψήφησαν.

-      Ως προς τα διαδικαστικά ζητήματα των αρχαιρεσιών της Ένωσης προτάθηκε από το Προεδρείο να κοινοποιηθούν με newsletter τα έντυπα των ομάδων δύο φορές μέχρι την ημέρα των αρχαιρεσιών και μία επιστολή κάθε υποψηφίου. Επίσης οι επιστολές και τα έντυπα των ομάδων να συμπεριληφθούν στα ηλεκτρονικά Δικαστικά Νέα. Η πρόταση υπερψηφίστηκε από τα οκτώ (8) μέλη του Προεδρείου και τα μέλη του Δ.Σ. κ. Χ. Μαυρίδη, Κ. Βουλγαρίδη, Ν. Βελία και Ε.Φωτάκη. Τα μέλη του Δ.Σ. κ. Μ. Στενιώτη και Ελ. Κώνστα αποχώρησαν χωρίς να ψηφίσουν.

-      Στη συνέχεια προτάθηκε από τον Πρόεδρο της Ένωσης να εξουσιοδοτηθεί από το Δ.Σ. το Προεδρείο για να προκηρύξει ηλεκτρονική ψηφοφορία στο χρόνο που θα κριθεί κατάλληλος, πριν την ψήφιση του νομοσχεδίου, για κρίσιμες διατάξεις του νομοσχεδίου για τον ΚΟΔΚΔΛ που θα πρέπει να τεθούν υπό την κρίση του συνόλου του Δικαστικού Σώματος. Η πρόταση υπερψηφίστηκε από τα οκτώ (8) μέλη του Προεδρείου. Τα μέλη της μειοψηφίας του ΔΣ απείχαν από την ψηφοφορία.

 

 

 

Ο Πρόεδρος

 

Χριστόφορος Σεβαστίδης

Εφέτης

 

Ο Γενικός  Γραμματέας

 

Παντελής Μποροδήμος

Πρωτοδίκης

 

 

-      Ακολουθεί το κείμενο των θέσεων της Ένωσης (που αποτελούν τις προτάσεις του Προεδρείου) επί του σχεδίου νόμου για τις αλλαγές στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών:

 

 

 

 

 

Παρουσίαση και κριτική του νέου Σχεδίου «Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών»*

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

            Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, σταθερή στη στάση που επέδειξε σε όλα τα σημαντικά νομοθετήματα που ψηφίστηκαν τα τελευταία χρόνια, συμμετέχει στη διαβούλευση που ξεκινά σύντομα επί του νομοσχεδίου για τις αλλαγές στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών. Πρόκειται για το κομβικότερο νομοθέτημα, που σχετίζεται με τον τρόπο και τις συνθήκες διαμόρφωσης του υπηρεσιακού βίου των δικαστικών λειτουργών, με μεγάλη επιδραστικότητα στην αποτελεσματική απονομή της Δικαιοσύνης και στην υλική διάσταση της προσωπικής και λειτουργικής μας ανεξαρτησίας. Προηγήθηκαν οι παρατηρήσεις που καταθέσαμε επί των νομοσχεδίων για τις αλλαγές στο Οικογενειακό Δίκαιο, στους Ποινικούς Κώδικες, στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στον νέο νόμο για της λειτουργία της ΕΣΔΙ, που όλες αποτέλεσαν τον κεντρικό άξονα της συζήτησης που κάθε φορά ακολούθησε κατά την διαδικασία της επεξεργασίας και ψήφισης των ως άνω νόμων. Η Ένωσή μας ακόμα και σε αυτό το αρκετά προχωρημένο στάδιο επεξεργασίας του νομοσχεδίου θεωρεί ότι είναι δυνατό να υπάρξουν ουσιαστικές βελτιώσεις, οι οποίες αναλυτικά επισημαίνονται παρακάτω στην κατ’ άρθρο αξιολόγηση των κυριότερων από τις προς θέσπιση διατάξεις. Από αυτές άλλες αφορούν στη λειτουργικότερη εφαρμογή διατάξεων με θετικό αποτύπωμα και άλλες στην ανάδειξη και αποφυγή προβληματικών αποκλίσεων που είτε δεν βοηθούν είτε υπονομεύουν την δικαστική ανεξαρτησία, όριο το οποίο αποτελεί και κόκκινη γραμμή για την Ένωσή μας.

            Σε μια επιγραμματική σταχυολόγηση των τελευταίων, που αναλυτικά εκτίθεται στο πλήρες κείμενο των παρατηρήσεων που ακολουθεί, μπορεί να αναφερθεί: 1) η ανάθεση στον ΑΠ της υποχρέωσης να γνωμοδοτεί για την ίδρυση, συγχώνευση, κατάργηση κλπ. δικαστηρίων με γνώμονα τα οικονομικά δεδομένα της περιοχής και το επίπεδο της επιχειρηματικότητας (άρθρο 2 παρ. 3ε), 2) η ρύθμιση για βαθμολόγηση των υποθέσεων από εκείνον που διενεργεί τη χρέωση, που είναι αδύνατο να εφαρμοσθεί στα μεγάλα δικαστήρια και δε συνέχεται αρμονικά με τη φύση των δικαστικών διαδικασιών (άρθρο 19 παρ. 5β), 3) η ήδη αποτυχημένη ρύθμιση της αναβολής σε δικάσιμο του ίδιου προεδρεύοντος,  που είχε προβλεφθεί με τους Ν. 4055/2012 και 4312/2014 και καταργήθηκε ως αποτυχημένη και προβληματική με τους Ν. 4139/2013 και 4356/2015 αντίστοιχα (άρθρο 20 παρ. 8), 4) η αναχρονιστική διατήρηση της υποχρέωσης διαμονής στην έδρα του δικαστηρίου υπηρεσίας με απαλοιφή και της πρόβλεψης για δυνατότητα απομάκρυνσης (άρθρο 47 παρ. 3), 5) η μη ανταποκρινόμενη στις ασφυκτικές συνθήκες υπερχρέωσης της ρύθμισης περί χαρακτηρισμού αδικαιολόγητης της καθυστέρησης έκδοσης απόφασης πέραν των 6 μηνών, που πρέπει να επεκταθεί στους 8 μήνες (άρθρο 59 παρ. 9 σε συνδυασμό με 109 παρ. 2ε) με την επιπλέον προσθήκη ποσοτικού ορίου ανά υπηρετούντα καθώς και ότι «δεν είναι αδικαιολόγητη η καθυστέρηση που οφείλεται στην ιδιαίτερη δυσκολία ή στον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που χειρίζεται ο δικαστικός λειτουργός», 6) η πρόβλεψη για δυνατότητα προαγωγής σε αρεοπαγίτη, του εφέτη, που δεν έχει προαχθεί σε Πρόεδρο Εφετών, κατ’ απόλυτον εκλογή, εφόσον έχει συμπληρώσει επτά έτη στο βαθμό του εφέτη και 26 χρόνια υπηρεσίας συνολικά (άρθρο 89 παρ. 8), 7) η ρύθμιση περί διορισμού πρωτοδίκη, που θα επικουρεί τον Επιθεωρητή στα καθήκοντά του (άρθρο 93 παρ. 9), 8) η ένταξη στα κριτήρια αξιολόγησης για την επιθεώρηση των δικαστικών λειτουργών της εξαφάνισης των αποφάσεων (άρθρο 102 παρ. 4ζ), καθώς ακόμα και στις περιπτώσεις που η εξαφάνιση δεν αποτελεί αναπόδραστη τυπική συνέπεια της άσκησης ένδικου μέσου, ανοίγει έδαφος περιορισμού της δικαστικής ανεξαρτησίας κατά την εκφορά της ουσιαστικής κρίσης, 9) η ένταξη των προέδρων πρωτοδικών στον κανόνα της ανάθεσης ανακριτικών καθηκόντων, όπου επείγει και η πρόβλεψη μεταβατικής διάταξης, 10) η κατάργηση της δυνατότητας διορισμού σε θέση υπαλλήλου των οριστικά παυθέντων δικαστικών λειτουργών, που έχουν θετική προς τούτο εισήγηση του Ανώτατου Συμβουλίου (άρθρο 126), 11) η διατήρηση της δυνατότητας τροποποίησης των κανονισμών των Δικαστηρίων από την Ολομέλεια των Ανωτάτων Δικαστηρίων (άρθρο 19 παρ. 7), 12) με τα άρθρα 100 επ., τίθενται κριτήρια για τη σύνταξη έκθεσης αξιολόγησης του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, καθώς και για την επιθεώρηση του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία. Κοινό κριτήριο σε αμφότερες τις περιπτώσεις τίθεται «η ενημερότητα της υπηρεσίας ως προς τη διεκπεραίωση των υποθέσεων και ιδίως ως προς τους μέσους χρόνους των διαδικασιών ανά φάση (προσδιορισμό, εκδίκαση, έκδοση απόφασης) και κατηγορία». Περαιτέρω οι πρόεδροι και οι προεδρεύοντες τμημάτων και δικαστικών σχηματισμών αξιολογούνται μεταξύ άλλων και για τις αναβολές και τον χρόνο διεκπεραίωσης των υποθέσεων, οφείλουν δε να συντάσσουν γραπτές εκθέσεις αξιολόγησης των δικαστών που μετέχουν στο τμήμα τους. Όλοι δε οι δικαστικοί λειτουργοί αξιολογούνται και με κριτήριο την «παραγωγικότητα» και «την ταχύτητα διεκπεραίωσης των υποθέσεων», ενώ ελέγχονται υποχρεωτικά για τις αναβλητικές αποφάσεις που χορήγησαν πάντοτε υπό την απειλή πειθαρχικού ελέγχου. Στην έδρα του Εφετείου ιδρύεται και λειτουργεί Γραφείο Γραμματείας Επιθεώρησης, προκειμένου να τηρούνται στατιστικά στοιχεία για κάθε δικαστή. Παρατηρείται ότι πλήθος διατάξεων θέτουν ως πρώτο στόχο την «ταχύτητα διεκπεραίωσης» της υπόθεσης ενώ ο δικαστής τίθεται άμεσα ή έμμεσα υπό τον έλεγχο του προεδρεύοντος στο τμήμα και του διευθύνοντος το δικαστήριο και θα εργάζεται με το άγχος των στατιστικών στοιχείων που θα τον συνοδεύουν. Παράλληλα οι διατάξεις αυτές πλήττουν έμμεσα τη δικαστική ανεξαρτησία καθώς ο δικαστής κατευθύνεται να ακολουθεί την κρατούσα στη νομολογία άποψη προκειμένου να μην εξαφανισθεί η απόφασή του μετά από άσκηση ένδικου μέσου και να μην δημιουργηθούν σε βάρος του δυσμενή στατιστικά στοιχεία, που θα επηρεάσουν την εξέλιξή του. Είναι προφανές ότι οι ρυθμίσεις αυτές στοχεύουν στην περαιτέρω εντατικοποίηση της εργασίας των δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως διεκπεραιωτές υποθέσεων και στη δημιουργία μίας σχέσης «ιεραρχικής εξάρτησης» με τους προεδρεύοντες στα τμήματα και τους διευθύνοντες τα δικαστήρια.

            Ως θετική αξιολογείται η ύπαρξη στο νομοσχέδιο ρυθμίσεων εκ των οποίων οι περισσότερες είχαν προταθεί από την Ένωσή μας στα πλαίσια λειτουργίας της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής που επεξεργάστηκε σχέδιο νόμου και εξέδωσε πόρισμα το 2018. Ενδεικτικά, αναφέρονται: 1) η κατάργηση του αναχρονιστικού κωλύματος εντοπιότητας λόγω γέννησης (άρθρο 49), 2) η διεύρυνση των εξαιρέσεων στα λοιπά κωλύματα για τις μεγαλύτερες πόλεις (άρθρο 49 παρ. 4 και 5), 3) ο προσδιορισμός της χρέωσης του δικαστικού λειτουργού κατά κεφαλήν (άρθρο 19 παρ. 5), 4) η ρύθμιση ότι ο χρόνος προαγωγής των ειρηνοδικών ανατρέχει στο χρόνο συμπλήρωσης των αναγκαίων ετών υπηρεσίας (άρθρο 59 παρ. 2β), 5) η συνυπηρέτηση δικαστικού λειτουργού με σύζυγο ή μέρος συμφώνου συμβίωσης δημόσιο υπάλληλο ή υπάλληλο νπδδ, όπου ειδική μνεία πρέπει να προστεθεί για τα σώματα ασφαλείας και τις ένοπλες δυνάμεις, 6) η διαχείριση των ανώνυμων αναφορών κατά δικαστικών λειτουργών και η θέσπιση παραβόλου για την υποβολή αναφοράς ως στοιχείο του παραδεκτού της, 7) η ηλεκτρονική κλήρωση των ποινικών υπηρεσιών και των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 20 παρ. 4 και 21 παρ. 3), 8) η δυνατότητα αναστολής των εργασιών του δικαστηρίου για λόγους ανωτέρας βίας με απόφαση του διευθύνοντα ή του προέδρου τριμελούς συμβουλίου διοίκησης (άρθρο 22 παρ. 2). Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει στη διατήρηση της ουσίας της διάταξης περί δικαστικών διακοπών (ορθότερη πρόταση: θερινά τμήματα), μετά από την επίμονη και πειστική παράθεση επιχειρημάτων από την Ένωσή μας για τον ατελέσφορο χαρακτήρα της επί δύο έτη περιστολής τους. 

 

 

ΚΑΤ’ ΑΡΘΡΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΚΟΔΚΔΛ

 

Άρθρο 2

Παρ. 1: Ανατίθεται στην ολομέλεια των Ανωτάτων Δικαστηρίων (Αρείου Πάγου και Συμβουλίου της Επικρατείας) η κρίση για ζητήματα ίδρυσης, συγχώνευσης, κατάργησης, περιορισμού της περιφέρειας και μεταβολής της έδρας όλων των δικαστηρίων, σε αντίθεση με το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ και την ισχύουσα σήμερα διάταξη που ανέθετε σ’ αυτά τα αντίστοιχα ζητήματα μόνο προκειμένου για εφετεία, ενώ για κατώτερα δικαστήρια αρμόδια ήταν τα εφετεία. Αντίστοιχες είναι και οι προβλέψεις για την ίδρυση μεταβατικών δικαστηρίων. Εκείνο που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι η διάταξη αυτή, ακολουθώντας τις προβλέψεις του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, προβλέπει για πρώτη φορά ως υποχρεωτική την προηγούμενη ακρόαση των Δικαστικών Ενώσεων, των δικαστικών υπαλλήλων και του οικείου δικηγορικού συλλόγου από την ολομέλεια, αναγνωρίζοντας τον ιδιαίτερο θεσμικό τους ρόλο.

Παρ. 3: κριτήρια για συγχώνευση, κατάργηση, ίδρυση, κ.λ.π. δικαστηρίων: απαλείφεται η πρόβλεψη του Αρχικού Σχεδίου να λαμβάνονται υπόψη οι γεωγραφικές ιδιομορφίες σε σχέση με την ευχέρεια πρόσβασης στα ιδρυόμενα, συγχωνευόμενα ή καταργούμενα δικαστήρια ή στη μεταβατική έδρα και προστίθεται ως κριτήριο το επίπεδο επιχειρηματικότητας. Επίσης, κριτήριο της διοικητικής διάρθρωσης των δικαστηρίων είναι πλέον η εισαγωγή νέων τεχνολογιών που επιτρέπουν την εξ αποστάσεως λειτουργία των δικαστηρίων. Μετά τις γενικές εξαγγελίες και τοποθετήσεις εκπροσώπων της εκτελεστικής εξουσίας, που οραματίζονται την δικαιοσύνη ως μοχλό οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και την ίδρυση επενδυτικών δικαστηρίων, η νέα αυτή διάταξη θέτει ως μία γενική αρχή για την ίδρυση και συνέχιση λειτουργίας ενός δικαστηρίου την εξυπηρέτηση οικονομικών-επενδυτικών σκοπών, αντικαθιστώντας το κριτήριο της ευχέρειας πρόσβασης των πολιτών στα δικαστήρια. Η οργανωτική δομή των δικαστηρίων απομακρύνεται σταδιακά από τον κύριο σκοπό που παραδοσιακά υπηρετούσε και γίνεται πλέον το όχημα για μία «φιλική προς την επιχειρηματικότητα» λειτουργία του κράτους. Εξάλλου, η διάταξη αυτή κινείται πλήρως εκτός του θεσμικού ρόλου του Αρείου Πάγου, καθώς προϋποθέτει δυνατότητα του Ανώτατου Δικαστηρίου να συγκεντρώνει στοιχεία για οικονομικά δεδομένα των δικαστικών περιφερειών.

Κατάργηση παρ. 8: καταργείται η παρ. 8 του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ και η αντίστοιχη παρ. 7 του ισχύοντος άρθρου 2 ΚΟΔΚΔΛ, που προβλέπει τη δυνατότητα ίδρυσης αυτοτελών μονομελών πρωτοδικείων και πλημμελειοδικείων. 

 

Άρθρο 3

Παρ. 3: Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι σε περίπτωση συγχώνευσης οι οργανικές θέσεις των δικαστικών λειτουργών και των δικαστικών υπαλλήλων ανακατανέμονται ανάλογα με τις ανάγκες όλων των δικαστηρίων της χώρας και δεν μεταφέρονται στο δικαστήριο που προκύπτει από τη συγχώνευση, όπως προέβλεπε το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ.

 

Άρθρο 4

Παρ. 1: απαλείφεται η πρόβλεψη για τη συγκρότηση του πταισματοδικείου. Η ρύθμιση αυτή αφορά στη συγκρότηση του δικαστηρίου (το οποίο μετά την κατάργηση των πταισμάτων έπαψε να υφίσταται) και όχι στην λειτουργία του πταισματοδικείου ως υπηρεσίας, που εξακολουθεί να υφίσταται και η οργάνωση και λειτουργία του οποίου συνεχίζει να ρυθμίζεται με ειδικές διατάξεις του νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ. Συνεπώς, τα ειδικά πταισματοδικεία, όπου λειτουργούν τέτοια, εξακολουθούν να υφίστανται και να λειτουργούν, όπως και με το υφιστάμενο σήμερα καθεστώς.

Νέα παρ. 6: στη νέα αυτή διάταξη μεταφέρεται αυτούσια η ρύθμιση του άρθρου 359 Ν. 4700/2020, που προβλέπει τη δυνατότητα σύστασης «επενδυτικών δικαστηρίων» στα Πρωτοδικεία και Εφετεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης και κατανομή σ’ αυτά της αρμοδιότητας για όλη την Ελλάδα, δηλ. υπερβολική διεύρυνση της κατά τόπο αρμοδιότητάς τους. Η κριτική της ΕΔΕ στην ίδρυση τέτοιων τμημάτων έχει εκφραστεί επανειλημμένα με δημόσιες τοποθετήσεις του Προέδρου της. Επισημαίνεται εδώ μόνο ότι η λειτουργία των ειδικών αυτών τμημάτων θα επιφέρει αποδυνάμωση των υπόλοιπων τμημάτων των πιο πάνω δικαστηρίων, θα οδηγήσει σε μία απαράδεκτη αξιακή κατηγοριοποίηση των δικαστών και σε καλλιέργεια ελιτίστικης νοοτροπίας και το σημαντικότερο θα αναβιβάσει την «επιχειρηματικότητα» σε ένα άξιο ιδιαίτερης προστασίας έννομο αγαθό, υπέρτερο της ανθρώπινης αξίας, της εργασίας, του περιβάλλοντος.

 

Άρθρο 7

            Το άρθρο αυτό επαναλαμβάνει τις διατάξεις του ισχύοντος σήμερα 6Α ΚΟΔΚΔΛ και του αντίστοιχου άρθρου του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ. Σημειώνεται εδώ ότι κατά τις εργασίες της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής η ΕΔΕ πρότεινε την ρύθμιση των υπηρεσιών των ειρηνοδικών με πράξη όχι του προέδρου πρωτοδικών, αλλά με πράξη του διευθύνοντος το ειρηνοδικείο της έδρας του πρωτοδικείου, όπου υπάγεται, ώστε να εκδηλώνεται έμπρακτα και σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας ο σεβασμός στο αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων, που προϋποθέτει αποκλεισμό οποιασδήποτε υπηρεσιακής ανάμιξης του ανώτερου δικαστικού σχηματισμού στη λειτουργία του κατώτερου.

 

Άρθρο 8

Το άρθρο αυτό ακολουθεί τις προβλέψεις του αντίστοιχου άρθρου του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, που μετά από πρόταση της ΕΔΕ απάλειψε την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ, που προβλέπει ότι σε περίπτωση κωλύματος του γραμματέα το ειρηνοδικείο συνεδριάζει χωρίς την παρουσία του και ο ειρηνοδίκης τηρεί ο ίδιος τα πρακτικά, διάταξη που συνιστά υποβάθμιση του ρόλου των ειρηνοδικών.

 

Άρθρο 9

Η διάταξη της παρ. 4 (ανάρτηση σε χώρους δικαστηρίων εικόνων και ονοματοδοσία αιθουσών με το όνομα δικαστικού λειτουργού που διακρίθηκε για τις δικαστικές του αρετές) μεταφέρεται στο άρθρο 22 παρ. 10.

 

Άρθρο 10

            Παρ. 2: διευκρινίζεται ότι η υποχρέωση συνδρομής των ενόπλων δυνάμεων στις δικαστικές αρχές μπορεί να ζητηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

            Κατάργηση παρ. 6 και 7: Το άρθρο 10 νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, ακολουθώντας την επιλογή του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, απαλείφει τις παρ. 6 και 7 του άρθρου 10 ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ, που προβλέπουν προσωρινή ανάθεση καθηκόντων γραμματέα σε οποιονδήποτε ημεδαπό πολίτη, εφόσον δεν υπάρχει γραμματέας και δεν είναι εφικτή η αναπλήρωσή του.

 

Άρθρο 12

            Παραμένει αμετάβλητη η διάρκεια των δικαστικών διακοπών και η ρύθμιση των υπηρεσιών κατά το χρονικό διάστημα από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου. Προτείνεται στο σημείο αυτό η χρήση του όρου «θερινά τμήματα» για όσα λειτουργούν κατά την περίοδο αυτή, ώστε να αποδοθεί ακριβέστερα η πραγματική λειτουργία των δικαστικών υπηρεσιών, όπως εκτενώς είχε συζητηθεί και στα πλαίσια της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής.

 

Άρθρο 13

            Παρ. 2: η νέα διάταξη αναθέτει στον διευθύνοντα το δικαστήριο ή την εισαγγελία την ρύθμιση των σχετικών με την τήρηση και οργάνωση των αρχείων και τη διαδικασία εκποίησης και καταστροφής εγγράφων και την ανασύσταση αρχείων. Το Αρχικό Σχέδιο της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής και ο ισχύων ΚΟΔΚΔΛ προβλέπουν έκδοση Π.Δ. Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν είναι ορθή, διότι η διάταξη αυτή δεν αφορά την οργάνωση της συγκεκριμένης υπηρεσίας, αλλά τη θέσπιση γενικών ρυθμίσεων για τα ζητήματα αυτά. Ορθότερο να παραμείνει η ισχύουσα ρύθμιση.

            Παρ. 3: η αρίθμηση και μονογραφή των βιβλίων που τηρούνται σε φυσική μορφή ανατίθεται στον προϊστάμενο της γραμματείας (αντί της σημερινής πρόβλεψης για αρμοδιότητα του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία). Η ρύθμιση αυτή είναι σωστή.

 

Άρθρο 14

            Παρ. 1: Το άρθρο 529 ΚΠΔ/1950, στο οποίο παραπέμπει η παρ. 1 αφορά υπό τον νέο ΚΠΔ στο άρθρο 531.

 

Άρθρο 15

            Παρ. 2: υποχρεωτική η σύγκληση της ολομέλειας εντός 30 ημερών (αντί για την προβλεπόμενη στο Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ προθεσμία των 15 ημερών). Η πρόβλεψη του Αρχικού Σχεδίου είναι ορθότερη, αφού σε πολλές περιπτώσεις η σύγκληση της ολομέλειας αφορά σε επείγοντα ζητήματα που πρέπει να επιλύονται άμεσα.

            Διαγράφηκε η πρόβλεψη για υποχρεωτική σύγκληση της ολομέλειας του δικαστηρίου όταν «ε. ζητηθεί από τον προϊστάμενο της γραμματείας του δικαστηρίου μετά από απόφαση της υπηρεσιακής συνέλευσης, η οποία λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών της». Αδικαιολόγητη η απάλειψη της διάταξης αυτής και μάλλον οφείλεται σε παραδρομή, αν ληφθεί υπόψη ότι στο αντίστοιχο άρθρο 16 για τη λειτουργία της ολομέλειας της εισαγγελίας περιέχεται σχετική ρύθμιση στο στοιχ. δ΄ της παρ. 2.

            Το νέο Σχέδιο του ΚΟΔΚΔΛ, ακολουθώντας και την αντίστοιχη επιλογή του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, απαλείφει (ως περιττή, όπως εκφράστηκε στα πλαίσια της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής και αποτυπώθηκε στην Αιτιολογική της Έκθεση) την ισχύουσα πρόβλεψη του άρθρου 14 παρ. 2 ΚΟΔΚΔΛ για σύγκληση της ολομέλειας του δικαστηρίου από εκείνον που τη ζήτησε, σε περίπτωση αδράνειας του διευθύνοντος το δικαστήριο. Ωστόσο, σημειώνεται εδώ ότι κατά της απάλειψης της πρόβλεψης αυτής τάχθηκε η ΕΔΕ (καθώς και οι εκπρόσωποι των μελών του ΣτΕ, του Εφετείου Αθηνών, της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων), με το σκεπτικό ότι με την ισχύουσα ρύθμιση εξυπηρετείται η αρχή της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας στον κρίσιμο τομέα της διοίκησης των δικαστηρίων. Με την τελική ρύθμιση του νέου Σχεδίου δεν φαίνεται να δίνεται διέξοδος στο εύλογο αίτημα των προσώπων της παρ. 2 να συγκληθεί και μάλιστα άμεσα η ολομέλεια του δικαστηρίου σε περίπτωση αδράνειας του διευθύνοντος το δικαστήριο.

 

Άρθρο 16

            Παρ. 2: υποχρεωτική η σύγκληση της ολομέλειας εντός 30 ημερών (αντί για την προβλεπόμενη στο αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ προθεσμία των 15 ημερών). Ισχύουν και εδώ οι παρατηρήσεις που έγιναν στα πλαίσια του άρθρου 15 παρ. 2 του νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ.

            Στην περ. δ΄ προστίθεται εδ. β΄ που διευκρινίζει τα θέματα στα οποία θα αφορά η απόφαση της ολομέλειας, όταν η σύγκλησή της ζητείται από τον προϊστάμενο της γραμματείας, ορίζοντας ότι «Η απόφαση αυτή θα αφορά θέματα που άπτονται της λειτουργίας των γραμματειών του δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση των οποίων θα μπορεί να παρίσταται και ο προϊστάμενος της γραμματείας, ο οποίος θα αποχωρεί πριν την έναρξη της ψηφοφορίας». Προφανώς εσφαλμένη η αναφορά σε γραμματεία «του δικαστηρίου» και πρέπει να αντικατασταθεί με τη φράση «της εισαγγελίας».

 

Άρθρο 17

Παρ. 4: στο εδ. ε΄ ρυθμίζεται, μετά από πρόταση της ΕΔΕ που διατυπώθηκε στα πλαίσια της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής, με ειδικό τρόπο η υποψηφιότητα των μελών του συμβουλίου διεύθυνσης στα ειρηνοδικεία, δεδομένου ότι η ισχύουσα ρύθμιση προκαλεί δυσλειτουργίες, αφού δεν διασαφηνίζεται μ’ αυτήν αν οι αρχαιότεροι ειρηνοδίκες Α΄ Τάξης είναι ή όχι ταυτόχρονα υποψήφιοι τόσο για τη θέση του προέδρου όσο και των μελών του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης. Με τη νέα ρύθμιση διευκρινίζεται ότι στο ποσοστό του ½ των οργανικών θέσεων για τα υποψήφια μέλη του συμβουλίου δεν υπολογίζονται όσοι είναι υποψήφιοι πρόεδροι και παράλληλα προσαρμόζεται στην τροποποίηση αυτή και το εύρος της απαγόρευσης επανεκλογής στην ίδια θέση του ίδιου προσώπου για περισσότερες από 2 θητείες.

Στο εδ. στ΄ αλλάζει η διατύπωση της διάταξης σε σχέση με το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ, χωρίς μάλλον να επέρχεται κάποια ουσιώδης διαφοροποίηση. Ωστόσο, απαλείφεται η πρόβλεψη του Αρχικού Σχεδίου ότι δεν είναι εκλόγιμοι όσοι «αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας κατά το δικαστικό έτος διενέργειας των αρχαιρεσιών».

Στο εδ. ζ΄ επαναλαμβάνεται η διάταξη που περιλήφθηκε για πρώτη φορά στο Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ, μετά από πρόταση της ΕΔΕ, και ορίζει την ολομέλεια του δικαστηρίου ως το αρμόδιο για τη σύνταξη και οριστικοποίηση του καταλόγου των εκλόγιμων δικαστικών λειτουργών, καθώς και για την επίλυση κάθε επιμέρους ζητήματος σχετικά με την εκλογική διαδικασία.

Παρ. 5: Από το εδ. ζ΄ απαλείφθηκε η πρόβλεψη για έκπτωση από τη θέση του προέδρου και των μελών του συμβουλίου διεύθυνσης των δικαστηρίων μόνο σε περίπτωση «αμετάκλητης» επιβολής πειθαρχικής ποινής, όπως οριζόταν στο Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ, που υιοθέτησε σχετική πρόταση της ΕΔΕ. Η διάταξη αυτή είναι εσφαλμένη και οδηγεί σε πρόωρη κρίση για ζητήματα σχετιζόμενα με το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων. Παράλληλα, υπάρχει αντίφαση της ρύθμισης αυτής σε σχέση με την αντιμετώπιση του αντίστοιχου ζητήματος για την εκλογή διευθύνοντος εισαγγελία (άρθρο 18 παρ. 3 εδ. στ΄).

Στα τελευταία 3 εδάφια διαφοροποιείται ο τρόπος αναπλήρωσης των μελών της διεύθυνσης του δικαστηρίου, ανάλογα με τον χρόνο εμφάνισης της έλλειψης των μελών. Ορθή καταρχήν η νέα ρύθμιση, αλλά πάντως η πρόβλεψη αναπληρωματικής εκλογής γενικά για όλα τα μέλη του συμβουλίου δεν κρίνεται απαραίτητη. Θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ τακτικών και αναπληρωματικών μελών, όπως στο Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ.

Σημειώνεται εδώ ότι και το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ επαναλαμβάνει την ισχύουσα και σήμερα πρόβλεψη για δυνατότητα επανεκλογής του ίδιου προσώπου ως προέδρου ή τακτικού μέλους του συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου στον ίδιο βαθμό. Στα πλαίσια των συζητήσεων της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής η ΕΔΕ είχε προτείνει την κατάργηση της δυνατότητας αυτής για επανεκλογή.

            Παρ. 7: Προστίθεται νέο στοιχ. ζζ΄ στην περ. α΄ σχετικά με την αρμοδιότητα του τριμελούς συμβουλίου να συγχωνεύει ή να καταργεί ανακριτικά τμήματα. Η ρύθμιση αυτή αφαιρεί από την ολομέλεια του δικαστηρίου ένα ζήτημα που αφορά στην οργάνωση και λειτουργία του δικαστηρίου και η αρμοδιότητα μάλλον πρέπει να παραμείνει στην ολομέλεια.

            Παρ. 8: Αφορά την χρέωση των δικαστών ανάλογα με τον πραγματικό χρόνο υπηρεσίας κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους και επαναλαμβάνει τη διάταξη του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, η οποία υιοθέτησε πρόταση της ΕΔΕ.

            Παρ. 10: Επαναλαμβάνεται η αντίστοιχη ρύθμιση του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ σχετικά με τον ανώτατο χρόνο άσκησης καθηκόντων διεύθυνσης σε δικαστήρια, στα οποία δεν διενεργούνται εκλογές, υιοθετώντας σχετική πρόταση της ΕΔΕ. Ωστόσο, σκόπιμες κρίνονται δύο διευκρινίσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή της νέας διάταξης και την ομαλή μετάβαση στον νέο τρόπο καθορισμού της ανώτατης διάρκειας στην άσκηση των καθηκόντων των διευθυνόντων τα δικαστήρια αυτά: πρώτον, θα πρέπει να υπάρξει ειδική πρόνοια για τα ειρηνοδικεία, για τα οποία πρέπει να προβλεφθεί ότι ο πιο πάνω κανόνας προϋποθέτει ότι στο συγκεκριμένο ειρηνοδικείο υπηρετεί και άλλος ειρηνοδίκης με τουλάχιστον 5ετή προϋπηρεσία. Διευκρινίζεται ότι αντίστοιχο πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται στα πρωτοδικεία και στα εφετεία, όπου η άσκηση των καθηκόντων του διευθύνοντος το δικαστήριο γίνεται από δικαστικούς λειτουργούς με πολυετή εμπειρία· και δεύτερον, θα πρέπει να απαλειφθεί η διάταξη του τελ. εδ. της παρ. 10 και να οριστεί ρητά ότι ο ανώτατος χρόνος παραμονής του διευθύνοντος το δικαστήριο υπολογίζεται αποκλειστικά από την έναρξη ισχύος του νέου ΚΟΔΚΔΛ. Αυτό θα δώσει τον απαιτούμενο χρόνο στις δικαστικές υπηρεσίες να οργανωθούν καλύτερα για την υποδοχή του νέου τρόπου καθορισμού του τρόπου διεύθυνσης στα πιο πάνω δικαστήρια.

 

Άρθρο 18

            Παρ. 3: για τη διαδικασία αναπλήρωσης του διευθύνοντος την εισαγγελία πρέπει να προσαρμοστεί η διάταξη στα 3 τελευταία εδάφια της παρ. 5 του άρθρου 17 του νέου Σχεδίου, για την ενότητα των διαδικασιών που διέπουν την διεύθυνση των δικαστηρίων και των εισαγγελιών.

 

Άρθρο 19

            Παρ. 2: Μετά την κατάργηση των αυτοτελών μονομελών πρωτοδικείων, που προβλέπονταν στο άρθρο 8 του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΚΔΚΔΛ, το στοιχ. γ΄ πρέπει να απαλειφθεί.

            Παρ. 4: στα πρόσωπα που μπορούν να ζητήσουν τη σύνταξη, συμπλήρωση, τροποποίηση ή αντικατάσταση κανονισμού δικαστηρίου προστίθεται και ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Σημαντική καινοτομία του νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, που υιοθετεί σχετική επιλογή του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, είναι ο δραστικός περιορισμός των αρμοδιοτήτων του Υπουργού Δικαιοσύνης σε θέματα που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία της δικαιοσύνης και στα πλαίσια αυτά απαλείφθηκε η ισχύουσα σήμερα πρόβλεψη για το δικαίωμα του Υπουργού Δικαιοσύνης να ζητήσει την σύνταξη, συμπλήρωση, τροποποίηση ή αντικατάσταση κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας.

            Παρ. 5: στο στοιχ. γγ΄ της περ. α΄, καθώς και στην περ. β΄ εισάγεται ρητά ως περιεχόμενο του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας η «χρέωση των υποθέσεων ανά δικαστικό λειτουργό», όπως προέβλεπε και το αντίστοιχο άρθρο του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ. Η πρόβλεψη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική και θα συμβάλλει στην ορθολογική κατανομή της δικαστικής ύλης μεταξύ των δικαστικών λειτουργών και στην ποιοτική αναβάθμιση του δικαστικού έργου. Προς την κατεύθυνση αυτή έχει ήδη ενεργοποιηθεί η ΕΔΕ με την επεξεργασία σχεδίων κανονισμού που θα προβλέπουν ανώτατη ετήσια χρέωση ανά δικαστή και απομένει η άμεση υλοποίησή τους από τις ολομέλειες των δικαστηρίων σε συμμόρφωση και προς τις νέες διατάξεις του Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ.

            Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διάταξη της περ. β΄ της παρ. 5 του άρθρου 19 του νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, που επαναλαμβάνει την αντίστοιχη πρόβλεψη του Αρχικού Σχεδίου και ορίζει ότι οι ρυθμίσεις του κανονισμού ως προς τον τρόπο χρέωσης των υποθέσεων πρέπει να «διασφαλίζουν την ποιοτική και αποδοτική άσκηση του δικαιοδοτικού έργου, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών κάθε δικαστηρίου και εισαγγελίας και της στελέχωσης αυτών». Η νομοθετική αυτή πρόβλεψη δεσμεύει τόσο τις ολομέλειες των δικαστηρίων κατά τη σύνταξη και τροποποίηση των κανονισμών και τον διευθύνοντα το δικαστήριο κατά την κατανομή των υποθέσεων ανά τμήμα και δικαστή όσο και το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την έγκριση ή αναπομπή των τροποποιήσεων των κανονισμών.

            Παράλληλα, το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ προβλέπει για πρώτη φορά σύστημα κατάταξης των υποθέσεων με αρίθμηση από το 1 έως το 5, ανάλογα με τη σοβαρότητα και τη δυσχέρεια των υποθέσεων, ορίζοντας προθεσμία προσαρμογής των κανονισμών μέχρι την έναρξη του δικαστικού έτους 2022-2023. Το σύστημα αυτό είναι πρακτικά ανεφάρμοστο, ιδίως στα μεγάλα δικαστήρια, όπου ο αριθμός των εισαγωγικών δικογράφων είναι μεγάλος, ενώ παρατηρείται ότι η δυσχέρεια των υποθέσεων εξαρτάται και από την συμμετοχή ή μη όλων των διαδίκων στη δίκη, που δεν μπορεί να ελεγχθεί κατά την κατάθεση των εισαγωγικών δικογράφων. Ενδεικτικά επισημαίνεται ότι στο Πρωτοδικείο Αθηνών εκδικάζονται κατ’ έτος περίπου 200.000 υποθέσεις, σύμφωνα με την ενημέρωση από την ηλεκτρονική σελίδα του δικαστηρίου. Παράλληλα, παρατηρείται η αοριστία στη διατύπωση της προτεινόμενης διάταξης, καθώς η αναφορά σε «περαίωση της υπόθεσης» προφανώς λαμβάνει υπόψη μόνο την περίπτωση της νέας τακτικής διαδικασίας, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται ο τρόπος κατάταξης των υποθέσεων στις υπόλοιπες διαδικασίες. Το σύστημα αυτό, που είναι αδύνατον να εφαρμοστεί στην πράξη, πρέπει σαφώς να καταργηθεί. Σημειώνεται εδώ ότι η δίκαιη και ορθολογική κατανομή της δικαστικής ύλης μεταξύ των δικαστικών λειτουργών αποτελεί πρωταρχική επιδίωξη της ΕΔΕ. Διαπιστώνεται, όμως, ότι τα σχετικά προβλήματα που αντιμετωπίζονται στην πράξη σε ορισμένα δικαστήρια δεν αφορούν στην κατανομή των υποθέσεων εντός του ίδιου τμήματος και στα πλαίσια της ίδιας διαδικασίας, αλλά προέρχονται κυρίως από την έλλειψη σαφών κριτηρίων σε σχέση με τον αριθμό των υποθέσεων που πρέπει να χρεώνονται οι δικαστές του κάθε τμήματος. Το πρόβλημα αυτό αναμένεται να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με την κατάλληλη προσαρμογή των κανονισμών εσωτερικής υπηρεσίας των δικαστηρίων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 5 του νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ και την πρόβλεψη ανώτατου αριθμού χρέωσης υποθέσεων ανά δικαστή, με κριτήρια την πολυπλοκότητα και την δυσχέρεια κάθε κατηγορίας υποθέσεων.

            Παρ. 7: το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ περιόριζε την αρμοδιότητα των ανωτάτων δικαστηρίων, σε σχέση με την τροποποίηση των κανονισμών, μόνο στην αναπομπή τους στο οικείο δικαστήριο. Συγκεκριμένα, κατά πρόταση της ΕΔΕ καταργήθηκε από το Αρχικό Σχέδιο η αναγνωριζόμενη μέχρι σήμερα δυνατότητα των ανωτάτων δικαστηρίων να συμπληρώνουν, τροποποιούν και ακυρώνουν τις τροποποιήσεις που αποφάσισαν οι ολομέλειας των δικαστηρίων. Σημειώνεται, μάλιστα, ότι κατά την αρχική πρόταση της ΕΔΕ στα πλαίσια της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής η αρμοδιότητα του ανωτάτου δικαστηρίου έπρεπε να περιοριστεί στην αναπομπή μόνο σε περίπτωση τυπικής παράλειψης κατά τη διαδικασία τροποποίησης του κανονισμού. Ωστόσο, με το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ επανέρχεται η σημερινή διατύπωση της διάταξης και προβλέπεται δυνατότητα του ανωτάτου δικαστηρίου να συμπληρώνει, τροποποιεί και να ακυρώνει τις τροποποιήσεις που αποφάσισαν οι ολομέλειες των δικαστηρίων. Η διατήρηση της υφιστάμενης και σήμερα δυνατότητας των ανωτάτων δικαστηρίων να συμπληρώνουν, τροποποιούν ή και να ακυρώνουν τις τροποποιήσεις που αποφασίστηκαν από τις ολομέλειες των οικείων δικαστηρίων συνιστά πλήγμα στο αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων. Στην πράξη οι αποφάσεις των ολομελειών των δικαστηρίων μεταπίπτουν σε μία κενή περιεχομένου προδικασία, που οδηγεί στην τελική κατάρτιση του κανονισμού από το ανώτατο δικαστήριο, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι και την πρωτοβουλία για την συμπλήρωση ή τροποποίηση του κανονισμού μπορεί να έχει ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κατά την παρ. 4 του άρθρου 19 νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ. Προτείνεται η διαμόρφωση της διάταξης αυτής με βάση τις εισηγήσεις της ΕΔΕ κατά τις εργασίες της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής.

 

Άρθρο 20

            Παρ. 1: η θητεία των προεδρευόντων στα ποινικά δικαστήρια στο Εφετείο Αθηνών περιορίζεται από 3 σε 2 έτη, με δικαίωμα ανανέωσης της θητείας τους για 1 ακόμα έτος, όπως προέβλεπε στο σημείο αυτό και το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ. Η θητεία των προεδρευόντων στα ποινικά δικαστήρια στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και Πειραιά ορίζεται σε 2 έτη, με δικαίωμα ανανέωσης της θητείας τους για 1 ακόμα έτος, σε αντίθεση με το Αρχικό Σχέδιο που προέβλεπε ανανέωση για 2 ακόμα έτη. Διαπιστώνεται ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα σχετικά ζητήματα σε όλα τα εφετεία, όπου προβλέπεται το σύστημα ορισμού προεδρευόντων στα ποινικά δικαστήρια (Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πειραιά) είναι πλέον, υπό το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ, όμοιες και συνεπώς θα έπρεπε για λόγους συστηματικούς να αντιμετωπίζονται ενιαία σε μία διάταξη. Συνεπώς, οι διατάξεις των εδ. γ΄, δ΄ και ε΄ της παρ. 1 πρέπει να ενοποιηθούν.

            Παρ. 2: στην περ. γ΄ για τους πίνακες, που καταρτίζονται για την κλήρωση των ποινικών συνθέσεων στο εφετείο, εσφαλμένα αναγράφεται ότι οι υπόλοιποι εφέτες εντάσσονται σε κατάλογο από τον οποίο κληρώνονται «οι πρόεδροι» των ΜΟΕ, των πενταμελών και τριμελών εφετείων, αντί του ορθού «τα μέλη» των δικαστηρίων αυτών.

            Παρ. 3 και 8: με τη διάταξη της παρ. 3, σε συνδυασμό με την παρ. 8, επανέρχεται ο θεσμός του ορισμού προεδρεύοντος δικαστή δύο φορές τον χρόνο (Ιανουάριο και Ιούνιο), ο οποίος θα προεδρεύει στις ίδιες υποθέσεις και σε περίπτωση αναβολής της δίκης. Ο θεσμός αυτός δοκιμάστηκε και στο παρελθόν και απέτυχε κυρίως λόγω του προσδιορισμού μεγάλου αριθμού υποθέσεων σε μεταγενέστερες δικασίμους, οι οποίες εκ των πραγμάτων ήταν αδύνατον να συζητηθούν από την ίδια σύνθεση, με περαιτέρω αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη ταλαιπωρία των δικηγόρων, των διαδίκων και των μαρτύρων. Είναι χαρακτηριστικό ότι το σύστημα αυτό προβλέφθηκε για πρώτη φορά με τον Ν. 4055/2012 και άμεσα, μετά τη διαπίστωση των τεράστιων προβλημάτων και καθυστερήσεων που επέφερε, καταργήθηκε με τον Ν. 4139/2013 και μάλιστα στην Αιτιολογική Έκθεση της τροπολογίας στον νόμο αυτό επισημαίνεται ότι το σύστημα αυτό δημιούργησε στην πράξη πολύ σοβαρά προβλήματα στην εύρυθμη και ομαλή διεξαγωγή των ποινικών υποθέσεων, διότι οι διατάξεις αυτές οδηγούν σε υπερφόρτωση των δικασίμων με υπερβολικό αριθμό υποθέσεων που είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη η εκδίκασή τους, με αποτέλεσμα την άσκοπη ταλαιπωρία όλων των παραγόντων της δίκης. Στη συνέχεια, το ίδιο αυτό σύστημα επανήλθε με τον Ν. 4312/2014, αλλά και πάλι διαπιστώθηκε η αποτυχία του και καταργήθηκε με το άρθρο 46 παρ. 2 Ν. 4356/2015. Η επαναφορά για τρίτη φορά εντός λίγων ετών του ίδιου αποτυχημένου στην πράξη θεσμού είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε καθυστερήσεις και αδικαιολόγητη ταλαιπωρία όλων των παραγόντων της ποινικής δίκης και γι’ αυτό προτείνεται η απάλειψη των σχετικών διατάξεων από το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ.

            Παρ. 4: εισάγεται η δυνατότητα διενέργειας ηλεκτρονικών κληρώσεων των προέδρων και μελών των ποινικών δικαστηρίων.

            Παρ. 5: στη διάταξη αυτή γίνεται λόγος για κλήρωση «δεύτερου εισαγγελέα». Πλην, όμως, με τον νέο ΚΠΔ καταργήθηκε η δυνατότητα παράστασης στο ακροατήριο δύο εισαγγελέων, παρά μόνο σε περίπτωση ορισμού συμπάρεδρου εισαγγελέα, όπως η ίδια δυνατότητα διορισμού συμπάρεδρου μέλους προβλέπεται και για τους δικαστές. Συνεπώς, η αναφορά σε «δεύτερο εισαγγελέα» πρέπει να απαλειφθεί.

            Παρ. 9: στο στοιχ. α΄ εδ. β΄ προβλέπεται ανάλογη εφαρμογή του εδ. α΄, που προβλέπει κατ’ εξαίρεση προσδιορισμό των υποθέσεων σε δικάσιμο, για την οποία έχει ολοκληρωθεί η κλήρωση της σύνθεσης του ποινικού δικαστηρίου, και σε άλλες περιπτώσεις με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο. Η πρόβλεψη αυτή είναι αόριστη, δεν καθορίζει τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνει υπόψη ο διευθύνων το δικαστήριο και μειώνει την αποτελεσματικότητα του θεσμού της κλήρωσης των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων. Εξάλλου, οι εξαιρετικές περιπτώσεις που ενδεχόμενα σκοπεύει να καλύψει η ρύθμιση αυτή μπορεί να αντιμετωπιστούν από την αμέσως επόμενη διάταξη που προβλέπει δυνατότητα διενέργειας συμπληρωματικής κλήρωσης, προκειμένου να είναι επιτρεπτός ο άμεσος προσδιορισμός των ποινικών υποθέσεων, ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα γίνει σε γνωστή σύνθεση.

 

Άρθρο 21

Παρ. 3: στο τελ. εδ. προβλέπεται η δυνατότητα ηλεκτρονικής κλήρωσης των συνθέσεων των δικαστηρίων που δικάζουν ασφαλιστικά μέτρα.

 

Άρθρο 22

            Παρ. 2: προβλέπονται οι λεπτομέρειες για την αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών. Το σύστημα αυτό, όπως διαμορφώνεται με το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ, φαίνεται καταρχήν να είναι πιο λειτουργικό και συμβάλλει στην άμεση αντιμετώπιση απρόβλεπτων λόγων που καθιστούν αδύνατη τη λειτουργία δικαστηρίων και εισαγγελιών, ωστόσο σε περιπτώσεις που πρέπει να αξιολογηθούν κίνδυνοι από φυσικά φαινόμενα η ευθύνη και η πρωτοβουλία για την αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων και εισαγγελιών πρέπει να ανήκει στα αρμόδια όργανα της Κυβέρνησης, που μόνο αυτά έχουν στη διάθεσή τους όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τη λήψη μιας τέτοιας απόφασης.

            Παρ. 6: απαλείφεται από το εδ. β΄ η αναφορά στον δημόσιο κατήγορο, λόγω κατάργησης των πταισμάτων και των πταισματοδικείων ως ακροατηρίων.

            Παρ. 7: η περ. α΄ προσαρμόζεται στην αλλαγή αρίθμησης των σχετικών με την αυτόφωρη διαδικασία άρθρων του νέου ΚΠΔ και η περ. β΄ απαλείφει την αναφορά σε δημόσιο κατήγορο.

            Παρ. 10: στο τελ. εδ. μεταφέρεται η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ.

 

Άρθρο 25

            Το άρθρο αυτό, κατά μεταφορά της αντίστοιχης πρόβλεψης του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, ορίζει ότι εκτός της ήδη προβλεπόμενης επίθεσης υπηρεσιακής σφραγίδας ως προϋπόθεσης για την εγκυρότητα των δικαστικών εγγράφων υπάρχει η δυνατότητα χρήσης ψηφιακής υπογραφής.

 

Άρθρο 26

            Το άρθρο 26, ακολουθώντας τις αντίστοιχες επιλογές του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, επιδιώκει με τη νέα του μορφή να συμβάλει στον εκσυγχρονισμό των διαδικασιών και τον περιορισμό της γραφειοκρατίας μέσω της χρήσης τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών με απώτατο στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη.

 

Άρθρο 27

            Παρ. 2: στις περιπτώσεις της αρμοδιότητας της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου πρέπει να προστεθούν και οι περιπτώσεις των στοιχ. δ΄ και ε΄ της παρ. 2 του άρθρου 10 νέου ΚΠΔ, ήτοι όταν το Τμήμα του Αρείου Πάγου αρνείται την εφαρμογή νόμου ως αντισυνταγματικού και όταν το Τμήμα πρόκειται να εκδώσει απόφαση αντίθετη με προηγούμενη θέση της Ολομέλειας ή Τμήματος του Αρείου Πάγου.

 

Άρθρο 30

            Παρ. 1: προβλέπεται η δυνατότητα διορισμού ως ανακριτή και Προέδρου Πρωτοδικών. Η θητεία των ανακριτών ορίζεται 2ετής, σε αντίθεση με όσα προβλέπει σήμερα ο ισχύων ΚΟΔΚΔΛ και όσα προέβλεπε το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ. Για τον ορισμό ανακριτών, πλην των Πρωτοδικείων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά, τίθεται ως επιπλέον προϋπόθεση οι συγκεκριμένοι δικαστές να μην είχαν ασκήσει καθήκοντα ανακριτή σε άλλο πρωτοδικείο και εφόσον η υπηρεσία τους αυτή είναι συνεχόμενη. Σε σχέση με την θητεία των ανακριτών, η οποία προκειμένου για τα Πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά προβλέπεται σήμερα 3ετής, θα πρέπει να προβλεφθεί με μεταβατική διάταξη ότι οι νέες ρυθμίσεις εφαρμόζονται μόνο για τους ανακριτές που ορίζονται μετά την έναρξη ισχύος του νέου ΚΟΔΚΔΛ, διότι σε διαφορετική περίπτωση υπάρχει κίνδυνος μαζικής αποχώρησης ανακριτών από τα πιο πάνω δικαστήρια, κάτι που θα στερήσει τα ανακριτικά γραφεία, αλλά και τα δικαστικά συμβούλια από έμπειρους ανακριτές. Για την δυνατότητα ορισμού ως ανακριτών και Προέδρων Πρωτοδικών γίνεται συνολική παρουσίαση και κριτική κατά την ανάλυση της παρ. 4 του άρθρου 30.

            Παρ. 2: προβλέπεται η δυνατότητα ορισμού ως επίκουρου ανακριτή και Προέδρου Πρωτοδικών.

            Παρ. 3: προβλέπεται η δυνατότητα ορισμού ως αναπληρωτή ανακριτή και Προέδρου Πρωτοδικών.

            Παρ. 4: η διατήρηση της παρ. 4 φαίνεται αδικαιολόγητη, ενόψει των νέων προβλέψεων των προηγούμενων παραγράφων, που αφορούν στη δυνατότητα ορισμού Προέδρου Πρωτοδικών ως ανακριτή, επίκουρου ανακριτή και αναπληρωτή ανακριτή. Η ορθή αντιμετώπιση του ζητήματος επιβάλλει τη διατήρηση της διατύπωσης του αντίστοιχου άρθρου 30 του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, που αναγνώριζε την δυνατότητα ορισμού ανακριτή μόνο σε Πρωτοδίκες και εξαιρετικά, σε επείγουσες περιπτώσεις, και του Προέδρου Πρωτοδικών. Η δυνατότητα ορισμού ως ανακριτών Προέδρων Πρωτοδικών είχε προβλεφθεί στο παρελθόν για ορισμένα ιδιαίτερης βαρύτητας εγκλήματα, αλλά ήδη και μετά τον Ν. 4622/2019 η επιλογή αυτή εγκαταλείφθηκε από τον νομοθέτη. Ο κατά κανόνα ορισμός Προέδρων Πρωτοδικών ως ανακριτών αναμένεται να δημιουργήσει σοβαρές δυσλειτουργίες στα δικαστικά συμβούλια, στη σύνθεση των οποίων μόνο ένας πρόεδρος μπορεί να μετέχει, τα οποία πλέον θα λειτουργούν (σε σχέση με το ισχύον σήμερα καθεστώς) με μειωμένη σύνθεση, ενώ θα επιφέρει αδικαιολόγητη επιβάρυνση των ανακριτών-Πρωτοδικών, κάτι που θα καθυστερεί τον χειρισμό των ανακριτικών δικογραφιών.

            Παρ. 5: η θητεία των δικαστών ανηλίκων ορίζεται 2ετής, σε αντίθεση με τα ισχύοντα σήμερα και με τις προβλέψεις του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, όπου προβλέπεται 3ετής θητεία. Επίσης, προβλέπεται ότι ο ορισμός των δικαστών ανηλίκων γίνεται με Π.Δ., που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του διευθύνοντος το δικαστήριο, απαλείφοντας την πρόβλεψη για πρόταση του εισαγγελέα εφετών. Με τον τρόπο αυτό γίνεται κατ’ αποτέλεσμα δεκτή η σχετική πρόταση της ΕΔΕ στα πλαίσια λειτουργίας της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής, προκειμένου να γίνει σεβαστό το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων. Απαλείφεται η πρόβλεψη για τον τρόπο ορισμού δικαστή ανηλίκων στο Εφετείο.

            Παρ. 6: η ανανέωση της θητείας των ανακριτών, των δικαστών ανηλίκων και των εισαγγελέων ανηλίκων προβλέπεται για 1 έτος, σε αντίθεση με όσα ισχύουν σήμερα και όσα προέβλεπε το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ, όπου η θητεία τους μπορούσε να ανανεωθεί για 2 και 3 έτη αντίστοιχα.

 

Άρθρο 31

            Παρ. 3: Απαλείφονται τα δύο τελευταία εδάφια του αντίστοιχου ισχύοντος σήμερα άρθρου 27 ΚΟΔΚΔΛ, που προβλέπουν αρμοδιότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης να ζητήσει από ανώτερο δικαστήριο την τροποποίηση ή συμπλήρωση ή ακύρωση της απόφασης της ολομέλειας ενός δικαστηρίου σχετικά με την κατάρτιση των τμημάτων που θα λειτουργήσουν κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Όπως ήδη αναφέρθηκε και πιο πάνω η διάταξη αυτή (όπως και αρκετές άλλες) αποτυπώνουν την επιλογή της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής που συνέταξε το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ, που υιοθετείται στο σημείο αυτό και από το νέο σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ, να απαλείψει ισχύουσες ρυθμίσεις που αναγνωρίζουν δικαίωμα του Υπουργού Δικαιοσύνης να παρεμβαίνει στη λειτουργία της δικαιοσύνης.

            Κατάργηση παρ. 5 άρθρου 27 ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ: Απαλείφεται από το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ, κατά την αντίστοιχη επιλογή του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, η ισχύουσα σήμερα παρ. 5 του αντίστοιχου άρθρου 27 ΚΟΔΚΔΛ και συνεπώς δεν υπάρχει υποχρέωση δήλωσης του τόπου διακοπών των δικαστικών λειτουργών, η οποία ενόψει και της σύγχρονης τεχνολογίας έχει περιπέσει σε αχρησία.

 

Άρθρο 43

            Παρ. 4: το όριο ηλικίας για τον διορισμό δικαστικού λειτουργού καθορίζεται με παραπομπή στα όρια ηλικίας που προβλέπει ο νόμος για τη λειτουργία της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών.

 

Άρθρο 44

            Παρ. 1: από την περ. ι΄ απαλείφθηκε η πρόβλεψη του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ για άρση του κωλύματος διορισμού δικαστικού λειτουργού σε περίπτωση έκδοσης αμετάκλητης απόφασης ή αμετάκλητου βουλεύματος που παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, ενώ κατά το άρθρο 45 παρ. 1 εδ. α΄ του νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ ρητά αναφέρεται ότι η παραγραφή των εγκλημάτων του άρθρου 44 παρ. 1 περ. ε΄ δεν αίρει το κώλυμα. Οι νέες αυτές ρυθμίσεις, ενόψει της ενότητας του δικαιικού μας συστήματος και της συμβατότητας της εσωτερικής νομοθεσίας με τα διεθνή νομοθετήματα, κρίνεται ότι αντίκεινται στο τεκμήριο αθωότητας, αφού εισάγοντας κώλυμα διορισμού για πρόσωπο που δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ουσιαστικά τον αντιμετωπίζει ως ένοχο χωρίς προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη του. Από τη διάταξη αυτή (περ. ι΄) απαλείφθηκε η πρόβλεψη για τον χρόνο υποβολής της αίτησης του υποψήφιου προς το δικαστικό συμβούλιο, που κρίνει το ήθος και τον χαρακτήρα του, για την περίπτωση αύξησης του αριθμού των εισακτέων σπουδαστών με τροποποίηση της προκήρυξης του εισαγωγικού διαγωνισμού.

 

Άρθρο 45

            Παρ. 1: σε σχέση με τη διατήρηση του κωλύματος διορισμού δικαστικού λειτουργού σε περίπτωση παραγραφής των εγκλημάτων του άρθρου 44 παρ. 1 περ. ε΄ ισχύουν όσα αναφέρονται στο άρθρο 44.

 

Άρθρο 46

            Παρ. 1: για τον αναδιορισμό δικαστή που παραιτήθηκε για οποιονδήποτε λόγο ή απολύθηκε λόγω σωματικής ανικανότητας απαιτείται με το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ υποβολή αίτησης εντός 3 ετών από την έξοδό του από την υπηρεσία, ενώ ο ισχύων ΚΟΔΚΔΛ και το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ προβλέπουν προθεσμία 5 ετών.

            Παρ. 3: για τον αναδιορισμό δικαστικού λειτουργού δεν λαμβάνεται υπόψη ο τυχόν διορισμός ή επαναδιορισμός του ως δικηγόρου, μετά την έξοδό του από την υπηρεσία. Αντίθετη ρύθμιση περιέχει ο ισχύων ΚΟΔΚΔΛ και το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ.

 

Άρθρο 47

            Παρ. 3: παρέμεινε η διάταξη που επιβάλλει στον δικαστικό λειτουργό να διαμένει στην έδρα του δικαστηρίου, στο οποίο υπηρετεί. Κατά τις εργασίες της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής η ΕΔΕ είχε προτείνει την κατάργηση της αναχρονιστικής αυτής διάταξης, αλλά τελικά παρέμεινε και στο Αρχικό Σχέδιο του ΚΟΔΚΔΛ η πρόβλεψη αυτή. Η διατήρηση μιας διάταξης ξεπερασμένης από τον σύγχρονο τρόπο ζωής και την ευχέρεια στις μετακινήσεις κρίνεται αδικαιολόγητη. Σημειώνεται ότι με το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ (κατά τις σχετικές προβλέψεις του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ) καταργείται η πρόβλεψη του άρθρου 40 παρ. 4 ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ, που προϋποθέτει άδεια του διευθύνοντος το δικαστήριο για την απομάκρυνση του δικαστικού λειτουργού από την έδρα του κατά τις ημέρες αργίας. Επιβάλλεται, πάντως, στο σημείο αυτό, για την αποφυγή παρερμηνειών, η νομοθετική διευκρίνιση ότι η απομάκρυνση του δικαστικού λειτουργού από την έδρα του δικαστηρίου κατά τις ημέρες αργίας είναι σε κάθε περίπτωση επιτρεπτή.

            Παρ. 7: προστίθεται η νέα αυτή παράγραφος, που ορίζει ότι «ο δικαστικός λειτουργός έχει θεμελιώδες καθήκον να τηρεί το απόρρητο των διασκέψεων».

 

Άρθρο 48

            Παρ. 2: στη διάταξη αυτή προβλέπεται η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές. Είναι αναγκαία η προσθήκη στη διάταξη αυτή ρητής πρόβλεψης για υποχρεωτική συμμετοχή εκπροσώπων των Δικαστικών Ενώσεων στις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές που συγκροτούνται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Το πρόβλημα του αποκλεισμού των Δικαστικών Ενώσεων από τις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, ως έλλειμμα του κράτους δικαίου, έχει αναδειχθεί με τοποθετήσεις της ΕΔΕ και τις σχετικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαστών.

 

Άρθρο 49

            Παρ. 1 και 2: απαλείφεται από τις παρ. 1 και 2 το κώλυμα υπηρέτησης των δικαστικών λειτουργών στον τόπο γέννησής τους. Έτσι, υιοθετείται η σχετική ρύθμιση του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, που απάλειψε τον λόγο αυτό κωλύματος, διότι κρίθηκε ότι ο ιδιαίτερος δεσμός του δικαστικού λειτουργού με ορισμένο τόπο, που μπορεί να επηρεάσει την άσκηση των καθηκόντων του, δεν μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στο τυχαίο γεγονός της γέννησής του σε ορισμένο τόπο, χωρίς τη συνδρομή άλλου πρόσθετου στοιχείου. Παράλληλα, η παρ. 2 μειώνει (σε σχέση με τον ισχύοντα σήμερα ΚΟΔΚΔΛ) το χρονικό διάστημα, εντός του οποίου θα υπολογιστεί η 3ετής εγκατάσταση του δικαστικού λειτουργού ή του/της συζύγου του, από 10 σε 5 έτη, όπως είχε προτείνει η ΕΔΕ στα πλαίσια λειτουργίας της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής και είχε υιοθετηθεί από το Αρχικό Σχέδιο του ΚΟΔΚΔΛ.

            Παρ. 4: επεκτείνονται οι εξαιρέσεις της παρ. 4, στις οποίες επομένως δεν ισχύουν τα κωλύματα εντοπιότητας, (πέρα από τις υφιστάμενες και υπό τον ισχύοντα ΚΟΔΚΔΛ εξαιρέσεις στην Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιά, Πάτρα, Ηράκλειο, Λάρισα, Βόλο, Ιωάννινα και Χανιά) και στις εξής πόλεις: Τρίκαλα, Χαλκίδα, Σέρρες, Αλεξανδρούπολη, Ξάνθη, Κατερίνη, Καλαμάτα, Καβάλα, και Λαμία. Έτσι, υιοθετείται από το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ κατά το μεγαλύτερο μέρος της η πρόταση της ΕΔΕ, που είχε τεθεί στα πλαίσια της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής και είχε απορριφθεί από το Αρχικό Σχέδιο του ΚΟΔΚΔΛ.

            Παρ. 5: Διευκρινίζεται ότι τα κωλύματα εντοπιότητας εκ της εξ αγχιστείας συγγένειας ισχύουν μόνο κατά τη διάρκεια του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης και δεν διατηρούνται μετά την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου ή τη λύση του συμφώνου συμβίωσης. Διευρύνονται και εδώ οι εξαιρέσεις από το κώλυμα της παρ. 5 και πλέον το κώλυμα αυτό δεν ισχύει για τα δικαστήρια των πόλων Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Πειραιώς, Πάτρας, Λάρισας, Ηρακλείου, Βόλου, Ιωαννίνων, Τρικάλων, Χαλκίδας, Σερρών, Αλεξανδρούπολης, Ξάνθης, Κατερίνης, Καλαμάτας, Χανίων και Λαμίας.

            Σε σχέση με τις εξαιρέσεις των παρ. 4 και 5 από τα πιο πάνω κωλύματα παρατηρείται ότι ενώ περιλαμβάνεται σ’ αυτές η Λαμία, παραλείπεται το Αγρίνιο, το πολεοδομικό συγκρότημα του οποίου είχε κατά την τελευταία απογραφή (έτους 2011) περισσότερους μόνιμους κατοίκους. Για δικαιότερη καθιέρωση των εξαιρέσεων από τα πιο πάνω κωλύματα προτείνεται η θέσπιση ενός συγκεκριμένου πληθυσμιακού κριτηρίου (πόλεις ή πολεοδομικά συγκροτήματα με περισσότερους από 50.000 κατοίκους), λαμβάνοντας παράλληλα ιδιαίτερη πρόνοια για τα νησιά, ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούν σ’ αυτά. Παρατηρείται εδώ ότι ενώ ο ισχύων ΚΟΔΚΔΛ περιλαμβάνει στις εξαιρέσεις από τα κωλύματα εντοπιότητας τη Ρόδο, το άρθρο 49 του νέου Σχεδίου την εξαιρεί. Η επαναφορά του κωλύματος εντοπιότητας για τη Ρόδο (ο πληθυσμός της οποίας κατά την τελευταία απογραφή του 2011 ανερχόταν σε 115.490 κατοίκους) δεν έχει κάποια δικαιολογητική βάση, ενώ θα οδηγήσει σε ανατροπή των συνθηκών της ζωής των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, οι οποίοι με βάση την ισχύουσα (από το έτος 1989) ρύθμιση, που ρητώς εξαιρούσε την Ρόδο από τα κωλύματα εντοπιότητας, διαβιούν με την οικογένειά τους στην απομακρυσμένη αυτή νήσο. Με βάση τις επισημάνσεις αυτές προτείνεται να περιληφθούν στις εξαιρέσεις των παρ. 4 και 5 και τα δικαστήρια των πόλεων του Αγρινίου, της Κομοτηνής και της Ρόδου.

 

Άρθρο 50

            Παρ. 3: Στο εδ. β΄ της παρ. 3 επαναλαμβάνεται η αντίστοιχη πρόβλεψη του ισχύοντος σήμερα ΚΟΔΚΔΛ (άρθρο 43 παρ. 3 ΚΟΔΚΔΛ), κατά την οποία «ως μη παροχή υπηρεσίας (σημείωση: που δικαιολογεί την περικοπή μισθού) νοείται και η, κατά την κρίση των οργάνων που αναφέρονται στην επόμενη παράγραφο, κατ’ επανάληψη αδικαιολόγητη καθυστέρηση παράδοσης σχεδίων αποφάσεων και δικογραφιών που του ανατίθενται προς επεξεργασία, καθώς και η αδικαιολόγητη μη συμμετοχή στις συνεδριάσεις των οργάνων του δικαστηρίου ή η αδικαιολόγητη μη εκτέλεση υπηρεσίας που του ανατέθηκε αρμοδίως». Σημειώνεται εδώ ότι η διάταξη αυτή είχε απαλειφθεί από το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ ως μη σκόπιμη, διότι συνιστά άσκηση οιονεί πειθαρχικής εξουσίας, κατά παρέκκλιση από τα ουσιαστικά και δικονομικά εχέγγυα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 90 επ. ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ για την εν γένει απόδοση πειθαρχικών ευθυνών σε δικαστικούς λειτουργούς. Οι επισημάνσεις αυτές της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα και θεωρείται επιβεβλημένη η απάλειψη της διάταξης του εδ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 50 του νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ.

            Παρ. 8: στην παρ. 8 προστίθεται εδ. β΄, κατά το οποίο «τα οδοιπορικά έξοδα και η ημερήσια αποζημίωση καταβάλλονται εντός μηνός από την εκτέλεση της υπηρεσίας». Επαναλαμβάνεται, έτσι, η αντίστοιχη διάταξη που για πρώτη φορά προβλέφθηκε στο Αρχικό Σχέδιο του ΚΟΔΚΔΛ προκειμένου να μην καθυστερεί υπέρμετρα η καταβολή των εξόδων και αποζημιώσεων, δεδομένου ότι οι δικαστικοί λειτουργοί που μετακινούνται εκτός έδρας προκαταβάλλουν όλα τα έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση της υπηρεσίας αυτής.

 

Άρθρο 51

            Το άρθρο 51 νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ αποτελεί νέα διάταξη σε σχέση με τον ισχύοντα σήμερα ΚΟΔΚΔΛ και επαναλαμβάνει αυτούσια την αντίστοιχη πρόβλεψη του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ. Με τη διάταξη αυτή αφενός θεσπίζεται εξαίρεση των δικαστικών λειτουργών από την αυτόφωρη διαδικασία επί πλημμελημάτων σε εναρμόνιση με τα ισχύοντα για άλλες κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων (δικηγόροι, αστυνομικά όργανα), αλλά και προς προστασία των δικαστικών λειτουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους από καταχρηστικές απόπειρες παρέλκυσης της δίκης και προς διασφάλιση της ομαλής περάτωσης αυτής αφετέρου εκδηλώνεται η μέριμνα της Πολιτείας για τις οικογένειες των δικαστικών λειτουργών, θυμάτων εγκληματικών ή τρομοκρατικών ενεργειών και η αναγνώριση της προσφοράς τους με σεβασμό στο δημόσιο συμφέρον, κατ’ αναλογία προς τα προβλεπόμενα για άλλες κατηγορίες θυμάτων τέτοιων ενεργειών.

 

Άρθρο 52

            Παρ. 3: το εδ. γ΄ αφορούσε στον πρωτοδίκη που υπηρετεί σε αυτοτελές μονομελές πρωτοδικείο. Μετά την κατάργηση της δυνατότητας ίδρυσης αυτοτελών μονομελών πρωτοδικείων (με την κατάργηση της σχετικής πρόβλεψης στο άρθρο 2 ΚΟΔΚΔΛ) το εδάφιο αυτό πρέπει να απαλειφθεί.

            Παρ. 12: διατηρείται η διάταξη του ισχύοντος και σήμερα ΚΟΔΚΔΛ, που προβλέπει ότι ο δικαστικός λειτουργός δεν έχει δικαίωμα να κάνει χρήση δικαστικών διακοπών ή κανονικής άδειας, εφόσον κατά την κρίση του διευθύνοντος το δικαστήριο υπάρχει κίνδυνος ουσιώδους καθυστέρησης στην έκδοση αποφάσεων ή βουλευμάτων σε επείγουσες υποθέσεις. Σημειώνεται εδώ ότι το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ είχε υιοθετήσει σχετική πρόταση της ΕΔΕ και προέβλεψε την κατάργηση της δυνατότητας αυτής, καθώς κρίθηκε ότι η διάταξη αυτή υποκρύπτει στην πραγματικότητα επιβολή πειθαρχικής ποινής και για τον λόγο αυτό είναι αμφίβολης συνταγματικότητας (βλ. και τις σχετικές σκέψεις της Αιτιολογικής Έκθεσης του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ). Τα προβλήματα συνταγματικότητας της διάταξης αυτής και η ελάχιστη πρακτική εφαρμογή της επιβάλλουν την κατάργησή της.

 

Άρθρο 53

Στο άρθρο αυτό επαναλαμβάνονται κατά βάση οι ισχύουσες και σήμερα διατάξεις για τις άδειες μητρότητας και ανατροφής τέκνων. Οι άδειες αυτές χορηγούνται από τον διευθύνοντα το δικαστήριο ή την εισαγγελία και όχι από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, όπως προβλέπεται σήμερα. Σημειώνεται εδώ ότι κατά πρόταση της ΕΔΕ στα πλαίσια της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής, που υιοθετήθηκε και από το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ, καταργείται η διάταξη του άρθρου 44 παρ. 24 ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ, που ορίζει ότι σε περίπτωση που ο σύζυγος δικαστικού λειτουργού δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ο δικαστικός λειτουργός δεν δικαιούται να κάνει χρήση της άδειας ανατροφής τέκνου, διάταξη που κρίθηκε ότι αντίκειται στο άρθρο 21 παρ. 1 Συντ. Ωστόσο, μετά τις πρόσφατες τροποποιήσεις του οικογενειακού δικαίου επιβάλλεται η ειδική ρύθμιση για τη χορήγηση της άδειας αυτής σε περίπτωση συνεπιμέλειας μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης ή τη λύση του γάμου.

 

Άρθρο 54

            Παρ. 2: η παραπομπή σε υγειονομική επιτροπή προβλέπεται για την περίπτωση αναρρωτικής άδειας ή απουσίας λόγω ασθενείας σε δύο διαδοχικές δικασίμους (δηλ. αν πρόκειται για ποινική ή πολιτική δικάσιμο) σε αντίθεση με την αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ και του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, που περιείχαν σχετική πρόβλεψη μόνο για την περίπτωση απουσίας σε δύο διαδοχικές «πολιτικές» δικασίμους.

 

Άρθρο 56

            Παρ. 2: Από τα κριτήρια επιλογής των δικαστικών λειτουργών σε προγράμματα επιμόρφωσης απαλείφθηκε «ο αριθμός των εκκρεμών υποθέσεων των ενδιαφερομένων δικαστικών λειτουργών». Το κριτήριο αυτό πρέπει να προστεθεί στο νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ, αφού αποτελεί ένα ασφαλές και αξιοκρατικό κριτήριο για την υπηρεσιακή απόδοση των δικαστικών λειτουργών και ταυτόχρονα μειώνει τους κινδύνους καθυστερήσεων στην απονομή της δικαιοσύνης.

 

Άρθρο 57

            Το άρθρο 57 του νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ επαναλαμβάνει κατά βάση τις ρυθμίσεις του ισχύοντος σήμερα άρθρου 47 ΚΟΔΚΔΛ για την τήρηση και οργάνωση των ατομικών φακέλων των δικαστικών λειτουργών που τηρούνται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, με ορισμένες νομοτεχνικές βελτιώσεις και διευκρινίσεις. Ενόψει της διαπίστωσης αντίθετης πρακτικής σε ορισμένα δικαστήρια κρίθηκε αναγκαίο να τεθεί στη νέα διάταξη ρητά στην περ. στ΄ της παρ. 3 η αυτονόητη προσθήκη ότι το δικαίωμα του δικαστικού λειτουργού να λαμβάνει γνώση του ατομικού φακέλου εμπεριέχει και το δικαίωμα να λαμβάνει αντίγραφα, με φωτοτυπία ή με κάθε άλλο μηχανικό μέσο, χωρίς την ανάγκη οποιασδήποτε προηγούμενης άδειας προς τούτο, όλων των στοιχείων του φακέλου, περιλαμβανομένων και των στοιχείων που αφορούν στην επιθεώρηση αυτού ή σε πειθαρχικές διαδικασίες. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η απαγόρευση ανακοίνωσης των στοιχείων του φακέλου δικαστικού λειτουργού σε άλλα πρόσωπα, πλην των ρητώς αναφερομένων, αφορά σε όλα τα στοιχεία του ατομικού φακέλου, ήτοι και στις εκθέσεις επιθεώρησης.

 

Άρθρο 59

            Παρ. 2: το εδ. β΄ προβλέπει για πρώτη φορά ρητά ότι η προαγωγή ειρηνοδικών με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου ανατρέχει στον χρόνο συμπλήρωσης των απαιτούμενων ετών υπηρεσίας. Η διάταξη αυτή τέθηκε για πρώτη φορά στο Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ με πρόταση της ΕΔΕ και αντιμετωπίζει τις αδικίες που προκαλεί υπό το ισχύον σύστημα, ενόψει της παρατηρούμενης στην πράξη καθυστέρησης έκδοσης του προβλεπόμενου στη διάταξη αυτή προεδρικού διατάγματος σχετικά με την προαγωγή των Ειρηνοδικών. Επίσης, με βάση το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ το ερώτημα για την πλήρωση των κενών αποστέλλεται εντός του Απριλίου, σε αντίθεση με την ισχύουσα πρόβλεψη για αποστολή του ερωτήματος εντός του Μαΐου.

            Παρ. 3: η παρ. 3 προβλέπει τη διαδικασία επιλογής του Προέδρου, του Εισαγγελέα και των Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου. Η επιλογή στις θέσεις αυτές από το Υπουργικό Συμβούλιο γίνεται μεταξύ των 10 αρχαιοτέρων από τους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν τα τυπικά προσόντα, όταν η προς πλήρωση θέση είναι μία και για κάθε επιπλέον θέση ο αριθμός των υποψηφίων αυξάνεται κατά 4. Ο τρόπος αυτός επιλογής του Προέδρου, του Εισαγγελέα και των Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου κινείται στη σωστή κατεύθυνση, με απόλυτο σεβασμό στην αρχαιότητα (επετηρίδα) και είχε υποδειχθεί ως ορθότερη διαδικασία από το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ. Ωστόσο, η διεύρυνση του αριθμού των υποψηφίων για την κάλυψη των θέσεων αυτών (10 όταν η προς κάλυψη θέση είναι μία και 4 για κάθε επιπλέον θέση) είναι υπερβολική και προτείνεται η υιοθέτηση της αντίστοιχης πρόβλεψης του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, κατά το οποίο η επιλογή για τις θέσεις αυτές πρέπει να γίνεται μεταξύ των 6 αρχαιοτέρων, όταν η προς πλήρωση θέση ήταν μία και για κάθε επιπλέον θέση ο αριθμός των υποψηφίων αυξάνεται κατά 2.

            Παρ. 5: η διάταξη αυτή αποδίδει τον ισχύοντα και σήμερα τρόπο προαγωγής στους βαθμούς του Αρεοπαγίτη, του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Προέδρου Εφετών και του Εισαγγελέα Εφετών. Ειδικότερα, προβλέπεται η κατ’ απόλυτη εκλογή προαγωγή και απαιτείται η ύπαρξη εξαιρετικών ουσιαστικών προσόντων. Συνεπώς, ο τρόπος προαγωγής στους βαθμούς αυτούς δεν μεταβάλλεται με το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ.

            Παρ. 9: το εδ. β΄ προβλέπει τις περιπτώσεις αδικαιολόγητης καθυστέρησης, οι οποίες δικαιολογούν την παράλειψη του δικαστικού λειτουργού από τις προαγωγές. Οι ρυθμίσεις αυτές αποδίδουν το ισχύον και σήμερα καθεστώς, σε σχέση με την καθυστέρηση στην έκδοση των αποφάσεων και τις προθεσμίες που προβλέπονται. Ωστόσο, παρατηρείται ένας αδικαιολόγητος περιορισμός της προθεσμίας θεώρησης των αποφάσεων από 1 μήνα σε 15 ημέρες, ενώ υπό τις σημερινές συνθήκες απονομής της δικαιοσύνης και την ιδιαίτερη επιβάρυνση των δικαστικών λειτουργών η προθεσμία δημοσίευσης των δικαστικών αποφάσεων πρέπει να αυξηθεί από 6 σε 8 μήνες. Αντίστοιχη προσαρμογή πρέπει να γίνει και στο άρθρο 109 του νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, όπου ορίζονται τα πειθαρχικά παραπτώματα. Τονίζεται στο σημείο αυτό ότι ο προσδιορισμός του χρόνου έκδοσης των αποφάσεων σε 8 μήνες επιβάλλεται προκειμένου ο νέος ΚΟΔΚΔΛ να εναρμονιστεί προς τις αντίστοιχες προβλέψεις του άρθρου 307 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου ρητά αναφέρεται ότι μόνο μετά την πάροδο 8 μηνών ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Επιθεώρησης των Δικαστηρίων ερευνά το δικαιολογημένο ή μη της καθυστέρησης στην έκδοση της απόφασης. Σε σχέση με τη διάταξη αυτή η ΕΔΕ πρότεινε ήδη κατά τις εργασίες της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής την τροποποίηση της παρ. 9 και συγκεκριμένα την πρόβλεψη στην περ. α΄ της ακόλουθης διάταξης: «δεν αποτελεί λόγο παράλειψης από την προαγωγή στον επόμενο βαθμό η καθυστέρηση στη δημοσίευση και θεώρηση αποφάσεων που εκδίδει ο δικαστής, καθώς και η επεξεργασία δικογραφιών από τον εισαγγελικό λειτουργό, παρά μόνο με ειδική αιτιολογία του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου» και τη θέσπιση νέου εδαφίου ως εξής: «δεν είναι αδικαιολόγητη η καθυστέρηση που οφείλεται στην ιδιαίτερη δυσκολία ή στον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που χειρίζεται ο δικαστικός λειτουργός». Δικαιολογητικός λόγος της προτεινόμενης αυτής νομοθετικής αλλαγής είναι οι προφανείς αδικίες στις οποίες μπορεί να οδηγήσει η υφιστάμενη σήμερα ρύθμιση, που επαναλαμβάνεται και στο νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ και έχει απόλυτο χαρακτήρα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η βαρύτητα των υποθέσεων που επεξεργάζεται ο δικαστικός λειτουργός. 

            Παρ. 10: διευρύνεται από 7 σε 10 έτη το χρονικό διάστημα στο οποίο μπορεί να ανατρέχει η προηγούμενη πειθαρχική τιμωρία του υπό προαγωγή δικαστικού λειτουργού. Η νέα αυτή πρόβλεψη θεωρείται ότι έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της αναλογικότητας, ενόψει του ότι οι προηγούμενες (τουλάχιστον δύο) τιμωρίες του δικαστικού λειτουργού, που αρκούν για να κριθεί μη προακτέος, δεν αφορούν κατ’ ανάγκη σε σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα, ενόψει και του ότι δεν λαμβάνεται υπόψη το είδος της πειθαρχικής ποινής που επιβλήθηκε, ενώ το χρονικό αυτό διάστημα (των 10 ετών) αφορά όχι τον χρόνο εμφάνισης της προηγούμενης καθυστέρησης, αλλά τον χρόνο επιβολής της πειθαρχικής ποινής και συνεπώς η κρίση για την προαγωγή ή μη του δικαστικού λειτουργού συνδέεται με στοιχεία που απέχουν πολλά έτη από τον χρόνο κρίσης για την προαγωγή ή μη αυτού.

 

Άρθρο 60

            Παρ. 3: η διάταξη αυτή αποτελεί επανάληψη της ισχύουσας και σήμερα διάταξης του άρθρου 50 παρ. 3 ΚΟΔΚΔΛ. Σημειώνεται, πάντως, εδώ ότι στα πλαίσια λειτουργίας της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής που συνέταξε το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ, η ΕΔΕ είχε προτείνει την προσθήκη νέου εδαφίου με το εξής περιεχόμενο: «η απόφαση για την τοποθέτηση ή την μετάθεση δικαστικών λειτουργών λαμβάνεται με βάση την αρχαιότητα. Κατ’ εξαίρεση και για θέσεις που δεν υπερβαίνουν το 10% των κρινομένων επιτρέπεται η παρά την αρχαιότητα μετάθεση ή τοποθέτηση για κοινωνικούς λόγους, ιδίως για λόγους υγείας, συνυπηρέτησης και οικογενειακούς λόγους. Μετάθεση ή τοποθέτηση σε θέση καθ’ υπέρβαση των οργανικών θέσεων αποκλείεται». Η πρόταση αυτή της ΕΔΕ, σεβόμενη πλήρως την θεμελιώδη αρχή της αρχαιότητας, η οποία αποτέλεσε τη βάση για τη διαμόρφωση του νέου τρόπου επιλογής των μελών των Ανωτάτων Δικαστηρίων και την οποία ακολουθεί και το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ, πρότεινε μία διαφανή και δίκαιη διαδικασία μεταθέσεων και τοποθετήσεων των δικαστικών λειτουργών, την οποία πρέπει να ακολουθήσει και ο νέος ΚΟΔΚΔΛ, μεταξύ άλλων και για λόγους συνοχής του νομοθετήματος.

            Παρ. 5: Η διάταξη αυτή μεταφέρει (σχεδόν αυτούσια) την αντίστοιχη διάταξη του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, που περιλήφθηκε με πρόταση της ΕΔΕ. Συγκεκριμένα με τη διάταξη αυτή επέρχεται σημαντική αλλαγή στο καθεστώς συνυπηρέτησης δικαστικών λειτουργών με συζύγους ή συνδεόμενους με σύμφωνο συμβίωσης και έτσι αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο η συνυπηρέτηση δικαστικού λειτουργού με σύζυγο ή μέρος συμφώνου συμβίωσης δημόσιο υπάλληλο ή υπάλληλο νπδδ, κατ’ αναλογία όσων ισχύουν και σε άλλους κλάδους εργαζομένων στο Δημόσιο. Ωστόσο, παρατηρείται ότι προσθήκη της φράσης «με βάση τις υπηρεσιακές ανάγκες», που δεν υπήρχε στο Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ μπορεί να οδηγήσει σε παρερμηνείες και να ακυρώσει στην πράξη την σημαντική τομή που επιχειρείται με την νέα αυτή διάταξη και για τον λόγο αυτό προτείνεται η απάλειψή της από το κείμενο του νόμου. Επίσης, προτείνεται η αντίστοιχη πρόβλεψη για ειδικές κατηγορίες εργαζομένων, όπως για όσους υπηρετούν στα Σώματα Ασφαλείας, στο Λιμενικό Σώμα και στις Ένοπλες Δυνάμεις και η διευκρίνιση ότι στα νπδδ περιλαμβάνονται και οι ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού.

 

Άρθρο 61

            Παρ. 6: με τη διάταξη αυτή επεκτείνεται η δυνατότητα απόσπασης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης δικαστικών λειτουργών και σε όσους έχουν βαθμό προέδρου πρωτοδικών και εισαγγελέα πρωτοδικών. Υπό την ισχύουσα διάταξη και την αντίστοιχη του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ η δυνατότητα αυτή αναγνωριζόταν μόνο σε σχέση με δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό τουλάχιστον εφέτη ή αντεισαγγελέα εφετών. Η αλλαγή αυτή προφανώς εναρμονίζει τις προϋποθέσεις απόσπασης με εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 10 παρ. 10 Ν. 2331/1995 για την Ειδική Νομική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

            Παρ. 7: η παρ. 7 προβλέφθηκε για πρώτη φορά στο Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ και επαναλήφθηκε αυτούσια και στο νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ. Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται η καταβολή των εξόδων για την εγκατάσταση και τις μετακινήσεις του δικαστικού λειτουργού στο δικαστήριο ή στην εισαγγελία που αποσπάται, καθώς και στις περιπτώσεις μετάβασής του σε μεταβατικές έδρες ή για επιθεωρήσεις στα δικαστήρια τον επόμενο μήνα της πραγματοποίησής τους. Η ρύθμιση αυτή αποτέλεσε πρόταση της ΕΔΕ, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το απαράδεκτο φαινόμενο της καθυστέρησης καταβολής στους δικαστικούς λειτουργούς των ποσών που οφείλονται σε αυτούς για τις προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό υπηρεσιακές μετακινήσεις.

            Κατάργηση παρ. 8: Καταργείται η διάταξη της παρ. 8 του αντίστοιχου άρθρου 51 του ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ, που είχε προστεθεί με το άρθρο 40 Ν. 4745/2020 και κατά της οποίας η ΕΔΕ είχε δημόσια τοποθετηθεί για τον φωτογραφικό της χαρακτήρα. Η κατάργησή της είναι μία ορθή επιλογή προς την κατεύθυνση σεβασμού της ισότητας μεταξύ των δικαστικών λειτουργών και της αποφυγής ευνοϊκής μεταχείρισης μεμονωμένων προσώπων.

 

Άρθρο 65

            Παρ. 5: στο τελ. εδ. προβλέπεται η δυνατότητα ηλεκτρονικής κοινοποίησης των πινάκων αρχαιότητας στους δικαστικούς λειτουργούς.

 

Άρθρο 67

            Παρ. 3: προβλέπεται ότι πριν τη διαθεσιμότητα του δικαστικού λειτουργού λόγω νόσου πρέπει να προηγηθεί γνώμη της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής.

 

Άρθρο 87

            Παρ. 3: για τους παρέδρους πρωτοδικείου προβλέπεται φύλαξη στον ατομικό φάκελο, πέραν των λοιπών στοιχείων και «των στατιστικών στοιχείων της απόδοσής τους».

            Παρ. 6 και 7: καταργήθηκαν οι διατάξεις των παρ. 6 και 7 του αντίστοιχου άρθρου του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, που προέβλεπαν τη δυνατότητα μετάταξης των παρέδρων πρωτοδικείου σε κενές θέσεις παρέδρων εισαγγελίας και αντιστρόφως κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής υπηρεσίας.

 

Άρθρο 88

            Παρ. 1: η παραπομπή στο άρθρο 66 σε σχέση με την αρχαιότητα είναι εσφαλμένη, ενώ ορθή είναι η παραπομπή στο άρθρο 65.

            Παρ. 3: σε σχέση με το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ μειώνεται ο χρόνος παράτασης της δοκιμαστικής υπηρεσίας, για τους παρέδρους που δεν κρίνονται ώριμοι για προαγωγή, από 10 σε 6 μήνες.

 

Άρθρο 89

            Παρ. 7: η διάταξη αυτή, που προστέθηκε για πρώτη φορά με το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ, προβλέπει ότι για την προαγωγή μέχρι και τον βαθμό του προέδρου εφετών προϋπόθεση αποτελεί η ολοκλήρωση της παρακολούθησης των υποχρεωτικών προγραμμάτων επιμόρφωσης του άρθρου 40 παρ. 2 Ν. 4871/2021. Η πρακτική εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει την παροχή δυνατότητας σε όλους τους δικαστικούς λειτουργούς να παρακολουθούν τα προγράμματα επιμόρφωσης. Ωστόσο, η δυνατότητα της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔΙ) περιορίζεται στη συμμετοχή 150 δικαστικών λειτουργών στην περίπτωση της δια ζώσης διοργάνωσης κάθε επιμορφωτικού προγράμματος και σε 500 σε περίπτωση εξ αποστάσεως (διαδικτυακής) διενέργειάς του. Ενόψει της σταδιακής άρσης των περιοριστικών μέτρων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού η διενέργεια των επιμορφωτικών σεμιναρίων αναμένεται να γίνεται αποκλειστικά με δια ζώσης συμμετοχή των επιμορφούμενων δικαστικών λειτουργών και συνεπώς δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η συμμετοχή όλων των δικαστικών λειτουργών στα προγράμματα αυτά. Συνεπώς, πριν την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής θα πρέπει να εξασφαλιστεί η πραγματική δυνατότητα συμμετοχής όλων των δικαστικών λειτουργών στα υποχρεωτικά επιμορφωτικά προγράμματα της ΕΣΔΙ. Περαιτέρω, από το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ λείπουν μεταβατικές διατάξεις, ώστε η παρακολούθηση των υποχρεωτικών αυτών προγραμμάτων επιμόρφωσης για τους δικαστικούς λειτουργούς που είναι ήδη υπό προαγωγή κατά την έναρξη ισχύος του νέου ΚΟΔΚΔΛ να είναι ανάλογη του χρόνου που απομένει μέχρι να κριθούν για προαγωγή. Προτείνεται η έναρξη ισχύος της διάταξης του άρθρου 89 παρ. 7 νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ να μετατεθεί την 16.9.2023 και να προβλεφθεί ότι για το μετέπειτα χρονικό διάστημα για να προαχθεί ο δικαστικός λειτουργός στους πιο πάνω βαθμούς πρέπει να έχει παρακολουθήσει 1 υποχρεωτικό κύκλο προγραμμάτων για κάθε 2 έτη υπηρεσίας από την έναρξη ισχύος του νέου ΚΟΔΚΔΛ.

            Παρ. 8 και 9: προβλέπεται για πρώτη φορά η δυνατότητα προαγωγής σε Αρεοπαγίτη και Εφέτη με 7 έτη υπηρεσίας στον βαθμό αυτό (του Εφέτη) και συνολική πραγματική δικαστική υπηρεσία 26 τουλάχιστον ετών και αντίστοιχα σε Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντεισαγγελέα Εφετών με 7 έτη υπηρεσίας στον βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών και συνολική πραγματική δικαστική υπηρεσία 26 τουλάχιστον ετών. Η διάταξη αυτή κρίνεται άστοχη, καθώς θα έχει ως αποτέλεσμα την προαγωγή στον βαθμό του Αρεοπαγίτη δικαστικού λειτουργού που (τουλάχιστον στα μεγάλα Εφετεία της χώρας) δεν θα έχει προεδρεύσει σε κανένα ποινικό δικαστήριο του Εφετείου και συνεπώς δεν θα έχει αποκτήσει την απαιτούμενη εμπειρία. Παράλληλα, παρατηρείται ότι με την αύξηση κατά 86 των οργανικών θέσεων των Προέδρων Εφετών, ήδη από το 2019, αλλά και την αντίστοιχη μείωση των οργανικών θέσεων των Εφετών, δεν μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι δεν μπορεί να εξασφαλιστεί ο απαιτούμενος αριθμός κατάλληλων υποψηφίων για τον βαθμό του Αρεοπαγίτη μεταξύ των Προέδρων Εφετών.

            Παρ. 10: μειώνεται (σε σχέση με το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ) από 3 σε 2 έτη ο χρόνος υπηρεσίας στον βαθμό του Αρεοπαγίτη για την προαγωγή του στον βαθμό του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, ακολουθώντας ο νέος ΚΟΔΚΔΛ την σχετική τροποποίηση του άρθρου 77 παρ. 9 ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ με το άρθρο 24 Ν. 4800/2021.

            Παρ. 11: η παραπομπή στο άρθρο 60 παρ. 3 είναι εσφαλμένη και αφορά ορθότερα τη διάταξη του άρθρου 59 παρ. 3. Η διάταξη αυτή κατά το μέρος, που επιτρέπει την επιλογή του Προέδρου του Αρείου Πάγου και από Αρεοπαγίτες με υπηρεσία 2 ετών στον βαθμό του Αρεοπαγίτη, κρίνεται υπερβολική και προτείνεται η διατήρηση της αντίστοιχης πρόβλεψης του Αρχικού Σχεδίου του ΚΟΔΚΔΛ, κατά την οποία ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου επιλέγεται μόνο μεταξύ των Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου.

            Παρ. 12: και εδώ η παραπομπή στο άρθρο 60 παρ. 3 είναι εσφαλμένη και αφορά ορθότερα τη διάταξη του άρθρου 59 παρ. 3. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω η επιλογή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου πρέπει να γίνεται μόνο μεταξύ των Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου και όχι και των Αρεοπαγιτών με προϋπηρεσία 2 ετών, ενώ σε σχέση με τους Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου πρέπει να αυξηθεί η προϋπηρεσία στα 3 τουλάχιστον έτη.

            Παρ. 13 και 14: η προαγωγή στους βαθμούς του προέδρου πρωτοδικών, του εισαγγελέα πρωτοδικών, του εφέτη και του αντεισαγγελέα εφετών κατ’ εκλογή και η προαγωγή στους βαθμούς του αρεοπαγίτη, του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του προέδρου εφετών και του εισαγγελέα εφετών κατ’ απόλυτη εκλογή, ακολουθεί το υφιστάμενο και υπό τον ισχύοντα σήμερα ΚΟΔΚΔΛ σύστημα προαγωγών.

 

Άρθρο 90

            Στο άρθρο 90 (μετά την ίδρυση κατεύθυνσης Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών) αντιμετωπίζονται τα ζητήματα διορισμού και προαγωγών των ειρηνοδικών κατ’ αναλογία των αντίστοιχων προβλέψεων για τους Πρωτοδίκες. Το τελ. εδ. της παρ. 10 του άρθρου 90 του νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ προβλέπει, όπως αντίστοιχα και το άρθρο 89 παρ. 7 για την προαγωγή μέχρι και τον βαθμό του προέδρου εφετών, ότι προϋπόθεση για την προαγωγή ειρηνοδικών στην αμέσως επόμενη τάξη αποτελεί η ολοκλήρωση της παρακολούθησης των υποχρεωτικών προγραμμάτων επιμόρφωσης του άρθρου 40 παρ. 2 Ν. 4871/2021. Ισχύουν και εδώ οι παρατηρήσεις που έγιναν με αφορμή τη διάταξη του άρθρου 89 παρ. 7 σχετικά με την παροχή πραγματικής δυνατότητας παρακολούθησης των επιμορφωτικών προγραμμάτων από όλους τους δικαστικούς λειτουργούς. Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, από το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ λείπουν μεταβατικές διατάξεις, ώστε η παρακολούθηση των υποχρεωτικών αυτών προγραμμάτων επιμόρφωσης για τους δικαστικούς λειτουργούς που είναι ήδη υπό προαγωγή κατά την έναρξη ισχύος του νέου ΚΟΔΚΔΛ να είναι ανάλογη του χρόνου που απομένει μέχρι να κριθούν για προαγωγή. Προτείνεται η έναρξη ισχύος της διάταξης του άρθρου 90 παρ. 10 τελ. εδ. νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ να μετατεθεί την 16.9.2023 και να προβλεφθεί ότι για το μετέπειτα χρονικό διάστημα για να προαχθεί ο ειρηνοδίκης στην αμέσως επόμενη τάξη πρέπει να έχει παρακολουθήσει 1 υποχρεωτικό κύκλο προγραμμάτων για κάθε 2 έτη υπηρεσίας από την έναρξη ισχύος του νέου ΚΟΔΚΔΛ.

 

Άρθρο 91

            Παρ. 4: Διευκρινίζεται για πρώτη φορά με το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ ότι οι πρόεδροι εφετών, εισαγγελείς εφετών, εφέτες και αντεισαγγελείς εφετών των εφετείων και εισαγγελιών εφετών Αθηνών και Πειραιά που κληρώνονται ως τακτικά χωρίς ψήφο μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου μπορούν να προέρχονται κατ’ ανώτατο όριο μέχρι 2 από τους υπηρετούντες στο εφετείο και την εισαγγελία εφετών Πειραιά.

            Σε σχέση με τη λειτουργία του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου η ΕΔΕ είχε προτείνει στα πλαίσια λειτουργίας της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής την προσθήκη νέας παραγράφου με το εξής περιεχόμενο: «Όταν στα θέματα του Α.Δ.Σ. συζητείται θέμα απόσπασης δικαστικών λειτουργών σε θέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή άλλων ειδικών νόμων η ημερομηνία συνεδρίασης και το θέμα γνωστοποιούνται δέκα ημέρες πριν εγγράφως σε όσους δικαστικούς λειτουργούς έχουν τα τυπικά προσόντα για την απόσπαση με κλήση για υποβολή υποψηφιότητας αν το επιθυμούν και αυτοπρόσωπη παράσταση κατά τη συνεδρίαση. Επίσης υποχρέωση κοινοποίησης της σχετικής εισήγησης με την ίδια προθεσμία υφίσταται και όταν πρόκειται να παραλειφθεί από προαγωγή ή να μετατεθεί χωρίς αίτησή στο δικαστικός λειτουργός, ο οποίος δύναται να παρασταθεί αυτοπροσώπως κατά τη συζήτηση».

 

Άρθρο 93

            Παρ. 5: προβλέπεται ότι μόνο ως επιθεωρητές δεν μπορούν να ορισθούν όσοι άσκησαν καθήκοντα επιθεωρητή την προηγούμενη διετία. Συνεπώς, μπορούν να ορισθούν τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης όσοι άσκησαν καθήκοντα στις αντίστοιχες θέσεις την προηγούμενη διετία, σε αντίθεση με τις προβλέψεις του ισχύοντος σήμερα ΚΟΔΚΔΛ και του Αρχικού Σχεδίου του ΚΟΔΚΔΛ, που προέβλεπε το κώλυμα αυτό και για τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης.

            Παρ. 7: η θητεία των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών προβλέπεται υπό το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ διετής, σε αντίθεση με τις διατάξεις του ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ και του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ που προέβλεπε ετήσια θητεία.

            Παρ. 9: προστίθεται παρ. 9, που προβλέπει (όχι δυνητικά) ότι κάθε επιθεωρητής επικουρείται από πρωτοδίκη, που ορίζεται από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και μπορεί να έχει μειωμένη χρέωση. Σημειώνεται εδώ ότι η διάταξη αυτή δεν θέτει άλλες προϋποθέσεις για τον ορισμό του επίκουρου πρωτοδίκη (έτη προϋπηρεσίας, δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί σε σχέση και με την περιφέρεια στην οποία ασκεί τα καθήκοντά του ο Επιθεωρητής) ούτε προσδιορίζει επαρκώς τα καθήκοντά του. Ενόψει του ότι ο (Αρεοπαγίτης ή Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου) επιθεωρητής ενεργεί επιθεώρηση σε δικαστικούς λειτουργούς μέχρι και τον βαθμό του Εφέτη, η επιλογή ως επίκουρου του επιθεωρητή δικαστικού λειτουργού με τον βαθμό του Πρωτοδίκη, που δεν έχει καμία εμπειρία από την λειτουργία του Εφετείου, κρίνεται άστοχη. Εξάλλου, η πρόβλεψη πρωτοδίκη ως επίκουρου του Επιθεωρητή ανατρέπει την ίδια την αποστολή της επιθεώρησης, που συνίσταται στον έλεγχο της υπηρεσιακής επάρκειας και απόδοσης των δικαστικών λειτουργών, που μόνο ανώτερος και εμπειρότερος από τον επιθεωρούμενο μπορεί να αξιολογήσει. Τέλος, ενόψει της αποκλειστικής απασχόλησης του Επιθεωρητή στα καθήκοντά του αυτά κρίνεται ότι δεν χρειάζεται ο ορισμός επίκουρου δικαστικού λειτουργού, ενώ αν κριθεί αναγκαία μία τέτοια πρόβλεψη ο επίκουρος του Επιθεωρητή θα πρέπει να έχει βαθμό Προέδρου Εφετών.

            Παρ. 12: προβλέπεται πλέον ως υποχρεωτική η επιθεώρηση και των Προέδρων Εφετών, η οποία διενεργείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επιθεώρησης. Υπό τον ισχύοντα ΚΟΔΚΔΛ η επιθεώρηση των Προέδρων Εφετών ήταν προαιρετική και στην πράξη ελάχιστα εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τη διάταξη αυτή παρατηρείται ότι ελλείπει σαφής διάταξη σε σχέση με την απαγόρευση συμμετοχής του Προέδρου του Συμβουλίου Επιθεώρησης στο Συμβούλιο για την εξέταση προσφυγής κατά της έκθεσης επιθεώρησης σε περίπτωση που ο ίδιος έχει συντάξει την έκθεση αυτή, όπως αντίστοιχα προβλέπεται στο άρθρο 97 παρ. 11 του νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ για την επιθεώρηση των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

 

Άρθρο 94

            Παρ. 3: προβλέπεται ότι η απασχόληση των γραμματέων στο Γραφείο Γραμματείας Επιθεώρησης είναι αποκλειστική. Διευκρινίζεται η αρμοδιότητα του Γραφείου Γραμματείας Επιθεώρησης, που συνίσταται ιδίως στη συγκέντρωση των απαιτούμενων για τη διενέργεια της επιθεώρησης στατιστικών στοιχείων και των απαιτούμενων πληροφοριών σχετικά με την πορεία των αποφάσεων των επιθεωρούμενων.

 

Άρθρο 99

            Προβλέπεται η παρακολούθηση υποχρεωτικών έκτακτων προγραμμάτων επιμόρφωσης, που διοργανώνονται από την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, πριν την άσκηση των αρμοδιοτήτων από τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης και από τους επιθεωρητές. Εύλογα τίθεται το ερώτημα ποιοι θα δίνουν κατευθύνσεις για το έργο της Επιθεώρησης σε ανώτατους δικαστές που κατέχουν τον βαθμό του Αρεοπαγίτη και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και με ποιο περιεχόμενο. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 οι ολομέλειες των ανώτατων δικαστηρίων καταρτίζουν με απόφαση τους ενιαίο πλαίσιο οδηγιών, πρακτικών και κατευθύνσεων τους προς το οικείο Συμβούλιο Επιθεώρησης και τους επιθεωρητές για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους

 

Άρθρο 100

            Παρ. 4: προσαρμόζεται η διάταξη αυτή στην αύξηση της θητείας του επιθεωρητή σε διετή, σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 7 του νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ.

            Παρ. 6 και 7: αναδιατυπώνονται οι διατάξεις αυτές που αφορούν στο περιεχόμενο του ελέγχου που διενεργεί ο Επιθεωρητής.

Σημειώνεται εδώ ότι το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ διατηρεί στο τελ. εδ. της παρ. 7 την ισχύουσα και σήμερα διάταξη του άρθρου 84 παρ. 7 τελ. εδ. ΚΟΔΚΔΛ για ειδικό έλεγχο από τους επιθεωρητές των αποφάσεων περί αναβολών, παρά το ότι η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή καταρτίζοντας το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ είχε καταργήσει τη διάταξη αυτή, καθώς κρίθηκε ότι η αναβολή των υποθέσεων μπορεί να οφείλεται σε πλείστα αίτια (ωράριο, κωλύματα ή αποχή δικηγόρων, κ.λ.π.), τα οποία είναι δυσχερές να εξακριβωθούν και όχι σε υπαιτιότητα των δικαστών. Η ειδική αναφορά του νόμου στις αποφάσεις περί αναβολών δείχνει μία δυσπιστία στη δικαστική κρίση και θέτει τον δικαστικό λειτουργό σε δυσχερή θέση απόδειξης των λόγων που επέβαλαν την αναβολή, αν αναλογιστεί κανείς ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αναβλητικών αποφάσεων δεν καθαρογράφονται και συνεπώς δεν αποτυπώνεται ο λόγος που συνέτρεχε και επέβαλε την αναβολή. Εξάλλου, όπως όλες οι αποφάσεις, έτσι και οι αναβλητικές αποφάσεις υπόκεινται στο έλεγχο των αρμοδίων οργάνων της Επιθεώρησης. Συνεπώς, η πρόβλεψη αυτή πρέπει να απαλειφθεί. Η κατάργηση της διάταξης αυτής θα έχει και ένα συμβολισμό: το έργο των δικαστικών λειτουργών θα κρίνεται πρωτίστως από την ποιότητα των αποφάσεων και όχι αποκλειστικά στη βάση της ταχύτητας άσκησης του δικαιοδοτικού έργου.

Περαιτέρω, στο άρθρο 100 παρ. 7 του νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ προβλέπεται η σύνταξη εκθέσεων από τους προέδρους ή προεδρεύοντες των τμημάτων, όπου υπηρετούν οι επιθεωρούμενοι, με βάση τα κριτήρια του άρθρου 102 παρ. 4 του σχεδίου. Με τον τρόπο αυτό καθιερώνεται έμμεσα μία μορφή επιθεώρησης από μη δικαιούμενα πρόσωπα (από τους προέδρους ή τους προεδρεύοντες των τμημάτων) σε αντιδιαστολή με την προφορική γνώμη του διευθύνοντος το δικαστήριο, που επίσης λαμβάνεται υπόψη. Η ρύθμιση αυτή είναι άστοχη, θα προκαλέσει δυσλειτουργίες στη λειτουργία των τμημάτων και συνολικά των δικαστηρίων και πρέπει να απαλειφθεί.

            Παρ. 8: προβλέπεται η ενημέρωση του Γραφείου Γραμματείας Επιθεώρησης για τις αποφάσεις που αναιρούνται ή εξαφανίζονται κατά παραδοχή ενδίκων μέσων.

            Γενικά για τα κριτήρια της επιθεώρησης: Με τα άρθρα 100 επ. του νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ τίθενται κριτήρια για τη σύνταξη έκθεσης αξιολόγησης του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, καθώς και για την επιθεώρηση του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία. Κοινό κριτήριο σε αμφότερες τις περιπτώσεις τίθεται «η ενημερότητα της υπηρεσίας ως προς τη διεκπεραίωση των υποθέσεων και ιδίως ως προς τους μέσους χρόνους των διαδικασιών ανά φάση (προσδιορισμό, εκδίκαση, έκδοση απόφασης) και κατηγορία». Περαιτέρω, οι πρόεδροι και οι προεδρεύοντες τμημάτων και δικαστικών σχηματισμών αξιολογούνται μεταξύ άλλων και για τις αναβολές και τον χρόνο διεκπεραίωσης των υποθέσεων, οφείλουν δε να συντάσσουν γραπτές εκθέσεις αξιολόγησης των δικαστών που μετέχουν στο τμήμα τους. Όλοι δε οι δικαστικοί λειτουργοί αξιολογούνται και με κριτήριο την «παραγωγικότητα» και «την ταχύτητα διεκπεραίωσης των υποθέσεων», ενώ ελέγχονται υποχρεωτικά για τις αναβλητικές αποφάσεις που χορήγησαν, πάντοτε υπό την απειλή πειθαρχικού ελέγχου. Στην έδρα του Εφετείου ιδρύεται και λειτουργεί Γραφείο Γραμματείας Επιθεώρησης, προκειμένου να τηρούνται στατιστικά στοιχεία για κάθε δικαστή. Παρατηρείται ότι πλήθος διατάξεων θέτουν ως πρώτο στόχο την ταχύτητα, ενώ ο δικαστής τίθεται, άμεσα ή έμμεσα, υπό τον έλεγχο του προεδρεύοντος το τμήμα και του διευθύνοντος το δικαστήριο, και θα εργάζεται με το άγχος των στατιστικών στοιχείων που θα τον συνοδεύουν. Είναι προφανές ότι οι ρυθμίσεις αυτές στοχεύουν στην περαιτέρω εντατικοποίηση της εργασίας των δικαστικών λειτουργών και στη δημιουργία μίας σχέσης «ιεραρχικής εξάρτησης» με τους προεδρεύοντες τα τμήματα και τους διευθύνοντες τα δικαστήρια.

 

Άρθρο 101

            Στο άρθρο αυτό επαναλαμβάνονται κατά περιεχόμενο οι ισχύουσες και σήμερα διατάξεις του άρθρου 85 ΚΟΔΚΔΛ, κατά το μέρος που αφορούν στις κατηγορίες εκθέσεων που συντάσσονται από τους Επιθεωρητές, το περιεχόμενο και τον χρόνο σύνταξής τους. Τα κριτήρια της επιθεώρησης ρυθμίζονται στο άρθρο 102 του νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ.

 

Άρθρο 102

            Παρ. 1: αναλύεται ο τρόπος επιθεώρησης σχετικά με τη λειτουργία κάθε δικαστηρίου και εισαγγελίας, ο οποίος διενεργείται στη βάση έκθεσης απολογισμού που υποβάλλει για τον σκοπό αυτόν ο διευθύνων το δικαστήριο ή την εισαγγελία δικαστικός λειτουργός, με αξιοποίηση και των διαθέσιμων στατιστικών στοιχείων.

            Παρ. 2: αναφέρονται τα κριτήρια που αξιολογούνται για την επιθεώρηση του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία.

            Παρ. 3: αναφέρονται τα κριτήρια που αξιολογούνται για την επιθεώρηση των προέδρων και των προεδρευόντων τμημάτων και δικαστικών σχηματισμών κάθε δικαστηρίου ή εισαγγελίας.

            Παρ. 4: αναφέρονται τα κριτήρια που αξιολογούνται για την επιθεώρηση όλων των δικαστικών λειτουργών.

            Σε σχέση με τα κριτήρια που θα χρησιμοποιούνται για την επιθεώρηση των δικαστικών λειτουργών πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: Η «προσαρμοστικότητα στις νέες τεχνολογίες» δεν σχετίζεται με την ικανότητα και την απόδοση του δικαστικού λειτουργού, δεν ανάγεται στα καθήκοντά του, ενέχει μία επικίνδυνη αοριστία και γι’ αυτό πρέπει να απαλειφθεί από τα κριτήρια της επιθεώρησης. Η αναίρεση ή εξαφάνιση των δικαστικών αποφάσεων κατά παραδοχή ενδίκου μέσου δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο της επιθεώρησης, αφού σε πολλές περιπτώσεις η εξέλιξη αυτή δεν οφείλεται σε πλημμέλειες της δικαστικής απόφασης (π.χ. επί ερήμην απόφασης στον πρώτο βαθμό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφανίζει υποχρεωτικά την πρωτόδικη απόφαση, σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής το ποινικό δικαστήριο που κρίνει το ένδικο μέσο εφαρμόζει υποχρεωτικά τον νεότερο ευμενέστερο νόμο), ενώ οι ποινικές αποφάσεις του πρώτου βαθμού εξαφανίζονται αυτόματα με την άσκηση παραδεκτής έφεσης. Εξάλλου, η μερική διαφορετική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή η κρίση σε ζητήματα για τα οποία αναγνωρίζεται από τον νόμο ευρύτερη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ή η μεταβολή (μετά την έκδοση της απόφασης) της νομολογίας από τα Ανώτατα Δικαστήρια δεν καθιστούν την προσβαλλόμενη με το ένδικο μέσο απόφαση «εσφαλμένη». Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να εκτιμάται αυτοτελώς με βάση τις περιεχόμενες σ’ αυτήν σκέψεις και την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, χωρίς έμμεση εισαγωγή τεκμηρίων με βάση στατιστικά στοιχεία, που τις περισσότερες φορές δεν ανταποκρίνονται στην ποιότητα του δικαστικού έργου. Πρέπει, συνεπώς, να απαλειφθούν οι προβλέψεις του νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ που εισάγουν ως κριτήριο της επιθεώρησης των δικαστικών λειτουργών την αναίρεση ή εξαφάνιση των δικαστικών αποφάσεων.

            Παρ. 5: αναφέρεται η κλίμακα που πρέπει να χρησιμοποιείται από τον Επιθεωρητή για την αξιολόγηση των δικαστικών λειτουργών. Έτσι, με το νέο Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ για την αξιολόγηση χρησιμοποιούνται οι χαρακτηρισμοί: 1) εξαίρετος, 2) πολύ καλός ως εξαίρετος, 3) πολύ καλός, 4) περισσότερο από καλός, 5) καλός και 6) ανεπαρκής, ενώ για το ήθος και το σθένος χρησιμοποιούνται οι χαρακτηρισμοί: 1) προσήκον και 2) μη προσήκον. Σημειώνεται ότι υπό τον ισχύοντα ΚΟΔΚΔΛ στην πρώτη περίπτωση προβλέπονται μόνο οι χαρακτηρισμοί: 1) εξαίρετος, 2) πολύ καλός, 3) καλός και 4) ανεπαρκής.

 

Άρθρο 103

            Στο άρθρο αυτό καθορίζονται οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου Επιθεώρησης χωρίς ουσιαστικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τον ισχύοντα ΚΟΔΚΔΛ.

 

Άρθρο 104

            Στο άρθρο αυτό καθορίζονται οι οδηγίες, κατευθύνσεις και πρακτικές που δίνονται από τις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων για τη διασφάλιση του ενιαίου μέτρου και την αποτελεσματικότητα της επιθεώρησης, ακολουθώντας την αντίστοιχη διάταξη του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ.

 

Άρθρο 105

            Στο άρθρο αυτό ρυθμίζονται τα σχετικά με την προσφυγή του επιθεωρούμενου κατά της έκθεσης επιθεώρησης, επαναλαμβάνοντας τις ισχύουσες και σήμερα διατάξεις του ΚΟΔΚΔΛ.

 

Άρθρο 108

            Το άρθρο αυτό, που αφορά στις γενικές αρχές της πειθαρχικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών, αποδίδει αυτούσιες τις ισχύουσες και σήμερα διατάξεις (άρθρο 90 ισχύοντος σήμερα ΚΟΔΚΔΛ). Σημειώνεται, πάντως, εδώ η πρόταση της ΕΔΕ στα πλαίσια λειτουργίας της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για προσθήκη στην παρ. 9 νέου εδαφίου με το εξής περιεχόμενο: «Όταν το πειθαρχικό παράπτωμα φέρεται να έχει τελεστεί στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων για την οποία διενεργείται ποινική προκαταρκτική εξέταση ή έχει κινηθεί ποινική δίωξη, τότε η πειθαρχική διαδικασία αναστέλλεται μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας».

 

Άρθρο 109

            Στο άρθρο αυτό αναφέρονται τα πειθαρχικά παραπτώματα των δικαστικών λειτουργών, αποδίδοντας το περιεχόμενο της ισχύουσας σήμερα διάταξης του άρθρου 91 ΚΟΔΚΔΛ. Η διάταξη αυτή, ακολουθώντας τη διατύπωση του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, διευκρινίζει και κατοχυρώνει και νομοθετικά τη νομολογιακά διαμορφωμένη αρχή ότι η κρίση που εκφέρει ο δικαστικός λειτουργός κατά την άσκηση των καθηκόντων του δεν συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Παρατηρείται εδώ ότι η προθεσμία για την έκδοση της απόφασης πρέπει να αυξηθεί από 6 σε 8 μήνες για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω με αφορμή το άρθρο 59 του σχεδίου. Σε σχέση με τη διάταξη αυτή αξίζει να επισημανθεί ότι στα πλαίσια λειτουργίας της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής η ΕΔΕ πρότεινε σε σχέση με την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος της παρ. 2 περ. ε΄ (αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση καθηκόντων δικαστικών λειτουργών) την εισαγωγή εκτός του χρονικού κριτηρίου και ποσοτικού κριτηρίου, ήτοι ενός ελάχιστου αριθμού περαιωμένων πολιτικών υποθέσεων, ο οποίος εφόσον έχει συμπληρωθεί για το συγκεκριμένο δικαστικό έτος δεν κρίνεται αδικαιολόγητη η τυχόν καθυστέρηση ούτε θα αφαιρείται η δικογραφία από τον δικαστή που τη χειρίζεται.

 

Άρθρο 116

            Παρ. 1: στο εδ. β΄ διευκρινίζεται ότι  οι ανώνυμες αναφορές σε βάρος δικαστικών λειτουργών δεν θα λαμβάνονται υπόψη, διότι πρέπει να αποφεύγεται ο άδικος διασυρμός των δικαστικών λειτουργών. Η πρόβλεψη αυτή περιλήφθηκε για πρώτη φορά στο Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ, στην Αιτιολογική Έκθεση του οποίου αναφέρεται ότι δεν εμποδίζεται ο λαβών την ανώνυμη αναφορά να ασκήσει αυτεπάγγελτα δίωξη, αν στην αναφορά αυτή περιέχονται στοιχεία, από τα οποία ενδεχόμενα μπορεί να προκύψει η τέλεση πειθαρχικών παραπτωμάτων αφετέρου ότι στις ανώνυμες αναφορές δεν περιλαμβάνονται τα δημοσιεύματα στον τύπο.

            Παρ. 3: υιοθετείται η προσθήκη που έγινε με το Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ και προβλέπεται ως προϋπόθεση του παραδεκτού αναφορών ιδιωτών κατά δικαστικών λειτουργών η καταβολή παραβόλου 50,00 ευρώ, προκειμένου να περιοριστεί το φαινόμενο των αστήρικτων αναφορών.

 

Άρθρο 117

            Παρ. 1: στο στοιχ. δ΄ ορίζεται ως αρμόδιος για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης των δικαστικών λειτουργών των πολιτικών-ποινικών δικαστηρίων, εκτός από τα μέλη του Αρείου Πάγου, ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και ο Προϊστάμενος της Επιθεώρησης. Με τη διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται η σχετική πρόβλεψη του Αρχικού Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ και η ρύθμιση του ισχύοντος σήμερα ΚΟΔΚΔΛ (άρθρο 99), όπως είχε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 23 Ν. 4786/2021. Σε σχέση με τα αρμόδια για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης πρόσωπα η ΕΔΕ είχε προτείνει στα πλαίσια της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής την απάλειψη από τη διάταξη αυτή της αναφοράς στους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, διότι η ειδική θεσμική τους αρμοδιότητα για εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων των δικαστικών λειτουργών προκαλεί χωρίς λόγο κίνδυνο σύγχυσης αρμοδιοτήτων.

            Παρ. 10: στην παρ. 10 προβλέπεται η διαδικασία διενέργειας της πειθαρχικής προκαταρκτικής εξέτασης και ορίζεται ότι στη γραπτή κλήση προς τον ελεγχόμενο δικαστικό λειτουργό πρέπει να περιγράφονται με ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν το ερευνώμενο πειθαρχικό παράπτωμα και να αναγράφονται οι διατάξεις που το προβλέπουν. Η διάταξη αυτή αποτελεί μεταφορά της αντίστοιχης ρύθμισης, που για πρώτη φορά περιλήφθηκε στο Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ με πρόταση της ΕΔΕ και με τον τρόπο αυτό δίνεται τέλος σε προκαταρκτικές εξετάσεις που μπορεί να διενεργούνται χωρίς να υπάρχει στην πραγματικότητα οποιαδήποτε ένδειξη για τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος ή πολύ περισσότερο σε περιπτώσεις που τα καταγγελλόμενα περιστατικά δεν στοιχειοθετούν οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα.

 

Άρθρο 126

            Στο άρθρο αυτό προβλέπεται ότι πάρεδροι πρωτοδικείου και εισαγγελίας και δόκιμοι ειρηνοδίκες, οι οποίοι μετά τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας του κρίνονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο μη διοριστέοι σε θέση ισόβιου δικαστικού λειτουργού, δικαιούνται να διοριστούν δικηγόροι, ενώ εφέτης, πρόεδρος πρωτοδικών, πρωτοδίκης αντεισαγγελέας εφετών, εισαγγελέας και αντεισαγγελέας πρωτοδικών και ειρηνοδίκης που παραλείπεται να προαχθεί για τρίτη τουλάχιστον φορά λόγω ανεπάρκειας, αν μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας παράλειψης μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, μπορεί να παυθεί οριστικά, οπότε δικαιούται μόνο να ζητήσει τον διορισμό του ως δικηγόρου. Έτσι, παρά τον (μη ανταποκρινόμενο στο περιεχόμενό του) τίτλο του άρθρου «δυνατότητα άσκησης διοικητικής φύσεως δημόσια(ς) υπηρεσία(ς)» καταργείται για πρώτη φορά η δυνατότητα των πιο πάνω δικαστικών λειτουργών να διοριστούν σε θέση διοικητικού υπαλλήλου. Τονίζεται εδώ ότι οι διατάξεις του (αντίστοιχου προς το άρθρο 126 του νέου Σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ) άρθρου 108 ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ αποτελούν τη βάση και εφαρμόζονται αναλογικά και για τον διορισμό σε θέσεις δημοσίων υπηρεσιών των δικαστικών λειτουργών που παύονται λόγω ανεπάρκειας ή αδυναμίας εκτέλεσης των καθηκόντων τους. Η κατάργηση της δυνατότητας αυτής είναι αδικαιολόγητη και έχει αυστηρά τιμωρητικό χαρακτήρα. Η δυνατότητα τοποθέτησης σε άλλες υπηρεσίες των δικαστικών λειτουργών που παύονται λόγω ανεπάρκειας ή αδυναμίας εκτέλεσης των καθηκόντων τους (η οποία σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να μην οφείλεται σε υπαιτιότητα του δικαστικού λειτουργού) αποτελεί ουσιαστικά το υποκατάστατο της ισχύουσας σε όλες τις υπηρεσίες του Δημοσίου δυνατότητας μετάταξης σε άλλη υπηρεσία, που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να εφαρμοστεί επί δικαστικών λειτουργών. Η αδυναμία ή ανεπάρκεια εκτέλεσης δικαστικών καθηκόντων δεν καθιστά αυτονόητη την αδυναμία εκτέλεσης οποιασδήποτε άλλης δημόσιας υπηρεσίας. Η ισχύουσα σήμερα διάταξη δίνει τη δυνατότητα σε δικαστικούς λειτουργούς, που αντιλαμβάνονται την αδυναμία τους για εκτέλεση των δικαστικών καθηκόντων, να ζητήσουν έγκαιρα την τοποθέτησή τους σε άλλη δημόσια υπηρεσία, διευκολύνοντας την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης. Τονίζεται ιδιαίτερα ότι ο διορισμός σε άλλη δημόσια υπηρεσία όσων δικαστικών λειτουργών παύονται για τους πιο πάνω λόγους, όπως προβλέπεται σήμερα, δεν είναι αυτόματος-αυτοδίκαιος και υποχρεωτικός, αλλά τελεί πάντοτε υπό τον έλεγχο του Ανώτατου Δικαστηρίου, που αποφασίζει την οριστική παύση, εκτιμώντας τους λόγους που επέβαλαν την οριστική παύση και την επάρκεια του δικαστικού λειτουργού να ανταποκριθεί στα καθήκοντα άλλης υπηρεσίας. Συνεπώς, κρίνεται αναγκαία η διατήρηση της ισχύουσας σήμερα διάταξης.

 

 

 



* Η αναφορά στο κείμενο σε «Αρχικό Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ» αφορά το Σχέδιο ΚΟΔΚΔΛ που καταρτίστηκε από την Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή, η οποία συγκροτήθηκε με τη με αριθμό 11063/20.2.2017 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Υ.Ο.Δ.Δ. 86/24.2.2017) και στην οποία συμμετείχε και η ΕΔΕ, εκπροσωπούμενη από τον Χαράλαμπο Σεβαστίδη και την Ακριβή Ερμίδου. Η Επιτροπή αυτή ολοκλήρωσε τις εργασίες της και παρέδωσε στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το τελικό της σχέδιο τον Δεκέμβριο του 2018.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε, αναφορικά με τα σχόλια που δημοσιεύονται ότι:
1) Δε θα δημοσιεύονται δυσφημιστικά και εξυβριστικά σχόλια
2) Δε θα δημοσιεύονται ΑΣΧΕΤΑ σχόλια σε ΑΣΧΕΤΕΣ αναρτήσεις
3) Δε θα δημοσιεύονται επαναλαμβανόμενα σχόλια στην ίδια ανάρτηση
4) Δε θα δημοσιεύονται σχόλια σε Greeklish


5) Σχόλια σε ενυπόγραφα άρθρα θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.
6) Σχόλια σε ενυπόγραφο σχόλιο θα δημοσιεύονται μόνον εφόσον και αυτά είναι ενυπόγραφα.

7) ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ "ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΧΟΛΙΑ"


Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΩΝ ΔΕ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΥΙΟΘΕΤΟΥΝΤΑΙ ΑΠΌ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ